Συνεχίζει στη ζούγκλα. Με κείνο το περίεργο ον, που μοιαζε λίγο με σκουλήκι, λίγο με σαμιαμίδι, και λίγο με σκυλί Δαλματίας. Μα, παρά την περίεργη του εμφάνιση, φαινόταν όντως καλοκάγαθο πλάσμα, και ίσως και κάπως σοφό. Γι’ αυτό κι ο Σταύρος είπε να το εμπιστευτεί και να τ’ αφήσει να τον κάνει μια βόλτα μέσα σε κείνη την ψυχεδελική ζούγκλα. Βέβαια ούτως ή άλλως ήταν αναγκασμένος να το εμπιστευτεί, αφού ήταν το ον που του έθεσε το δίλημμα “ξύπνα ή προχώρα”, ο ίδιος δεν είχε ακριβώς επιλογή, αλλά όπως και να χει του βγαζε ένα καλό συναίσθημα, θεωρούσε πως δεν ήθελε να του τη φέρει. Και όντως. Αν του χε ζητήσει να τον ξυπνήσει θα το έκανε, ήταν σίγουρος. Ήταν καλή ψυχή ο Ντεμιμπράμαν -περίεργος μεν, καλόψυχος δε, κι αυτό ήταν που είχε τελικά σημασία. Γι’ αυτό και αποφάσισε να τον ακούσει και να μπει μέσα στη ζούγκλα, έστω “στα ρηχά”.

«Φίλε Σταύρο,» του είπε, «χάρηκα πολύ που μ’ εμπιστεύτηκες. Δεν ξέρω αν θα τα καταλάβεις όλα όσα θα δεις και θα σου πω, αλλά σου εγγυώμαι πως τουλάχιστον δε θα τα μετανιώσεις.»
«Μακάρι να χεις δίκιο, φίλε Ντεμιμπράμαν. Μακάρι.»

Το ζωύφιο σερνόταν από δέντρο σε δέντρο με μια ταχύτητα αδιανόητα αργή, γεγονός που ελαφρώς εκνεύριζε το Σταύρο, που ταν εξάλλου από μικρός μαθημένος να περπατάει γρήγορα, αλλά, δεδομένου κι ότι δε μπορούσε να κάνει και αλλιώς, το πάλεψε και ακολούθησε τελικά το ρυθμό του.
«Πώς σου φαίνεται τούτο το μέρος, Σταύρο;» ρώτησε το πλάσμα.
«Ε… Δεν ξέρω… Όμορφο είναι, σίγουρα. Αλλά και παράξενο, πολύ παράξενο. Δεν έχω ξαναδεί ποτέ στη ζωή μου κάτι τέτοιο.»
«Ακριβώς!» αναφώνησε περήφανα, με τη βαριά φωνή του ο Ντεμιμπράμαν. «Όλα όσα είπες περιγράφουν ακριβώς την κατάσταση! Όμορφο! Παράξενο! Δεν έχω ξαναδεί κάτι τέτοιο! Δεν ξέρω! Φοβερό δεν είναι;»
«Ποιο ακριβώς είναι φοβερό; Το μέρος; Δεν νομίζω πως σε πιάνω.»
«Κοίτα, κοίτα αυτό το δέντρο.» Του δειξε ένα δέντρο σαν όλα τα υπόλοιπα, μια λιάνα (ας πούμε ότι ήταν λιάνα, παρόλο που δεν ήταν ακριβώς αυτό), απλά λίγο κοντύτερο και μικρότερο, μα κατά τ’ άλλα ίδιο, ακόμα και στο κίτρινο-λευκό χρώμα.
«Τι έχει αυτό το δέντρο;» ρώτησε ο Σταύρος.
«Τίποτα! Τίποτα παραπάνω από το συνηθισμένο! Μα είναι μοναδικό!»
Δεν του άρεσε αυτό του Σταύρου, του φάνηκε μια ηλίθια γενικότητα.
