Ο Γιατρός κάνει μια βόλτα (Tony O’Neill)

Ο Γιατρός κάθεται μέσα σε μια τουαλέτα σ’ ένα εμπορικό κέντρο, κάτω από ένα βραχυκυκλωμένο, τρεμάμενο μπλε φως που τοποθετήθηκε εκεί για να τον εμποδίσει να σουτάρει, πράμα εντελώς άχρηστο για ένα έμπειρο πρεζάκι που χει περάσει τόσα χρόνια τελειοποιώντας την τέχνη του. Αυστηρά και μόνο για αρχάριους και πιτσιρίκια που σουτάρουν την πρώτη τους ψιλή από δεξτρομεθορφάνη, Robitussin MD, σκέφτεται, ειρωνικά, καθώς βγάζει τη γεμάτη σύριγγα από τη βρώμικη τσέπη του παλτού του. Πλέον ξέρει τις φλέβες του τόσο καλά όσο θα ήξερε κάποιος κάτοικος της Νέας Υόρκης ή του Λονδίνου το δίκτυο των γραμμών του μετρό. Ακόμα και κάτω από το φως αυτή της κουραστικής μπλε λάμπας μπορεί να τις δει να απλώνονται όπως σε μια απ’ αυτές τις γραφικές αναπαραστάσεις στις αίθουσες αναμονής των ιατρείων. Δένει το μαντίλι του στο μπράτσο και σηκώνει το μανίκι. Συγκεντρώνεται, θέλει να καθοδηγήσει το αίμα του διαμέσου του ασθενικού του συστήματος μέσα στην εκτροπή που δημιουργεί η βελόνα. Το κόλπο πιάνει: το αίμα ρέει μες στη σύριγγα και, σκίζοντας με τα δόντια το μαντήλι απ’ το χέρι του, απελευθερώνει τη δόση στις φλέβες και το κυκλοφορικό του σύστημα. Κατακλύζεται απ’ τη συνηθισμένη του, στωική γαλήνη. Σήμερα είναι μια ειδική μέρα -είναι τα γενέθλια της εγγονής του.

Έχει μια διεύθυνση μα τίποτα παραπάνω. Την τελευταία φορά που χε μιλήσει με την κόρη του του είχε πει ότι δε θελαν να χουν καμιά σχέση μαζί του. Μα μπορεί να τη φανταστεί καθαρά, ένα γελαστό μικρό κοριτσάκι με μαύρα μαλλιά και μεγάλα, στρογγυλά ματιά, να χορεύει στον κήπο ενός προαστιακού σπιτιού, ντυμένη μ’ ένα καλοκαιρινό φορεματάκι….. Κάθε χρόνο της στέλνει ένα δώρο και κάθε χρόνο δεν παίρνει απάντηση καμία. Δεν έκανε ποτέ κάποια πιο άμεση απόπειρα να ρθει σ’ επαφή μαζί της. Είναι πολύ μεγάλος, και, κατά κάποιο τρόπο, του αρέσουν τα πράματα ως έχουν, ακόμα κι αν νιώθει σκατά μερικές φορές, τις νύχτες. Η αλληλεπίδραση με άλλους ανθρώπους είναι μια βρώμικη και δύσκολη δουλειά, κι αυτή η σχέση μ’ ένα πεντάχρονο κορίτσι που ούτε καν που έχει δει ποτέ έχει αποδειχτεί μια απ’ τις μεγαλύτερες της ζωής του. Ο Γιατρός είναι μεγάλος, γέρος άνθρωπος, και με τα στάνταρ των πρεζέων είναι ένα θαύμα της επιστήμης. Δεν έχει πια το χρόνο για δραστικές αλλαγές.

Το εμπορικό κέντρο είναι ένα πρωτοφανές πολιτισμικό σοκ για το Γιατρό. Οι εικόνες ξανθών, χαμογελαστών σελέμπριτι που δεν γνωρίζει τον κάνουν να αισθάνεται άβολα. Αρώματα με τα ονόματα ποπ τραγουδιστών ή προμοταρισμένα από διαγωνιζόμενους τηλεπαιχνιδιών και ριάλιτι τον μπερδεύουν. Όλοι εδώ μέσα μοιάζουν λες κι έχουν ναρκωθεί απ’ τους ιδιοκτήτες των επιχειρήσεων του εμπορικού, χτυπημένοι από μια βλακώδη παθητικότητα. Είναι τέλοσπάντων ο μοναδικός πλέον που δεν τον ενδιαφέρει η Τζένιφερ Λόπεζ, η Πάρις Χίλτον ή ο Ντόναλντ Τραμπ; Μήπως, ενώ βρισκότανε στους δρόμους περιμένοντας τον μαν, ή στο μπάνιο σουτάροντας, ή στο κρεβάτι χαζεύοντας, ο κόσμος κατακτήθηκε απ’ αυτά τα ηλιομαυρισμένα, ασπροδόντικα τέρατα με κάποιου είδους αναίμακτο πραξικόπημα; Θα πρεπε να ξέρει ποιος είναι ο Τόμμυ Χίλφιγκερ ή ο Σεν Τζον, ή έστω γιατί οι άνθρωποι φοράνε τα ονόματα τους στα στήθη τους λες κι είναι μαρκαρισμένα βόδια; Όχι, το εμπορικό κάνει πάντα το Γιατρό να αισθάνεται άβολα και νευρικά, κι είναι πάντα χαρούμενος όταν γυρνάει στα μέρη του, μαζί με τους δικούς του ανθρώπους.

