Για ένα συκώτι (Άλεξ Κοάν)

Με πήρε τηλέφωνο μετά από τέσσερα χρόνια. Ούτε τον είχα δει, ούτε τον είχα ακούσει τόσο καιρό, αλλά εκείνη την Κυριακή με πήρε τηλέφωνο. Δεν απάντησα, το άφησα να χτυπάει. Το καθίκι είχε εξαφανιστεί από προσώπου γης και τώρα ξαφνικά με θυμόταν. Αλλά δεν πάει έτσι, όποτε του καυλώσει, όχι. Ούτε στην κηδεία της μάνας μας δεν είχε έρθει. Και τώρα τι; Να με πάρει να μου πει τι δηλαδή; Να μου ζητήσει δανεικά; Με τίποτα, δεν του δίνω φράγκο. Να πα να γαμηθεί, είναι Κυριακή και θέλω να ξεκουραστώ, και στο κάτω-κάτω δε θέλω καμιά σχέση μαζί του. Αφού αυτός μας παράτησε και μας διέγραψε, τότε κι εγώ δεν έχω να του πω τίποτα, ούτε και θέλω να τον ακούω.

Αργότερα το μετάνιωσα. Στην τελική ήταν ο μικρός μου αδερφός. Κι αν είχε πραγματικά κάποια μεγάλη ανάγκη, τότε έπρεπε τουλάχιστον να τον αφήσω να μου την πει. Ναι, αυτός μπορεί να μας είχε γράψει στ’ αρχίδια του, αλλά εγώ δεν ήμουν σαν κι αυτόν. Τον πήρα πίσω.

«Στέλιο;» ρώτησα αμήχανα όταν το σήκωσε.
«Ερρίκο, εσύ;» έκανε εξίσου αμήχανα.
«Εγώ. Με πήρες τηλέφωνο;»
«Ναι, ναι, σε πήρα.»
«Α… Όλα καλά;»
«Καλά… ε, δηλαδή… όχι και τόσο… άκου, πρέπει να βρεθούμε. Πρέπει να σου μιλήσω.»
Δανεικά θα ήθελε το λαμόγιο, ήμουν σίγουρος, ποιος ξέρει που σκατά είχε μπλέξει πάλι. Αλλά έκανα το κορόιδο. Ήθελε μπινελίκι κανονικά, έπρεπε να του ρίξω πολύ βρισίδι, αλλά το μάσησα. Ούτε καν ρώτησα που είχε χαθεί τόσα χρόνια. Είπα μόνο:
«Εντάξει, να βρεθούμε. Πότε και που;»
Κανονίσαμε για Τετάρτη βράδι, σ’ ένα παρακμιακό μπαράκι κοντά στην παλιά μας γειτονιά, στα κάτω Πατήσια.

Για τον Στέλιο να σας πω τι παραπάνω; Όπως είπα τον είχα χάσει εντελώς για τέσσερα χρόνια, ούτε ήξερα που βρισκόταν, τι έκανε, τίποτα. Φαντάζομαι τα ίδια που έκανε όλη του τη ζωή, θα έπινε, θα εθιζόταν σε όποια μαλακία έβρισκε, θα έχανε τα λεφτά του στο τζόγο, θα έκανε τίποτα μικροκλοπές και μικροαπατεωνιές για να επιβιώσει και τα λοιπά. Γενικότερα θα συνέχιζε να καταστρέφει τη ζωή του με όποιον τρόπο μπορούσε και θα πλήγωνε όποιον νοιαζόταν πραγματικά για κείνον. Όπως πχ τη μάνα μας, που πέθανε πριν μια τριετία. Και ούτε καν εμφανίστηκε στην κηδεία της. Ούτε καν αυτό. Στ’ αρχίδια του όλα.

Συναντηθήκαμε στο μπαρ και ήταν, πραγματικά, σε κακό χάλι. Αξύριστος, άπλυτος, βρωμοκοπούσε λίγδα, τσιγάρο και αλκοόλ, με ρούχα κουρέλια και κάτι μάτια λες κι είχε γυρίσει από βομβιστική επίθεση στη Βαγδάτη, λες κι είχε δει πεντακόσια διαμελισμένα πτώματα να πέφτουνε στα πόδια του, με μαύρους κύκλους και γεμάτα απελπισία κι απόγνωση. Σκέφτηκα ότι θα χε χάσει πολλά, πάρα πολλά, θα χε μπλέξει με τοκογλύφους και ποιος ξέρει τι άλλους απατεώνες, θα χρωστούσε τα κέρατά του και ίσως και να απειλούταν ακόμα κι η ζωή του. Σ’ αυτό το τελευταίο μόνο είχα πέσει μέσα.

