Το αριστερό μονοπάτι. Γιατί; Ε, τι γιατί; Έτσι. Ξέρω γω; Κάτι τον τρόμαξε στη συμμετρία και την ομοιομορφία του άλλου μονοπατιού, κάτι τον απώθησε, κάτι τελείως αφηρημένο και άγνωστο, αλλά κάτι όπως και να χει. Αυτό το ζαλιστικό και κακοτράχαλο δρομάκι τον τράβηξε παραπάνω, μα ούτως ή άλλως πια δεν έχει σημασία. Αυτό πήρε, αυτό και θα περπάταγε, κι όπου φτάσει. Στροφές επί στροφών, πέρα-δώθε, πάνω-κάτω, κι άμα βγει βγήκε -τι να κάνουμε τώρα;

Πάντως, μετά από αρκετούτσικη ώρα, κατάφερε να ξεφύγει από την ξερή εκείνη έκταση και να φτάσει σε κάτι πολύ περίεργα μέρη και τοπία, γεγονός που του έδινε αυτοπεποίθηση και πίστη πως είχε κάνει τελικά τη σωστή επιλογή, αφού οι αλλαγές αυτές στη διαδρομή έπρεπε να υποδεικνύουν ότι ο δρόμος αυτός δεν οδηγεί σε κάποιο αδιέξοδο της ερήμου, αλλά έξω απ’ αυτή, σε κάποιο άλλο μέρος. Τώρα τι μέρος θα τανε αυτό και πώς, μόνο ο Θεός το ξέρει. Αλλά τουλάχιστον δε θα ταν εκείνη η τρομερή χωμάτινη γη με το ανεπαίσθητο μωβ φως της. Ναι, ακόμα και το χρώμα του φωτός στην ατμόσφαιρα είχε αρχίσει σιγά-σιγά να αλλάζει. Είχε αρχίσει να ξανοίγει, να πλησιάζει άλλοτε προς το κόκκινο κι άλλοτε προς το μπλε -που είναι και τα δυο φυσικά χρώματα του ουρανού ανάλογα με την εκάστοτε φάση του ηλίου, αρά καλό σημάδι. Κι εκτός απ’ αυτό, είχαν αρχίσει να πετάγονται θάμνοι στα πλάγια, πέρα απ’ το μονοπάτι, που αργότερα γίνανε δεντράκια κι έπειτα δέντρα κανονικά, μεγάλα, που κάναν σκιά από έναν ήλιο που πουθενά δε φαινόταν και υψώνονταν πάνω σε κείνον τον περίεργο, παραμυθένιο ουρανό με τα χρώματα. Άγνωστα δέντρα τελείως, ίσως τροπικά; Οι κορμοί τους άλλοτε ήταν καταπράσινοι και άλλοτε είχαν ένα χρώμα κιτρινωπό, όμως τόσο ανοιχτό που σχεδόν ήταν λευκό, σαν τον ήλιο ας πούμε, και κάποιες φορές ήταν τόσο έντονο το άσπρο χρώμα, λες και τους είχε περάσει κάποιος με ασβέστη. Πολύ περίεργα δέντρα, κι όλη αυτή η πρωτόγνωρη ψυχεδέλεια που ανέδυε το όλο περιβάλλον γενικότερα θα μπορούσαν να χουν κάνει πολύ κόσμο να φρικάρει, μα όχι όμως και το Σταύρο. Ο Σταύρος ήταν κύριος του εαυτού του, ψυχραιμότατος, έχοντας αποδεχτεί εξαρχής το όλο παράλογον της κατάστασης και αποφασισμένος να προχωρήσει μέσα του ως το τέλος. Εξάλλου, για να μαστε και ειλικρινείς, αυτή ακριβώς η κατάσταση ήταν που του αποσπούσε την προσοχή από τη σκέψη εκείνης, και μπροστά σ’ αυτή τη σκέψη όλα ήταν καλύτερα. Ακόμα κι αυτό το ταξίδι σ’ έναν άγνωστο, παράξενο, ψυχεδελικό κόσμο. Καταβάθος, ο Σταύρος το απολάμβανε κιόλας. Ω ναι, και ήταν σίγουρος ότι θα το απολάμβανε κι εκείνη, αλλά όπα, ας μην το σκέφτεται καλύτερα αυτό, δεν είναι της παρούσης. Πάντως, θα εκτιμούσε αν κάποια στιγμή τελείωνε το ταξίδι κι επανερχόταν στον πραγματικό κόσμο (ότι κι αν μπορούσε να σημαίνει μια φράση όπως “πραγματικός κόσμος” εκείνη τη στιγμή). Αλλά μέχρι τότε τα πήγαινε περίφημα, κανένα πρόβλημα. Το τοπίο ήταν ευχάριστο, αυτή η αλλαγή από την κανονικότητα ίσως αποδεικνυόταν ευεργετική για την ψυχική του υγεία, και όλα ήταν υπό έλεγχο. Όλα ήταν υπό έλεγχο, ναι, μέχρι εκείνο το γαμημένο σημείο.