«Τι θες να πεις, σκουλ… Ντεμιμπράμαν; Ότι όλοι μας είμαστε ξεχωριστές χιονονιφάδες κι ότι η διαφορετικότητα είναι κάτι το τόσο σημαντικό που μας καθορίζει σαν άτομα και σαν χαρακτήρες;»
«Όχι!» φώναξε περήφανα το ζωύφιο. «Αλλά χαίρομαι που το πήγες εκεί! Δεν είμαστε χιονονιφάδες! Δεν είμαστε ξεχωριστοί, δεν έχουμε κάτι το ιδιαίτερο, τίποτα δε μας διαχωρίζει τον έναν απ’ τον άλλον πέρα από κάποια επιφανειακά χαρακτηριστικά. Κατά βάση, είμαστε όλοι το ίδιο. Ναι, εντάξει, έχουμε διαφορές, εσύ έχεις δυο πόδια κι εγώ τέσσερα, σε νικάω σ’ αυτό, αλλά η ουσία των πραγμάτων παραμένει η ίδια, και είναι ταυτόχρονα μέσα μας αλλά και ανεξάρτητη από μας.»
«Δεν καταλαβαίνω.»
«Πολλές φορές ούτε κι εγώ καταλαβαίνω! Δε χρειάζεται καν να καταλάβεις! Απλά να δεχτείς την τάξη των πραγμάτων! Όλα είναι το ίδιο και όλα είναι ξεχωριστά! Όλα είναι κακάσχημα κι όλα είναι πανέμορφα την ίδια ακριβώς στιγμή! Το οτιδήποτε μπορεί να σε φρικάρει και μπορεί να σε ανυψώσει στα ουράνια ταυτοχρόνως!»
«Αχά, τώρα κάτι καταλαβαίνω… Λες ότι το κάθε πράγμα έχει δυο όψεις, κι είναι ανάλογα το πως το βλέπεις κάθε φορά,» προσπάθησε να εξηγήσει ο Σταύρος.
«Περίπου! Και ναι και όχι! Είναι και έτσι, και δεν είναι!»
«Με μπερδεύεις ρε φίλε, εκεί που νομίζω ότι βγάζω μιαν άκρη πάλι πας και με χαώνεις.»
«Γιατί κολλάς, Σταύρο! Κολλάς σε έννοιες, σε πράγματα που δεν έχουν σημασία. Καταλαβαίνεις ότι τα πράγματα, ανεξάρτητα από εσένα κι από τον καθένα μας, έχουν μια δική τους αξία και ταυτόχρονα καμία αξία, αλλά επιμένεις να προσπαθείς να δημιουργήσεις σύμβολα και καταστάσεις, να προσπαθείς να ερμηνεύσεις με έναν τρόπο αυτό που επιδέχεται άπειρες ερμηνείες. Καταλαβαίνεις, έτσι;»
«Ναι, νομίζω καταλαβαίνω.»
«Δε σε πάω σε γενικεύσεις του τύπου “τα πράγματα δεν είναι άσπρο-μαύρο” και τέτοιες αμπελοφιλοσοφίες. Σε πάω όμως σε γενικεύσεις του τύπου “τα πράγματα είναι και άσπρο, είναι και μαύρο, είναι και γκρι, είναι και μπλε, είναι και κίτρινο, είναι και κόκκινο, είναι και μωβ κι είναι τα πάντα”. Ναι, είναι γενίκευση αυτό, το ξέρω, αλλά είναι γενίκευση στη θεωρία, διότι στην πράξη είναι μια πραγματικότητα. Τα πράγματα, το κάθε πράγμα περιέχει μέσα του τα πάντα, και δεν είναι καν θέμα ερμηνείας, γιατί είτε πεις ότι είναι άσπρο είτε πεις ότι είναι μαύρο πάλι λάθος θα είσαι. Είναι όλα αυτά μαζί.»
«Σαν τη γάτα του Σρόντιγκερ;»
«Σαν τη γάτα του Τσεσάιρ!»
«Απ’ την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων;»
«Ακριβώς.»
«Παρόμοια ιδέα, δεν είναι;»
«Είναι και δεν είναι! Σκέψου το λίγο, στη θεωρία είναι ακριβώς το ίδιο πράμα, το ίδιο κόνσεπτ, αλλά στην πράξη και είναι και δεν είναι! Με νιώθεις;»
«Νομίζω πως ναι.»
«Άκου με, Σταύρο. Δεν προσπαθώ να σου μάθω την ουσία των πραγμάτων, γιατί δεν ξέρω την ουσία των πραγμάτων. Προσπαθώ όμως να σου μάθω το ένα πράγμα που ξέρω, που χε πει κι εκείνος ο σπουδαίος φιλόσοφος -αν και κανείς δεν ξέρει αν το είπε ο ίδιος ή αν ήταν απλά μια εφεύρεση ενός μαθητή του.»
