Το Σωτήριο Έτος Ι.

έπνιξα τη δειλία μου
σε μια κούπα ξινισμένο γάλα
και τράβηξα για τα βόρεια
ο παγωμένος αέρας
με χαστούκιζε σα κακομαθημένο παιδί
έτρεμα
προχωρούσα αργά
με το βλέμμα πάντα στο στόχο
κάθε βήμα μου μέσα στην ιστορία
κρατούσε αιώνες
έφαγα τα κόκκαλα της μνηστής μου
για να βρω δύναμη
έφαγα τα χαλίκια
κάτω απ’ το σκισμένο παπούτσι
που φύλαξες στη ντουλάπα σου
έφαγα
ένα παλιό χαρτονόμισμα βουτηγμένο
στο κρασί.


















έκανα συμφωνία με τη γλώσσα μου
να είναι αυτή που θα με σκοτώσει
αν παρατήσω το σκοπό
έκανα συμφωνία με τη γλώσσα σου
να είναι αυτή που θα μου δώσει να σπάσω
τον καταραμένο καθρέφτη που δείχνει
μόνο το είδωλο μου.


















Και τώρα να
νιώθει το δέρμα μου πως φτάνω
νιώθει η πέτσα που με τυλίγει
τις μάχες που δίνουν οι δαίμονες
κάτω απ’ τους πάγους
για να σμίξουν μαζί μου
Μεγαλύτερος φόβος
πίσω απ’ την άγρια γη
να κρύβεται μονάχα
το θέατρο των κλειστών μου ματιών
αλλά
θα πατήσω γερά με τη μπότα μου πάνω στο χιόνι.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s