Ηθική Κατάπτωσις (Αλέξανδρος Οικονομίδης)

Η ώρα έχει φτάσει πέντε το απόγευμα. Ακόμα μία εργάσιμη μέρα έφτασε στο τέλος της. Μαζεύω τα πράγματά μου και φεύγω από το γραφείο. Με το που βγαίνω από το μεγαλοπρεπές κτήριο της πολυεθνικής εταιρίας που αναγνώρισε στο πρόσωπό μου έναν άξιο συνεργάτη, νιώθω το κινητό μου τηλέφωνο να δονείται. Βλέπω στην οθόνη το όνομα που άλλαξε την ζωή μου προς το καλύτερο. Χωρίς να καθυστερήσω, απαντάω στην κλήση.

«Ελεφαντάκο μου, δεν θα προλάβω να περάσω από το αεροδρόμιο να παραλάβω τους φίλους σου. Έχω πολύ δουλειά στο μαγαζί. Έχουν έρθει κάτι παιδιά από τον σύνδεσμο της ομάδας και θέλουν να τους εξυπηρετήσω τώρα. Μπορείς να πας εσύ;».

«Φυσικά, παντσεράκι μου, μην ανησυχείς. Θα πάω εγώ. Φιλιά. Σε αγαπώ!».

Αυτό το όνομα ήταν το εξής: «Ελισάβετ»! Η Ελισάβετ είναι η μέλλουσα γυναίκα μου. Εγώ την φωνάζω «παντσεράκι μου» κι αυτή με φωνάζει «ελεφαντάκι μου», εμπνευσμένοι από τα γερμανικά τεθωρακισμένα του Δεύτερου παγκοσμίου πολέμου, Panzer και Elefant. Φυσικά και δεν υιοθετούμε την ναζιστική ιδεολογία (μακριά από εμάς τα άκρα), αλλά, όπως κάθε άνθρωπος με φιλοδοξίες και ικανότητες, δεν μπορούσαμε παρά να μαγευτούμε από το μεγαλείο που ενέπνεε η Γερμανία του Β’ παγκοσμίου πολέμου.

Την Ελισάβετ την είχα γνωρίσει πριν από δύο χρόνια, σε ένα από τα πολυάριθμα επαγγελματικά ταξίδια που έκανα με την προηγούμενη πολυεθνική εταιρία που είχε αναγνωρίσει στο πρόσωπό μου έναν άξιο συνεργάτη. Εγώ μόνιμος κάτοικος Αθήνας, αυτή μόνιμη κάτοικος Μπρατισλάβας. Κι όμως, ο έρωτας μας έμεινε δυνατός παρά την απόσταση. Έτσι, πήρα την απόφαση πριν από μερικούς μήνες να βρω δουλειά στην Μπρατισλάβα, για να ζήσω μαζί με την γυναίκα της ζωής μου. Φυσικά, ένας άνθρωπος με τα προσόντα μου και την δική μου διάθεση για δουλειά, δεν θα δυσκολευόταν να βρει μια καλοπληρωμένη θέση εργασίας. Έτσι, τους τελευταίους τέσσερις μήνες συζώ με την Ελισάβετ σε ένα πολύ ωραίο διαμέρισμα κοντά στο κέντρο της Μπρατισλάβας. Το σπίτι δεν έχει κάτι το ιδιαίτερο. Είναι, όμως, ένα σπίτι φτιαγμένο με το μεράκι και την όρεξη για δουλειά δύο ανθρώπων που βγάζουν το ψωμί τους μόνοι τους, χωρίς να τους γεμίζει το πορτοφόλι η μαμά και η γιαγιά.

Η Ελισάβετ έχει ένα δικό της μαγαζί που κάνει τατουάζ. Κατά κύριο λόγο, οι πελάτες της ήταν είτε μέλη της νεολαίας του πατριωτικού κόμματος «Η Σλοβακία μας», είτε μέλη του συνδέσμου της Σλόβαν Μπρατισλάβας (της μεγαλύτερης ποδοσφαιρικής ομάδας της χώρας), είτε άτομα που συνδυάζουν και τις δύο αυτές ιδιότητες. Κάποιοι αδαείς κατηγορούν τα μέλη του συνδέσμου ότι είναι νεοναζί κι ότι είναι οι χειρότεροι οπαδοί της Ευρώπης, μαζί με αυτούς της Λέγκια Βαρσοβίας. Προσωπικά δεν παρακολουθώ ποδόσφαιρο, θεωρώ πως αυτά είναι μόνο για κάτι φοιτητές και για κάτι αργόσχολους. Όμως, δεν μπορώ να μην θαυμάζω το πάθος και τον πατριωτισμό αυτών των παιδιών της Σλόβαν.

Σήμερα θα ερχόντουσαν από την Αθήνα για να με δουν δύο φίλοι μου, ο Ντομούζ και ο Καλιγούλας, με σκοπό να κάτσουν μία βδομάδα. Εννοείται πως, ως καλός οικοδεσπότης, τους κάλεσα να μείνουν στο σπίτι μου και να μην πάνε σε κάποιο χόστελ (με τι λεφτά θα πήγαιναν, άλλωστε;). Είχα πει στην Ελισάβετ να πάει να τους πάρει από το αεροδρόμιο, καθώς υπήρχε περίπτωση να μην προλάβω μετά από την δουλειά να πάω μέχρι εκεί. Όμως, δεδομένου πως είχε πολύ δουλειά ακόμα στο μαγαζί, έπρεπε να πάω τρέχοντας. Στην διαδρομή έκανα μια στάση, καθώς τους αγόρασα από δύο εβδομαδιαία εισιτήρια για τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς. Όχι, δεν μου το ζήτησαν αυτοί. Με δική μου πρωτοβουλία τα αγόρασα και, φυσικά, με σκοπό να τους τα κάνω δώρο. Μπορεί αυτά τα 22€ που έδωσα να ήταν 22 μικρές μαχαιριές στα καρδιά μου, αλλά τους λυπήθηκα, καθώς ήταν άνεργοι. Περισσότερο, όμως, το έκανα γιατί λυπήθηκα τους άμοιρους γονείς τους, οι οποίοι ακόμα τους τρέφουν.

Έφτασα στο αεροδρόμιο περίπου μισή ώρα μετά την προγραμματισμένη άφιξη της πτήσης από Αθήνα. Ευτυχώς, η πτήση τους καθυστέρησε, καθώς, λόγω της ισχυρής χιονόπτωσης που έλαβε χώρα στην Μπρατισλάβα, το αεροπλάνο έκανε αναγκαστική προσγείωση στην Βουδαπέστη. Το «ευτυχώς» δεν το λέω προφανώς με την έννοια ότι χάρηκα για την ταλαιπωρία που υπέστησαν οι δύο φίλοι μου, δεν είμαι τέτοιος άνθρωπος σε καμία περίπτωση. Απλά, δεν ήθελα να δώσω δικαιώματα στους εκπροσώπους της Ελλάδας, της «μαύρης τρύπας της Ευρωπαϊκής Ένωσης», όπως την αποκαλεί χαριτολογώντας εδώ σχεδόν σύσσωμος ο σλοβάκικος λαός.

Τελικά, μετά από δύο ώρες αναμονής (δύο ώρες που θα μπορούσα να δουλεύω και να βγάζω χρήματα, αλλά τι να κάνεις…), το αεροπλάνο φτάνει στην Μπρατισλάβα και βγαίνουν σιγά σιγά οι πρώτοι επιβάτες. Εγώ, απίστευτα ταλαιπωρημένος, περιμένω στωικά να βγουν οι δύο φίλοι μου για να πάμε σπίτι μου να ξεκουραστώ, καθώς εγώ το επόμενο πρωί έπρεπε να παώ στην δουλειά μου.

