Η Μακεδονία και ο Βάτραχος (Φώντας Φ.)

Στη ζωή μου από παλιά είχα βάλει έναν στόχο, «Ακόμα κι αν καταλήξεις αποτυχημένος αγόρι μου» έλεγα, «πρέπει να καταβάλεις κάθε προσπάθεια να είσαι ξεχωριστός απ’ τους υπόλοιπους ανθρώπους». Στο πρώτο μέρος τα είχα πάει θαυμάσια, ήμουν δηλαδή εξαιρετικά αποτυχημένος. Είχα ωστόσο κάτι θεματάκια να πετύχω το δεύτερο.

Εν πάση περιπτώσει με τα πολλά και με πολύ πρήξιμο απ’ την οικογένεια μου είχα καταφέρει να τελειώσω το χημικό μιας απ’ τις μεγάλες επαρχιακές πόλεις της χώρας και να κάνω ένα σχετικό μεταπτυχιακό. Όπως ήταν επόμενο όλοι περίμεναν τα καλύτερα από εμένα, μα όταν γύρισα στην Αθήνα αποκαλύφθηκε η αλήθεια. Ήμουν δηλαδή, ένας απλώς λίγο πιο εύστροφος απ’ τους αυτιστικούς που περνάνε με τις χούφτες στα ελληνικά πανεπιστήμια και αυτός ήταν και ο μόνος λόγος που κατάφερα να μαζέψω ένα-δυο χαρτιά. Κατά τα άλλα, δεν ήξερα τίποτα για το αντικείμενο μου παρά τον περιοδικό πίνακα, λίγα μαθηματικά, μια συνταγή κατασκευής MDMA που αγόρασα στο ίντερνετ από έναν κινέζο και το θεώρημα της μη-πληρότητας του Γκέντελ που είχα αποστηθίσει μια μικρή περίοδο που έπινα πρέζα, επειδή μου είχε φανεί κομβικό σημείο για την παγκόσμια φιλοσοφία. Φυσικά δεν είχα καμία ειδίκευση ή προϋπηρεσία έστω και σα σερβιτόρος, ούτε καμία διάθεση να δουλέψω πάνω σε τίποτα.

Η οικογένεια μου βέβαια, γερασμένοι και άρρωστοι άνθρωποι πλέον, αφού έδειξαν κατανόηση τον πρώτο χρόνο, ιδιαίτερα με τα τρεχάματα μου ώστε να εξασφαλίσω την πολυπόθητη απαλλαγή από τις στρατιωτικές μου υποχρεώσεις, εντέλει μου ανακοίνωσαν:

«Κοίτα να δεις Τέλη, εμείς κάναμε ό,τι μπορούσαμε, σε μεγαλώσαμε… σε σπουδάσαμε…»
«…Τώρα πρέπει να τα καταφέρεις μόνος σου!»

Και μου άφησαν το σπίτι, κάπου χίλια ευρώ ως αρχή, τακτοποίησαν τους λογαριασμούς και έφυγαν μόνιμα για το χωριό.

***

Ήμουν γενικά ένας άνθρωπος που δεν ξόδευε πολλά, έπινε καφέ σε θερμός, μπύρα από περίπτερα, το φαγητό του ήταν κυρίως μακαρόνια. Παρόλα αυτά συνειδητοποίησα πως έπρεπε να βρω μια δουλειά. Πίστευα ανέκαθεν πως τα χρήματα είναι πολύ χρήσιμα στον καπιταλισμό ώστε να σου εξασφαλίσουν τη δυνατότητα να μην έχεις πολλές επαφές με κανίβαλους, δηλαδή με ανθρώπους. Όσο λιγότερα χρήματα έχεις τόσο πιο πολύ πρέπει να μιλάς και να εξηγείς τα αυτονόητα. Ένας φτωχός πρέπει να εξηγεί γιατί θέλει να πιεί καφέ, γιατί είναι κουρασμένος, γιατί θέλει να κοιτάξει τον ουρανό, γιατί υπάρχει σε τελική ανάλυση. Ο πλούσιος όχι απλά έχει αιτιολογημένη επαρκώς την παρουσία του αλλά είναι και περιζήτητος σε κάθε λογής παρέες και κύκλους. Γενικώς οι άνθρωποι είναι ένα πλήρως διεφθαρμένο από τον καπιταλισμό είδος κι επειδή δεν είχα καμία πρόθεση, ούτε δυνατότητα να τους αλλάξω μυαλά, χρειαζόμουν χρήματα ώστε να μην έχω σχέσεις μαζί τους. Φαντάζεστε να είσαι άστεγος και να πρέπει να αιτιολογήσεις την ανάγκη να σου να πας σε νοσοκομείο ή να κοιμηθείς έξω από μια τράπεζα, ενώ ο σεκιουριτάς που θα σε διώχνει θα λέει «Τι να κάνω φίλε, αυτή είναι η δουλειά μου!». Να μην την διάλεγες αυτή τη δουλειά καραγκιόζη!

Όπως και να έχει ήταν προφανές πως το μόνο πράγμα που είχα μάθει στα φοιτητικά μου χρόνια ήταν να ασχολούμαι με τα ναρκωτικά. Δεν υπήρχε μαλακία που δεν ήπια, ψυχεδελικά, οπιούχα, διεγερτικά, ηρεμιστικά, κεταμίνες… Ομολογουμένως όμως, μόνο στα πολύ κακομαθημένα φοιτητούδια της μεσαίας τάξης φαινόμουν «φρικιό» και «πρεζάκιας». Οι λίγο πιο χωμένοι ήξεραν ότι περισσότερο είχα ως κίνητρο μια διάθεση για πειραματισμό κι ίσως μια κάποια ορμή προς θάνατο που όλως τυχαίως με έπιανε κάθε φορά που χώριζα, με χώριζαν ή δε μου κάθονταν καν εξαρχής και φρόντιζαν να το τονίσουν με τον πιο κάθετο τρόπο. Αυτή η τελευταία κατηγορία είχε φυσικά και τους πιο όμορφους.

Τα παραπάνω όμως ήταν λίγο ή πολύ περασμένα ξεχασμένα. Ήμουν ο Αριστοτέλης Βαμπιράκης, ετών 25, ερασιτέχνης αν και κάτοχος πτυχίου, χημικός, κάτοικος Αθήνας και έπρεπε να βρω κάτι να κάνω για να επιβιώσω.

Η λύση βρέθηκε στο MDMA. Όχι, δεν αποφάσισα να πιώ τόσο ώστε να πεθάνω. Μου είχαν μείνει ωστόσο μερικές γνωριμίες στην Αθήνα που μπορεί να ενδιαφέρονταν να αγοράσουν κι εφόσον μπορούσα να τους προμηθεύσω, γιατί όχι; Έπεσα με τα μούτρα στη δουλειά.

***

Έμεινα κλεισμένος μέρες στο σπίτι ξοδεύοντας ό,τι λεφτά είχα στο να παραγγείλω τα απαραίτητα υλικά που χρειαζόμουν από αμφιλεγόμενου επαγγελματισμού εργαστήρια στην Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας και του Βιετνάμ, μέρη που ο σοσιαλισμός γαμούσε κι έδερνε τώρα τελευταία! Μοναδική μου παρέα ήταν η τηλεόραση και το ραδιόφωνο που με ενημέρωναν για τις εξελίξεις στο σκοπιανό:

«Βράζει η Θεσσαλονίκη για το όνομα της Μακεδονίας!»

«Εκατομμύρια ΠΑ-ΤΡΙ-Ω-ΤΕΣ θα υπερασπιστούν την Ελλάδα από τους Σλάβους!»

«Προκαλούν οι δηλώσεις των Σκοπιάνων: “Θέλουμε και εμείς να υπάρχουμε” δήλωσε ο υπουργός εξωτερικών του κρατιδίου»

«Πρόταση νόμου καταθέτει στη βουλή η Εκκλησία της Ελλάδος!»

Κι άλλα τέτοια που επιβεβαίωναν την άποψη μου πως εγώ, ένας κακομοίρης, ημίτρελος, ημι-πρεζάκιας ήμουν ότι πιο λογικό κυκλοφορούσε σε αυτή τη χώρα…

Η αλήθεια είναι βέβαια πως τα προηγούμενα χρόνια δεν με είχε απασχολήσει και πολύ το όλο θέμα. Το λεγόμενο «σκοπιανό» ή «μακεδονικό», ανάλογα με ποια πλευρά ήσουν ήταν η πικρή ιστορία ενός ηλίθιου κράτους, του δικού μας, που εκτός από πολιτικό θέμα είχε και πολιτισμικές διαστάσεις. Το να καταλάβει το ελληνικό κράτος το δικαίωμα ενός άλλου κράτους να ονομάζεται όπως θέλει, θα ήταν σα να ζητάγαμε από έναν απ’ τους χιλιάδες επιφανείς μικροαστούς-νταβατζήδες-κωλομπαράδες της ελληνικής επαρχίας να καταλάβουν το τρίτο ρεύμα φεμινισμού. Δεν επρόκειτο να γίνει ποτέ, παρά μόνο με το ζόρι.

Εμένα όμως δε με ένοιαζαν όλα αυτά γιατί ήξερα καλά πως οι συμπατριώτες μου ήταν μοσχάρια με λαλιά ανθρώπου. Οι γείτονες μας ήθελαν να λέγονταν Μακεδόνες επειδή… πάνω σε αυτό συγκροτήθηκε η εθνική τους ταυτότητα. Φυσικά και ήταν ψέματα, όλα αυτά τα πράγματα είναι ψέματα, η ιστορία με τα έθνη είναι ένα συλλογικό ρόουλ-πλέινγκ που παίζουμε με σκοπό να σφάξουμε ο ένας τον άλλο.

