Φώντας Φ.

Κεραυνός

Είναι βράδυ
και στο κρεβάτι
επικυρώνουμε μαζί
μια σπάνια, μεγάλη νίκη.
Ένας κεραυνός που πέφτει
μαυρίζει για τα καλά
τη μέση του σεντονιού μας.
Με ρωτάς αν είμαι έτοιμος για κάτι τέτοιο
υποθέτω δε θα ‘μαι ποτέ
μα χιλιάδες γαλάζιες γαρίδες κομμένες στη μέση
από ψαλίδι αγνώστου πατρός
με σπρώχνουν να ψιθυρίσω το ναι
δέχομαι έτσι να μου βγάλεις τα μάτια
και να τα αλλάξεις
με δύο οικολογικές λάμπες τελευταίας τεχνολογίας.
Τριγυρίζω τυφλότατος μακριά σου
σε διατεταγμένη υπηρεσία
και χαρίζω φως
σε παρακμιακές συνοικίες με ζεστό νερό στους σωλήνες.
Μεθυσμένα κωλόπαιδα
μου τη στήνουν σε μια γωνία
πετάνε πέτρες με τις σφεντόνες τους
και σπάνε τις πηγές του φωτός μου.
Χάνω το φως, τις λάμπες, εσένα
και ξεμένω με μια πέτρα που βρωμάει κρασί και μπύρα
τη σφίγγω στο χέρι μου
νιώθω ευγνωμοσύνη που μπορώ να μυρίσω τη βρώμα της
κι ας απλώνεται στα ρούχα μου ήδη.
αναστενάζω
ελευθερώνω απ’ το ψαλίδι
μια μικρή γαλάζια γαρίδα
και προσεύχομαι να ‘χουμε μαξιλάρια κι όχι βροχές.

Να Εξαπολύσουμε Καμήλες Ενάντια στους Εχθρούς μας

Τι θα γίνει σε 48 δευτερόλεπτα; Μα φυσικά θα περάσεις
απέναντι το δρόμο.
Βλακείες
Αν ήσουν μάγκας θα είχες ήδη σαπίσει στο ξύλο
Τον ηλίθιο, κακομαθημένο, μικροαστό που ξεφυσάει ανυπόμονος δίπλα σου γιατί έχει αργήσει να πάει στο διάολο και του φαίνεται τρομερή υπόθεση
να κυκλοφορεί στην ίδια πόλη μαζί σου.

-Κάποια μέρα θα τους δείξεις εσύ. Εντάξει ξέρω. Κι ο σύντροφος Μάο άλλωστε έλεγε,
πως αν δε βρεις γκόμενα μπορείς να φτιάξεις ένα ρομπότ
για να ταξιδέψεις μαζί του όλο τον κόσμο-

Πώς γίνεται μια βιβλιοθήκη να βάζει φως μόνο απ’ το ¼ των παραθύρων της; Ε καλά, άλλωστε, σε ¼ του αιώνα από τώρα οι μισοί από εμάς, που δεν έχουν καλές συνήθειες, καλά γονίδια ή καλή τύχη δε θα υπάρχουν ή θα υπάρχουν σε μηχανική υποστήριξη. Γι’ αυτό ξοδεύω τα λεφτά μου σε βρωμοπλύματα που ονομάζονται “καφέδες’” αντί να τα κρατήσω και να μάθω μια ξένη γλώσσα, γι’ αυτό υποφέρω αφάνταστα κάθε φορά που μια ωραία κοπέλα δεν κάθεται να της τσιμπήσω τη μύτη.

Αν Ήμουν Θεός Για Μία Μέρα Θα Δημιουργούσα Ένα Παιχνίδι Που Θα Συνδύαζε Το Τάβλι Και Το Σκάκι Μαζί. Υποψήφιοι Επενδυτές Ας Επικοινωνήσουν Μαζί Μου Μετά Το Ποίημα.