Τελικά, μετά από αρκετά λεπτά, είδα να βγαίνει ο Ντομούζ. Τον Ντομούζ τον είχα γνωρίσει πριν από τρία χρόνια, σε μια βιβλιοπαρουσίαση. Είναι πρόσφυγας στην Ελλάδα, Κουρδικής καταγωγής και είναι 25 χρονών. Ήταν για χρόνια στον ένοπλο στρατό του PKK, συγκεκριμένα στρατολογήθηκε στην τρυφερή ηλικία των 15. Είχε έρθει στην Ελλάδα πριν από τέσσερα χρόνια, κυνηγημένος από την τουρκική κυβέρνηση, όπως μας έλεγε. Εγώ, όμως, ήξερα την αλήθεια. Τον είχαν διώξει από το PKK, όταν τον κατηγόρησαν 4 έφηβες συμπολεμίστριές του για απόπειρα βιασμού. Ο λοχαγός του αποφάσισε να του χαρίσει την ζωή και να μην τον εκτελέσει για εσχάτη προδοσία, όπως όριζε ο όρκος των Κούρδων μαχητών. Έτσι, ήρθε ατιμασμένος στην Ελλάδα και επινόησε την ιστορία του κυνηγητού από την τουρκική κυβέρνηση για να διασώσει ότι μπορούσε από την καταρρακωμένη του αξιοπρέπεια. Ζούσε παρασιτικά στην Ελλάδα, τρώγοντας τα λεφτά των γονιών του, αλλά ήταν καλό παιδί. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα…

«Τι λέει ρε Ντομούζ;», τον ρωτάω. «Ο Καλιγούλας που είναι;».

«Έρχεται τώρα. Καθυστέρησε να βγει η βαλίτσα του», μου είπε ο Ντομούζ. Και όντως, πέντε λεπτά μετά βγήκε και ο Καλιγούλας.

Τον Καλιγούλα τον ήξερα αρκετά περισσότερα χρόνια από τον Ντομούζ, συγκεκριμένα έξι. Ήταν 18 ετών τότε, στο πρώτο έτος. Υπήρξε συνοδοιπόρος μου σε πολλές τρέλες που έκανα ως νέο παιδί. Και στην ένταξή μου στην ΚΝΕ, καθώς και στην ενασχόλησή μου με την συγγραφή μυθιστορημάτων, ο Καλιγούλας ήταν εκεί. Μετά, εξακολουθήσαμε να κάνουμε πολύ στενή παρέα, παρόλο που είχαμε τελείως διαφορετικές πορείες. Εγώ, από την μία, κατάλαβα πως ήμουν πολύ μεγάλος και για να είμαι συγγραφέας, αλλά και για να είμαι στην ΚΝΕ, ή έστω κάπου κοντά σε αυτήν πολιτικά. Αυτός, από την άλλη, συνέχισε το ίδιο μοτίβο. Έμεινε στο πλευρό της ΚΝΕ (ως φίλος πλέον), ενώ συνέχιζε να ασχολείται με την συγγραφή. Ως εκ τούτου, δεν άργησε να πέσει στα ναρκωτικά. Τώρα λέει ότι κάνει περιστασιακή χρήση, αλλά φυσικά καταλαβαίνω ότι λέει ψέματα Ήταν ξεκάθαρα ένα άτομο με το οποίο δεν είχα τίποτα κοινό πλέον. Αλλά με συνέδεε με το παρελθόν, με τα νιάτα μου, με τα χρόνια της ανεμελιάς. Είναι όμως σωστό να κρατάς δεσμούς με το παρελθόν;

«Ρε Καλιγούλα, πόση ώρα έκανε αυτή η βαλίτσα να βγει;», ρώτησα, κάνοντας πως δεν είχα καταλάβει πως είχε πάει σε κάποια γωνιά να πάρει την δόση του.

«Ε, ξέρεις πως είναι αυτά…», μου λέει, προσπαθώντας μάταια να με κοροϊδέψει ότι δεν συμβαίνει τίποτα ύποπτο.

«Ελάτε, πάμε προς την στάση των λεωφορείων να πάμε σπίτι», τους είπα. Έτσι βγήκαμε από το αεροδρόμιο και τους έδωσα τα εισιτήρια που τους είχα αγοράσει (με τα λεφτά που έβγαλα από την δουλειά μου).

Όση ώρα περιμέναμε το λεωφορείο, καθώς και όση ώρα ήμασταν μέσα σε αυτό κατευθυνόμενοι προς το σπίτι, μου έλεγαν τα νέα τους. Φυσικά, ήταν αυτά που περίμενα: ούτε δουλειά, ούτε σχέση, ούτε τίποτα παραγωγικό στην ζωή τους. Μόνο ναρκωτικά, αλκοόλ και έκλυτη ζωή. «Τι θα κάνω με αυτούς εδώ;», σκέφτηκα…

Φτάνουμε στο σπίτι μετά από αρκετή ώρα. Εξηγώ στα παιδιά ότι εδώ δεν μπαίνουμε με τα παπούτσια στο σπίτι και ο Ντομούζ μου λέει πως το ίδιο ισχύει και στην Τουρκία. Η Ελισάβετ συστήνεται με τον Ντομούζ (τον Καλιγούλα τον είχε γνωρίσει μια μέρα που είχε έρθει να με επισκεφτεί στην Αθήνα, όταν ακόμα έμενα εκεί). Νόμιζα ότι είδα κάτι περίεργο στο βλέμμα του όταν την είδε, αλλά ήμουν σίγουρος ότι ήταν ιδέα μου, ότι απλά ήμουν κουρασμένος από την σκληρή μου δουλειά στην πολυεθνική εταιρία.

Το πρώτο πράγμα που ρώτησε ο Ντομούζ ήταν –τι άλλο- το τι θα φάμε. Ο Καλιγούλας δεν πείναγε ιδιαίτερα (η έλλειψη όρεξης για φαγητό είναι βασικό σύμπτωμα της χρήσης ναρκωτικών), αλλά για να μην καρφωθεί μας είπε ότι θα τσιμπήσει λίγο. Κι εγώ κι η Ελισάβετ ήμασταν πολύ κουρασμένοι από την δουλειά για να μαγειρέψουμε, έτσι παραγγείλαμε πίτσες και φάγαμε. Νομίζω πως τους άκουσα να παραπονιούνται μεταξύ τους για το γεγονός πως δεν τους μαγειρέψαμε, αλλά μάλλον θα έκανα λάθος. Η κούραση από την δουλειά μάλλον…

Αφού φάγαμε, πήγαμε για ύπνο. Ο Ντομούζ με τον Καλιγούλα κοιμήθηκαν στο σαλόνι, ο ένας στον καναπέ κι ο άλλος σε ένα σούπερ ανατομικό στρώμα που αγοράσαμε αποκλειστικά και μόνο για αυτούς. Την ώρα που προσπαθούσαμε να κοιμηθούμε, τους ακούγαμε από το δωμάτιό μας να μουρμουρίζουν, χωρίς να μπορούμε να διακρίνουμε τι ακριβώς λένε.

«Μα τι θα γίνει, ρε ελεφαντάκο μου; Εμείς δουλεύουμε αύριο το πρωί και θέλουμε να κοιμηθούμε», μου λέει με παραπονεμένο ύφος η Ελισάβετ.

«Ηρέμησε, παντσεράκι μου», της είπα και την πήρα αγκαλιά. «Μικροί είναι, μόλις βρουν δουλειά θα γίνουν άνθρωποι». Στην συνέχεια, αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά μου, σαν την Εύα στην αγκαλιά του Αδόλφου την ημέρα της αυτοκτονίας τους.

Το επόμενο πρωί ξυπνήσαμε στις 7 ακριβώς και φύγαμε για δουλειά. Μπορεί να κάναμε λίγη φασαρία στο σαλόνι που κοιμόντουσαν τα παιδιά, κυρίως όταν ανταλλάσσαμε τα πρωινά φιλιά και γλυκόλογα με την Ελισάβετ, πριν αποχωρήσουμε για την δουλειά του ο καθένας. Αλλά όταν κοιμάσαι 11 και 12 ώρες την ημέρα, δεν είσαι τόσο ευαίσθητος να ξυπνήσεις με τον παραμικρό θόρυβο.

Λίγες ώρες αργότερα, ενώ βρισκόμουν στην δουλειά, προσπαθώντας να καλύψω την τεμπελιά των περισσότερων εκ των συναδέλφων μου, χτυπάει το κινητό μου τηλέφωνο. Ήταν ο Ντομούζ.

«Έλα ρε. Ψάχνουμε τα κλειδιά να πάμε μια βόλτα στην πόλη. Που τα έχεις;».