Στην αρχή η κουβέντα ήτανε άβολη, πολύ άβολη. Ήθελα να τον βρίσω, αλήθεια, ήθελα να του πω “ρε μαλακιστήρι, τέσσερα χρόνια είχες εξαφανιστεί, ο πατέρας μας είχε τρελαθεί μέχρι που τελικά τον έπεισα να σε διαγράψει, και τώρα ξαφνικά με θυμήθηκες να μου ζητήσεις λεφτά; Όταν πέθαινε η μάνα μας που ήσουν;”. Αλλά βλέποντας τον σ’ αυτήν την κατάσταση δε μου πήγε η καρδιά. Δε μιλούσε καθόλου, κι ούτε τολμούσε να με κοιτάξει στα μάτια, μόνο έπινε γουλιά-γουλιά τη μπύρα του και περίμενε. Περίμενε την κατάλληλη στιγμή, μα, μην έχοντας τι να συζητήσω μαζί του, δεν τη βρήκε. Οπότε μου το πε έτσι, απότομα και δίχως πρόλογο:
«Ερρίκο, άκου… χρειάζομαι το συκώτι σου.»
«Τι;»
«Χρειάζομαι το συκώτι σου. Άκου, έχω καρκίνο. Στο ήπαρ, σε πολύ προχωρημένο στάδιο. Θα πεθάνω, Ερρίκο, άκου, πρέπει να με βοηθήσεις.»
«Καρκίνο;»
«Ναι, στο ήπαρ, στο συκώτι. Σε τελικό στάδιο. Δεν έχω πολύ χρόνο, ο γιατρός μου είπε έξι μήνες το πολύ. Το πολύ έξι μήνες, Ερρίκο, ακούς; Πρέπει να με βοηθήσεις.»
«Πώς; Πότε το μαθες;»
«Δεν έχει σημασία, πρόσφατα. Άκου, δε θα ζήσω. Πρέπει να κάνω μεταμόσχευση είπε ο γιατρός, μόνο έτσι θα έχω ελπίδες. Μου είπε πρέπει να βρω δότη, πρέπει να βρω ένα συκώτι συμβατό με τον οργανισμό μου. Αλλιώς θα πεθάνω, είναι σίγουρο.»
«Θεέ μου, τι είν’ αυτά που λες;»
«Αυτό που σου λέω, Ερρίκο, πεθαίνω! Πρέπει να με βοηθήσεις, πρέπει να μου δώσεις το συκώτι σου, δε γίνεται αλλιώς!»
«Ηρέμησε, Στέλιο, ηρέμησε. Ας τα πάρουμε απ’ την αρχή. Έχεις καρκίνο του ήπατος.»
«Ναι, και πεθαίνω.»
«Περίμενε. Σε προχωρημένο στάδιο.»
«Ναι, πολύ προχωρημένο.»
«Σε ποιόν γιατρό πήγες;»
«Σ’ έναν, σε δημόσιο.»
«Στον Άγιο Σάββα;»
«Τι σημασία έχει;»
«Έχει.»
«Ναι.»
«Και τι σου πε ο γιατρός;»
«Ότι πεθαίνω.»
«Πιο συγκεκριμένα.»
«Ότι έχω καρκίνο στο συκώτι, σε πολύ προχωρημένο στάδιο. Μου έδωσε περίπου έξι μήνες ζωής αν δεν κάνω άμεσα μεταμόσχευση. Αν κάνω έχω ελπίδες, πολλές. Έτσι είπε. Και μετά βέβαια χημειοθεραπείες και λοιπά. Αλλά θα χω πολλές ελπίδες.»
«Και ψάχνεις δότη;»
«Ναι, συμβατό δότη.»
«Και σκέφτηκες εμένα, ε;»
«Ερρίκο, άκου, το ξέρω, τα χω κάνει σκατά, ναι, εντάξει. Αλλά τώρα σου μιλάω σοβαρά, θα πεθάνω. Άκου, εσύ θα σαι εντάξει, δε θα πάθεις τίποτα. Μου εξήγησε ο γιατρός, ο δότης ποτέ δεν βγάζει πρόβλημα. Δεν θα πάρουν καν όλο σου το συκώτι, μόνο ένα κομμάτι, ένα μικρό κομμάτι μόνο, κι έπειτα το υπόλοιπο θα ξαναβγεί. Και θα αντικαταστήσουν μ’ αυτό το κομμάτι το δικό μου συκώτι. Κι εγώ θα σωθώ, κι εσύ θα σαι εντάξει, δε θα πάθεις τίποτα.»