Φυσικά το να φτιάξεις ένα ρομπότ και να το έχεις για γκόμενα ή γκόμενο –ακόμα καλύτερα μιας και τώρα τελευταία κυκλοφορούν μερικά πολύ χοτ αγοράκια εκεί έξω- έχει πολλά πλεονεκτήματα. Πρώτα απ’ όλα δεν έχεις ανάγκη κανέναν και μπαίνεις και στη μύτη [ΑΧ ΑΥΤΕΣ ΟΙ ΜΥΤΕΣ] όλων αυτών που έχουν προνομιακή θέση στην παγκόσμια αγορά του σεξ. Γιατί τσιρίζουν τόσο πολύ αυτοί οι διαμαντάνθρωποι μας την ιδέα μιας

ΓΑ-ΜΗ-ΣΟ-ΜΗ-ΧΑ-ΝΗΣ ΠΟΥ ΣΕ ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΤΟΥΣ ΕΝΟΧΛΕΙ;;;

Αλλά βέβαια για να είμαι ειλικρινής
μετά το σκέφτομαι καλύτερα το θέμα
ο έρωτας είναι ένα τίποτα, να χώνει κάποιος τα χέρια του στα μάτια σου και να ψάχνει τα άντερα σου, χωρίς να σε ξέρει,
ένα εμπόρευμα για μαλάκες ψυχοπαθείς.
η συμπάθεια όμως
αξίζει όσο αυτό το χρησιμοποιημένο κωλόχαρτο
με το οποίο θα σκουπίσουμε τους νεκρούς εργάτες των διαστημικών προγραμμάτων του ΝΑΤΟ και της Σοβιετικής Ένωσης.

όχι άλλα λεφτά για δορυφόρους
όχι άλλα λεφτά για αποικίες στο διάστημα
όχι άλλα λεφτά για σεξ ρομποτς
αφού έτσι κι αλλιώς δε θα κερδίσουμε ποτέ τον πόλεμο ενάντια στις ωραίες μύτες
όταν οι εχθροί μας πλησιάσουν
θα τους κόψουμε κομματάκια και θα τους ταΐσουμε στις καμήλες μας.

Ανάληψη ευθύνης για την απελευθέρωση ενός φασίστα

Είχαμε αποφασίσει να πάμε για ένα χαλαρό ποτάκι. Ζούσαμε βέβαια σε καιρούς που δεν υπήρχε πια η έννοια του χαλαρού ποτού. Το καλύτερο που μπορούσες να ελπίζεις ήταν να μην πιείς κάποιο πανάκριβο ημιπαράνομο δηλητήριο που θα σου σέρβιραν, ενώ δίπλα σου γινόταν κάποιος φόνος ή βιασμός. Μπορούσες με το κατάλληλο αντίτιμο να πιείς ένα πανάκριβο νερωμένο ουίσκι και επιπλέον αντί για οπτική επαφή με τα παραπάνω θλιβερά περιστατικά να έχεις μονάχα ακουστική.

Για να είμαστε δίκαιοι όμως και πριν τον πόλεμο έτσι ακριβώς ήταν τα πράγματα. Θυμάμαι στα νησιά της χώρας, πχ Σαντορίνη ή Πάρο, δε μπορούσες να βγεις καλοκαίρι χωρίς να γίνει ένας βιασμός στο παραδίπλα μαγαζί. Και μετά έτρεχαν οι μισοί που ξέρανε ποιος βίασε ποια να τα καλύψουνε, ενώ οι άλλοι μισοί γκρινιάζανε γιατί δεν βίασαν οι ίδιοι. Στα μέρη μας δεν είχε φτάσει ο φεμινισμός, ώστε να σχηματιστεί μερίδα αντρών που προσπαθεί να πηδήξει με το να κυνηγήσει το βιαστή, άρα αυτές ήταν πάνω κάτω οι καλοκαιρινές κατηγορίες αντρών. Υπήρχα και εγώ και οι παρέες μου πάντα, που κοιτάγαμε σιωπηλοί το ποτό μας. Αν δεν είχε ξεσπάσει ο πόλεμος μέχρι Αγίους θα μας είχαν κάνει, το πιστεύω.

