Το κρυστάλλινο βουνό (Φώντας Φ.)

Εκείνο που μισούσα περισσότερο απ’ όλα στη δουλειά μου ήταν το καθάρισμα που έπεφτε όταν έκλεινε το μαγαζί. Το ωράριο ήταν έξι ώρες τη μέρα, έξι μέρες τη βδομάδα, κυλιόμενο ωράριο και λίγα λεφτά. Αυτό όμως δε με απασχολούσε και πολύ. Χρειαζόμουν τον μισθό για να πληρώνω το ενοίκιο. Και εκτός απ’ αυτό ξόδευα πολλά χρήματα για να βλέπω την κοπέλα μου, η οποία κατοικούσε σε διαφορετική πόλη από εμένα.

Χάρηκα πολύ όταν μου ανακοινώθηκε η πρόσληψη μου, επιτέλους θα αισθανόμουν παραγωγικός και θα γέμιζα έστω λίγο το πορτοφόλι μου. Στην πραγματικότητα το μόνο που με δυσσαρεστούσε ήταν πως δούλευα συχνά απογευματινό πόστο. Όσοι υπάλληλοι απασχολούνταν σε αυτό ήταν υπεύθυνοι να καθαρίσουν το μαγαζί για εκείνους που θα άνοιγαν την επόμενη μέρα. Πολλές φορές καθάριζα βράδυ και ερχόμουν το πρωί να πιάσω πάλι δουλειά, με ένα φλιτζάνι καφέ στο χέρι και με μια φάτσα που μαρτυρούσε έλλειψη ύπνου.

Μην φανταστείτε πως γκρινιάζω αδίκως, το καθάρισμα ήταν απαιτητικό γιατί πουλούσαμε κυρίως τροφές. Τι τροφές δεν ήξερα. Ήξερα μόνο πως κάθε δευτέρα ερχόταν ένα φορτηγό και παρέδιδε στον διευθυντή μου μερικά σακιά, τα οποία εμείς, δηλαδή συνήθως εγώ που ήμουν και ο πιο νέος υπάλληλος, τακτοποιούσαμε σε ράφια. Συχνά κάποιο σακί σκιζόταν και διάφορα πράγματα, όπως σκόνες, ξηρή τροφή και άλλες πιο άγνωστες τροφές που δεν είχα ξαναδεί ποτέ και που πάντα μοιάζανε ή πολύ ώριμες ή πολύ άγουρες σκορπίζονταν κάτω. Τότε έπρεπε να καθαρίσουμε σχολαστικά ξανά και ξανά.

Εκτός απ’ τις τροφές ένα άλλο ζήτημα που με απασχολούσε ήταν οι πελάτες, η παρουσία των οποίων ήταν σπάνια στο χωμένο σε ένα στενό, μικρό μαγαζί μας. Για την ακρίβεια δύο ή τρεις πελάτες τη βδομάδα ερχόντουσαν και συζητούσαν με το διευθυντή μου, αγόραζαν μερικά σακιά και έφευγαν. Με εμάς δεν μιλούσαν ποτέ. Θα έλεγα μάλιστα πως μας απέφευγαν. Μόνο μια φορά είχα προσέξει έναν νεαρό πελάτη που είχε μπουκλωτά ξανθά μαλλιά, να με κοιτάει μέσα απ’ τα γυαλιά ηλίου του και να χαμογελάει με έναν τρόπο που θύμιζε λύπη. Δεν έδωσα σημασία σε αυτό το περιστατικό, άλλωστε δεν ήμουν ιδιαίτερα περήφανος για τη δουλειά μου, ούτε μου άρεσε ιδιαίτερα και όσο λιγότερα ασχολιόντουσαν μαζί μου οι πελάτες τόσο καλύτερα.

