Νευρώνες (Άλεξ Κοάν)

Ένα διαδραστικό παραμύθι

Όλα ξεκίνησαν ένα ψυχρό απόγευμα του Οκτώβρη, λίγο μετά το σούρουπο, λίγο πριν ο ουρανός πάρει το τελικό του μαύρο χρώμα της νύχτας. Ο Σταύρος κατηφόριζε στον έρημο δρόμο που περνούσε μέσα απ’ το πάρκο, κι ακόμα κι αυτές οι ελάχιστες λάμπες που υπήρχανε του καίγανε με το πηχτό φως τους τα μάτια. Περπάταγε γρήγορα, όχι τρέχοντας, αλλά κι έτσι έδινε την εντύπωση ότι ήθελε να ξεφύγει από κάτι. Δεν ήθελε να τον δει κανείς, και δε θα τον έβλεπε, στο πάρκο δεν υπήρχε ψυχή, ούτε καν κάποιος να βγάλει βόλτα το σκύλο του ή να ταΐσει τις αδέσποτες γάτες. Κι αυτό του έδινε τη δυνατότητα να κάνει σχεδόν τα πάντα, να φωνάξει, να κλάψει, να παραμιλήσει, να μουρμουρήσει, να τρέξει, να ξαπλώσει στο χώμα, να κλωτσήσει τις πέτρες και τα πεσμένα κλαδιά των δέντρων. Άλλα δεν έκανε τίποτα απ’ όλα αυτά, μονάχα επιτάχυνε το βήμα του, πήγαινε μπρος και πίσω στα μονοπάτια, ξανάβγαινε στην αρχή, πήγαινε πάλι στο τέλος, κι ύστερα πάλι πίσω. Ανούσιο, μα, ίσως, για ελάχιστες μόνο στιγμές, και λίγο ανακουφιστικό, με κάποιο παράδοξο και ακατανόητο τρόπο. Δεν ξέρω τι θα είχε να πει ένας παθολόγος ή ένας ψυχολόγος γι’ αυτή την ευεργετική ιδιότητα του (γρήγορου) περπατήματος, μα ο Σταύρος τουλάχιστον ένιωθε ότι τον βοηθάει.

Η αρρώστια του ήταν βέβαια ανίατη, και, σε αρκετές περιπτώσεις, ακόμα και θανατηφόρα. Ανίατη φυσικά μόνο με την έννοια του ότι δε μπορεί να γιατρευτεί με φάρμακα και λοιπές συνηθισμένες ιατρικές, ή και ψυχολογικές, μεθόδους. Δεν υπάρχει αντίδοτο, ούτε καν παυσίπονο, για τούτη την αρρώστια, αλλά είναι γεγονός ότι πολλές φορές ο χρόνος και η λήθη μπορούν να τη γιατρέψουν. Όχι πάντα, αλλά πολλές φορές. Ο Σταύρος λοιπόν έπασχε από έρωτα –κι ακόμα χειρότερα, από ανεκπλήρωτο έρωτα. Τα συμπτώματά του πολλές φορές ήταν σχεδόν ίδια με αυτά του τύφου και της χολέρας, με τη διαφορά ότι εμφανίζονταν πιο περιοδικά και πιο ακανόνιστα, κι έπειτα για κάποιο διάστημα, απροειδοποίητα, εξαφανίζονταν πάλι. Ο έρωτας είναι μια κατάσταση τοξική για τον άνθρωπο, νοσηρή και αφύσικη, καταστροφική με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Ακόμα κι αυτές οι πεταλούδες που υποτίθεται φτερουγίζουν στο στομάχι του ερωτευμένου, ε λοιπόν αυτές μόνο πεταλούδες δεν είναι. Όχι, είναι άγχος. Έντονο κι αφόρητο άγχος. Άγχος και τίποτα παραπάνω. Τίποτα το ρομαντικό σ’ αυτό, και κανείς δεν το γνώριζε καλύτερα απ’ το Σταύρο εκείνη τη στιγμή. Το ήξερε, μα δε μπορούσε να κάνει κάτι γι’ αυτό, πέραν από υπομονή και κάθε δυνατή προσπάθεια για να μη βουτήξει με το κεφάλι στην κοντινότερη λεωφόρο ταχείας κυκλοφορίας.

Και τι δε θα δινε για να σβήσει αυτή τη γαμημένη φωτιά στα σωθικά του, μα απέναντι σ’ αυτή τη φωτιά είμαστε όλοι τόσο φτωχοί που δεν έχουμε να δώσουμε απολύτως τίποτα -καμία επιλογή εκτός του να καούμε. Ο δρόμος ήταν το ελάχιστο, η πιο μικρή, η πιο ανεπαίσθητη παρηγοριά.

