Η κούκλα που ξύπνησε από έναν εφιάλτη (Case Oxmann)

«Άουτς!» φώναξε καθώς ένα γυαλί από το σπασμένο μπουκάλι μπύρας τρύπησε την παλάμη, ενόσω το μάζευε. Τα πιτσιρίκια που μόλις είχαν φύγει από το μαγαζί είχαν παρατήσει το τραπέζι τους σε πολύ κακή κατάσταση. Σπασμένο μπουκάλι, χυμένα αναψυκτικά, πεταμένα τσιπς. «Μαλακισμένα πιτσιρίκια», μουρμούρισε και σκούπισε το ματωμένο χέρι της με μια χαρτοπετσέτα. Έριξε λίγο νερό στο χέρι της και πέρασε ένα τσιρότο από πάνω ώστε να μπορέσει να συνεχίσει τη δουλειά της. Στα γρήγορα σκούπισε το τραπέζι με ένα βρεμένο πανί και μάζεψε τα πατατάκια και τα γυαλιά με τη σκούπα. Κοίταξε την ώρα στο ρολόι που στεκόταν στον τοίχο πίσω από το μπαρ της. Ήταν ένα λιτό ρολόι με τις ώρες γραμμένες στα λατινικά. Τόσο οι ώρες όσο και οι δείκτες είχαν στολιστεί με μπλε νέον, έτσι ώστε να ταιριάζει με την διακόσμηση του υπόλοιπου μπαρ. Τρεις παρά πέντε. Σε μία ώρα και πέντε λεπτά σχολούσε. Πήρε μια μπύρα από το μικρό μωβ ψυγειάκι πίσω της. Δεν χρειαζόταν ποτήρι, πάντα από το μπουκάλι έπινε. Κάτω από τον πάγκο είχε αφημένο το πακέτο με τα τσιγάρα της. Πάντα κάπνιζε όταν έπινε. Γενικά κάπνιζε πολύ, αλλά με το ποτό για συντροφιά ακόμα περισσότερο. Ρούφηξε τον καπνό της πρώτης τζούρας και έπειτα από λίγο τον φύσηξε. Ο καπνός σχημάτισε ένα μικρό συννεφάκι το οποίο εξανεμίστηκε γρήγορα, αφήνοντας μια θολούρα κάτω από το μωβ φως των νέον λαμπών του ταβανιού.

Σάββατο βράδυ. Αραιωμένος ο κόσμος στην Πολυτεχνείου. Άλλοι περπατούσαν με ομπρέλες στα χέρια λόγω της βροχής, άλλοι ξερνούσαν τα μπόμπα ποτά που ήπιαν στα κωλόμπαρα, και άλλοι πήγαιναν από μαγαζί σε μαγαζί για δεύτερο και τρίτο γύρο. Το κέντρο ήταν πλέον το μοναδικό μέρος της πόλης όπου έβλεπες παντού καλοντυμένο κόσμο να πηγαίνει στη δουλειά του και να διασκεδάζει σα να μην τον νοιάζει το αύριο. Βέβαια, υπήρχαν μπάτσοι σε κάθε γωνιά. Τα πανελλαδικά επεισόδια του 2021 έκαναν την κυβέρνηση να κηρύξει τη χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και να βγάλει το στρατό στους δρόμους. Δέκα χρόνια είχαν περάσει από τότε και τα σώματα ασφαλείας ήταν ακόμα εκεί. Όχι πως την ένοιαζε ιδιαίτερα βέβαια. Μια απλή μπαργούμαν ήταν που έβγαζε το μερτικό της. Δεν ήταν πολλά τα λεφτά, αλλά αρκετά για να τη συντηρούν. Έτσι πίστευε.

Ένας μεσαίου αναστήματος μαυρομάλλης άντρας με κακοξυρισμένο μούσι και μαύρο αδιάβροχο φάνηκε να έρχεται προς το καφέ-μπαρ. Αφού σκούπισε τις μπότες του στο μουσκεμένο πατάκι, άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα. Έβγαλε το αδιάβροχο και το κρέμασε στον καλόγερο αριστερά της εισόδου.

«Χασάν! Πώς κι από δω τέτοια ώρα;»

«Από τις εννιά μέχρι τις δυόμιση δούλευα κάτι κυβερνοϋλικά που μου παρήγγειλε ένας τύπος για το προσθετικό χέρι του. Παραδόξως, δεν με ‘πιανε ύπνος και είπα να’ ρθω μια βόλτα από δω», είπε καθώς έκατσε σε ένα από τα σκαμπό μπροστά από τη μπάρα.

«Α, ναι; Τι προσθετικό;» ρώτησε με ενδιαφέρον.

«Μάρσικ».

«Μάρσικ;» ρώτησε με μερική έκπληξη. «Φραγκάτος πρέπει να ‘ταν».

«Δε νομίζω. Για να έρθει σε μένα για σέρβις, το προσθετικό θα ‘ναι του παραεμπορίου. Στους Αμπελόκηπους βρίσκεις τόνους τέτοια».

«Δεν πάω εκεί».

Γέλασε στα λόγια της. «Α, ναι, ξέχασα. Εσύ είσαι της υψηλής κοινωνίας».

«Λέγε τι θα πιεις τώρα και άσε την ειρωνεία», απάντησε με χαμόγελο στο πείραγμά του.

«Βάλε μια σκέτη βότκα».

«Έγινε!»

Πήρε ένα παλιομοδίτικο ποτήρι από αυτά με την παχιά βάση και αφού πέταξε δύο παγάκια μέσα το γέμισε μέχρι τη μέση και παραπάνω με πάγο. «Στην υγειά σας, κύριε Χασάν!»

«Στην υγειά σου, κυρία Σάντυ!» είπε και τσούγκρισε το ποτήρι του με τη σχεδόν τελειωμένη μπύρα της.

Με μια ρουφηξιά η Σάντυ τέλειωσε όλη την μπύρα και πέταξε το μπουκάλι στο καφασάκι με τα άδεια. Έβγαλε άλλη μία από το ψυγείο.

«Τι άλλα νέα;» ρώτησε προσπαθώντας να ανοίξει κουβέντα.

«Τα ίδια. Είχαμε κάτι μικροεπεισόδια πάνω στην Κασσάνδρου μεταξύ αντιεξουσιαστών και μπάτσων. Τίποτα παραπάνω από έναν σύντομο πετροπόλεμο όμως», απάντησε εκείνος με ένα ψυχρό ύφος σαν αυτά των δημοσιογράφων στις ειδήσεις.

«Μαλάκες και οι δυο τους», μουρμούρισε εκείνη.

«Και οι δυο τους;» ρώτησε εκείνος με έκπληξη.

«Αχ, Χασάν, δεν θέλω να ξανακάνω αυτή την κουβέντα μαζί σου, ξέρεις πως δεν θα βγάλει πουθενά».

«Ας μην έκανες εκείνο το σχόλιο τότε», μουρμούρισε καθώς ρούφηξε δύο γουλιές από τη βότκα του. Τα παγάκια είχαν σχεδόν λιώσει. Έξω η βροχή δεν σταματούσε. Το νερό είχε γεμίσει τις λακκούβες των πεζοδρομίων μετατρέποντάς τες σε λίμνες. Η αντανάκλαση των νέον φώτων πάνω στον βρεγμένο δρόμο του προσέδιδε μια ανοιχτή μπλε και ροζ απόχρωση. Περισσότερο φως έδινε ο δρόμος, παρά ο δημόσιος φωτισμός.

Η Σάντυ πήρε από το πακέτο το τελευταίο τσιγάρο και το άναψε φυσώντας τον καπνό προς τα πάνω. Έκανε έναν μορφασμό καθώς ένιωσε έναν πόνο στον αριστερό ώμο της. Άφησε το τσιγάρο να κρέμεται από τα χείλη της, καθώς τοποθέτησε τη δεξιά παλάμη της πάνω στο ρομποτικό εξάρτημα προσπαθώντας μάταια να ανακαλύψει την πηγή του πόνου.

«Πονάς;» ρώτησε ο Χασάν που κατάλαβε τι συνέβαινε.

«Όχι, της στιγμής ήταν», είπε εκείνη και μάζεψε κατευθείαν το χέρι της από κει.

«Αν το αφήσεις έτσι, να ξέρεις πως θα χειροτερεύσει. Πόσο καιρό έχεις ν’ αλλάξεις εξαρτήματα;»

«Ποτέ δεν έχω αλλάξει».

Την κοίταξε έκπληκτος. «Πόσο καιρό το φοράς;»

Πήγε ν’ απαντήσει άλλα το μυαλό της κόλλησε. Περίεργο. Δε θυμόταν πότε είχε κάνει την εγχείρηση. Προσπάθησε να ανατρέξει στο παρελθόν μπας και θυμηθεί, αλλά τίποτα. Σα να είχε σβηστεί η ανάμνηση από το μυαλό της. «Δε, δε θ-θυμάμαι», ψέλλισε.

«Δουλεύεις πολλές ώρες μάλλον», μουρμούρισε εκείνος. «Προσπάθησε να ξεκουράζεσαι περισσότερο και κόψε τη φούντα».

Δεν απάντησε, παρά μόνο τον κοίταξε.

«Θυμάσαι τουλάχιστον τι μάρκα ήταν;» ρώτησε αλλά έσπευσε να συμπληρώσει πριν προλάβει να απαντήσει η Σάντυ: «Βασικά σήκωσε λίγο το μανίκι να του ρίξω μια ματιά».