Παραξενεύτηκα. Τους είχα πει ότι δύσκολα θα μπορούσα να τους αφήσω αντικλείδια, καθώς υπήρχαν μόνο δύο: εμού και της Ελισάβετ. Φυσικά, δεν ήταν μόνο αυτός ο λόγος. Όσο και να τους αγαπάω κι όσο φίλοι μου και να είναι, δεν παύουν να είναι ένα πρεζόνι κι ένας βιαστής. Ποιος θα τους εμπιστευόταν να τους αφήσει κάτι τόσο πολύτιμο, όπως το κλειδί για το προσωπικό του καταφύγιο; Αντίστοιχα κι αυτοί, όσο φίλοι μου και να ήταν, θα μπορούσαν να καταπιέσουν την αποκλίνουσα συμπεριφορά τους; Ποιος θα μπορούσε να εγγυηθεί ότι ο Καλιγούλας δεν θα πούλαγε τα υπάρχοντά μου, που αγόρασα με τα λεφτά της σκληρής μου δουλειάς, για να αγοράσει τις αγαπημένες του σκόνες, ή ότι ο Ντομούζ δεν θα έφερνε σπίτι τα έφηβα κορίτσια που θα απήγαγε, με συνέπεια να έχω μπλεξίματα με τον νόμο για υπόθαλψη εγκληματία;

«Ε παιδιά, σας είπα ότι μάλλον δεν θα μπορέσω να σας έχω αντικλείδια. Αλλά μην ανησυχείτε, όταν τελειώσει η Ελισάβετ την δουλειά της σε 2 ώρες, θα περάσει να σας ανοίξει και να σας ξεναγήσει στην πόλη. Απλά, αν μπορείτε, να κρατήσετε το σπίτι σε μία σχετικά καλή κατάσταση.».

«Ναι ρε, για ποιους μας πέρασες;», μου λέει άνετος ο Ντομούζ, προσπαθώντας να με καθησυχάσει και κλείνει το τηλέφωνο.

Δύο ώρες μετά, μιλάω με την Ελισάβετ. Μου λέει πως θα πάρει τα παιδιά και θα τα πάει για φαγητό. Της λέω μετά το φαγητό να τους πάει στην μπυραρία στο κέντρο της πόλης που είναι πλέον το στέκι μας και, φυσικά, καθ’ όλη την διάρκεια της βόλτας, να κρατάει σφιχτά την τσάντα της, για να την προστατεύει από τον Καλιγούλα. Τον Ντομούζ δεν τον φοβόμουνα, δεν έχει καθόλου καλό γούστο για να επιτεθεί σε μία κλασσάτη κυρία σαν την Ελισάβετ.

Μόλις τελειώνω την δουλειά στην εταιρεία, πηγαίνω στην μπυραρία να βρω την Ελισάβετ και τα παιδιά, καθώς και να πιω την μπύρα που δικαιούμαι να πιω έπειτα από οχτώ ώρες σκληρής δουλειάς . Πηγαίνω και βλέπω την Ελισάβετ με την παρέα της και τα παιδιά. Ο Ντομούζ με τον Καλιγούλα, αντί να πιάσουν κουβέντα με δύο από τις τόσες φίλες της Ελισάβετ, μιλάνε συνέχεια με το μοναδικό αρσενικό της παρέας. Αυτό ήταν ο Μάρεκ, ένας γκέι φίλος της Ελισάβετ και το άτομο που συμπαθώ λιγότερο από την παρέα της. Δεν έχω τίποτα με τους ομοφυλόφιλους, άνθρωποι σαν κι εμάς είναι κι αυτοί. Αλλά δεν μπορώ να τους ανεχτώ να μου προβάλλουν το πάθος τους σαν κάτι φυσιολογικό, που πρέπει να το δέχομαι αδιαμαρτύρητα.

Βέβαια, δεν καταλαβαίνω γιατί μου έκανε εντύπωση που ένιωσε τόσο οικεία με τον Καλιγούλα και τον Ντομούζ. Ο Μάρεκ τα πρωινά δουλεύει ως χαμηλόμισθος υπάλληλος σε ένα σουπερμάρκετ και τα βράδια μπλέκεται σε λούμπεν καταστάσεις στα καταγώγια που αναζητεί να βρει τους περιοδικούς ερωτικούς του συντρόφους. Μία φορά τον είχαν βρει να κοιμάται σε ένα πάρκο. Ο ίδιος είχε πει τότε πως τον είχαν ληστέψει και τον χτύπησαν, αφήνοντάς τον αναίσθητο. Έκανα πως τον πίστεψα, καθώς δεν ήθελα να μάθω ανατριχιαστικές λεπτομέρειες από τις ομοφυλοφιλικές περιπτύξεις που λαμβάνουν χώρα στις λεωφόρους του περιθωρίου της Μπρατισλάβας. Ως εκ τούτου, σίγουρα θα είχε να μοιραστεί πολλές εμπειρίες με τους δύο περιθωριακούς μου φίλους.

Αργότερα το βράδυ, πάμε για φαγητό. Ήμασταν εγώ, η Ελισάβετ, ο Ντομούζ, ο Καλιγούλας και η Αντριάννα, η κολλητή της Ελισάβετ. Η Αντριάννα είναι λίγο περίεργη, αλλά πολύ καλή κοπέλα και πολύ εργατική Βγάζει τίμια τα προς το ζην δουλεύοντας σαν μαγείρισσα. Μάλιστα, ήταν τόσο ευγενική που προσφέρθηκε να έρθει το επόμενο πρωί από το σπίτι να μαγειρέψει για τα παιδιά. Αυτό σημαίνει πως έπρεπε να τους αφήσω τα κλειδιά. Αρχικά είχα πολλούς ενδοιασμούς, καθώς δεν θα ήθελα να έχουν τα κλειδιά του σπιτιού μου δύο άτομα με παρεκκλίνουσα συμπεριφορά. Τελικά, όμως, σκέφτηκα πως θα είναι η Αντριάννα να τους συγκρατεί. Φυσικά την ενημέρωσα για το ποιόν αυτών των δύο και να είναι πολύ προσεκτική, αλλά  και πως, παρόλα αυτά, είναι πολύ καλά παιδιά κατά βάθος.

Την ώρα που καθόμασταν στο εστιατόριο, η Αντριάννα είπε στην Ελισάβετ ότι βρίσκει ερωτικά ενδιαφέροντες τους δύο φίλους μου. Αυτοί με ρωτάνε τι είπε (καθώς η συζήτηση ανάμεσα στα δύο κορίτσια έγινε στα σλοβάκικα) και τους μετέφερα το ερωτικό ενδιαφέρον της. Είδα μια απέχθεια στο πρόσωπό τους. Δεν το κατάλαβα. Σίγουρα δεν μπορείς να την πεις ωραία, αλλά έχει έναν τύπο. Πράγμα που δεν μπορείς να το πεις ούτε για τις λούμπεν πρεζούδες που μπλέκει ο Καλιγούλας, ούτε για τα έφηβα κοριτσάκια που αποπλανεί ο Ντομούζ.

Στην συνέχεια, τους πάμε για ένα παραδοσιακό αψέντι. Η Αντριάννα κερνάει δύο γύρους και ζητάω πολύ ευγενικά από τα παιδιά να την κεράσουν κι αυτοί από ένα ποτό. Ενδεχομένως κι εγώ να ήμουν διστακτικός να κεράσω, αν με ζούσαν οι γονείς μου, αλλά αυτό ήταν θέμα τυπικής ευγένειας. Έπειτα από αρκετή ώρα, αποφασίζουν να κάνουν το κέρασμα τελικά. Την ώρα που πάμε να φύγουμε, βλέπω την Αντριάννα κάπως κατσουφιασμένη.

«Τι έχεις; Έγινε κάτι;», την ρωτάω.

«Ρε, ξέχασα το πορτοφόλι σπίτι, τώρα πρέπει να τα πληρώσουν όλα τα παιδιά», μου λέει λίγο λυπημένη.

«Δεν πειράζει μωρέ, τους τα δίνεις αύριο τα λεφτά. Τόσα λεφτά θα έχουν πάρει από τους δικούς τους για αυτό το ταξίδι», της λέω. Το μεταφέρω στα παιδιά τα οποία, έπειτα από αρκετή γκρίνια, τελικά έδωσαν τα λεφτά στην σερβιτόρα.

Γυρνάμε στο σπίτι και η Ελισάβετ πάει κατευθείαν για ύπνο. Κι εγώ νύσταζα, καθώς έπρεπε να πάω στην δουλειά την επόμενη μέρα, αλλά τα παιδιά επέμεναν να αράξουμε λίγο. Άρχισαν να με ρωτάνε για το τι παίζει με την πορνεία στην Μπρατισλάβα. Έπρεπε να το περιμένω. Ο Καλιγούλας κατάλαβε ότι εδώ δεν θα έβρισκε τις πρεζούδες που βρίσκει με το κιλό σε λούμπεν περιοχές στην Αθήνα, ενώ ο Ντομούζ κατάλαβε ότι εδώ το τμήμα ηθών δεν αστειεύεται, όπως στην Ελλάδα. Μου είπαν πως ρωτάνε αποκλειστικά για ενημερωτικούς λόγους κι εγώ, σαν καλός φίλος που είμαι, υποκρίθηκα ότι τους πίστεψα.