Μετά από μερικούς μήνες σταθερής εργασίας κι όταν πια οι υπόλοιποι υπάλληλοι με δέχθηκαν σα δικό τους, ο διευθυντής μας ανακοίνωσε πως το κατάστημα θα έκλεινε μερικές μέρες, ίσως και μία βδομάδα. Θα παίρναμε λοιπόν όλοι υποχρεωτικά εφτά μέρες άδεια τις οποίες θα τις πληρωνόμασταν με το διπλάσιο μεροκάματο.
Έλαβα σε μετρητά το οφειλόμενο ποσό και αμέσως ένιωσα πανέμορφα. Ήταν σαν να μου δίνανε επιδοτούμενες διακοπές. Η πρώτη μου σκέψη ήταν να περάσω μερικές μέρες με την κοπέλα μου κι αυτό επιδίωξα. Μα δυστυχώς εκείνη απέρριψε την πρόταση μου. Είχες δουλειές και διάβασμα έλεγε! Απογοητεύτηκα πολύ. Το γεγονός πως δεν ήθελε να με δει σε τόσο ευνοϊκές συνθήκες με έκανε να σκεφτώ για ακόμα μια φορά τις προοπτικές που θα μπορούσε να έχει μια τέτοια σχέση.

Η απογοήτευση μου με οδήγησε να βρω καταφύγιο στα μπαρ της πόλης μου με έναν καλό φίλο, το όνομα του οποίου δε θα παραθέσω. Ξεκινήσαμε το βράδυ μας με μερικές μπύρες και έπειτα εκείνος ενδιαφέρθηκε να μάθει αν ήμουν διαθέσιμος να συνεχίσουμε μέχρι πρωί. Δεν είχα τίποτα καλύτερο να κάνω και δέχτηκα. Ακολούθησε ένα δυνατό δίωρο χορού σε ένα απ’ τα γνωστά κέντρα της πόλης, κοντά στην μεγάλη λεωφόρο των δυτικών προαστίων.

Εκεί γνώρισα και μια κοπέλα, το όνομα της οποίας επίσης δεν ενδιαφέρει κανέναν. Στην αρχή ανταλλάξαμε δύο τρεις κουβέντες ενώ παραγγέλναμε τα ποτά μας. Με κέρασε ένα σφηνάκι και την κέρασα και εγώ ένα. Έμοιαζε εμφανισιακά με την κοπέλα μου, μόνο που ήταν πιο χαρούμενη, πιο γελαστή. Μου άρεσε αυτό και ενώσαμε τις παρέες μας. Ο φίλος που είχα φέρει μαζί μου περισσότερο ενδιαφερόταν για τα ποτά του μαγαζιού, πολλά απ’ τα οποία ήταν κερασμένα από εμένα. Ωστόσο υπήρχε ευχάριστη ατμόσφαιρα και καθόλου άσχημα δεν πέρναγα.

Καθώς πέρναγε η ώρα και ο κόσμος έφευγε σιγά σιγά απ’ το μαγαζί, η κοπέλα την οποία είχα πλησιάσει ανταποκρίθηκε θετικά στις κινήσεις μου. Γεύτηκα έπειτα χείλη της που είχαν μια γεύση γλυκού εμποτισμένη με αλκοόλ. Μου έκανε ένα ξεκάθαρο, κάποιοι θα λέγανε πρόστυχο νεύμα να την ακολουθήσω προς τις τουαλέτες.

Πήγα από πίσω της και ίσως λόγω του ενθουσιασμού μου, αμέσως την προσπέρασα και προπορεύτηκα. Έκανα να ανοίξω την πόρτα. Δεν ήμουν προετοιμασμένος για ό,τι θα ακολουθούσε. Θέλω να με πιστέψετε σε αυτό, είμαι ψύχραιμος και λογικός άνθρωπος που ποτέ δε θα έλεγε ψέματα.

Το χέρι μου ακούμπησε το πόμολο της πόρτας και έκανε να το γυρίσει, αλλά εκείνη την ώρα η πόρτα άνοιξε από μέσα. Είδα ένα μοβ κοστούμι και μια ακριβή γραβάτα.