Εκείνη έκανε όπως της είπε. Έβγαλε τα πλαστικά γάντια και σήκωσε το μανίκι της μπλε εργασιακής μπλούζας ως τον ώμο. Το βιονικό μέρος ήταν καλά σχεδιασμένο εξωτερικά. Από μία πρώτη ματιά δεν καταλάβαινες ότι επρόκειτο για ρομποτικό εξάρτημα. Τα μικρά ανοίγματα ανάμεσα στις αρθρώσεις και οι μικροσκοπικές τρύπες για τις βίδες δεξιά και αριστερά τους ήταν αυτά που πρόδιδαν την προέλευση του εξαρτήματος.

Εκείνος το κοίταξε προσεκτικά. «Έχεις κανένα κατσαβίδι;» τη ρώτησε.

«Ναι, μισό».

Έσκυψε κάτω από το μπαρ όπου υπήρχαν δύο συρτάρια το ένα κάτω από τ’ άλλο. Άνοιξε το δεύτερο. Γεμάτο εργαλεία πεταμένα το ένα πάνω στο άλλο. Το μάτι της έπεσε πάνω σ’ ένα μικρό κατσαβιδάκι χωμένο στη δεξιά γωνία του συρταριού. Το άρπαξε και του το ‘δωσε.

«Ορίστε».

Ξεβίδωσε το ρομποτικό κάλυμμα πάνω από το μπράτσο της. Μία στρώση συνθετικού υλικού φάνηκε από κάτω, που λειτουργούσε ως μονωτής των νευροκαλωδίων. Τα μάτια του εστίασαν πάνω σ’ αυτά. Εκείνη ακολούθησε το βλέμμα του. Υπήρχε μια ανάγλυφη επιγραφή πάνω στο συνθετικό μπράτσο, όχι ιδιαίτερα ευδιάκριτη επειδή είχε το ίδιο χρώμα με αυτό.

«Τι γράφει;» τον ρώτησε.

Εκείνος γύρισε το βλέμμα προς αυτήν. Φαινόταν εν μέρει έκπληκτος.

«Λοιπόν;» ξαναρώτησε.

«Cybergre», απάντησε εκείνος.

Έκπληξη ένιωσε τώρα και κείνη. Ήταν η τελευταία μάρκα που περίμενε ν’ ακούσει.

«Σοβαρολογείς;»

«Εμ τι, πλάκα σου κάνω; Να, δες και μόνη σου!»

Είχε δίκιο. Cybergre έγραφε η επιγραφή. Μα πως ήταν δυνατόν να φοράει εξάρτημα εταιρίας η οποία ειδικεύεται στον αστυνομικό και στρατιωτικό εξοπλισμό; Δεν ήξερε να απαντήσει. Στη μαύρη αγορά τέτοια εξαρτήματα ήταν δυσεύρετα και πανάκριβα. Κόστιζαν ολόκληρες περιουσίες.

«Δ-δεν ξέρω τι να πω», ψέλλισε.

«Ούτε’ γω. Άλλος θα σε περνούσε για πράκτορα, εγώ όχι», μουρμούρισε.

Τον κοίταξε ξαφνιασμένη. «Για πράκτορα;»

«Ε, ναι. Για ποιο άλλο λόγο μια μπαργούμαν θα φορούσε αστυνομικό εξάρτημα;» Ήπιε λίγη βότκα πριν συνεχίσει. «Αν ήσουν πράκτορας, δεν πρόκειται να μου το ‘δειχνες. Τέλος πάντων, αν θες σέρβις, μπορώ να σε βοηθήσω».

«Χασάν-»

«Αν δεν θες βέβαια, κανένα πρόβλημα, η επιλογή είναι δική σου. Απλά, ως φίλος σου προσφέρομαι να κάνω τη δουλειά και να σε γλιτώσω από το να ξοδέψεις τα τρία τέταρτα του μισθού σου στο σέρβις της Σάιμπερ».

«Ευχαριστώ», είπε εκείνη διστακτικά.

«Βράδυ δουλεύεις αύριο;»

«Αύριο έχω ρεπό».

«Έλα από μένα κατά τις δύο. Μέχρι τις τέσσερις θα ‘χουμε τελειώσει».

Ρούφηξε την υπόλοιπη βότκα και άφησε έξι ευρώ πάνω στον πάγκο. «Πέντε κάνει», είπε η Σάντυ. Σήκωσε το χέρι του κάνοντας νεύμα να τα κρατήσει. Έβαλε το αδιάβροχο και βγήκε από το μαγαζί. Έστριψε αριστερά και γρήγορα χάθηκε από το βλέμμα της. Καιρό είχε να δει μετρητά στο μαγαζί. Σχεδόν όλοι πλήρωναν με ψηφιακή κάρτα, μέσω του ψηφιακού ρολογιού τους. Τα μετρητά χρησιμοποιούνταν μόνο από γέρους ή από τον υπόκοσμο.

Δύο ώρες αργότερα, το ιδρωμένο από τη δουλειά σώμα της λουζόταν στα μπλε και πράσινα φώτα των φωτορυθμικών του Downtown. Κουνιόταν στους ήχους της industrial μουσικής ανάμεσα στους αγνώστους που την περιτριγύριζαν. Το μαγαζί ήταν ένα από τα χειρότερα αφτεράδικα στην πόλη. Από αυτά όπου δεν ξέρεις αν το ποτό που πίνεις είναι βότκα ή αμόλυβδη. Δεν μπορούσε να κάνει κι αλλιώς όμως. Την άλλη βδομάδα πληρωνόταν, και τα λεφτά που της είχαν μείνει μετά βίας έφταναν για το φαΐ της βδομάδας. Είχε ζήσει μέρες που έτρωγε κρυφά από τα περισσεύματα των σάντουιτς και πιτών που άφηναν οι πελάτες, απλώς και μόνο για να πάει χορτάτη σπίτι και να μη χρειαστεί να ξοδέψει φαΐ. Έδιωξε αυτές τις σκέψεις από το μυαλό της και συνέχισε να κουνιέται στον ρυθμό του τραγουδιού. Ένας μελαχρινός μουσάτος άνδρας την πλησίασε. Φορούσε μαύρο κοντομάνικο μπλουζάκι και ένα σκισμένο τζιν. Σε κλαμπ θα έτρωγε πόρτα με τέτοιο ντύσιμο οπότε είτε από κάποιο ροκάδικο, είτε από κάποια μπυραρία θα ‘ρθε. Δεν φαινόταν πολύ μεγαλύτερος από αυτήν. Ίσως κάνα δυο χρόνια. Άρχισε να χορεύει μπροστά της και να την παρακινεί να συνεχίσει. Εκείνη δέχτηκε. Κουνιόταν και πού και πού τριβόταν δίπλα του. Το ποτό τής είχε ανεβάσει τη διάθεση κατακόρυφα. Ούτε που σκεφτόταν την κομμένη παλάμη, τον πόνο στον ώμο, ή τα έξοδα της βδομάδας. Απλώς χόρευε και διασταύρωνε τις ματιές της με τον μελαχρινό τύπο μπροστά της.

Μία ώρα αργότερα βρισκόταν σπίτι του, όπου πλέον τα κορμιά τους άγγιζαν το ένα το άλλο, όμως χωρίς τα ρούχα αυτή τη φορά. Ο τύπος – Κώστα ή Δημήτρη τον έλεγαν; Δεν θυμόταν – ήταν ξαπλωμένος με τα χέρια του στη μέση της, ενώ αυτή χοροπηδούσε πάνω του. Δεν είχε έρθει σε πλήρη στύση. Φαινόταν στο βλέμμα του ότι δεν το απολάμβανε όσο εκείνη. Έσκυψε το κορμί της προς αυτόν και άρχισε να τον φιλά στα χείλη και στον λαιμό, ενώ ταυτόχρονα συνέχιζε να κουνάει τη μέση της πάνω-κάτω, κάνοντας την ψωλή του να μπαινοβγαίνει γρήγορα μέσα της. Το εγχείρημά της λειτούργησε. Πλέον, ήταν εμφανές πως και κείνος το απολάμβανε περισσότερο. Ο ιδρώτας έσταζε από το μέτωπό του, περνούσε ανάμεσα από τα κατακόκκινα από το χασίσι μάτια του και κατέληγε στο πηγούνι όπου συναντιόταν με τον δικό της. Η βαριά ανάσα του στο λαιμό της, τα χέρια του γύρω από τη μέση της, τα στήθη του που άγγιζαν τα δικά της. Πλέον, δεν έβλεπε παρά μόνο ένιωθε. Τέλειωσε στο στόμα της. «Πάω να πλυθώ», είπε εκείνη. «Πού είναι το μπάνιο;» Εκείνος απλά σήκωσε το χέρι του δείχνοντας δεξιά, πριν αυτό πέσει σα νεκρό κοτσύφι από σφαίρα κυνηγού. Φαινόταν εξαντλημένος. Μπήκε στην τουαλέτα και έκανε ένα γρήγορο ντους. Δεν είχε σκοπό να κοιμηθεί εκεί. Σκουπίστηκε γρήγορα και βγήκε έξω. Τα ρούχα της ήταν πεταμένα στο πάτωμα. Εκείνος είχε πέσει ξερός για ύπνο. Τα δυνατά ροχαλητά του παίζει να ακούγονταν ως το διπλανό τετράγωνο. Πάνω στο γραφείο ήταν παρατημένο το πορτοφόλι του και παραδίπλα ένα πακέτο τσιγάρα. Δειλά-δειλά το άνοιξε, με ελπίδα να βρει τίποτα. Ταυτότητα, επαγγελματική κάρτα, μια χρεωστική και δεκαπέντε ευρώ. Πήρε τα τσιγάρα και τα λεφτά και περπατώντας στις μύτες βγήκε από το διαμέρισμα. Κατέβηκε γρήγορα τις σκάλες με τα παπούτσια στα χέρια και τα φόρεσε μόνο όταν έφτασε στην εξώπορτα. Τράβηξε το χερούλι για να την ανοίξει. Ευτυχώς ήταν ξεκλείδωτη. Ευθεία μπροστά της ήταν η στάση του μετρό. Κατέβηκε γρήγορα τις σκάλες και έφτασε στην αποβάθρα.

