Morley

Seras Victoria

Και πάλι χάνεται σαν αφηνιασμένη Πηνελόπη κυνηγημένη από σχιζοειδείς Οδυσσέες
μετά το φονικό των μνηστήρων.
Σπασμένη γνάθος χαμογελαστή και δύο παλάμες ακουμπάνε τα λευκά γόνατα.
Σέρας Βικτορία ώρα σου καλή και όμορφη.
Στα νησιά τα ζωντανά των Λαιστρυγόνων βουλιάζουν τα μίζερα καράβια.
Σέρας Βικτορία ώρα σου καλή και όμορφη.

Δέκα δολάρια το τελευταίο μεθύσι, πριν βρεθεί ο νεαρός χλωμός στα χώματα με δύο σφαίρες καρφωμένες στην πλάτη από μπάτσου διαβολική καραμπίνα.
Δέκα ευρώ το τελευταίο του μεθύσι, πριν γεμίσει ο χλωμιάρης, χτικιάρης τενεκές με σκατά και σάλια
την πλατεία Συντάγματος και τα σώβρακα του.

Δέκα φράγκα το τελευταίο του μεθύσι, κρεβάτι τενεκές, σκατένιο σκουπίδι και κάβουρες σπάνε τα ποδοδάχτυλα με τις βρεγμένες τους δαγκάνες έτσι για το ποιητικό μούδιασμα.

“Παλιοσαβούρες επιστρέψαμε στην Κόλαση με το κουτάλι του Παραδείσου χωμένο βαθιά στο λαρύγγι.”

Άλλοι βεβαίως επαγγελματικότεροι από μένα μπορούν να το πουν ξεμούδιασμα.
Και γω θα τους πω: “Παλιολινάτσες δυστυχώς δεν τα κατάφερα και είπα πάλι να κατέβω εδώ μαζί σας.”

Όλο αυτό το ποίημα είναι μια πρόποση.
Μια πρόποση: “Σε μένα και στα βρωμερά μου παντελόνια.”

Αλλά να μη φεύγω από το θέμα.
Σέρας Βικτορία ώρα σου καλή και όμορφη.

Είσαι τόσο περίεργη σαν την ταυτόχρονη εισβολή Ναζί και Καθολικών σταυροφόρων στο Λονδίνο.
Αν μπορούσε να γίνει ποτέ κάτι τόσο περίεργο… κάτι τόσο περίεργο είσαι και εσύ.
Σέρας Βικτορία είσαι τόσο περίεργο κορίτσι όσο ο τρίτος παγκόσμιος πόλεμος στο μυαλό μου
και στα ιαπωνικά μάτια.
Σέρας Βικτορία ώρα σου καλή και όμορφη.

Και για να μη φεύγω πάλι από το ποιητικό λογισμό του επαγγελματικού φιλολογισμού.
Σου γράφω αυτό:“Αναιμικός, το αδύναμο κορμί του δεν είχε διάθεση για οτιδήποτε και ας φανταζόταν αυτός τον Ήλιο και τα χρώματα του Ουρανού. Κατέληξε ξαπλωμένος σε ένα χλωμό πάρκο να περιμένει το ξέσπασμα της χαρούμενης οργής.”

Προφανώς και το τελευταίο του μεθύσι κόστισε δέκα ευρώ πάνω κάτω θα πω εγώ.

Κτήνη 10000

Άνθρωποι βολεψάκηδες των μετρίων σκέψεων σκοτώστε λίγο ακόμα.
Είναι το μυστικό που το φτύνουν οι μπόμπιρες μέσα από τα τηλέφωνα.
Δέκα χιλιάδες κτήνη νευρικά με στόματα μπινελίκια σκουπίζουν τον ιδρώτα
με απαλά χάδια στο πρόσωπό μου.

Άνθρωποι βολεψάκηδες των μετρίων τραγουδιών φωνάχτε λίγο ακόμα.
Είναι το σαξόφωνο που τραντάζει τα τελευταία μου οστά και χτυπάει τα πνευμόνια.
Δέκα χιλιάδες συναυλίες ερχόμενες με ντόρο από το στενό γλείφουν με εκκωφαντικό
σάλιο τα ταραγμένα μου αυτιά.

