Ο Δράκος (Άλεξ Κοάν)

Η ιστορία αυτή πρέπει να ξεκινήσει σε κάποια απομονωμένη γωνιά ενός μεγάλου κι αχανούς δάσους, σ’ ένα ξεχασμένο ξέφωτο χωρίς καθόλου δέντρα και μ’ ένα σπιτάκι, πέτρινο. Εκεί θα ζει ο δράκος. Ένας μόνο δράκος, μοναχός, χωρίς δράκαινα ή δρακόπουλα, δράκος χωρίς δρακογενιά. Και, παρ’ όλο που ναι μόνος του, αυτός ο δράκος δεν είναι λυπημένος. Όχι, αυτόν τον δράκο πρέπει να τον φανταζόμαστε χαρούμενο. Κάθε μέρα ξυπνάει με την αυγή, τρώει ένα ελαφρύ κοτόπουλο για πρωινό, βγαίνει χαμογελαστός στο ύπαιθρο για να μαζέψει τρόφιμα, νερό και ξύλα για το τζάκι.

Τόσο απλή πρέπει να είναι η ζωή του. Λίγες οι ανάγκες του, ελάχιστα και τ’ άγχη, ένας αυτάρκης δράκος που μπορεί να ναι παράδειγμα για όλους τους δράκους του πλανήτη, με την αφοσίωση, την καλοσύνη και την απλότητα του. Ποτέ δε ζήτησε κάτι που δε δικαιούταν, ποτέ δεν πήρε κάτι που δεν του άνηκε, κι ούτε ποτέ του ενόχλησε κανέναν. Ήταν ένας δράκος Κύριος με Κάπα κεφαλαίο, ακόμα κι αν δεν υπήρχε κανείς να του το αναγνωρίσει.

Μια μέρα λοιπόν, ο καλός ο δράκος, έχοντας βγει με σκοπό να πάει στο ποτάμι να πλυθεί, απομακρύνθηκε λίγο απ’ τη συνηθισμένη ζώνη του στο δάσος, κυνηγώντας ένα μικρό σκιουράκι για να το φωτογραφίσει. Βλέπετε, αυτό ήταν το χόμπι του. Να μαζεύει δηλαδή φωτογραφίες από τα πλάσματα που μαζί τους μοιραζότανε το δάσος. Μα έτσι, άθελά του, βρέθηκε σε περιοχή ανθρώπων, κι ήρθε μούρη με μούρη μ’ έναν ξυλοκόπο ταπεινό. Ο ξυλοκόπος σαν τον είδε τρόμαξε, πετάχτηκε μακριά κι έφερε το τσεκούρι του στο ύψος του προσώπου, έτοιμος να του επιτεθεί αν ήτανε ανάγκη. Ο δράκος όμως έκανε να τον καθησυχάσει.

«Ω, με συγχωρείτε, άνθρωπε, δεν το θελα να σας ταράξω. Εγώ να, τυχαία βρέθηκα εδώ, ένα σκιουράκι κυνηγούσα. Κακό δεν πρόκειται να κάνω, σας τ’ ορκίζομαι, δεν είμαι πονηρός, ούτε κι έχω όφελος κάποιον του είδους σας να φάω, εμένα το κοτόπουλο μ’ αρέσει μόνο, και λιγότερο το χοιρινό. Να, για ν’ αποδείξω τις προθέσεις μου τις αγαθές, αφήστε με να σας βοηθήσω. Βλέπετε κείνη τη βελανιδιά; Που ναι θεόρατη και ούτε δέκα άνθρωποι δε μπορούν να ρίξουν; Ε, εγώ με την μύτη της ουράς μου θα την κόψω και θα σας την παραδώσω σε κομμάτια χίλια – θα ναι αρκετή να βγάλετε σχεδόν όλο το χειμώνα».

Κι ο δράκος τότε όντως με τη μύτη της ουράς του έκοψε τη βελανιδιά και την τεμάχισε σε χίλια κομμάτια, κι ο ξυλοκόπος χάρηκε πολύ, τον ευχαρίστησε, και του υποσχέθηκε πως θα ερχόταν να τον βρει και να του φέρει πέντε κότες και είκοσι αυγά απ’ το μικρό του κοτέτσι.

«Χάρη με λένε,» ανακοίνωσε στο δράκο, «κι ό,τι υπόσχομαι πάντα όντως το κάνω».