Το μετρό είχε ήδη φτάσει. Μπήκε μέσα δίχως να κόψει εισιτήριο από τις ψηφιακές οθόνες. Σπάνια γίνονταν έλεγχοι άλλωστε. Μετά βίας κρατιόταν όρθια από την κούραση. Τα μάτια της έκλειναν από μόνα τους. Έκανε υπομονή. Τριγύρω της ο κόσμος αμίλητος. Άγνωστοι μεταξύ αγνώστων. Την τελευταία δεκαετία η Θεσσαλονίκη κατάφερε να μεταμορφωθεί, όσο δεν είχε τους προηγούμενους δύο αιώνες. Προς το χειρότερο φυσικά. Πλην της παραλίας, του κέντρου, των Πανεπιστημίων και φυσικά της Καλαμαριάς, όλες οι άλλες περιοχές είχαν γίνει άβατες. Τουλάχιστον έτσι έλεγαν στις ειδήσεις. «Στάση Βαρδάρης», είπε η ηλεκτρονική φωνή από τα μεγάφωνα. Βγήκε από το μετρό και ανέβηκε τις ηλεκτρικές σκάλες. Είχε σχεδόν ξημερώσει. Προχώρησε ευθεία στη Μοναστηρίου και έστριψε δεξιά, όπου χώθηκε μέσα στα στενά που ήταν γεμάτα από καταστήματα στρατιωτικού και βιονικού εξοπλισμού, ανταλλακτικά και μάντρες με σίδερα. Η πολυκατοικία που έμενε ήταν ευθεία μπροστά της. Ήταν μία παλιά πολυκατοικία διακοσμημένη μόνο με μπετό και τζαμαρίες, νεωτερικού τύπου, από αυτές που είχαν κυριαρχήσει στη μεταπολεμική Ελλάδα.

Το διαμέρισμα της ήταν στον τέταρτο όροφο. Ξεκλείδωσε την πόρτα και μπήκε μέσα. Τα ρούχα της ήταν πεταμένα στο πάτωμα δεξιά και αριστερά. Η άσχημη μυρωδιά των σκουπιδιών διαπερνούσε τη μύτη της. Είχαν μαζευτεί δύο σακούλες, αλλά είχε ξεχάσει να τις πετάξει καθώς έφευγε το απόγευμα. Τις έβγαλε έξω στο μπαλκόνι. Στη γωνία, τα μπουκάλια με τις μπύρες τοποθετημένα σε τριγωνικό σχήμα θύμιζαν κορύνες που περίμεναν κάποιον παίκτη να ρίξει την μπάλα του μπόουλινγκ και να κάνει στράικ. Στα αριστερά του κρεβατιού της ήταν η κουζίνα και παραδίπλα μια μικρή τουαλέτα. Το διαμέρισμα παραήταν μικρό, αλλά δεν μπορούσε να κάνει κι αλλιώς. Τα λεφτά δεν έφταναν για κάτι καλύτερο. Άνοιξε το ψυγείο. Μερικές φέτες κασέρι, τέσσερα βρασμένα αυγά, βρασμένα μακαρόνια και μία εξάδα μπύρες. Άνοιξε μία και ήπιε. Την άφησε στο κομοδίνο και πέταξε τα ρούχα της αφήνοντας μόνο το κάτω εσώρουχο. Ξάπλωσε στο κρεβάτι και κοίταξε το κυβερνορολόι της. Άνοιξε την τρισδιάστατη ψηφιακή οθόνη και σέρφαρε για λίγο στα κοινωνικά δίκτυα. Τίποτα νέο. Οι ίδιες φάτσες να ανεβάζουν τις ίδιες ακριβώς φωτογραφίες στα ίδια μαγαζιά. Αναρωτήθηκε αν πράγματι ήταν τόσο χαρούμενοι όσο έδειχναν. Ήπιε και την υπόλοιπη μπύρα και ρεύτηκε. Δημόσια δεν μπορούσε να το κάνει αυτό. Η αστυνομία θα της έδινε πρόστιμο για προσβολή της δημοσίας αιδούς, ενώ σε μαγαζί θα την κοιτούσαν όλοι σα να ήρθε από άλλο πλανήτη και η κοινωνική πίστωση της θα έπεφτε δέκα μονάδες. Σκεπάστηκε με τη λεπτή της κουβέρτα καθώς ένιωθε τα μάτια της να βαραίνουν.

ΝΤΡΙΝ!

Ο δυνατός ήχος του κουδουνιού την έκανε να πεταχτεί από το κρεβάτι της. Κοίταξε την ώρα. Τέσσερις παρά τέταρτο και οχτώ αναπάντητες κλήσεις, όλες από τον Χασάν.

«Σκατά!» είπε μέσα από τα δόντια της και τα μάτια της τριγύρισαν το κρεβάτι, ψάχνοντας για το σουτιέν της.

ΝΤΡΙΝ!

Το κουδούνι ξαναήχησε. Σήκωσε το θυροτηλέφωνο.

«Ναι;»

«Πού διάολο ήσουν; Από τη μία και μισή σε παίρνω τηλέφωνο και δεν το σηκώνεις! Σου έστειλα και μηνύματα και πάλι ουδεμία απάντηση!»

«Χίλια συγγνώμη, με πήρε ο ύπνος! Σε 2 λεπτά κατεβαίνω».

Συνέχισε το ψάξιμο. Τελικά ήταν κάτω από το κρεβάτι. Το φόρεσε και από πάνω έβαλε ένα μαύρο πρόχειρο συνολάκι φόρμας γυμναστικής. Χτένισε τα κατάμαυρα μαλλιά της μπροστά στον καθρέφτη και έφτιαξε λίγο τις αφέλειες, ώστε να είναι παράλληλες η μία στην άλλη και να καλύπτουν ομοιόμορφα το μέτωπο. Η πράσινη ίριδά της έκανε έντονη αντίθεση με το υδατοειδές που είχε πάρει κόκκινο χρώμα από τον πολύωρο ύπνο. Ή μπορεί και από το χθεσινό χασίσι.

Άνοιξε την παλιά αλουμινένια πόρτα. Ο Χασάν την περίμενε κάτω από το υπόστεγο που σχημάτιζε το ασοβάντιστο τσιμεντένιο μπαλκόνι του πρώτου ορόφου της απέναντι πολυκατοικίας. Έβρεχε. Εκείνος άνοιξε τη διάφανη ομπρέλα του και ήρθε προς το μέρος της. «Πάμε από πάνω», είπε καθώς εκείνη χώθηκε κάτω από την ομπρέλα. Τον κοίταξε παράξενα. Εκείνος φάνηκε να αντιλήφθηκε την απορία της. «Πρόσφυγες από τα περίχωρα πέρασαν τα συρματοπλέγματα και μπήκαν στην πόλη. Τώρα όλο το μετρό έχει γεμίσει μπάτσους που ψάχνουν να τους μαζέψουν». Κούνησε το κεφάλι της. Παλιότερα ήταν πιο επιθετική προς τους πρόσφυγες. Τους έβλεπε ως εισβολείς που διατάραζαν την ήσυχη ζωή του κέντρου. Πλέον, είχε αναθεωρήσει. Η συναναστροφή με τον Χασάν τη βοήθησε να αποκτήσει περισσότερη διορατικότητα για τον κόσμο και τα προβλήματά του.

Το φανάρι άναψε πράσινο. Πέρασαν τις διαδοχικές διαβάσεις της Λαγκαδά και προχώρησαν ευθεία στο πεζοδρόμιο, δεξιά του οποίου κάποτε υπήρχε το Πάρκο των Εθνών, πριν αντικατασταθεί από ένα τετράγωνο πολυκατοικιών και πάρκινγκ. Όταν ήταν μικρή, η μητέρα της την έφερνε σ’ αυτό το πάρκο να παίξει με άλλα παιδιά, ενώ αυτή καθόταν σε ένα παγκάκι παραδίπλα διαβάζοντας κάποιο περιοδικό. Είχε ξεχάσει τα ονόματα των περισσότερων παιδιών πλέον – ακόμα και τις φάτσες τους – με την εξαίρεση της Ιωάννας. Ήταν μία ξανθιά και λεπτή κοπέλα με καστανά μάτια και ίδιο ύψος μ’ αυτήν. Ήταν πάντοτε πρόσχαρη και ευγενική με όλα τα παιδιά. Η φωνή της ήταν το ίδιο γλυκιά με αυτήν. «Αλεξάνδρα, πάσαρε σε μένα», της είχε πει μια φορά που έπαιζαν μπάλα. Είχε σκοράρει στα αντίπαλα δίχτυα – ή μάλλον δέντρα – και πανηγυρικά την είχε αγκαλιάσει. Πού να βρισκόταν τώρα άραγε; Μετά την εξέγερση έχασαν επαφή. Ο τραγικός θάνατος των γονιών της την είχε συγκλονίσει. Για καιρό είχε χάσει επαφή με τον έξω κόσμο. Παράτησε το σχολείο. Την κηδεμονία της είχαν αναλάβει για λίγο καιρό μακρινοί συγγενείς τους οποίους μετά βίας γνώριζε. Το σπίτι τους πέρασε στη δικαιοδοσία αυτών. Το πούλησαν. Τα λεφτά που πήρε η ίδια ήταν ψίχουλα. Σύντομα αναγκάστηκε να βρει δουλειά. Πέρασε από σουπερμάρκετ, κάβες, ντελίβερυ, κωλόμπαρα, μέχρι που κατέληξε στο καφέ-μπαρ Centro.

