Πώς επέστρεψαν τα κοπάδια απ’ τα βοσκοτόπια τους. (Φώντας Φ.)

Ήταν ακόμα μια άσχημη μέρα για τον Φρόγκι, ετών 25 μεσήλικας Νεάντερνταλ που κατοικούσε σε μια σπηλιά στην κεντρική Ευρώπη μαζί με την οικογένεια του που αποτελούταν από αυτόν, την γυναίκα του Χμα και τις δυο του κορούλες Χαλά και Ιώ.

Ο Φρόγκι ήταν ένας άνθρωπος, όσο άνθρωποι τέλος πάντων ήταν οι Νεάντερνταλ, πολύ κουρασμένος. Είχε δουλέψει σκληρά για να κερδίσει αυτή τη σπηλιά απ’ τα αγρίμια που την κατοικούσαν πριν από αυτόν κι όταν τέλος πάντων τα εξόντωσε και έφτιαξε απ’ το δέρμα τους πολύτιμα ρούχα για τους χειμώνες που μέλλονταν να ‘ρθουν, αποφάσισε να στήσει οικογένεια. Αυτό δεν ήταν βέβαια τόσο απλό. Στην εποχή των μακρινών προγόνων του, όπως του είχε εξιστορήσει ο πατέρας του, χτυπώντας τον παράλληλα με ένα μεγάλο κόκκαλο για να του μάθει να φτιάχνει πήλινα αγγεία, κάπου στο 100.000 προ Χριστού (κανείς δεν ήξερε τι ήταν αυτός ο Χριστός αλλά όλοι τον περιμένανε για κάποιο λόγο) οι γυναίκες ήταν άφθονες, όπως τα χορτάρια στο χώμα και το σεξ ήταν τόσο εύκολο σα να πίνει κανείς νερό.

«Θα ξανάρθουν αυτές οι εποχές μπαμπά;» είχε ρωτήσει ο Φρόγκι τον πατέρα του.
«Ίσως στο μέλλον αγόρι μου, όταν παραδειγματιστεί κάποιος απ’ τους προγόνους μας!»
«Μα γιατί δε το κάνουμε εμείς που τα έχουμε και πιο πρόσφατα;»
«Γιατί πρέπει να περάσουμε πρώτα το στάδιο της δουλείας, της δουλοκτησίας και κυρίως γιατί δεν καίγομαι κιόλας. Έχουμε ήδη τη μάνα σου να πηδάω και να καθαρίζει τη σπηλιά, τράβα να βγάλεις έξω τις γίδες να βοσκήσουν τώρα!»

Ο Φρόγκι λοιπόν που δεν έλαβε σωστή διαπαιδαγώγηση απ’ τη σπηλιά του ως προς το πώς να προσεγγίζει το άλλο φύλο, είχε θέμα να βρει σύζυγο. Ένα άλλο πρόβλημα ήταν η γενικότερη μείωση του γυναικείου πληθυσμού. Νοτίως της κεντρικής Ευρώπης είχε κάνει την εμφάνιση του ένα νέο είδος νοήμον πιθήκου, ο λεγόμενος και «Χόμο-Σάπιενς». Οι Σάπιενς, αν και έμοιαζαν πολύ με τους πιθήκους της ράτσας του Φρόγκι ήταν πιο μικρόσωμοι, λιγότεροι μαλλιαροί και για να πατσίσουν για την έλλειψη αρρενωπότητας τους, πιο έξυπνοι. Επειδή καμιά γυναίκα ποτέ δεν θα τους ακολουθούσε μονάχα επειδή ήταν έξυπνοι, έκαναν επιθέσεις συνέχεια στους πληθυσμούς των Νεάντερταλ και απήγαγαν τα θηλυκά. Έτσι οι διαθέσιμες παρτενέρ είχαν μειωθεί πολύ και δεν έφταναν για όλους τους “συνανθρώπους” του Φρόγκι με αποτέλεσμα το ζευγάρωμα να εξελιχθεί σε ένα παιχνίδι τύπου «μουσικές καρέκλες».

Συνήθως ο Φρόγκι έχανε.

