Μικρό μοτέρ της Αραβίας (Michel Bulteau)

Μικρό μοτέρ της Αραβίας
δεν είναι το παράπονο σου
που λες στα φοινικόδεντρα
δεν είναι ούτε οι έγνοιες σου
που θες να τα κάνεις να τις μοιραστούν
Μικρό μοτέρ της Αραβίας
απλά
όταν βρίσκεις τη γη πολύ ξερή
κάνεις ν’ ακουστεί η φωνή σου
Μικρό μοτέρ
ήταν όταν χάραζε στο Μαρίμπ
που θέλησες να ξυπνήσεις τη Μπαλκίς

Μικρό ήρεμο μοτέρ της Αραβίας
αναγκάζεις τα πνεύματα να περιμένουν στην ουρά
τοποθετείς τα βουνά
στο σωστό τους μέρος
συνθέτεις γκαζάλ
προς τιμήν νταλικιέρηδων-σουλτάνων
Μικρό μοτέρ
δε σε κοροϊδεύω
Μικρό μοτέρ
θα πρεπε να σε μισώ
οι χτίστες των παλατιών με αλαβάστρινες σκεπές
δε γνωρίζουνε το χτύπο της καρδιάς σου
Μικρό μοτέρ
το εκμεταλλεύεσαι
δε θες να σκεφτώ
τον ιμάμη συλλέκτη πράσινων παραθύρων


Σ’ αυτό το καφέ στο Άντεν οι ανεμιστήρες στο ταβάνι αναδεύουν τη θερμή συζήτηση,
αυτό το καφέ με τα μπλε πλακάκια
όπου νεαροί απ’ την Αβησσυνία τρώνε παγωτά μοντέρνας τέχνης.
Ο νεαρός στο τραπέζι μου αφήνει κάτω τα κλειδιά του,
έκοψε το αριστερό του μάγουλο στο ξύρισμα το πρωί.
Άντεν, παρηκμασμένο λιμάνι, ξεπερασμένο απ’ τη Χοντέιντα,
κόκκινη καρέκλα στέκεται με τρύπες,
εδώ δε νιώθω πως το Άντεν έχασε τον πόλεμο,
τ’ όνομα του Αλλάχ αντηχεί καθώς περπατώ μέσα απ’ τα κουρασμένα αποικιοκρατικά σπίτια,
τα αμάξια γέρνουνε επώδυνα,
τι μπορούν να κάνουν οι μάταιες λέξεις μπρος στην υπέρτατη άρνηση του Άντεν;
Στο Άντεν που τα κοράκια κουνάνε τα κεφάλια τους και τα κεφάλια τους δεν πέφτουν.
Το Άντεν δε δέχεται καμία θεωρία.
Δε σου ζητά να του επαναλάβεις πως ποτέ δεν κάνει λάθος.
Τ’ αυτοκίνητα κυκλώνουν το μαύρο βουνό, εξαφανίζονται σαν τις λέξεις του τέλους.
Γιγάντια δάχτυλα περνούν μπροστά απ’ τα μάτια μου,
αρχαίοι καπνιστές, καυχησιάρηδες χωμένοι σε πολυθρόνες, δάχτυλα χτυπούν τα μπράτσα,
τα κίτρινα ταξί του Άντεν μεταφέρουν μακριά την ανία μου μεγεθυμένη σε φιλμ των 35 mm.
Διακίνηση όπλων κάτω απ’ το νεκρό νερό του καλοκαιριού,
χρονολογημένα απ’ τον καιρό του θυμού μου, έναν θυμό που δε μπορώ να κατευνάσω ούτε καν μέσα σε τέμενος.
Λάθος δρόμος της βραδύτητας, μπλε πέρασμα, με, σαν προφύλαξη: να μην αφήνεις το πτώμα κάποιου στα ερωτικά γράμματα,
οι καμήλες κάθονται στη βρώμα σαν εικόνες της ζέστης,
στις δεξαμενές του Άντεν δυο έφηβοι γυμνοί μέχρι τη μέση κάνουν πόζες του Κουνγκ Φου,
εδώ το χαρτί βρωμίζει γρήγορα, λίγο πιο σκισμένο,
απ’ τους διανοούμενους της στρογγυλής Δύσης,
σ’ έναν δρόμο χωρίς άδειες κοιλιές, οι εναέριοι άντρες έχουν χάσει τη μπλε Κάρτα,
δεν τους έχουνε μείνει βλέφαρα για να τους προστατέψουν από
τα αφιλόξενα σχόλια και τις συμπτώσεις,
όπου εδώ τολμούν να μπουν οι γυναίκες μπρούμυτα, τα φωτοστέφανα που δάγκωσαν οι σκύλοι,
τα γυαλισμένα παπούτσια των μεταφραστών που πια δεν έχουν καταφύγιο,
εσύ με οδηγείς, με την πραγματεία σου πάνω στη στίξη ανά χείρας,
εσύ με οδηγείς στο κέντρο των άλλων,
εσύ με οδηγείς,
έχουμε γυρίσει όλο το Άντεν,
πώς να στο πω;
να μην αγαπάς πια τα γλυκά νάζια,
να μην αγαπάς κανέναν,
ν’ αγαπάς,
μα ναι
ν’ αγαπάς τις αιχμηρές γωνίες, τους μάγους που δεν ξέρουν πια πως να μιλούν,
πόλεμε, έχεις αφήσει στην άκρη τ’ αεροπλάνα σου, τα πολυβόλα σου, τους αγράμματους στρατιώτες σου με τα μπλουζάκια σε χρώμα κουτσουλιάς,
Άντεν, σ’ έχουν λεηλατήσει, εσένα που καμία αθωότητα δε σου χε απομείνει.

μετάφραση: Άλεξ Κοάν

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s