Φόρτωσε τα ξύλα σε μια καρότσα μεγαλούτσικη, που τσίμα τσίμα τα χωρούσε όλα, και χαιρετήθηκαν οι δυο τους σα φίλοι και τράβηξαν στα σπίτια τους κι οι δυο, ο δράκος στο ξέφωτο, ο Χάρης στο χωριό.

Εκεί τον είδανε οι άλλοι άνθρωποι με μάτι μικρό και ζήλια μεγάλη. Που τα βρήκε τόσα ξύλα, αναρωτιόντουσαν, πώς τα κοψε όλα μόνος; Κι αυτός, καλός μα κι αφελής επίσης, σαν τον ρωτήσανε τους είπε όλη την αλήθεια. Πως ένας δράκος τον βοήθησε, και χωρίς αυτόν ούτε πέντε κούτσουρα δε θα χε.

Κι αμέσως τότε το χωριό όλο ταράχτηκε, τρόμαξε που τόσο κοντά τους ζει ένας δράκος. Οι άντρες καλέσανε συμβούλιο έκτακτο στο καφενείο, χωρίς όμως να ειδοποίησουνε το Χάρη. Κι αποφασίσανε να πάνε έξι απ’ αυτούς, οι πιο δυνατοί και νέοι, τον δράκο να ξετρυπώσουνε και άμεσα να τον σκοτώσουν.

«Μα πώς,» είπε ένας τους, «πώς θα τον βρούμε μες στο τεράστιο δάσος; Τόσα χρόνια θα ζει εδώ, κι όμως ποτέ κανείς μας δεν τον είδε. Κρυμμένος κάπου θα βρίσκεται, μακριά απ’ το βλέμμα των ανθρώπων, κι εμείς, τυφλοί, πώς θα τον ανακαλύψουμε μέσα στα τόσα δέντρα και τις πέτρες;»

«Ο Χάρης,» απάντησε ένας γέροντας, «ο Χάρης θα ξέρει που είναι κρυμμένος. Σίγουρα θα πάει να τον ξαναβρεί, να του ζητήσει κι άλλα ξύλα. Και τότε εμείς, κρυφά, θα τον ακολουθήσουμε, κι έτσι θα μάθουμε που μένει».

Και όντως, δέκα μέρες αργότερα, ο Χάρης, αν και δεν ήθελε βέβαια άλλα ξύλα να ζητήσει, φόρτωσε στο καλαθάκι του, όπως είχε υποσχεθεί, πέντε σφαγμένα κοτόπουλα και είκοσι φρέσκα αυγά, και κίνησε προς το σπίτι του δράκου. Κι οι έξι νέοι, οι επίλεκτοι, τον πήραν αμέσως στο κατόπι.

Και κάμποση ώρα αργότερα έφτασαν, ο Χάρης φανερά κι οι έξι στα κρυφά, στο ξέφωτο με το δρακόσπιτο στη μέση. Ο ξυλοκόπος μπήκε μέσα και συνάντησε το φίλο του, κι οι άντρες κάτσαν έξω να καταστρώσουνε το σχέδιο τους.

«Απλό είναι,» είπε ο ένας τους. «Θα μπούμε μέσα και θα τον αιφνιδιάσουμε. Δε θα προλάβει ν’ αντιδράσει κι έτσι κάποιος από μας θα μπορέσει και θα του κόψει το κεφάλι».

«Όχι,» απάντησε ένας άλλος, «είναι πολύ επικίνδυνο να του επιτεθούμε στο ίδιο του το σπίτι. Γνωρίζει καλά το χώρο του, σίγουρα θα χει πλεονέκτημα απέναντι μας, κι ακόμα είναι πιθανό στο σπίτι να χει όπλα κι εργαλεία δρακόντια, δέκα φορές πιο βαριά και δυνατά απ’ τα εργαλεία των ανθρώπων».

«Κι επίσης,» πρόσθεσε ένας τρίτος, «στο σπίτι θα χει μαζί του και τον ξυλοκόπο, με τον οποίο φαίνεται πως έχουν γίνει φίλοι. Είναι αρκετά δύσκολο να πολεμήσουμε το δράκο, δεν πρέπει να χουμε κι άνθρωπο απέναντί μας».

«Άρα, μια λύση μόνο μένει,» ακούστηκε μια μακρινή φωνή, βραχνή και γέρικη. Ήταν η πονηρή αλεπού, που παραμόνευε κι άκουγε τη συζήτηση τους.

«Τι θέλεις, βρωμερή αλεπού;» φώναξε ο μεγαλύτερος από τους άντρες, που δεν εμπιστευότανε κανένα από τα πλάσματα του δάσους.