Συνέχισαν ευθεία στην Αγίου Δημητρίου. Η βροχή είχε δυναμώσει. Οι κάθετοι δρόμοι στα αριστερά ήταν γεμάτοι πεταμένα φρούτα και σπασμένα καφασάκια από το πρωινό παζάρι. Η ξαφνική κακοκαιρία απέτρεψε τον κόσμο να τα μαζέψει και τώρα έστεκαν παρατημένα εδώ και κει περιμένοντας τη βροχή και τον αέρα να τα σκορπίσει. Πήγαινε συχνά στο παζάρι. Ήταν η φθηνή εναλλακτική στα σουπερμάρκετ του κέντρου. Αυτό φυσικά μόνο όταν ξυπνούσε πριν τις δύο το μεσημέρι. Έστριψαν προς την Κασσάνδρου. Αυτός ο δρόμος σηματοδοτούσε τα σύνορα του κέντρου με τις βόρειες περιοχές. Το διαμέρισμα του Χασάν δεν ήταν πολύ μακριά από κει. Η παρουσία αστυνομίας ήταν πιο έντονη στα πρώτα δύο τετράγωνα, έπειτα αραίωνε. Το μαύρο σετ κράνους, αλεξίσφαιρου και επιγονατίδων, σε συνδυασμό με τους εγκατεστημένους στα βιονικά μέρη τους, ασύρματους, τους έκαναν να μη διαφέρουν και πολύ από τον στρατό. Συνέχισαν ευθεία. Στο επόμενο τετράγωνο φάνηκαν οι πρώτες καταλήψεις. Όλη αυτή η περιοχή ελεγχόταν από διάφορες αντιεξουσιαστικές οργανώσεις με φαντεζί ονόματα. ΑΝΤΙΤΕΧ, Μαύρες Γάτες, Κόκκινο Ρόδο. Δεν ήξερε γιατί ήταν τόσες πολλές, αλλά δεν την ένοιαζε κιόλας. Αυτοί οι επαναστάτες ήταν υπεύθυνοι για τον θάνατο των γονιών της. Δεν μπορούσε να ξεχάσει την εικόνα της μολότοφ που έπεσε πάνω στην τζαμαρία του μαγαζιού της μητέρας της και προκάλεσε πυρκαγιά. Ούτε εκείνη ούτε ο πατέρας της πρόλαβαν να βγουν έξω πριν πάθουν ασφυξία. Η εικόνα κυκλοφόρησε σε κάθε κανάλι και ειδησεογραφικό μέσο. Η μολότοφ είχε φύγει από χέρι αντιεξουσιαστή, έλεγαν όλοι. Μόνο οι ίδιοι το αρνούνταν.

Έστριψαν αριστερά σε ένα ανηφορικό στενάκι δίχως οδό. «Εδώ είμαστε», είπε ο Χασάν μετά από λίγα βήματα. Η περιοχή αυτή ήταν γεμάτη ερείπια και εγκαταλελειμμένες πολυκατοικίες, μερικές εκ των οποίων χρησιμοποιούνταν ως καταφύγιο από άστεγους ή και ως εργαστήρια από χάκερς, λαθροπαραγωγούς αλκοόλ και ναρκωτικών, τεχνικούς και διάφορους εξτρεμιστές. Δεν είχε δει ποτέ κάποιο με τα ίδια της τα μάτια, ήξερε μόνο όσα της είχε εκμυστηρευτεί ο Χασάν που έμενε στο ισόγειο ενός διώροφου σπιτιού. Οι πάνω όροφοι κατοικούνταν από οικογένειες μεταναστών που είχαν έρθει με το δεύτερο κύμα. Θαύμα που κατάφεραν να φτάσουν στη Θεσσαλονίκη. Οι περισσότεροι πυροβολούνταν στα σύνορα και όσοι τα περνούσαν τους μάζευαν οι μπάτσοι από το δρόμο.

Ο Χασάν πέρασε μια γκρι κάρτα από το ηλεκτρονικό σκάνερ της πόρτας και αυτή άνοιξε. Τα περισσότερα σπίτια της περιοχής ήταν παλιά και δεν διέθεταν τέτοιες πολυτέλειες. Έτσι ήταν και η πολυκατοικία πριν μετακομίσει ο ίδιος εκεί. Η ηλεκτρονική κλειδαριά ήταν μία από τις πολλές αλλαγές που έκανε για λόγους ασφαλείας. Ευθεία στο τέλος του τσιμεντένιου πατώματος ήταν η σκάλα. Δεξιά ήταν το διαμέρισμα του Χασάν. Η αρχική πόρτα ήταν ξύλινη και δεν σήκωνε ηλεκτρονική κλειδαριά, οπότε είχε αναγκαστεί να εγκαταστήσει άλλη. Ήταν τυχερός που βρήκε μια ατσάλινη πόρτα παρατημένη έξω από έναν σκουπιδοτενεκέ στο κέντρο. Την πήρε σπίτι και την επισκεύασε. Την πρώτη φορά που είχε έρθει σπίτι του, είχε φροντίσει να της αναλύσει κάθε εξάρτημα που βρισκόταν στο χώρο, θαρρείς και ήταν μουσειακό έκθεμα.

Το διαμέρισμα του Χασάν ήταν κι αυτό τόσο μικρό όσο το δικό της. Ένας ενιαίος χώρος ο οποίος περιλάμβανε κρεβατοκάμαρα, γραφείο και κουζίνα και στα αριστερά της ένα μικρό δωματιάκι ως μπάνιο. Τα μπροστινά παράθυρα ήταν σχεδόν μόνιμα σφραγισμένα. Μόνο λιγοστές ακτίνες ηλίου κατάφερναν να τρυπώσουν από τα ανοίγματα των μωβ πλαστικών συρόμενων παντζουριών, φωτίζοντας το σκοτεινό δωμάτιο. Στα ανατολικά υπήρχε άλλο ένα μικρό παράθυρο με θέα τα γειτονικά ερείπια. Ολημερίς το σπίτι φωτιζόταν από τις λάμπες φθορίου. Ποτέ δεν πλήρωνε λογαριασμούς ρεύματος. Μια αυτόνομη ομάδα της περιοχής που αποκαλούνταν ΙΛΕΓΚΑΛΛΕ κατάφερε να κλέψει ρεύμα από τους πυλώνες της Εταιρίας Ηλεκτρισμού και να βάλει μπρος γεννήτριες οι οποίες ηλεκτροδοτούσαν όλη την περιοχή. Φυσικά μόνο για τους υπολογιστές το χρησιμοποιούσαν, δεν τους έπαιρνε να δώσουν φωτισμό σε όλη την περιοχή. Τέσσερις φορές τους έκοψαν το ρεύμα, τέσσερις φορές αυτοί το επανασύνδεσαν.

«Έφαγες;» τη ρώτησε.

«Μπα, τώρα ξύπνησα».

«Φτιάχνω τοστ και για τους δύο μας», είπε και κίνησε προς την κουζίνα, αλλά σταμάτησε μετά από δύο βήματα σα να θυμήθηκε κάτι που είχε ξεχάσει προηγουμένως. Έβγαλε το κυβερνορολόι του και της το πέταξε. Προσγειώθηκε στις χούφτες της. «Πάνε κάτω εσύ και ‘ρχομαι», είπε.

«Ντάξει».

«Καφέ θες;»

«Σκέτο».

Σήκωσε το χαλί μπροστά από το κρεβάτι. Μία κυκλική ατσάλινη πόρτα με χερούλι εσοχής εμφανίστηκε. Δεν διέφερε και πολύ από ένα καπάκι βόθρου. Πάνω στο κέντρο είχε ενσωματωμένο ένα μικρό σκάνερ. Έσκυψε και τοποθέτησε το ρολόι του σε απόσταση τριών εκατοστών από το σκάνερ. Ένας ήχος κλειδαριάς που ξεκλειδώνει ακούστηκε όταν ολοκληρώθηκε η σάρωση. Άνοιξε την πόρτα και κατευθύνθηκε κάτω. Τα φώτα ήταν αναμμένα, το ίδιο και ο υπολογιστής στο βάθος του δωματίου. Το τσιμέντο δεν είχε καλυφθεί ούτε με πλακάκια ούτε με σοβά, στο πάτωμα και στους τοίχους αντίστοιχα. Το δωμάτιο ήταν μικρό. Εκτός από το γραφείο που κάλυπτε όλο το μήκος του τοίχου απέναντί της, ένα τραπέζι γεμάτο εξαρτήματα και μία μικρή βιβλιοθήκη διακοσμούσαν τον χώρο. Προχώρησε. Έκατσε στη μαύρη δερμάτινη γυριστή καρέκλα του γραφείου και έριξε μια ματιά στον υπολογιστή. Είχε τρεις οθόνες, με τρία διαφορετικά φόντα. Η αριστερή απεικόνιζε τους γονείς του και αυτόν στη μέση, αγκαλιασμένοι και με χαμόγελα στα χείλη τους. Έμοιαζε νέος. Υπέθεσε πως ήταν ακόμα μαθητής τότε. Η κεντρική φωτογραφία ήταν τραβηγμένη σε κάποιο μπαρ. Ήταν αυτός με την κοπέλα του. Τι να είχε γίνει αυτή άραγε; Δεξιά η φωτογραφία απεικόνιζε μία ομάδα ατόμων σε μια πλατεία. Δεξιά και αριστερά υπήρχαν τσουβάλια με λαχανικά και όσπρια. Μάλλον κάποιο συσσίτιο σκέφτηκε. Πάνω στο γραφείο υπήρχε ένα τασάκι γεμάτο αποτσίγαρα. Το άδειασε στον κάδο δεξιά. Έβγαλε ένα τσιγάρο και το άναψε. Το βλέμμα της έπεσε πάλι πάνω στην κοπέλα του Χασάν. Ήταν μια κομψή καστανομάλλα νεαρή με καστανά μάτια και καλλίγραμμο κορμί. Φορούσε ένα μαύρο λινό πουκάμισο και από κάτω ένα σκισμένο τζιν. Δεν υπήρχε μαντίλα στα μαλλιά της.