Τουλάχιστον θα ήταν χρήσιμο να αναγνωρίζουμε το δικαίωμα του άλλου να παίξει κι αυτός πριν τον σκοτώσουμε.

***

Κάτι μέρες μετά και ενώ οι συζητήσεις για το σκοπιανό συνεχίζονταν, η πρώτη παρτίδα MDMA είχε τελειώσει. Ήταν πεντακόσια γραμμάρια και υπολόγιζα την καθαρότητα τους στο 84%. Αν είχα κάνει λάθος, πιθανότατα θα σκότωνα πάνω από εκατό άτομα. Έπρεπε να βρω κάποιον να τη δοκιμάσει. Κι αυτός ο κάποιος δεν θα ήμουν εγώ. Χριστιανικές τάσεις είχα από παλιά, αλλά τάσεις αυτοθυσίας δεν είχα ποτέ.

Δυστυχώς όμως δε μου ερχόταν κανένας στο μυαλό ο οποίος αν πάθαινε κάτι να μην είχα τις προφανείς νομικές συνέπειες. Καθώς αναρωτιόμουν πως θα μπορούσε να λυθεί αυτό το πρόβλημα, χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν η πρώτη φορά που χτυπούσε εδώ και μήνες. Να ήταν άραγε κάποιος πρώην;

Φυσικά και όχι. Άγνωστο νούμερο.

Εγώ συνήθως δε σήκωνα ούτε τα γνωστά βέβαια, γι’ αυτό και ο κόσμος είχε γενικότερα σταματήσει να με παίρνει τηλέφωνο. Μα κάτι μέσα μου με έσπρωξε, κάτι σουρεαλιστικό αν θες, να αποδεχτώ την κλήση.

«Παρακαλώ;» είπα.
«Είστε ο κύριος Βαμπιράκης;» ακούστηκε μια φωνούλα στην άλλη άκρη της γραμμής.
«Ο ίδιος…» απάντησα διστακτικά. Δεν είχα συνηθίσει να μου μιλάνε όμορφα.
«Ξέρετε ανακάλυψα ένα κείμενο σας στο ίντερνετ, το “Ο μυστικός Χριστιανισμός και η χρήση ψυχεδελικών ναρκωτικών μετά την Άλωση” »

Χαμογέλασα. Που σκατά το είχε βρει άραγε; Νόμιζα ότι οι αποδείξεις πως κάποτε σκόπευα να γίνω θεολόγος είχαν καταστραφεί οριστικά.

«Μάλιστα» απάντησα «Και πώς μπορώ να σας βοηθήσω σχετικά;»
«Ενδιαφέρομαι για ναρκωτικά, πιστεύω ότι είστε ο άνθρωπος μου, κανένας άλλος δε μπορεί να καταλάβει τις ιδιαίτερες συνθήκες της ιδιαίτερης κατάστασης μου… αν μπορείτε να με προμηθεύσετε λοιπόν…»

«Γκλουπ!» σκέφτηκα «Αυτός ο καμένος νομίζει ότι έτσι απλά παίρνουμε τηλέφωνο και ζητάμε ό,τι θέλουμε, ποιος ξέρει σε τι σπίτι μεγάλωσε. Ωστόσο… Είναι μια καλή ευκαιρία να δοκιμάσει κάποιος αυτό που έφτιαξα».

«Ακούστε κύριε μου, ελάτε σας παρακαλώ να συζητήσουμε όλες τις ανησυχίες σας από το σπίτι, δεν υπόσχομαι τίποτα όμως, σημειώστε τη διεύθυνση μου..»
«Είμαι ακριβώς από κάτω!»
«Τι σκατά!»
«Μπορώ να ανεβώ ε;»
«…Πώς ονομάζεστε;»
«Οι φίλοι μου με λένε Λουίτζι, ο κούνελος»
«… εντάξει Λουίτζι θα σου ανοίξω»

***

Η μεγαλύτερη έκπληξη μου ήταν ωστόσο όχι το τηλεφώνημα, μα το γεγονός πως όταν άνοιξα την πόρτα, δεν αντίκρισα κάποιον ιταλό γκάνγκστερ από τη Σικελία, αλλά ένα… γλυκύτατο κουνελάκι.

«Είναι κάποιο αστείο;» ρώτησα το κουνέλι
«Όχι» μου απάντησε εκείνο. «Ενδιαφέρομαι να αγοράσω ναρκωτικά, κανένας δεν παίρνει στα σοβαρά τις ανάγκες των ζώων. Ακόμα κι οι βίγκαν, ζωή να χουν οι άνθρωποι, νομίζουν πως θέλουμε απλώς να μη ζούμε σε κλουβιά. Τώρα όμως με το μακεδονικό οι περισσότεροι Έλληνες ξεχνάνε ακόμα να φάνε κι έτσι πολλοί από εμάς το σκάσαμε από τις φάρμες που ζούσαμε. Θέλω λοιπόν να αγοράσω ναρκωτικά. Έχεις ναρκωτικά;»

Είχα ναρκωτικά κι έτσι κάπως ζαλισμένος οδήγησα το κουνέλι μέσα στο σπίτι μου.

«Κάτσε όπου βρεις» του είπα, αν και το είχε ήδη κάνει, πάνω στον καλό καναπέ της μάνας μου.
«Θα έπρεπε να καθαρίζεις συχνότερα» σχολίασε το κουνέλι χαζεύοντας την ακαταστασία γύρω του «Εργένης είσαι ε;».

«Ομολογουμένως…» απάντησα εγώ κοφτά. «Για πες τώρα… πόσο θες να αγοράσεις; Πρέπει να σου πω επίσης, έχω μόνο μουντού».
«Εντάξει δεν είναι πρόβλημα αυτό» είπε ο Λουίτζι, το κουνέλι. «Να σου πω την αλήθεια δεν ξέρω τίποτα από ναρκωτικά, επαφίεμαι στα χέρια σου…»

«Τι γλυκούλης!» σκέφτηκα. Κανείς ποτέ δε με εμπιστευόταν σε τίποτα μέχρι τώρα.

«Εντάξει» του είπα χωρίς να το ψάξω και πολύ-πολύ «Σε κερνάω εγώ αυτή τη φορά» πρόσθεσα.
«Εξαιρετικά γιατί δεν έχω λεφτά».
«Μάλιστα» σχολίασα και του γέμισα μια ζελατίνα.

***

Καμιά ώρα αργότερα κανείς απ’ τους δυο μας δεν είχε πεθάνει, παρά καθόμασταν στο σαλόνι μου και γελούσαμε ανταλλάζοντας ιστορίες απ’ τη ζωή μας.

«Ώστε όλα τα ζώα μπορούν να μιλήσουν όπως και οι άνθρωποι ε;» έλεγα εγώ χαρούμενος αλλά κλαίγοντας ταυτόχρονα.
«Ώστε όλοι οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τα ονόματα των κρατών τους πιο κτητικά απ’ ότι εμείς τις φωλιές μας την περίοδο της ανατροφής των μικρών μας;» απάνταγε εκείνος γελώντας τσιριχτά.

«Τι έχεις σκοπό να κάνεις στη ζωή σου λοιπόν;» με ρώτησε. Εγώ με το κεφάλι τίγκα στο MDMA απάντησα με κάθε ειλικρίνεια.

«Θα πουλάω ναρκωτικά για να ζήσω κι όπου με βγάλει».
«Τέλεια ιδέα!» είπε ο Λουίτζι χοροπηδώντας σαν κουνέλι, ίσως επειδή ήταν κουνέλι. «Θες να σε βοηθήσω;» με ρώτησε «Ξέρω πολύ κόσμο στην Αθήνα που ενδιαφέρεται να πάρει ναρκωτικά και με όλη αυτή τη φασαρία που γίνεται με τη Μακεδονία αποκλείεται οι μπάτσοι να ασχοληθούν μαζί μας».
«Δεν είναι κακή ιδέα» απάντησα εγώ, «Τι αμοιβή θες για κάτι τέτοιο;».
«Α, τίποτα σπουδαίο» μου αποκρίθηκε ο Λουίτζι «Το νερό μου, τα καρότα μου, το μουντού μου…».
«Ε φυσικά, εννοούνται αυτά».
«Και να μένω με κάποιον που θα με αγαπά και θα με φροντίζει».
«Εννοείς εδώ;»
«Ακριβώς»

Αναστέναξα. Το κουνέλι αυτό μου ήταν πολύ πιο συμπαθές απ’ τον εαυτό μου και δεν άντεχα πια άλλη μοναξιά σε αυτό το σπίτι.

«Εντάξει Λουίτζι, μπορείς να μείνεις μαζί μου αλλά περιμένω να εργαστείς σκληρά…».
«Μην ανησυχείς αφεντικό!» μου είπε εκείνος κλείνοντας μου το μάτι.

Η συμφωνία επικυρώθηκε. Καθότι ήμουν πολύ σαλταρισμένος απ’ το ναρκωτικά που πετυχημένα είχα φτιάξει, θεώρησα καλό να λήξω εκεί τη μέρα και να πάω για ύπνο. Έριξα ένα χασμουρητό και σηκώθηκα απ’ τον καναπέ.

Ο Λουίτζι με ακολούθησε.

«Τι θέλεις πάλι;» τον ρώτησα.
«Δε θα κοιμηθούμε μαζί δηλαδή;» μου είπε κοιτάζοντας με στα μάτια με νόημα.

