Μεγάλη Τετάρτη (Ιώ. Τ.)

Οι παλιές αγάπες πάνε στην κόλαση
μωρό μου
λέει μια φίλη
πως είσαι ο διάβολος κι είμαι ο Θεός
λέει ένας φίλος πως είμαι ένα αστέρι που λάμπει
Οι φίλοι πάντα λένε κλισέ
Κλίνω
στις αντιφάσεις μου
μαζί σου
πέφτω
στις λάσπες
δε μπορώ να δω
τον ουρανό, τ αστέρια, το φως
μόνο δυο χέρια να σφίγγουν
πέλματα γυμνά να σέρνονται σε χαλίκια
δάκρυα να τρέχουν σε διεσταλμένα από αντίχειρες μάγουλα
κι ανίκανη να ξεστομίσω το «απεταξάμην»
γίνομαι σώμα σε σταυρό
διακορευμένο από καρφιά
ταινία του Παζολίνι
η αυτοτιμωρία μου
άγγελος
που θέλησε να κατέβει στα έγκατα της γης
βαθιά
να ξεπλυθούν οι αμαρτίες
να ελευθερωθούν οι δούλοι
να βγουν απ’ τα καζάνια οι κολασμένοι
μα δεν τα κατάφερα
ν’ αντισταθώ
υποτάσσομαι
στην αμαρτία
στην δουλεία
στην ενοχή μου
κι έτσι σε κάθε επ-ανάληψη
τρέμω σαν το ψάρι
που εν αφθονία τάισε τόσους πτωχούς
προσέρχομαι, πόρνη,
Μεγάλη Τετάρτη,
με μύρα και δάκρυα στα πόδια σου
τα πλένω
σαν άλλοτε,
ερωμένη
σε βλέπω αναστημένο
μα σε άρση
και δεν αναστενάζω πια
δεν είσαι Μεσσίας
δεν είμαι έρμαιο
ερήμην να με καθαιρέσεις
δεν είμαι είλωτας
ούτε κι αμνός για θυσία
αν πρέπει να μπει κάποιου το κεφάλι στην αγχόνη
ας μπει το δικό σου
κάνω εμετό

Κι αίρομαι μόνη

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s