Στο παιχνιδάδικο διαλέγει μια κούκλα, φιγούρα που προέρχεται από κάποιο σόου της τηλεόρασης που δεν έχει δει ποτέ. Αναρωτιέται αφηρημένα αν εκείνη το βλέπει. Ποια να ναι τ’ αγαπημένα της φαγητά; Να φοβάται το σκοτάδι; Αυτές οι σκέψεις θα μπορούσαν να κάνουν το κεφάλι του να γυρνά και να ζαλίζεται αν συνέχιζε έτσι, οπότε σταματά και προχωράει προς το ταμείο. Χοντρές Αμερικανίδες με μακριά μαλλιά και μεγάλους κώλους περιφέρονται γύρω του, σπρώχνοντας καρότσια γεμάτα προϊόντα, σε κάποιου είδους συγχρονισμένη μέθη. Πληρώνει τη νεαρή μαυρούλα στο ταμείο, χαμογελά με το μισοφαγωμένο του χαμόγελο, και παίρνει το δρόμο του. Ξέρει ότι πιθανότατα θα μπορούσε πολύ εύκολα να την είχε κλέψει αυτή την κούκλα -οι σεκιουριτάδες ήταν νωθροί και βαριεστημένοι. Αλλά όχι, όχι σήμερα. Αν το κάνε θα δικαίωνε την κόρη του που τον αποκαλεί τέρας.

Ο Γιατρός ξέρει πως δεν είναι τέρας. Απλά του τέλειωσε ο χρόνος. Είχε περάσει όλη του τη ζωή σ’ αυτό το παιχνίδι -τι θα γινόταν στην τελική αν με κάποιο τρόπο κατάφερνε τώρα να ξεμπλέξει; Θα χε μια νορμάλ ζωή; Θα άρχιζε να βλέπει τηλεόραση, ν’ ακούει ποπ και ν’ ασχολείται με την πολιτική (φυσικά, όχι τίποτα πολύ ΑΛΗΘΙΝΟ -μονάχα τα σκατά που μας ταΐζει η τιβί) και να διαλέγει τις μάρκες των ρούχων του; Πώς θα μπορούσε να το κάνει αυτό; Έχει ακόμα την αξιοπρέπεια του. Όχι, παρ’ όλη την καταστροφή που προξένησε αυτή η συνήθεια στο σώμα του και την ψυχή του, αυτή είναι η ζωή του Γιατρού και δε μπορεί ν’ αλλάξει. Στα γεράματά του έχει αποδεχτεί κι έχει βρει ειρήνη μ’ αυτή την κατάσταση κι έχει συνειδητοποιήσει πως όλες εκείνες οι ευφάνταστες σκέψεις που έκανε -πως θα πήγαινε για αποτοξίνωση και θα καθάριζε μια για πάντα- δε θα γίνονταν ποτέ πραγματικότητα, και πλέον μπορεί ν’ αφήσει αυτές τις σκέψεις να χαθούν για τα καλά. Αιωρούνται στον υπέροχο, μπλε, έρημο ουρανό σα χαμένα μπαλόνια γενεθλίων και πια δεν τον βαραίνουν.

Ο Γιατρός ρίχνει στο ταχυδρομικό κουτί το γενέθλιο δώρο χωρίς σημείωμα και προχωράει στη γωνία, όπου έχει κανονίσει να βρεθεί μ’ έναν τυπά, τον Τζόνι Ντι, τον οποίο γνωρίζει από την κλινική μεθαδόνης.