«Θεέ μου!» σκέφτηκα και κοίταξα το ταβάνι. «Πώς φτάσαμε ως εδώ;»

«Η αλήθεια είναι αφεντικό…» είπε ο Λουίτζι ο κούνελος «…Ότι δεν ήθελα τόσο να αγοράσω ναρκωτικά, όσο να σε γνωρίσω, το κείμενο που έγραψες για τον Χριστιανισμό ήταν το πιο όμορφο κείμενο που έχω διαβάσει ποτέ, πιστεύω πως είσαι απ’ τους πιο σπουδαίους θεολόγους του 21ου αιώνα. Είμαι ερωτευμένος μαζί σου!»
«Έλα Χριστέ και Παναγιά» είπα εγώ «Άκου αγόρι μου, εγώ δεν είμαι αυτής της φάσης γενικά, εντάξει; Εγώ δε θέλω να ζήσω όμορφα πράγματα και τέτοια ούτε να την ψάξω και τόσο. Γενικά δε θέλω να ζήσω πολύ, το να ζήσεις πολύ είναι άκρως επικίνδυνο πράγμα για την επιβίωση του ανθρώπου. Δεν ξέρω πως συμβαίνει σε εσάς, αλλά εμένα με νοιάζει η επιβίωση μου και η ησυχία μου προτού κάποιος ψυχάκιας καταστρέψει τον πλανήτη με πυρηνικές βόμβες και επιπλέον…»

Τότε το κουνέλι με αγκάλιασε.

«Ναι…» είπα, κόβοντας τη φράση μου στη μέση. Είχα πολύ καιρό να νιώσω την οποιαδήποτε συναισθηματική, πόσο μάλλον ερωτική στοργή. Ένιωθα την καρδιά μου να χτυπάει. Το ίδιο και το παντελόνι μου.

Κι άλλωστε, ο Κύριος είχε φτιάξει όλα τα πλάσματα αυτού του κόσμου ίσα ώστε να ζήσουν μαζί αγαπημένα εν’ ειρήνη και αγάπη. Ποιος ήμουν εγώ στο κάτω-κάτω της γραφής για πάω κόντρα στον Κύριο;

«Πάμε να ξαπλώσουμε Λουίτζι» του είπα και του χάιδεψα τα αυτιά.

***

Ήταν πια κάτι μήνες που συγκατοικούσαμε με τον Λουίτζι. Λεφτά βγαίνανε αρκετά για να μπορούμε να έχουμε ό,τι χρειαζόμαστε χωρίς να δουλεύουμε, ενώ στον ελεύθερο μας χρόνο, που ήταν ο περισσότερος, διαβάζαμε βιβλία, βλέπαμε ταινίες, μαστουρώναμε και πηδιόμασταν. Είχα να περάσω τόσο καλά από τότε που… βασικά δεν είχα περάσει ποτέ τόσο καλά.

Ωστόσο δεν ήταν όλα ρόδινα. Το πολιτικό κλίμα της χώρας όλο και χειροτέρευε και η άκρα δεξιά δυνάμωνε. Το ζήτημα του ονόματος της Μακεδονίας, αντί να θαφτεί ως ζήτημα όπως όλα τα πολιτικά θέματα και να μείνει στη μνήμη όλων απλά ως μια θεματική για memes, συνέχιζε να απασχολεί τους πολίτες της χώρας. Εν’ όψη μάλιστα των διαπραγματεύσεων της ελληνικής κυβέρνησης με εκείνης των γειτόνων μας όλοι είχαν βαλθεί να προετοιμάζουν τους δικούς τους τρόπους να πείσουν τον πρωθυπουργό, αν όχι να πάει σε πόλεμο (κάτι που ίσως και να υποψιάζονταν πως ήταν υπερβολικό), έστω να μην δεχτεί καμία πρόταση και κανένα συμβιβασμό, για κανένα λόγο.

Εμένα όλα αυτά δε με ενδιέφεραν ιδιαίτερα, το ότι ο ελληνικός λαός ήταν πρόθυμος να κάνει μαζικές γενοκτονίες για μια θέση στο δημόσιο το είχε αποδείξει πάρα πολλές φορές στην ιστορία του. Το θέμα ήταν πως θα γλύτωνα εγώ, χωρίς να με αγγίξουν όλα αυτά.

Δυστυχώς όμως αποδείχτηκε πως δεν υπήρχε τέτοια δυνατότητα. Στις αρχές της κρίσης του «Μακεδονικού ζητήματος» οι περισσότεροι Έλληνες αντιμετώπιζαν το πρόβλημα ως πανηγυράκι, μαζεύονταν στους συνδέσμους του Ολυμπιακού, στις ταβέρνες, στις ταράτσες και σε λοιπά μέρη και κουβέντιαζαν για αυτό. Όλη αυτή η χαλαρότητα είχε βοηθήσει τις πωλήσεις του MDMA και είχαν φέρει χρήματα σε εμένα και τον Λουίτζι. Όταν όμως τα πράγματα σοβάρεψαν και οι συμπατριώτες μου δημιούργησαν πολεμική ατμόσφαιρα, έπαψαν πια να θέλουν να θέλουν να μαστουρώνουν. Αντιθέτως άρχισαν να έχουν κακή γνώμη για τα ναρκωτικά και όσους τα πούλαγαν, κάτι που δε βοήθησε καθόλου τα οικονομικά μας.

«Πάλι δεν έδωσα τίποτα» είπε ο Λουίτζι γυρίζοντας σπίτι ένα μεσημέρι.
«Κουράγιο!» του είπα εγώ, ενώ ετοίμαζα να φάμε «Θα έρθουν και καλύτερες μέρες».
«Δε θα έρθουν μόνες τους όμως» παρατήρησε ο σύντροφος μου.

Η αλήθεια ήταν πως τώρα τελευταία ήταν κάπως επικριτικός μαζί μου.

«Δεν φταίω εγώ για τον εθνικισμό και το ρατσισμό βρε Λουίτζι μου» του είπα ήρεμα.

Εκείνος δε συγκινήθηκε.

«Θα μπορούσες πάντως να φτιάξεις και τίποτα άλλο να πουλήσουμε αντί να κάθεσαι όλη μέρα εδώ μέσα, να κοιτάς το ταβάνι και να τρως».
«Μα, βρε αγάπη μου… δεν ξέρω να φτιάχνω άλλα ναρκωτικά»
«Πφ… Απορώ ώρες-ώρες τι χημικός σπούδασες… Το καλύτερο για σένα θα ήταν να τα παρατήσεις και να πας να σπουδάσεις τίποτα άλλο που να έχει δουλειά, τουριστικά πχ»

«Ναι, αλλά αν τα παρατήσω, πως θα φτιάχνουμε MDMA…» του είπα φοβισμένα.

Τότε ο Λουίτζι, ο κούνελος που είχα μοιραστεί τα ναρκωτικά, το κρεβάτι μου και την καρδιά μου, πήρε το βλέμμα του από πάνω μου και έπειτα μίλησε.

«Ε όλο και κάποιος θα βρεθεί να το φτιάχνει».

Απόρησα.

«Δηλαδή;»
«Δηλαδή… σκεφτόμουν μήπως μέχρι να είσαι σε θέση να προσφέρεις κάποια βασικά πράγματα σε αυτή τη σχέση, να συνεργαζόμουν με κάποιον άλλο χημικό, καθαρά επαγγελματικά φυσικά, μιας και ξέρεις ότι εσένα αγαπάω και θα αγαπάω για πάντα»
«Ααα» έκανα εγώ με μια κάποια αμηχανία «Και γιατί να με πειράζει κάτι τέτοιο;»
«Γιατί θα χρειαστεί να μετακομίσω»
«Ε; Γιατί να μετακομίσεις;»
«Διότι ο νέος μου συνεργάτης είναι κάπως ζηλιάρης και πλέον δεν ανέχεται να έχω ερωτικές σχέσεις με άλλους…»

Τα χρειάστηκα.

«Μα Λουίτζι… δεν είπες ότι εμένα αγαπάς, ότι το άλλο είναι καθαρά επαγγελματικό και… πως γίνεται να υπάρχει ήδη αυτό το άλλο;»
«Τον γνώρισα σε μια συνάντηση της ΕΝΩΣΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΚΟΥΝΕΛΙΩΝ ΧΩΡΙΣ ΣΠΙΤΙ, ήταν πολύ όμορφος, κατάλαβε τις δυσκολίες που περνάω μαζί σου και…»
«Μα… εσύ είχες σπίτι… και τότε είχε μόλις αρχίσει η κρίση του MDMA, μπορούσαμε κάλλιστα να την είχαμε ξεπεράσει αν σε ανησυχούσε τόσο και…»
«…Και τέλος πάντων» με διέκοψε ο Λουίτζι «Δεν έχω κανένα πρόβλημα να μιλάμε όποτε θες, άλλωστε ξέρεις ότι σε αγαπάω, δεν πιστεύω ότι θα αγαπήσω ποτέ άνθρωπο όσο εσένα».

Να λοιπόν που το κουνέλι, που τόσο ήθελε να με γνωρίσει επειδή ήμουν ο μεγαλύτερος θεολόγος του 21ο αιώνα, που ζούσε μαζί μου, πούλαγε τα ναρκωτικά μου, με αγαπούσε όσο κανέναν άλλον κι αγκαλιαζόμασταν μαζί τα βράδια, με είχε κερατώσει με έναν άγνωστο σε μένα τύπο, στα πλαίσια της οικονομικής κρίσης που βάρεσε η παράνομη επιχείρηση που είχαμε στήσει και της επίπτωσης που είχε το σχεδόν κλείσιμο της πάνω μου. Αυτό το τελευταίο δηλαδή δε μου το είπε δηλαδή αλλά έκανε μπαμ. Κι όχι μόνο με είχε κερατώσει, αλλά φρόντισε να μου πει κι όλες τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες ενώ μάζευε τα πράγματα του για να πάει να μείνει εκεί όπου η ζωή του θα ήταν προφανώς καλύτερη απ’ ότι μπορούσα να του εξασφαλίσω εγώ.

