Το μεσημέρι που συνάντησα έναν σπουδαίο ποιητή που ‘χει πεθάνει (Σίλουαν Κ.)

Σ’ ένα πεδίο όπου αλώβητοι μένουν μονάχα
οι σερνάμενοι τελάληδες της ερήμου
όσοι δηλαδή έχουν χαθεί πια
και οι φωνές τους ξέχασαν να εγκαταλείψουν
σ’ ένα πεδίο όπου αλώβητη μένει μονάχα η σκόνη
μαζεμένη στα μαλλιά της νέας εκείνης
που προσπερνάμε
κλαίγοντας
αλώβητος και ’γω όπως το όνομα μου – ένα αλώβητο όνομα
από χάλυβα ή τσιμέντο
προχωράω με το πρόσωπο μου άκαμπτο
στο σκληρό έδαφος που βρέθηκα φωνάζοντας: που χάθηκε άραγε
εκείνη η συμφωνική ορχήστρα των δαχτύλων μου;

Με τον ιδρώτα να στάζει και την καρδιά να τρέχει
βαστώντας μια άγνωστη σημαία
σ’ ένα μπαλκόνι υπό γκρέμιση, αλάνθαστος –
αλάνθαστος παρεκκλίνω της πορείας μου
όταν από μακριά αντικρίζω – όχι έναν ακόμη τελάλη της ερήμου
όχι μια ακόμη ξεχασμένη φωνή
απ’ αυτές που πλέον προσκρούουν σε κτίρια άδεια
και έπειτα γυρίζουν: σκυλιά χαμένα δίχως ούτε ένα χέρι να τα υποδεχτεί,
όχι λοιπόν μια φωνή που χτυπάει την πόρτα μας
το μεσημέρι μιας κόλασης καταδικαστικής, όχι,
μια τέτοια φωνή θα ήταν ίσως τελειωτική για ΄μένα
σ’ αυτό το πεδίο όπου μονάχα οι τελάληδες βρίσκονται:
κεφάλια που ανεβοκατεβαίνουν στον ορίζοντα…

Συνεχώς προχωρώντας λοιπόν
μη έχοντας τίποτα πέρα από δυο πόδια ακούραστα
και έναν αυχένα δυνατό να με στηρίζει
σε κείνο το πεδίο όπου τώρα σφίγγονται οι πόροι της αθανασίας
και δε περνάει το νερό στο αχανές σώμα
μιας νύχτας που δε καταφτάνει δεν έρχεται
δεν καλωσορίζει: σκάμματα
και παρατημένες μπουλντόζες, στο πεδίο που λειώνει
στις φεγγοβολές μιας χιλιετίας που δε γνωρίζουμε και ούτε θα μάθουμε…
Ένα άμορφο πεδίο της ποιητικής παραίσθησης –
17 χρόνων ανυδρία–
μ’ ασπιρίνες στην τρύπια τσέπη μου: ώσπου αντικρίζω
έναν γέροντα χωρίς μαλλιά, ένα κρέας φαγωμένο σ’ όλες τις όχθες
όπου πάτησε ο Άνθρωπος, κρέας
καμένο στις βλεφαρίδες του ήλιου που βαδίζει
μ’ ένα μπαστούνι από ελιά
διακρίνω τα πλευρά του: καχεκτικό κήτος πια που βρυχάται
ερειπωμένο να περιπλανιέται στο Πεδίο και όταν το χαιρετάω
ανυπόμονα
τα μάτια του πήζουν: «έχω υπάρξει πολύ μονός» λέει, και έπειτα πάλι : «δεν υπάρχει ο ουρανός για μένα
ούτε φωτιά στα δάχτυλα, το ξέρεις;» Και ‘γω μη μπορώντας να του απαντήσω
του ζητάω να μου δείξει τον τρόπο που επιβιώνει
του λέω πως υπήρξε ένας σπουδαίος ποιητής
τον ρωτάω: πώς είναι δυνατόν να μιλήσει κανείς σε τέτοιο μέρος ;
είναι στ’ αλήθεια αδύνατον; οι φωνές μας πλέον παν’ αγύριστες
δεν υπάρχουν άνθρωποι, του λέω; Και εκείνος τότε μου απαντά
ότι o βιολόγος κάηκε
– τον έκαψε –
ο μουσικός αόμματος – τον τύφλωσε
ο ασκητής αλώβητος – χωρίς το όνομα του…! Και τότε πάλι
στέκεται στην άκρη μιας πολυκατοικίας
και ΄γω νιώθω πια έτοιμος αποκοιμηθώ απ’ την ζέστη
όταν εκείνος ο γέροντας με τα κόκαλα του να συστρέφονται
με τον ήχο τους να αντηχεί σε όλο το Πεδίο
χτυπάει με το μπαστούνι το τσιμέντο τρεις φορές
χτυπάει μ’ όλη του δύναμη και εγώ του λέω, τι κούφιος ο ήχος γαμώτο, έπρεπε να το περιμένουμε
και τότε ο γέρος δακρύζει και λέει ψόφησαν τα πουλιά
τίποτα δε πετάει.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s