Το Νησί των Προβάτων (Άλεξ Κοάν)

Όταν μπήκε εκείνο το καλοκαίρι είχα ήδη αποφασίσει πως θα έφευγα μερικές μέρες για ένα ταξιδάκι. Δεν ήταν ότι ένιωθα σκασμένος ή ότι έπρεπε οπωσδήποτε να ξεφύγω απ’ τη φρίκη της πόλης ή κάτι παρόμοιο. Εξάλλου, είχα μόλις ένα μήνα που χα επιστρέψει στην Αθήνα, μετά από περίπου έξι μήνες σπουδών στην ξενιτιά. Βέβαια εντάξει, κι αυτός ο ένας μήνας ήταν αρκετός για να παίζουν και αυτά που προανέφερα, μα η αλήθεια είναι ότι αυτό το σκάσιμο κι αυτή η τάση να ξεφύγω είναι ούτως ή άλλως η συνηθισμένη μου κατάσταση, οπότε όχι, δε μπορώ να πω πως έπαιξαν κάποιον ιδιαίτερο ρόλο στην απόφασή μου. Απλά, μιας και είχα την οικονομική άνεση (ευχαριστώ, πατέρα) και δεν είχα κάτι καλύτερο να κάνω, τότε γιατί όχι; Εξάλλου πάντα μου αρέσαν τα ταξίδια – όπως φαντάζομαι και στον περισσότερο κόσμο – κι όποτε μου δινόταν η ευκαιρία μάζευα το σάκο μου και την έκανα απ’ την πίσω πόρτα.
Ήθελα να διαλέξω κάποιον σχετικά άγνωστο και, όσο γινόταν, εξωτικό προορισμό. Όσο λιγότεροι τουρίστες τόσο το καλύτερο. Κι αυτό όχι μόνο λόγω της αγοραφοβίας μου και της απέχθειας που τρέφω γι’ αυτό το ανθρώπινο υποείδος των τουριστών, μα επίσης και γιατί ήθελα να το παίζω ψαγμένος και αλτέρνατιβ στα γκομενάκια. Το να πεις ότι πήγες στο Παρίσι σίγουρα θα σηκώσει κάποια βλέμματα και θα εγείρει κάποιες ερωτήσεις του τύπου “πώς ήτανε;” ή “πώς πέρασες;” ή ακόμα και “τι έκανες εκεί;”, μα το να πεις ότι πήγες πχ στο Ελ Σαλβαδόρ σημαίνει αυτόματα τουλάχιστον τις διπλάσιες ερωτήσεις. “Που είναι αυτό;” “Πώς πήγες εκεί;” “Και τι συμβαίνει σ’ αυτή τη χώρα;” “Γιατί διάλεξες να πας εκεί;” “Ισχύει ότι μέχρι πρόσφατα είχανε εμφύλιο;” κλπ. Οπότε, εκτός από τα τετριμμένα, σου δίνεται και η ευκαιρία να αναπτύξεις τις ιστορικές/ γεωγραφικές/ πολιτικές σου γνώσεις.
Τελοσπάντων, δεν πήγα στο Ελ Σαλβαδόρ, μου έπεφτε κομμάτι μακριά. Έψαξα στο χάρτη και βρήκα ένα νησάκι στον Ατλαντικό, λίγο έξω απ’ την Πορτογαλία, με το παράξενο όνομα “Isle des ovejas” (Νησί των Προβάτων). Το γκούγκλαρα και βρήκα πως επρόκειτο περί ενός μικρού νησιού με πληθυσμό γύρω στις 30 χιλιάδες νοματαίους, που τυπικά άνηκε στην Ισπανία, μα το διεκδικούσε κι η Πορτογαλία, και ουσιαστικά ήταν αυτοδιοίκητο, με δικιά του κυβέρνηση. Επίσης, το όνομα του το είχε πάρει, προφανώς, απ’ τον τεράστιο πληθυσμό προβάτων που υπήρχε στο νησί – τα πρόβατα ήταν περίπου εφταπλάσια απ’ τους ανθρώπους. Ωραία ως εδώ.
Κατέβηκα λίγο πιο κάτω και διάβασα για το πυρηνικό ατύχημα του 1979. Θα μου πεις, πυρηνικά σ’ ένα τόσο μικρό νησάκι; Και όμως, η Ισπανία λέει είχε εγκαταστήσει εκεί το πρώτο της εργοστάσιο πυρηνικής ενέργειας το 1965. Οι λόγοι δεν ήταν μόνο η απομακρυσμένη θέση του νησιού και ο μικρός πληθυσμός του, μα και το γεγονός ότι ήθελε να εδραιώσει πως το νησί της ανήκει για να αποφύγει τυχόν επεισόδια με την Πορτογαλία, και να δημιουργήσει και το αίσθημα της Ισπανικής εθνικής ταυτότητας στους κατοίκους δίνοντας τους θέσεις εργασίας. Πριν απ’ αυτό, οι μόνες δουλείες που υπήρχαν ήταν αυτή του βοσκού κι αυτή του ψαρά και τίποτε άλλο – αφού ακόμα κι ο τουρισμός ήταν τελείως υποανάπτυκτος, ούτε καν οι ίδιοι οι Ισπανοί δεν πήγαιναν εκεί.