Φυσικά τι χριστιανική ηθική μπορεί να περιμένει κανείς από ένα κουνέλι που θεωρεί έναν αποτυχημένο χημικό που πουλάει MDMA, τον μεγαλύτερο θεολόγο του 21ου αιώνα; Έπρεπε να το περιμένω.

Όταν έκλεισε η πόρτα πίσω, το μόνο για το οποίο είχα όρεξη ήταν να βάλω τα κλάματα. Ωστόσο είχα ένα ελάττωμα από μικρός να μην κλαίω εύκολα. Το μουντού δε θα μου έλεγε κάτι σε αυτή τη φάση. Γέμισα μια μικρή κανάτα κρασί και την ήπια όλη μονορούφι μέχρι που παραλίγο να πνιγώ.

Έπειτα κοίταξα τα κουζινομάχαιρα.
Πήρα ένα.

Είχα ανέκαθεν την υποψία πως ήμουν μια κατώτερη μορφή ζωής αλλά απεχθανόμουν να βλέπω την υποψία αυτή να γίνεται βεβαιότητα. Ήμουν πεπεισμένος επίσης πως ο καθένας μας θα μπορούσε να κάνει ό,τι ήθελε στην προσωπική του ζωή, χωρίς να διαλέγει το δρόμο του αθεράπευτου σαδισμού, κι άλλο τόσο ήμουν πεπεισμένος πως από αυτό τον σαδισμό λογικά θα πρέπει να αντλείται κάποια παράλογη ευχαρίστηση σε βάρος του άλλου, αλλιώς δε βγαίνει κανένα νόημα από τέτοιες συμπεριφορές όπως αυτή που δέχτηκα.

Αντιλαμβανόμουν τέλος πως οι σκέψεις μου απ’ τη σύγχυση κι απ’ το κρασί είχαν μπει σε περίεργα μονοπάτια κι έπρεπε κάπου να ξεσπάσω.

Κράταγα ακόμα το μαχαίρι.

Πρώτα κοίταξα τις φλέβες του χεριού μου. «Ακραίο!» σκέφτηκα.

Έπειτα κοίταξα το πάνω μέρος του χεριού μου, εκεί που δεν είχε και πολλά να σκοτώσει κανείς. «Μια χαρά φαίνεται» αποφάσισα.

Ακούμπησα το μαχαίρι και το τράβηξα με δύναμη. Κόκκινο. Ανακούφιση.
Έπειτα το ίδιο πάλι, μονάχα λίγο πιο πάνω.
Έπειτα το ίδιο ξανά και ξανά.

Το βράδυ μπόρεσα να κοιμηθώ σα πουλάκι.

***DONT***TRY***THIS***AT***HOME***

Είχαν περάσει πάνω από δύο βδομάδες και στη Θεσσαλονίκη είχε προκηρυχθεί συλλαλητήριο ενάντια στην ονομασία της γειτονικής χώρας ως «Μακεδονία». Το εντυπωσιακό είναι πως οι Έλληνες χρησιμοποιούνε ακόμα όρους όπως βόρεια Ήπειρος, ανατολική Θράκη, Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Έφεσος, Αλικαρνασσός και τα σχετικά για να μιλήσουνε για περιοχές άλλων χωρών και το θεωρούν αναφαίρετο δικαίωμα τους. Ορισμένες φουκαριάρικες φωνές τα έλεγαν αυτά και στην Ελλάδα αλλά πνίγονταν (κυριολεκτικά πολλές φορές) από τον κυρίαρχο λαό.

Εγώ δεν έκανα τίποτα. Ήμουν κλεισμένος σπίτι. Δε μίλαγα σε κανέναν κι ούτε ήθελα να μου μιλήσει κανένας. Είχα σταματήσει τους αυτοτραυματισμούς, αλλά δεν είχα καμία πρόθεση να αντιμετωπίσω τον κόσμο. Συνέχιζα να φτιάχνω MDMA και να διαβάζω κανένα βιβλίο κυρίως για να σκοτώνω την ώρα μου και για να μην σκοτώσω τίποτα άλλο, όπως πχ τον πρώην μου.

«ΝΤΡΙΝ!» ακούστηκε το κινητό μου (παλιό μοντέλο, για να μην μας παρακολουθούν και πολύ). Ήταν ο πρώην μου! Ήταν η αγάπη μου, ο έρωτας μου, ο Λουίτζι! Σίγουρα είχε μετανιώσει πικρά για όσα μου είχε κάνει.

Το σήκωσα.

«Λουί;» έκανα δειλά.
«Έλα τρελέ τι κάνεις;» μου απάντησε αυτός «Ακούς λίγο γρήγορα γιατί δεν έχω πολύ κάρτα;»
«…»
«Έλα δε σε ακούω Τέλη; Ελπίζω να μην κάνει παράσιτα, λοιπόν έρχεται ένας φίλος μου Αθήνα αύριο, που μόλις βγήκε από πρόγραμμα του ΚΕΘΕΑ και χρειάζεται κάπου να μείνει. Του είπα ότι μπορεί να έρθει σε εσένα, τον λένε Κορνήλιο και του έδωσα το τηλέφωνο σου, θα σε πάρει σε κάνα δεκάλεπτο να συναντηθείτε στον φούρνο που είναι κοντά στο σπίτι σου, μη άσε με καλέ, χιχιχιχι, κλικ!»

Έμεινα με το ακουστικό στο χέρι. Ταλαντεύτηκα για λίγο να πάρω τα κουζινομάχαιρα πάλι και να σφάξω ό,τι κουνέλι υπάρχει στην Αθήνα μέχρι να έρθει η σειρά του Λουίτζι αλλά τελικά συγκρατήθηκα. Αποφάσισα να ντυθώ και να πάω να πάρω τον Κορνήλιο από τον φούρνο. Θα του εξηγούσα ότι δε μπορεί να μείνει σε μένα και ότι αν ο Λουίτζι του είπε πως οι σχέσεις μας είναι τόσο καλές ώστε να φιλοξενώ και φίλους του, είπε ψέματα.

Σε λίγα λεπτά ήμουν στο μέρος που συμφωνήθηκε. Εκεί δεν ήταν κανείς και μάλιστα ο φούρνος ήταν κλειστός. «Πρεζόνια!» σκέφτηκα. «Αν με στήσει δεν υπάρχει περίπτωση να περιμένω».

Τότε χτύπησε το κινητό μου. Άγνωστο νούμερο. Το σήκωσα.

«Λέγετε!»
«Ναι… συγνώμη αν ενοχλώ, είστε ο κύριος Αριστοτέλης Βαμπιράκης;»
«Ο ίδιος»
«Ονομάζομαι Κορνήλιος. Τι κάνετε; Είμαι φίλος του Λουίτζι και έχουμε μαζί ένα ραντεβού…»
«Ναι κοίταξε δεν ξέρω τι σου έχει πει εκείνος ο… όμως…»
«Μισό λεπτό να μου τα πείτε από κοντά καλύτερα» είπε και έκλεισε το κινητό.
«Περίεργο!» σκέφτηκα.

Τότε ένα «ΤΣΑΦ!» ακούστηκε. Με έναν πήδο ένα τεράστιο βατράχι προσγειώθηκε μπροστά μου.

«Καλησπέρα σας» μου είπε ευγενικά και μάλλον χαμηλόφωνα. «Ονομάζομαι Κορνήλιος, μιλήσαμε πριν στο τηλέφωνο. Μήπως μπορούμε να κουβεντιάσουμε κάπου πιο ζεστά γιατί κρυώνω πάρα πολύ;»

***

Ο Κορνήλιος ήταν ένα βατράχι ξηράς από αυτά που μιλάνε. Ναι ούτε εγώ το ήξερα ότι υπάρχουν. Ήταν τουλάχιστον πέντε φορές μεγαλύτερος απ’ τα συνηθισμένα βατράχια και έμοιαζε με λούτρινο. Το πιο όμορφο πάνω του ήταν τα χρώματα του. Ήταν κατακόκκινος με κίτρινες γραμμούλες, σα τη σημαία της Μακεδονίας καλή ώρα.

Μου διηγήθηκε για τη ζωή του. Ήταν από καλή και πλούσια οικογένεια αλλά τα είχε απαρνηθεί όλα αυτά. Δεν άντεχε την ηθική του καπιταλισμού και τους ανθρώπους που παρήγαγε το σύστημα. Αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη του στη νύχτα. Πίστευε ότι το περιθώριο θα ήταν διαφορετικό, με διαφορετικούς κανόνες, με μια άτυπη ηθική, με πνευματικότητα. Φυσικά όπως μου παραδέχτηκε, έκανε λάθος. Οι άνθρωποι με τους οποίους μπλέχτηκε ήταν μεγάλα καθάρματα, εξίσου μεγάλα με αυτά που θα έμπλεκε αν ακολουθούσε τον φυσιολογικό δρόμο της εκπαίδευσης, της εργασίας, της πολιτικής, της επίσημης θρησκείας και τα σχετικά. Εντέλει απογοητεύτηκε και βρήκε διέξοδο στην ηρωίνη. Όχι πως είπε συνειδητά «Εγώ τώρα αποσύρομαι και θα αρχίσω την ηρωίνη» Κανείς δε το λέει αυτό, είναι από τα πράγματα που τα κάνεις αλλά δε τα λες. Όσοι το είπαν, άντε να ήπιαν κάνα μπουκάλι ούζο μόνοι τους.

Βάλαμε να πιούμε μουντού και μιλάγαμε για ώρες, ούτε που το καταλάβαμε πως πέρασε τόσος χρόνος. Έπειτα μας πήρε ο ύπνος στο σαλόνι. Δε νύσταζα όμως πολύ αυτή τη φορά και μου τα είχε σκάσει περίεργα. Δυο ώρες μετά ξύπνησα. Ήταν καταμεσής της νύχτας. Μαζί μου ξύπνησε και ο Κορνήλιος.

