Πάει να ρωτήσει. Ντάξει, τι σκατά μπορεί να γίνει στην τελική; Να τον ληστέψει; Δεν έχει και τίποτα αξίας επάνω του, εκτός βέβαια απ’ το κινητό του. Ε, οκέι, αν είναι έτσι ας το πάρει. Να τον σκοτώσει; Όχι, παραλογίζεται. Γιατί να τον σκοτώσει; Από που κι ως που; Πλησιάζει δειλά και πολύ πολύ προσεκτικά, με το φακό στραμμένο πάντα στο δρόμο.

«Γεια σας.» Η φωνή του είναι λεπτή και αδύναμη. Η φιγούρα δεν αντιδράει. Μάλλον δεν τον άκουσε καν. Έφερε το τσιγάρο πάλι στο στόμα, ρούφηξε, ξεφύσηξε έναν μαύρο καπνό.

«Γεια σας,» επανέλαβε ο Σταύρος, πιο σταθερά και θαρραλέα τώρα. Η φιγούρα τον κοίταξε μ’ ένα βλέμμα που φαινόταν ότι μπορούσε να δει άψογα μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, καλύτερα κι από κάποιο νυχτόβιο αιλουροειδές, τον επεξεργάστηκε για λίγο και είπε με μια βαριά, σκούρα φωνή:
«Καλησπέρα.»
«Καλησπέρα,» έκανε κι ο Σταύρος, που πλέον ήταν αρκετά κοντά ώστε να ξεχωρίσει τα γέρικα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Γέρικα και άσχημα, ρυτιδιασμένα και κάπως φοβιστικά. Μα ίσως να ταν απλά ο ίδιος φοβισμένος και να παρεξηγούσε. Συνέχισε:
«Εμμ,» κόμπιασε λίγο, «μήπως ξέρετε που είμαστε;»
Ο γέρος χαμογέλασε. «Φυσικά και ξέρω. Εδώ μένω.»
«Α… Που;»

Ο γέρος πλησίασε τη μούρη του σ’ αυτή του Σταύρου, να δει καθαρότερα το πρόσωπό του, ή μάλλον να το διαβάσει, ό,τι δεν είχε διαβάσει ακόμα τουλάχιστον. Έπειτα τραβήχτηκε πάλι πίσω και πήρε τζούρα.
«Εσύ από που είσαι;»
«Εγώ; Εγώ είμαι από δω κοντά, στην πλατεία Κέδρου μένω.»
Ο γέρος έβγαλε έναν ήχο μεταξύ γέλιου και τσιγαρόβηχα. Άσχημος ήχος.
«Η πλατεία Κέδρου δεν είναι εδώ κοντά,» είπε. «Πώς βρέθηκες εδώ;»
«Ε, τι να σας πω; Περπατούσα και χάθηκα.»
«Χάθηκες;»
«Ναι, χάθηκα.»
«Δε νομίζω ότι χάθηκες, όχι, αντιθέτως. Νομίζω ότι βρίσκεσαι ηθελημένα εδώ. Νομίζω ότι το επιδίωξες με κάθε δυνατό τρόπο. Και να, ορίστε, τα κατάφερες!»

Ο Σταύρος έμεινε αποσβολωμένος να τον κοιτάει μέσα απ’ το φως της κάφτρας του. Τι σκατά έλεγε αυτός ο τύπος; Μήπως από κάπου γνωρίζονταν κι απλά δεν τον είχε καταλάβει μες στο σκοτάδι; Όχι, δεν παίζει κάτι τέτοιο. Τι διάολο;
«Κοιτάχτε,» έκανε, «αλήθεια σας λέω, χάθηκα. Μήπως ξέρετε έστω που είναι ο κοντινότερος σταθμός του μετρό;»
«Δεν υπάρχει σταθμός του μετρό εδώ, νέε μου. Ξύπνα! Βρίσκεσαι στην τελευταία άκρη του σύμπαντος, την πιο απομακρυσμένη! Βρίσκεσαι στο μέσον του λαβυρίνθου του μυαλού σου! Ακριβώς εκεί που ήθελες να φτάσεις δηλαδή, ναι, σίγουρα. Απλά δεν ξέρω πλέον πόσο εύκολο θα σου ναι να βγεις από κει μέσα. Μακάρι να μπορούσα να σε βοηθήσω, ειλικρινά μακάρι. Μα δυστυχώς είναι πέραν των δυνατοτήτων μου. Εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από εσένα,» κι ακούμπησε με το ξερό, ρυτιδιασμένο του δάχτυλο το μέτωπο του Σταύρου.

