Το φάντασμα της σκόνης (Άλεξ Κοάν)

Δεν έχω πολύ χρόνο. Πρέπει να είμαι σύντομος και περιεκτικός. Μα ταυτόχρονα δεν πρέπει να αφήσω ασάφειες και κενά να αιωρούνται. Οπότε αναγκαστικά θα πιάσω την ιστορία απ’ την αρχή, από κει που ξεκίνησα. Λοιπόν.

Ως εντροπία ορίζεται η ποσότητα αυτή που μετράει το χάος, ή αλλιώς την αταξία ενός συστήματος. Η μέγιστη τιμή της ισούται με την πλήρη αποδιοργάνωση όλης της ύλης, συνήθως μέσω της ομογενοποίησης των πάντων, μα όχι αποκλειστικά. Πλήρης αποδιοργάνωση της ύλης σημαίνει επίσης παύση της ζωής, κάθε ζωής. Οι νόμοι της φύσης μας υποδεικνύουν πως σε κάθε περίπτωση η εντροπία έχει την τάση να αυξάνεται, και πως κάθε οργανωμένο, υλικό σύστημα ρέπει προς την αποδιοργάνωση, την αταξία, το χάος. Υπάρχει μόνο μια εξαίρεση σ’ αυτόν τον κανόνα: η ζωή. Μόνο αυτή φαίνεται να προκύπτει ως προϊόν οργάνωσης από την αταξία της ανόργανης ύλης, και όχι το ανάποδο. Αν και πάντα καταλήγει και αυτή στην αποδιοργάνωση και την αύξηση της εντροπίας, το θάνατο, το σάπισμα του υλικού σώματος. Βάσει αυτού του νόμου θα μπορούσαμε να ερμηνεύσουμε, ως έναν τουλάχιστο βαθμό, την περίφημη φράση απ’ το βιβλίο της Γένεσις, χους ει και εις χουν απελεύσει. Το χώμα, εν προκειμένω, συμβολίζει την πλήρη αταξία απ’ όπου προερχόμαστε, και η κατάληξη του, φτιαγμένου από το ίδιο χώμα, ανθρώπου, δηλώνει την ανίκητη πορεία επιστροφής προς αυτήν την αταξία. Παρ’ όλα αυτά, δεν καταφέρνει να εξηγήσει το μέγα μυστήριο, τη ζωή. Το ότι ο άνθρωπος, όπως κάθε ον, καταλήγει στο χώμα είναι σαφές, μα πως μπορούμε να ερμηνεύσουμε με φυσικούς νόμους και όχι με αυθαίρετες, μεταφυσικές θεωρίες περί θεϊκής πνοής το γεγονός ότι η ζωή δημιουργείται εξίσου από το χώμα;

Αυτό ήταν το ερώτημα που παρακίνησε εμένα, έναν απλό ερασιτέχνη, αυτοδίδακτο σε θέματα φυσικής και βιολογίας, να ασχοληθώ με το μέγα μυστήριο. Αποφάσισα να αφιερώσω τη ζωή μου σ’ αυτό, στο να δημιουργήσω ζωή. Αρχικά, επηρεασμένος απ’ τους σπουδαίους αλχημιστές του παρελθόντος, βάλθηκα με τις πιο ανορθόδοξες μεθόδους να φτιάξω ένα ανθρωπάριο, ένα homunculus, όπως πιο εύηχα λέγεται στην αγγλική γλώσσα. Βασισμένος κυρίως σε γραπτά του Παράκελσου και του Άραβα Τζαμπίρ Ιμπίν Χαϋάν (ή Ψευδό-Γκέμπερ, όπως ονομάστηκε απ’ τους Λατίνους), και με την καθοριστική βοήθεια ενός φίλου μου ζωολόγου που μπορούσε να με προμηθεύσει με τ’ απαραίτητα, μετέτρεψα την αποθήκη μου σε εργαστήριο και άρχισα τα πειράματα. Η διαδικασία ήταν απλή όσο και παράδοξη. Εισήγαγα ανθρώπινο σπέρμα, το δικό μου δηλαδή, με μια σύριγγα σε μη-ανθρώπινα ωάρια. Και όχι μόνο ωάρια θηλαστικών, αλλά επίσης και σε αυγά πτηνών, ερπετών κλπ. Κι έπειτα απλά τα άφηνα να εκκολαφτούν για συγκεκριμένο διάστημα, ανάλογα με το χρόνο κύησης ή επώασης που απαιτούσε το ωάριο ή αυγό του κάθε είδους, σε ένα ειδικά διαμορφωμένο κουτί που προσομοίαζε τη θερμότητα, την υγρασία και γενικά όλες τις συνθήκες κύησης μιας μήτρας ή εκκόλαψης σε μια φωλιά.