Του ζήτησα λίγο χρόνο να το σκεφτώ, μου είπε δεν έχει χρόνο, του απάντησα ότι θα του πω οριστικά σε τρεις μέρες, δε μπορούσα νωρίτερα. Με πίεσε και του πα να πάει να γαμηθεί, αν βιαζόταν τόσο να έψαχνε άλλο δότη ή απλά να περίμενε να πεθάνει με τον ίδιο τρόπο που χε ζήσει όλη του τη ζωή – μόνος του και εξαθλιωμένος. Το δέχτηκε. Μου είπε θα περιμένει. Και να μην πω τίποτα στο μπαμπά. Δε θα του έλεγα ούτως ή άλλως.
Το σκέφτηκα, το σκέφτηκα πολύ, έψαξα στο ίντερνετ να βρω πληροφορίες, ρώτησα και το γιατρό μου, πως γίνεται η μεταμόσχευση, ποιες οι πιθανότητες επιτυχίας για τον ασθενή, ποιοι οι κίνδυνοι για τον δότη. Δεν ήταν αλήθεια ότι δε θα πάθαινα τίποτα, αντιθέτως θα ταν σχεδόν εξίσου επικίνδυνο για μένα όσο και για τον Στέλιο. Υπήρχε 70% πιθανότητα να παρουσιάσω επιπλοκές στην υγεία μου, κι ένα, μικρό μα όχι αμελητέο, 10% ακόμα και να πεθάνω, από ηπατική ανεπάρκεια ή κάτι παρόμοιο. Κι όσο το σκεφτόμουν τόσο πιο πολύ κατέληγα πως δεν υπήρχε λόγος να ρισκάρω τη ζωή μου γι’ αυτό το ρεμάλι. Κι ας ήταν ο αδερφός μου. Φοβόμουνα.

Κι έπειτα, απολύτως αναμενόμενα, μου ήρθε η ιδέα – το πιο λογικό πράγμα που θα σκεφτόταν ο οποιοσδήποτε στη θέση μου. Πήρα το Στέλιο να βρεθούμε στο μπαρ, να το συζητήσουμε.

«Το καταλαβαίνω,» μου είπε. «Φοβάσαι. Δίκιο έχεις. Εξάλλου γιατί να ρισκάρεις για να σώσεις εμένα; Εγώ δεν αξίζω τίποτα. Τα χω κάνει σκατά, έχω καταστρέψει τη ζωή μου, σας έχω παρατήσει πόσα χρόνια, γιατί να με βοηθήσεις; Καταλαβαίνω, δεν υπάρχει λόγος.»
«Έλα, ηρέμησε. Τα χεις κάνει σκατά, ναι, αλλά δε θα σ’ αφήσω έτσι. Αδερφός μου είσαι στην τελική. Υπάρχει κι άλλη λύση.»
«Τι άλλη λύση ρε Ερρίκο; Τι μου λες τώρα; Ξέρεις πόσοι περιμένουν στην ουρά για ένα μόσχευμα; Από ζωντανό, από νεκρό, δεν έχει σημασία. Δε βρίσκεις έτσι απλά ένα συκώτι. Άστο, γάμα το, δεν πειράζει. Άσε με να πεθάνω, δίκιο θα χεις.»
«Χαλάρωσε ρε μαλάκα Στέλιο. Το ξέρω ότι δε βρίσκεις έτσι απλά ένα συκώτι, αλλά αν το θέλεις πραγματικά τότε μπορεί και να βρεις.»
«Τι θες να πεις;»
«Δεν καταλαβαίνεις;»
«Όχι.»
«Μαύρη αγορά, Στέλιο.»
«Τι; Συκώτι απ’ τη μαύρη;»
«Ακριβώς. Κοστίζει πολύ βέβαια, ναι, αλλά χαλάλι. Αν μου υποσχεθείς ότι θα σοβαρευτείς και θα κάνεις προσπάθεια να στρώσεις τη ζωή σου θα πληρώσω.»
«Το ρωτάς; Ήδη το έχω υποσχεθεί στον εαυτό μου, αν σωθώ απ’ αυτό θα αλλάξω, αλήθεια λέω αδερφέ μου, θα αλλάξω.»
«Ωραία. Τότε θα πληρώσω και θα σου πάρω ένα νέο συκώτι.»
«Πώς θα γίνει αυτό;»
«Το έψαξα λίγο, πλέον με το ίντερνετ φαίνεται πολύ απλό. Υπάρχει ένα μέρος, μια ιστοσελίδα ή κάτι τέτοιο, που λέγεται deep web. Εκεί μπορείς να ψωνίσεις ό,τι θες, έχει τα πάντα, μέσω bitcoin.»
«Μέσω τι;»
«Bitcoin, ένα ψηφιακό νόμισμα, δεν το χεις ακούσει;»
«Όχι, ποτέ.»
