Δεν άναψε το φακό. Αν τον ρωτούσες αργότερα, κι ο ίδιος μάλλον θα σου λεγε ότι δεν ήξερε τι σκεφτόταν. Δεν σκεφτόταν τίποτα, το πιθανότερο. Ή ίσως ήταν εκείνη η φλόγα, η φωτιά, η πυρκαγιά μέσα του που τον ωθούσε στο ακραίο -οτιδήποτε μπορεί να του φαινόταν ακραίο εκείνη τη στιγμή. Αν αναλογιστούμε κιόλας πως γενικά η όραση του δεν ήταν και η καλύτερη (δηλαδή για αεροπόρο σίγουρα δεν θα τον παίρναν), τότε θα καταλήγαμε αβίαστα πως το να προχωρήσει στα τυφλά, μέσα σ’ ένα πραγματικά θεοσκότεινο στενό, ανατριχιαστικό και βγαλμένο από κάποιο σκοτεινό παραμύθι (γερμανικό παραμύθι, πιθανότατα) ή από κάποιο έργο του Πόε, σε μια τελείως άγνωστη και πολύ παράξενη συνοικία της πόλης, ήταν η χειρότερη επιλογή. Αλλά όχι, τον Σταύρο δεν τον ένοιαζε. Κι ίσως καλά έκανε κιόλας. Ας σκουντουφλούσε, ας τράκαρε, ας γινόταν ό,τι ήταν να γίνει, μπροστά στην αρρώστια του όλ’ αυτά δεν είχαν καμία σημασία. Στην τελική, να δει τι; Τι αξιομνημόνευτο θα μπορούσε να υπάρχει σε κείνο το μέρος ώστε να θελήσει να του ρίξει φως για να το δει καθαρά και να το μελετήσει; Κάποιο σπουδαίο άγαλμα; Κάποιο μνημείο, κάποιο έργο τέχνης, κάτι τέλοσπάντων που ν’ αξίζει; Το πρόσωπό της ίσως; Όχι, όχι πάλι το πρόσωπό της, προς Θεού! Ίσως γι’ αυτό τελικά να μην άναψε το φακό ποτέ του. Γιατί φοβόταν ότι στο φως θα έβλεπε εκείνη πάλι. Παράλογο; Σίγουρα. Αν ήταν να τη δει, θα την έβλεπε ούτως ή άλλως. Αλλά ντάξει… Άξιζε μια προσπάθεια. Τι διάολο; Γιατί όχι;

Κι έτσι συνέχιζε να περπατάει, και μπορεί λίγο να συνήθιζαν τα μάτια του μες στο μαύρο, αλλά και πάλι ελάχιστα μπορούσε να διακρίνει. Ναι, οκέι, σίγουρα δεξιά κι αριστερά υπήρχαν πολυκατοικίες. Έβλεπε πλέον τις τετράγωνες, τσιμεντένιες μορφές τους, αλλά και να μην τις έβλεπε θα το υπέθετε. Τι άλλο θα μπορούσε δηλαδή να υπάρχει; Εκείνη; Ε, Σταύρο, σοβαρέψου, σταμάτα το αυτό. Ξέχνα πιαΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!