«Τον Σωκράτη λες; Το “ένα ξέρω, πως τίποτα δεν ξέρω”;»
«Ναι! Και όχι! Ξεκόλλα, φύγε από τις θεωρίες, κι ας έχουν ενδιαφέρον. Τη βλέπεις τούτη τη ρίζα;»
«Τη βλέπω, ναι.»
«Ετούτη η ρίζα φέρει μέσα της το ίδιο γενετικό υλικό με το σπόρο απ’ τον οποίο προήλθε, με το δέντρο το οποίο θα γίνει, με εμένα που δεν είμαι παρά ένα απλό ζωάκι που χωρίς τα δέντρα αυτά δε θα υπήρχε και δε θα χε που να ζήσει, με εσένα που μ’ έναν τρόπο παράδοξο και θείο είσαι απόγονος των προγόνων τούτης της ρίζας, ακόμα και με τα αστρικά σώματα που ναι έξω απ’ αυτόν τον μικρούλη πλανήτη που τυχαίνει να μας φιλοξενεί -με τα πάντα!»
«Σε χάνω πάλι, Ντεμιμπράμαν. Τι σχέση έχει αυτό;»
«Όλα έχουνε σχέση, φίλε Σταύρο! Όλα ενώνονται και όλα άσχετα είναι! Όλα καταλήγουν στο αναπόφευκτο του Θεού!»
«Με μπερδεύεις. Γενικά πιστεύω στο Θεό, εντάξει, για διάφορους λόγους, αλλά δε μπορώ να δω τη σύνδεση μ’ αυτά που μου λες τώρα.»
«Παντού είναι η σύνδεση! Παντού, Σταύρο! Στο φανταστικό και το πραγματικό, στο ζωντανό και το νεκρό, στο έτσι και το αλλιώς, στο οτιδήποτε και το αντίθετό του, σε σένα και σε μένα! Στον Ιησού και τον ξύλινο σταυρό του! Εκεί είναι η σύνδεση, Σταύρο! Στα πάντα με τα πάντα! Στην τάξη των πραγμάτων. Στη ρίζα αυτή τη μικρούλα και στο δέντρο αυτό που δεν είναι τόσο μεγάλο κι επιβλητικό όσο αυτό στο οποίο μένω, με εμένα, κι εσένα, και εκείνη, και το κάθε τι! Η κάθε επιλογή, κάθε μικρή ή μεγάλη παράμετρος, θεωρητική ή πρακτική, όλα καταλήγουν στο Ένα, σ’ Εκείνον, κι όλα Εκείνος είναι, κι όλα μεταξύ τους είναι ίδια κι είναι και διαφορετικά, κι είναι και Εκείνος ο Θεός, κι είναι και κάτι άλλο, κι είναι και εσύ, κι είναι και εγώ, κι είναι και αυτή, κι είναι ακόμα και η ιδέα αυτής, κι είναι και κάθε τι!»
«Μου μιλάς για το Θεό και σε χάνω, για μια τάξη πραγμάτων που εμένα με υπερβαίνει, που δε μπορώ να την κατανοήσω, κι όταν το προσπαθώ όχι μονάχα με κουράζει, μα με συνθλίβει.»
«Όχι! Και ναι! Είναι βαριά η τάξη των πραγμάτων, το καταλαβαίνω πως μπορεί να σε κουράζει, αλλά ταυτόχρονα είναι και τόσο υπέροχη, τόσο ωραία δομημένη! Δες το χώμα, Στάυρο, δες το!»
«Τι υπάρχει πια στο χώμα για να δω; Μη μου το κάνεις αυτό, Ντεμιμπράμαν, ρίχνεις στις πλάτες μου το βάρος όχι μόνο αυτού του κόσμου, μα και κάθε άλλου κόσμου, υπαρκτού ή φανταστικού!»
«Ακριβώς! Ο σταυρός στην πλάτη του Ιησού, Σταύρο! Το βάρος όσων ήταν, όσων είναι, όσων θα είναι κι όσων δε θα ναι ποτέ! Αυτό το χώμα, αυτή η ύλη η ανόργανη, αυτή μας γέννησε, όσο περίεργο κι αν είναι! Πάνω σ’ αυτό το χώμα καλλιεργούμε, πάνω σ’ αυτό το χώμα περπατάμε, χτίζουμε τα σπίτια μας, αφήνουμε τα δέντρα μας να μεγαλώσουν. Αυτό το χώμα είναι το βάρος του Ιησού και η αιώνια τάξη των πραγμάτων, με νιώθεις;»
«Ναι, ίσως, δεν ξέρω, Θεέ μου, με κουράζουνε όλα αυτά, και δε βλέπω που πας να καταλήξεις.»