Έτσι τα πρώτα χρόνια της εφηβικής του ζωής είχαν κυλήσει πολύ μοναχικά. Όταν όμως μεγάλωσε αρκετά και βαρέθηκε να φροντίζει τις γίδες της οικογένειας, αποφάσισε να ζήσει μόνος του και να μαζέψει το δικό του κοπάδι. Κάθε μέρα ξεκίναγε με το πρώτο φως του ηλίου και οδηγούσε τις γίδες στο πιο κοντινό βοσκοτόπι. Το δειλινό τις οδηγούσε πίσω στη σπηλιά όπου κοιμόντουσαν όλοι μαζί.

Έπειτα γνώρισε την Χμα.

Η Χμα ήταν μια Νεαντερνταλίνα λίγο μικρότερη του Φρόγκι και αρκετά πιο όμορφη από αυτόν. Ήταν 13 χρονών όταν παντρεύτηκαν ενώ εκείνος στην ώριμη ηλικία των 15. Το ίδιο έτος απέκτησαν την πρώτη τους κόρη την Χαλά και τον αμέσως επόμενο χρόνο την Ιώ. Η καθημερινότητα του ζευγαριού δεν άλλαξε και πολύ. Η Χμα, συνέχισε τη ζωή που έκανε στη σπηλιά της οικογένεια της, πρόσεχε τα παιδιά, καθάριζε, μαγείρευε και καθώς ο σύζυγος της ήταν αρκετά πιο μαλθακός απ’ τον πατέρα της που τουλάχιστον είχε συμμετάσχει σε πολλές μάχες με τους Χόμο Σάπιενς, γκρίνιαζε ασταμάτητα απ’ το πρωί ως το βράδυ:

«Πάλι βρώμικος είσαι…»
«Είχα βγάλει τις γίδες να βοσκήσουν»
«Όλοι οι άντρες βγάζουν τις γίδες να βοσκήσουν αλλά πηγαίνουν στο ποτάμι να πλυθούν μετά, μόνο εσύ γυρίζεις βρώμικος!»
«Σου έχω εξηγήσει τόσες φορές ότι λερώνομαι επειδή σκάβω στο χώμα…»
«Α, ναι… είχα ξεχάσει αυτή την τρέλα που έχεις, πρέπει να σταματήσεις να το κάνεις, εκτός του ότι λερώνεις τη σπηλιά συνέχεια, μας κουτσομπολεύουν οι γείτονες. Λένε ότι είσαι δαιμονισμένος, ότι έχεις γεννηθεί με αίμα γίδας μέσα σου και άλλα πράγματα που δε θέλω να πιστέψω για σένα Φρόγκι…»
«Οι γείτονες είναι ηλίθιοι, θα έπρεπε να με ευχαριστούν γι’ αυτό που κάνω!»
«Πού κλέβεις τους νεκρούς κάθε οικογένειας όποτε δε σε βλέπουν;»
«ΜΑ ΤΟΥΣ ΤΡΩΝΕ! ΤΟΥΣ ΤΡΩΝΕ!» ούρλιαξε τώρα ο Φρόγκι με ειλικρινή αγανάκτηση στα μάτια του.
«Και εσένα τι σε νοιάζει;» ρώτησε η Χμα «Δεν είναι δική σου δουλειά, σταμάτα να ανακατεύεσαι. Κι έπειτα τι άλλο να κάνανε; Χιλιάδες χρόνια τώρα τρώμε τους νεκρούς μας, τι πιο λογικό; Γιατί να πάει χαμένο το κρέας όταν μπορεί να θρέψει τόσα στόματα;»
«Να κάτι τέτοια με κάνουν να σιχαίνομαι το είδος μας» είπε με στόμφο ο Φρόγκι «Ώρες ώρες σκέφτομαι μήπως έχουν δίκιο οι Χόμο-Σάπιενς που μας λένε τέρατα, μα όπως και να ‘χει είναι απαράδεχτο να τρως αυτούς που έζησες μαζί τόσα πράγματα, θα μπορούσες δηλαδή να με φας όταν πεθάνω;»
«Με τίποτα, μου αρκεί που σε τρώω στη μάπα όσο ζεις!» είπε νευριασμένη η Χμα και συνέχισε «Και για να τελειώνουμε με αυτή την ιστορία, συνέχισε να κάνεις τα παιχνιδάκια σου, αρκεί να μην κινδυνεύσουν τα παιδιά, η σπηλιά και οι γίδες μας. Κατά τα άλλα κλέβε όσα πτώματα θες και συνέχιζε να τα θάβεις πίσω από αυτόν τον λόφο που έχεις βρει και να καρφώνεις πάνω απ’ τους λάκκους που σκάβεις αυτά τα κλαδάκια που ανάθεμα κι αν ξέρει κανείς τι σημαίνουν…»
«Εντάξει…» έκανε δειλά ο Φρόγκι κι σηκώθηκε να φύγει.
«Πάντως!» είπε η Χμα «Μη νομίζεις πως δεν ξέρω ποιος σου έχει βάλει αυτές τις ιδέες στο κεφάλι, σε έχω δει πως την κοιτάς…σιγά που είχες εσύ “μεταφυσικές ανησυχίες” και τι σημαίνει τέλος πάντων μεταφυσικές ανησυχίες;»