Η κραυγή του δόνησε όλη τη γειτονιά, αν υπήρχε δηλαδή κανείς τριγύρω όχι μόνο θα τον άκουγε, αλλά θα καταλάβαινε και αμέσως τι ακριβώς είχε γίνει. Ο ίδιος δεν κατάλαβε, μονάχα ένιωθε την πτώση, μια ατελείωτη, ασταμάτητη πτώση. Είχε πέσει στην τρύπα. Μια τρύπα στη μέση του δρόμου, μια τρύπα βαθιά που κανείς δεν ήξερε που οδηγούσε, αν και όλοι το υπέθεταν: στο θάνατο. Γι’ αυτό και δεν περνούσανε αμάξια, ούτε περαστικοί από κει. Γι’ αυτό θα πρεπε να χει ανάψει το φακό. Μα ήταν αργά τώρα. Χιλιάδες, εκατομμύρια, αμέτρητες εικόνες περάσαν σ’ εκείνο το διάστημα απ’ τα μάτια του -εκείνη κυρίως, μα όχι αποκλειστικά- το διάστημα αυτό της ανελέητης πτώσης. Ποιος ξέρει πόσο να τανε, μπορεί δέκα δεύτερα, μπορεί και δέκα ώρες. Ο Σταύρος σίγουρα εκείνη τη στιγμή δε μπορούσε να το προσδιορίσει. Ενστικτωδώς μονάχα ψέλλισε κάποια ξεχασμένη προσευχή που χε θαφτεί εδώ και χρόνια στα βάθη του εγκέφαλού του, μήπως και σώσει έτσι τη ζωή του. Και την έσωσε. Ίσως όχι λόγω της προσευχής, μα όπως και να χει ο Σταύρος δεν πέθανε. Και βασικά δεν χτύπησε καν. Τίποτα δεν έπαθε. Προσγειώθηκε σ’ ένα σωρό από ξεραμένα φύλλα, ένα βουνό από ξεραμένα φύλλα. Σαν την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων, σκέφτηκε καθώς προσπαθούσε να ξεπεράσει το σοκ. Αλλά φυσικά αυτό δεν είχε καμία λογική. Έπεσε από μια τεράστια τρύπα, περπατώντας σ’ ένα ξεχασμένο στενό χωρίς ούτε ένα φως, και προσγειώθηκε, σώος και αβλαβής, πάνω σε φύλλα. Σαν την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων, επανέλαβε μέσα του. Ότι τι δηλαδή; Τι σκατά συνέβη; Κοιμόταν; Δεν ένιωθε να κοιμάται. Δεν ήταν και σίγουρος, αλλά μάλλον ήταν ξύπνιος. Η καρδιά του βαρούσε σαν τουμπερλέκι σε γύφτικο σκοπό, ασταμάτητα, μα παρ’ όλα αυτά διατηρούσε μια στοιχειώδη ψυχραιμία. Μια πολύ ώριμη ψυχραιμία, αν αναλογιστούμε δηλαδή την όλη κατάσταση. Οι περισσότεροι θα χαν φρικάρει, θα νόμιζαν ότι πάει, το χάσαν το μυαλό τους. Αλλά όχι ο Σταύρος. Ο Σταύρος σηκώθηκε, τινάχτηκε, και προσπάθησε να βρει μιαν άκρη.

Πρώτα, φυσικά, άρχισε να φωνάζει “ΒΟΗΘΕΙΑ!”. Ναι, δεν είχε και πολλές ελπίδες να πετύχει κάτι με αυτή την τακτική, αλλά είναι πάντα το πιο φυσιολογικό πράγμα να κάνεις σε τέτοιες συνθήκες. Οπότε το έκανε για κανα πεντάλεπτο, κι έπειτα σταμάτησε. Το επόμενο πιο φυσιολογικό πράγμα, είναι να επεξεργαστείς, όσο μπορείς τουλάχιστον, το περιβάλλον. Το μέρος ήταν σκοτεινό, μα όχι και τόσο. Μπορούσες να διακρίνεις κάποια πράγματα, υπήρχε ένας πολύ ανεπαίσθητος και χαμηλός φωτισμός στην ατμόσφαιρα, ένα σκούρο μωβ χρώμα που όμως βοηθούσε κάπως να προσανατολιστείς. Ήταν τελείως άδειο όμως, το όλο μέρος. Και ξερό. Σαν έρημος. Ίσως κάτι να ζούσε παλιά εδώ, ίσως και άνθρωποι ακόμα, αλλά όχι πια. Έπειτα εντόπισε ένα μονοπάτι. Του φάνηκε περίεργο, γιατί είχε ήδη κάνει δυο σβούρες γύρω απ’ τον εαυτό του, και το μονοπάτι το είδε με την τρίτη. Αλλά συμβαίνουν αυτά, θέλουν εξάλλου και λίγη ώρα τα μάτια να προσαρμοστούν, ειδικά μετά από τέτοιο σοκ. Κι ύστερα, ακόμα πιο περίεργο αυτό, εντόπισε κι άλλο ένα μονοπάτι. Στην τέταρτη περιστροφή του. Οκέι, καλώς. Αν δεν εμφανιστεί και τρίτο μονοπάτι σε κανα μισάωρο, σκέφτηκε (προσπαθώντας να κάνει και λίγο χιούμορ με την όλη κατάσταση), τότε οι επιλογές μου είναι αυτές οι δυο.