Μπαίνω μέσα στο δωμάτιο και κατά λάθος ξυπνάω την Ελισάβετ. Της δίνω ένα φιλί και της λέω να κοιμηθεί ξανά. Αυτή, όμως, είχε να μου πει κάτι πριν πέσει και πάλι στην αγκαλιά του Μορφέα.

«Πρόσεξες καθόλου το σαλόνι;», μου λέει με νυσταγμένο ύφος.

«Όχι, δεν το πρόσεξα καθόλου, μου συγχωρείται μετά από την σκληρή μου δουλειά, νομίζω.».

«Έχει κάτι πατημασιές από τα παπούτσια των παιδιών. Φρόντισε να μην επαναληφθεί.».

«Φυσικά, παντσεράκι μου», της λέω και κοιμόμαστε αγκαλιά.

Την επόμενη μέρα ξυπνάμε την ίδια ώρα το πρωί. Η Ελισάβετ μου υπενθυμίζει πως θα έρθει η Αντριάννα για να μαγειρέψει. Εγώ, με πάρα πολλούς ενδοιασμούς, αφήνω τελικά τα κλειδιά στο τραπεζάκι και πάω στην δουλειά. Λίγες ώρες αργότερα, με παίρνει τηλέφωνο ο Ντομούζ.

«Ρε, δεν έχει έρθει η Αντριάννα. Είχες πει ότι θα έρθει στις 10:00 και είναι 11:30. Εμείς παίρνουμε τα κλειδιά και φεύγουμε».

«Ναι, κανένα πρόβλημα. Ελάτε από την δουλειά μου γύρω στις 13:30 που έχω διάλλειμα για να πάμε για φαΐ», του λέω εγώ.

Ένιωσα λίγο άσχημα που δεν πήγε τελικά να τους μαγειρέψει η Αντριάννα. Σκέφτομαι να γυρνάνε στην Ελλάδα και να μας κατηγορούν ότι τους φάγαμε και τα λεφτά, ενώ στην πραγματικότητα συμβαίνει ακριβώς το αντίστροφο. Βέβαια, δεν μπορώ να κατηγορήσω και την Αντριάννα που τελικά δεν πήγε. Μία κοπέλα ανυπεράσπιστη με δύο άτομα σαν αυτά, είναι σαν απόσπασμα από έργο του αγαπημένου μου συγγραφέα, του Μαρκήσιου Ντε Σαντ. Τουλάχιστον, στις 13:30 θα έπαιρνα πίσω τα κλειδιά μου, βάζοντας τέρμα σε οποιαδήποτε βρώμικη σκέψη μπορεί να έκαναν για το σπίτι μου, είτε αφορούσε ναρκωτικά, είτε έφηβα κοριτσάκια.

Συναντιόμαστε στο διάλλειμα μου και πάμε για φαγητό. Τους ρωτάω αν όλα έχουν κυλήσει ομαλά στο ταξίδι τους κι αν έχει υπάρξει κάποιο πρόβλημα. Μου είπαν πως όλα ήταν μια χαρά. Ελπίζω να μου λένε αλήθεια, αν και με αυτούς τους δύο δεν μπορώ να είμαι και πολύ αισιόδοξος για αυτό. Κάποια στιγμή, τους λέω αυτό που μου είπε η Ελισάβετ για τα παπούτσια. Τους βλέπω να στραβώνουν, αλλά αποφασίζω να το καταπιώ. Τελικά, αφού κατάφερα με αρκετή δυσκολία να αποσπάσω τα κλειδιά, πήγα ήρεμος να συνεχίζω την δουλειά μου. Τους είπα να περιμένουν στο στέκι μας την Ελισάβετ μόλις τελειώσει την δουλειά τους και συμφώνησαν. Έτσι, πήγαν στην μπυραρία για να πιουν καμία μπύρα ή κανέναν καφέ, δηλαδή ότι κάνουν και στην υπόλοιπη ζωή τους.

Την ώρα που συνέχιζα την σκληρή δουλειά στο γραφείο μου, προσπαθώντας να καλύψω τα λάθη των άχρηστων συναδέλφων μου, νιώθω το κινητό μου να δονείται. Ήταν η Ελισάβετ.

«Έλα, παντσεράκι μου. Τι έγινε;», της λέω.

«Έλα, ελεφαντάκο μου», μου λέει αυτή, με την φωνή της όμως να μην έχει την γλυκύτητά που έχει συνήθως, αλλά να έχει ένα έντονο συναίσθημα λύπης, συνοδευόμενο από κλάματα που με έκαναν να δυσκολεύομαι να καταλάβω τι λέει.

«Παντσεράκι μου, είσαι καλά; Πες μου τι έγινε. Ποιος σε πείραξε; Πες μου ποιος είναι, για να γνωρίσει την οργή του ιππότη του Έρωτα».

«Μόλις γύρισα σπίτι και το βρήκα σε μαύρο χάλι», μου λέει, με τον ήχο των δακρύων της να χτυπάει την καρδιά μου σαν ρωσικό κνούτο.

«Γιατί, τι έχει;», ρωτάω με την καρδιά μου να είναι έτοιμη να σχιστεί σε χίλια κομμάτια.

«Οι φίλοι σου έχουν ξεχάσει δύο φώτα αναμμένα, έχουν αφήσει το ψωμί εκτός ψυγείου και το αποσμητικό είναι μέσα στην λεκάνη. Πρέπει να κάτσω εδώ να συμμαζέψω την βομβαρδισμένη Δρέσδη.».

«Εντάξει, παντσεράκι μου, όπως θέλεις», της λέω και κλείνω σοκαρισμένος το τηλέφωνο.

Σκέψεις κατακλύζανε το μυαλό μου. Γιατί; Γιατί να μου το κάνουν αυτό; Γιατί να έρθουν μέχρι εδώ για να με εξευτελίσουν έτσι; Τους φέρθηκα με τον καλύτερο τρόπο, τους άνοιξα το σπίτι μου. Γιατί να μου συμπεριφερθούν με αυτόν τον τρόπο; Ίσως τώρα εξηγείται γιατί αυτό το βλέμμα προς την Ελισάβετ την ήμερα που ήρθανε. Ζηλεύουν. Ζηλεύουν την ονειρεμένη σχέση μου με την Ελισάβετ, την ώρα που ο ένας πηγαίνει μόνο με πρεζούδες επειδή τους δίνει τα ¨φάρμακά¨ τους κι ο άλλος έχει καταλήξει βιαστής. Ζηλεύουν την δουλειά μου, την ώρα που αυτοί τρέφονται ακόμα από τους γονείς, τους θείους και τους παππούδες. Ζηλεύουν που εγώ έχω λαμπρές προοπτικές για το μέλλον μου, ενώ αυτοί βρίσκονται μία ανάσα είτε από τον θάνατο, είτε από την φυλακή.

Με τα πολλά, αποφασίζω να πάρω τηλέφωνο τον Ντομούζ.

«Έλα, Ντομούζ. Η Ελισάβετ δεν θα μπορέσει να έρθει τώρα. Συνέβη κάτι φοβερό στο σπίτι, με έχετε απογοητεύσει πολύ. Μείνετε στην μπυραρία και θα έρθω να σας βρω μόλις τελειώσω την δουλειά.».

Είχα σκοπό να μιλήσω σε πολύ ήρεμο ύφος, παρά τον εκνευρισμό μου. Ότι και να μου είχαν κάνει, είναι φίλοι μου. Έπρεπε να δείξω μια κατανόηση. Άλλωστε, έπρεπε να περιμένω ότι δύο λούμπεν άτομα θα ανέπτυσσαν και μια αντίστοιχη συμπεριφορά, μη αντιλαμβανόμενοι την σκληρή δουλειά που έχουμε ρίξει με την Ελισάβετ για να στήσουμε αυτό το νοικοκυριό.