«Ναι, τέλοσπάντων, ούτε εγώ ξέρω πολλά απ’ αυτά, δεν τα πολυκαταλαβαίνω κιόλας, άλλα έχω έναν φίλο κομπιουτερά που μπορεί να με βοηθήσει, δε θα ναι και τόσο δύσκολο. Λοιπόν, τι λες; Το κάνουμε έτσι;»
«Τι να σου πω ρε Ερρίκο; Αν υπάρχει περίπτωση να τη γλιτώσω έτσι τότε είμαι μέσα.»
«Ωραία, εντάξει, θα το βάλω μπρος λοιπόν.»
«Ναι, αλλά σύντομα, ε; Δεν έχω πολύ χρόνο.»
«Μέχρι μεθαύριο θα το χω κανονίσει.»
«Εντάξει. Σ’ ευχαριστώ ρε Ερρίκο. Αλήθεια, σ’ ευχαριστώ.»
«Έλα, ντάξει τώρα.»
«Όχι, αλήθεια, μου σώζεις κυριολεκτικά τη ζωή. Αλήθεια, αν βγω ζωντανός θα αλλάξω, το ορκίζομαι.»
«Εντάξει, σε πιστεύω, φτάνει τώρα. Λοιπόν, έφυγα, θα είμαστε σε επικοινωνία.»
«Κάτσε, περίμενε, τα λεφτά που θα τα βρεις;»
«Μη σε απασχολεί αυτό.»
«Θα ναι πολλά.»
«Μη σε απασχολεί σου λέω.»
«Άκου, έχω ένα σιγουράκι για την επόμενη βδομάδα, στα άλογα, παίζεις ένα παίρνεις εφτά, μπορούμε να βγάλουμε πολύ χρ…»
«Ρε μαλάκα Στέλιο, τι είπαμε; Δεν είπαμε θα αλλάξεις;»
«Ναι, θ’ αλλάξω, αλλά αυτό είναι σίγουρο, τελευταία φορά, ίσα-ίσα να βγάλουμε τα απαραίτητα και μετά τέλος.»
«Όχι, ξεκόλλα. Σου είπα, μη σε απασχολούν τα λεφτά, θα τα βρω.»
«Καλά, όπως θες.»
«Τα λέμε.»
«Ναι, ευχαριστώ. Τα λέμε.»
Η διαδικασία ήταν η εξής: πρώτα έπρεπε να κατεβάσω το tor browser, ένα πρόγραμμα περιήγησης όπως το firefox κι όλα αυτά, μέσω του οποίου όμως θα αποκτούσα πρόσβαση σ’ αυτό που λέμε deep web. Έπειτα έπρεπε να βρω τη σωστή ιστοσελίδα, το σωστό μάρκετ, απ’ όπου θα αγόραζα το ήπαρ. Βρήκα ένα στην τύχη, το οποίο είχε μέσα τόση ποικιλία (από ανθρώπινα όργανα μέχρι όπλα και παιδική πορνογραφία) και τόσους χρήστες που μου φάνηκε έμπιστο. Μπήκα στην κατηγορία των συκωτιών. Είχε αρκετά, κι οι τιμές τους κυμαίνονταν από 20 μέχρι 21 bitcoins. Περίεργο, σκέφτηκα, μου φάνηκαν πολύ φτηνά. Μετά κατάλαβα ότι σε ευρώ αυτό σήμαινε από 140 μέχρι 150 χιλιάδες. Πιο λογικό αυτό, κάπου εκεί τα χα υπολογίσει κι εγώ.

Το ν’ αγοράσεις ένα bitcoin ή λιγότερο ήταν σχετικά εύκολο, αλλά όταν μιλούσαμε για τόσα πολλά δυσκόλευε το πράμα. Δε γινόταν απλά να βγάλω απ’ το λογαριασμό μου 140 χιλιάρικα (που, παρεμπιπτόντως, ήταν σχεδόν όλες οι οικονομίες εμένα και της γυναίκας μου) και να τ’ αγοράσω σε bitcoins, θα φαινόταν τέρμα ύποπτο. Έπρεπε να σπάσω κάπως τα λεφτά. Κι έπρεπε, κανονικά, να γίνει αυτό σταδιακά. Μα δεν υπήρχε πολύς χρόνος.
Οπότε, μέσα σε τρεις μέρες, έβγαλα όλο το χρήμα και αγόρασα bitcoins αξίας 10 χιλιάδων ευρώ σε 14 διαφορετικά sites-wallets (ψηφιακό πορτοφόλι δηλαδή, όπου θα κρατούσα τα λεφτά μέχρι να τα στείλω στη μαύρη αγορά για το συκώτι). Ε, κι έπειτα μπήκα στο μάρκετ, βρήκα έναν πωλητή αγνώστων στοιχείων και το παρήγγειλα. Στο μήνυμα του έγραψα μόνο τη διεύθυνση και το όνομα του Στέλιου, τίποτε άλλο. Μου απάντησε δυο μέρες αργότερα για να μ’ ενημερώσει ότι παρέλαβε τα φράγκα και την επόμενη θα φευγε το δέμα. Ναι, θα στελνε ένα ανθρώπινο συκώτι μέσω ταχυδρομείου. Μέσα σε φορμόλη ή κάτι τέτοιο, για να συντηρηθεί όσο γίνεται. Μου φαινόταν – και ήταν – τίγκα επικίνδυνο, αλλά δε μπορούσα να κάνω κάτι άλλο. Τουλάχιστον το πακέτο θα ταν εξπρές.