Έκπληκτος παρατήρησα ότι σε ορισμένες περιπτώσεις το πείραμα είχε μια σχετική επιτυχία. Όταν έσπασα τα κελύφη κάποιων αυγών έβγαλα από μέσα κάτι σαν έμβρυο, κάποιο άσχημο και περίεργο ον που δεν έμοιαζε ιδιαίτερα ούτε με άνθρωπο ούτε με το άλλο είδος απ’ το οποίο είχε προκύψει η ένωση, κι η απόχρωση του ήταν άλλοτε μαύρη, άλλοτε γκρίζα κι άλλοτε ροζ. Όμως, μονάχα σε μια περίπτωση ένα απ’ τα έμβρυα έδειξε στοιχεία ζωής, κι ήταν αυτό που βγήκε απ’ το αυγό του δράκου του Κομόντο – ένα αυγό που παρεμπιπτόντως είχα κινήσει γη και ουρανό για να εξασφαλίσω. Συγκεκριμένα, κατάφερε να κάνει κάποιες κινήσεις, που πιο πολύ θύμιζαν σπασμούς, για περίπου τρία δευτερόλεπτα. Και μετά πέθανε. Όλα τ’ άλλα έμβρυα ήταν ήδη νεκρά όταν τα έβγαλα απ’ τα αυγά τους.

Το ότι είχα μεγαλύτερη επιτυχία με αυγά και όχι με ωάρια θηλαστικών προφανώς μου είχε φανεί πολύ περίεργο, μα σύντομα κατάλαβα πως απλά είχα κάνει κάποια σημαντικά λάθη, καθώς και μερικές παραλείψεις, στην όλη διαδικασία εξωσωματικής γονιμοποίησης και κυρίως στην προσομοίωση της εκάστοτε μήτρας. Φυσικά τα διόρθωσα σύντομα, μα ταυτόχρονα αποφάσισα να εγκαταλείψω το σχέδιο δημιουργίας homunculus και να ασχοληθώ μόνο με διασταυρώσεις συγγενών θηλαστικών. Η αλήθεια είναι ότι η φρικτή εικόνα εκείνου του εμβρύου απ’ το αυγό του δράκου και οι ανατριχιαστικοί σπασμοί του είχαν αρχίσει να μου δημιουργούν εφιάλτες τις νύχτες, και η γενικότερη ιδέα του να δημιουργήσω ένα ον από σπέρμα ανθρώπου, ένα ανθρωποειδές, είχε αρχίσει να με φοβίζει. Γι’ αυτό και επέλεξα να ασχοληθώ με άλλα είδη, ν’ αφήσω τον άνθρωπο στην άκρη, για κάποιο διάστημα τουλάχιστον.