«Όμορφη δεν είναι;»

Σάστισε. Δεν κατάλαβε καν πότε κατέβηκε στο υπόγειο.

«Ναι, είναι πολύ όμορφη. Η κοπέλα σου είναι;»

«Ήταν η αρραβωνιαστικιά μου. Έφαγε σφαίρα μπάτσου στις εξεγέρσεις του Σεπτέμβρη».

«Πώς την έλεγαν;»

«Αναΐτα».

«Ωραίο όνομα».

Της έδωσε το πιάτο με τα δύο τοστ και τον καφέ. Αυτός παραμέρισε τα εξαρτήματα στο τραπέζι και άφησε τον δίσκο του εκεί. Όσο έτρωγαν ήταν αμίλητοι. Τέλειωσε το φαΐ της πιο γρήγορα από εκείνον. Ήπιε δύο γουλιές από τον καφέ. Έκαιγε ακόμα. Ο Χασάν έβαλε την τελευταία μπουκιά στο στόμα του. «Έλα να δούμε το χέρι σου», είπε και σκούπισε το στόμα του από τα ψίχουλα. Μετέφερε την καρέκλα δίπλα του. Έβγαλε την μπλούζα της. Φορούσε μόνο ένα μαύρο σουτιέν από κάτω. Το μικρό κενό ανάμεσα στα στήθη της καλύπτονταν από ένα τατουάζ που απεικόνιζε ένα κομμένο μαύρο τριαντάφυλλο. Ο Χασάν δεν έχασε χρόνο, γρήγορα έπιασε τα κατσαβίδια του άρχισε να ξεβιδώνει τον ώμο της, στο σημείο που το βιονικό κομμάτι ενωνόταν με το οργανικό. Τον έβλεπε καθώς ξεβίδωνε τις βίδες μία μία σιγά σιγά.

«Πως και δεν έβαλες κάποιο προσθετικό μέλος και συ;» τον ρώτησε στην προσπάθειά της να πιάσει κουβέντα.

«Γιατί να βάλω; Για να δώσω λεφτά τζάμπα και να κάνω ευκολότερη την κρατική παρακολούθηση πάνω μου;» ήταν η απάντηση-ερώτησή του ενόσω συνέχιζε τη δουλειά του.

«Ε, απλά πολλοί το κάνουν. Γι’ αυτό ρώτησα»

Σταμάτησε το ξεβίδωμα και την κοίταξε. «Οι πολλοί στους οποίους αναφέρεσαι είναι ηλίθια πλουσιόπαιδα που δεν ξέρουν τίποτα άλλο πέραν του να ακολουθούν μόδες. Τα βιονικά μέρη είναι της μόδας γι’ αυτό και όλοι πάνε στα χειρουργεία να αφαιρέσουν τα χέρια, τα πόδια ή ό,τι άλλο θέλουν να αντικαταστήσουν. Βλαμμένοι. Δεν καταλαβαίνουν ότι έτσι οι μπάτσοι ξέρουν κάθε στιγμή που βρίσκονται»

Δεν απάντησε. Γνώριζε πως είχε δίκιο. Αναρωτήθηκε γιατί άραγε να είχε αλλάξει εκείνη το οργανικό μέρος της. Λόγω μόδας; Απίθανο. Ποτέ δεν είχε την πολυτέλεια για τέτοια πράγματα. Μάλλον κάποιο ατύχημα είχε γίνει το οποίο είχε ξεχάσει πλέον. Πως ήταν δυνατόν όμως να ξεχάσει ένα τέτοιο ατύχημα; Δεν γνώριζε. Δεν ήξερε τι να πρωτοσκεφτεί γι’ αυτό. Της φαινόταν τόσο αλλόκοτο. Ο Χασάν έβγαλε και την τελευταία βίδα. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Στη θέση του ώμου της είχε μείνει μόνο το συνθετικό εξάρτημα που λειτουργούσε ως διαμεσολαβητής μεταξύ του οργανικού και του βιονικού μέρους. Δύο κυκλικά κυβερνοηλεκτρόδια υπήρχαν στις απολήξεις των νεύρων. Η επαφή αυτών με τα νευροκαλώδια επέτρεπε στο βιονικό εξάρτημα να λειτουργεί σαν κανονικό χέρι. Όλα αυτά τα είχε μάθει από τον Χασάν όταν καμιά φορά άραζε στο σπίτι του παρακολουθώντας τον να δουλεύει. Δεν είχε άλλωστε και αλλού να πάει. Είχε χάσει επαφή με τις παλιές φίλες της και από την δουλειά δεν είχε γνωρίσει κόσμο αξιόλογο για παρέα. Μόνο κάτι τύπους, οι οποίοι φυσικά ήταν ανίκανοι για κάτι παραπάνω από σεξ μίας βραδιάς. Είχε γνωρίσει και μία κοπέλα με την οποία είχε ένα γρήγορο φλερτ, δεν την ξαναείδε ποτέ όμως.

«Για να δούμε λοιπόν τι θέμα έχει» μουρμούρισε ο Χασάν ανοίγοντας και το υπόλοιπο μέρος. Το μάτι του σάρωσε όλο το εξάρτημα ψάχνοντας με προσοχή για κάποιο πρόβλημα. Εν τέλει κατέληξε πάνω στον ώμο. «Αχά, να το!» φώναξε.

«Τι έγινε;»

«Ένα νευροκαλώδιο είναι ένα βήμα πριν κοπεί και σε κάθε απότομη κίνησή σου οι αισθητήρες πόνου έστελναν σήμα. Δουλειά δύο λεπτών είναι. Τώρα θα σου αλλάξω το νευροκαλώδιο επί τόπου»

Πήρε το βιονικό μέρος και κατευθύνθηκε προς το γραφείο. Άνοιξε τα συρτάρια του γραφείου. Τον είδε να ψάχνει και να ανακατεύει τα πράγματα. «Πάνω, πρέπει να τα άφησα. Δώσε μου δύο λεπτά»

«Όσα θες»

Πήρε το χέρι και ανέβηκε πάνω την σκάλα. Τον άκουσε να ανοίγει την πόρτα.

«Σάντυ! Σάντυ!» τον είδε ξαφνικά να φωνάζει μπροστά στο πρόσωπο της. Πετάχτηκε επί τόπου.

«Τι σκατά!» φώναξε τρομαγμένη. «Πως το κάνες αυτό; Τώρα μόλις σε άκουσα να βγαίνεις από τον χώρο!»

«Τι είπες;» ρώτησε. Και κείνος φαινόταν αναστατωμένος για κάποιο λόγο.

Η καρδιά της πήγαινε να σπάσει από την τρομάρα. Πήρε μερικές αναπνοές πριν απαντήσει. «Είπα πως μόλις τώρα σε άκουσα να ανεβαίνεις πάνω, πως σκατά γίνεται να βρέθηκες μπροστά μου σε κλάσματα δευτερολέπτου;»

Η ερώτησή της μεταμόρφωσε την αναστάτωση σε έκπληξη στο πρόσωπό του.

«Σάντυ έχω ένα πεντάλεπτο που πήγα πάνω για τα νεροκαλώδια. Όταν κατέβηκα κάτω σε βρήκα με το κεφάλι γερμένο ανάσκελα στην καρέκλα και τα μάτια ορθάνοιχτα. Για λίγο νόμιζα ότι είχε συμβεί κάτι κακό»

«Τι;»

Εκείνος δεν απάντησε. Έβαλε τις παλάμες του στο πρόσωπό του και το έτριψε σε μία προσπάθεια να διώξει την αναστάτωση από πάνω του.

«Δ-δε βγάζει νόημα αυτό. Δεν ένιωσα τίποτα»

«Αυτό είναι το πρόβλημα! Ούτε γω ξέρω τι διάολο έπαθες».

Ξεφύσησε και γύρισε το βλέμμα του προς το μέρος της. «Ποια είναι η τελευταία ανάμνηση που έχεις;»

«Εσένα να ανοίγεις την πόρτα»

«Δεν άκουσες να την κλείνω;»

«Όχι»

Έκανε μία ακόμα γύρα πέρα δώθε στο χώρο.

«Μακάρι να ήξερα τι σου συνέβη τώρα. Πρώτη φορά βλέπω τέτοιο περιστατικό»

«Τουλάχιστον συνήλθα»

Το μάτι του έπεσε πάνω της. «Μπορεί να το ξαναπάθεις όμως και τότε ίσως να μην είμαι εγώ εκεί για να σε συνεφέρω»

Χαμήλωσε το βλέμμα της. «Ναι έχεις δίκιο» μουρμούρισε.

«Προφανώς και έχω!» φώναξε εκείνος. Με το δεξί χέρι του κάλυψε το στόμα του τρίβοντας την περιοχή των μαγούλων. Φαινόταν σκεπτικός. «Έχω ένα γνωστό που ίσως ξέρει κάτι παραπάνω πάνω σε τέτοια θέματα» είπε και έπιασε το ψηφιακό ρολόι του. Άνοιξε την τρισδιάστατη οθόνη και επιλέγοντας το κουμπί “voice search” είπε «Μίλτος».

«Ποιος είναι αυτός;» ρώτησε με περιέργεια.

