Φαγούρα 3: Αντωνάκης

Το να βαριέσαι είναι μια τέχνη, όπως όλες οι άλλες, με την παλιά έννοια της τέχνης που ουσιαστικά έχει νόημα μόνο σε δύο φράσεις: «Να πάει το παιδί να μάθει καμιά τέχνη» και «Οι τέχνες είναι για τις αδερφές». Το να βαριέσαι δεν είναι –μόνο- για τις αδερφές, είναι δουλειά και μάλιστα πάρα πολύ δυσάρεστη, αν μπορείς να την αποφύγεις, πραγματικά go for it.
Ανάμεσα στους τρόπους να βαρεθείς υπάρχουν μερικές αλάνθαστες συνταγές. Ενθουσιάσου πχ πολύ με πράγματα καθημερινά χωρίς να αποδέχεσαι ότι είναι πράγματι καθημερινά. Χύσε τον καφέ σου σε δανεικά βιβλία. Ερωτεύσου, αλλά προσοχή! Κάντο με όρους ελληνικών σειρών και προσωρινής ναρκισσιστικής κατανάλωσης αλλιώς μπορεί να προκύψει και τίποτα ενδιαφέρον. Μην ερωτεύεσαι, γύρνα όλη μέρα κομμάτια πάνω κάτω την Αθήνα, μην πίνεις τίποτα, γύρνα το σε στρέιτ-ετζ, ανακάλυψε την ομορφιά του φυσικού κόσμου, σκέψου πόσο άδικο έχεις, μετά σκέψου πόσο άδικο έχουν οι υπόλοιποι και παρηγορήσου με αυτό.
Τέλος πάντων τα δοκίμασα όλα κι αφού απότυχα να ξεπεράσω τη βαρεμάρα και την κούραση που με καταβάλει στο να κάνω οτιδήποτε το αποδέχτηκα. Έπιασα το μέτωπο μου, έβραζα στον πυρετό. Είχα σηκωθεί 3-4 ώρες απ’ το κρεβάτι και είχα ήδη μεγάλη τάση παραίτησης. Το λεωφορείο έκανε στάση κάπου και μια τύπισσα με μπλε μαλλιά ανέβηκε. Όμορφη. Κοίταξα το πρόσωπο της, μετά το όνομα της στάσης, «Γυμνάσιο», έγραφε. «Άντε γεια, τα χεις χάσει τελείως μαλάκα» σκέφτηκα για τον εαυτό μου και δυνάμωσα τη μουσική.
Κατέβηκα Χαλάνδρι, πλατεία Δούρου και άρχισα να ψάχνω μια καφετέρια. Για κάποιο λόγο δεν καταφέρνω να προσανατολιστώ ποτέ καλά με το google maps, αλλά τουλάχιστον η στάση που κατέβηκα ήταν σωστή άρα αποκλείεται να είχα πέσει πολύ έξω. Έψαξα κάνα τέταρτο ακόμα και την ανακάλυψα. Ωραίο μέρος, κυριλέ, στο Χαλάνδρι ερχόμουν πιο μικρός αλλά σε τέτοιες καφετέριες ούτε απ’ έξω. Βασικά αυτό δε γίνεται, είναι μερικά μέρη του Χαλανδρίου που κατ’ ανάγκη θα περάσεις απ’ έξω από τέτοιες καφετέριες ίσως επειδή καλύπτουν το 99% της περιοχής (το άλλο 1% είναι η ψυχή). Τέλος πάντων μπήκα μέσα και ζήτησα έναν «Δημήτρη», τελικώς ο Δημήτρης ήταν ο μάγειρας εκεί και έπρεπε να τον περιμένω.
Κάθισα σε μια γωνιά λοιπόν και χάζευα τις σερβιτόρες. Τρία πολύ όμορφα νεαρά κορίτσια, η μία τους ίσως και μικρότερη μου. Δεν έμοιαζαν να μισούν τη δουλειά τους, αλλά και εγώ δεν μοιάζω να μισώ τη ζωή μου πάντα. Τελικά ο Δημήτρης ήρθε να με δει, ψηλός, μελαχρινός με μπούκλες και κοκάλινα γυαλιά, τα ψιλοζήλεψα αυτά τα γυαλιά. Με ρώτησε τι θέλω, του είπα ότι έχω ένα βιβλίο να του αφήσω. Του το άφησα «Οιδίπους τύραννος» λεγόταν, μου έδωσε 9ε.
«Ωραίο βιβλίο ε;», σχολίασε
«Η συνέχεια είναι καλύτερη», του απάντησα χαμογελαστά, χαιρέτησα και έφυγα. Ίσως αν γινόμουν λίγο κολλιτσίδα να με κερνούσαν κάνα χυμό, αλλά η ψυχολογία μου δεν άντεχε τέτοια παιχνίδια.
Με μια υποχρέωση λιγότερη στο κεφάλι μου συνέχισα τη μέρα μου, λεωφορείο, μετρό, άλλο λεωφορείο (βρήκα θέση σε όλα, κάτι που μου επέτρεψε να βγάλω πάνω από 50 σελίδες απ’ το βιβλίο που διάβαζα). Έφτασα τελικά στη σχολή.