Το 1979 λοιπόν, κατά τη διάρκεια μιας δοκιμής, έγινε μια έκρηξη σ’ έναν απ’ τους αντιδραστήρες. Η καταστροφή, για κάποιο επιστημονικό λόγο που δεν πολυκατάλαβα, ήταν πολύ μικρότερη από άλλες αντίστοιχες όπως αυτή του Τσέρνομπιλ, και οι νεκροί ήταν πολύ λίγοι σε σχέση με όσους θα περίμενε κανείς – περίπου το ένα τρίτο του προσωπικού και μερικές κατοστάρες πρόβατα που βόσκανε στην περιοχή. Μετά τα κλασσικά, η περιοχή εκκενώθηκε, οι περισσότεροι κάτοικοι του νησιού φύγανε, και διάφορες ομάδες Ισπανών επιστημόνων κατέφθασαν για να κάνουν μια αποτίμησή του μεγέθους και των αιτιών του ατυχήματος. Παραδόξως, ανακοίνωσαν πως το νησί ήταν ασφαλές – η ραδιενέργεια που εκκρίθηκε στην ατμόσφαιρα ήταν ελάχιστη, οι άνθρωποι και τα ζώα δεν διατρέχανε κανένα κίνδυνο υγείας, και ακόμα και οι εκτάσεις μπορούσαν να καλλιεργηθούν (ή καλύτερα, να βοσκηθούν). Οι περισσότεροι κάτοικοι λοιπόν γύρισαν πίσω μέσα σε δυο μήνες.
Οι επιστήμονες όμως είχαν κάνει λάθος. Λίγο καιρό αργότερα αναπτύχθηκαν τα πρώτα συμπτώματα μιας πυρηνικής μετάλλαξης που θα έπληττε ένα πολύ μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού. Αρχικά, μερικοί απ’ τους εργάτες, άντρες και γυναίκες, που είχαν σωθεί άρχισαν να εμφανίζουν τριχοφυΐα σε περίεργα μέρη του σώματος, όπως στην πλάτη, στην κοιλιά, στα μπούτια κλπ. Με τον καιρό, όλο τους το κορμί άλλαζε. Έβγαζαν ουρά, οι πατούσες κι οι παλάμες τους γίνονταν σαν οπλές μηρυκαστικού ζώου, οι τρίχες όλο και αυξάνονταν και ασπρίζανε και γινόντουσαν μπούκλες. Μόνο το κεφάλι τους και καμιά φορά κάποιο άλλο άκρο, κάποιο χέρι ή κάποιο πόδι, παρέμενε ανθρώπινο. Το μυαλό τους δούλευε κανονικά, μιλούσανε και είχανε συνείδηση και όλα, μα που και που, χωρίς κανέναν λόγο, έβγαζαν κάτι μουγκρητά σα να βελάζουνε. Είχαν μετατραπεί σε προβατάνθρωπους. Σε λίγα χρόνια, γύρω στους δυο χιλιάδες ανθρώπους είχαν προσβληθεί απ’ αυτήν την περίεργη μετάλλαξη – όχι μόνο οι εργάτες.
Η κυβέρνηση της Ισπανίας πρότεινε μερικές ακραίες λύσεις, όπως πχ η ευθανασία ή ο εγκλεισμός σε ψυχιατρικά και ιατρικά κέντρα για μελέτη, μα τα όντα αυτά που είχαν ακόμα ανθρώπινη συνείδηση προφανώς δεν το δέχτηκαν. Και ούτε οι υπόλοιποι κάτοικοι του νησιού το δέχτηκαν, γιατί παρ’όλο που είχαν φρίξει με το θέαμα αυτών των πλασμάτων, αναγνώριζαν ότι επρόκειτο για τους ίδιους ανθρώπους που γνωρίζαν τόσα χρόνια, τους συγγενείς τους, τους φίλους τους. Η Ισπανία υποχώρησε. Σύντομα ανακαλύψανε πως το πρόβλημα ήταν ακόμη μεγαλύτερο, διότι αυτά τα πλάσματα μπορούσαν και να αναπαραχθούν – μεταξύ τους βέβαια μόνο. Η στείρωση που προτάθηκε έφερε και πάλι ακραίες αντιδράσεις, κι έτσι αποφασίστηκε να γίνεται μόνο με συναίνεση του μεταλλαγμένου. Οι μισοί περίπου το δέχτηκαν και στειρώθηκαν, μα το πρόβλημα παρέμενε. Παιδιά γεννιόντουσαν μισά πρόβατα-μισά άνθρωποι, κι έπειτα δεν είχαν τίποτα να κάνουν εκτός απ’ το να ζητιανεύουν για να ζήσουν, αφού παραγωγικά ήταν εντελώς άχρηστα και δε μπορούσαν σε καμία περίπτωση να δουλέψουν. Ο μέσος όρος ζωής αυτών των ανθρώπων ήταν γύρω στα είκοσι χρόνια, μα και πάλι απ’ τη στιγμή που συνεχίζανε να αναπαράγονται ο πληθυσμός τους δεν μειωνόταν. Αντιθέτως, κατά περιόδους αυξανόταν, φτάνοντας στο ζενίθ στις αρχές του 2002, όταν ο πληθυσμός τους έφτασε σχεδόν τις τέσσερις χιλιάδες. Εκείνο το καλοκαίρι που πήγα εγώ υπολογίζονταν στις τρισίμησι χιλιάδες.