Τώρα όμως η χώρα είχε διαλυθεί για τα καλά. Φαινόταν το πράγμα από καιρό. Οικονομική κρίση, ανεργία, απεργίες. Ο κόσμος κοίταζε το τομάρι του για δεκαετίες, όμως αυτό το τομάρι άρχισε να σαπίζει και δε μπορούσε να τον τρέφει πια. Όταν τέλειωσαν τα φθηνά ναρκωτικά και το κράτος δε μπορούσε πλέον να πληρώνει για έναν μικρό έστω αριθμό ογκολόγων και ψυχιάτρων, άρχισαν οι πρώτες συγκρούσεις. Δεν ήταν καθαρός πόλεμος, δεν υπήρχαν ξεκάθαρα στρατόπεδα, παρατάξεις και στόχοι. Υπήρχε βέβαια η κυβέρνηση στην Αθήνα και οι Κομμουνιστές που είχαν την έδρα τους στην ανταρτομάνα Θεσσαλία. Αυτά ήταν τα μόνο πράγματα που θύμιζαν τον προηγούμενο εμφύλιο. Κατά τα άλλα οι πόλεις και τα χωριά άλλαζαν συνέχεια χέρια, συχνά όχι κατόπιν σύγκρουσης αλλά με τελείως γελοίες αιτίες, όπως πχ ποιος ήταν σε θέση να εγγυηθεί τη διεξαγωγή του επόμενου αγώνα του πρωταθλήματος. Γιατί πρέπει βέβαια να πούμε και αυτό, ότι το πρωτάθλημα έπαιζε μεγάλο ρόλο στον δεύτερο ελληνικό εμφύλιο, με τη μεγάλη μάζα όσων στρατολογήθηκαν σε διάφορα πόστα να είναι οπαδοί ή φίλοι κάποιας μικρής ή μεγάλης ομάδας.

Έτσι γνωρίστηκα με τους συντρόφους μου. Ας τα πάρουμε απ’ την αρχή όμως. Το πρωτάθλημα είχε τελειώσει, και οι στρατιωτικές, οπαδικές και πολιτικές συγκρούσεις είχαν παραλύσει όλη την Αττική στην οποία ζούσα. Δεν υποστήριζα καμία απ’ τις μεγάλες ομάδες, αλλά μια μικρή που μετά βίας είχε επιβιώσει στην πρώτη κατηγορία του τοπικού της Αθήνας. Στις εξέδρες δεν ήμασταν ποτέ πάνω από πενήντα οπαδοί πλην της περίπτωσης ενός ιστορικού τελικού κυπέλου για το τοπικό Αθηνών, το οποίο και σηκώσαμε μετά από μια εμφατική νίκη με 3-0. Ήμασταν λίγοι αλλά καλοί, οι μοναδικοί στα βόρεια προάστια που δεν ήμασταν από πλούσιες οικογένειες. Ήμασταν περήφανα το πιο μορφωμένο λούμπεν προλεταριάτο των βούπου. Ονομαζόμασταν «Γάτες».

Τα γραφεία του συνδέσμου ήταν σπίτι μου. Μαζευόμασταν όταν έλειπαν οι γονείς μου.

«Πιάσε μια μπύρα», μου είπε ο Μιχάλης. Του την έδωσα χωρίς να πιω ούτε γουλιά. Το αλκοόλ κατέστρεφε τον άνθρωπο.

«Είναι η τελευταία», του είπα. «Και έμαθα ότι δεν βρίσκεις άλλες, ούτε στις κάβες, ούτε στα σούπερ-μάρκετς, ούτε στα περίπτερα».
«Πακέτο», μου απάντησε.
Κανείς δεν είπε τίποτα. Σε έναν πόλεμο, ξέραμε όλοι καλά, πως η πρώτη απώλεια ήταν το αλκοόλ και το χαρτί υγείας.
«Για όλα φταίνε οι δεξιοί», σχολίασε κάποιος απ’ το βάθος στρίβοντας σάπιο, αγρινιώτικο καπνό, «Ο Σαμαράς, αυτός ο φονιάς…».
«Ω σκάσε επιτέλους!», είπαμε όλοι ταυτόχρονα. Οι Γάτες ήταν αριστερές αλλά δεν αντέχαμε να ακούμε τις εμμονές του τύπου με το Σαμαρά. Είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που ήταν πρωθυπουργός αυτός ο μαλάκας.