Κοίταξα το ρολόι, είχα έρθει μιάμιση ώρα μπροστά. Τέλεια. Ήπια λίγο καφέ από ένα θερμός που κουβαλούσα μαζί μου για να γλυτώνω λεφτά, έδωσα τα λεφτά που γλύτωσα για μια μπάρα δημητριακών και συνέχισα να διαβάζω. Η ώρα του μαθήματος ήρθε. Διάλεξη. Μια ιταλίδα που είναι καθηγήτρια στη Γαλλία ήρθε να μας μιλήσει για τους τρόπους συμπεριφοράς των ευγενών στο μεσαίωνα και την αναγέννηση. Δεν ήταν βαρετό, στους περισσότερους άρεσε, πιθανότατα λόγω ταύτισης με το ρόλο του αυλικού.
Η διάλεξη κάποια στιγμή έφτασε στο τέλος της και ένα ζευγάρι φίλοι μου με άφησαν με το αμάξι τους στο μετρό. Ανέβηκα προς Εξάρχεια με σκοπό να συναντήσω τον Αβραάμ, φίλος, συγγραφέας, σταθερή 8ωρη δουλειά με καλά χρήματα. Είχαμε κάνει μαζί στην ΚΝΕ πριν κάτι χρόνια, ενώ μερικά βιβλία του θα προσπαθούσα να πουλήσω σε ένα παζάρι την επόμενη μέρα. Είναι δύσκολο να πουλάς βιβλία, πάντως πιο δύσκολο απ’ το να τα γράφεις σίγουρα… ή μήπως όχι;
Τα είπαμε λίγο, ήρθε και ένας άλλος φίλος του και προθυμοποιήθηκε να με κεράσει μια μπύρα «Μπα όχι ευχαριστώ», απάντησα «Δεν ε;», με ρώτησε. Οι φήμες ότι είχα κόψει το αλκοόλ επιτέλους διαδόθηκαν μετά από 6 μήνες συνειδητής αποχής, κάτι ήταν και αυτό. Όλο και κάποια φήμη πρέπει να παίζει για σένα. «Ναι-ναι δεν μου πάει πολύ», του είπα, όμως αυτός συνέχισε: «Αν πίνεις με μέτρο δεν υπάρχει θέμα». «Σωστά!», απάντησα. Χαζολογήσαμε έπειτα οι τρεις για τις παλιές καλές μέρες που ήμασταν μαζί παρεούλα στην Κομμουνιστική Νεολαία Ελλάδας..
Τέλος πάντων πέρασε η ώρα και είχα να προλάβω ακόμα μετρό και λεωφορείο, περπατήσαμε μέχρι το Σύνταγμα, χαιρέτησα τους φίλους μου και μπήκα στον πρώτο συρμό. Βρήκα πάλι να κάτσω και συνέχισα να διαβάζω, είχα ξεπεράσει τις 100 σελίδες σήμερα. Δυνατός! Κατέβηκα στη στάση μου και περίμενα λεωφορείο, ήρθε αμέσως. Ένα τέταρτο μετά ήμουν απ’ έξω απ το σπίτι.
«Γεια σου Ερμιόνη!» χαιρέτησα τη γάτα της γειτόνισσας.
Η Ερμιόνη με κοίταξε με φοβισμένα μάτια και δεν απάντησε. Δεν πειράζει, είχε χάσει πρόσφατα τα παιδιά της στη γέννα δεν ήταν υποχρεωμένη να έχει όρεξη. Γενικώς οι γάτες δεν αισθάνονται υποχρεωμένες για τίποτα. Υπέροχα ζώα, αντί να διαβάσω το «Ο μοναδικός και η ιδιοκτησία του» του Στίρνερ θα μπορούσα να είχα αφήσει να με υιοθετήσει μια γάτα στο 2ο έτος. Αλλά δεν είχα μυαλό τότε.
Ανέβηκα βαριεστημένος –τι άλλο- τις σκάλες. Δεύτερη μέρα χωρίς χάπια, χωρίς ντρόγκια, χωρίς τίποτα, με τις υποχρεώσεις να πετάγονται από παντού και με κανέναν να σου δίνει χρόνο να κλάψεις για το οτιδήποτε. Έτσι πάει. Άνοιξα την πόρτα.
«Γειάααα», χαιρέτησα τη μάνα μου.
«Ωπ το παιδί μπήκε, έλα σε αφήνω τώρα θα σε πάρω μετά», είπε η μάνα μου στο τηλέφωνο, «Τι κάνεις αγόρι μου;».
«Χμφφ».
«Μα γιατί είσαι έτσι, τι προβλήματα έχεις, μια χαρά είσαι».