Ε, σκέφτηκα αφού τα χα διαβάσει όλα αυτά, αν αυτό δεν είναι ένα μέρος που αξίζει να επισκεφτώ, τότε ποιο είναι; Έκλεισα τα φτηνότερα εισιτήρια – γενικά όλα ήταν φτηνά μιας και δεν πήγαινε παρά ελάχιστον κόσμος στο νησί – ετοίμασα το σακίδιο μου και μετά από μια βδομάδα ξεκίνησα κατά κει. Αθήνα-Μαδρίτη, Μαδρίτη-Βίλα Τράνκα (η πρωτεύουσα του νησιού). Κατέβηκα απ’ το μικρό αεροπλάνο και βγήκα έξω απ’ το αεροδρόμιο, πήρα μια τζούρα καθαρό αέρα κι έστριψα τσιγάρο.
Πανέμορφο τοπίο. Μπροστά μου απλώνονταν μερικοί καταπράσινοι λόφοι γεμάτοι ζωή (και πρόβατα), δεξιά μου αχνοφαινότανε μια καταπράσινη σα σμαράγδι θάλασσα και γύρω της, πάνω σε χρυσαφένια άμμο, ένα σωρό φοίνικες, κι αριστερά μου μια μικρή γλυκούλα πόλη, σα χωριουδάκι, ανισόπεδη και με μικρά, πολύχρωμα σπιτάκια. Από κεινη την κατεύθυνση με πλησίασε και το πρώτο προβατόμορφο πλάσμα, και πίσω του καμιά δεκαριά άλλα τέτοια να πηγαίνουν σε όποιον απ’ τους λιγοστούς τουρίστες βλέπανε. Είχα δει κάτι φωτογραφίες, μα το να το βλέπεις από κοντά είναι τελείως άλλη εμπειρία. Φρικτό και σιχαμένο, μες στη βρώμα, περπάταγε στα τέσσερα παρ’ όλο που το δεξί του χέρι ήταν ανθρώπινο. Η φάτσα του ήταν γλοιώδης και παράξενη, ανθρώπινη μεν μα τόσο άσχημη που δε μπορούσα καν να την κοιτάω. Φαινόταν πρόωρα γερασμένη, μα και πάλι μπορούσα να καταλάβω ότι δεν ήταν πάνω από 15 χρονών. Τα δόντια του ήταν κατακίτρινα ή και μαύρα, η μύτη του πλακουτσωτή σα σπασμένη, τα χείλη του μικρά και ξερά. Άπλωσε το χέρι του, βέλασε και είπε κάτι σε μια διάλεκτο ισπανοπορτογαλική. Δεν είμαι βέβαιος τι ακριβώς ήταν αυτό που ψέλλισε, μα σίγουρα κάτι σε στυλ “μπεεε, δώσε κανά ευρώ να φάω.” Κούνησα το χέρι για να του δείξω ότι δεν είχα, και κατευθύνθηκα προς το μοναδικό ταξί που περίμενε.
Μπήκα μέσα και είπα στον ταρίφα το όνομα της παραλίας που θα κατασκήνωνα, τουλάχιστον γι’ απόψε. Χαμογέλασε και ξεκίνησε.
«Πρώτη φορά στο νησί μας;» με ρώτησε. Μιλούσε κάτι κουτσοαγγλικά – και κάτι κουτσογαλλικά όποτε χρειαζόταν – και μπορούσαμε να συνεννοηθούμε.
«Ναι, πρώτη.»
«Α, ωραία! Θα το λατρέψεις! Είναι υπέροχο, με τα βουνά, τη θάλασσα, τις παραλίες! Το πιο όμορφο νησί στον κόσμο… Από που είσαι;»
«Απ’ την Ελλάδα.»
«Α, Ελλάδα! Δεν έχω πάει ποτέ. Πρέπει να χετε και κει ωραία νησιά όμως, ε;»
«Ε, έχουμε, σίγουρα.»
«Πώς είναι τα πράματα στην Ελλάδα; Εννοώ, ξέρεις, με την οικονομία κι όλ’ αυτά.»
«Ε… πώς να ναι; Κάθε φέτος και χειρότερα.»