Ο Φρόγκι κοκκίνισε σαν παντζάρι και βγήκε έξω απ’ τη σπηλιά.
Ήταν η ώρα να βοσκήσουν οι γίδες.

Προτού προλάβει να τις μαζέψει όλες, ήδη η μία του κορούλα είχε έρθει από κοντά κι είχε αρχίσει να κλαίει και να παρακαλάει τον πατέρα της να την πάρει μαζί του. Μην αντέχοντας τα ουρλιαχτά της μικρής ο Φρόγκι συναίνεσε.

«Εντάξει Χαλά, αλλά μόνο για σήμερα, εντάξει;»
«Νι!» απάντησε εκείνη χαρούμενη και αγκάλιασε τον πατέρα της.

Ο Φρόγκι ξεκίνησε μαζί με την Χαλά και το κοπάδι για τα βοσκοτόπια, μαζί την ίδια ώρα ξεκινούσαν και οι υπόλοιποι άντρες Νεάντερταλ που έβγαζαν τις δικές τους γίδες. Ο ήλιος φώτιζε για τα καλά την κεντρική Ευρώπη. Υπήρχε φαγητό για όλους κι όλοι έμοιαζαν χαρούμενοι.

«Θα είναι ωραία χρόνια φέτος ε;» ρώτησε κάποιος τον Φρόγκι.
«Πώς πάει η γυναίκα;» ρώτησε άλλος
«Είναι αλήθεια ότι θάβεις τους νεκρούς αντί να τους τρως;» του είπε ψιθυριστά ένα τρίτος.
«Πφ!» σχολίασε μέσα απ’ το δόντια του ο Φρόγκι και πήρε τη Χαλά και απομακρύνθηκαν μαζί με το κοπάδι μακριά απ’ τους υπόλοιπους.

Καθώς η κόρη του έτρεχε μαζί με τις γίδες ο Φρόγκι σκεφτόταν διάφορα, καθόλου ευχάριστα πράγματα. Πρώτα απ’ όλα για τη ζωή του. Ο γάμος του δεν τον ευχαριστούσε ιδιαίτερα, η γυναίκα του και ο ίδιος τσακώνονται διαρκώς και δε συμφωνούσαν ποτέ και σε τίποτα. Αυτή προερχόταν βέβαια από καλή σπηλιά και ο Φρόγκι είχε αναγκαστεί να παλέψει με έναν τεράστιο, τριχωτό Νεάντερταλ για να την κερδίσει. Όλοι το είχαν σίγουρο πως ο Φρόγκι θα πέθαινε τη μέρα της μάχης, αλλά είχε καταφέρει να επικρατήσει του αντιπάλου του, χάρη στη μεγάλη απελπισία που είχε κυριεύσει την ψυχή του εξαιτίας της σιγουριάς του πως ποτέ δε θα βρει θηλυκό. Αυτή η ψυχική κατάσταση νίκησε τους μύες του διπλάσιου σε μέγεθος αντιπάλου του και ο πατέρας της Χμα, έστω και ανόρεχτα έδωσε την κόρη του στον νικητή μεν ελαφρώς ιδιόρρυθμο και εκκεντρικό δε Φρόγκι.