«Ναι ναι, εσείς τι γίνεστε;», τη ρώτησα.
«Έγινε κάτι…» μου είπε σκυθρωπά
«Ε άντε πες το», ανησύχησα λίγο είναι η αλήθεια.
«Δεν αφορά εμάς. Ε να τον ξέρεις τον Αντώνακη απέναντι το παλικαράκι που έχει μια κάποια νοητική καθυστέρηση ε;».
«Ναι λοιπόν;».
«Ε να είναι ένας παιδόφιλος που τον παρενοχλεί εκεί που πάνε σε μια καφετέρια και πίνουν καφέ, του ζήτησε το κινητό του».
«Δεν είναι κακό να σου ζητάει κάποιος το κινητό σου…».
«Μετά του έστελνε μηνύματα ότι θέλει να τον πηδήξει».
«Α».
«Ναι και τώρα είμαι στα τηλέφωνα με το δημοτικό μας σύμβουλο –η μάνα μου ήταν και είναι ΚΚΕ- μήπως κάνουμε κάτι γι’ αυτό το θέμα».
«Την αστυνομία την σκεφτήκατε;», ρώτησα.
«Όχι η αστυνομία είναι ικανή να συλλάβει τη μητέρα».
«Καλά», είπα και πήγα μέσα να φτιάξω κάτι να φάω. Οι περισσότεροι παιδόφιλοι μου ήταν συμπαθείς συνήθως, αλλά αυτός το γάμησε. Εντάξει δηλαδή δεν ήταν παιδόφιλος, ο Αντωνάκης ήταν τουλάχιστον 16. Αλλά και πάλι να εκμεταλλεύεσαι ένα παιδί με σύνδρομο έτσι; Καθηκιά τουλάχιστον. Απ’ την άλλη αν σε έχουν περιθωριοποιημένο και κινδυνεύεις να σε λυντσάρουν σε κάθε σου βήμα, αρχίζεις να βλέπεις τους άλλους ως θηράματα και τι καλύτερο από έναν άνθρωπο με πρόβλημα επικοινωνίας. Να γι’ αυτό δεν στηρίζω θανατικές καταδίκες και τέτοια, αν πιάσουμε τους περισσότερους ή έστω αρκετούς ανθρώπους, έχουν φάει τόση δυστυχία που φτάνει για δυο ζωές και σίγουρα φτάνει για να δικαιολογήσει πολλά αποτρόπαια πράγματα. Αλλά είναι κάποια πράγματα που δεν πρέπει να τα κάνεις όπως και να έχει, αλλιώς μερικά μέτρα σκοινί σου αξίζουν ή τουλάχιστον δεν αξίζει να σταματήσουμε αυτόν που θέλει να σε κρεμάσει.
Έφτιαξα δύο τοστ με πατατάκια, γάμησα τη δίαιτα και σήμερα, πήγα προς το δωμάτιο μου, η μάνα μου στο μεταξύ τα είχε βρει με τον δημοτικό σύμβουλο του ΚΚΕ και συζητάγανε αν η καφετέρια που δρα ο παιδόφιλος σπρώχνει ναρκωτικά.
«Νομίζω ότι έχει και γυναίκες να κάνουν τις πόρνες», είπε η μάνα μου στο τηλέφωνο.
Δεν ήταν η κατάλληλη ώρα να της μιλήσω για τον όρο sex worker. Άσε, έφαγε τη ζωή της στα εργοστάσια, ας πάω να φάω και εγώ κάνα τοστ. Κάθισα. Είχα ακόμα ένα ποτήρι καφέ να πιώ, χρώσταγα πάνω κάτω, όπως τα υπολόγιζα, έξι εργασίες στη σχολή.

Κι ο πυρετός δεν έλεγε να πέσει.

 

(Φώντας Φ.)

One thought

  1. για αρχή και μέχρι να καταλάβω τι παίζει με τουτο το μπολ που τυχαία βρέθηκα να πω πως λατρεύω τις μικρές προτάσεις … από τα λίγα πράγματα που με κάνουν να μην βαριέμαι να διαβάσω ένα κείμενο … βαριέμαι να διαβάζω, μου αρέσει να γράφω …. συμπέρασμα επειδή είμαι και τεμπέλα το να πουλάς βιβλία είναι πιο δύσκολο από το να γράφεις …
    και κάτι άλλο ήθελα, α ναι … τη συνταγή για το τοστ με πατατάκια αν μπορείς
    Αυτάαα 🙂

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s