Εκείνος της έκανε νόημα να σωπάσει. «Θα σου πω μετά» διάβασε στα χείλη του. Έβαλε το ψηφιακό ακουστικό στο αυτί του. Δεν πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα και ο Μίλτος απάντησε στην κλήση.

«Έλα ρε φίλε! Που σε βρίσκω, σπίτι; Α, ναι; Ωραία. Να σου πω, έχω ένα περιστατικό με μία φίλη που έχασε τις αισθήσεις της στα καλά καθούμενα αλλά φαινόταν σα να είναι εγκεφαλικά νεκρή. Τι είπες; Ναι ναι, με μάτια ορθάνοιχτα. Να την φέρω από κει; Ωραία, σε δέκα λεπτά είμαστε εκεί»

Η κλήση τερματίστηκε. Γύρισε προς το μέρος της. «Ντύσου για να φύγουμε»

«Που με πας;» ρώτησε με περιέργεια.

«Σε ένα φίλο εδώ πιο κάτω που μπορεί να βγάλει άκρη και με τα δύο προβλήματα σου» απάντησε. «Μη φοβάσαι, είναι πολύ καλό άτομο. Είχε βοηθήσει και μένα στο παρελθόν»

«Ντάξει»

«Μ’ αυτό που πάθαμε τώρα ξέχασα να επανασυνδέσω το χέρι» μουρμούρισε. «Κάτσε εκεί που είσαι, θα το συνδέσω σε μισό λεπτό»

Λίγες στιγμές αργότερα οι δυο τους έβγαιναν από το σπίτι. Το χέρι της είχε επανασυνδεθεί και πλέον λειτουργούσε τέλεια, δίχως κανένα πόνο. Ο ήλιος είχε πέσει πλέον και η νύχτα απλωνόταν πάνω από τη Θεσσαλονίκη. Ο μοναδικός φωτισμός στην περιοχή ήταν οι φωτιές που είχαν βάλει σε μεταλλικά βαρέλια και κάδους οι κάτοικοι της περιοχής. Ορισμένοι έψηναν κρέας εκεί. Έριχναν γρήγορες ματιές πάνω τους. Αν ήταν μόνη της θα την κοιτούσαν περίεργα, ίσως να άκουγε και κανένα ηλίθιο σχόλιο. Στο κέντρο αυτά τα σκηνικά ήταν πολύ συχνά. Με τον Χασάν δίπλα της βέβαια, δεν κινδύνευε. Όταν έφτασαν στην Κασσάνδρου έστριψαν αριστερά και πέρασαν απέναντι τον δρόμο.

«Που μένει ο φίλος σου;»

«Λίγο παρακάτω. Απέναντι από την Τιέρρα Λίμπρε»

Την είχε ακουστά αυτή την κατάληψη. Δύο στενά παρακάτω πρέπει να ήταν, αν θυμόταν καλά. Δίκιο είχε τελικά. Τα κρεμασμένα πανό της κατάληψης φάνηκαν στο βάθος καθώς πλησίαζαν.

«ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΤΟΥΣ ΔΙΩΚΟΜΕΝΟΥΣ ΣΥΝΤΡΟΦΟΥΣ», «ΒΑΛΤΕ ΦΩΤΙΑ ΣΤΑ ΣΥΝΟΡΑ», «ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΔΕΚΑΝΙΚΙΑ ΤΟΥ», ήταν μόνο λίγα από τα συνθήματα που μπορούσε να διακρίνει κανείς πάνω στο κτίσμα. Ήταν μία εγκαταλελειμμένη παλιά πολυκατοικία. Πιθανότατα κανείς δε νοιάστηκε γι’ αυτή όταν την ανέλαβαν οι αναρχικοί.

«Δεν πάμε στην κατάληψη» είπε με ένα γέλιο. «Εδώ είμαστε» είπε και έδειξε μία γκρι πολυκατοικία σχεδόν απέναντι. Παραδίπλα ήταν ένα τυροπιτάδικο, κλειστό τέτοια ώρα.

Ο Χασάν προχώρησε πρώτος στην είσοδο και χτύπησε ένα κουδούνι δίχως ονοματεπώνυμο. Μετά από λίγο μία φωνή ανταποκρίθηκε.

«Χασάκερ;»

«Ναι»

Η πόρτα άνοιξε και οι δύο τους μπήκαν μέσα. Το ασανσέρ δεν δούλευε και πήραν τις σκάλες.

«Χασάκερ;»

«Από το Χασάν και Χάκερ» απάντησε εκείνος με χαμόγελο

«Πιο ηλίθιο παρατσούκλι δεν έχω ακούσει» είπε με μία δόση γέλιου και ειρωνείας

«Αυτή ήταν η αντίδραση μου όταν το πρωτοάκουσα και γω. Μετά το συνήθισα»

Το διαμέρισμα του Μίλτου ήταν στον δεύτερο όροφο. Είχε αφήσει την πόρτα ανοιχτή. Ήταν η μοναδική πόρτα στην απαρχαιωμένη πολυκατοικία που είχε αντικατασταθεί όπως και αυτή στο σπίτι του Χασάν. Όταν τον είχε πρωτορωτήσει γιατί αυτός απάντησε: «Αυτές τις μέρες ποτέ δεν ξέρεις. Οι μπάτσοι μπορούν να κάνουν έφοδο στα καλά καθούμενα και να σε πιάσουν απροετοίμαστο»

Το διαμέρισμα μύριζε μπάφο και ρετσίνα. Ο Χασάν χτύπησε την πόρτα πριν την κλείσει σηματοδοτώντας ότι έφτασαν. Ένας μαλλιάς με κοντή τζιν βερμούδα και αμάνικο φανελάκι εμφανίστηκε από το δωμάτιο στα δεξιά. «Ήρθατε;» ρώτησε με βλέμμα που πρόδιδε μαστούρα.

«Όχι, ολογράμματα είμαστε» απάντησε σαρκαστικά ο Χασάν πριν του δώσει το χέρι. «Τι κάνεις ρε φίλε;»

«Καλά δικέ μου, δεν είχα δουλειά σήμερα και είπα ν’ αράξω λιγάκι». Το βλέμμα του γύρισε προς εκείνη. «Γεια σου είπε ο Μίλτος!» είπε με την ίδια βαρεμένη φωνή, δίνοντας της το χέρι.

Ανταπόδωσε την χειραψία. «Σάντυ, χάρηκα!». Ποτέ της δεν είχε αμφισβητήσει τον Χασάν αλλά βλέποντας τον Μίλτο δεν ήταν και τόσο σίγουρη αυτή τη φορά για την επιλογή του φίλου της.

«Ο Μίλτος είναι μάστερ νευροψυχολόγος» απάντησε εκείνος σα να διάβασε τη σκέψη της.

«Τα παραλές ρε φίλε» γέλασε ο Μίλτος. «Λοιπόν, να πιάσουμε δουλειά;»

«Φυσικά» απάντησε εκείνη.

«Αράξτε στον καναπέ» είπε δείχνοντας τον παλιό δερμάτινο καναπέ μπροστά τους. «Καφεδάκι να φτιάξω;»

«Ένα νερό μόνο θέλω εγώ» είπε ο Χασάν.

«Και γω το ίδιο» είπε εκείνη.

«Νερό; Νερό!» είπε ο Μίλτος. «Εγώ ένα φραπεδάκι πάντως θα το πιω»

Σαν έφτιαξε τον φραπέ του επέστρεψε πίσω. Άφησε τα δύο νερά πάνω στο ξύλινο τραπέζι, μπροστά τους. «Απ’ ό,τι μου είπε ο Χασάν έχασες τις αισθήσεις σου, έτσι δεν είναι;» ρώτησε αφού ρούφηξε μερικές γουλιές καφέ.

«Ναι, αλλά δεν το κατάλαβα. Την μία στιγμή τον άκουγα να ανεβαίνει τις σκάλες και την άλλη στιγμή τον είδα μπροστά μου»

«Τίποτα άλλο στο ενδιάμεσο;»

«Σαν τι δηλαδή;»

«Να ρε δικιά μου, να νιώθεις τα μάτια σου να βαραίνουν, κάποιον πονοκέφαλο ή έστω κάποια άλλη δυσλειτουργία»

«Όχι, όχι τίποτα απολύτως»

«Χμμ»

Σηκώθηκε από τον καναπέ και έκανε μερικές βόλτες τριγύρω. Το βλέμμα της τον ακολουθούσε συνεχώς. Τα μάτια του ήταν καρφωμένα κάτω και φαινόταν σκεπτικός. Κάποια στιγμή γύρισε προς το μέρος της.

«Σου είχαν προσθέσει κάποιο άλλο εξάρτημα εκτός από το χέρι;»

«Δεν θυμάμαι, αλλά δε νομίζω»

«Τι εννοείς δεν θυμάμαι;»

«Εννοώ πως δεν θυμάμαι γιατί άλλαξα χέρι και πότε έγινε αυτό»

Ψιλογούρλωσε τα μάτια του στα λόγια της. Τα χέρια του έπιασαν τα λαδωμένα μαλλιά του τραβώντας τα προς τα πίσω. Κάποια στιγμή έκανε ένα μορφασμό σα να του ήρθε μία ιδέα εξ ουρανού. «Cybergre είναι το χέρι σου;» ρώτησε.

«Ναι μα πως το ‘ξερες;» ρώτησε η Σάντυ. Τα δικά της μάτια είχαν γουρλώσει αυτή τη φορά. Κοίταξε τον Χασάν. Κι αυτός είχε μείνει με την απορία.

Ο Μίλτος δεν απάντησε. Άνοιξε ένα συρτάρι και το ψαχούλεψε. Σαν βρήκε αυτό που έψαχνε το έκλεισε. Ήταν ένα μαύρο εργαλείο που θύμιζε σκάννερ. Δεν είχε ξαναδεί βέβαια τέτοιο σκάννερ.

