Ο θάνατος του πατέρα μου (Ολίβια Β.)

ξημέρωσε με δέκα παιδικά δάχτυλα σταυρωμένα σε καρφιά·
διάλεξαν με επιμέλεια μαύρα ιερά ρούχα και στολίστηκαν
για την υπνηλία εκείνου που την αυγή θα πεθάνει και το ξέρει
σάλευε το ισχνό κορμί σου ανάμεσα σε λυμφατικά σεντόνια
και πίσω από το παραπέτασμα γελούσε η νοσοκόμα
βιαστικά σ΄ εναπόθεσαν στο φέρετρό σου
ζώντας ο καθένας τον δικό του φτηνό θάνατο
πάνω από τον τάφο σου
είδα την ξαδέλφη μου να κλαίει
πιο πολύ από εμένα
καθώς μου έδινε τα γυαλιά της δήθεν να κρύψω
τα κουκουλωμένα από σιωπή μάτια μου
ενώ κυλούσαν σε στρεβλωμένες τριανταφυλλιές
νεκρά ποντίκια και κανιβάλων βλέννες
δίχως να βγάζουν τα καπέλα τους
ακούμπησαν την κυρτωμένη ράχη τους στην ταφόπλακά σου
με θρησκευτικά οράματα κι αργότερα
με χρήμα
εγώ τυφλή κρατιόμουν όρθια
η γλυκιά ευωδία της βροχής ανάβλησε από το νεκρικό χώμα καθώς σε σκότωνα
κι ας ήθελα να σε συγχωρήσω
για να ξαλαφρώσω τον ίσκιο του θανάτου σου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s