«Μήπως πεινάς ρε συ;» του είπα.
«Ε, όσο να ‘ναι»
«Συγχώρεσε με» του είπα χαμογελώντας «Είμαι χάλια οικοδεσπότης, τι να σου βάλω;»
«Ένα ποτήρι χυμός αρκεί, τρώω σπάνια»
«Όμως ρε συ» του είπα ενώ του ετοίμαζα το χυμό του «Σου κάνω καλό που σε κερνάω ναρκωτικά τώρα που έχεις βγει από την απεξάρτηση;»
«Μη στεναχωριέσαι, πρέζα να μην είναι κι όλα τα άλλα τα έχω»
«Τέλεια»

Τσιμπολογούσαμε κάτι μαλακίες μέσα στην άκρη της νύχτας κι εντέλει αποφασίσαμε να βάλουμε λίγο μουντού ακόμα πριν ξαναπέσουμε για ύπνο.

«Και για πες» με ρώτησε «περίπου πως είναι η ζωή σου;»
«Πώς να είναι; Χάλια, κανείς δεν αγοράζει mdma, άρα δεν έχω καν λεφτά» απάντησα στεναχωρημένος κι ωστόσο γελώντας. Είχα καιρό να γελάσω. «Εσύ τι σκέφτεσαι να κάνεις στο εξής;».
«Θα φύγω για βόρεια μάλλον. Υπάρχουν πολλές δουλειές για μένα εκεί. Θα πάρω το τρένο αύριο κιόλας.
«Φεύγεις αύριο;» ρώτησα.
«Ναι. Δε χαίρεσαι που με ξεφορτώνεσαι τόσο γρήγορα τελικά;»
«Ε βασικά ναι… ή μάλλον όχι… θέλω να πω… σε συμπαθώ πολύ»

«Κουάξ κουάξ!» έκανε ο βάτραχος και πήδηξε πάνω μου. Πόνεσα λίγο γιατί ήταν βαρύς. Τον χάιδεψα τρυφερά στη μέση κι αυτός γουργούρισε. Δεν ήξερα ότι οι βάτραχοι μπορούν να γουργουρίσουν.

«Και τώρα;» με ρώτησε.
«Και τώρα…» είπα και εγώ κλείνοντας τα μάτια μου… «Θεέ μου» σκέφτηκα «Γιατί όλα να είναι τόσο περίπλοκα σε αυτή τη ζωή, γιατί το μυαλό μου να είναι τόσο άρρωστο;»

«Κύριε!» πρόσθεσα πάλι κοιτάζοντας τον μεγαλόσωμο κιτρινοκόκκινο βάτραχο «Με ξέρεις καλύτερα απ’ τον καθένα, δεν έκανα τίποτα κακό και η ψυχούλα μου είναι αγνή. Γενηθήτω το θέλημά Σου!».

Την τελευταία πρόταση την είπα δυνατά.

«Και τώρα τι ρε Κορνήλιε;» του είπα ακουμπώντας τα χείλη μου στα δικά του.

Χτύπαγε η καρδούλα μου από άγχος, μα ευτυχώς ανταπέδωσε.

Αρχίσαμε να φιλιόμαστε. Το μυαλό μου ήταν γεμάτο ερωτηματικά, ούτε που καλοκαταλάβαινα πια τι συνέβαινε. Όταν όμως είδα τον Κορνήλιο από πάνω μου και άρχισα να χαϊδεύω την πλάτη του, κατάλαβα ότι το ψάχνω πάρα πολύ το θέμα. Ήμουν τυχερός που ήταν εδώ. Ήμουν τυχερός για την ειλικρίνεια των συναισθημάτων μου. Ήμουν τυχερός που δεν υπήρχε τίποτα το σαδιστικό σε όλο αυτό.

«Κάπου πρέπει να έχω αφήσει μια δερμάτινη ζώνη, μισό λεπτό» του είπα φιλώντας τον στο μάγουλο.

Και κάπως έτσι αφήσαμε την υπόλοιπη νύχτα και κάποιες ώρες τις μέρας να πάνε στο διάολο.

***

Ξύπνησα αργά την επόμενη μέρα. Ο Κορνήλιος είχε φύγει να προλάβει το τρένο του, μου άφησε όμως ένα σημείωμα στο οποίο με αποχαιρετούσε, μου έλεγε ότι πέρασε πολύ όμορφα μαζί μου και λυπόταν που δεν ήταν εφικτό να κάτσει παραπάνω.

Όσο περίεργο κι αν ακούγεται, δεν στεναχωρήθηκα καθόλου που έφυγε. Διάβασα το σημείωμα του κι αμέσως προχώρησα χαμογελώντας να φτιάξω τον καφέ μου. Η αίσθηση της πληρότητας που μου είχε δώσει η επαφή με αυτό το βατράχι ήταν άνευ προηγουμένου και οπωσδήποτε δεν ήταν καθαρά σεξουαλικοί οι λόγοι. Ανέκαθεν πίστευα πως υπάρχουν μερικά άτομα που άπαξ’ και τα συναντήσεις στη ζωή σου και γνωριστείτε το οποιοδήποτε άγγιγμα μεταξύ σας φέρνει μια άλλου τύπου φόρτιση, ενεργειακή, μεταφυσική, οτιδήποτε. Δεν ήθελα προφανώς να το πω έρωτα, ήξερα τις ποιοτικές διαφορές. Αν ο έρωτας είναι μια πνευματική κατάσταση τόσο δυνατή που μόνο μέσα στον υλικό κόσμο μπορεί να πραγματωθεί, αυτό που ένιωθα εγώ ήταν σα να με τράβαγε πάνω του ο μόνος μαγνήτης που εκπέμπει θερμότητα, ενώ βρισκόμουν για πεζοπορία στο βόρειο πόλο. Μια καθαρά υλική κατάσταση που μόνο μέσα στο πνεύμα μπορεί να πραγματωθεί δηλαδή.

Αφού συμμάζεψα λίγο το σπίτι από ό,τι τέλος πάντων είχαμε χρησιμοποιήσει το προηγούμενο βράδυ, άναψα ένα τσιγάρο, ήπια μια γουλιά καφέ και χάζεψα έξω απ’ το παράθυρο.

«Σκατά!» είπα με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά και πρόσθεσα «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται» μιλώντας πάντα μόνος μου. Αν ο Θεός ήταν εκεί για να με ακούσει καλώς. Αν δε ήταν, μπορούσα να ζήσω και μόνος μου για την ώρα.

***

Μπορεί να είχα ισορροπήσει επιτέλους στην ψυχολογία μου, ωστόσο εξακολουθούσα να έχω αντικειμενικά προβλήματα στη ζωή μου. Το πρώτο και το κύριο ήταν το οικονομικό. Δεν υπήρχε φράγκο και δεν ήξερα κανέναν που να θέλει να αγοράσει MDMA. Για λίγο, σε μια κρίση απελπισίας, ταλαντεύτηκα να πάρω τηλέφωνο τον Λουίτζι μήπως είχε ανακαλύψει κανέναν πελάτη, αλλά αμέσως ήρθα στα συγκαλά μου.

«Πφφ» φύσαγα και ξεφύσαγα. Στο τέλος άρχισα να ψάχνω τις μικρές αγγελίες.

«Ζητείται σερβιτόρος, εμφανίσιμος». Απορρίπτεται. Με είχε παρατήσει μέχρι και το κουνέλι με το οποίο ζούσα. Πόσο εμφανίσιμος ήταν δυνατόν να ήμουν δηλαδή;

«Ζητείται υπάλληλος γραφείου, για τακτοποίηση χρεών, με πυγμή και αποφασιστικότητα». Η τελευταία φορά που είχα δείξει αποφασιστικότητα εγώ ήταν όταν ένας βλαμμένος, κάγκουρας αναρχοσυνδικαλιστής είχε απειλήσει έναν φίλο μου. Είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε, πάντως είχαμε μαζευτεί μια παρέα ετερόκλητων ατόμων, πρεζάκια, χριστιανοί, ψυχοπαθείς, χαπάκηδες, κομμουνιστές κλπ που είχαμε όμως φιλίες μεταξύ μας κι είχαμε συμφωνήσει πως στην πρώτη φασαρία, όσες συμπάθειες κι αν έχουμε προς τον αναρχοσυνδικαλισμό, του τύπου θα του καίγαμε το σπίτι, την οικογένεια και τα κατοικίδια του.

Είχα μετανιώσει πολύ για τα κατοικίδια. Με εξαίρεση αυτό το περιστατικό πάντως, ήμουν ό,τι πιο φλώρικο υπήρχε στην ελληνική επικράτεια. Απορρίπτεται.

Τέλος είδα και μια αγγελία που ζητούσαν καθηγητή χημείας «Με άνεση στην
επικοινωνία». Έβαλα τα γέλια και έκλεισα την εφημερίδα.

Ήμουν άχρηστος και έπρεπε να το αποδεχτώ.

Χτύπησε το τηλέφωνο. Νούμερο άγνωστο.

«Παρακαλώ;» είπα δειλά.
«Τέλη;» άκουσα μια γνώριμη φωνή «Τι κάνεις;»
«Κορνήλιε!» απάντησα όλο χαρά. «Σπίτι είμαι, εσύ τι κάνεις; Πού βρίσκεσαι;»
«Τέλη, μου έλειψες πάρα πολύ. Άκουσε με σε παρακαλώ γιατί είναι σημαντικό…»

Έκανα ησυχία και περίμενα να ακούσω, χωρίς να είμαι ιδιαίτερα συγκεντρωμένος. Αχ πόσο ευτυχής ήμουν που ξαναμίλαγα με τον αγαπημένο μου κιτρινοκόκκινο βάτραχο.