«Έτσι ε; Πφφ, τι να πεις; Αυτή η Γερμανία σας έχει διαλύσει.»
«Ναι, ντάξει…»
«Και όχι μόνο εσάς. Όλη την Ευρώπη. Ακόμα κι εμείς κρίση έχουμε. Τα τελευταία χρόνια είναι πολύ χειρότερα απ’ ότι παλιότερα. Αλλά εντάξει, τι να κάνεις; Θα περάσει και αυτό. Εμείς εδώ εξάλλου δε θέλουμε πολλά, ζούμε και με τα λίγα. Είμαστε απλοί άνθρωποι.»
«Ναι, το φαντάζομαι…»
Περίμενα να πει κάτι και για τους προβατανθρώπους, κάποιο σχόλιο, κάτι, αλλά δεν έγινε ποτέ, κι εγώ ντρεπόμουνα να τον ρωτήσω. Δε φαινόταν όμως να το κρύβει, να μη θέλει να το πει για να μη δυσφημίσει το νησί του. Απλά δεν του περνούσε καν απ’ το μυαλό ως κάτι αξιοσημείωτο. Γι’ αυτούς η κατάσταση ήταν έτσι εδώ και τόσα χρόνια και δεν τους φαινόταν πια και τόσο περίεργο.
Ο ταξιτζής μου πρότεινε εντωμεταξύ και κάποια μέρη να επισκεφτώ – χωρίς βέβαια να τον έχω ρωτήσει. Κάτι φαγάδικα, κάτι μνημεία, κάτι μπαρς και τέτοια. Κι επίσης ένα ξενοδοχείο, μα του είπα ότι θα κάνω κάμπινγκ και τότε μου πρότεινε ένα οργανωμένο. Τελοσπάντων, φτάσαμε στην παραλία, τον πλήρωσα, κατέβηκα και έφυγε. Στην παραλία είχε λίγους λουόμενους, μα, ευτυχώς, ούτε έναν προβατάνθρωπο. Έστησα τη σκηνή κάπου λίγο απόμερα και την άραξα.

Είχανε περάσει δυο μέρες, χωρίς τίποτα το αξιόλογο πέρα από κάτι βόλτες στην πρωτεύουσα κι ένα χωριουδάκι (συνοδευόμενο από καμιά δεκαριά προβατανθρώπους που χαν συρθεί πάνω μου να μου πουν την ιστορία τους και τελικά να με παρακαλέσουν για ψιλά, χωρίς αποτέλεσμα) κι είχε έρθει επιτέλους η ώρα για ένα σωστό ξενύχτι στη Βίλα Τράνκα. Το βραδάκι λοιπόν φόρεσα τα καλά μου και ξεκίνησα για πόλη. Ήταν περίπου ένα σαραντάλεπτο με τα πόδια, αλλά ντάξει, δεν υπήρχε λόγος να χρυσοπληρώσω όλους τους ταρίφες του νησιού (τρεις-τέσσερις δηλαδή, έστω).
Έφαγα ένα παραδοσιακό φαστφούντ, – ένα πράμα που έμοιαζε με τάκος ψαριού, καλό ήταν – έκανα μια βόλτα στην πόλη μέχρι να μπει για τα καλά η νύχτα, κι έπειτα τράβηξα για το πρώτο τυχαίο μπαρ που βρήκα. Δεν ξέρω αν το χετε κάνει ποτέ, αλλά κατά κανόνα το να πηγαίνεις μόνος σου σε άγνωστο μπαρ, αν είσαι άντρας ειδικά και μάλιστα αντικοινώνας σαν εμένα, είναι απ’ τα πιο καταθλιπτικά πράματα που μπορείς να κάνεις. Κάθεσαι, στη μπάρα αν έχει θέση, παραγγέλνεις, πίνεις, κοζάρεις τους θαμώνες κι ελπίζεις ότι θα έρθει κανας μεθυσμένος να σου μιλήσει ή ότι θα σκάσει κάποια γκόμενα μόνη της να πας να την κεράσεις κανά σφηνάκι. Συνήθως δε συμβαίνει τίποτα απ’ τα δυο. Στην καλύτερη μπορεί να σου πιάσει την κουβέντα ο μπάρμαν, κι αυτό περισσότερο γιατί σε λυπάται που σαι έτσι μόνος παρά γιατί του φάνηκες τυπάκι ενδιαφέρον ή γιατί είναι μεθυσμένος κι έχει όρεξη να γνωρίσει κόσμο. Όχι, ο μπαρμάν μπορεί να πίνει, μα σχεδόν ποτέ δε μεθάει. Γι’ αυτό και η κουβέντα μαζί του μπορεί να είναι εξίσου θλιβερή με τη μοναξιά σου, και συνήθως δεν κρατάει πάνω από δυο λεπτά. Στην περίπτωση μου τουλάχιστον κράτησε λίγο παραπάνω, κι αυτό γιατί πάντα βρίσκεις κάτι να πεις με κάποιον ξένο. Τον ρωτάς από που είναι, πώς είναι η χώρα του, πώς βρέθηκε εδώ κλπ.