Μπορεί να χαν περάσει και δεκαπέντε ώρες, δεκαπέντε μπάσταρδες, διαολεμένες ώρες, μπορεί κι ακόμα περισσότερες, και τελικά ξέρεις τι έγινε; Τίποτα! Ο δρόμος τελείωσε! Εκεί, στη μέση του πουθενά! Μέσα σε μια ζούγκλα από εξωγήινα φυτά -και ποιος ξέρει και τι άλλο εξωγήινο; Απλά σταμάτησε μπροστά από ένα τεράστιο δέντρο, σαν κι αυτά που σκαρφάλωνε ο Ταρζάν της Ντίζνεΐ, λιάνα νομίζω λέγονται, αλλά πιο παράξενο ακόμα. Κι ήτανε κάτασπρο και πίσω του μυριάδες άλλα τέτοια δέντρα απλώνονταν, αλλά αν ο Σταύρος έμπαινε εκεί μέσα θα χανόταν σίγουρα, δεν υπήρχε περίπτωση. Κι εκεί, σ’ εκείνο το σημείο, άρχισε να χάνει τον αυτοέλεγχο του. Έπεσε στα γόνατα, έπιασε με τα δυο του χέρια το κεφάλι του και, καταρρακωμένος απ’ την κούραση κι όλη τη στενοχώρια που χε μέσα του, άρχισε να κλαίει -τι θλιβερή σκηνή. Αλλά και πάλι, μετά από κάποιαν ώρα, κι αφού δεν είχε πια άλλα υγρά για να χύσει από τα μάτια κι είχε στεγνώσει τελείως, σηκώθηκε όρθιος, σκούπισε το πρόσωπό του, και ανέκτησε ξανά την κυριότητα του εαυτού του. Δε γινότανε κι αλλιώς. Έπρεπε να τα σκεφτεί τα πράματα με ψυχραιμία. Αλλιώς ήταν χαμένος σίγουρα.

