Ανάσκελα στη βοηθητική λωρίδα (Σίλουαν Κ.)

Ό,τι τρυπάει το πνεύμα θάνατος
ο φτωχός γεροχασίκλας
που με δάκρυα στα μάτια προσεύχεται ντιεγκίτο ο θεός να μας συγχωρεί
σε έναν βωμό καθημερινό
και έπειτα στη λάσπη
στο κύλισμα της μαργαρίτας
των λουλουδιών ο απερχόμενος
και ο αγρός μου ματωμένος, πόσες ώρες για το τέλος την ψύχρα το μούδιασμα;
να σου πω το όνομα μου
η μικρή αναπόδραστη πεταλούδα, και ο φτωχός γεροχασίκλας
ντιεγκίτο ο θεός να μας λυπάται
να σου πω το μυστικό μου
η ταχύτητα της φυλάκισης
ό,τι τρυπάει το πνεύμα είναι ο θάνατος
ό,τι προσμένει ο θάνατος
είναι το ταξίδι, αυτοκινητόδρομος 310
ήλιος καίει τα μέταλλα
και το ατσάλι
ποιο ωτοστόπ να σταματήσει τους καβαλάρηδες του θεού;
η συχνότητα που επέρχεται
απόσταγμα της πίκρας
απόσταγμα ενός καπνού απ’ τα μαλλιά μας
ανάκατα να πυρπολούν τις ντίσκο του αιώνα: να σου πω τα σημάδια μου
να σβήσει τις προσδοκίες του ανθρώπου
ή να σταυρωθεί εκ νέου
αρχαίο πνεύμα της ερήμου
που ορέγεται τον πόνο; Να σου πω τις πληγές μου
ανακατεύοντας τα φάρμακα
με την ψυχοτρόπο
γέννηση μου,
μάνα, μάνα, ο χρόνος είναι το έσχατο δηλητήριο.

Και τα σύννεφα να αλλοτριώνουν δεκαετίες,
πολέμαρχοι να γίνονται ταξιτζήδες
τοξότες υπάλληλοι βενζινάδικων
αυτοκινητόδρομος 310 στις εκβολές της αθανασίας
ο ταμίας στα διόδια
χορεύει τα προγονικά βήματα του μίσους
φτώχια να γίνεσαι
ο πυρανθός
ενός
μετέπειτα
κοκάκια:
που κλεισμένος στη τουαλέτα χτίζει νέους βωμούς – μούδιασμα
της απανταχού σκληρότητας, μούδιασμα καταφτάνεις
ο χιτώνας σου είναι λευκός
η φωτιά ζεσταίνει τις φυλές σου – δείτε τον αλχημιστή της ημέρας
πως καταλήγει
έσχατος νταβατζής της νύχτας.

Εγώ είπα, χιλιετίες της ασθένειας που έρχονται και παρέρχονται, πόσο κοστίζει η σύγχρονη αμαρτία;
εγώ είπα ότι το να χορεύεις στις πλάτες
της παρακμής
είναι η αρχή της λύτρωσης
εγώ είδα τον καφέ μας νερωμένο και άναψα τσιγάρο στις όχθες
των σύγχρονων ποταμών ( γουαδαλκιβίρ & ριο γκράντε)
εγώ είπα ντιεγκίτο ο θεός να μας ευλογεί
οι ποιητές να περιμένουν με τα χέρια στις τσέπες
και τα κούτελα αδειανά
οι ποιητές με το αίμα που τρεκλίζει
με το αίμα από αναμονή και θειάφι
είμαι η ενσαρκωμένη παραίσθηση της ποίησης
και η έρημος που εκτείνεται,
ποιο πεγιότ ντιεγκίτο να μας αναπαύσει;
Με τις καρδιές τρυπημένες
απ’ το πλαστικό
και την λάσπη κάθε Αζτέκου τραπεζίτη που θα με αμφισβητήσει.

ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ:
o φτωχός γεροχασίκλας θα κοιμηθεί με τα χέρια στο χώμα.
τα σύννεφα τώρα θα δρέψουν τους καρπούς της απώλειας.

ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ:
Είμαστε γιοι της βροχής.
τα δάκρυα είναι οι φωνές των αγίων.

σαρώνουμε τον αυτοκινητόδρομο της τρέλας και της αγάπης.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s