Μα οι επιτυχίες μου ήταν ελάχιστες και πολύ περιορισμένες. Κάποια έμβρυα, ελαφρώς πιο όμορφα στην όψη από κείνο το τερατούργημα που είχα βγάλει απ’ το αυγό, κατάφεραν να επιβιώσουν για λίγα δευτερόλεπτα, αλλά τα περισσότερα γεννήθηκαν νεκρά. Μονάχα ένα, ένα υβρίδιο από διασταύρωση αγριόχοιρου και οικόσιτης αγελάδας, έζησε περισσότερο. Άντεξε σχεδόν δυο ώρες, και κατέβαλα κάθε δυνατή προσπάθεια για να επεκτείνω τη ζωή του λίγο παραπάνω. Του έκανα μεταγγίσεις αίματος, το έβαλα σε ειδική θερμοκοιτίδα, μα μάταια. Βέβαια, το ότι επιβίωσε για τόσο μεγάλο διάστημα μου επέτρεψε να κάνω τις απαραίτητες μετρήσεις και να διαπιστώσω ότι όντως είχε παλμό και αναπνοή, που σημαίνει ότι όντως ήταν ζωντανό. Στις άλλες περιπτώσεις που τα έμβρυα πέθαιναν, μπορεί να υπήρχαν ζωτικά όργανα όπως καρδιά, εγκέφαλος κλπ, μπορεί επίσης να υπήρχαν σημάδια ζωής, δηλαδή κίνηση, αλλά δεν είχα καταφέρει να καταλάβω αν η κίνηση αυτή οφειλόταν όντως σε λειτουργία του οργανισμού ή αν ήταν απλά σπασμωδικές αντιδράσεις ενός λειτουργικού νευρικού συστήματος και μόνο. Δεν είχα αποδείξει, μ’ άλλα λόγια, αν τα έμβρυα ήταν όντως ζωντανά, μα μονάχα πως δούλευε το νευρικό τους σύστημα. Στην περίπτωση του υβριδίου αγριόχοιρου-αγελάδας όμως τα είχα καταφέρει. Το ον είχε παλμό και ανέπνεε κανονικά. Ήταν ζωντανό. Είχα δημιουργήσει ένα νέο είδος – για λίγο έστω, αλλά το είχα δημιουργήσει.

Η επιτυχία του πειράματος με είχε ικανοποιήσει, σίγουρα, αλλά δε μου αρκούσε. Δεν απαντούσε στο μέγα μυστήριο της ζωής. Είχε απλά αποδείξει ότι γίνεται να δημιουργηθεί ένα υβρίδιο από δυο συγκεκριμένα, διαφορετικά είδη, που ήταν μια σημαντική ανακάλυψη, εντάξει, αλλά δεν ήταν αυτό που ήθελα. Για την ακρίβεια, συνειδητοποίησα πως εξαρχής η αναζήτηση μου είχε πάρει λάθος τροχιά. Δεν έπρεπε να χω προσπαθήσει ποτέ να φτιάξω ένα ον από διαφορετικά είδη, ούτε καν ένα ανθρωπάριο, γιατί αυτό που ήθελα να κάνω ήταν να δημιουργήσω ένα ον απ’ το μηδέν. Έναν οργανισμό από την αταξία της ανόργανης ύλης. Όχι απλά μια διασταύρωση από ένα ωάριο κι ένα σπερματοζωάριο διαφορετικών ειδών, μα μια ολοκαίνουρια μορφή ζωής από νερό και χώμα.