Και όντως, έφτασε μετά από μόλις πέντε μέρες. Σε μια χαρτόκουτα με κάτι γραμματόσημα με τη φάτσα του Γκάντι. Και τότε αρχίσαν τα μισόλογα. Είχα μόλις μπει στο σπίτι του Στέλιου – μια τρώγλη στην πλατεία Αμερικής.

«Έφτασε;» του φώναξα.
«Ναι,» απάντησε λάμποντας.
«Και; Είναι εντάξει;»
«Ναι, έτσι φαίνεται, μέσα στη φορμόλη. Να, δες το.» Άνοιξε το κουτί και μου το δειξε.
«Ωραία, ναι, εντάξει φαίνεται. Κομπλέ, πάμε στο γιατρό;»
«Ποιο γιατρό;»
«Όπου θες, και στον Άγιο Σάββα, και στον δικό μου, όπου προτιμάς.»
«Κάτσε ρε Ερρίκο, πώς θα γίνει αυτό; Θα πάμε έτσι στο γιατρό και θα του πούμε σου φέραμε ένα συκώτι, εγχείρησε με;»
«Ε, περίπου, ναι. Πώς αλλιώς;»
«Άκου, μην ασχοληθείς άλλο εσύ, ήδη έκανες αρκετά για μένα και το εκτιμώ πολύ. Θα το αναλάβω εγώ. Θα πάρω τηλέφωνο το γιατρό και θα κανονίσω την εγχείρηση για μια μέρα που θα μπορεί. Δε γίνονται έτσι απλά αυτά, είναι πολύ χρονοβόρα επέμβαση, πρέπει να βρεις μια μέρα που θα είναι ελεύθερος ο γιατρός.»
«Τι; Τι λες τώρα; Θα σαπίσει το συκώτι μέχρι να μπορέσει ο γιατρός!»
«Όχι, μην ανησυχείς, διατηρείται μια χαρά εδώ μέσα.»
«Μαλάκα Στέλιο, ξεκόλλα. Τώρα θα πάμε.»
«Ρε Ερρίκο, άκου λίγο, δε γίνεται έτσι απλά. Καταρχάς αυτό εδώ είναι ένα συκώτι απ’ τη μαύρη, που ένας Θεός ξέρει ποιο πιτσιρίκι σκότωσαν για να το πάρουν. Δε μπορώ να πάω σ’ έναν οποιονδήποτε γιατρό και να του το δώσω, θα με πάνε φυλακή. Άκου, έχω έναν δικό μου γιατρό, θα το κανονίσω μ’ αυτόν.»
«Τι μαλακίες μου λες ρε Στέλιο; Καταρχάς οι γιατροί δε μπορούν να σου κάνουν τίποτα, υπάρχει το απόρρητο.»
«Δεν έχει σημασία, είναι ρίσκο.»
«Και ποιος είναι αυτός ο γιατρός που ξέρεις;»
«Ένας, δικός μου άνθρωπος, έμπιστος, που κάνει τέτοιες δουλείες.»
«Μεταμοσχεύσεις συκωτιών;»
«Ναι, κι άλλα τέτοια.»
«Ρε πας καλά; Το χεις χάσει τελείως;»
«Ρε Ερρίκο, ηρέμησε σου λέω, ξέρω τι κάνω. Εμπιστεύσου με μια φορά στη ζωή σου.»
«Τι λες ρε βλαμμένε, τι να σ’ εμπιστευτώ; Παίζεται η ζωή σου κορώνα-γράμματα, το χεις καταλάβει; Κάθε λεπτό που περνάει σε φέρνει πιο κοντά στον τάφο κι εσύ μου λες άραξε, θα πάμε αύριο, σ’ έναν γιατρό δικό μου; Είσαι στα καλά σου;»
«Ρε γαμώτο, άκουσε με, φοβάμαι. Φοβάμαι να πάω με ένα συκώτι από τη μαύρη σ’ έναν οποιονδήποτε γιατρό και να του πω εγχείρησε με. Φοβάμαι.»