«Υπάρχει τρόπος να μην μας λείψει ποτέ ξανά τίποτα», έκανε δειλά-δειλά ο Μήτσος, ο Κόπρος απ’ το βάθος. Τον φωνάζαμε έτσι γιατί ακολουθούσε το σύνδεσμο στα πάντα με σκυμμένο κεφάλι. Προτού τον ενθαρρύνουμε, κάτι που συνήθως ήταν απαραίτητο, συνέχισε μόνος του να μιλάει: «Ο ΓΙΓΑΝΤΑΣ ΠΕΙΡΑΙΑ, δηλαδή ο Πρόεδρος του, χρειάζεται κόσμο για να φυλάει τις αποθήκες. Έρχονται όπλα για το στρατό μας, οι Κομμουνιστές έχουν αρπάξει τα τελευταία δύο φορτία με αντιαρματικές ρουκέτες και η Κυβέρνηση νοίκιασε σε αυτόν την ασφάλεια του λιμανιού. Το μεροκάματο είναι πολύ καλό και θα έχουμε τσάμπα αλκοόλ και τον καπνό μας. Επιπλέον για όποιον θέλει, μπορεί να προσληφθεί ως μισθοφόρος στο στρατό γιατί οι απώλειες είναι μεγάλες».

Κοιταχτήκαμε μεταξύ μας. Είχαμε φτιάξει τις Γάτες για να γλυτώσουμε απ’ τη σαπίλα του να υποστηρίζεις και να ανακατεύεσαι με κόσμο που εμπορεύεται άσχημα πράγματα, όπως για παράδειγμα αντιαρματικές ρουκέτες. Και τώρα ο Κόπρος ήθελε στα αλήθεια να μας κάνει υπάλληλους αυτής της σαπίλας που φέτος γιόρταζε το 12ο συνεχόμενο πρωτάθλημα της. Δεύτερη είχε η έρθει Αθλητική Ένωση Κυκλάμινων (Πάρου) και αμέσως μετά η Αθηναϊκή Ισχύς, η οποία βέβαια υποβιβάστηκε στα καπάκια, λόγω σχέσεων οπαδών της με το Κομμουνιστικό Κόμμα.

Σπάσαμε στο ξύλο τον Κόπρο και συνεχίσαμε τη συνέλευση. Μιας και ήμουν ο κύριος υπεύθυνος για την εκδίωξη του από τις Γάτες έπρεπε να βρω μια άλλη λύση για τις μπύρες και τα τσιγάρα μας.
«Αφήστε με να κάνω μερικά τηλέφωνα…», τους είπα.

***

Έτσι ξεκίνησε. Ως ένωση ανθρώπων με διαφορετικές καταβολές από διαφορετικούς συνδέσμους εν μέσω εμφυλίου πολέμου. Ξέραμε ότι δεν ήμασταν δεξιοί φυσικά αλλά μέχρι εκεί. Τα υπόλοιπα θα τα βρίσκαμε στην πορεία. Η ιδέα μας ήταν να φτιαχτεί μια ομάδα, ένας σύνδεσμος η «Αόρατη Αποστροφή» θα λεγόταν, που θα περιφρουρούσε τους αγώνες ποδοσφαίρου από μπράβους, παρακρατικούς, ασφαλίτες και μαφιόζους. Ξέραμε πολύ καλά πως η κυβέρνηση δε θα μπορούσε να κερδίσει τον πόλεμο αν έχανε τους οπαδούς. Και εμείς θα φροντίζαμε να τους χάσει.