«Ακούστε με,» τους έκανε, «κι αν δεν σας αρέσει αυτό που θα σας πω, τότε απλά εγώ σηκώνομαι και φεύγω».

«Μίλα».

«Όντως, για να σκοτώσετε τον δράκο θα πρέπει να τον βγάλετε απ’ το σπίτι του. Να τον δελεάσετε να μπει στο δάσος, κι εκεί, μέσα απ’ τα δέντρα, πισώπλατα να βγείτε σεις και να του επιτεθείτε».

«Και πώς θα το κάνουμε αυτό, πώς θα τον κάνουμε να πάει στο δάσος;»

«Εδώ μπορώ να σας βοηθήσω εγώ. Τον ξέρω χρόνια αυτόν τον δράκο, ξέρω πως έχει για χόμπι του να βγάζει φωτογραφίες ζώων. Θα πάω λοιπόν και θα του πω πως είδα πιο κάτω, εκεί, ένα σπάνιο είδος σαύρας. Δε θα το παρασκεφτεί, θα πάρει αμέσως τη φωτογραφική του μηχανή και θα τρέξει εκεί που θα του υποδείξω. Εκεί θα είστε εσείς και θα τον περιμένετε».

«Καλό ακούγεται το σχέδιο, αλλά γιατί να σε εμπιστευτούμε;»

«Γιατί θα μου δώσετε αντάλλαγμα, αν πετύχει φυσικά το σχέδιο μας. Ξέρω τι δώρα έφερε στο δράκο ο άνθρωπος, μύρισα το καλάθι του καθώς περπατούσε. Του φερε πέντε κοτόπουλα και είκοσι φρέσκα αυγά. Αυτά λοιπόν θέλω. Εσείς θα πάρετε το δράκο σας, κι εγώ τ’ αυγά και τα κοτόπουλα μου».

«Εντάξει,» είπε ο μεγαλύτερος, «είναι δίκαιη η συμφωνία. Εμπρός λοιπόν, πες μας που να κρυφτούμε και τράβα στο δρακόσπιτο».

Κι η αλεπού τους έδειξε λίγα μέτρα πιο πέρα κάτι βελανιδιές, κι οι έξι άντρες πήγαν εκεί να περιμένουν.

Αυτό όμως που δε γνωρίζανε ήταν πως η αλεπού ήταν καλή φίλη του δράκου μας, και παρόλο που πανούργα ήτανε και πονηρή, είχε προσόν να είναι πιστή και τίμια φίλη. Κι όταν μπήκε στο πέτρινο σπίτι, αντί να πει αυτά που στους άντρες υποσχέθηκε, είπε στον δράκο την αλήθεια, πως δηλαδή έξι άντρες τον περιμέναν πέρα, στις βελανιδιές, με μόνο σκοπό να τον σκοτώσουν.

«Μα μη φοβάσαι, φίλε δράκε μου,» του είπε η αλεπού, «γιατί τώρα έχω σχέδιο και ξέρω πως θα τους αιφνιδιάσεις. Από πίσω τους αθόρυβα θα πας, το στόμα σου θ’ ανοίξεις και θα τους φας όλους με μια χαψιά».

«Θα τους φάω;» διαμαρτυρήθηκε ο καλός δράκος. «Μα τι λες, αλεπού; Αφού εγώ δεν τρώω ανθρώπους».

«Δράκε, λογικέψου,» του είπε ο Χάρης. «Αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι φίλοι σου, αυτοί θέλουν το κακό σου. Δεν έχεις άλλη επιλογή, παρά να δράσεις γρηγορότερα και να τους καταπιείς πριν προλάβουν να σηκώσουν τα σπαθιά τους».

«Όχι, όχι, Χάρη μου, σου λέω δε μπορώ να τους φάω, κι ούτε να τους πειράξω θέλω, γιατί την επόμενη φορά δε θα ρθουν μόνο έξι, μα όλο το χωριό θα ρθει να με σκοτώσει».

«Εδώ δεν έχεις κι άδικο. Θα πρέπει λοιπόν να βρούμε νέα λύση».

«Ακούστε,» είπε η πονηρή αλεπού. «Αφού δε θες να τους φας τότε θα πρέπει να τους δελεάσεις. Να τους δώσεις κάτι για αντάλλαγμα κι αυτοί να σε αφήσουν έτσι ήσυχο, κι όταν γυρίσουν στο χωριό να πουν πως όντως σε σκοτώσαν».