Ο Φρόγκι όμως δεν ήταν ευτυχισμένος. Προσπαθούσε να πείσει τη Χμα να σηκώνονται κάθε πρωί και να στέκονται στην είσοδο της σπηλιάς κοιτώντας τον ήλιο και να μουρμουρίζουν μεγάλες, περίπλοκες λέξεις που εξέφραζαν ευχαριστίες για όσα καλά είχαν γίνει και παρακλήσεις για όσα ήθελαν να συμβούν. Εκείνη το έβρισκε ηλίθιο και προτιμούσε να κοιμάται. Μια μέρα πάλι που ένας αρσενικός Νεάντερταλ ήρθε να διεκδικήσει την Χμα για γυναίκα του, ο Φρόγκι προσπάθησε να αποφύγει τη μάχη:

«Κατά τη γνώμη μου, απ’ τη στιγμή που δυο άνθρωποι είναι μαζί δε θα έπρεπε να μπορούν να είναι και με κάποιον άλλο ή αυτός ο άλλος να αναμειχθεί στο ζευγάρι, παρά μόνο αν και ο διεκδικούμενος του ζευγαριού επιθυμεί να χωρίσει!»

Αυτά τα λόγια ακούστηκαν πολύ περίεργα.

«Δεν καταλαβαίνω» είπε η Χμα «Δεν θα παλέψετε;»
«Ναι!» συμφώνησε και αυτός που την διεκδικούσε «Δεν έβγαλα άκρη με όσα είπες, γιατί δεν το λύνουμε όπως πρέπει, σαν άντρες;»

Ο Φρόγκι τότε είχε ρωτήσει την Χμα αν ήθελε να τον αφήσει για τον άλλον άντρα. Η Χμα ξέσπασε σε λυγμούς.

«Με φοβίζουν αυτά που λες, σταμάτα σε παρακαλώ, μπου-χου-χου» είπε και τα δάκρυα της κυλούσαν σα το Ρήνο ποταμό. «Απλά πολεμήστε μεταξύ σας και θα πάω με τον καλύτερο πολεμιστή, δε μου αρέσουν αυτά που λες, δε μου αρέσουν καθόλου!»

Κι έτσι ο Φρόγκι είχε αναγκαστεί να σκοτώσει τον αντίζηλο του με ένα μαχαίρι που είχε φτιάξει. Σπανίως χρησιμοποιούνταν μαχαίρια ή εργαλεία γενικότερα σε μάχες αλλά ο Φρόγκι το είχε κάνει.

«Δε θα τον φάμε;» είχε ρωτήσει η μία κορούλα του ζεύγους.
«Όχι θα τον θάψουμε, παραλίγο να ήταν ο μπαμπάς σας τώρα» είπε με σεβασμό και ειρωνεία ανάμεικτα ο Φρόγκι.
«Θα ήταν καλύτερος μπαμπάς από εσένα;» ρώτησε η μικρή
«Το πιθανότερο!» είχε απαντήσει κοφτά η μητέρα της.

Αλλά η κύρια αναποδιά για τη ζωή και την ευτυχία του Φρόγκι είχε συμβεί έναν χρόνο πριν, όταν κοντά στις σπηλιές των Νεάντερταλ της Γερμανίας είχε έρθει να μείνει μια γυναίκα, αν ήταν ακριβώς γυναίκα, η οποία αντί για σπηλιά επέλεξε να ζήσει στην κουφάλα ενός χοντρού δέντρου. Πολλοί άντρες της φυλής την επισκέφτηκαν για να ζευγαρώσουν μαζί της και … πράγματι τα κατάφεραν. Αλλά η γυναίκα δεν έλεγε να μείνει έγκυος.

Παραξενεμένος από αυτό ο Φρόγκι είχε πάει να τη γνωρίσει. Η εμφάνιση της του είχε κάνει μεγάλη εντύπωση ήταν πολύ ψηλή, πιο ψηλή απ’ τους περισσότερους άντρες, είχε καθαρό πρόσωπο με πάρα πολύ κοντά μαύρα μαλλιά που ήταν συνεχώς βρεγμένα. Κατά τα αλλά έμοιαζε να μην έχει πλυθεί ποτέ της.

Το πρώτο πράγμα που την είχε δει να κάνει ο Φρόγκι ήταν να κοπανάει ένα μαχαίρι στον κορμό του δέντρου, έπειτα το έκανε ξανά και ξανά. Κατάλαβε έτσι πως η γυναίκα ήξερε να σχεδιάζει. Ο Φρόγκι θεωρούσε τον εαυτό του έξυπνο αλλά δεν ήξερε να σχεδιάζει.