Αλλά βεβαίως αυτό το ρομαντικό όνειρο ηττήθηκε λίγο μετά, όταν κηρύχθηκε επιστράτευση, όταν κινήθηκαν τα τανκς, όταν λεηλατήθηκαν χωριά, όταν τα ίδια τα περίχωρα της Αττικής ισοπεδώθηκαν. Από όλη την Αόρατη Αποστροφή μείναμε τρία άτομα. Εγώ, γνωστός στους κύκλους μου και ως «Χιλ», που εκπροσωπούσα στην Αόρατη Αποστροφή τις Γάτες. Πριν τον εμφύλιο είχα προσπαθήσει να εκδώσω μια νουβέλα με τίτλο «ΔΕ ΘΑ ΜΟΥ ΠΕΙΣ ΕΣΥ ΑΝ ΘΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΑΙ ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΕΝΤΑΞΕΙ;», ιδέα που απέτυχε. Έπειτα ήταν ο «Μιν», ένα νέο, ψηλό, γεροδεμένο παλικάρι που ασχολούνταν περισσότερο με την ποίηση και εκπροσωπούσε το σύνδεσμο της «ΑΘΗΝΑΙΚΗΣ ΙΣΧΥΟΣ», της τρίτης ομάδας του πρωταθλήματος. Τέλος ήταν ο «Νικ», απ’ τα ΚΥΚΛΑΜΥΝΑ-ΠΑΡΟΥ, ένα σύνδεσμο της Α.Ε.Κ-ΠΑΡΟΥ που ξεκίνησε στο Μαρούσι, μεταφέρθηκε στη Βοστώνη και τελικά κατέληξε στα Γιάννενα, χωρίς να καταλάβει κανείς το πότε ή το γιατί στο ενδιάμεσα. Μαζί είχαμε γράψει ένα καταπληκτικό βιβλίο παλιότερα, «Πώς να παραγγείλετε ναρκωτικά από το ΙΝΤΕΡΝΕΤ και να μην σας πιάσουν». Δυστυχώς αν και βρήκαμε εκδοτικό, αναγκαστήκαμε να αποσύρουμε την κυκλοφορία γιατί την ίδια περίοδο η αστυνομία με έψαχνε για μια υπόθεση εμπορίας MDMA και δε θέλαμε να έχουν περισσότερα στοιχεία απ’ όσα ήδη είχαν καταφέρει να συγκεντρώσουν.

***

Έτσι είχαν λοιπόν τα πράγματα και είχαμε απομείνει οι Χιλ, Μιν και Νικ, πρώην λογοτέχνες, αντιδεξιοί και ποδοσφαιρόφιλοι σε μια Ελλάδα που είχε παραδοθεί στις φλόγες του εμφυλίου πολέμου. Θα μας ρωτήσετε τώρα. Γιατί δεν παίρνατε ένα όπλο να πάτε να πολεμήσετε και εσείς τους δεξιούς; Θα σας απαντήσω.

Πρώτα απ’ όλα το ιδεολογικό κομμάτι. Αν και είχαμε ξεκαθαρίσει τι δεν ήμασταν, δεν είχαμε ξεκαθαρίσει τι ήμασταν. Είχαμε φυσικά κάποιες σταθερές, όπως μια αποστροφή προς την ιδέα της ατομικής ιδιοκτησίας. Όμως και αυτό χώραγε συζήτηση, άλλος έλεγε να τα ισοπεδώσουμε όλα και να φτιάξουμε παραλίες που θα πίνουμε μπάφους, άλλος να φτιάξουμε ρομπότ για να δουλεύουν για εμάς, άλλος δεν ενδιαφερόταν και τόσο, αρκεί να σφάζαμε τους μικροαστούς και να βιάζαμε τις κόρες τους. Υπήρχε τέλος η άποψη πως όλα ήταν ψέμα, πως ήμασταν κομμάτι ενός βιντεοπαιχνιδιού και τίποτα απ’ όσα κάναμε δεν είχε σημασία. Ποικιλία θέσεων δηλαδή που εμπόδιζε τη συγγραφή ενός κοινού μανιφέστου αλλά έδινε αφορμή για καλές, ευχάριστες, συντροφικές στιγμές. Που ήταν και το και το πιο σημαντικό άλλωστε.