Άνθρωποι βολεψάκηδες των μετρίων παραλογισμών δείχτε λίγο έλεος ακόμα.
Είναι εκείνος ο καταραμένος συνειρμός του «σα να πες σε όλα ναι» μπροστά
στο δαιμόνιο μαύρο ταύρο που καρφώνει σωθικά μανιωδώς. Τα σωθικά μου.
Δέκα χιλιάδες γυμνές γυναίκες ξαπλωμένες στη μέση της αρένας με το τελευταίο σημάδι
του θανάτου – λίγο αίμα στην κοιλιά.

Πεθαίνει, πάει κι έρχεται το τελευταίο κονσέρτο της αρχαίας λύρας.
Φουσκώνει, κοκκινίζει και ψοφώντας τραγουδά:
«Δέκα χιλιάδες κτήνη νευρικά, σε δέκα χιλιάδες συναυλίες ερχόμενες με ντόρο, ξάπλωσαν
με θάνατο βίαιο και βουβό δέκα χιλιάδες γυναίκες στη μέση της αρένας.»
Αλλά εγώ θα ήμουν εκεί για να μη σου συμβεί τίποτα.

Άνθρωποι βολεψάκηδες των μετρίων σκέψεων σκοτώστε λίγο ακόμα.

Πού είστε βρικόλακες;

Για μια ωδή στα θλιβερά μάτια μιας τριανταοχτάχρονης πόρνης.
Σπάμε τα τζάμια της καθημερινότητας με την καραμπίνα της Κόλασης,
τους αιματηρούς θορύβους, τα μπικίνι,
τις Μπαχάμες και τα ερωτικά νησιά.
Τους αυστηρούς γείτονες,
τα σαπισμένα πρόσωπα στη λασπερή θηλιά της πρώτης ηλιαχτίδας,
τα ταξί που κινούνται στα γυαλιστερά διαμάντια,
τις κουτσουλιές και τα φλέγματα.
Tα παράσιτα που τρώνε μπιφτέκια στη μούχλα πράσινα,
τα χαμόγελα τα ξεπουλημένα για πενήντα λεπτά.
Ορίστε το πρωινό σας, ορίστε το διαιτολόγιό σας
τριανταπέντε τσιγάρα, τρεις καφέδες και δυο σουβλάκια.
Οι υπόνομοι που ζωντάνεψαν και αναπνέουν κάπνα
σα να γιορτάζουν με φωτιά και λάβα τα πλιατσικολογήματα στα μανάβικα.
Η μπόχα (που δεν πηδιέται στα φανερά μπροστά σε όλους, κρυμμένη πικρά ανάμεσα χωμένη στις σκιές).
ΔΕΣΤΕ ΤΗ, ΔΕΙΤΕ ΤΗ. Δείτε τη όταν ανταλλάζει καλημέρα.

Καλημέρα Μπόχα…

Γεννήθηκε η παλαβομάρα από το ξέχειλο μουνί της πιο παρηκμασμένης μητρόπολης του εγκεφάλου ενός νεαρού που γρονθοκοπείται με ηλεκτροπληξία στους δρόμους.
Ύψωσε το χέρι.
Χαιρέτα τον περαστικό.
Τέντωσε το χέρι τόσο όσο να μην μπορείς να υποφέρεις την ύπαρξη των μαστιγωμένων νεύρων και χτύπα το ταβάνι ή χτύπα το κενό που σε χωρίζει από το ταβάνι.
ΕΙΠΑ ΧΤΥΠΑ ΤΟ ΤΑΒΑΝΙ ΜΕ ΚΛΩΤΣΙΕΣ ΚΑΙ ΜΠΟΥΝΙΕΣ.
Χτύπα το ταβάνι με την αναθεματισμένη σου την κούτρα για να σκάσει,
για να σωπάσει ή για να του ανοίξεις μια τρύπα να αναβλύσουν λέξεις και πίδακες εικόνες ή για να ανοίξεις μια τρύπα στο κεφάλι σου.