«Θες να γίνεις γυναίκα μου;» της είχε πει, αγνοώντας τελείως το πρωτόκολλο της εποχής. Εκείνη τον κοίταξε καλοσυνάτα κι απάντησε:
«Όχι ρε συ!».

Εκείνος έκανε να φύγει.

«Ωστόσο…» του φώναξε.
«Ναι;» έκανε αυτός με ελπίδα
«Να έρχεσαι με κάθε τέταρτο φεγγάρι να βλέπω αν είσαι καλά, σύμφωνοι;»
«Έχεις πολύ σοβαρό πρόβλημα μου φαίνεται!» είχε πει ο Φρόγκι εκνευρισμένα κι αμέσως είχε φύγει, αν και για κάποια τέταρτα φεγγάρια είχε περάσει απ’ τα μέρη της.

Η γυναίκα αυτή, η τελευταία μάγισσα των Νεάντερταλ της κεντρικής Ευρώπης υπήρξε κι ο μεγάλος έρωτας του Φρόγκι, η σύζυγος του φυσικά που μπορεί να μην είχε κανένα θέμα να τον σφάξει ο κάθε τριχωτός πίθηκος για να την κερδίσει από αυτόν, είχε ζηλέψει και του έκανε τη ζωή κόλαση, τα παιδιά του τον είχαν γραμμένο και οι γίδες δε του πρόσφεραν κανένα εισόδημα και καμία απόλαυση. Τέλος οι προσπάθειες του να πείσει τους άλλους Νεάντερταλ να υιοθετήσουν τις δικές του συνήθειες έπεφταν στο κενό.

«Είμαστε χαμένοι αγάπη μου» είχε πει στη Χμα μια μέρα
«Τι εννοείς, πάλι δε θες να δουλέψεις τεμπέλη;»
«Αγάπη μου, δε το βλέπεις; Έρχονται όλοι αυτοί οι Χόμο Σάπιενς και μας σφάζουν στον ύπνο μας, δεν κάνουμε τίποτα για να αλλάξουμε τις συνήθειες μας, πιστεύουμε ότι είμαστε το κέντρο του κόσμου, οι πιο ισχυροί, πιο δυνατοί, οι καλύτεροι. Αλλά δεν είμαστε. Ξημερώνει ένας κόσμος που δε θα μας χωράει. Θα πεθάνουμε! Θα πουληθούμε σα σκλάβοι! Οι κόρες μας θα βιαστούν! Πρέπει να ξεπεράσουμε την αλαζονεία μας, υπάρχει χρόνος αλλά είναι λιγοστός»
«Είσαι τρελός Φρόγκι, απορώ γιατί δε σε σκοτώνω στον ύπνο σου μερικές φορές…»

Κι έτσι ο Φρόγκι ήταν ένας δυστυχισμένος, απογοητευμένος Νεάντερταλ.

***

Καθώς λοιπόν προχωρούσε με το κοπάδι και την κόρη του την Χαλά, στάθηκαν για λίγο να ξαποστάσουν στην ανατολική πλευρά ενός ποταμού όπου θα ήταν μόνοι τους. Η μικρή έτρεξε να παίξει μακριά απ’ την επίβλεψη του πατέρα της και αυτός ξάπλωσε στο μαλακό χορτάρι.

Τότε συνέβη.

Πρώτα μια μεγάλη σκιά στάθηκε πάνω απ’ τον Φρόγκι. Αυτός δεν έδωσε σημασία, φαντάστηκε πως ήταν απλά ένα σύννεφο. Έπειτα λούστηκε ξανά στο φως «Ευτυχώς όλα καλά!» σκέφτηκε με το αθώο του μυαλό. Τότε ακούστηκε ένα ισχυρό βουητό μες το κεφάλι του Φρόγκι.

Για λίγο όλα σκοτείνιασαν.

Έπειτα ο Φρόγκι μπόρεσε να ανοίξει τα μάτια του. Η κορούλα του ήταν δίπλα, τυλιγμένη πάνω του κι απέναντι τους, εκτός απ’ τις γίδες, ήταν και τρεις καινούργιες φιγούρες.