«Σκάννερ πομπών είναι. Πολλοί σύντροφοι σταμπάρονται όποτε τους πιάνουν οι μπάτσοι για μικροεγκλήματα, οπότε και πρέπει να τους ξεσταμπάρουμε εμείς» είπε σα να διάβασε τη σκέψη της. «Εσύ όμως δικιά μου, έχεις άλλο θέμα. Σκύψε το κεφάλι σου προς τα μπρος για λίγο»

Έκανε όπως της είπε. Εκείνος ξεκίνησε να σκαννάρει από την κορυφή του κεφαλιού.

ΝΤΙΤ ΝΤΙΤ ΝΤΙΤ

Ο ήχος άλλαξε όταν έφτασε στο σβέρκο.

ΝΤΙΝΤΙΝΤΙΤ ΝΤΙΝΤΙΝΤΙΤ

«Σε βρήκα!» φώναξε εκείνος με ενθουσιασμό

«Τι βρήκες;» ρώτησε ο Χασάν.

«Τον αναμεταδότη συνείδησης»

«Τι;» ρώτησαν και οι δυο τους μαζί με έκπληξη.

Τι δουλειά είχε ένας αναμεταδότης συνείδησης στο σβέρκο της; Κοίταξε τον Χασάν σα προσπαθώντας να βρει μία εξήγηση σ’ αυτό που άκουσε. Την ίδια απορία είχε και εκείνος όμως.

Ο Μίλτος επέστρεψε στον καναπέ. Ο ενθουσιασμός του είχε φύγει και το βλέμμα του φαινόταν εν μέρει σκοτεινό, εν μέρει μελαγχολικό. «Δεν ξέρω πώς να σας το πω για να γίνει πιο εύκολο, οπότε θα το ανακοινώσω τελείως λιανά. Σάντυ, είσαι Τεχνητή Νοημοσύνη με εμφυτευμένες αναμνήσεις»

Τα λόγια του την χτύπησαν σαν αστραπή. «Ορίστε;» ρώτησε έκπληκτη. Τι ακριβώς είχε ακούσει μόλις; Δεν ήξερε αν ήταν όντως το πόρισμα του ή κάποιο κακόγουστο αστείο.

«Σου φαίνεται απίστευτο, ξέρω. Είναι αλήθεια όμως. Η μόδα εμφύτευσης συνειδήσεων είναι της τελευταίας πενταετίας. Ξεκίνησε από την Κίνα και οι πολυεθνικές την έφεραν εδώ. Ξεκίνησε όταν επιστήμονες άρχισαν να πειραματίζονται πάνω σε άτομα που ήταν σε κώμα πάνω από δεκαετία. Σύντομα ανακάλυψαν τρόπο να συνδέουν τον ημικαταστρεμμένο εγκέφαλο του ασθενή, με τον εγκέφαλο μίας ΤΝ όπου τοποθετούνταν στο βιονικό εξάρτημα. Ένας αναμεταδότης συνειδήσεως τοποθετούνταν στον σβέρκο για να συνδέει τους δύο»

Ο Χασάν πετάχτηκε από τον καναπέ. «Περίμενε λίγο, το γνωρίζω αυτό το πείραμα αλλά αυτό με τις εμφυτευμένες αναμνήσεις πρώτη φορά το ακούω. Σα θεωρία συνομωσίας μου ακούγεται!» είπε.

«Και γω μέχρι που εξέτασα την Άννα. Ήταν ακριβώς η ίδια περίπτωση με την Σάντυ» απάντησε ο Μίλτος.

«Ποια Άννα, εκείνη με τα ροζ μαλλιά;» ρώτησε ξανά ο Χασάν

«Ναι, αυτή. Λείπει Βουλγαρία με κάτι άλλα συντρόφια αυτές τις μέρες, αλλά όταν επιστρέψει θα σας φέρω σε επαφή. Προς το παρόν διαβάστε αυτό»

Ένα άρθρο ήρθε στο μέηλμποξ και των δύο. «Προορισμένοι για σκλάβοι» ήταν το όνομα του άρθρου, «αναρχονέα» ήταν το μπλογκ.

Διάβασε το άρθρο στο σπίτι της. Η κυβέρνηση είχε αρχίσει να φτιάχνει ΤΝ με εμφυτευμένες αναμνήσεις. Οι μπάτσοι δεν τους ήταν αρκετοί. Χρειαζόταν και στρατό πολιτών-υποστηρικτών της ώστε να καταστείλει τα απομεινάρια των εξεγέρσεων. Και τι πιο έξυπνο από το να τους δαιμονοποιήσει για δολοφονίες που δεν έγιναν ποτέ;

Δεν ήξερε τι να πιστέψει πλέον. Ποτέ δεν πήγε σχολείο, ποτέ δεν είχε γονείς, ποτέ δεν γνώρισε την Ιωάννα – που δεν υπήρχε κιόλας. Βγήκε από ένα εργαστήριο και την επόμενη μέρα έπιασε δουλειά σε κείνο το μπαρ. Ή σε κάποια άλλη καφετέρια. Δεν ήξερε ποια ανάμνηση της ήταν αληθινή και ποια ψεύτικη. Αυτό που ζούσε τώρα ήταν αληθινό ή ψεύτικο; Άρπαξε το ποτήρι με το νερό δίπλα της και το έριξε στα μούτρα της. Κρύο. Έμοιαζε αληθινό. Αληθινές όμως έμοιαζαν και οι προηγούμενες αναμνήσεις της. Μπορούσε να κλείσει τα μάτια και να κάνει εικόνα την Ιωάννα να της δίνει την μπάλα. Την ένιωθε στα χέρια της. Δεν μπορούσε να καταλάβει για ποιο λόγο η κυβέρνηση θα έδινε λεφτά για να φτιάξει μία φτωχή μπαργούμαν και όχι έναν επιχειρηματία. Ίσως τελικά ο Μίλτος να της έλεγε μαλακίες. Ναι πολύ πιθανόν. Άλλωστε ένας μαστούρας αναρχικός ήταν. Δεν φαινόταν άτομο που θα το λάμβανες σοβαρά σε υπόληψη από την εμφάνιση και μόνο. Προσπάθησε να πιστέψει την τελευταία της σκέψη αλλά δεν μπορούσε. Πολλές φορές είχε κριθεί για την εμφάνισή της από κόσμο. Δεν θεωρούσε σωστό να το κάνει αυτό σε άλλο άτομο. Ο Χασάν φαινόταν να τον πιστεύει πάντως. Εμπιστεύονταν τον Χασάν, άρα και τον Μίλτο. Κόντευε να τρελαθεί. Δεν ήταν καν άνθρωπος. Ήταν μία μηχανή.

Πέρασε τις επόμενες μέρες στο σπίτι. Παραιτήθηκε από την δουλειά της. Ήξερε πως έπρεπε να ψάξει να βρει άλλη αλλιώς θα έπεφτε η κοινωνική της πίστωση, όμως δεν την ένοιαζε ιδιαίτερα. Κάθε βράδυ κοιμόταν δώδεκα με δεκατρείς ώρες και τη μέρα δεν έβγαινε από το σπίτι, μόνο για να πάρει τσιγάρα ή μπύρες. Την τελευταία βδομάδα είχε καπνίσει πέντε πακέτα και είχε πιει οχτώ εξάδες μπύρες, από τις φθηνότερες που πουλούσαν τα περίπτερα. Σκέτο κάτουρο. Σκεφτόταν να έπαιρνε ενάμιση λίτρο κρασί, μήπως και της έβγαινε πιο φθηνό. Όρεξη να φάει δεν είχε. Μετά βίας έτρωγε δύο τόστ την μέρα, ή έστω μία μερίδα πατάτες τηγανιτές. Τα σκουπίδια είχαν γίνει χειρότερος σωρός από πριν. Δεν έκανε καν μπάνιο. Της είχε κοπεί η διάθεση για τα πάντα.

Δευτέρα μεσημέρι χτύπησε το ψηφιακό ρολόι της. Ήταν ο Χασάν. Δεν είχαν μιλήσει καθόλου τις προηγούμενες μέρες. Η ίδια του είχε πει να μην πάρει. Ήθελε να μείνει μόνη της. Σκέφτηκε να τον βρίσει. Το μετάνιωσε και απάντησε στην κλήση.

«Πες το» είπε μηχανικά.

«Γεια σου Σάντυ, ελπίζω να είσαι καλά»

«Σκατά είμαι, αλλά τέλος πάντων. Γιατί πήρες;»

«Θυμάσαι εκείνη την κοπέλα για την οποία σου μίλησε ο Μίλτος;»

«Ναι»

«Επέστρεψε Θεσσαλονίκη και θέλει να σε γνωρίσει. Το απόγευμα στις έξι να σαι μπροστά από την Τιέρρα Λίμπρε»

«Χασάν…» πήγε να πει, όμως η αυστηρή φωνή του την διέκοψε.

«Δεν δέχομαι κουβέντα! Καταλαβαίνω πως νιώθεις, όμως δεν θα το ξεπεράσεις μόνη σου! Η κοπέλα έχει περάσει τα ίδια με σένα και έχει όλη την καλή θέληση να σε βοηθήσει! Τιέρρα Λίμπρε στις έξι, μην αργήσεις!» είπε και το ‘κλεισε.

