Ήπια ένα μπάφο έξω απ’ το πατρικό του Λόρκα (Άλεξ Κοάν)

Δεκέμβρης μήνας, σκοτείνιαζε το πάρκο από νωρίς,
στη Γρανάδα που χόρταινες με δυο μόλις μπύρες
και τα καρφιά του φεγγαριού
πάνω στη μέση, τους γοφούς μου,
ανοίγανε τρύπες αρχαίες, βιβλικές
να βγει στο χώρο το φως το άσπρο, το αιώνιο.
Τη στιγμή που ο καπνός σκαρφάλωνε ψηλά,
στην ανακαινισμένη στέγη,
δυο τσιγγάνοι πήγαν να ψειρίσουν τα ψιλά μου,
μα τους την έσκασα
σα μεθυσμένος ελεγκτής των τραίνων
που το σκόπευτρο τον σημαδεύει
με κείνη την άθλια κοκκινωπή κουκκίδα
και το τελευταίο δευτερόλεπτο, το κλάσμα του δευτερολέπτου
η σφαίρα περνά δίπλα του, ξυστά
και σπάει το ενισχυμένο τζάμι.
Τρικυμία
κι ο ξυλοκόπος σερβίρει σανγκριά
με πορτοκάλια Ανδαλουσίας.
Εδώ, Δεκέμβρη μήνα, τα φύλλα ακόμα δεν πέσανε,
και τα ποτάμια κυλάνε ζεστά
σαν αστικά λεωφορεία
στα υψώματα, στις σκεπές, στην άβυσσο,
στα κλαδιά
του πανανθρώπινου εγκεφάλου,
στις ζάρες του
επάνω.
Φεντερίκο Γκαρθία,
βίβες!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s