Καθόλου συνηθισμένες.

Οι τρεις φιγούρες με τις κόκκινες φορεσιές που προέρχονταν προφανώς από το δέρμα κάποιου ακαθόριστο ζώου πλησίασαν διερευνητικά αλλά ευδιάθετα τα δύο μέλη της αξιαγάπητης αυτής οικογένειας Νεάντερταλ.

«Συγνώμη είστε όντως άνθρωποι των σπηλαίων;» ρώτησε ο ένας
«ΟΥΑΟΥ! Πρόσεξε Τζεφ, θα τους τρομάξεις και θα φύγουν!» είπε ο δεύτερος
«Προσοχή! Μπορεί να έχουν μικρόβια» πρόσθεσε ο τρίτος.
«Συγνώμη ποιοι είστε; Τι είστε;» ρώτησε ο Φρόγκι
«Εχμ» είπε ο πρώτος, καθάρισε το λαιμό του και έπειτα συνέχισε «Γεια σας αγαπητέ μου, ονομάζομαι Τζεφ, έρχομαι από… δεν έχει σημασία το από πού έρχομαι βασικά, είναι από έναν πολύ μακρινό γαλαξία, δε θα καταλαβαίνατε»
«Δεν ξέρω τι είναι αυτός ο γαλαξίας. Πείτε μου γρήγορα τι θέλετε, τρομάζετε τη μικρή μου κόρη»
«Καλέ μου κύριε, δεν έχουμε τίποτα εναντίον σας, σεβόμαστε πολύ τους πρωτόγονους, θα σας κάνουμε μερικές ερωτήσεις και στο τέλος θα σας δώσουμε την ευκαιρία να κερδίσετε ένα μικρό δώρο. Έπειτα θα φύγουμε, σύμφωνοι;»
«Σύμφωνοι…» είπε διστακτικά ο Φρόγκι.
«Ωραία!» είπε αμέσως ο τρίτος εξωγήινος και έβγαλε έναν υπολογιστή για να κρατάει σημειώσεις. «Πείτε μου αγαπητέ μου, έχετε ιδιοκτησία;»
«Δεν ξέρω τι είναι αυτό»
«Να ανήκει κάτι σε εσάς, μόνο σε εσάς και να μπορείτε να το δώσετε σε κάποιον άλλο μόνο εσείς…»
«Έχω τη σπηλιά, τις γίδες μου, τα εργαλεία μου και τη γυναίκα μου… αλλά αν τα χρειαστεί κάποιος ή τα διεκδικήσει μπορεί να τα πάρει, ειδικά όταν δεν πρόκειται για γυναίκες μοιραζόμαστε τα πράγματα μας»
«Τα παιδιά σας θα κληρονομήσουν τη σπηλιά και τα εργαλεία σας;»
«Αν θέλουν να πάρουν τα εργαλεία μου ναι, αλλά το πιο πιθανό είναι να ψάξουν να βρουν δική τους σπηλιά, τις γίδες θα τις μοιράσω μισές μισές»
«Τι χρειάζεστε τόσες γίδες αν δεν έχετε ιδιοκτησία;»
«Τις γίδες δεν τις έχουμε ακριβώς δικές μας, καθένας έχει το κοπάδι του αλλά στο τέλος τα κοπάδια ζούνε όλα μαζί και όλοι πίνουμε απ’ το γάλα της γίδας του άλλου ή τρώμε απ’ το κρέας της, απλά ο καθένας φροντίζει αυτές που του αναλογούν».
«Θαυμάσια, θαυμάσια… εξαιρετικά. Έχετε γυναίκα;»
«Όσο να ‘ναι»
«Την αγαπάτε;»
«Όσο να ‘ναι»
«Αγαπάτε κάποια άλλη γυναίκα;»
«Θέλετε να απαντήσω για τρίτη φορά το ίδιο πράγμα;»
«Όχι εντάξει κύριε…»
«Φρόγκι!»
«Εντάξει κύριε Φρόγκι, νομίζω πως τελειώσαμε, περιμένετε λίγο».

Ο Φρόγκι κάθισε στη γωνία ενώ οι εξωγήινοι σιγομουρμούριζαν μεταξύ τους. Έπειτα ο πρώτος εξωγήινος, ο Τζεφ, γύρισε στον Φρόγκι.