Στο τέταρτο μπαρ που πήγα μπήκα αποφασισμένος να πιω μια τελευταία μπύρα και να φύγω για την καβάτζα μου στην παραλία. Έτσι κι αλλιώς, δεν υπήρχαν και πολλά ακόμα μπαρς στην περιοχή, νομίζω μόνο άλλα δυο κι ένα κλαμπ – και σε κλαμπς εγώ δεν πάω. Μα όπως λέει και το κλισέ, η μοίρα παίζει παράξενα παιχνίδια.
Κάθισα στη μπάρα και παρήγγειλα, ο μπάρμαν γέμισε το ποτήρι απ’ το βαρέλι και μου το δωσε. Ήπια μια γουλιά. Γύρισα το κεφάλι μου. Λίγο παραδίπλα στεκόταν μια μικρή παρέα με δυο τύπους και μια κοπελίτσα. Θα ταν πάνω κάτω στην ηλικία μου και οι τρεις τους. Η κοπελίτσα ήταν μια πετίτ, αιθέρια ύπαρξη με υπέροχα κατάμαυρα μαλλιά, αφέλειες, και κάτι μεγάλα, καστανά μάτια. Το δέρμα της ήταν ολόασπρο, μα και πάλι ακτινοβολούσε με μια μεσογειακή τσαχπινιά. Δε μπορώ να περιγράψω ακριβώς τα χαρακτηριστικά των Ισπανίδων, μα σίγουρα θα αναγνώριζα την εθνικότητα της ακόμα κι αν την έβλεπα να περπατάει στην Αθήνα. Φορούσε ένα στενό αμάνικο που σχημάτιζε υπέροχα το στήθος της, κι ένα φαρδύ, γκρι παντελόνι, χιπχοπάδικο στυλ. Την χάζευα αρκετή ώρα, και κάποια στιγμή με πρόσεξε και τα βλέμματα μας συναντήθηκαν και μου σκασε ένα πλατύ χαμόγελο. Πήγα να ανταποδώσω, μα κατάφερα μόνο έναν αμήχανο μορφασμό που δε νομίζω ότι έμοιαζε και τόσο με χαμόγελο, και γύρισα απότομα και ντροπαλά το κεφάλι μου απ’ την άλλη.
Έπινα τη μπύρα αργά, που και που κοιτούσα πάλι προς το μέρος της και την έπιανα καμιά φορά να με κοιτάει κι αυτή, μα δεν τόλμησα να κάνω κίνηση. Η μπύρα σχεδόν τελείωνε κι είχα ήδη βγάλει και μετρούσα τα ψιλά μου να πληρώσω. Ο μπάρμαν ήρθε προς τα μένα χαμογελώντας, αλλά αυτή τη φορά δεν ήταν αυτό το κακό χαμόγελο της λύπησης. Όχι, φαινότανε αυθεντικό. Μου πιασε κουβέντα, με ρώτησε από που ήμουνα.
«Απ’ την Ελλάδα;! Τι λες ρε φίλε; Πρώτη φορά βλέπω Έλληνα στο νησί. Έλα, πάρε άλλη μια μπύρα, κερασμένη από εμένα. ΕΕΕ, ΠΑΙΔΙΑ,» φώναξε στα ισπανικά, «ΑΥΤΟΣ ΕΔΩ Ο ΤΥΠΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΠ’ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ!»
Αμέσως τότε κάμποσοι μεθυσμένοι τρεκλίσανε και ήρθαν προς το μέρος μου, φωνάζοντας και κάνοντας μου ερωτήσεις τη μια μετά την άλλη – μισές στα ισπανικά, μισές στ’ αγγλικά. Προσπαθούσα ν’ απαντάω σ’ όσες μπορούσα, μα τις περισσότερες δεν τις καταλάβαινα καν. Σύντομα πλησίασε και η κοπελίτσα, μαζί με τον έναν τύπο απ’ την παρέα της. Έστρεψα κατευθείαν την προσοχή μου πάνω της και της χαμογέλασα – αυτή τη φορά κανονικά. Δε μου μίλησε αμέσως, ούτε αυτή ούτε ο φίλος της, περίμεναν λίγο να σπάσει ο κλοιός των μεθυσμένων. “ΕΕΕ, ΗΡΕΜΙΑ,” φώναξε ο μπάρμαν, “ΘΑ ΤΟΝ ΠΝΙΞΕΤΕ!” Σύντομα οι περισσότεροι με βαρέθηκαν και γυρίσαν στα τραπέζια τους. Η κοπελίτσα, ο φίλος της και άλλοι δυο άκυροι έμειναν δίπλα μου. Της έδωσα το χέρι μου.
«Αλέξανδρος.»
«Κάρμεν. Κι από δω ο φίλος μου, ο τάδε.»