Το μεγάλο πρόβλημα ωστόσο ήταν πως, εγώ προσωπικά, ήμουν κάτι παραπάνω από δειλός. Για να είμαστε ακριβείς ποτέ δεν ένιωθα άνετα με την ιδέα του προσωπικού ρίσκου και της αυτοθυσίας. Ναι οι κομμουνιστές είχαν δίκιο, αλλά υπήρχε στα αλήθεια κάτι πρωτότυπο σε αυή τη δήλωση; Όποια σελίδα της ελληνικής ιστορίας κι αν σηκώσεις, ό,τι σκατά κι αν κουβαλάς μες το κεφάλι το λιγότερο που πρέπει να κάνεις είναι να ψιθυρίσεις, έστω κι ανόρεχτα, πως οι κομμουνιστές έχουν δίκιο. Σε αυτό τον τόπο πραγματικά οι δεξιοί του γαμήσαν τη μάνα. Μιλάμε για χώρα που οι αρχιεργάτες της δεξιάς κλέβουν τα εργαλεία από τις κρατικές αποθήκες, τα πουλάνε, βγάζουν για χρόνια λεφτά έτσι κι έπειτα κατηγορούν τους γύφτους όταν τους κόβουν ένα πορτοκάλι από τα δέντρα. Ναι η κομμουνιστική επανάσταση είναι η μόνη λύση, αλλά θα χρειαστεί πολλούς νεκρούς. Και εγώ δε θέλω να πεθάνω. Δε θέλω καν να το ρισκάρω. Όχι ότι η ζωή είναι ωραία ή έστω υποφερτή, αλλά πραγματικά αυτές οι ιαχές τύπου «Εμπρός αδέρφια για την ελευθερία!» με κάνουν να ανατριχιάζω. Γι’ αυτό κατέληξα να αράζω σε ύποπτα μπαρ με χαμηλό φωτισμό με τύπους να μου φωνάζουν «Εμπρός, σπάσε καμιά γραμμή!».

***

Τέλος πάντων! Μετά από περιπλάνηση ημερών, βρεθήκαμε οι τρεις μας μπροστά από ένα μπαρ σε μια μικρή επαρχιακή πόλη δυτικά της Θεσσαλονίκης. Δεν ξέρουμε ποιος ελέγχει την πόλη αλλά υποπτευόμαστε πως είναι από αυτά τα μέρη που είναι ουδέτερα στον πόλεμο και ελπίζουν, αφελώς μάλλον, να διατηρήσουν την αυτονομία τους και μετά τη λήξη του εμφυλίου. Στο μεταξύ κερδοσκοπούν απ’ το λαθρεμπόριο και κάνουν χοντρό νταλαβέρι με όλες τις πλευρές. Μπαίνοντας στην πόλη βλέπεις δεξιούς, με τα χαρακτηριστικά τους κόκκινα αμάνικα και τα στρατιωτικά μπλε παντελόνια, κομμουνιστές που κάθονται στις άκρες των καφενείων και συζητάνε με κόσμο και σκόρπιους αναρχικούς που περιπολούν οπλισμένοι. Απ’ ότι καταλάβαμε οι αναρχικοί έχουν αναλάβει την περιφρούρηση αυτής της πόλης. Οι αναρχικοί περιφρουρούν πολλές μικρές πόλεις στην Ελλάδα χωρίς να ενδιαφέρονται για την κυρίαρχη πολιτική κουλτούρα. Θα φανεί στο τέλος, αν θα τους βγει σε καλό, προς το παρόν φαντάζομαι ελπίζουν σε μια μορφή κοινοτικής οργάνωσης την οποία θεωρούν προοδευτική απ’ τη φύση της. Άσε που αμείβονται καλά για τον κόπο τους.

Μπαίνουμε μέσα στο μπαρ. Για καλή μας τύχη παίζει χαλαρή μουσική. Λίγα ποτά, αλλά πολλά λεφτά μετά ήμαστε χαλαίοι, βλέπουμε παντού πρόβατα και άστρα αλλά κανένα νόημα για τις ζωές μας. Ήμαστε πρακτικά τρεις συγγραφείς με ελάχιστα υλικά μέσα, νομάδες σε μια Ελλάδα που σπαράζεται απ’ τον Εμφύλιο. Τι θα κάνουμε;

Ρίχνω την ιδέα να αλλάξουμε κλάδο. Μπορούμε να ασχοληθούμε με μια άλλη τέχνη. Η πρόταση μου αρέσει σε όλους, μιας και έχουμε κάτι μήνες να βγάλουμε γκόμενα απ’ τα ποιήματα μας (αν και για κάποιο λόγο όσοι μας ξέρουν, γαμάνε αρκετά από αυτό). Ο ψηλός προτείνει να γίνουμε επαγγελματίες DJ και να παίζουμε σε μαγαζιά, ο Νικ δείχνει να συμφωνεί, αλλά θα του άρεσε και μια καριέρα ραππερ. Περιμένω να τελειώσουν για να μιλήσω. «Παιδιά!» λέω, με έμφαση, «Κάνουμε κύκλους/ μέσα στη νύχτα /και η φωτιά/ μας καταβροχθίζει», πετάω, απαγγέλλοντας τους γνωστούς στίχους του Τζαμ Στρύχνερ, νεοσαιξπηρικού θεατρολόγου του 20ου αιώνα. Αυτό τους τραβάει την προσοχή.