Μόλις τελειώνω, πάω κατευθείαν στην μπυραρία. Βλέπω τον Ντομούζ με τον Καλιγούλα να κάνουν αυτό που κάνουν πάντα: να πίνουν και να μιλάνε για ναρκωτικά και κοπέλες που τους έχουν απορρίψει. Πηγαίνω να κάτσω μαζί τους και τους εξηγώ τι μου είπε η Ελισάβετ στο τηλέφωνο. Η αντίδρασή τους μου προκάλεσε το πιο περίεργο συναίσθημα που ένιωσα στην ζωή μου, πιο περίεργο ακόμα κι από αυτή την μίξη φόβου, δέους και ηδονής που ένιωσα όταν είδα για πρώτη φορά τον «Θρίαμβο της Θέλησης» της Λένι Ρίφενσταλ.

«Κοίτα, νιώσαμε πολύ προσβεβλημένοι με τον τρόπο που μας μίλησες στο τηλέφωνο και αποφασίσαμε ότι δεν μπορούμε να μένουμε στο σπίτι σου πια. Πήγαμε και νοικιάσαμε σε χόστελ για τις επόμενες τέσσερις μέρες που θα μείνουμε εδώ.», μου λένε με ένα στόμα ο Καλιγούλας με τον Ντομούζ.

Ένιωσαν προσβεβλημένοι… Εντάξει, μπορώ να δεχτώ ότι υπάρχει μία μικρή (στα όρια της απειροελάχιστης) πιθανότητα όντως να ήμουν λίγο πιο επιθετικός από όσο έπρεπε στο τηλέφωνο. Αλλά είναι δυνατόν να ένιωσαν προσβεβλημένοι; Με τόσα που έχω κάνει για να περάσουν καλά στο ταξίδι τους; Και στην τελική, από τότε απέκτησαν αυτοί οι δύο λούμπεν τύποι τέτοιες ευαισθησίες; Αλλά ως καλός φίλος, προσπάθησα να τους μεταπείσω.

«Όχι ρε παιδιά, δεν χρειάζεται. Με προσβάλλετε με αυτό που κάνατε.», τους λέω.

«Όχι, το έχουμε αποφασίσει τώρα, δεν αλλάζουμε απόφαση. Αλλά δεν αλλάζει κάτι στην σχέση μας.», μου λένε προσπαθώντας με κάθε τρόπο να με καθησυχάσουν

Δεν κατάφερα τελικά να τους μεταπείσω και πήγαμε από το σπίτι να μαζέψουν τα πράγματά τους. Η Ελισάβετ είχε μαγειρέψει και τους είπα τουλάχιστον να μείνουν να φάμε. Το δεχτήκανε. Ο Ντομούζ –μην μπορώντας να πει όχι σε τζάμπα φαγητό- έφαγε μαζί μας. Ο Καλιγούλας δεν έφαγε τίποτα, επειδή κατά πάσα πιθανότητα είχε πάρει την δόση του όση ώρα με περίμεναν στην μπυραρία και του είχε κοπεί η όρεξη.

Πήραν τα πράγματά τους, πήγαμε στο χόστελ να εγκατασταθούν και μετά βγήκαμε οι τρεις μας για μια μπύρα. Καθώς εκείνη την ημέρα ήταν Παρασκευή, τους πρότεινα ένα σχέδιο για το επερχόμενο σαββατοκύριακο. Σάββατο πρωί να τους πάω στο Mall της Μπρατισλάβας, το Σαββατόβραδο να πάμε σε ένα πάρτι που γινόταν λίγο έξω από την Μπρατισλάβα και την Κυριακή να πάμε ένα μικρό ταξιδάκι στην γειτονική Ουγγαρία, μήπως δούνε κι εκεί τι κακό έκανε ο κρατισμός της Σοβιετικής περιόδου και σταματήσουν να υπερασπίζονται αυτές τις βλακείες. Ο Ντομουζ με ρώτησε αν θα μπορούσαμε να πάμε στην –επίσης γειτονική- Πολωνία, έχοντας την ψευδαίσθηση πως έστω και μία από τις τόσες πανέμορφες Πολωνές θα γυρνούσε να κοιτάξει έναν αποτυχημένο σαν του λόγου του. Εγώ, όμως, σκεπτόμενος πως και στην Πολωνία θα έβγαζαν τα απαραίτητα συμπεράσματα για την τυραννία της ανελευθερίας της αγοράς, του απάντησα ότι θα το συζητήσουμε ξανά αύριο μέσα στην ημέρα.

Με το που μπαίνω στο σπίτι, πάω κατευθείαν στο κρεβάτι. Η Ελισάβετ ήταν ξαπλωμένη, αλλά δεν κοιμόταν, παρόλο που μου είχε πει ότι θα κάτσει σπίτι γιατί είναι κουρασμένη.

«Παντσεράκι μου, δεν κοιμάσαι;», την ρώτησα.

«Δεν με πιάνει ύπνος», μου λέει. «Έχω απογοητευτεί πολύ από τους φίλους σου».

«Μα σου είχα πει πως είναι λούμπεν στοιχεία. Πρέπει να το καταλάβεις κάποια στιγμή. Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι έξυπνοι και δουλευταράδες σαν κι εμάς. Άλλωστε, τώρα δεν τους έχουμε μέσα στα πόδια μας», της εξηγώ.

«Το ξέρω, ελεφαντάκο μου. Αλλά δεν νιώθεις πως έχεις μεγαλώσει για να κάνεις παρέα με τέτοια κατακάθια;», μου λέει, γεμίζοντάς με με σκέψεις, ενώ αυτή αποκοιμιέται γλυκά.

Το επόμενο πρωί ξύπνησα και πήγα στο χόστελ που έμεναν τα παιδιά, για να πάμε στο Mall. Τους περίμενα στην κεντρική είσοδο και παρατηρούσα τους πελάτες. Λούμπεν στοιχεία από όλες τις γωνίες της Ευρώπης έβγαιναν και έμπαιναν στο χόστελ. Άχρηστοι άνεργοι, ναρκομανείς και χαραμοφάηδες φοιτητές χάλαγαν την αισθητική μου με τον σιχαμένο τους αέρα κακομοιριάς. Εγώ τους έβλεπα από την κεντρική είσοδο, όπου περίμενα δύο τέτοια στοιχεία να βγουν.

Κάποια στιγμή, βλέπω ένα τσούρμο από άχρηστα αγόρια και κορίτσια νεαρής ηλικίας που τρώνε τα λεφτά των γονιών τους να κατευθύνονται προς την έξοδο. Φοβήθηκα μήπως έρχονται προς το μέρος μου για να μου ληστέψουν τα λεφτά που έβγαλα με τον τίμιο ιδρώτα μου, με σκοπό ίσως να έχουν λεφτά για να πάρουν ναρκωτικά. Μέσα στο τσούρμο, αναγνωρίζω τον Ντομούζ και τον Καλιγούλα.

«Γκουντμπάι γκάιζ. Θενκς φορ δε λαστ νάιτ. Γουι χαντ ε γουόντερφουλ τάιμ. Γουί χόουπ το ση γιου εγκαίν.», τους άκουσα να λένε στο υπόλοιπο τσούρμο.

«Τι ήταν αυτά τα παιδιά;», τους λέω, τρομαγμένος για το τι θα ακούσω από το στόμα τους.

«Είναι κάτι Ισπανοί που γνωρίσαμε χθες το βράδυ, όταν γυρίσαμε από την μπύρα. Αράξανε στο δωμάτιό μας χθες και περάσαμε πάρα πολύ ωραία», μου είπαν αυτοί.

Δεν μου είπαν λεπτομέρειες. Ούτε εγώ ρώτησα, δεν ήθελα να ακούσω ιστορίες από το λυκόφως της ανθρώπινης κοινωνίας. Ποιος ξέρει τι έκαναν και πέρασαν τόσο καλά. Υπήρχαν άραγε πόρνες; Ναρκωτικά; Έφηβα κοριτσάκια; Μήπως επιδόθηκαν σε άρρωστες σεξουαλικές πράξεις μεταξύ τους; Ποτέ δεν θα μάθω. Το τι συνέβη αυτήν την βραδιά θα μείνει πάντα ένα άλυτο μυστήριο. Και ίσως, να είναι καλύτερα να μείνει για πάντα ένα τέτοιο.