Στην πράξη αυτό ήταν μάλλον αδύνατο να γίνει. Δηλαδή αν πήγαινα καθαρά επιστημονικά και χρησιμοποιούσα ως βάση την δαρβινική εξέλιξη, θα έπρεπε να πάρω την πιο δημοφιλή θεωρία περί εμφάνισης ζωής στον πλανήτη – αυτή που λέει ότι οι πρώτοι οργανισμοί, κάτι αμινοξέα συγκεκριμένα, δημιουργήθηκαν από τις ηλεκτρικές εκκενώσεις κεραυνών που έπεφταν στη θάλασσα. Μα για να τεστάρω τη θεωρία αυτή, για να δείξω ότι όντως αυτή είναι η αρχική αιτία της ζωής, δε θα μου αρκούσε το να δημιουργήσω αμινοξέα μέσω ηλεκτρισμού, τα οποία εξάλλου δεν θυμίζουν σε τίποτα ζωντανό οργανισμό, εκτός απ’ το γεγονός ότι φέρουν γενετικές πληροφορίες μέσω RNA. Θα έπρεπε να φτάσω στη γέννηση ενός μονοκύτταρου τουλάχιστον οργανισμού. Κι αυτό θα έπαιρνε εκατομμύρια χρόνια. Οπότε έπρεπε να βρω άλλον τρόπο να δημιουργήσω ζωή εκ του μηδενός.

Ο μυστικισμός σ’ αυτό το σημείο είχε περισσότερα να μου προσφέρει από τις θετικές επιστήμες. Διάφοροι μύθοι, όπως αυτός των εβραϊκών γκόλεμ, μου άναψαν το ενδιαφέρον και ερέθισαν τη φαντασία μου, οδηγώντας με στο να συγκεντρώσω κείμενα από διάφορες κουλτούρες και παραδόσεις σχετικές με τη μαγεία. Τα περισσότερα βέβαια ήταν απλά βιβλία του εμπορίου, που δε μπορούσαν να μου προσφέρουν τίποτα παραπάνω από κοινή, εγκυκλοπαιδική γνώση. Μέχρι που βρήκα, σχεδόν τυχαία, στο deep web ένα αρχαίο, απόκρυφο βιβλίο. Ο ανώνυμος πωλητής δεν έδινε καμία περιγραφή του, μα μόνο απ’ την εικόνα του εξωφύλλου του, το οποίο, ενώ φαινομενικά ήταν απλό, είχε κάτι το εξαιρετικά μυστήριο επάνω του που, χωρίς κανένα συγκεκριμένο λόγο, διέγειρε όλες τις αισθήσεις, πείστηκα να το αγοράσω. Και το αγόρασα. Και δε θα γράψω τίποτα παραπάνω γι’ αυτό, ούτε το τι έλεγε, ούτε καν τον τίτλο του, για να προφυλάξω τον οποιονδήποτε μπορεί να διαβάζει αυτό το σημείωμα. Σκοπεύω μάλιστα να το κάψω σύντομα, αν δηλαδή προλάβω, ελπίζοντας ότι δεν κυκλοφορεί άλλο αντίτυπό του εκεί έξω. Δεν πρέπει κανένας να μάθει για κείνο το βιβλίο.

Όπως και να χει, εγώ δεν ήξερα. Το πήρα, το διάβασα και ακολούθησα τις οδηγίες του. Με λάσπη, πηλό και πέτρες έφτιαξα ένα πρόχειρο αγαλματάκι, μικρό και άτεχνο ομοίωμα ανθρώπου. Το τι έκανα μετά, για τον ίδιο λόγο που ανέφερα πριν, δε θα το αποκαλύψω. Μα έκανα αρκετά, από τελετές μέχρι ψαλμούς και διάφορα μυστικιστικά ξόρκια, για τα οποία δεν πρέπει να μάθει τίποτα, ποτέ, κανένας. Τα μετάνιωσα. Μα τα έκανα.

Ύστερα από δυο βδομάδες, το πείραμα πέτυχε. Δημιούργησα ζωή. Αν δηλαδή μπορεί να λογιστεί ως ζωντανό ετούτο το φρικτό ον που γέννησαν οι τελετές μου. Συγχώρα με, Θεέ μου, γιατί ήμουν ο πιο μεγάλος ασεβής αυτού του κόσμου, γιατί χωρίς να έχω τα μέσα, ούτε την άδεια, πήρα ανήθικα το ρόλο σου ως δημιουργός. Και δημιούργησα.