«Όπως καταλαβαίνω, μπορεί να μην έχετε ιδιοκτησία αλλά απ’ την άλλη τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας σας δεν έχουν κανένα λόγο για τη ζωή τους, εσείς ως ο πατριάρχης της οικογένειας δίνετε τις διαταγές, σωστά;»
«Θεωρητικά…»
«Επίσης έχετε καταλάβει μέχρι τώρα πως ιδιοκτησία σημαίνει να έχεις δικό σου ένα αντικείμενο και να μπορείς να το ανταλλάξεις για ένα άλλο αντικείμενο; Αυτό είναι η ανταλλαγή προϊόντων ή αντικειμένων πιο απλά, το εμπόριο»
«Νομίζω πως κατάλαβα, αλλά όπως σας είπα δεν έχω καθόλου… προϊόντα»
«Εμείς όμως κύριε Φρόγκι έχουμε να σας δώσουμε ένα!» είπε χαμογελαστά ο Τζεφ και άνοιξε το χέρι του αποκαλύπτοντας μια σιδερένια σφαίρα με ένα κόκκινο κουμπί πάνω της. «Είναι απλό και πρακτικό αν και παίζει μόνο ένα τραγούδι, πατήστε αυτό το κόκκινο που προεξέχει κύριε Φρόγκι!»
«Τι όμορφο χρώμα!» σχολίασε ο Φρόγκι και το πάτησε. Απ’ τη σφαίρα ακούστηκε αμέσως μια σαγηνευτική μελωδία που τη συνόδευαν οι παρακάτω στίχοι:

Όταν η νύχτα προχωρά, σε συλλογίζομαι.
Μόλις εσένανε σκεφτώ παραλογίζομαι.

Και θέλω να ’ρθω να σ’ αρπάξω από τον Έλιοτ
να τον ρωτήσω με τα μάτια δακρυσμένα
με ποιο δικαίωμα σε πήρε από μένα
και ποια θυσία, ποια θυσία έχει κάνει ο Τ.Σ. Έλιοτ για σένα.

Όταν η νύχτα προχωρά, για σένα καίγομαι.
Ξέρω πως ο άλλος σε κρατά, κι εγώ τρελαίνομαι.

Και θέλω να ’ρθω να σ’ αρπάξω από τον Έλιοτ
να τον ρωτήσω με τα μάτια δακρυσμένα
με ποιο δικαίωμα σε πήρε από μένα
και ποια θυσία, ποια θυσία έχει κάνει ο Τ.Σ. Έλιοτ για σένα.

«Υπέροχο!» είπε ο Φρόγκι συγκλονισμένος «Δεν έχω ακούσει ποτέ κάτι τόσο όμορφο στη ζωή μου»
«Είναι όντως πολύ ωραίο» είπε συγκαταβατικά ο Τζεφ «Κύριε Φρόγκι, λυπάμαι που δε μπορώ να σας δώσω και ένα ποίημα του Έλιοτ αλλά φοβάμαι πως αυτό θα περιέπλεκε πολύ τα πράγματα…»
«Τι εννοείτε, ποιο ποίημα; Τι είναι ποίημα;»
«Δεν έχει σημασία… λοιπόν σας αρέσει αυτή η σφαίρα που βγάζει αυτόν τον όμορφο ήχο κύριε Φρόγκι;» ρώτησε ο Τζεφ.

Ο Φρόγκι το σκέφτηκε. Μια τόσο όμορφη μελωδία θα μπορούσε κυριολεκτικά να αλλάξει τον κόσμο, να πείσει τους άλλους Νεάντερταλ να αλλάξουν συνήθειες, τη γυναίκα του να γίνει πιο ευγενική μαζί του, τα παιδιά του να τον σέβονται και άλλα πολλά πράγματα. Αλλά κυρίως κάτι τέτοιο θα μπορούσε επιτέλους να κερδίσει την καρδιά της μάγισσας. Αν της το έκανε δώρο; Ναι αυτό ήταν. Έτσι θα έφευγαν οι δυο τους μαζί, μακριά από τα υπόλοιπα βάρβαρα κτήνη που ούτε μια προσευχή το πρωί δεν ήξεραν να κάνουν.