Μετά βγήκαμε έξω στον δρόμο και κατευθυνθήκαμε προς το Mall. Κάποια στιγμή, ο Καλιγούλας σκοντάφτει κάπου και πέφτει λίγος καφές στο φτηνιάρικο μπουφάν του, που μάλλον θα είχε αγοράσει από κάποιο φθηνό μαγαζί με μεταχειρισμένα, σε κάποια φτωχική γειτονιά της Αθήνας. Εγώ του πρότεινα να πάρει ένα καινούργιο μπουφάν από κάποιο φθηνό μαγαζί που βρήκαμε στον δρόμο μας Δυστυχώς, ο κακομοίρης δεν είχε λεφτά να πάρει μπουφάν από κάποιο μαγαζί του Mall.

«Δεν πειράζει, ρε συ. Θα το σκουπίσω λίγο και θα είμαι κομπλέ.», μου είπε ο Καλιγούλας, έχοντας συνηθίσει από τα μέρη με τους ρακένδυτους ναρκομανείς που συχνάζει στην Αθήνα.

Μετά, περάσαμε έξω από το πανεπιστήμιο της πόλης και μου ζήτησαν να μπούμε μέσα να ρίξουμε μια ματιά. Με ρωτάνε διάφορα πράγματα για την ζωή των φοιτητών, καθώς και αν υπάρχουν φοιτητικές παρατάξεις στις σχολές μας.

«Εδώ δεν είναι Ελλάδα.», τους λέω με σοβαρό ύφος. «Οι φοιτητές μας ασχολούνται μόνο με τις σπουδές τους, όχι με αυτές τις βλακείες.».

«Κάτσε ρε.», μου λέει ο Ντομούζ. «Κάνε ότι κριτική θέλεις για τις φοιτητικές παρατάξεις των ελληνικών πανεπιστημίων και για το πώς συμπεριφέρονται μέσα στις σχολές, αλλά δεν είναι βλακείες το να διεκδικούν οι φοιτητές μια βελτίωση τη ζωής τους».

Δεν ήθελα να συνεχίσω την κουβέντα και έκανα πως κατανοούσα την άποψή του. Κι εγώ, ως μικρό παιδάκι που ήμουν, έκανα τις τρέλες μου στο πανεπιστήμιο. Ήμουν κι εγώ μέλος της ΚΝΕ. Αλλά τώρα μεγάλωσα, όπως κι ο Καλιγούλας με τον Ντομούζ, άσχετα που δεν το έχουν αντιληφθεί ακόμα. Δεν ήταν δυνατόν να υποστηρίζω ακόμα αυτές τις ανοησίες. Ήξερα πλέον πως δεν μπορεί να έχει κάποιος πολιτική άποψη, χωρίς να έχει δουλέψει ούτε μια μέρα στην ζωή του. Φυσικά, υπολογίζοντας πως δύο χαραμοφάηδες σαν αυτούς τους δύο δεν θα το καταλάβαιναν, σώπασα και συνεχίσαμε τον δρόμο προς τα Mall.

Κόψαμε δρόμο μέσα από ένα υπέροχο δασάκι, για να τους δείξω τις φυσικές ομορφιές της Μπρατισλάβας. Γκρίνιαξαν αρκετά για το δύσβατο της διαδρομής, με τον Ντομούζ να μου λέει ότι αν πηγαίναμε από τον δρόμο, ήταν μια ευθεία μέχρι τα Mall και τον Καλιγούλα να τον σιγοντάρει. Προσβλήθηκα, καθώς δεν δεχόμουνα από δύο άτομα που δεν ξέρουν τίποτα άλλο εκτός από τα στενά δρομάκια των Εξαρχείων, να μου κάνουν υποδείξεις για τους δρόμους της πόλης όπου χτίζω την νέα μου ζωή ως επιτυχημένο στέλεχος επιχείρησης. Καταπίνω την οργή μου όμως και συνεχίζουμε την διαδρομή μας. Τελικά φτάνουμε στα –ομολογουμένως, ιδιαιτέρως εντυπωσιακά και πολυτελή- Mall.

«Ορίστε η φτώχεια που δήθεν θα έφερνε ο Καπιταλισμός στην χώρα.», τους λέω περιπαικτικά, λίγα λεπτά από την στιγμή που μπήκαμε. Όμως, αυτοί ξεκίνησαν να ειρωνεύονται και να υπερασπίζονται με πάθος το προηγούμενο καθεστώς.

«Από πότε τα Mall είναι δείκτης του βιοτικού επιπέδου μίας χώρας;», μου λέει ο Καλιγούλας. «Ναι, και στα Mall στην Ελλάδα να πας, φαίνεται πως είναι πάμπλουτη χώρα.», συμπληρώνει ο Ντομούζ. Αναρωτήθηκα που στο καλό ξέρει πως είναι τα Mall της Αθήνας ο Ντομούζ. Το έπαιζε και καλά κουλτουριάρης (όπως όλοι οι χαραμοφάηδες αγωνιστές του καναπέ) και δεν είχε και λεφτά να πάει. Αλλά μετά θυμήθηκα πως στα Mall της Αθήνας συχνάζουν πολλά έφηβα κορίτσια.

Μετά από μια βόλτα στο Mall, γυρνάμε στο κέντρο της πόλης και πάμε για φαγητό. Με ρωτάνε αν θα πάω το βράδυ στο πάρτι που τους είχα πει. Δεν είχα αποφασίσει ακόμα τι θα κάνω. Δεν εμπιστευόμουν τον κόσμο που θα πήγαινε εκεί, αλλά δεν ξέρω αν θα έπρεπε να αφήσω αυτούς τους δύο μόνους τους εκεί πέρα. Τους είπα ότι θα το συζητήσουμε και πάλι το απόγευμα και συζητούσαμε για την εικόνα που έχουν αποκομίσει για την ζωή στην Σλοβακία, με βάση αυτά που έχουν δει. Αφού αναπαρήγαγαν όλα τα ψέματα που τους έχουν πει η ΚΝΕ και το PKK για το πόσο καλό ήταν το προηγούμενο καθεστώς, γυρίσαμε σπίτια μας.

Μόλις μπαίνω στο σπίτι, βλέπω την Ελισάβετ να κάθεται στον καναπέ. Δούλευε πριν και ήταν πολύ κουρασμένη. Αρχίσαμε να συζητάμε για το τι θα κάνουμε το βράδυ.

«Εμένα μου έχουν πει τα παιδιά το βράδυ για ένα παρτάκι. Θέλεις να έρθεις;», της λέω, με την ελπίδα να έχω έναν ώμο να στηριχτώ απέναντι στα κατακάθια της σλοβάκικης κοινωνίας.

«Ούτε μέχρι το περίπτερο δεν πάω με αυτούς τους αλήτες!», μου κάνει νευριασμένη η Ελισάβετ. «Εσύ, αν θέλεις, πήγαινε.», μου λέει.

«Αν δεν έρθεις, τι να κάνω μόνος μου εκεί;», της λέω.

«Ε, δες το και αποφάσισε μετά.», μου λέει ενώ πηγαίνει προς την κρεβατοκάμαρά μας.

Το απόγευμα πήγαμε στην κλασσική μπυραρία και τηλεφώνησα στα παιδιά να περάσουν πρώτα από εμάς. Αφού έρχονται, τους λέω πως μάλλον δεν θα μπορέσω να τους ακολουθήσω στο πάρτι. Λίγο μετά, γνωρίζουν μια παρέα τριών αντρών και δύο γυναικών που καθόταν στο διπλανό τραπέζι και θα πήγαιναν κι αυτοί στο πάρτι. Τα ήξερα τα παιδιά, ήταν κάτι άνεργοι που έμεναν σε μια γειτονιά του κέντρου. Μαζεύονταν συχνά σε μια κεντρική πλατεία, κατά πάσα πιθανότητα για να καπνίζουν χόρτο με τα λεφτά των γονιών τους. Δυστυχώς, η κυβέρνηση έχει θεσπίσει αρκετά υψηλά επιδόματα ανεργίας και κάτι χαραμοφάηδες σαν αυτούς τα εκμεταλλεύονται για να μην δουλεύουν και να τεμπελιάζουν.

Όπως ήταν φυσικό, κόλλησαν πολύ καλά με τον Ντομούζ και τον Καλιγούλα και συζητάνε αρκετή ώρα. Κάποια στιγμή, ο Καλιγούλας βγαίνει για λίγα λεπτά έξω από το μαγαζί με μία από τις κοπέλες της παρέας. Δεν ξέρω αν φασώθηκαν ή αν πήγαν έξω για να ανταλλάξουν ναρκωτικά. Αν και μάλλον ο Καλιγούλας, εκμεταλλευόμενος το δεύτερο, προσπάθησε να κάνει και το πρώτο.