«Μα… Ουφ, δεν έχει νόημα. Τσάμπα το συζητάμε τόση ώρα, αφού την έχεις πάρει την απόφαση σου. Εντάξει ρε Στέλιο, όπως θες. Κάντο όπως νομίζεις εσύ.»
«Το ξερα ότι θα καταλάβεις, αδερφέ μου.»
Όντως είχα καταλάβει. Την είχα πια ψιλιαστεί την όλη φάση. Τα μάσαγε. Τις προάλλες με πίεζε για χρόνο και τώρα, που χε ένα ολοκαίνουριο συκώτι μπροστά του, στη φορμόλη, μου λεγε θα πάει στον γιατρό αύριο. Δε φοβότανε. Όχι. Όταν κρέμεται όλη σου η ζωή από μια κλωστή δε σκέφτεσαι έτσι. Ότι τι δηλαδή θα έκανε ένας κανονικός γιατρός; Θα τον κάρφωνε επειδή του φερε μαύρο συκώτι; Που και να τον κάρφωνε, τι σημασία είχε; Τουλάχιστον θα χε σώσει τη ζωή του. Και ποιος στον πούτσο να ταν αυτός ο γιατρός που έλεγε, ο ‘δικός του’; Ποιος ξέρει τι κωλολαμόγιο θα τανε κι αυτός. Κάτι ύποπτο παιζόταν, ήμουν σίγουρος.

Μπήκα στο αμάξι μα δεν έφυγα. Όχι, δε θα τον άφηνα έτσι τον πούστη, κάτι βρώμικο μαγείρευε και θα το ανακάλυπτα. Έκανα μια γύρα στη γειτονιά και πάρκαρα σ’ ένα στενό από πίσω. Περπάτησα και μπήκα σ’ ένα μίνι μάρκετ απ’ όπου είχα θέα στο σπίτι του Στέλιου. Αγόρασα μια μπύρα και ζήτησα απ’ τον Πακιστανό πωλητή να με αφήσει να κάτσω λίγο μέσα, να την πιω. Μου είπε εντάξει. Και κάθισα. Και περίμενα. Κι ήπια κι άλλη μια μπύρα. Κι ύστερα τον είδα να βγαίνει. Και κρατούσε στα χέρια του το πακέτο με το ήπαρ. Προχώρησε προς το παλιό Τογιότα Στάρλετ της μάνας μας. Τι σαράβαλο Θεέ μου, 30 χρονών αμάξι. Κι όμως, ακόμα πήγαινε. Και μάλιστα ο Στέλιος ζήτημα να το χε πάει πέντε φορές για σέρβις τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια που το χρησιμοποιούσε, και πάλι, δεν καταλάβαινε τίποτα αυτό το αυτοκίνητο. Τέλοσπάντων, πετάχτηκα και έτρεξα προς το δικό μου αμάξι (ένα Αϊγκο πενταετίας, παρεμπιπτόντως) κι έβαλα γρήγορα μπρος να προλάβω να τον ακολουθήσω.

Μετά από κάνα εικοσάλεπτο έφτασε έξω από μια μεζονέτα σ’ ένα περίεργο σημείο, κάπου μεταξύ Μενιδιού κι Άνω Λιοσίων, δεν είμαι σίγουρος, δεν τις ξέρω καθόλου αυτές τις περιοχές. Σταμάτησε και κατέβηκε. Το ίδιο έκανα κι εγώ, αρκετά μέτρα πιο πίσω, σε απόσταση ασφαλείας. Στάθηκα και τον είδα να μπαίνει μέσα, κρατώντας πάντα το δέμα με το ήπαρ στα χέρια. Πλησίασα λίγο. Τρομερά κιτς μεζονέτα, βαμμένη με έντονα χρώματα, κίτρινο και κόκκινο κυρίως, και με κάτι αγάλματα, απομιμήσεις αρχαιοελληνικών γλυπτών, στην αυλή και τα μπαλκόνια του πάνω ορόφου. Και χρυσά κάγκελα. Τέλοσπάντων, περίμενα εκεί, δεν πήγα πιο κοντά, φοβήθηκα μήπως με δει κανείς απ’ το παράθυρο. Ύστερα από λίγη ώρα άνοιξε η πόρτα κι ο Στέλιος βγήκε. Χωρίς το δέμα. Κι αμέσως το κατάλαβα τι είχε παιχτεί. Αλλά δεν αντέδρασα σωστά. Θόλωσα.

«Που είναι το συκώτι ρε μαλακισμένε;»
«Ωχ! Ερρίκο; Πώς βρέθηκες εδώ;»
«ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΣΥΚΩΤΙ ΡΕ ΠΟΥΣΤΗ;»
«Όπα, ηρέμησε, Ερρίκο, χαλάρωσε.»
«Ωραία ρε χαμένε, ηρεμώ, να, ηρέμησα. Μίλα τώρα.»