«Μου αρέσει πάρα πολύ…» ψέλλισε.
«Και μπορεί να γίνει δικό σας» χαμογέλασε ο Τζεφ «Αν μας δώσετε κι εσείς κάτι, θυμάστε όσα είπα για το εμπόριο, θα ανταλλάξουμε ένα προϊόν με ένα άλλο προϊόν»
«Μα δεν έχω τίποτα» έκανε απογοητευμένος ο Φρόγκι
«Έχετε κύριε Φρόγκι, έχετε. Την οικογένεια σας»
«Και συγκεκριμένα την μικρούλα από εδώ!» πετάχτηκε ο τρίτος ερευνητής
«Ανταλλάζουμε τη σφαίρα που παίζει αυτή τη μελωδία με την κόρη σας!»
«Την κόρη μου;» έκανε απορημένος ο Φρόγκι και κοίταξε την Χαλά, την μικρή κορούλα του.
«Όχι μπαμπά δεν θέλω να πάω μαζί τους!» τσίριξε αυτή.
«Τα παιδιά σας ανήκουν!» υπενθύμισε ο Τζεφ.

Ο Φρόγκι κοίταξε απορημένος το κενό. Ποιος να ήταν άραγε ο Έλιοτ;

«Εντάξει» ψέλλισε
«Είμαστε σύμφωνοι;» ρώτησε ο Τζεφ
«ΜΠΑΜΠΑ!» ούρλιαξε η μικρή
«Φυσικά, ανταλλάζω την Χαλά για αυτό εδώ το πράγμα που βγάζει τον ήχο που άκουσα πριν!»
«Τέλεια!» είπε ο Τζεφ και αμέσως μια λάμψη φώτισε τα πάντα. Για λίγο το μόνο που ακουγόταν ήταν οι λυγμοί της μικρής Χαλάς. Έπειτα ο Φρόγκι άνοιξε τα μάτια του. Οι επισκέπτες τους είχαν εξαφανιστεί μαζί με την κόρη του αλλά η σφαίρα που του είχαν υποσχεθεί είχε μείνει εκεί. Την δοκίμασε και δούλευε κανονικά. Το τραγούδι ήταν υπέροχο όπως πάντα και η ανάμνηση του παιδιού του, που έκλαιγε και τον παρακαλούσε να μην το ανταλλάξει για ένα άψυχο αντικείμενο ούτε στο ελάχιστο δεν τον ενοχλούσε.

Είχαν όλα τελειώσει.

Άρχισε, χαρούμενος για πρώτη φορά στην ζωή του, να μαζεύει τις γίδες για να τις γυρίσει στη σπηλιά. Το ίδιο έκαναν την ίδια ώρα, σε διαφορετικά μέρη της περιοχής και οι υπόλοιποι Νεάντερταλ που ανυπομονούσαν να γυρίσουν στις γυναίκες τους και σε ένα πήλινο πιάτο με καλό φαγητό. Έτσι ήταν όλοι τους ευτυχισμένοι, χωρίς να καταλαβαίνουν πως το είδος τους σιγά παρήκμαζε και έφτανε στο τέλος του. Λίγες δεκάδες χιλιάδες χρόνια έπειτα, οι Χόμο Σάπιενς θα είχαν σκοτώσει τους περισσότερους από αυτούς, ενώ οι ελάχιστοι, μονάχα θηλυκού γένους, που θα επιβίωναν θα βιάζονταν με αποτέλεσμα να κληροδοτήσουν το ελάχιστο ποσοστό από dna Νεάντερταλ που έχει ο άνθρωπος του 21ο αιώνα. Και μπορεί ο Χόμο Σάπιενς, δηλαδή εμείς, να ξεκίνησε την ιστορία του σε αυτό τον πλανήτη με έναν μαζικό βιασμό και με μια ακόμα πιο μαζική γενοκτονία, πάντως όσον αφορά την ιστορία που διηθηθήκαμε εδώ, υπό τους ήχους μιας μελωδίας που δεν είχε ξανακουστεί στην κεντρική Ευρώπη, μια μελωδία που κόστισε την ανταλλαγή ενός προϊόντος με ένα άλλο προϊόν, τα κοπάδια επέστρεψαν απ’ τα βοσκοτόπια τους.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s