«Πολύ σωστά, αφήστε το πάνω μου και περιμένετε με να γυρίσω,» έκανε ο Χάρης, κι αμέσως έτρεξε να βρει τους έξι άντρες, με τα χέρια του ψηλά, να δείξει πως δεν είχε όπλα. Κι όταν τους είδε φώναξε:

«Συγχωριανοί μου, φίλοι μου, έρχομαι εν ειρήνη. Έμαθα τις προθέσεις σας, πως ήρθατε να σφάξετε το δράκο, μα μέγα λάθος θα πράξετε αν τολμήσετε κάτι τέτοιο. Γι’ αρχή, ο δράκος πιο δυνατός ειν από σας, πιο έξυπνος επίσης, και μια χαψιά αν ήθελε θα σας είχε ήδη κάνει. Για την ακρίβεια, εγώ ήμουν αυτός που τον συγκράτησε, εκείνος όταν έμαθε τα νέα πήγε να σηκωθεί και να ρθει να σας φάει, μα του είπα πως δεν είναι συνετό, κι ότι καλύτερα να ρθω να σας μιλήσω. Και μάλιστα τον έπεισα μαζί σας να κάνει συμφωνία. Λοιπόν, ο δράκος έξι δέντρα θα κόψει για σας, να χετε ξύλα για όλον τον χειμώνα, και σε αντάλλαγμα εσείς θα τον αφήσετε ήσυχο, κι όταν γύρισετε και στο χωριό θα πείτε πως η αποστολή εξετελέσθη».

Οι άντρες το σκέφτηκαν για λίγο βλοσυροί, και τελικά αποφάσισαν και δέχτηκαν τη συμφωνία.

Κι ο δράκος αμέσως βάλθηκε και έκοψε έξι παχιές βελανιδιές, τις τεμάχισε και τους έδωσε τα ξύλα. Κι όχι μόνο αυτό, μα τους χάρισε και τη μεγάλη την καρότσα του, αφού αλλιώς θα ήταν βέβαια αδύνατον να τα κουβαλήσoυν.

Κι όταν οι άντρες γυρίσαν στο χωριό, σέρνοντας την καρότσα με τα ξύλα σαν λάφυρο πολέμου, τρέξανε όλοι να τους χειροκροτήσουνε και να τους συγχαρούν. Μα κάποιος, γέρος, πιο σκεπτικός, τους είπε:

«Καλά και τα ξύλα που κλέψατε, σίγουρα δε θα κρυώσετε καθόλου το χειμώνα, μα πώς θ’ αποδείξετε πως όντως σκοτώσατε το δράκο; Δε φέρατε το πτώμα του, ούτε καν ένα μέλος του σώματός του, δε φέρατε τίποτε απολύτως».

«Δε μας πιστεύεις, γέροντα, ότι όντως του κόψαμε το κεφάλι;»

«Αν το κεφάλι δε δω, τότε όχι, δε σας πιστεύω».

«Ε λοιπόν αύριο κιόλας το πρωί πάλι θα πάμε στο δρακόσπιτο και θα στο φέρουμε στο τζάκι σου να το κρεμάσεις».

Δύσκολα τα πράματα για τους έξι νέους της ιστορίας, και λύση όλο το βράδι μαζεύτηκαν να βρούνε. Και τίποτε καλύτερο δεν καταφέραν να σκεφτούν, πέραν του να γυρίσουνε στο ξέφωτο κι αλήθεια τούτη τη φορά να σκοτώσουνε το δράκο.

Έτσι κι έγινε το επόμενο πρωί, οι έξι τράβηξαν πάλι για το δάσος. Μα λίγο πριν φτάσουν στο δρακόσπιτο, τους είδε με την άκρη του ματιού του ο ξυλοκόπος Χάρης, χωρίς εκείνοι να τον αντιληφθούνε. Βλέπετε, το βράδι με το δράκο είχανε πιει τόσο κρασί, που απ’ το πολύ μεθύσι είχε περάσει εκεί τη νύχτα, και μόλις τώρα επιτέλους έφευγε να πάει πίσω στο σπιτικό του. Μα φυσικά, μόλις τους άντρες είδε, αμέσως έκανε μεταβολή και έτρεξε πάλι στο φίλο του να του προλάβει τα μαντάτα.

«Μα τι τους έχω κάνει πια;» ρώτησε παραπονιάρικα ο δράκος. «Γιατί τόσο θέλουνε να με σκοτώσουν;»

«Δεν έχει σημασία τώρα αυτό, σημασία έχει μόνο να δούμε τι θα κάνεις».