«Σου έχω έναν τρόπο να βγάλεις λεφτά» είπε ο Κορνήλιος. Εκεί συνήλθα απ’ την ονειροπόληση μου.
«Πες μου λεπτομέρειες!» τον προέτρεψα.
«Άκου, αύριο πρόκειται να γίνει στη Θεσσαλονίκη το συλλαλητήριο για το όνομα της Μακεδονίας…»
«Εκεί είσαι;» τον ρώτησα «Είναι πολύ επικίνδυνο!»
«Μη με διακόπτεις, εκατοντάδες χιλιάδες, ίσως εκατομμύρια Έλληνες θα ανέβουν στη Θεσσαλονίκη για τη συγκέντρωση, είναι η ευκαιρία σου να βγάλεις χοντρά λεφτά»
«Πώς δηλαδή; Να τους πουλάω ελληνικές σημαίες και κοκορέτσι σε ταπεράκια;» απόρησα.
«Μ’ αρέσει ο τρόπος που σκέφτεσαι, αλλά όπως καλά ξέρεις ο λαός δε μαστουρώνει μόνο με εθνικά σύμβολα, τη βρίσκει και με κανονικά ναρκωτικά. Είναι μεγάλη ευκαιρία το συλλαλητήριο. Μέσα στην έξαψη τους οι Έλληνες θα μετατρέψουν σίγουρα το πολεμικό κλίμα σε πανηγυράκι, όπως παλιότερα με τις αντιμνημονιακές συγκεντρώσεις στην πλατεία Συντάγματος… Σε αυτό το πανηγυράκι θα υπάρχει έλλειψη προϊόντος την οποία εσύ, ο Αριστοτέλης Βαμπιράκης θα μπορείς να καλύψεις».

Το σκέφτηκα.

«Δηλαδή πιστεύεις ότι…»
«Μπορείς να σπρώξεις άνετα πάνω από δύο κιλά, ίσως ακόμα και δέκα αν είμαστε τυχεροί. Πάρε το βραδινό τρένο και έλα. Τηλεφώνησε μου. Κλικ!»

***

Τώρα βέβαια πρέπει να πούμε πως κανένας σοβαρός άνθρωπος δε θα γέμιζε δύο βαλίτσες με κρυστάλλους MDMA για να πάει να τους πουλήσει σε φασίστες που θα μαζεύονταν απ’ όλη την Ελλάδα στη συμπρωτεύουσα για να απαιτήσουν να διατηρήσουμε τα αποκλειστικά πνευματικά δικαιώματα του Μέγα-Αλέξανδρου και του βασιλείου του για τα επόμενα δέκα χιλιάδες χρόνια και βλέπουμε. Κι αν ακόμα κάποιος το έκανε, σίγουρα δε θα το έκανε κατόπιν πρότασης ενός γλυκούλη, ακραία σαγηνευτικού κιτρινοκόκκινου βατράχου που έμοιαζε με λούτρινο μα μίλαγε σαν άνθρωπος.

Ευτυχώς εγώ δεν ήμουν σοβαρός άνθρωπος.

Το ταξίδι ήταν πολύ κουραστικό, μιας και εκτός απ’ τις βαλίτσες που έπρεπε να προσέχω σα τα μάτια μου για οχτώ ώρες τουλάχιστον, είχα να αντιμετωπίσω και την ενοχλητική παρουσία μιας γάτας σε κλουβί στο μπροστινό από εμένα κάθισμα. Το γατάκι ήταν μαύρο και μικρό σε ηλικία και ούρλιαζε μέχρι την άφιξη μας στη Θεσσαλονίκη για την ελευθερία του.

«Μα γιατί το κάνετε αυτό στη γάτα;» ρώτησα την κοπέλα που το κουβάλαγε.
«Δεν είναι καν δικό μου εντάξει;» μου απάντησε αυτή ξερά. «Το πηγαίνω στον πρώην της φίλης μου. Δεν είμαι υποχρεωμένη να ξέρω τίποτα από γάτες, παράτα με!»

Αναγνωρίζοντας πως η κοπέλα μάλλον γρατζουνούσε περισσότερο απ’ τη γάτα, έβγαλα το σκασμό, ανέχτηκα τα νιαουρίσματα που μεταφράζονταν σε απελπισμένα «ΒΟΗΘΕΙΑ! ΣΩΣΤΕ ΜΕ!» και κάποια ώρα έφτασα, όταν είχε για τα καλά χαράξει πλέον, αρκετά ζαλισμένος στον προορισμό μου.

Ήταν πολύ νωρίς ακόμα για να επικοινωνήσω με τον Κορνήλιο. Μπήκα σε μια καφετέρια κοντά στον σταθμό της Θεσσαλονίκης. Παραδίπλα μου όλα τα τραπέζια γεμάτα με κόσμο που κρατούσε ελληνικές, βυζαντινές, ρωσικές, σέρβικες και άλλες σημαίες και φώναζε για τη Μακεδονία. Κάποια στιγμή ορισμένοι Έλληνες που δεν αναγνώρισαν τη σημαία της Σερβίας και την πέρασαν για κάποια άλλη εχθρική σε αυτούς χώρα, επιτέθηκαν σε αυτούς που την κράταγαν, σπάζοντας ορισμένες καρέκλες, πόδια και κεφάλια.

«Τι θα πάρετε;» με ρώτησε η σερβιτόρα. Πρέπει να τα είχα τελείως χαμένα γιατί αν και γυναίκα μου φάνηκε αρκετά ελκυστική. Είχε κάτι ωραία μπουκλάκια στα μαλλιά που άξιζε να κάτσεις να τα χαζέψεις. Παραδίπλα μια παρέα διαφωνούσε για το πώς θα μοιραστούν τα εδάφη των Κοσοβάρων μετά την κατάκτηση τους από εμάς και τους αδερφούς Σέρβους.

«Νες, μέτριο, χωρίς, με ζαχαρίνη!»
«Βασικά έχουμε μόνο στέβια»
«Χμμ» το ξανασκέφτηκα κοιτάζοντας το μαγαζί που γέμιζε κι άλλο, συγκεκριμένης ποιότητας κόσμο, όσο πέρναγε η ώρα. «Βάλε μου ένα τριπλό ουίσκι με κόκα κόλα λάιτ καλύτερα, ξηρούς καρπούς δε θέλω»

Η σερβιτόρα μου έριξε ένα βλέμμα κατανόησης και πήγε να φέρει την παραγγελία μου.

***

«Θα βρεθούμε στον Άγιο Δημήτριο» μου είχε πει ο Κορνήλιος. Κι εγώ ήμουν κάτω από τον Άγιο Δημήτριο ανάμεσα σε χιλιάδες ανθρώπους που είχαν αρχίσει να μαζεύονται για το συλλαλητήριο, να φωνάζουν συνθήματα και να τραγουδάνε Ξυλούρη. Την απαίσια αυτή ατμόσφαιρα επιβάρυνε το γεγονός πως εκείνη τη μέρα είχε πολύ ήλιο και εγώ και με το μυαλό καμένο λιγάκι από τις καταχρήσεις και την αϋπνία αναγκαζόμουν να κυκλοφορώ συνέχεια με γυαλιά καθώς με που έπεφταν οι αχτίνες του ηλίου στα μάτια μου ένιωθα να πονάω.

Ο Κορνήλιος είχε αργήσει και μάλιστα δε με είχε πάρει τηλέφωνο απ’ την ώρα που δώσαμε το ραντεβού. Δεν πίστευα πως δε θα εμφανιζόταν. Δεν είχε δώσει τέτοια δείγματα αναισθησίας και σκατανθρωπιάς. Ωστόσο καλού-κακού πλησίασα έναν πατριώτη που τώρα τραγούδαγε Παπακωνσταντίνου (Βασίλη) και τον ρώτησα:

«Συγνώμη, μήπως έχετε δει έναν βάτραχο;»
«Έναν βάτραχο;»
«Ναι έναν βάτραχο, είναι ο πιο όμορφος βάτραχος του κόσμου, είναι κίτρινος και κόκκινος και μοιάζει με λούτρινο και…»
«Παλικάρι μου, ένα θα σου πω… αυτοί οι προδότες φταίνε που κατέστρεψαν την χώρα, μολύνανε τον αέρα μας και φτάσανε εσάς τους νέους να κυκλοφορείτε τρελοί στους δρόμους»
«Δεν είμαι τρελός βρε πατερούλη, υπάρχει ο βάτραχος. Τον λένε Κορνήλιο, έχουμε κοιμηθεί μαζί, δεν φαντάζεσαι πως είναι να κάθεσαι να τον κοιτάς. Πιστεύω με όλη μου την καρδιά πως αν τον είχαν σε ζωολογικό κήπο, θα του είχαν βάλει και ταμπέλα -Χάιδεψε με- »

«Είσαι τρελός!» μουρμούρισε ο πατριώτης και έκανε να φύγει προς μια παρέα που άκουγε στη διαπασών Σφακιανάκη.

Τότε, στο βάθος πίσω από αυτή την παρέα, είδα έναν, κίτρινο-κόκκινο βάτραχο να μου κουνάει το χέρι του. Ήταν ο Κορνήλιος.

Χωρίς να συνειδητοποιώ τι μαλακία κάνω, τράβηξα τον τύπο που μίλαγα πριν και του έδειξα με το χέρι μου τον βάτραχο της ζωής μου, τον πιο όμορφο βάτραχο, στην εθνική ή γεωγραφική ή οτιδήποτε περιοχή της Μακεδονίας.

«Να τος! Στο είπα ότι υπάρχει, δεν είναι υπέροχος;» τον ρώτησα.