Το λοιπόν, σκέφτηκε. Το πιο λογικό είναι να γυρίσω πίσω. Ναι, εντάξει, είναι τεράστια διαδρομή, θα πάρει πάλι φουλ ώρα, αλλά γίνεται. Θα ξαποστάσω και κάπου για ένα διάστημα, κι ύστερα πάλι συνεχίζω. Δεν είναι τίποτα. Είναι εφικτό, αφού ήρθα μια φορά μπορώ και να γυρίσω. Και μετά, αφού φτάσω στην αρχή, στο σωρό με τα φύλλα, το πιο λογικό είναι να πάρω το άλλο μονοπάτι. Αφού τούτο εδώ δε μ’ οδήγησε πουθενά, το άλλο θα πρέπει κάπου να με οδηγήσει. Κάπου, οπουδήποτε, όχι απαραίτητα πάλι στην πόλη, αλλά κάπου, κάπου που να υπάρχει έστω πολιτισμός, κάτι. Αυτό είναι το πιο λογικό σενάριο. Υπάρχει και το άλλο, πιο ακραίο. Να προχωρήσω λίγο στη ζούγκλα, μήπως κι εκεί καταφέρω να βρω έστω κάποια πρωτόγονη φυλή ή κάτι τέτοιο. Από την άλλη, αυτό, εκτός του ότι πρόκειται περί τρελής ζαριάς με απειροελάχιστες πιθανότητες επιτυχίας, δε μου εγγυάται και τίποτα παραπάνω. Δηλαδή έστω ότι βρίσκω μια φυλή. Έστω ακόμα ότι δε με μαγειρεύουν και δε με τρώνε σε κάποια κανιβαλιστική τελετή. Έστω ότι είναι φιλικοί μαζί μου. Και πάλι, θα μπορέσουν να με βοηθήσουν; Να με καθοδηγήσουν ώστε να επιστρέψω στο σπίτι μου. Δύσκολο. Μάλλον απίθανο. Οπότε ναι, θα πρέπει να γυρίσω πίσω.

Μα ακριβώς τη στιγμή που έκανε να γυρίσει την πλάτη του και να φύγει, άκουσε μια βαριά φωνή.
«Ποιος είσαι εσύ;»

Ο Σταύρος γύρισε, έκπληκτος περισσότερο παρά φοβισμένος, μα δεν είδε κανέναν. Απολύτως κανείς δεν υπήρχε εκεί γύρω. Έμεινε λίγο ακίνητος, κι έπειτα σκέφτηκε ότι θα τη φαντάστηκε τη φωνή εκείνη κι έκανε πάλι να φύγει. Αμ δε.

«Ποιος είσαι εσύ; ρωτάω!» ακούστηκε πάλι.
«Μα ποιος μιλάει τέλοσπάντων; Που είσαι και μου μιλάς; Εμφανίσου!» φώναξε θαρραλέα ο Σταύρος.
«Μα καλά, δε με βλέπεις; Μπροστά σου είμαι!» είπε πάλι η βαριά φωνή.

Τότε ο Σταύρος κοίταξε με προσοχή το λευκό δέντρο, κι εντόπισε μιαν ανεπαίσθητη κίνηση γύρω από μια μικρή του κουφάλα, στο ύψος του στήθους του. Ένα κάτι-σαν-ζωύφιο στεκόταν εκεί και κουνούσε το μικροσκοπικό του κεφάλι πέρα δώθε.
«Εσύ μου μιλάς;» απόρησε ο Σταύρος.
«Εγώ βέβαια, ποιος άλλος;» απάντησε το πλάσμα. Του ρθε πάλι στο μυαλό η ιστορία της Αλίκης, και υπέθεσε πως τούτο το ζωυφιάκι πρέπει να ταν κάμπια, αλλά όχι, δεν ήταν ακριβώς κάμπια. Καταρχάς είχε πόδια, τέσσερα μικρά ποδαράκια. Οι κάμπιες δεν έχουν πόδια, σωστά; Αυτό έμοιαζε πιο πολύ με σαμιαμίδι, αλλά δεν είχε κεφάλι σαμιαμιδιού. Το κεφάλι του έμοιαζε πιο πολύ με κεφάλι σκουληκιού, ούτε καν κάμπιας, που σημαίνει ότι ήταν τελείως ενιαίο με το υπόλοιπο σώμα του. Το μόνο που ξεχώριζε ήταν τα πόδια. Ήταν μ’ άλλα λόγια μια διασταύρωση σκουληκιού με σαμιαμίδι, μ’ ένα χρώμα βέβαια που κανένα απ’ αυτά τα δυο ζώα δε διαθέτει. Ήταν άσπρο, σαν τον κορμό του δέντρου, αλλά με μικρές μαύρες βούλες. Δηλαδή, μια διασταύρωση σκουληκιού-σαμιαμιδιού στα χρώματα ενός σκυλιού Δαλματίας. Ναι, ακριβώς τόσο περίεργο όσο το περιγράφω. Όχι απόκοσμο, σε καμία περίπτωση δε θα μπορούσε να σε τρομάξει ένα τόσο μικρό πλάσμα, αλλά τίγκα περίεργο.