«Εεεέλα…» φωνάζει ο Τζόνι Ντι καθώς ο Γιατρός πλησιάζει αργά προς το μέρος του, «Που σαι μαν μου, Γιατρέ; Πώς πάει;»
«Ε…. Δύσκολη μέρα, Τζόνι, δύσκολη.» στενάζει ο Γιατρός.
«Όλες έτσι είναι, φίλε, όλο και πιο δύσκολες, όλο και πιο κουραστικές.»
«Τι μου φερες;»

Ο Τζόνι Ντι έχει ένα γέρικο, φθαρμένο πρόσωπο, σαν μια πέτρα που τη σπάσανε και τη διαβρώσαν τα στοιχεία των καιρών. Τα δόντια που του χουν απομείνει είναι λιγδιασμένα, κίτρινα, και το κενό μεταξύ τους στην πάνω σειρά κάνει έναν σφυριχτό ήχο όταν μιλάει. Φοράει την ίδια βρώμικη φανέλα και το ίδιο μίζερο ριγέ κουστούμι που φοράει πάντα, και αναβλύζει μια απαίσια, ζωώδη μυρωδιά. Βάζει το χέρι του μες στο παλτό και βγάζει από την τσέπη του μια λωρίδα χάπια, του τα δίνει.

«Χμμμ,» λέει ο Γιατρός, αξιολογώντας το εμπόρευμα με το έμπειρο του μάτι. «Χάπια Physeptone, των δέκα μιλιγκράμ. Δηλαδή μεθαδόνη, από τη Βρετανία ή τον Καναδά. Για να δούμε, έχουμε δέκα χάπια…. Τι λες για τριάντα δολάρια;»
«Τριάντα δολάρια; Ω, θεέ μου, έλα τώρα Γιατρέ, μην πας να μου τη φέρεις. Σαράντα, κι είναι ειδική τιμή για σένα, επειδή είσαι φίλος.»
«Σαράντα;» Ο Γιατρός δαγκώνεται κι αναστενάζει, αναλογιζόμενος. Είναι κουρασμένος, τα κόκαλα του πονάνε. Σαράντα δολάρια είναι καλή τιμή.
«Εντάξει, σαράντα δολάρια, αλλά θέλω αν παραλάβεις κι άλλο απ’ αυτό το σταφ να μαι ο πρώτος που θα ενημερώσεις.»
«Προς θεού, Γιατρέ» λέει ο Τζόνι καθώς χώνει τα δυο εικοσάρικα στην τσέπη του. «Πάντα, φίλε μου, πάντα. Εσύ δεν είσαι πελάτης, είσαι φίλος. Θα τα πούμε, αδερφέ.»
«Ναι, ναι…. Τα λέμε, Τζόνι.»
«Έγινε, είσαι ωραίος Γιατρέ, γεια σου.»

Ο Γιατρός χαμογελάει καθώς γυρίζει σπίτι του. Φίλος. Κανένας δεν έχει φίλους σ’ αυτό το πρεζοπεριβάλλον, μονάχα ανθρώπους που γαμάς πιο δύσκολα από άλλους. Παίρνει εφτά χάπια των 10 μιλιγκράμ και τα κατεβάζει μ’ ένα ποτήρι με νερό απ’ τη βρύση πριν πέσει να διαβάσει λίγο. Το βράδι πέφτει και ήδη νιώθει τη μεθαδόνη να ζεσταίνει τα κόκαλά του….

….Γυρνά πίσω σ’ ένα ιατρείο, κάπου στις αρχές της δεκαετίας του 50. Τότε ήταν κάτι σαν συμφωνία κυρίων, και πολλές φορές ο γιατρός ήξερε ότι τον δουλεύανε για να τους γράφει συνταγές, αλλά δεν έμοιαζε να πτοείται. Ήταν σαφές γι’ αυτούς ότι είχε κάποιες ιατρό-φαρμακευτικές γνώσεις και τον λυπόντουσαν, υπέθετε ο Γιατρός, θεωρώντας τον απλά ως ένα θύμα μιας απλής, ανθρώπινης αδυναμίας. Όταν πήγαινε μ’ ένα απ’ τα συνηθισμένα του, εξεζητημένα παράπονα, απαριθμώντας ένα-ένα όλα του τα συμπτώματα σαν επαγγελματίας, οι γιατροί καμιά φορά χαμογελούσαν. Απ’ τη στιγμή που μπορούσαν να συνεχίσουν να προσποιούνται και να κρατάνε τα προσχήματα, μπορούσαν και να φύγουν με τη συνείδηση τους καθαρή. Ο γιατρός συνέχιζε να νιώθει ως ο επαγγελματίας που βοηθάει τους αδύναμους της κοινωνίας, ενώ ο Γιατρός εξασφάλιζε αρκετή μορφίνη για τις επόμενες μέρες. Αλλά αυτός ο τύπος με το κοστούμι, πίσω απ’ το γραφείο, αυτός γιατί βρίσκεται τώρα στη σκέψη του Γιατρού; Είναι θολή η ανάμνηση, ο τύπος απλά τον έφτιαξε λίγες φορές με συνταγές, τίποτα παραπάνω. Το γραφείο του ήταν στη Λεωφόρο Μαριπόσα…. Τίποτα πια δεν υπάρχει. Σήμερα ίσως να χει γίνει μαγαζί ή στέκι τοκογλύφων. Ο τύπος ήταν συνομήλικος του. Θυμάται όμως ότι ο συγκεκριμένος έσπασε την σιωπηλή “συμφωνία” τους και μίλησε ευθέως για το πρόβλημα.