«Τι να πω;»
«Ρε θα σε γαμήσω ρε!»
«Όχι, Ερρίκο, μη, κάτσε, άκου, θα σου εξηγήσω.»
«Ακούω.»
«Έκανα την εγχείρηση.»
«Τι;»
«Αυτός ήταν ο γιατρός μου, με εγχείρησε.»
«Με δουλεύεις ρε καργιόλη; Μέσα σε πέντε λεπτά; Θα σε σκοτώσω!»
«Όχι, Ερρίκο, είναι γρήγορος αυτός, άκου, είναι καλός.»
«ΜΙΛΑ ΡΕ ΘΑ ΣΕ ΣΚΟΤΩΣΩ!»
«Εντάξει, εντάξει, θα σου πω. Πάμε λίγο πιο κει.»
«Πάμε στο αμάξι μου.» Πήγαμε.
«Ωραία, εντάξει, άκου. Θα στα πω όλα. Ήταν όντως ζήτημα ζωής και θανάτου, δεν σου πα ψέμματα γι’ αυτό. Είχα μπλέξει, είχα μπλέξει άσχημα. Χρώσταγα, πολλά λεφτά, πάρα πολλά.»
«Στο τζόγο τα χες χάσει;»
«Όχι. Δηλαδή έχασα κάποια κι εκεί, αλλά τα περισσότερα όχι.»
«Αλλά;»
«Πήγα να στήσω μια μπίζνα. Μπήκα μέσα, έχασα πολλά.»
«Τι μπίζνα;»
«Μια καφετέρια.»
«Άντε γαμήσου ρε, πες την αλήθεια.»
«Πουτάνες. Εμπόριο λευκής σαρκός, πώς το λένε; Τράφικινγκ.»
«Είσαι σιχαμένος.»
«Είμαι, το ξέρω, ναι.»
«Και τι έγινε;»
«Εγώ είχα αναλάβει να τις φέρω. Νοίκιασα ένα φορτηγάκι, ανέβηκα πάνω, Βαλκάνια, Ρουμανία, Σερβία και τέτοια. Και φόρτωσα μπόλικες, δέκα συγκεκριμένα. Μη ρωτήσεις για το πως και το τι, που βρήκα τις άκρες κι όλα αυτά, δε μπορώ να σου πω. Δεν έχει και σημασία. Και τις έφερα τέλοσπάντων στην Αθήνα. Κι έπρεπε μετά να τις παραδώσω σ’ έναν δικό μου, νταβατζή, ξέρεις.»
«Αυτόν εδώ με τα αγάλματα και τα χρυσά κάγκελα;»
«Όχι, όχι, άλλο αυτός. Θα σου πω. Τέλοσπάντων, η παράδοση κανονικά έπρεπε να γίνει άμεσα, αλλά ξέρεις τώρα, είχα δέκα γκόμενες στο φορτηγό, μουνάρες όλες τους, ε, είπα να περάσω κι εγώ λίγο χρόνο μαζί τους.»
«Και με τις δέκα;»
«Ε, ναι, αφού ήταν τ’ όνειρο μου από μικρός.»
«Να πας με δέκα;»
«Με περισσότερες από μια. Ε και τι να κάνω; Δέκα είχα εκείνη τη στιγμή, γιατί να πάω μόνο με τις τρεις πχ; Καταλαβαίνεις.»
«Ας πούμε.»
«Και τέλοσπάντων τις έφερα σπίτι και, ε…»
«Τι έγινε;»
«Μου τη φέρανε.»
«Το σκάσανε;»
«Όχι απλά το σκάσανε, με δείρανε κιόλας και μου κλέψανε και την προκαταβολή για τη δουλειά, εφτά χιλιάρικα κολλαριστά! Με κατέστρεψαν οι πουτάνες! Και ξύλο σου λέω, άσε, ακόμα κι οι δεκαπεντάχρονες μου ρίχνανε κάτι κλωτσίδια γάμησε τα!»
«Δεκαπεντάχρονες;»
«Α, δεν στο πα αυτό;»
«Τι λες ρε μαλακισμένο; Ακόμα και ανήλικες;»
«Ε, ήταν και κανα-δυο ανήλικες…»
«Κανα-δυό;»
«Εντάξει, όλες ανήλικες ήταν, εκτός από μια. Αυτή απ’ ότι κατάλαβα έκλεισε τα 18 στο φορτηγό της επιστροφής, τις άκουσα όλες πίσω ένα βράδι να τραγουδάνε το χάπι μπέρθντεϊ.»
«Τι λες ρε σιχαμένε άνθρωπε;»
«Αλλά ήταν όλες νταβραντισμένες, Ερρίκο, αλήθεια, τις έκανες τουλάχιστον για 20. Εκτός από δυο-τρεις που φαίνονταν τελείως πιτσιρίκες.»