Ο Σταύρος έτριψε τα μάτια του, κι αφού βεβαιώθηκε ότι το ον ήταν όντως εκεί και του μιλούσε, ρώτησε:
«Τι είσαι εσύ;»
«Ε! Εγώ κάνω τις ερωτήσεις εδώ! Εσύ ποιος είσαι;»
Φυσικά ήταν δύσκολο να πάρεις στα σοβαρά μια τέτοια αυταρχική συμπεριφορά όταν προερχόταν από ένα τέτοιο σκατουλάκι.
«Συγγνώμη,» έκανε ο Σταύρος ειρωνικά, «εσύ που κάνεις τις ερωτήσεις εδώ, έχεις πάρει χαμπάρι ότι μπορώ να σε κάνω πολτό μέσα σε δευτερόλεπτα; Για χαλάρωσε λίγο.»
«Α, ναι;» έκανε το ερπετοσκούληκο. «Κι αν με λιώσεις, κύριε Βλαμμένε, τότε πώς θα καταφέρεις να βγεις από δω; Νομίζεις θα ρθει κανείς να σε βοηθήσει;»
Ο Σταύρος μαλάκωσε αμέσως τότε και απολογήθηκε.
«Μπορείς να με βοηθήσεις να φύγω; Αλήθεια; Χίλια συγγνώμη, εχμ… φίλε, δεν ήθελα να σε απειλήσω, ούτε σκόπευα σε καμία περίπτωση να σου κάνω όντως κακό.»
«Καλά, καλά, αυτά τα χουνε πει κι άλλοι. Και ναι, προφανώς και μπορώ να σε βοηθήσω να φύγεις. Εγώ είμαι το αφεντικό αυτού του μέρους, μπορώ να κάνω ό,τι γουστάρω.»
«Α, ναι;»
«Ναι. Αλλά για να σε βοηθήσω, θα πρέπει να με βοηθήσεις κι εσύ. Και μια καλή αρχή θα ήταν να μου πεις το ποιος είσαι.»
«Εντάξει, ωραία. Λοιπόν, Σταύρο με λένε, στην πλατεία Κέδρου ζω, εεεε… Α, πήρα πτυχίο στην κοινωνιολογία πριν ένα χρόνο… Ε, ξέρω γω; Αυτά… Τι άλλο θες να μάθεις;»
«Χμμ, μάλιστα, μάλιστα. Κατάλαβα,» έκανε το περίεργο πλάσμα.
«Τι κατάλαβες;»
«Κατάλαβα ότι δεν έχεις ιδέα. Αλλά δεν πειράζει, μην ανησυχείς. Τουλάχιστον είσαι ειλικρινής. Κι αυτό εγώ το εκτιμώ.»
«Κάτσε, τι εννοείς δεν έχω ιδέα;»
«Εννοώ, άνθρωπε μου, ότι σε ρωτάω ποιος είσαι και μου απαντάς πως σε λένε κι ότι σπούδασες κοινωνιολογία. Ε, συγγνώμη κιόλας, αλλά στ’ αρχίδια μου.»
«Μα τι περίμενες να σου απαντήσω;»
«Α, όχι, τίποτα, τίποτα παραπάνω απ’ αυτό που εσύ γνωρίζεις. Εμένα μου κάνει, το δέχομαι σαν απάντηση, κι ας μην είναι.»
«Με μπερδεύεις…»
«Ντεμιμπράμαν.»
«Ε;»
«Ντεμιμπράμαν λέω. Αυτό είναι το όνομά μου.»
«Α, χάρηκα. Τέλοσπάντων, Ντεμιμπράμαν, λέω ότι με μπερδεύεις κι εγώ ψάχνω απλά έναν τρόπο για να γυρίσω σπίτι.»
«Όχι, όχι φίλε μου Σταύρο. Αφενός δε σε μπερδεύω εγώ -είσαι από μόνος σου μπερδεμένος! Αφετέρου, δεν ψάχνεις απλά έναν τρόπο να γυρίσεις σπίτι σου, ψάχνεις πολλά παραπάνω! Κάνω μήπως λάθος;»