Κάποια στιγμή, όλη η παρέα έρχεται να μας χαιρετήσει και να φύγει για το πάρτι. Ξαφνικά, βλέπω την Ελισάβετ να με κοιτάει περίεργα.

«Ελεφαντάκο μου, είσαι σίγουρος ότι πρέπει να τους αφήσεις μόνους τους στο πάρτι;», μου κάνει. «Εδώ δεν είναι Ελλάδα, κάτσε να μην κάνουν τίποτα περίεργο αυτοί οι δύο.».

Είχε δίκιο. Όσο κι αν ήθελα να περάσω την νύχτα με την γυναίκα της ζωής μου, δεν μπορούσα να τους αφήσω μόνους τους. Ακόμα και τα κατακάθια που θα πήγαιναν στο πάρτι, ήταν επιτυχημένα στελέχη επιχειρήσεων μπροστά στους λούμπεν που συναναστρέφονται ο Ντομούζ με τον Καλιγούλα στην Αθήνα. Πως θα μπορούσα να τους εμπιστευτώ μόνους τους; Κι αν ο Καλιγούλας πήγαινε να πουλήσει ναρκωτικά στους θαμώνες; Κι αν ο Ντομούζ παρενοχλούσε κάποιο έφηβο κοριτσάκι; Θα κατέληγαν στο αστυνομικό τμήμα και θα έμπλεκαν και το όνομά μου. Η καριέρα μου στην πολυεθνική εταιρία θα έμπαινε σε κίνδυνο! Δεν μπορούσα να το επιτρέψω αυτό με τίποτα. Το αποφάσισα. Έπρεπε να πάω να τους ελέγχω, πριν κάνουν τίποτα που θα έκανε ανεπανόρθωτη ζημιά στην υπόληψή μου.

Ρίχνω ένα γρήγορο τρέξιμο προς την στάση των λεωφορείων. Ευτυχώς δεν είχε έρθει ακόμα το λεωφορείο που θα τους πήγαινε στο πάρτι.

«Τι έγινε, ρε; Θα έρθεις τελικά; Δεν θα κάτσεις με την Ελισάβετ το αποψινό βράδυ;», μου λέει χασκογελώντας ο Καλιγούλας, προσπαθώντας να ειρωνευτεί την σοβαρή μου σχέση.

«Ναι, θα περάσω για λίγο.», τους λέω. Είπα να προσπεράσω το κακεντρεχές σχόλιο για την σχέση μου. Από ανθρώπους ανίκανους να βρουν δουλειά (πόσο μάλλον μία σοβαρή κοπέλα σαν την Ελισάβετ για σχέση), δεν μπορούσα να περιμένω κάτι άλλο.

Μετά από κάποια ώρα, φτάνουμε επιτέλους στο πάρτι. Η είσοδος ήταν 8 ευρώ. Τα έδωσα με μισή καρδιά. Όχι επειδή μου λείπουν, άλλωστε ένας εργαζόμενος με τις δικές ικανότητες μόνο μεγάλο μισθό θα μπορούσε να έχει. Όμως, τα έδωσα με μισή καρδιά γιατί σκεφτόμουν τους γονείς όλων αυτών των παιδιών (συμπεριλαμβανομένων του Καλιγούλα και του Ντομούζ), που το χαρτζιλίκι που δίνουν στα τεμπέλικα τέκνα τους, πάει σε ναρκωτικά και σε πάρτι σαν κι αυτό.

Με το που μπαίνω μέσα, η ηλεκτρονική μουσική που έπαιζε μου πήρε τα αυτιά. Πιο μικρός, όταν ήμουν κι εγώ φοιτητής κι έκανα τρέλες, είχα πάει σε αρκετά τέτοια πάρτι. Όμως, πλέον είμαι ένας μεγάλος και ώριμος άνθρωπος, με σταθερή καλοπληρωμένη δουλειά και μια σοβαρή σχέση που πάει για γάμο. Μπορεί αυτή η λούμπεν κατάσταση να ταίριαζε απόλυτα στον Ντομούζ και τον Καλιγούλα, αλλά όχι σε μένα. Παρόλα αυτά, ήξερα πως είμαι απόλυτα αναγκασμένος να το υποστώ όλο αυτό, έστω και για λίγο.

Αφού παίρνουμε από μια μπύρα, καθόμαστε σε ένα σημείο στο κέντρο του πάρτι. Κάποια στιγμή βλέπω τον Καλιγούλα και τον Ντομούζ να κοιτάνε προς μία διαφορετική κατεύθυνση ο καθένας. Όταν παρατήρησα προς τα που κοίταζαν, σταμάτησα να παραξενεύομαι. Ο Καλιγούλας κοίταζε προς μια παρέα από λούμπεν νεολαίους, μάλλον βλέποντας στα πρόσωπά τους πιθανούς πελάτες για αγορά ναρκωτικών. Ο Ντομούζ, από την άλλη, κοίταζε έντονα το επόμενο θύμα του, ένα έφηβο ξανθό κοριτσάκι που χόρευε στον ρυθμό της μουσικής, μην μπορώντας να διανοηθεί τα βρώμικα σχέδια που καταστρώνονται για αυτήν. Έπρεπε να τους απασχολήσω, για να μην βάλουν μπροστά τα πλάνα τους.

Δυστυχώς, η φύση με κάλεσε και έπρεπε να επισκεφτώ την τουαλέτα. Τους είπα να με περιμένουν στο ίδιο σημείο, με την δικαιολογία ότι μπορεί και να τους έχανα. Όταν γύρισα, δεν βρήκα τα παιδιά στην θέση που τους άφησα. Τους έψαξα λίγο και, τελικά, έγινε αυτό που φαντάστηκα. Ο Καλιγούλας είχε πιάσει κουβέντα με την παρέα που κοίταζε νωρίτερα, με σκοπό, κατά πάσα πιθανότητα, να τους πουλήσει ναρκωτικά. Ο Ντομούζ ήταν λίγο πιο πέρα. Είχε πιάσει κουβέντα με το ξανθό κοριτσάκι που ήθελε να αποπλανήσει. Έπρεπε να παίξω το τελευταίο μου χαρτί, να τους πως ότι πρέπει να φύγω, με την ελπίδα να μην ξέρουν τον δρόμο της επιστροφής και να αναγκαστούν να με ακολουθήσουν.

«Παιδιά, εγώ πρέπει να φύγω. Η Ελισάβετ είναι μόνη της στο σπίτι και θέλω να πάω να της κάνω παρέα.», τους λέω αφού τους μαζεύω δίπλα μου και τους δύο. Μιλάνε δύο λεπτά μεταξύ τους και, τελικά, με ακολουθούν. Μου φάνηκε λίγο περίεργο, αλλά το δέχτηκα χωρίς ερωτήσεις. Άλλωστε μπορεί πολύ απλά η λούμπεν παρέα να είχε δικά της ναρκωτικά και το ξανθό κοριτσάκι να είχε πατέρα αστυνομικό.

Αφού απομακρυνόμαστε από το πάρτι όσο πρέπει για να μην μπορούν να γυρίσουν, τους αποχαιρετώ και τους λέω ότι θα μιλήσουμε αύριο για το ταξιδάκι στην Ουγγαρία που λέγαμε. Εγώ φτάνω στο σπίτι και βρίσκω την Ελισάβετ ξαπλωμένη.

«Γεια σου, παντσεράκι μου.».

«Γεια σου ελεφαντάκο μου. Όλα καλά με αυτούς τους δύο στο πάρτι;».

«Ναι, μην ανησυχείς. Φρόντισα να μείνουν φρόνιμοι, παρά τις προσπάθειές τους για το αντίθετο. Αύριο λογικά θα πάμε Ουγγαρία, να τους δείξω κι εκεί πόσο καλύτερα είναι τα πράγματα με το σημερινό καθεστώς».

«Κάνε ότι καταλαβαίνεις. Αρκεί να μην με πλησιάζουν.».

Το επόμενο πρωί παίρνω τηλέφωνο τον Ντομούζ να συνεννοηθούμε για το ταξίδι. Μέτα από αρκετά τηλέφωνα, δεν μου απάντησε ποτέ. Θα έπαιρνα και τον Καλιγούλα, αλλά φοβόμουν, καθώς το κινητό του θα μπορούσε άνετα να είναι κλεμμένο. Δεν ξέρω τι μπορεί να κάνανε χθες βράδυ με τους λούμπεν πελάτες του χόστελ χθες βράδυ. Σίγουρα θα κοιμόντουσαν μέχρι αργά, γιατί θα έμειναν απασχολημένοι όλο το βράδυ, κάνοντας ένας θεός ξέρει τι ακριβώς. Σκεπτόμενος ότι θα κοιμόντουσαν με τις ώρες, μπόρεσα με την ησυχία μου να αφιερώσω χρόνο στην γυναίκα της ζωής μου στο σπίτι μας.