Προχωρούσε και προχωρούσε, προχωρούσε τόσο πολύ και τόσο γρήγορα που δεν πρόσεχε καν τη διαδρομή του, εγκλωβισμένος στο ίδιο του το κεφάλι, πιασμένος από την αρρώστια του μέχρι στην καρδιά, το μυαλό, το αίμα, τ’ αρχίδια, παντού. Χωρίς να το πάρει χαμπάρι είχε βγει έξω απ’ το πάρκο, σε μια άγνωστη ως τότε γειτονιά. Μια γειτονιά κατά τ’ άλλα συνηθισμένη, ίσως λίγο πιο φτωχική απ’ τις περισσότερες της περιοχής, αλλά όχι κάτι το ιδιαίτερο, ίδιες πολυκατοικίες, απλά λίγο χειρότερα συντηρημένες, με ξεβαμμένους τοίχους και σκουριασμένα κάγκελα στα μικροσκοπικά μπαλκόνια. Όχι βέβαια ότι τις πρόσεξε ποτέ ο Σταύρος, ούτε που τις είδε. Η διαφορά όμως άρχισε να του γίνεται αισθητή όταν το σκοτάδι έπεσε για τα καλά και, χωρίς να το σκεφτεί, παρατήρησε μια αλλαγή χρώματος στο φως των φανοστατών. Στο πάρκο τα φανάρια έχουν αυτό το έντονο και κουραστικό λευκό φως που σου τσούζει τα μάτια όταν το κοιτάς ευθεία, εδώ όμως το χρώμα ήταν άλλο, ήταν κίτρινο, σχεδόν ωχρό, πολύ πιο απαλό κι ευχάριστο. Τότε ήταν που, αναγκαστικά, σήκωσε το κεφάλι να κοιτάξει γύρω του και να περιεργαστεί το μέρος. Συνειδητοποίησε πως δεν το ήξερε. Δεν είχε ξαναπεράσει από κει ποτέ. Για μια στιγμή πήγε να ανησυχήσει, αλλά μετά κατάλαβε πως η όλη αυτή διαδικασία του να ξαναβρεί το δρόμο του θα τον αποσπούσε από το βαρύ του πρόβλημα, τη νόσο του, και ανακουφίστηκε. Έβγαλε το κινητό του και κοίταξε την ώρα -είχε περάσει πολλή, αλλά δεν είχε σημασία. Ξανάρχισε το περπάτημα, με πιο αργό και χαλαρό βήμα αυτή τη φορά. Ήταν περίεργο, έμοιαζε να μην υπάρχει ψυχή σ’ αυτή τη γειτονιά. Όχι, όχι, δεν ήταν γειτονιά-φάντασμα, κάποια διαμερίσματα είχανε φώτα στα παράθυρα, αλλά δεν κυκλοφορούσε κανείς, και, ακόμα πιο παράξενο, δεν ακουγόταν κιχ, ούτε καν το βουητό κάποιας ανοιχτής τηλεόρασης σε κάποιο σπίτι. Ντάξει, σκέφτηκε. Φαντάζομαι καμιά φορά τυχαίνει. Σίγουρα θα υπάρχουν άνθρωποι εδώ πάντως, αφού έχει ένα σωρό παρκαρισμένα αμάξια. Κι ας μην περνάει κανένα απ’ το δρόμο. Συμβαίνει. Προχωρούσε λοιπόν κι αυτός, σαν φοβισμένος μήπως διαταράξει την τάξη των πραγμάτων και ξυπνήσει κάποιο μεγάλο κακό, όσο πιο αθόρυβα μπορούσε, πατώντας στην άσφαλτο απαλά, δαγκώνοντας ακόμα και κάποιο τυχαίο βήχα που του ρχόταν. Μονάχα κοιτούσε και περπάταγε, κι όταν εμφανιζόταν στο μυαλό του πάλι απροειδοποίητα η εικόνα εκείνης, έκλεινε τα μάτια για λίγο και γρήγορα συνερχόταν.

Κάποια στιγμή, σαν από νομοτέλεια, σαν να ταν ήδη αποφασισμένο όχι από την γεωγραφία και την αρχιτεκτονική της γειτονιάς αλλά από κάποια μεταφυσική ανάγκη της μοίρας, έφτασε σ’ ένα στενό. Ένα στενό τόσο σκοτεινό που ήταν λες και ρουφούσε όλο το φως της πόλης και τ’ άφηνε, σα μαύρη τρύπα, να επιπλέει μονάχα γύρω του και να μη φτάνει ποτέ πιο μέσα. Ήταν σχεδόν ανατριχιαστικό, γιατί τίποτα δεν ξεχώριζες εκεί μέσα, ούτε σπίτια, ούτε δρόμο, ούτε αμάξια, τίποτα. Και, φυσικά, του Σταύρου του ήρθε η παρόρμηση να το εξερευνήσει. Έβγαλε πάλι απ’ την τσέπη του το κινητό για να ανοίξει το φακό του, μα… Δεν ξέρω. Πολύ περίεργο αίσθημα. Το σκέφτηκε αρκετή ώρα. Τελικά έκανε το πρώτο βήμα και…

ΑΝΑΨΕ ΤΟ ΦΑΚΟ                                                                                           ΔΕΝ ΑΝΑΨΕ ΤΟ ΦΑΚΟ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s