«Χάρηκα. Κάρμεν, ε; Πολύ πρωτότυπο ισπανικό όνομα.» Χαζογέλασε.
Ο φίλος της μου είπε κάτι που δεν κατάλαβα, κι απάντησα “ναι.”
«Από ποιο μέρος της Ελλάδας είσαι;» με ρώτησε η Κάρμεν.
«Απ’ την Αθήνα. Αλλά η καταγωγή μου είναι από ένα νησί του Αιγαίου. Είμαι κι εγώ νησιώτης, δηλαδή.»
«Αλήθεια; Ποιο;»
«Κάρδαμος λέγεται, στα νότια, κοντά στην Αφρική. Είναι πανέμορφη.»
«Αχ, το πιστεύω! Θα θέλα τόσο πολύ να έρθω στην Ελλάδα!»
«Θα την λάτρευες, είναι υπέροχη χώρα. Ντάξει, η Αθήνα είναι λίγο σκατούπολη εδώ που τα λέμε, αλλά υπάρχουν τόσα άλλα όμορφα μέρη. Όπως η Κάρδαμος. Ντάξει, τραβάει και τα ζόρια της όπως θα χεις ακούσει τελευταία η όλη χώρα, αλλά και πάλι. Είναι πολύ όμορφη… Εσύ, από δω είσαι;»
«Ναι, απ’ τη Βίλα Τράνκα.»
«Και με τι ασχολείσαι, τι κάνεις;»
«Διακοπές!” Χαζογελάσαμε κι οι δυο. “Τελείωσα πριν λίγο καιρό τις σπουδές μου στη Μαδρίτη και επέστρεψα.»
«Τι σπούδαζες;»
«Κοινωνιολογία… Ναι, και τώρα δεν ξέρω. Θέλω να φύγω, να ταξιδέψω, να γνωρίσω τον κόσμο, να γυρίσω όλες τις χώρες.»
«Ουφ, άρα σιγά σιγά πρέπει να ετοιμάζεις βαλίτσες αν θες να προλάβεις…»
Ούτε που κατάλαβα πόση ώρα συζητούσαμε έτσι περί ανέμων και υδάτων, γενικά κι αόριστα, για όνειρα και μέρη και φιλοσοφίες κι όλα τα ωραία. Εντωμεταξύ είχε σκάσει και ο δεύτερος τύπος της παρέας της, μα καθόταν λίγο πιο δίπλα με τον άλλον και τα λέγανε, και που και που σκουντούσανε την Κάρμεν και της λέγανε κάτι στα ισπανικά κι αυτή απαντούσε και γύριζε πάλι προς το μέρος μου. Ήθελα να τη ρωτήσω αν έπαιζε κάτι με κάποιον απ’ τους δυο (ή και τους δυο), αλλά ντρεπόμουν, και στην τελική δεν είχε και καμία σημασία, ήταν σαφές πως μόνο εγώ είχα την προσοχή της.
«Με τα παιδιά θα πάμε σε λίγο στο κλαμπ,» μου είπε σε κάποια φάση. «Θες να ρθεις;» Σφίχτηκα λίγο, μα πώς μπορούσα ν’ αρνηθώ;
«Εντάξει, όποτε θέλετε πάμε.»
Και πήγαμε στο κλαμπ. Μαγκώθηκα όσο να ναι με τα φώτα και τις κακές, δυνατές μουσικές και με τον κόσμο (που ντάξει, εδώ που τα λέμε δεν ήταν και τόσος πολύς). Η Κάρμεν ήθελε να χορέψει, και της έκανα για λίγο το χατήρι και χόρεψα αμήχανα ως συνήθως, μα κάποια στιγμή την πήρα και πήγαμε στο μπαρ. Την κέρασα κάτι σφηνάκια τεκίλα, και μετά με κέρασε κι αυτή. Εντωμεταξύ οι τύποι που τανε μαζί της είχαν σπάσει και μας είχαν αφήσει επιτέλους μόνους. Πιάσαμε λίγο πάλι την κουβέντα, μα με τόση φασαρία εκεί μέσα δε μπορούσα να συγκεντρωθώ, με το ζόρι άκουγα τι μου λεγε. Πήγαμε ξανά να χορέψουμε. Πριν καν το καταλάβω μ’ είχε πιάσει από το χέρι και βγαίναμε έξω από κεινη τη βαβούρα, έξω στους ήσυχους δρόμους της πόλης. Λογικά πηγαίναμε σπίτι της.
Δεν άντεξα, την τράβηξα πάνω μου και κόλλησα τα χείλη μου στα δικά της σαν αφηνιασμένος. Ήθελα να τη ρουφήξω ολόκληρη. Γέλασε, μ’ έσπρωξε λίγο πίσω κι έτρεξε παιχνιδιάρικα μπροστά.