Το ον ήτανε άυλο, ένα πνεύμα, ένα φάντασμα. Στην αρχή είχα την εντύπωση ότι το αγαλματίδιο το ίδιο θα ζωντάνευε, μα έκανα λάθος. Το αγαλματάκι ήταν απλά η πύλη απ’ όπου απέκτησε ύπαρξη, αλλά όχι μορφή, το πνεύμα. Ήταν αόρατο, αλλά έκανε την παρουσία του αισθητή μέσω εναλλαγών στη θερμοκρασία γύρω του και μέσω ρευμάτων αέρα που κατέκλυζαν ξαφνικά το χώρο. Το φάντασμα που γεννήθηκε απ’ το χώμα ήταν εδώ, δίπλα μου, και στην αρχή δε με φόβιζε καθόλου, μονάχα δέος και θαυμασμό μου προκαλούσε. Υπέθεσα ότι, έχοντας μόλις γεννηθεί, θα ήταν κενό από γνώσεις και πληροφορίες, μια λευκή κόλλα χαρτί. Κι έτσι κάθισα να του διδάξω κάποια πράγματα, με ανορθόδοξους τρόπους, όπως πχ να του δείξω πως ανάβει μια φωτιά στο τζάκι μου. Μα το φάντασμα αυτό, άγνωστο πως, αφού και στις οδηγίες του βιβλίου ήταν σαφές πως δεν επρόκειτο για κάποιο αρχαίο πνεύμα μα για μια νέα, καθαρή ύπαρξη, γνώριζε ήδη αρκετά. Σκορπίζοντας τη σκόνη του γραφείου μου σχημάτιζε λέξεις και φράσεις, όπως «γεια» και «τι κάνεις». Παρ’ όλα αυτά, δεν είχε καμία προσωπική πληροφορία να μου δώσει. Όταν το ρώτησα αν είχε όνομα μου έγραψε «δεν ξέρω», όταν το ρώτησα το σκοπό του το ίδιο. Όταν το ρώτησα πως ήξερε να γράφει στη γλώσσα μου, πάλι η απάντηση του ήταν «δεν ξέρω». Ήξερε τόσα πολλά κι όμως δεν ήξερε τίποτα. Ήταν λες και έφερε γνώσεις μέσα του που το ίδιο δεν είχε αποκτήσει ποτέ του, απλά υπήρχαν γραμμένες στο γενετικό του κώδικα, αν υποθέσουμε δηλαδή ότι διέθετε κάτι τέτοιο. Ήταν περίεργο και ανατριχιαστικό συνάμα. Ανά στιγμές σχημάτιζε πάνω στη σκόνη φράσεις σαν στίχους βγαλμένους από κάποιο σπάνιο, πανέμορφο ποίημα, κι άλλες φορές απλά έγραφε ασυναρτησίες. Ήταν δύσκολο να πιάσω όμως κουβέντα μαζί του, αδύνατο μάλλον, γιατί όποτε το ρωτούσα κάτι, οτιδήποτε, η απάντηση ήταν πάντα η ίδια. «Δεν ξέρω».

Μετά από μια περίοδο, ένα μήνα περίπου, το είχα βαρεθεί. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα μαζί του, δε μπορούσαμε να συζητήσουμε, δε μπορούσαμε να πάμε μια βόλτα, να του δείξω μια ταινία, να του διαβάσω ένα βιβλίο, τίποτα. Όποτε είχα προσπαθήσω να του διδάξω κάτι εκείνο έμοιαζε να με αγνοεί. Δεν έκανε καμία αλλαγή στη θερμοκρασία του χώρου, ούτε έγραφε τίποτα στη σκόνη, ακόμα κι αν του έκανα κάποια ερώτηση. Δεν είμαι σίγουρος αν με αγνοούσε ακριβώς βέβαια, γιατί, για την ακρίβεια, δεν ήξερα καν αν βρίσκεται μαζί μου στο σπίτι. Μπορεί και να φευγε ξαφνικά, να πήγαινε μόνο του βόλτα, δεν έχω ιδέα. Κι όταν μου έκανε αισθητή την παρουσία του και το ρωτούσα αυτό το πράγμα, αν δηλαδή έλειπε απ’ το σπίτι, πάλι η ίδια απάντηση πάνω στη σκόνη. «Δεν ξέρω». Ε τι να έκανα; Σταμάτησα κι εγώ ν’ ασχολούμαι και να του δίνω σημασία. Βαρέθηκα. Λογικό δεν είναι; Αφού δεν μπορούσα να το μελετήσω έστρεψα τις έρευνές μου σε άλλη μέθοδο δημιουργίας κι άρχισα να το αγνοώ.