Ξεφύσηξε. Στο κομοδίνο δίπλα της, υπήρχε ένα τσαλακωμένο πακέτο με ένα τελευταίο τσιγάρο μέσα. Το άναψε. Αφήνοντάς το στόμα πήγε στην τουαλέτα και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Ο καπνός από το τσιγάρο θόλωσε τον καθρέφτη, αλλά μπορούσε να δει ότι είχε τα χάλια της. Όχι ότι την ένοιαζε ιδιαίτερα πως την έβλεπαν οι άλλοι – ο μόνος λόγος που καλοφτιάχνονταν ήταν για τη δουλειά και μόνο -, αλλά μπορούσε να καταλάβει πότε ήταν ατημέλητη και πότε όχι. Ρούφηξε άλλες δύο τζούρες και έριξε το τσιγάρο στη χέστρα. Μπήκε στην ντουζιέρα και άφησε το νερό να τρέχει πάνω της. Έκλεισε τα μάτια της. Όλη η ζωή της πέρασε μπροστά από τα μάτια της. Θυμήθηκε την μέρα που γνώρισε τον Χασάν, τέσσερα χρόνια πριν. Είχε μπει στο μαγαζί μούσκεμα ρίχνοντας χριστοπαναγίες. Κάποιο αμάξι τον είχε βρέξει με λασπόνερα του δρόμου για τα καλά. Μετά βίας μπορούσε να συγκρατήσει το γέλιο της. Εκείνος την αγριοκοίταξε για λίγο πάνω στα νεύρα του. Έπειτα το μετάνιωσε και έκατσε στο μπαρ. «Μία βότκα σκέτη με δύο παγάκια» είπε ψυχρά. Με τα πολλά κατάφερε να του πιάσει κουβέντα και να του φτιάξει τη διάθεση. Από τότε άρχισε να έρχεται συχνά στο μαγαζί και έγιναν φίλοι. Ίσως εκείνη η μέρα να ήταν η πρώτη αληθινή της ανάμνηση. Η μέρα που είχε γνωρίσει έναν πραγματικό φίλο.

Η ώρα κόντευε έξι παρά. Έβαλε μία άσπρη μπλούζα καθώς έψαχνε να βρει παντελόνι. Δεν ξυρίστηκε. Βαριόταν. «Δεν γαμιέται» μουρμούρισε και έβαλε το πρώτο τζιν που έπιασε. Ήταν ένα στενό ξεθωριασμένο τζιν με τρύπες στα γόνατα. Άνοιξε το συρτάρι του κομοδίνου και άρπαξε ένα πακέτο με τσιγάρα που είχε για καβάτζα και ανάβοντας ένα βγήκε από το διαμέρισμα. Είχε νυχτώσει, αλλά μπορούσε να διακρίνει τα σύννεφα στον ουρανό. Μόνιμα συννεφιασμένη αυτή η πόλη. Πέρασε το δρόμο απέναντι και πήγε στο μετρό. Δεν υπήρχαν μπάτσοι. Η διαδρομή ήταν ολιγόλεπτη. Κατέβηκε στη στάση «Ρωμαϊκή Πλατεία». Λίγο πιο πάνω ήταν η κατάληψη. Μία κοπέλα με ροζ μαλλιά στεκόταν απ’ έξω. Μόλις πλησίασε της χαμογέλασε.

«Είσαι η Σάντυ;»

«Ναι. Εσύ είσαι η Άννα, έτσι;»

«Ναι, αυτή είμαι. Χάρηκα για την γνωριμία!»

Άραξαν σε ένα πάρκο παραδίπλα. Η Άννα είχε φέρει δύο σπαστούς καφέδες μαζί της, ένα για τον εαυτό της και ένα για εκείνη. Για λίγο επικράτησε ησυχία. Ήθελε να ξεκινήσει την συζήτηση όμως δεν ήξερε από που ν’ αρχίσει. Την σιγή έσπασε η Άννα.

«Σου φαίνεται περίεργο που η κυβέρνηση σε έφτιαξε έτσι όπως είσαι αντί για έναν πολίτη υψηλού κοινωνικού στάτους, έτσι;»

Η Σάντυ την κοίταξε έκπληκτη. «Ν-ναι» ψέλλισε, «μα πως..»

Γέλασε. «Το ίδιο ακριβώς σκεφτόμουν και γω όταν ο Μίλτος μου τα είπε. Βλέπεις, το κράτος με αυτό τον τρόπο θα δημιουργούσε περαιτέρω διάσπαση μεταξύ των εργατικών στρωμάτων». Συνέχισε να μιλά για αρκετά λεπτά. Της διηγήθηκε όλη την ιστορία της. Ήταν και κείνη μία μπαργούμαν, με ανάλογο παρελθόν, όμως είχε ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα και το χέρι της υπολειτουργούσε. Γνώριζε τον Μίλτο επειδή άραζε στο μαγαζί που δούλευε και είχε πάει σ’ έναν γνωστό του για επιδιόρθωση. Ξόδεψαν αρκετές ώρες για να καταλάβουν τι παιζόταν. Χάρη στο σκάννερ του Μίλτου βέβαια δεν χρειαζόταν καν να κάνουν εξαγωγή του αναμεταδότη. Όλη αυτή η ιστορία την είχε μπερδέψει. Παράτησε την δουλειά της, όλη μέρα έκανε μπάφο, μέχρι που η κοινωνική πίστωσή της έπιασε πάτο, την πέταξαν από το σπίτι και αναγκάστηκε να μένει στην κατάληψη. Σκέφτηκε πως ανάλογη πορεία θα είχε και κείνη αν συνεχιζόταν αυτό.

«Δεν είσαι μόνη σου» είπε η Άννα αγγίζοντας τα χέρια της με τα δικά της. Τα καταγάλανα μάτια της κοίταξαν τα δικά της. «Η κυβέρνηση όχι μόνο προσπάθησε να μας προκαθορίσει τη ζωή, αλλά να μας τη γαμήσει κιόλας. Πλέον όμως ξέρουμε ποιος είναι ο εχθρός»

Δεν μπορούσε να συμφωνήσει περισσότερο. Από τη μία στιγμή στην άλλη όλη η πραγματικότητά της είχε καταρρεύσει και είχε αποδειχθεί πως ήταν ένα καλοστημένο παραμύθι που υπηρετούσε συμφέροντα τρίτων. Ένιωθε μίσος γι’ αυτούς που της το έκαναν αυτό. Γι’ αυτούς που την τάισαν με ψέμα.

Άρχισε να βγαίνει πιο συχνά με την Άννα. Έγιναν φίλες γρήγορα. Και γιατί να μη γινόταν άλλωστε; Τις ένωνε κάτι πολύ παραπάνω από μία κοινή εμπειρία. Της γνώρισε φίλους της από την κατάληψη και άρχισε να αράζει εκεί αραιά και που. Ο Χασάν μάζεψε μία ομάδα προγραμματιστών που υποσχέθηκαν να μελετήσουν τα λογισμικά τους και να αναπτύξουν επιπλέον λειτουργίες. «Δεν είστε διαφορετικές από τους ανθρώπους που ήσασταν πριν» ήταν τα λόγια του Χασάν μία μέρα. Δεν το πίστευε και ήταν σίγουρη πως ούτε η Άννα το πίστευε. Αυτή η συνειδητοποίηση ήταν ουσιαστικό σημείο στις ζωές και των δύο. Όχι μόνο ήταν διαφορετικές από πριν, αλλά δεν ήταν καν άνθρωποι. Απλά έμοιαζαν με αυτούς.

Ένα απόγευμα Σαββάτου όλοι κατέβηκαν σε μία πορεία στην Εγνατία. Οι μπάτσοι είχαν πυροβολήσει δύο νεαρούς στο Κορδελιό και οι Θεσσαλονικείς βγήκαν στους δρόμους.

Καθοδόν προς τα κει ήταν όλοι τους. Αυτή, η Άννα, ο Μίλτος, ο Χασάν, τα παιδιά από την κατάληψη.

«Να ξέρεις, αυτή η ιστορία δεν σταματά με μένα και σένα. Εκεί έξω είναι πολλά παιδιά τα οποία είναι σαν και μας, απλά δεν το γνωρίζουν»

Λαοθάλασσα η πορεία. Όλοι οι κεντρικοί δρόμοι είχαν πλημμυρήσει αγανακτισμένο κόσμο από το κέντρο και τις περιοχές τριγύρω που απαιτούσαν παραίτηση της πολιτειακής κυβέρνησης. Ακούγονταν συνθήματα κατά των μπάτσων, κατά του κράτους, κατά της διαφθοράς, κατά του καπιταλισμού, κατά εργατοπατέρων. Δεν μπορούσε παρά να φωνάξει μαζί τους. Μπορεί να μισούσε το κράτος για διαφορετικούς λόγους από τους πολίτες, όμως τώρα σύσσωμη μαζί τους ούρλιαζε και πετούσε πέτρες στα ΜΑΤ που είχαν μαζευτεί για να σπάσουν την πορεία.

«Να ξέρεις, αυτή η ιστορία δεν σταματά με μένα και σένα. Εκεί έξω είναι πολλά παιδιά τα οποία είναι σαν και μας, απλά δεν το γνωρίζουν» ανακάλεσε τα λόγια της Άννας στο μυαλό της. «Μπορεί να είναι ο γείτονας σου, ένα από τα παιδιά που σκότωσαν οι μπάτσοι, η κοπέλα που φωνάζει συνθήματα δίπλα σου στην πορεία, ή κάποια που δεν μπόρεσε να έρθει επειδή δεν της έδωσε ρεπό το αφεντικό της»

Γύρισε το βλέμμα της δίπλα και κοίταξε την φίλη της που συνέχιζε να φωνάζει με πείσμα. Χαμογέλασε και γύρισε πάλι μπροστά εκτοξεύοντας μία πέτρα από τις πολλές που είχε μαζέψει από τα ερείπια δίπλα από το σπίτι του Χασάν.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s