Ο πατριώτης, ο εθνικός σύντροφος, ο φρουρός της πατρίδας, σάστισε βλέποντας τον Κορνήλιο. Μη μπορώντας να πιστέψει στα μάτια του έβγαλε απ’ την τσέπη του ένα ζευγάρι γυαλιά και τα φόρεσε, πιθανώς για να βεβαιωθεί ότι δεν επρόκειτο περί οφθαλμαπάτης.

«Ώστε είναι αλήθεια…» μουρμούρισε.
«Εμ, φυσικά, τι σου λέω τόση ώρα…» είπα εγώ. Κι αφού τον άφησα, περπάτησα ως τον Κορνήλιο. Τον πήρα μια τρυφερή αγκαλιά και δώσαμε ένα γρήγορο φιλί στο στόμα.

«Ομόρφυνες» μου είπε.
«Άσε τις βλακείες τώρα» απάντησα χαμογελώντας μέχρι τα βάθη της ψυχής μου.

Αυτά τα πλάσματα που σε κάνουν ευτυχισμένο με την παρουσία τους και μόνο πρέπει να βρούμε γρήγορα τον τρόπο να τα κλωνοποίησουμε ή έστω να μεταδώσουμε επακριβώς το συναίσθημα που αισθανόμαστε παρέα τους. Το πιο λυπηρό είναι βέβαια πως αυτά τα ίδια δε θα μάθουν ποτέ ακριβώς τι σημαίνει να βρίσκεται κάποιος μαζί τους στον ίδιο χώρο κι αν ακόμα μπαίναμε στον κόπο να τους το εξηγήσουμε μάλλον τρελούς θα μας λέγανε ή ερωτευμένους. Αλλά εμείς δεν είμαστε τίποτα από τα δύο φυσικά και ως εκ’ τούτου δεν υπάρχει κανένας λόγος να μάθουν τίποτα απολύτως.

«Συγνώμη» γύρισα προς το πατριωτάκι «Θα μας βγάλετε μια φωτογρ…»

Το πατριωτάκι είχε βγάλει πιστόλι.

«Δεν είναι γκόμενος σου έτσι δεν είναι;» ρώτησα τον Κορνήλιο.
«Πας καλά μωρέ;» μου απάντησε.

Ο …πατριώτης πυροβόλησε τότε στον αέρα. Οι μουσικές σταμάτησαν και όλοι γύρισαν τρομαγμένοι προς το μέρος μας.

«ΕΛΛΗΝΕΣ!» φώναξε «ΔΩΣΤΕ ΚΑΛΑ ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΤΑ ΛΟΓΙΑ ΜΟΥ» αλλά είχε ήδη πυροβολήσει ανάμεσα σε πλήθος χιλιάδων ατόμων επομένως όλοι τον πρόσεχαν, αντί για παράδειγμα να τον αφοπλίσουν.
«Οι Σκοπιανοί είναι σήμερα εδώ με πράκτορες τους, ζηλεύουν τη χώρα μας, θέλουν τα εδάφη μας, λεηλατούν την ιστορία μας…»
«Προσέχεις ότι χρησιμοποιεί μια συγκεκριμένη δομή στο λόγο του όταν μιλάει για το τι θέλουν οι Σκοπιανοί ε;» με ρώτησε ο Κορνήλιος. Έβαλα τα γέλια.

Ο εθνικός μας σύντροφος πυροβόλησε πάλι στον αέρα αλλά αυτή τη φορά σημαδεύοντας αισθητά προς το μέρος μας.

«Είσαι τελείως ψυχάκιας έτσι;» του είπα «Εντάξει έχω γνωρίσει πολύ κόσμο με προβλήματα, με τους περισσότερους από αυτούς είχα σχέση κιόλας, αλλά εσύ έχεις ξεφύγει».
«Κι εσύ…» μου είπε ψυχρά εκείνος «Είσαι ένας προδότης που πούλησε την πατρίδα μας στα Σκόπια»

Α στο καλό. Πότε το είχα κάνει πάλι αυτό;

«Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΑΥΤΟΣ» συνέχισε να μιλάει για μένα ο παλαβιάρης εθνικιστής δείχνοντας εμένα, «Είναι σήμερα εδώ ως πράκτορας της κυβέρνησης των Σκοπίων, σκόπευε να παραδώσει όλες τις πληροφορίες για το συλλαλητήριο στον εκπρόσωπο τους, σε αυτό το θλιβερό εκφυλισμένο πλάσμα, με το οποίο διατηρούν ερωτική σχέση» είπε και έδειξε τον Κορνήλιο.

«Βασικά δεν έχουμε ορίσει τι έχουμε!» είπε αυτός.
«Κι είμαστε πολύ περήφανοι για αυτό!» πρόσθεσα εγώ.

Κι άλλος πυροβολισμός πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Η μονογαμία αντεπιτίθεται.

«Αποδεικνύονται όλα αυτά απ’ την ομοφυλοφιλία τους, γνωστή ασθένεια των απάτριδων και των μη-Ελλήνων και απ’ το γεγονός πως το μεταλλαγμένο πλάσμα είναι βαμμένο στα χρώματα της σημαίας των Σκοπιών. Χρειάζεται κανείς άλλη απόδειξη;»
«ΌΧΙ!» απάντησε όλο το πλήθος με απόλυτο συγχρονισμό. Ούτε ο Ιωάννης Μεταξάς να ήταν. Βασικά τώρα που το ξανασκέφτομαι ήταν.

Ένιωθα την κατάσταση να αγριεύει επικίνδυνα. Έπρεπε να απαντήσω κάτι.

«Μισό λεπτό ρε φίλε» του είπα «Εδώ πέρα σήμερα θα μαζευτεί πάνω από ένα εκατομμύριο κόσμος που αγαπάει την πατρίδα του, σωστά;»
«Λογικά περισσότεροι» απάντησε ανόρεχτα ο ένοπλος συνομιλητής μου.
«Ε είναι δυνατόν να μου λες, ότι στο ένα εκατομμύριο ή στα δύο εκατομμύρια που θα έρθουν, που είναι όλοι σίγουρα πατριώτες, βαμμένοι δεν αμφιβάλλω, δεν θα υπάρχει ένας ομοφυλόφιλος; Από πότε είναι ένδειξη η ομοφυλοφιλία για την απουσία εθνικής συνείδησης, πως μηδενίζεις έτσι τον κόσμο που θέλει να αγωνιστεί για το έθνος του;»

Είχα μάθει τέτοια επιχειρήματα από τότε που σπούδαζα στο χημικό και ήθελα να πείσω την ενορία της γειτονιάς μου να φτιάξουμε χριστιανική LGBTQI+ ομάδα.

Φυσικά τότε είχα αποτύχει. Οι παπάδες είναι συντηρητικοί και πολλές φορές, τις περισσότερες μάλλον, μισάνθρωποι και σκοταδιστές. Όσο να πεις όμως, αναγκάζονται να μάθουν λίγο από θεολογία και δεν πείθονται εύκολα. Ο τύπος απέναντι μου ωστόσο είχε σκαλώσει με αυτά που του είπα.

«Ναι χμμμ…» έκανε. Λίγα σαλάκια έφυγαν απ’ το στόμα του.
«Μόνο ένας τρόπος υπάρχει να μάθουμε την αλήθεια!» πετάχτηκε τότε ένας απ’ το πλήθος. «Γιατί Θεέ μου;» σκέφτηκα με απελπισία και περίμενα να ακούσω τι είχε να πει. Ο δεύτερος πατριώτης όμως, που προερχόταν απ’ την παρέα που προηγουμένως άκουγε Σφακιανάκη, αντί να προτείνει το οτιδήποτε έτρεξε απότομα προς το μέρος μου και τράβηξε τη μια βαλίτσα απ’ το χέρι μου.

Ούτε που πρόλαβα να αντιδράσω.

«Για να δούμε με τι σκοπό ήρθε στη Θεσσαλονίκη ο κύριος από εδώ» είπε θριαμβευτικά ο φαν του Νοτη και άνοιξε τη βαλίτσα.

Δεκάδες μικρά σακουλάκια με μια απ’ τις πικρότερες για τη γλώσσα, πιο γλυκές για το μυαλό και την καρδιά σκόνες έπεσαν έξω και χύθηκαν στην άσφαλτο της συμπρωτεύουσας του ελληνικού κράτους.

«Ναρκωτικά!» είπε το πλήθος.
«Ναρκωτικά!» είπε κι αυτός.

Τι να απαντήσω και εγώ σε όλα αυτά… «Με των σαράντα ευρώ το γραμμάριο παιδιά, όποιος προλάβει!» φώναξα κι αρπάζοντας τον Κορνήλιο στην αγκαλιά μου, αρχίσαμε να τρέχουμε.

***

«Πιάστε τους! Τους πληρώνουν οι Σλάβοι για να πουλάνε στα παιδιά μας ναρκωτικά! Φώναζε ένα πλήθος χιλιάδων ατόμων, που κυνηγούσε εμένα, έναν κακομοίρη χημικό με κλίση στη θεολογία, 25 χρονών παλικάρι, και το πλασματάκι που αγαπούσα. Ο παλαβός με το όπλο στο μεταξύ προπορευόταν του όχλου που έτρεχε στο κατόπι μας και που και που έριχνε καμία σφαίρα προς το μέρος μας. Για καλή μας τύχη το πιο κοντινό σε άνθρωπο που είχε πετύχει ήταν ένας κάδος σκουπιδιών.

«Κι οι Σέρβοι που γουστάρεις Σλάβοι είναι ρε καθυστερημένε!» του φώναξα. Βρισιές για τη μάνα μου, για εμένα, για πράγματα που μου αρέσει να βάζω στον κώλο μου και ένας πυροβολισμός ακόμα ήταν η απάντηση.