Μέχρι σήμερα. Ξύπνησα τα χαράματα νιώθοντας ένα φρικτό κάψιμο στο στέρνο. Ένιωθα πως ο κορμός μου, όλο μου το σώμα, σιγά-σιγά παρέλυε. Μια τρομακτική υπόθεση μου ρθε αμέσως στο μυαλό, πως το φάντασμα είχε άμεση σχέση μ’ όλο αυτό. Σηκώθηκα όρθιος κι άρχισα να του φωνάζω, να το ρωτάω αν είναι εδώ. Καμία απάντηση. Μα ήταν σαφές. Οι αλλαγές της θερμοκρασίας που μέχρι πρότινος δημιουργούσε στο δωμάτιο, τώρα συνέβαιναν στο κορμί μου. Το άυλο πνεύμα καταλάμβανε με τρόπο επώδυνο το σώμα μου. Σα να χα πιει κώνειο, ένα αίσθημα παράλυσης εξαπλωνόταν απ’ το στήθος μου προς τα έξω. Μα γινόταν αργά, πολύ αργά, και βασανιστικά. Πανικοβλήθηκα. Δεν ήξερα πως ν’ αντιδράσω. Μπήκα να κάνω ένα παγωμένο ντουζ, όσο με κράταγαν ακόμα τα πόδια μου. Παρά τους πόνους κατάφερα λίγο να ηρεμήσω, να σκεφτώ πιο καθαρά τα επόμενα βήματά μου. Επέστρεψα στο δωμάτιο μου και είδα το αγαλματάκι να έχει σπάσει σε χίλια κομμάτια. Σκέφτηκα μήπως η πιο λογική λύση ήταν να αυτοκτονήσω πριν το φάντασμα με καταλάβει ολόκληρο. Μα δεν το τόλμησα, με κράτησε πίσω όχι μόνο η δειλία μου αλλά και η ακατανίκητη περιέργεια μου. Αποφάσισα να γράψω αυτό το σημείωμα. Θέλω να πιστεύω πως κάποιος θα το διαβάσει. Δεν ξέρω τι θ’ απογίνω. Δεν ξέρω τι θα συμβεί, αν θα συνεχίσω να υπάρχω ή όχι, αν το πνεύμα θα πάρει την ταυτότητα μου και θα γίνει εγώ ή αν απλά θα ζήσει ως νέα συνείδηση μέσα στο παλιό κορμί μου. Φοβάμαι πολύ. Και πονάω. Μα δε μπορώ πλέον να κάνω κάτι άλλο. Αυτή τη στιγμή ελέγχω και μπορώ να κουνάω κατά βούληση μόνο το κεφάλι μου, απ’ το λαιμό και πάνω, τους καρπούς, τις παλάμες μου, τους αστραγάλους και τα δάχτυλα των ποδιών μου. Όλα τ’ άλλα ανήκουν στο φάντασμα πια. Δεν έχω πολύ χρόνο. Όταν με βρείτε και το διαβάσετε αυτό κάντε ό,τι νομίζετε. Δεν ξέρω τι να σας πω. Μονάχα μια προειδοποίηση, μην ανοίξετε ποτέ αυτό το καταραμέν

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s