«Θεέ μου! Είσαι τέρας!»
«Είμαι, ναι, το ξέρω. Αλλά το χειρότερο δεν είναι ότι είμαι τέρας, είναι ότι είμαι μαλάκας. Γιατί αν δεν τις κράταγα και τις παρέδιδα αμέσως θα πληρωνόμουν μια χαρά κι όλα κομπλέ.»
«Και τελικά;»
«Ε τι τελικά; Αφού τις έχασα έπρεπε να τις πληρώσω. Δώδεκα χιλιάρικα η κάθε μια, συν τα εφτά της προκαταβολής που μου κλεψαν, σύνολο 127 χιλιάδες. Που να τα βρω;»
«Κι έφτιαξες έτσι την ιστορία με τον καρκίνο στο συκώτι.»
«Ναι, ακριβώς.»
«Καλά ρε γαμημένε, κι αν εγώ τελικά σου έδινα το συκώτι μου τι θα έκανες; Θα το πούλαγες για να ξεπληρώσεις τις πουτάνες;»
«Μη γίνεσαι βλάκας ρε Ερρίκο, είναι δυνατόν; Αν δεχόσουν να μου δώσεις το συκώτι σου θα έπρεπε να πάμε μαζί στα νοσοκομεία, να κανονίσουμε με γιατρούς κι όλα αυτά. Θα χάλαγε όλο το σχέδιο έτσι, θα το καταλάβαινες. Όχι, ήμουνα σίγουρος ότι δε θα το κανες, αλλά από την άλλη ήξερα επίσης ότι δε θα με παρατούσες έτσι, θα βοηθούσες. Και βοήθησες. Και σ’ ευγνωμονώ γι’ αυτό, αδερφέ μου.»
«Ρε άσε τις μαλακίες σε μένα. Έδωσα 150 χιλιάρικα για τι; Για να ξεχρεώσεις;»
«Μα θα με σκότωναν αλλιώς ρε Ερρίκο, τι να έκανα; Ήταν όντως ζήτημα ζωής και θανάτου! Δεν αστειεύονται αυτοί οι τύποι, αν τους κάνεις πουστιά σε γαμάνε.»
«Και γιατί δε μου έλεγες εξαρχής την αλήθεια;»
«Θα μου τα δινες τα λεφτά;»
«Όχι.»
«Ε να γιατί.»
«Και τι θα πω ρε μαλάκα Στέλιο εγώ στην Κατερίνα για τα 150 χιλιάρικα που λείπουν απ’ το λογαριασμό μου; Ότι τα δωσα γιατί ο αδερφός μου έχασε κάτι ανήλικες πουτάνες που έφερε από τη Ρουμανία;»
«Ποια είναι η Κατερίνα;»
«Η γυναίκα μου!»
«Α, ναι, ναι, σόρι, το ξέχασα. Ε, θα της πεις αυτό που σου πα κι εγώ, για το συκώτι.»
«Α, οκέι, το λυσες κι αυτό το πρόβλημα.»
«Ρε Ερρίκο, δεν καταλαβαίνεις;»
«Καταλαβαίνω ρε Στέλιο. Καταλαβαίνω. Αλλά κι εμένα με γάμησες με τις μαλακίες σου.»
«Το ξέρω ρε αδερφέ, το ξέρω, και ειλικρινά σου ζητάω συγγνώμη. Αλλά κάτι έπρεπε να κάνω.»
«Και τώρα;»
«Τώρα… τώρα τίποτα, τώρα οι δρόμοι μας χωρίζουν, μ’ αφήνεις στο αμάξι μου, φεύγω, φεύγεις, και δεν ξανασυναντιόμαστε ποτέ.»
«Έτσι απλά, ε;»
«Έτσι απλά.»
Αυτό ήτανε. Έφυγε και τον έχασα. Δεν τον ξανάδα ποτέ. Τι έκανε και που πήγε, δεν έχω ιδέα. Μπορεί να μην πλήρωσε καν τα σπασμένα του, να πήρε τα λεφτά και να φυγε για κανένα νησί του Ειρηνικού. Μπορεί να μου λεγε και μαλακίες, πάλι, να ήταν όλη η ιστορία με τις πουτάνες απ’ το μυαλό του για να μου τα φάει, και να σκόρπισε ήδη όλα τα λεφτά στο τζόγο. Δε θα μου κανε εντύπωση με το κωλοκαθίκι. Αλλά δεν ξέρω. Δεν με νοιάζει πια. Εγώ ό,τι είχα να σας πω το είπα. Από κει και πέρα κάντε ό,τι καταλαβαίνετε. Κι αν ποτέ τον πιάσετε, εγώ θα μαι μαζί σας.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s