Το Καρναβάλι (Άλεξ Κοάν)

Α.
Λευκές πολύ λευκές τρελόμπαλες
λαστιχένιες όλες σαν σκουμπριά μιας χρυσής θάλασσας
ανηφορίζουν πάνω κάτω σε μια άμορφη μάζα
χωρίς ψυχή, χωρίς φαντασία μα μόνο πάνε
είναι οι λόξυγκες σαν τις γραμμές στις λωρίδες στους δρόμους
είναι τα γκρίζα πουλιά μιας πόλης
προς κατεδάφιση.
Ο ουρανός ένα μάτι
με πτερύγια
και σκόνη – φεγγαρόσκονη
χτενίζει δυο ξανθά φύκια
που φυτρώσαν σε κάποια εφημερίδα
που ξεχάστηκε στην άμμο
και το χειμώνα την καβάλησε το κύμα.

Β.
Σαν η οροφή
να γελάει σε κάποιο διάβολο
όχι με κακία
μα με περιφρόνηση.
Σαν το ξημέρωμα να είναι ήδη πολύ αργά
μα όχι και τόσο.

Γ.
Παρέλαση –
σέρνουνε σεληνιασμένοι
σε χορό τα σπασμένα
κι ατελή κορμιά τους
-τρέμουνε
χάντρινες πραγματικότητες
στην ξεφαντωμένη φαντασία!
Κι όταν ένας, κάποιος
σταμάτησε ακριανός, ξεγύμνωτος
μπροστά σ’ ένα πρατήριο με βενζίνη
γέλασε,
έφτυσε ένα φθαρμένο ζάρι
και σήκωσε το ένα πόδι του
να δέσει το κορδόνι – όλοι όλοι όλοι χειροκρότησαν! Τι τρομερό! Σπουδαίο!
Χαχα! Φωνάχτε φωνάχτε ΤΣΙΡΙΞΤΕ!
Διασκεδάστε το όσο προλαβαίνετε ακόμα
γιατί
σύντομα
Ξημερώνει
με το άρμα
το αρχέγονο άνθος
κάτασπρο
πάνω σ’ ένα θάμνο
στη Μεσογείων
-κι εκεί
εκεί
εκεί τελειώνει η πορεία
της γιορτής μας.

Δ.
Σκαρφαλώνει ένας μικρός νάνος
σε κάποιον πήλινο στύλο,
μια κολόνα σαν αυτές της δεη
μιας όμως άλλης, πολύ άλλης
πολιτείας.
Εκεί
το καρναβάλι δε σταματά
κι εκεί στην επιφάνεια
λίγο κάτω απ’ το γρασίδι
το χωμάτινο
υπάρχει κρυμμένο
ένα αρχαίο, πολύ αρχαίο
μυστικό.
Και
ίσως
-αν κι αυτό είναι μονάχα φήμη-
λίγο πιο βαθιά
υπάρχει ένα δωμάτιο, ένα σκούρο μωβ
δωμάτιο
που μαζεύονται μέσα
και στοιχηματίζουν στο μέλλον,
το μέλλον μας,
κάτι τρελοί, πολύ τρελοί
αγγέλοι.

Ε.
Γιατί εδώ
ή ίσως και λίγο παραπέρα
δεν πατάμε σε πλάκες
μα σε πλήκτρα
-ω ναι! δεν το ακούσατε;-
μουσική παίζουμε τόση ώρα!

Στ.
Γεμίζω τις γιρλάντες
με σπρέι σε χρώματος πορφύρας
και τα σαλιγκάρια, σπειροειδή,
κάποια πιο τρελά κι άλλα λιγότερο,
σφυρίζουν με τα σάλια τους
και κυνηγούν τον ήλιο.
Καρναβαλιστές-ποιητές
πιάνουν τις εικόνες
και τις καταπίνουνε
κι έπειτα,
στο σημείο της ρωγμής του δρόμου,
βουτάνε
όπως στα Θεοφάνια
και ψάχνουνε Τον Στίχο!

Ζ.
Τα άλογα
σα σκοινιά που φυσά ο αέρας
κι ο σκύλος
που κάνει τη γλώσσα του φτυάρι
και σκάβει ένα λάκκο,
μια τρύπα στην άσφαλτο,
κι από κει
βγαίνει ένα χέλι,
το παλαβό χέλι της άνοιξης,
το λαχανί χέλι της μοίρας.
Κι εκεί ίσως κολλάνε,
για λίγο όμως μονάχα,
δυο ή τρία άρματα
που έχουν στα πανιά τους σύμβολο
κάποιον χρυσό ξιφία.
Όταν ξημερώσει
θα έχουνε φύγει τα πουλιά
μα πάλι
θα έρχονται καινούρια
και όταν ξημερώσει
κι αν ο λάκκος δεν έχει κλειστεί
και πάλι θα τον μπαλώσει
μια ροζ αγέλη
από μικρά, τόσο μικρά
μυρμήγκια.