«Περίμενε,» μου είπε, μα δε μπορούσα να περιμένω. Την ήθελα εδώ και τώρα. Περπάτησα γρήγορα πίσω της και την ξανατράβηξα, μα κείνη την ώρα πετάχτηκε ένας προβατάνθρωπος από ένα στενό και μπουσούλησε προς το μέρος μας να ζητιανέψει. Ξαφνιάστηκα και πήρα τα χέρια μου από πάνω της, κι εκείνη έβγαλε και του δωσε ένα ευρώ.
«Εντάξει,» είπα μόλις έφυγε το άσχημο πλάσμα, «θα περιμένω.»
Φτάσαμε στο σπίτι της, άνοιξε την πόρτα και με το που μπήκαμε την άρπαξα και την κόλλησα στον τοίχο.
«Σςςς,» έκανε, «κοιμούνται οι γονείς μου.»
Πήγαμε στο δωμάτιο της, και τώρα δε μπορούσε να μου ξεφύγει. Την έπιασα, τη φίλησα, με τράβηξε και πέσαμε στο κρεβάτι. Φιλιόμασταν για ώρα, χάιδευα το κορμί της απαλά και προσεχτικά έκανα να ξεκουμπώσω το παντελόνι της.
«Κάτσε;» έκανε και με απώθησε ελαφρά. Το βλέμμα της σοβάρεψε.
«Τι τώρα;»
«Πρέπει να σου πω κάτι.» Την κοίταξα απορημένος. Μετά άρχισα να καταλαβαίνω.
«Κάτι παίζει με κάποιον από κείνους τους τύπους, έτσι;»
«Όχι, όχι, δεν είναι αυτό, τα παιδιά είναι απλά φίλοι μου.»
«Αλλά;»
«Αλλά… να…»
«Πές το!»
«Είμαι αλτερνάτε.»
«Τι είσαι;»
«Να… μεταλλαγμένη.»
Ένιωσα λες και μου έπεσε μια μπάλα του μπόουλινγκ στο κεφάλι.
«Θες να πεις ότι είσαι…»
«Ναι.»
«Είσαι δηλαδή…»
«Αχά.»
«Προβατάνθρωπος;»
«Μη με λες έτσι!»
«Όχι, συγγνώμη, δεν το ήθελα. Μα… Μα πώς; Αφού φαίνεσαι…» έψαξα να βρω τη σωστή λέξη. Δεν τη βρήκα. «Φαίνεσαι κανονική.»
«Είμαι κανονική!»
«Σε παρακαλώ, κατάλαβες τι θέλω να πω.»
«Δε σου φαίνομαι για κανονική;»
«Μα μου φαίνεσαι, γι’ αυτό είμαι μπερδεμένος.»
«Να, έχω μια ουρίτσα.»
«Ουρίτσα;»
«Ναι.»
«Να δω;»
Γύρισε, κατέβασε λίγο το παντελόνι της και μου έδειξε. Ήταν μια μικρή, άσπρη, φουντωτή ουρά. Πώς σκατά δεν την είχα προσέξει όλο το βράδι; Όσο φαρδύ κι αν είναι ένα παντελόνι, πώς διάολο μπορεί κάποιος να κρύψει μια ουρά; Πάντως, θα μπορούσες να την πεις και γλυκούλα, μα εκείνη τη στιγμή δεν το σκέφτηκα έτσι.
«Κι επίσης,» συνέχισε, «η μια μου πατούσα είναι σαν οπλή.»
Έβγαλε τη μπότα της και τα μπαμπάκια και τους πάτους που τη στηρίζανε στο πόδι, έβγαλε και την κάλτσα και μου έδειξε την οπλή της. Πρέπει να τανε πολύ άβολο να κυκλοφορεί έτσι, μ’ ένα παπούτσι σε μια τέτοια πατούσα-οπλή. Το κοίταγα για κάμποση ώρα, σκαλωμένος. Δεν ήξερα τι να πω.
«Άμα θες μπορείς να φύγεις,» είπε τελικά η Κάρμεν.
Να φύγω; Ήθελα να φύγω; Τι σκατά ήθελα, δεν ξέρω. Κι αν έμενα; Θέλω να πω… Ήμουν αρκετά μεθυσμένος (και αρκετά αγάμητος) ώστε να μη με νοιάζει και τόσο. Όχι, ντάξει, με ένοιαζε. Το μυαλό μου είχε κολλήσει στην οπλή και την ουρά της και δε μπορούσα να αρθρώσω λέξη. Θεέ μου, πώς ήταν δυνατόν; Η Κάρμεν είχε σχεδόν αρχίσει να βουρκώνει. Λογικό, την κοιτούσα λες και έβλεπα κάποιο τέρας.
«Εντάξει,» είπε, «φύγε, άντε!»
Και τότε την άρπαξα και πάλι και την ξαναφίλησα.
«Δε γαμιέται, είσαι πανέμορφη όπως και να χει.»
Άρχισα να τη χαϊδεύω πάλι, μα ασυναίσθητα το χέρι μου έπεσε πάνω στην ουρά της. Πετάχτηκα, χωρίς να το θέλω, πίσω.