«Αυτή, εχμ, θα είναι η τελευταία συνταγή που σου γράφω. Μην το παίρνεις προσωπικά. Απλά δε μπορώ… κρατώντας καθαρή τη συνείδησή μου… να συνεχίσω να σου γράφω τέτοια φάρμακα, γνωρίζοντας την… κατάστασή σου. Μετά απ’ αυτή τη συνταγή, αν θες να ζητήσεις… βοήθεια… θα μπορούσα ευχαρίστως να σε παραπέμψω κάπου αλλού. Αλλιώς, πολύ φοβάμαι, αυτή θα είναι η τελευταία φορά… που συναντιόμαστε.»

Ο Γιατρός απλά πήρε τη συνταγή του, φόρεσε το αντιανεμικό του μπουφάν, κι έφτιαξε το καπέλο του.
«Ευχαριστώ,» είπε, «Ήταν χαρά μου.»

Ο Γιατρός πιάνει τον εαυτό του, ασυναίσθητα, να τον σκέφτεται. Που να ναι τώρα; Να ζει ή να πέθανε; Ίσως να πεθαίνει από φυσικά αίτια καθώς τα παιδιά του και μια γελαστή, μελαχρινή εγγονή με μεγάλα, στρογγυλά μάτια στέκονται γύρω απ’ το κρεβάτι του, σ’ ένα ωραίο, μεσο-αστικό σπίτι στα προάστια. Οι σκιές εισχωρούν μέσα στη θλιβερή γκαρσονιέρα του Γιατρού στο Ανατολικό Χόλιγουντ, μα η μεθαδόνη τον προστατεύει. Μερικές φορές, για έναν εθισμένο τα ναρκωτικά είναι ό,τι κοντινότερο μπορεί να νιώσει στο αίσθημα της οικογενειακής θαλπωρής, που ανά καιρούς βιώνει όλος ο υπόλοιπος κόσμος. Είναι μεν μια μοναχική, εσωστρεφής ζωή, μα ευδοκιμεί μέσω της εξάρτησης. Ίσως γι’ αυτό είναι τόσο δύσκολο να ξεκόψεις -η τυχαιότητα και το απρόβλεπτο της ζωής χωρίς πρέζα γίνονται αβάσταχτα σε κάποιον που χει περάσει μεγάλες περιόδους χωρίς να τα βιώσει. Σα να βγαίνεις στο εκτυφλωτικό φως του ηλίου μετά από χρόνια ζωής κάτω απ’ τη γη -με τη διαφορά πως, σ’ αυτήν την περίπτωση, τα μάτια δεν προσαρμόζονται ποτέ πλήρως στο επώδυνο φως. Ο πόνος μειώνεται όσο περνάν τα χρόνια, μα ακόμα χτυπά σαν ωρολογιακή βόμβα μέσα στο κεφάλι, προγραμματισμένη να σκάσει και να σου διαλύσει το κρανίο…

Λίγο αργότερα, ένα χτύπημα στην πόρτα τον σηκώνει.

«Ποιος είναι;» ρωτά ο Γιατρός, προσπαθώντας να προσδιορίσει την ώρα, χωρίς επιτυχία. Μοιάζει να χει πέσει απόλυτη μαυρίλα έξω απ’ το παράθυρο, λες και τίποτα πια δεν υπάρχει πέρα απ’ το δωμάτιο του.
«Ξέρεις ποιος είναι,» λέει μια φωνή που μοιάζει να προέρχεται απ’ τα βάθη του εγκεφάλου του. «Με περίμενες.»

Ο Γιατρός καταλαβαίνει. Φυσικά και περίμενε. Όλη του τη ζωή περίμενε, όπως και κάθε άλλος που γεννήθηκε σ’ αυτόν τον πλανήτη.
«Καλύτερα να μπεις μέσα,» απαντά ο Γιατρός στο εισβάλλων κενό.

μετάφραση: Άλεξ Κοάν

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s