Η.
Αν ακολουθήσεις
την υγρή γραμμή του αλκοόλ στο δάπεδο
κι αν κολλήσεις
την ξερή σου μύτη στο πατημένο χώμα
και φτάσεις κάποια στιγμή
στη χυμένη σερπαντίνα -σα διάρροια-
της αϋπνίας
και της βιασμένης λαγνείας
-ετούτη η σερπαντίνα της φρίκης
και της ηδονής-
εκεί, εκεί θα βρεις
το προτελευταίο άρμα της παρέλασης
τσακισμένο
και με τις ρόδες σπασμένες
και τους μουσαμάδες σκισμένους
στον αέρα
να σέρνονται
σα λάβαρα ηττημένων
-μα μη σε πτοεί
μη σε πτοεί
γιατί κι εσύ στρατιώτης ήσουνα
κι έχεις μάθει, με τα χρόνια το μαθες
πως να θάβεις χωρίς τρόμο ή οργή,
κι ίσως μ’ ένα μικρό μειδίαμα
ακόμα,
τα κουφάρια των νεκρών σου.

Θ.
Σφουγγίστε γρήγορα τα ζουμιά
του μανιταρένιου ανθρώπου
και κάντε όλοι στην άκρη
-περνά το τελευταίο άρμα!

Ι.
Κι εμφανίζονται τώρα
στο χρυσό φεγγαροδιάδρομο με τα ψάρια
και τους βάτραχους
που στροβιλίζουνε τα υγρά κομμάτια,
ακροβατώντας σε μια ρίζα
-κεδρόριζα-
και σανδάλια αμμούδινα
και πέλματα κλαδιασμένα
και με τα πράσινα μάτια της ελιάς
οι καλλικαντζαράνθρωποι!
Με τα ραβδιά και τις μαγκούρες τους
και τον ουρανό στα καπέλα
και τις άκρες των νυχιών τους
-είναι σύμβολα, είναι ροές
οι στιγμές που ενώνουνε τ’ αστέρια
μεταξύ τους
και με τα φίδια-σύννεφα
που τρέχουν μ’ ανοιχτό το στόμα.
Τα χέρια τους
έχουνε γίνει ένα χέρι
που απλώνεται ν’ αρπάξει στον ορίζοντα ένα φράκταλο
μα κείνο χάνεται
για πάντα
στον αέρα
σα φύκι
ή
σαν κοραλόβραχος
που χει μια πέτρα σαν μάτι του
και είναι του Ιαπετού το μάτι.
Ακολουθούν τα σημεία με προσοχή
οι καλλικαντζαράνθρωποι,
πατάνε γερά μ’ ένα κουπί κι ένα κατάρτι,
δαγκώνουν με τα βλέφαρα
μια σφήκα σφηνωμένη σε μια φλοίδα καρπούζι,
μαζί μ’ έναν τρίχινο φύλακα δίπλα τους,
και ο δρόμος
είναι πλέον χωμάτινος
και ο ήλιος
καίει και βγαίνει απ’ τον πάτο της άμμου
και οι ρίζες
έχουνε σπάσει κάθε ίχνος τσιμέντου
κι ίσως στο διάβα τους τσαλαπατούν
πολύ μικρά και πονηρά, χρωματιστά θαμνοπαιδάκια
που δεν προλάβαν να κρυφτούνε
κι ούτε φτερά να βγάλουνε
για να πετάξουν.
Κι ύστερα φτάνουνε οι σύντροφοι,
του ψυχοάρματος οι τελικοί επιβάτες,
με τη μαγκούρα τους στο χέρι
και με το μαύρο θόλο του ουρανού μέσα στην κόρη του ματιού τους,
φτάνουν σε μια κάμαρα,
μυστική και κρυμμένη στην άκρη ενός κήπου,
με μια ξύλινη πόρτα που κλείνει απ’ το ρεύμα
κι εκεί
υπάρχει ένα πλακάκι
που είναι όμως
όλος ο κόσμος
κι εκεί, μέσα,
βουτά η συντροφιά του τελευταίου άρματος
και χάνεται παντοτινά
σε μια δίνη που όλο στροβιλίζεται,
μες στο πλακάκι, τον κόσμο ολόκληρο,
εκεί χάνεται
το καρναβάλι.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s