«Απλά, να…» είπα προσπαθώντας να καλύψω την αμηχανία μου. «Εεε, έχεις ξαναπάει με… με…»
«Με ‘κανονικό’;»
«Ναι.»
«Ναι, έχω ξαναπάει.»
«Και…»
«Μη φοβάσαι, δε θα πάθεις τίποτα.» Ξεροκατάπια. Θυμήθηκα πως δεν είχα μαζί μου καπότες.
«Δεν έχω προφυλακτικό.»
«Δεν έχεις;»
«Όχι… και ξέρεις, να…»
«Εντάξει, κατάλαβα.»
«Όχι, άκουσε με, προσπάθησε λίγο να καταλάβεις τη θέση μου, πως νιώθω εγώ τώρα, τόσο μπερδεμένος.»
«Καταλαβαίνω σου λέω.»
«Πάω ν’ αγοράσω.»
«Δεν υπάρχει τίποτα ανοιχτό τέτοια ώρα.»
«Τίποτα;»
«Τίποτα.»
Τι επιλογές είχα; Τι να έκανα; Χωρίς προφυλακτικό; Όχι, αγάμητος μεν, αλλά δε μπορούσα να διανοηθώ καν να πάρω τέτοιο ρίσκο. Δεν υπήρχε περίπτωση.
«Άκου,» είπα τελικά. «Χρειάζομαι λίγο χρόνο. Δε μπορώ να το κάνω χωρίς προφυλακτικό.»
«Εντάξει, καταλαβαίνω. Εξάλλου, έχεις δίκιο.»
«Αύριο.»
«Αύριο;»
«Ναι, αύριο. Αύριο το βράδι θα συναντηθούμε πάλι εδώ, στην πόλη. Θα πάμε για μερικές μπύρες, χαλαρά, και μετά θα ρθουμε πάλι σπίτι σου. Πες μου το κινητό σου.»
Το γραψα και της έκανα αναπάντητη.
«Θα φύγω τώρα.»
«Εντάξει.»
«Αύριο θα σε πάρω.»
«Καλά.»
«Αλήθεια λέω.»
«Εντάξει. Αύριο;»
«Ναι, αύριο βραδάκι.»
«Εντάξει.»
«Γειά.»
«Γειά.»
Έφυγα και κίνησα για την παραλία μου. Περπατούσα και σκεφτόμουνα όλα αυτά που είχα ακούσει, όλα αυτά που είχα δει. Τι παράξενη κι ετούτη η βραδιά. Ένιωθα απορημένος, μπερδεμένος, κουρασμένος, μεθυσμένος. Ένα ψυχολογικό και σωματικό ράκος. Θεέ μου, κι ήταν τόσο όμορφη! Τόσο όμορφη ρε πούστη μου.
Κατάφερα κι έφτασα αλώβητος μέσα απ’ τα σκοτάδια στην παραλία και τη σκηνή μου. Μπήκα μέσα και ξάπλωσα, και ξαφνικά, ενώ οι ίδιες σκέψεις περνούσαν και ξαναπερνούσαν από το μυαλό μου, συνειδητοποίησα ότι έλειπε ο σάκος μου. Πετάχτηκα όρθιος κι έριξα λίγο φως με το φακό του κινητού μου. Ω ναι, ο σάκος έλλειπε, και μαζί του και όλα τα ρούχα που χα φέρει, τα τετράδια μου, τα βιβλία μου και κάμποσα χρήματα. Τουλάχιστον είχα προνοήσει και είχα καβατζώσει αρκετά στην τσέπη του παντελονιού μου, αρκετά για να βγάλω το φαγητό μου και μερικά πιοτά ακόμα, και δεν τα χα χάσει όλα – κι επίσης είχα μαζί μου και το διαβατήριο. Όλα τ’ άλλα μου τα πήρανε. Δε μπορούσα να το σκέφτομαι κι αυτό, δεν είχα τις αντοχές. Ξάπλωσα πάλι μέσα στον υπνόσακο, έκλεισα τα μάτια και κάποια στιγμή κοιμήθηκα.
Το πρωί όταν ξύπνησα, χαλέος ακόμα από το χθεσινό μεθύσι, βρήκα πάνω στον πάτο της σκηνής κάτι σγουρές άσπρες τρίχες. Τι σκατά θα τα κάναν τόσα ρούχα αυτοί οι προβατόμορφοι μπάσταρδοι;

Δυο μέρες αργότερα γυρνούσα Αθήνα. Δεν περίμενα ότι θα το πω – όχι τόσο σύντομα τουλάχιστον – μα μου χε λείψει. Απλά ήθελα να γυρίσω σπίτι και να τα ξεχάσω όλα. Αυτό το νησί ήταν μια σκέτη φρίκη και δεν ήταν τυχαίο που δεν πατούσε άνθρωπος. Τουλάχιστον γάμησα…

σκίτσο: Sheep Back View, Henry Moore

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s