Έπειτα πρόσεξα το κεφάλι.

Έμοιαζε σαν να είχε χάσει το μισό του σχεδόν κρανίο σε κάποιον πυροβολισμό, μια τεράστια μαύρη τρύπα υπήρχε εκεί που θα έπρεπε να είναι το μάτι του, ενώ το μεγαλύτερο τμήμα του σαγονιού του είχε κοπεί. Κομμάτια έσταζαν στο έδαφος. Δεν ήμουν σίγουρος αν ήταν κάποια προχωρημένη μεταμφίεση ή κάποιο πλάσμα που όμοιο του ή πιο αισχρό δεν είχε συναντήσει ποτέ άνθρωπος. Άπλωσε το χέρι του προς τα εμένα. Ήταν φυσιολογικό το μπράτσο του, μα οι άκρες των δαχτύλων του ήταν οι μισές καμένες. Σε κάποια σημεία των δαχτύλων τα κόκαλα είχαν τρυπήσει το δέρμα κι άλλα κοίταζαν προς τον ουρανό ενώ άλλα προς τη γη.
«Τελείωσα εγώ, σειρά σου», μου είπε και με χτύπησε φιλικά στον ώμο. Έπειτα χάθηκε στο πλήθος.

Η κοπέλα ήρθε σε μένα, μα όταν με είδε τόσο χλωμό, λευκό σαν άσπρο περιστέρι, αμέσως με ρώτησε αν ήμουν άρρωστος. «Λυπάμαι» της είπα εξηγώντας ευγενικά πως δεν επρόκειτο να γίνει κάτι με εμάς τους δύο. Έδειχνε να το καταλαβαίνει.
Άρπαξα έπειτα το φίλο μου απ’ τον ώμο του και του ανακοίνωσα πως ήταν άμεση ανάγκη να φύγουμε απ’ το μαγαζί. Έδειξε ενοχλημένος αλλά ήταν πρόθυμος να με συνοδεύσει. Αφού βγήκαμε έξω με ρώτησε τι μου συνέβαινε. Του είπα για τον άνθρωπο που είδα. Η σκέψη του ήταν μήπως ήμουν νηστικός ή μήπως επρόκειτο για κάποιον καρνάβαλο, κάποιον γελωτοποιό ή μασκαρά εκτός εποχής. Σε κάθε περίπτωση με κορόιδεψε λίγο για την αποτυχία μου με τη γυναίκα με την οποία με είχε δει. Με ρώτησε τι θα κάναμε το υπόλοιπο βράδυ κι αν είχα όρεξη για ύπνο.

Εγώ δε νύσταζα λόγω της υπερέντασης. Αναρωτήθηκε αν θα ήθελα να πάμε μια βόλτα προς το χωριό του, που βρισκόταν στην πραγματικότητα ελάχιστα έξω απ’ τα σύνορα της πόλης μας. Συμφώνησα. Πήραμε το αμάξι του και τραβήξαμε για εκείνα τα μέρη. Μας πήρε λιγότερο από μία ώρα να φτάσουμε. Στο δρόμο παρατήρησα πως τον έπιασε κάτι σαν αλλεργία κι αναρωτήθηκα αν θα ήταν καλή ιδέα να οδηγάει σε τέτοια κατάσταση. «Μην ανησυχείς μου είπε», «Δεν είμαι άρρωστος απλά έχω πίει λίγο σκόνη».