Εκείνος τινάχτηκε, έκανε απότομα κι ασυναίσθητα δυο μεγάλα βήματα πίσω. Ξαφνικά όλα του φάνηκαν τόσο μπερδεμένα. Το πρόσωπό της, η φάτσα της, να τη πάλι! Θεέ μου! Ο γέρος ήταν εκείνη! Είχε το πρόσωπό της, το σώμα της, τα υπέροχα, καστανά της μάτια. Τι γινότανε; Εκείνη άρχισε να γελάει, να γελάει δυνατά μες στον εγκέφαλό του, τόσο δυνατά λες κι ήθελε να τον σπάσει, σα σοπράνο της όπερας που με τη φωνή της και μόνο θρυμματίζει γυαλιά και ποτήρια. Όχι, όχι. Όλο αυτό ήταν παράλογο. Όλο αυτό δεν είχε καμία βάση. Ήταν η αρρώστια. Η αρρώστια που καραδοκούσε και τώρα επανερχόταν με όλη της την ορμή και το μίσος.

«Όχι γιε μου,» έκανε η φιγούρα, η φιγούρα που τώρα δεν ήταν ούτε εκείνη μα ούτε κι ο γέρος, δεν ήταν τίποτα, ούτε σκιά, ούτε αέρας, τίποτα, απολύτως τίποτα δεν ήταν. «Δεν είναι η αρρώστια σου αυτό. Ξέχνα την αρρώστια, δεν είναι καν αρρώστια, είναι η αναγκαία ύπαρξή σου, το πετσί σου, τα κόκαλα, το αίμα και όλα τα όργανά σου. Όχι, δεν είναι αρρώστια, δεν είσαι άρρωστος. Απλά παγιδεύτηκες στο μάταιο αγώνα σου για λήθη. Αυτό είναι όλο. Αυτό μονάχα και τίποτα παραπάνω.»

Καμία λογική. Τι βαριά κι ακατανόητα λόγια, Θεέ μου! Τα πόδια του, τα πόδια του πόσο τρέμαν, το κορμί του όλο, απ’ την κορφή ως τις πατούσες. Τι είδους φρικτή παράνοια ήταν αυτή; Τι είδους συνωμοσία; Ο ίδιος μονάχα έτρεμε ή όλη η γη σειόταν;
«Πόσο λάθος κάνεις, άνθρωπε. Πόσο λάθος. Σε τι καταραμένα και ανούσια μονοπάτια ψάχνεις νόημα. Πόσο λάθος. Κι έχει έρθει η ώρα να φύγεις.»

Δεν είχε καν προλάβει να το πει κείνη η άυλη φωνή κι ο Σταύρος είχε ήδη αρχίσει να τρέχει, σαν τρελός, χωρίς να το θέλει, χωρίς να το χει σκεφτεί, χωρίς να μπορεί να ελέγξει τα πόδια του που πατούσαν με τόση ταχύτητα και δύναμη στο δρόμο, χωρίς να μπορεί να ελέγξει τίποτα, τίποτα γύρω του, τίποτα μέσα του, τίποτα πουθενά.

Πόση ώρα μπορεί να έτρεχε, ο Θεός μόνο το ξέρει. Το κινητό του είχε πέσει κι είχε χαθεί. Βρισκόταν κάπου, κάπου που δεν ήξερε, μα για κάποιο λόγο ένιωθε κάπως οικεία. Ο ρυθμός του πλέον έπεφτε, κι όχι λόγω της κούρασης. Απλά με τρόπο ανεξήγητο (όπως εξάλλου ανεξήγητα ήταν όλα τ’ άλλα που χαν γίνει) η καρδία του είχε αρχίσει να χαλαρώνει. Κι ύστερα, σε μια στιγμή, σταμάτησε. Οι παλμοί του πλησιάζανε στο φυσιολογικό, και το πιο ενθαρρυντικό δεν ήταν αυτό, αλλά το ίδιο το γεγονός ότι μπορούσε πια να καταλάβει τον χτύπο των παλμών του. Κοίταξε γύρω του. Βρισκόταν σ’ ένα πάρκο. Δεν ήταν σίγουρος αν ήταν το ίδιο απ’ όπου ξεκίνησε, δε μπορούσε να το πει με βεβαιότητα ακόμα. Σίγουρα πάντως έμοιαζε. Έπεσε και κάθισε στο χώμα που ταν γεμάτο υγρασία. Δίψαγε, δίψαγε πάρα πολύ. Μα δε μπορούσε, ούτε και ήθελε να σηκωθεί από τώρα. Το μυαλό του. Πονούσε. Δε μπορεί να περιγραφεί αυτός ο πόνος, όχι δεν ήταν σαν πονοκέφαλος, σαν κάποια ημικρανία. Ήταν αλλιώς. Δεν ξέρω, ούτε κι ο Σταύρος ήξερε. Μια σταγόνα προσγειώθηκε στο καυτό του μέτωπο, όχι βροχή, μονάχα μια δροσοσταλίδα που πεσε από ένα φύλλο της τεράστιας λεύκας, από πάνω. Το μέσον του λαβυρίνθου του μυαλού του. Έτσι είχε πει.

Αργότερα σηκώθηκε. Είχε αρχίσει να ξημερώνει, βγαίναν τα πρώτα χρώματα της ανατολής. Δεν ήταν σίγουρος τι ακριβώς να κάνει. Είχε κοιμηθεί; Ίσως… Κι ύστερα…

ΓΥΡΙΣΕ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ                                                                                                                ΞΥΠΝΗΣΕ