Το βράδυ κανονίσαμε με την Ελισάβετ να πάμε για ένα ρομαντικό δείπνο στο εστιατόριο “Valhalla”, το οποίο ανήκε σε έναν πολύ στενό μας φίλο, τον γραμματέα του πυρήνα κεντρικού τομέα Μπρατισλάβας του κόμματος “Η Σλοβακία μας”. Την ώρα του γεύματος, υπό την μουσική της σλοβακικής πατριωτικής πανκ, η Ελισάβετ μου εξέφρασε τα παράπονά της για τους δύο φίλους μου.

«Ωραίους φίλους έχεις στην Αθήνα, ελεφαντάκο μου.», μου λέει με σκωπτικό ύφος.

«Έλα, βρε παντσεράκι μου.», της λέω. «Φοιτητής ήμουν κι έκανα τρέλες. Υπήρχαν στην παρέα μου και δύο λούμπεν στοιχεία. Τι να κάνω, να τους σκοτώσω;», συμπληρώνω.

«Κοίτα, δεν νομίζω ότι ταιριάζει σε ένα άτομο της δικής σου κλάσης και το δικού σου στάτους κβο να κάνει παρέα με τέτοιους περιθωριακούς. Αλλά δικοί σου φίλοι είναι, δεν θα σου πω εγώ τι να κάνεις.».

«Τόσα χρόνια είναι φίλοι μου, καταλαβαίνεις…», λέω εγώ.

«Μα δεν είδες πως συμπεριφέρθηκαν όσο έμεναν στο σπίτι; Ούτε ζώα να φιλοξενούσαμε!», μου λέει εκνευρισμένη η Ελισάβετ.

«Έχεις δίκιο σε αυτό, παντσεράκι μου. Αλλά ας το αφήσουμε εδώ για σήμερα καλύτερα.».

Αφού πληρώσαμε, κατευθυνθήκαμε προς το σπίτι. Το βράδυ δεν μπορούσα να κοιμηθώ, σκεπτόμενος αυτά που μου είπε η Ελισάβετ. Το ήξερα ότι έπρεπε να κλείσω τα μάτια μου, για να είμαι παραγωγικός την επόμενη μέρα στην εταιρία που με αμείβει για να της παρέχω τις πρώτης τάξεως υπηρεσίες μου, απλά δεν μπορούσα. Αλήθεια, τι δουλειά είχα εγώ με αυτούς τους δύο τύπους; Δεν ήμουν πια κανένας χαραμοφάης φοιτητής. Είμαι ένα επιτυχημένο στέλεχος επιχείρησης, με μια σταθερή σχέση που οδεύει για γάμο. Δεν έχω πλέον όρεξη να αράζω σε πεζούλια στα Εξάρχεια με μπύρες όποτε πήγαινα Αθήνα, δεν είχα όρεξη πια να συζητάω για πλάκα με τον Ντομούζ για έφηβα κοριτσάκια, ή με τον Καλιγούλα για ναρκωτικά (αυτοί πάντα μίλαγαν σοβαρά για τα συγκεκριμένα θέματα). Ίσως θα ήταν καλύτερο για εμένα να ξεκόψω τελείως από αυτούς τους δύο.

Ξημερώνει η επόμενη μέρα, η τελευταία που θα ήταν τα παιδιά στην Μπρατισλάβα. Εξακολουθούσα να τηλεφωνώ στον Ντομούζ. Δεν ξέρω αν ήθελα κι αν έπρεπε να τους χαιρετήσω, αλλά μου είχαν δανειστεί έναν φορτιστή και τον ήθελα πίσω. Μέχρι το μεσημέρι, δεν μου είχαν απαντήσει. Σκέφτηκα ότι θα έπρεπε να αποχαιρετήσω μια για πάντα τον φορτιστή μου, καθώς λογικά σε λίγες μέρες θα μετατρεπόταν σε 0,1 γραμμάριο MDMA, σε κάποια πιάτσα των Αθηνών.

Γυρίζω σπίτι το απόγευμα και, λίγο μετά, μπαίνει κι η Ελισάβετ, απόλυτα νευριασμένη.

«Τι έγινε, παντσεράκι μου;», της λέω και την παίρνω αγκαλιά.

«Άσε, είδα πριν μία ώρα έξω από την μπυραρία να περνάνε οι δύο οι φίλοι σου. Έτρεξα να τους προλάβω και τους ρώτησα που έχουν εξαφανιστεί δύο μέρες τώρα. Μου είπαν κάτι ηλίθιες δικαιολογίες, όπως ότι ήταν κουρασμένοι και έφυγαν. Ποιος ξέρει που έχουν μπλέξει…»

Δεν είμαι κανένας ηλίθιος. Ξέρω πολύ καλά ότι δεν ήταν τόσο κουρασμένοι. Κι επίσης, ξέρω ότι όπου κι αν έχουν μπλέξει (σίγουρα θα έμπλεξαν κάπου), δεν ήταν αυτός ο λόγος που εξαφανίστηκαν. Το έκαναν αυτό γιατί είχαν παράπονα από εμένα, ξεγράφοντας μονομιάς την φιλοξενία μου. Είχαν παράπονα που δεν τους μύησα στον υπόκοσμο της πόλης. Έχουν παράπονα που με είδαν να ζω μια φυσιολογική ζωή. Έχουν παράπονα που με είδαν να έχω μια πολύ καλή και αγαπημένη σχέση. Έχουν παράπονα που κατάφερα όσα αυτοί δεν πρόκειται να καταφέρουν ποτέ στην ζωή τους. Ως εδώ, όμως. Το πήρα απόφαση και δεν πρόκειται να έχω ξανά επαφές με αυτούς τους δύο. Η Ελισάβετ για ακόμα μια φορά με έσωσε από το έρεβος του περιθωρίου και για αυτό θα την αγαπάω για πάντα.

Λίγη ώρα μετά, με παίρνει ο Ντομούζ και μου λέει ότι αύριο, πριν φύγουν για το αεροδρόμιο θα αφήσει τον φορτιστή στην ρεσεψιόν του χόστελ. Απορώ που δύο χαραμοφαήδες σαν κι αυτούς τους έπιασε το φιλότιμο. Μάλλον θα φοβήθηκαν πως θα τους κυνηγούσα για έναν φορτιστή, λες και τους έχω δώσει δείγματα ότι είμαι κανένας τρελός. Αλλά όταν είσαι μπλεγμένος με ναρκωτικά και παιδεραστία, είναι λογικό να αναπτύσσεις σύνδρομο καταδίωξης.

Το βράδυ βλέπαμε τηλεόραση με την Ελισάβετ, πίνοντας μπύρες. Κάποια στιγμή γυρνάει και μου λέει με μια φωνή γεμάτη γλύκα:

«Ξεκουμπίζονται αύριο αυτοί οι δύο;».

«Ναι, παντσεράκι μου», της λέω. «Από αύριο, επιστρέφουμε στην κανονική ροή της ζωής μας.».

Το επόμενο πρωί γύρισαν στην Αθήνα. Μία ώρα πριν την πτήση, γύρω στις 12 το μεσημέρι, έστειλα στον Ντομούζ ένα απλό: «καλό ταξίδι». Αυτή έμελλε να ήταν κι η τελευταία μου συνομιλία μαζί τους. Πλέον, μια νέα εποχή ξεκινά, χωρίς τα βαρίδια του παρελθόντος. Όσοι θέλουν να ζουν παρασιτικά και να μένουν κολλημένοι στα ίδια, ας το κάνουν. Εγώ, όμως, αγναντεύω το μέλλον, που με περιμένει να το αρπάξω. Κι όλοι αυτοί που προανέφερα, είτε το θέλουν είτε όχι, θα με κοιτάνε από μακριά, με ένα αίσθημα φθόνου. Αλλά εγώ δεν έχω χρόνο πλέον να ασχολούμαι με όλους αυτούς.

Και συνεχίζω να δουλεύω, διορθώνοντας τα λάθη των άχρηστων συναδέλφων μου…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s