Τον ρώτησα για τι πράγμα μιλούσε. Μου αποκάλυψε τότε πως στο μαγαζί που είχαμε πάει είχε δοκιμάσει ένα ναρκωτικό, το οποίο εγώ θα καταλάβαινα καλύτερα με το όνομα κρυσταλλική σκόνη ή κάπως έτσι. Ήταν διεγερτικό. Μάλιστα είχε αγοράσει και λίγο και το είχε μαζί του. Εκνευρίστηκα λίγο απ’ την ανωριμότητα του να οδηγεί έχοντας κάνει χρήση και ταυτόχρονα έχοντας πράγματα μαζί του που θα μπορούσαν να μας μπλέξουν με την αστυνομία, αν για παράδειγμα μας σταματούσε η τροχαία για έλεγχο. Σιγά σιγά όμως χαλάρωσα και μέχρι να φτάσουμε τον είχα συγχωρέσει. Σκεφτόμουν μάλιστα να δοκιμάσω και εγώ λίγο, αν και η εικόνα που είχα δει στο μαγαζί που είχαμε βγει με ωθούσε να απορρίψω τον πειρασμό.

Μπήκαμε στο σπίτι. Ο φίλος μου συνέχισε να φτερνίζεται. Τον ρώτησα μήπως έχει τελικά κάποια αλλεργία. Εκείνος απάντησε πως δεν ήξερε. Έπειτα άρχισε να ξύνει το χέρι του. Διαπίστωσα τότε πως είχε αποκτήσει ένα μικρό κόψιμο στα ρούχα του κατά τη διάρκεια του ταξιδιού μας. Για την ακρίβεια όχι κόψιμο όσο καψίματα σαν από αναπτήρα ή κερί. Απόρησα.

«Δεν είμαι καλά», μου ανακοίνωσε λίγο μετά. Το είχα καταλάβει. Πλέον με κοίταζε με δύο διαφορετικά μάτια ή έτσι μου έμοιαζε. Το ένα μάτι με κοίταζε κανονικά. Το άλλο έμοιαζε σαν να είχε μετακινηθεί προς τα πάνω και να κοιτάζει το ταβάνι. Ποιος ξέρει ίσως να ήταν κάποια αλλεργική αντίδραση. Του πρότεινα να βγει λίγο να τον χτυπήσει κρύος αέρας. Συμφώνησε και βγήκε. Πρώτα όμως μου είπε, «Σου αφήνω αυτό εδώ» και μου άφησε ένα σακουλάκι με μερικούς λευκούς κρυστάλλους πάνω στο ξύλινο τραπέζι, που χρειαζόταν επειγόντως καθάρισμα.

Έλειπε για κάποια ώρα ο φίλος μου. Εγώ βαριόμουνα. Δεν είχα και σήμα στο τηλέφωνο για να μπω λίγο στο ίντερνετ και να δω αν έχω κάποιο μήνυμα. Ούτε μουσική μπορούσα να βάλω και επιπλέον έπιασε και ένας δυνατός αέρας που τον άκουγες να σφυρίζει.

Όλα αυτά με ώθησαν να αναζητήσω το φίλο μου. Άρχισα να τον ψάχνω στο ισόγειο αλλά δεν ήταν πουθενά. Αποφάσισα πριν βγω έξω να ανέβω και στον πάνω όροφο μήπως τυχόν είχε πάει εκεί για να κοιμηθεί χωρίς να μου το πει. Πάνω όμως δεν ήταν τίποτα. Κοίταξα απ’ έξω το τζάμι. Είχε αρχίσει να βρέχει. Ακούστηκε ο ήχος ενός κεραυνού. Τρόμαξα αλλά συγκρατήθηκα. Στο βάθος είδα τα φώτα ενός αυτοκινήτου να έρχονται όλο και πιο κοντά στο σπίτι.

Κατέβηκα κάτω. Θα έβγαινα να τον ψάξω σε λιγάκι. Δεν υπήρχε λόγος βιασύνης. Άλλωστε έβρεχε και δεν τα ήξερα καλά αυτά τα μέρη. Αν έβγαινα υπήρχε κίνδυνος να χαθώ σε έναν ξένο τόπο. Πέρασε ώρα.

