Το δεξί μονοπάτι. Ντάξει, προφανώς σε μεγάλο βαθμό τυχαία η επιλογή, αλλά κάτι μέσα του τον τράβηξε περισσότερο σ’ αυτό. Ίσως να ταν πιο καλοφτιαγμένο επειδή περνούσε μέσα από κάποιο μνημείο του ξεχασμένου αυτού πολιτισμού που, πιθανώς, ζούσε κάποτε εδώ. Κάποιο ερημωμένο πάρκο, κάποιο μουσείο, κάτι. Ποιος ξέρει;

Μα η αλήθεια είναι ότι το μονοπάτι αυτό δε φαινόταν τελικά να οδηγεί πουθενά. Πήγαινε και πήγαινε και πήγαινε, και άγνωστο πόση ώρα είχε περάσει που ο Σταύρος μόνο περπατούσε, περπατούσε, περπατούσε και δεν έβλεπε τίποτα απολύτως. Ηρεμία, ίσως στο τέλος να βγάλει κάπου. Αλλά σίγουρα η διαδρομή ήταν φουλ βαρετή. Μόνο ξεραΐλα και χώμα τριγύρω. Και οι πέτρες, οκέι. Κι ένα τοπίο αφάνταστα μονότονο, και ώρες ώρες του φαινόταν πως, με κάποιο παράδοξο τρόπο, έκανε κύκλους περνώντας όμως συνέχεια από διαφορετικά σημεία, γιατί δεν ήταν λογικά δυνατό να κάνει κύκλους πάνω σε ευθεία. Κάπως σαν τη λωρίδα του Μέμπιους, πώς να σου πω; Κάποιο τέτοιο, μαθηματικά και γεωμετρικά, περίεργο. Και μάλιστα, μετά από κάποια ώρα (πολλή ώρα), αποφάσισε να αρχίσει να πειράζει τη διάταξη των πετρών στα πλάγια, απλά και μόνο για να βεβαιωθεί ότι δεν κάνει κύκλους. Και όντως, διαπίστωσε ότι δεν έκανε κύκλους. Πήγαινε κανονικά, ευθεία, απλά όλα σ’ αυτή την πορεία ήταν ίδια. Μέχρι και η σειρά των πετρών, βάσει χρωμάτων! Ναι, δεν το παρατήρησε εξαρχής, αλλά μετά το κατάλαβε! Πρόσεξε, πήγαινε έτσι ακριβώς, κι απ’ τις δυο μεριές: λευκή πέτρα, ανοιχτή γκρίζα πέτρα, γκρίζα πέτρα, σκούρα γκρίζα πέτρα, μαύρη πέτρα, σκούρα γκρίζα, γκρίζα, ανοιχτή γκρίζα, λευκή και ούτω καθεξής! Παράνοια! Κάποιος ψυχαναγκαστικός καριόλης είχε ταξινομήσει την κάθε γαμημένη πέτρα σε συγκεκριμένη σειρά με βάση την απόχρωση της σε ένα μονοπάτι που μόνο ο Θεός ξέρει πόσα αμέτρητα χιλιόμετρα ήταν! Άρχισε να του τη δίνει πολύ άσχημα αυτή η συνειδητοποίηση, και σκέφτηκε ακόμα και να γυρίσει πίσω. Αλλά όχι, όχι, αυτό ήταν αδύνατον. Είχε ήδη κάνει τεράστια διαδρομή για να γυρίσει τώρα στην αρχή της. Θα συνέχιζε κάτω απ’ αυτό το τρομερό μωβ φως μέχρι τέλους -ελπίζοντας μόνο ότι υπάρχει κάπου ένα τέλος.