«Τι σκατά θα κάνουμε;» ρώτησα τον Κορνήλιο που ήταν σκαρφαλωμένος στον ώμο μου, «Κάνουμε κύκλους μέσα στην πόλη, έχω κουραστεί, θα μας πιάσουν!»
«Πρέπει να μπούμε κάπου για να γλυτώσουμε» απάντησε ο σύντροφος μου. Κοίταξα τριγύρω. Όλα κλειστά. Σε σπίτια δε θα μας άνοιγε κανείς.

«Δυστυχώς ούτε με θαύμα δε σωζόμαστε» είπα και άρχισα να προετοιμάζομαι για το λυντσάρισμα στα χέρια του ελληνικού όχλου. Όμως αμέσως μου ήρθε σαν επιφοίτηση κάτι στο μυαλό.
«Κι όμως ίσως με ένα θαύμα να σωθούμε» μουρμούρισα.
«Σε παρακαλώ μην αρχίσεις να προσεύχεσαι» μου είπε ο Κορνήλιος, «Απλά τρέχα»
«Προσευχήσου εσύ για εμάς γλυκούλη» του απάντησα, «Εγώ θα κάνω κάτι άλλο».

Με τις τελευταίες μου δυνάμεις έτρεξα προς την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου κουβαλώντας μαζί μου τον Κορνήλιο Από πίσω το πλήθος μας κυνηγούσε, μας έβριζε, μας πυροβόλαγε, οτιδήποτε.

Χτύπησα την πόρτα της εκκλησίας.
Καμία απάντηση.

«Κοιτάχτε να δείτε!» φώναξα «Δεν είναι δυνατόν να είμαι ο μόνος χριστιανοκομμουνιστής στην Ελλάδα. Δε μπορεί να μην υπάρχει ένας άνθρωπος εδώ μέσα που να κρίνει πως είναι καλύτερα να μας σώσει απ’ ότι να μας αφήσει να γίνουμε κομματάκια στα χέρια του κάθε ψυχοπαθή!».

Η πορτούλα άνοιξε και ένας ιερέας μεγάλης ηλικίας, αλλά αρκετά καλοστεκούμενος φάνηκε στην είσοδο.

«Ο χριστιανοκομμουνισμός είναι αίρεση!» μου είπε αυστηρά.

Χαμογέλεσα.

«Τις ευλογίες σας πάτερ!» του είπα και μην περιμένοντας την άδεια του μπούκαρα μέσα στο ναό μαζί με τον Κορνήλιο. Ο κληρικός, κοίταξε λίγο σκεφτικός προς το μέρος μας και έπειτα κοίταξε προς το μέρος του πλήθους που ερχόταν προς την εκκλησία.

«Κι αν τους αφήσει να μπουν;» ρώτησε ο Κορνήλιος.
«Τότε ήρθε το τέλος…» του είπα απλά.

Κανείς μας δε μίλησε.

«Πάμε κάπου οι δύο μας;» με ρώτησε.
«Πάμε» του είπα. Τον κατέβασα απ’ τους ώμους μου και τον κράτησα απ’ το χέρι.
«Ψηλά στο καμπαναριό;» πρότεινα δειλά.
«Θα μπορούμε να βλέπουμε τι γίνεται με αυτούς τους τρελούς και να είμαστε μονάχα εμείς»
«Εντάξει»

Ανεβήκαμε ως το πιο ψηλό καμπαναριό του Άγιου Δημητρίου, φύλακα και προστάτη της Θεσσαλονίκης. Στηρίχθηκα σε κάτι κάγκελα κι αυτός πήδησε στην καμπάνα.

«Δεν καταλαβαίνω τίποτα πια» μου εξομολογήθηκε.
«Εγώ πάλι» του είπα γλυκά «Καταλαβαίνω όλο και περισσότερα όσο περνάει ο καιρός».
Χαμογέλασε. «Εσύ είσαι περίεργος» απάντησε, «Γι’ αυτό σου αρέσω κιόλας».
«Είμαι σίγουρος ότι αρέσεις σε πολύ κόσμο» είπα όχι χωρίς έναν τόνο ζήλειας στη φωνή μου.
«Ναι αλλά με εσένα είναι διαφορετικά, δεν θες ούτε απλά να έχεις κάτι να βρίσκεται στη ζωή σου, ούτε το περιορίζεις στο σεξουαλικό, ούτε είσαι ερωτευμένος μαζί μου, μόνο στέκεσαι συνέχεια και με κοιτάς με ένα βλέμμα, που αν δεν ήξερα ότι με γουστάρεις θα έλεγα ότι το προορίζεις για κάποιο αυτιστικό ξαδερφάκι σου»

Δεν είπα τίποτα.

«Είσαι τρελός;» με ρώτησε.
«Σοβαρά το ρωτάς;»
«Ναι… το ρωτάω σοβαρά»
«Έχει μαζευτεί κόσμος Κορνήλιε… έχουμε πιο σοβαρά προβλήματα απ’ την ψυχική μου υγεία»
«Θα ήθελα να το λήξουμε»

Αναστέναξα.

«Δεν είμαι τρελός Κορνήλιε» του είπα λυπημένα «Ελπίζω να μη σε απογοητεύω»
«Τότε» απάντησε εκείνος «Εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω τίποτα, αλλά δεν έχει σημασία!»

Και πήδηξε απ’ την καμπάνα πάνω μου.
Αγκαλιασμένοι αρχίσαμε να φιλιόμαστε.

«ΛΟΙΠΟΝ ΓΙΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΟΡΑ ΣΑΣ ΤΟ ΛΕΩ…» ακούσαμε μια δυνατή φωνή κι αναγκαστήκαμε να διακόψουμε για να δούμε τι ήταν.

Ήταν ο ιερέας που απευθυνόταν στο πλήθος.

«ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΘΑ ΠΕΙΡΑΞΕΙ ΚΑΝΕΝΑΝ ΟΣΟ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ ΠΑΠΑΣ ΣΤΟ ΝΑΟ, ΤΑ ΜΑΖΕΥΕΤΕ ΚΑΙ ΦΕΥΓΕΤΕ ΑΛΛΙΩΣ ΘΑ ΖΗΤΗΣΩ ΕΓΩ ΑΥΤΟΠΡΟΣΩΠΩΣ ΑΠ’ ΤΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΝΑ ΑΦΟΡΙΣΤΕΊΤΕ ΕΝΑΣ ΠΡΟΣ ΕΝΑΣ!».

Το πλήθος, αφού πρώτα τον έλουσε βρισιές με πρώτη και κύρια την αναφορά στην φανταστική πιθανότητα εβραϊκή καταγωγή του, άρχισε να διαλύεται και να επιστρέφει εκεί που ήταν αρχικά να πραγματοποιηθεί το συλλαλητήριο του.

Είχαμε γλυτώσει.

«Δόξα σοι ο Θεός!» αναστέναξα.
«Ω, σκάσε επιτέλους» είπε ο Κορνήλιος και μου πέταξε ένα γρήγορο φιλί στο στόμα.

Έπειτα με κοίταξε παιχνιδιάρικα.

«Να σου πω ρε Τέλη…»
«Έλα»
«Τελικά με αυτό το θέμα της Μακεδονίας, ποιος έχει δίκιο;»
«Ρε φίλε» είπα εγώ σκάζοντας στα γέλια «Πραγματικά δεν έχω ιδέα πλέον»

Ο σύντροφος μου όμως επέμενε.

«Αν έπρεπε να πεις ότι έχει δίκιο κάποιος, ποιόν θα διάλεγες;»
«Θα έλεγα ότι η Μακεδονία ανήκει στο Θεό» είπα πολύ σοβαρά.
«Ωραία!» είπε ο βάτραχος που αγαπούσα και πετάχτηκε προς το σκοινί που έθετε την καμπάνα σε λειτουργία.
«Ας τον ρωτήσουμε κι αυτόν μια γνώμη, τι λες;» μου είπε κρατώντας το από την άκρη.

Στην αρχή μου φάνηκε κακή ιδέα, ίσως και να φοβήθηκα λίγο. Έπειτα είπα: «Δε γαμιέται, εδώ που φτάσαμε…». Σηκώθηκα απ’ τη θέση μου και κράτησα και εγώ το σκοινί της καμπάνας.

Το επόμενο δευτερόλεπτο το τραβούσαμε ταυτοχρόνως μαζί. Οι μελωδίες του Αγίου Δημητρίου ακούγονταν σε όλη τη Σαλονίκη και το βατραχάκι που αγαπούσα ακουμπούσε το κεφάλι του στοργικά στους ώμους μου απολαμβάνοντας τις μαζί μου.

Ήμουν πολύ ευτυχισμένος και ούτε που μπορούσα να φανταστώ εκείνη τη στιγμή πως ενώ εμείς ακούγαμε απλές μελωδίες καμπάνας, όλος ο υπόλοιπος πληθυσμός της πόλης άκουγε κάτι διαφορετικό… πως μου είπανε ότι πήγαινε… κάπως έτσι:

Денес над Македонија се раѓа,
ново сонце на слободата!
Македонците се борат,
за своите правдини!
Македонците се борат,
за своите правдини!

Не плачи Македонијo мајко мила,
Крени глава гордо, Високо,
Старо, младо, машко и женско,
На нозе се кренало!
Старо, младо, машко и женско,
На нозе се кренало!

Одново сега знамето се вее,
на Крушевската република!
Гоце Делчев, Питу Гули,
Даме Груев, Сандански!
Гоце Делчев, Питу Гули,
Даме Груев, Сандански!

Горите македонски шумно пеат,
нови песни, нови весници!
Македонија слободна,
слободно живее!
Македонија слободна,
слободно живее!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s