Τελικώς αποφάσισα να ενδώσω. Πήγα προς το σακουλάκι και το περιεργάστηκα. Έπειτα έβγαλα μερικούς απ’ τους πιο μεγάλους κρυστάλλους έξω. Καθάρισα βιάστηκα το τραπέζι και τους τοποθέτησα πάνω του. Όταν όλα ήταν έτοιμα για να δοκιμάσω και εγώ μια πολύ γενναιόδωρη ποσότητα που είχα σερβίρει, παρατήρησα πως η βροχή είχε επιτέλους κοπάσει. Πήρα το δίκαιο μερίδιο μου και περίμενα να δω την επίδραση. Δεν ένιωθα να αλλάζει κάτι. Δοκίμασα λίγο ακόμα, αλλά τίποτα. Ήμουν πολύ απογοητευμένος και απλά κάθισα να ακούσω τις σταγόνες της βροχής περιμένοντας υπομονετικά το φίλο μου. Για κάποιο λόγο το μυαλό μου πήγε στον τύπο που είχα δει ή μάλλον στο πλάσμα που είχα δει στο μαγαζί, εκείνο το φρικτό, απαίσιο πλάσμα που ήθελα να βγάλω απ’ τη μνήμη μου.

Ακούστηκε ένας κεραυνός και αποφάσισα πως αυτό ήταν, θα έβγαινα να βρω το φίλο μου. Έκλεισα την πόρτα πίσω μου και ευτυχώς τον είδα να ανηφορίζει προς τα εμένα. Έμοιαζε άρρωστος ή μάλλον γερασμένος. Δεν ξέρω τι του είχε συμβεί μα έδειχνε σα να είχε ζήσει κάποιον φρικτό εφιάλτη. Του φώναξα να έρθει προς το μέρος μου, μα αυτός με αγνόησε, του ξαναφώναξα. Δεν αντέδρασε ούτε και τώρα. Κινήθηκε προς την πόρτα και με προσπέρασε. Την άνοιξε και φώναξε πως πρέπει να φύγουμε αμέσως, πως είναι θέμα ζωής και θανάτου. Του είπα πως συμφωνώ να αποχωρήσουμε μα εκείνος αντέδρασε σαν να μην είχε ακούσει κανέναν. Έπειτα προχώρησε προς το βάθος του σπιτιού και τον άκουσα να ουρλιάζει.
«Δεν έγινε τίποτα», του είπα. «Μη φοβάσαι χρησιμοποίησα λίγο από αυτό που είχες «, πρόσθεσα.

Μέσα στον πανικό του με αγνόησε και πάλι, ήταν σα να μην υπήρχα γι’ αυτόν. Του φώναζα μα αυτός είχε καθίσει στον καναπέ και είχε το κεφάλι του ανάμεσα στα χέρια. Έκλαιγε; Ναι έκλαιγε. Ρώτησα το γιατί μα δεν πήρα καμία απάντηση. Τότε ξαφνικά είδα τα μάτια του να γυαλίζουν σα να είχε συνειδητοποιήσει μόλις κάτι πολύ σημαντικό, σα να είχε μια ανακοίνωση να κάνει που ήταν το μοναδικό που στα αλήθεια τον απασχολούσε στη ζωή του. Έτρεξε προσπερνώντας με και μπήκε στο αμάξι του. Τον είδα να επιταχύνει προς κάτι άλλα φώτα που φαίνονταν μακρυά μας. Με είχε παρατήσει εδώ.

Βέβαια δεν ήταν και τόσο άσχημο μέρος, θα μπορούσα να το κάνω μέχρι και μόνιμο σπίτι μου. Χαμογέλασα. Ναι έτσι θα έκανα. Θα έμενα για πάντα εδώ. Ήταν ένα ωραίο βράδυ, ακόμα και το περιστατικό με το πλάσμα στις τουαλέτες μου φαινόταν τώρα πολύ διασκεδαστικό.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s