Και ναι, τυχερός μέσα σ’ όλο τον εφιαλτικό αυτό σουρεαλισμό που βίωνε τόσην ώρα, κάποια στιγμή το μονοπάτι άρχισε ν’ αλλάζει. Όχι, ντάξει, δεν άλλαζε, απλά ανηφόριζε. Αλλά κάτι ήταν κι αυτό, κάτι διαφορετικό, και αναμενόμενα αυτή η μικρή αλλαγή έδωσε τεράστια ανακούφιση κι ελπίδα στο Σταύρο. Συνέχιζε το περπάτημα, που τώρα γινόταν όλο και πιο δύσκολο, όλο και πιο κουραστικό, γιατί η ανηφόρα όλο και ανέβαινε, όλο κι αποκτούσε μεγαλύτερη κλίση. Εντάξει, ζόρικο μεν, μα αν το καλοσκεφτείς είναι πολύ θετικό σημάδι. Κάπου πρέπει να φτάνω, σκέφτηκε. Όντως. Ύστερα από κάμποση ώρα, με κομμένη την ανάσα και πρησμένα τα πόδια, έφτασε εκεί απ’ όπου είχε ξεκινήσει: στην τρύπα, στο σκοτεινό στενό. Δόξα σοι Κύριε, ψέλλισε, και αμέσως έβγαλε το κινητό κι άναψε τον φακό του. Ήταν εξαρχής λάθος που δεν το χε κάνει, αλλά πέρασε ό,τι πέρασε και συνετίστηκε. Το περίεργο ήταν ότι του χε φανεί να περπατάει υπερβολικά πολλές ώρες, αλλά ο ουρανός δεν είχε καμία μεταβολή, είχε ακριβώς το ίδιο μαύρο χρώμα με πριν. Τέλοσπάντων, τουλάχιστον τώρα έβλεπε το δρόμο.

Γαλήνεψε πραγματικά πάντως η καρδιά του τότε. Η ησυχία και το σκοτάδι του μέρους αυτού που πριν κάπως τον τρόμαζαν, τώρα του φαίνονταν πανέμορφα, κι αφού μπορούσε πια και να δει πιο άνετα το χώρο ένιωσε πραγματικά ήρεμος. Το κακό ήταν ότι και το στενό αυτό, που τελικά όντως δεν είχε κάτι το αξιοσημείωτο πέραν από παλιές πολυκατοικίες, του έμοιαζε πολύ μακρύ, όχι όσο εκείνο το κωλομονοπάτι, αλλά και πάλι. Ένιωθε ότι κι εκεί περπατούσε ώρα. Τουλάχιστον ένιωθε ασφαλής και ήσυχος, και, πάλι καλά, το τοπίο όσο προχώραγε άλλαζε κάπως, οι πολυκατοικίες ήταν διαφορετικές δηλαδή. Εντάξει, κάτι είναι κι αυτό, κάτι καλό.

Μέχρι που άκουσε, σχεδόν από το πουθενά, έναν πολύ κοφτό μα δυνατό ήχο και έπιασε με την άκρη του ματιού του μια σπίθα. Και τότε όχι απλά ξαφνιάστηκε, που ήταν το λογικό, αλλά ένιωσε να γεννιέται πάλι μέσα του ο φόβος. Για ένα κλάσμα μάλιστα είδε φευγαλέα και το πρόσωπο εκείνης -μα για ένα κλάσμα μόνο, κι έπειτα χάθηκε πάλι. Έριξε τη δέσμη του φακού του προς τα κει που άκουσε κι είδε τη σπίθα, και διέκρινε ένα παγκάκι και πάνω του μια σκοτεινή φιγούρα. Η φιγούρα γινόταν πιο ορατή από ένα μικρό, πορτοκαλί φως που πήγαινε αργά μα σταθερά πάνω-κάτω. Ήταν η κάφτρα ενός τσιγάρου. Εντάξει, σκέφτηκε, ξεπερνώντας τον αρχικό του, πολύ λογικό φόβο. Ήταν απλά ένας τύπος σ’ ένα παγκάκι και κάπνιζε. Θα μπορούσε ίσως να πάει προς τα κει και να τον ρωτήσει για οδηγίες. Που είναι, πώς να φύγει, πως να φτάσει στο κέντρο ή, καλύτερα, απευθείας σπίτι του. Χαμήλωσε το φακό του και το σκέφτηκε. Ναι, εντάξει, απλά ένας τύπος που καπνίζει μέσα σε μια έρημη, σκοτεινή γειτονιά, αλλά κάτι μέσα του τον έσκιαζε. Πέρασε πάλι φευγαλέα από τα μάτια του το πρόσωπό της – μια φρικτή και πανέμορφη ψευδαίσθηση. Συγκεντρώσου Σταύρο. Στο θέμα μας. Βγήκες απ’ την τρύπα, αλλά τώρα; Δεν έχεις επανέλθει εκατό τοις εκατό στην κανονικότητα. Ακόμα στα τυφλά πας. Που είσαι; Που πας; Πώς θα φύγεις από δω; Θα πας να ρωτήσεις τη σκιαχτική τούτη μορφή ή όχι;

ΠΑΕΙ ΝΑ ΡΩΤΗΣΕΙ                                                                                       ΔΕΝ ΠΑΕΙ ΝΑ ΡΩΤΗΣΕΙ