«Ε… Τι να σου πω; Το θέτεις περίεργα. Ντάξει, όντως είμαι μπερδεμένος, και όντως έχω κι άλλα προβλήματα να με βασανίζουν. Αλλά απ’ την άλλη σου λέω αλήθεια, αυτό που επείγει είναι να γυρίσω στην πόλη και το σπίτι μου.»
«Εντάξει, καλώς, αλλά!»
«Αλλά τι;»
«Θα σου δώσω δυο επιλογές, Σταύρο, μόνο και μόνο επειδή σε συμπάθησα. Λοιπόν, η πρώτη είναι η πιο απλή. Να ξυπνήσεις.»
«Να ξυπνήσω; Όντως; Έτσι απλά, μπουμ κι επέστρεψα;»
«Ναι, ακριβώς. Θα υποθέσουμε ότι όλο αυτό είναι ένα όνειρο, κι εσύ απλά θα ξυπνήσεις και θα συνεχίσεις τη ζωή σου από κει που την άφησες… στο περίπου.»
«Θα ξυπνήσω στο σκοτεινό στενό;»
«Όχι, λίγο πιο πίσω. Στο πάρκο.»
«Α.. εντάξει. Και η άλλη επιλογή;»
«Η άλλη επιλογή είναι να ρθεις μαζί μου, μέσα στη ζούγκλα, λίγο πιο βαθιά. Τίποτα το ακραίο, μην ταράζεσαι, μη φοβάσαι. Ούτε καν θα μπουμε τόσο μέσα, όχι, εδώ στα ρηχά θα είμαστε.»
«Και τι θα κάνουμε;»
«Θα σου δείξω κάποια πράγματα, λίγο θα τα πουμε, και μετά θα σ’ αφήσω πάλι να φύγεις.»
«Πώς θα φύγω μετά;»
«Μ’ ένα τσαφ! Θα σε στείλω σχεδόν απευθείας στο κέντρο της πόλης, κι έπειτα κάνεις ό,τι νομίζεις, θα σαι τελείως ελεύθερος. Ίσως να σου προκύψει και κανα τυχερό.»
«Ε; Τι τυχερό;»
«Τίποτα, τίποτα, άστο αυτό, μη δίνεις σημασία. Αλλά πίστεψέ με, το εννοώ. Κακό δε θα σου κάνω. Η επιλογή είναι δικιά σου. Ή ξυπνάς στο πάρκο και συνεχίζεις από κει, ή απλά κάθεσαι λίγο παραπάνω να κουβεντιάσουμε, και μετά σε στέλνω καπάκι σ’ ένα λεωφορείο για το σπίτι σου.»
«Στην πόλη είπες, όχι σε λεωφορείο!»
«Ρε άι χέσου, ό,τι γουστάρω κάνω, σχεδόν όλα στο χέρι μου είναι. Καλά, εντάξει, δεν είμαι δα και ο Θεός, αλλά και πάλι, μπορώ να κάνω πολλά πράματα. Τέλοσπάντων, η τελική προσφορά είναι αυτή: ή ξυπνάς στο πάρκο, ή συνεχίζουμε στη ζούγκλα την κουβέντα και μετά σε στέλνω στο αστικό για το σπίτι σου. Τι λες;»

Ο Σταύρος κάθισε λίγο να το σκεφτεί. Τελικά, χωρίς να το πολυκουράσει το όλο θέμα, αποφάσισε να…

ΣΥΝΕΧΙΣΕΙ ΣΤΗ ΖΟΥΓΚΛΑ                                                                                                ΞΥΠΝΗΣΕΙ