*
ΠΟΥ ΚΡΥΒΕΣΤΕ ΒΡΙΚΟΛΑΚΕΣ, ΠΑΡΗΚΜΑΣΜΕΝΑ ΠΑΛΙΚΑΡΙΑ, ΛΙΩΜΕΝΑ ΣΚΑΤΟΜΟΥΤΡΑ ΤΩΝ ΒΡΩΜΙΚΩΝ ΚΑΖΙΝΟ, ΔΙΕΦΘΑΡΜΕΝΟΙ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΚΟΚΚΑΛΟ ΚΟΝΤΟΠΟΥΣΤΗΔΕΣ;
Μα φυσικά στο επόμενο πένθιμο εμβατήριο της πιο αγέλαστης μπάντας τεμπέλικων τζιτζικιών.
Στην επόμενη Άνοιξη, στο επόμενο μπουκάλι.

*
Και φωνάζουν… εξεγείρονται:
ΘΑΨΤΕ ΤΟΥΣ ΧΟΥΛΙΓΚΑΝΣ ΒΑΘΙΑ ΣΤΗ ΓΗ”.

Υποφέρεις και πονάς γκάνγκστα;
Θες να πεθάνεις γκάνγκστα;

Κλέψτε και φέρτε μου πίσω τα κλεμμένα πορτοφόλια,
τα πορτοφόλια που έκλεψαν οι αληταράδες οι πορτοφολάδες.
Aνοίχτε χώρο, υψώστε γέφυρα με τα πιο βαριά μέταλλα της βιομηχανίας
για να γκαζώσουν με τις πολύτιμες Chevrolet τους
μέχρι το βράχο του πρώτου Καιάδα και να σπάσουν.
*
Μας έδωσαν και παραλάβαμε με καμάρι μια ποίηση μέτρια και εύκολη
και μας είπαν να τη διαχειριστούμε και αφού τη βράσουμε να σας τη σερβίρουμε σε μαύρα φλιτζάνια.
Σαν τις λυγερόκορμες σερβιτόρες στα γαμώμανα και μαρμαρωμένα εστιατόρια των αμερικάνικων επαρχιών, που δεν πεθαίνουν μένουν παντοτινά σκαλωμένα και τοποθετημένα εκεί στο χρόνο.
Εγώ προσωπικά δεν ξέρω αν θα το έκανα για τα χαμόγελα των κοκκινολαίμηδων, χοντρολαίμηδων πελατών ή για τα tips.-

Οι μουδιασμένοι το βούλωσαν

Λοιπόν οι διαβολικοί έσκασαν.
Το βούλωσαν οι μουδιασμένοι.
Ώρες χαμηλοβλεπούσες κυλάτε με ήσυχα βαδίσματα προς το τέλος σας.
Μην ικετεύεις, μη χάνεσαι.
Πες μας μία σου επιθυμία ακόμα ή ησύχασε.
Ησύχασε σα να μην ακούς ή σα να μη μιλάνε.

Στη θέα της βαβούρας εκείνης και στο στόμα μέσα του θορύβου
χαρτογραφήθηκε και εκείνη η ποταπή νύχτα λες και την έφτυσαν
κάποιοι θρασύδειλοι θεοί μαζί με αρχαία χαλάσματα.

Η μύτη ξέχασε τη μυρωδιά του αγαπημένου της πόνου.
Τα νομίσματα στριφογυρίζουν σαν κωλόπαιδα στην τσέπη.
Γνωρίζουν και βλέπουν.
Προδότες και αυτά δίνονται με αντάλλαγμα την επερχόμενη αφραγκία.
Πες μας μια όμορφη ευχή ή σώπασε.
Σώπασε σα να κλείσαμε όλοι τα αυτιά μας μπροστά σου.
Στη θέα της βαβούρας εκείνης και στο στόμα του θορύβου
έγιναν σκέψη, υπήρξαν και μπλέχτηκαν κορδόνια τα ψέματα
λες και κάποιος άγνωστος επισκέπτης να μπέρδεψε τα δάχτυλα του από τον τρομο.

Τα βλέμματα ζητιάνοι βασιλιάδες.
Παραδίδουν το θρόνο για λίγα ακόμα χρυσαφένια δευτερόλεπτα.
Πού γυρνάει απόψε ο λογισμός σου και τί σιχαίνεται να πει;
Μη βλαστημάς και χαμογέλασε.
Πες μου ποιό είναι το αγαπημένο σου φινάλε ή μην απαντάς.
Μην απαντάς σα να μην ακούστηκε ποτέ αυτή η ερώτηση.

Στη θέα της βαβούρας εκείνης και στο στόμα του θορύβου
έζησα κι εγώ, παρέα να κάνω στα ερωτηματικά.