«Είναι ξεκάθαρο ότι πρέπει να ασχοληθούμε με τη ζωγραφική!», καταλήγω. Με κοιτάνε ύποπτα.
«Ξεκόλλα επιτέλους ρε μαλάκα, πεθαίνει κόσμος εκεί έξω, σταμάτα να ασχολείσαι μαζί της».
«Ναι ρε», μου λέει, στην αρχή με περισσότερη συγκατάβαση ο ψηλός αλλά έπειτα γυρίζει να κοιτάξει μια γυμνή τύπισσα με ψεύτικο πέος που χορεύει δίπλα μας για να μη με βρίσει. Μου κρατάνε κακία, γιατί τώρα τελευταία είμαι λιγάκι στον κόσμο μου. Στην τελευταία πόλη που περάσαμε οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του κυβερνητικού στρατού και των δεξιών πολιτοφυλακών προκάλεσαν δεκάδες χιλιάδες θύματα και πρακτικά φύγαμε κυνηγημένοι. Δεν είχα ασχοληθεί με τίποτα από αυτά, μάλιστα είχα σκοντάψει σε ένα απανθρακωμένο πτώμα γράφοντας ένα ερωτικό ποίημα. Όταν αγαπάς δε σε απασχολούν οι εμφύλιοι και οι ανθρώπινες απώλειες.

«Όχι ακούστε!», επέμεινα εγώ. «Έχω ένα σχέδιο, μια ιδέα, ένα όραμα».
«ΡΕ ΘΑ ΤΟΝ ΣΚΟΤΩΣΩ ΡΕ», φώναξε ο Νικ. Ήταν ο πιο ενοχλημένος απ’ όλους, γιατί μέσα στον πανικό του εμφυλίου είχε χάσει πάνω από 10 bitcoins. Τρελό πακέτο γιατί ήταν ότι καλύτερο σε χρήματα έπαιζε. Με τη δραχμή να έχει χάσει κάθε αξία, αυτό που μετρούσε αμέσως μετά τα bitcoins ήταν κυρίως τα ναρκωτικά, το φαί, το αλκοόλ, αν ήξερες να επισκευάσεις κάτι, αν ήσουν γιατρός κι αν είχες μουνί.

Έφερα στο νου μου τον μεγάλο κομμουνιστή Ουίλιαμ Σαίξπηρ, να γράφει τους αθάνατους στίχους του: «Όλος ο κόσμος είναι μια σκηνή/ κι όλοι οι γάτοι και οι γάτες/ είναι απλώς ηθοποιοί», που ήταν απόσπασμα από τον ύμνο της ομάδας μου και του συνδέσμου. Πήρα κουράγιο και συνέχισα:
«Δε χρειάζεται ταλέντο για να ζωγραφίσεις, δε χρειάζεται να έχεις κάτι να πεις ή να έχεις μορφωθεί πάνω στην ιστορία της τέχνης. Δεν χρειάζεται να έχεις ηθική ή αισθητική, δε χρειάζεται τίποτα βασικά. Το μόνο που μετράει είναι να ζωγραφίζεις με την καρδιά σου και η επιτυχία θα έρθει από μόνη της».

Με κοίταξαν άφωνοι.