«Πουθενά! Παντού! Σταύρο, ακους; Τελευταίο, κι έπειτα έφυγες στο λεωφορείο σου, δε θα σου πω τίποτε άλλο.»
«Ακούω.»
«Και μπορεί να μην είναι καν σωστό αυτό που θα σου πω.»
«Πες το, όπως και να χει.»
«Σου είπα ήδη, δεν είμαι δα και ο Θεός, ούτε γνωρίζω τα πάντα.»
«Εντάξει, πες το μου.»
«Κι αν χίλια χρόνια ήδη ζω, για την ακρίβεια χίλια σαράντα τρία, και πάλι δεν ισχυρίζομαι ότι είμαι και τόσο σοφός που μπορώ να μάθω τα μυστικά του σύμπαντος όλα.»
«Εντάξει, αφού φτάσαμε ρε γαμώτο ως εδώ, πες μου ό,τι νομίζεις.»
«Ούτε είμαι και κανένας σοφός, κι ακόμα κι αν τα ξερα όλα, Σταύρο μου, πάλι δε θα ξερα πως να τα εκφράσω.»
«Μίλα γαμώτο σου, πες μου!»
«Όχι, αρκετά!»
«Τι; Ντεμιμπράμαν, τι λες;»
«Λήθη ήθελες, Σταύρο. Λήθη θα λάβεις. Ό,τι μπορούσα να σου πω στο είπα, κι ό,τι κατάλαβες κατάλαβες. Δεν έχει παραπέρα.»
«Μίλα μου για το Θεό, σε παρακαλώ, εξήγα μου αυτά που δεν καταλαβαίνω.»
«Όχι. Σου έδωσα μια υπόσχεση, έτσι δεν είναι; Θα σου λεγα ό,τι είχα να πω -που ίσως στο τέλος να τανε φράσεις κούφιες και λόγια ανούσια- κι έπειτα θα σε βαζα στο αστικό για το σπίτι σου. Αυτό δεν είχαμε πει;»
«Ναι, αλλά…»
«Αλλά τι, Σταύρο; Σκέψου λίγο την κατάσταση σου, σκέψου την λογικά, όπως τόσο στη ζωή σου σ’ αρέσει να κάνεις.»
«Ωραία, τη σκέφτομαι. Λοιπόν;»
«Λοιπόν, βρήκες μέσα σε μια μεριά του λαβυρίνθου του εγκεφάλου σου εμένα, ένα σκουλήκι-σαμιαμίδι στα χρώματα σκυλιού Δαλματίας, σωστά;»
«Ε, ντάξει, έτσι όπως το θέτεις ναι, ισχύει.»
«Και κάθισες να με ακούσεις, να σου λέω πράγματα γενικά, πράγματα που δεν ξέρω καν κατά πόσο ισχύουν.»
«Ισχύουνε, πολλά απ’ αυτά που μου πες ισχύουνε, το ξέρω και το νιώθω.»
«Έστω. Έστω πως ισχύουνε. Κι όλα αυτά γιατί; Για να μη σου ρχεται το πρόσωπό εκείνης;»
Ναι, γι’ αυτό. Μια απόπειρα να μάθει τον κόσμο ολόκληρο, να μάθει τη φύση ακόμα του Θεού του ίδιου, μόνο και μόνο για να μη σκέφτεται εκείνη. Πόσο θλιβερό…
«Ε λοιπόν, Σταύρο. Τέλος. Στο υποσχέθηκα. Έτσι θα γίνει. Όλα δρομολογημένα είναι.»
«Είναι δρομολογημένα όντως;»
«Ναι, όλα. Όπως σου υποσχέθηκα. Εκτός αν φυσικά θες τώρα να ξυπνήσεις. Σου την ξαναδίνω την επιλογή.»

Ο Σταύρος το σκέφτεται. Τι διαολεμένη κουβέντα κι αυτή, μ’ ένα τόσο περίεργο πλάσμα, για τον κόσμο, την τάξη των πραγμάτων, τους άλλους, τον ίδιο, το Θεό. Ανούσια κουβέντα, και μάλλον καμιά άκρη δεν έβγαλε. Ή και όχι;
Τέλοσπάντων, οι επιλογές του ήταν οι εξής: Αστικό λεωφορείο μετά απ’ όλα αυτά ή ξύπνημα στο πάρκο.
Και τελικά

ΠΗΡΕ ΤΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ                                                                                                        ΞΥΠΝΗΣΕ