«Άμα τους δώσω κι άλλα ξύλα; Ή έστω κάποιο άλλο δώρο;»

«Δίνε δίνε και θα σου ρχονται πλέον κάθε μέρα, κι όταν πια δε θα χεις άλλα να τους δώσεις τότε και θα σε σκοτώσουν».

«Και τότε; Τι να κάνω τότε;»

«Έχω μια ιδέα, δράκε. Είναι απλή και θα πετύχει χωρίς να χυθεί ούτε σταγόνα αίμα. Λοιπόν, πέσε στο πάτωμα και κάνε το νεκρό. Μη σηκωθείς αν δε σου πω να σηκωθείς, μην κάνεις κίνηση καμία, και περίμενε, θα δεις τι θα τους κάνω».

Τότε ο Χάρης έπιασε ένα κουζινομάχαιρο που βρήκε εκεί, δρακόντιο, σαν σπαθί για τους ανθρώπους, κι έσκισε ένα κοτόπουλο στη μέση, ίσα ίσα για να γεμίσει η λεπίδα του αίμα. Κι ακόμα, το αίμα που περίσσεψε, το πήρε και το τριψε επάνω στην κοιλιά του δράκου, ο οποίος μετά υπάκουσε κι έπεσε στο πάτωμα και έκανε τον ψόφιο. Βγήκε ύστερα έξω, κρατώντας το μαχαίρι, και πήγε να βρει τους έξι.

Μόλις τους είδε φώναξε:

«Α, εδώ είστε παλικάρια μου, κι ότι σας χρειαζόμουν».

«Τι θέλεις, ξυλοκόπε;»

«Βοήθεια θέλω φίλοι μου, σεις που χετε μπράτσα γερά, να πάρετε το δράκο στα χέρια σας και να μου τον φέρετε στο σπίτι».

«Πώς; Θέλεις δηλαδή να πεις πως σκότωσες μόνος σου το δράκο;»

«Ακριβώς, με τούτο το παλιό μαχαίρι του σκισα τα εντόσθια. Ελάτε αν θέλετε και μόνοι σας να δείτε».

Και πήγανε οι έξι νέοι με το Χάρη μαζί μες στο δρακόσπιτο, κι όντως αντίκρισαν το δράκο χάμω, νεκρό, και μ’ αίματα γεμάτο.

«Συγχαρητήρια, ξυλοκόπε,» είπε απ’ τους νέους ο μεγαλύτερος, «δεν στο χα μα είσαι παλικάρι. Άκουσε τώρα, θα σε βοηθήσουμε να μεταφέρεις το υπόλοιπο κουφάρι, μα άσε μας κι εσύ να κόψουμε το κεφάλι του, γιατί αυτό μας ζήτησαν απ’ το χωριό να τους πάμε».

«Το κεφάλι του; Όχι, δε γίνεται αυτό, τον θέλω ολόκληρο για να τον βαλσαμώσω. Εξάλλου εγώ τον σκότωσα, εγώ δικαιούμαι και το πτώμα».

Το σκέφτηκαν τότε τα έξι παλικάρια, και είδαν πως ο ξυλοκόπος είχε δίκιο – δικό του το θανατικό, δικό του και το πτώμα. Μα μόνο, για να μην τους πνίξει η ντροπή όταν γυρίσουν πίσω, του ζήτησαν να πει πως τον βοήθησαν κι οι έξι, κι ότι μόνος του ποτέ δε θα τα χε καταφέρει.

«Εντάξει, θα πω πως με βοηθήσατε, αλλά το πτώμα εγώ θα το κρατήσω».

Κι όπως τα συμφωνήσανε, οι νέοι φόρτωσαν το δράκο, κι όλοι μαζί κίνησαν στο χωριό να γυρίσουν. Κι εκεί πάλι τους υποδέχτηκαν θριαμβευτικά, βλέποντας όλοι και το πτώμα, και κανένας δεν τους αμφισβήτησε ούτε κανείς τους ρώτησε το λόγο.

Κι αφού τον δράκο άφησαν στο μικρό σπίτι του Χάρη, εκεί του είπε πια να σηκωθεί, να πλυθεί, κι όταν βραδιάσει πια να φύγει στα κρυφά και να γυρίσει στο δρακόσπιτο του.

Έτσι κι έγινε, τον δράκο δεν τον ενόχλησαν ποτέ ξανά, μα μόνο ο Χάρης καμιά φορά ερχόταν και του φερνε κοτόπουλα, αυγά και μπόλικο κρασάκι, και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s