Τα μονοπάτια είχαν κάποιες διαφορές μεταξύ τους. Το ένα, το δεξιά ας πούμε, ήταν λίγο πιο πλατύ καταρχάς. Φαινόταν κάπως πιο άνετο. Επίσης, έμοιαζε να εκτείνεται σε μια σχεδόν τέλεια ευθεία, δηλαδή δεν είχε, μάλλον, στροφές, ούτε κλίσεις, ανηφόρες-κατηφόρες και τέτοια. Και, πιο βασικό αυτό, ήταν στρωμένο καλύτερα το χώμα του, κι ακόμα, στα πλάγια, δεξιά κι αριστερά του, είχε παρατεταγμένες πέτρες και βραχάκια στη σειρά, έτσι ώστε να μην παρεκκλίνεις της πορείας σου και να μη βγεις, καταλάθος, έξω στην έρημο. Γενικά φαινόταν πιο προσεγμένο και ασφαλές αυτό το μονοπάτι, μα, από την άλλη, γιατί κάποιος να ήθελε να προσέξει ένα μονοπάτι στη μέση του πουθενά; Μήπως ήταν κάποιου είδους παγίδα, σαν αυτές των παραμυθιών; Κάποια γριά μάγισσα ίσως που προσπαθεί να ελκύσει στον κόσμο της ανόητα, χαμένα θύματα; Παραλογίζεσαι, Σταύρο. Συγκεντρώσου. Απ’ την άλλη, όλο αυτό παράλογο είναι έτσι κι αλλιώς, αλλά τέλοσπάντων.

Το άλλο μονοπάτι, ας πούμε το αριστερό, ήταν αισθητά πιο άγριο και απότομο. Πολλές στροφές, πολλά πάνω-κάτω, αλλού ο δρόμος στένευε, αλλού άνοιγε πάλι, παρατημένο στη μοίρα του, σε κάποια σημεία το χώμα ήταν τόσο ομοιόμορφο που δυσκολευόσουν να το ξεχωρίσεις απ’ την απέραντη, έρημη έκταση γύρω του. Εντάξει, φαινόταν ο δρόμος, δύσκολα θα χανόταν κάποιος, αλλά σίγουρα ήταν αυτό που λέμε “κακοτράχαλο μονοπάτι”. Τι θα μπορούσε όμως να σημαίνει αυτό; Μήπως τελικά αυτό ήταν πιο ασφαλές, αφού σ’ ένα μέρος σαν κι αυτό, που μοιάζει να χει εγκαταλειφθεί χρόνια, ίσως κι αιώνες τώρα, το λογικό θα ήταν να είναι εξίσου παρατημένα και τα μονοπάτια του; Ή μήπως απλά δεν οδηγεί πουθενά και γι’ αυτό κανείς ποτέ δεν το παίρνει; Ουφ, δύσκολο. Φαντάζομαι η απόφαση θα είναι και λίγο στρίψιμο κέρματος εδώ, έτσι; Ε ναι, αν το σκεφτείς καθαρά, το δίλημμα είναι απαίσιο, σαν έναν μονομερή έρωτα πχ, που, αφού δε σε θέλει, ό,τι και να διαλέξεις να κάνεις πάντα χαμένος θα σαι. Ε, περίπου… Τελοσπάντων, ο Σταύρος έκανε κάποιους τελείως αυθαίρετους και αφηρημένους συνειρμούς, και τελικά διάλεξε να πάρει

ΤΟ ΔΕΞΙ ΜΟΝΟΠΑΤΙ                                                                               ΤΟ ΑΡΙΣΤΕΡΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