«Θυμάσαι όταν πιστεύαμε κάτι αντίστοιχο για τη λογοτεχνία πριν δέκα χρόνια ρε;», με ρώτησε ο Νικ. «Είχες ανεβάσει μια ιστορία με ζόμπι σε μια σελίδα στο ΙΝΤΕΡΝΕΤ και έπειτα σκαρφάλωσες σε ένα τρένο την ώρα που ήταν σταθμευμένο κάπου στην επαρχεία και έγραψες σε κάθε βαγόνι με σπρέι, προτροπές προς τους επιβάτες να διαβάσουν την ιστορία σου και να ψηφίσουν ΛΑΟΣ στις εκλογές. Είδαμε και πάθαμε να σε βγάλουμε απ’ τη φυλακή. Ευτυχώς που σου φάνηκε αστείο να γράψεις υπέρ του ΛΑΟΣ κι όχι του ΚΚΕ, αλλιώς ακόμα μέσα θα ήσουν».

Γέλασα. Υπερασπιζόμουν ακόμα με όλη μου την καρδιά εκείνη την πράξη κι απορούσα πως δεν την είχα βάλει σε κανένα διήγημα μέχρι τώρα. Θα το έκανα κάποτε. Άσε που όντως το ΛΑΟΣ είχε ανέβει εκείνη τη χρονιά.

«Όπως και να έχει, χρειαζόμαστε κάτι πιο συγκεκριμένο», συμφώνησε με τον Νικ κι ο ψηλός.
«Τα υπόλοιπα θα έρθουν μόνα τους», είπα εγώ συνεχίζοντας να παραγγέλνω ποτά και να χαζεύω με τη σειρά μου την τύπισσα με το ψεύτικο πέος. «Έχω ήδη βρει το όνομα της ομάδας μας». Ανακοίνωσα. «“Ζωγραφικός Όμιλος ΜΕ ΚΑρδιά”, δηλαδή Ζ.Ο. ΜΕΚΑ»
«ΜΕΚΑ; Αυτό δεν είναι ο ιερός τόπος των μουσουλμάνων;».
«Ναι, με τη βοήθεια του Αλλάχ, το πινέλο μας θα κόψει τα κεφάλια των άπιστων!», δήλωσα.

«Λοιπόν τι λέτε;» ρώτησα. Με κοίταξαν.
Τσουγκρίσαμε.

Η ΜΕΚΑ έπινε λοιπόν τις ποτάρες της κατά παράβαση των εντολών του Θεού, και παράλληλα συζητούσαμε ποιες θα ήταν οι επόμενες κινήσεις μας ενάντια στο καλλιτεχνικό κατεστημένο. Δε μας ενδιέφερε στην παρούσα φάση ούτε να ζωγραφίσουμε, ούτε να ασχοληθούμε με τον εμφύλιο πόλεμο.

«Αρχικά θέλω να δηλώσω πως προτείνω η ομάδα μας να έχει φουλ θρησκευτικό χαρακτήρα, αλλά να είναι ταυτόχρονα υπέρ όλων των ηδονών της ζωής!», είπε ο ένας.
«Συμφωνώ απολύτως, και επιπλέον προσθέτω πως όλες αυτές τις ηδονές πρέπει να τις βλέπουμε με ένα πνεύμα ασκητικό, δηλαδή σαν κάτι μεταξύ νηστείας και Θείας κοινωνίας, τίποτα δεν είναι αρκετό για τη ΜΕΚΑ, όλα είναι πολύ λίγα τη ΜΕΚΑ, αλλά η ΜΕΚΑ δεν αρνείται ποτέ την ανάγκη της ηρεμίας και της ησυχίας».
«Ακριβώς-ακριβώς, η ΜΕΚΑ είναι μια προσευχή στο Θεό να μας κάνει άξιους να γίνουμε περισσότερο αχάριστοι απέναντι του!».

Τσουγκρίσαμε πάλι.

Ήμασταν τέρμα ζαλισμένοι. Ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού ανακοίνωσε απ’ το μικρόφωνο πως ακολουθεί παράσταση από τις ΚΡΕΙΖΙ ΓΚΕΡΛΖ ΓΟΥΙΘ ΚΟΥΕΣΙΟΝΜΑΡΞ.
Διακόψαμε τη συζήτηση για να δούμε τι παίζει. Στη σκηνή εμφανίστηκε αρχικά μια κοπέλα και μίλησε.

«Ε βασικά ντρέπομαι λίγο κάθε φορά που μιλάω σε κοινό», είπε.
«Είμαστε μια αυτόνομη χορευτική ομάδα που φτιάχτηκε στα χρόνια του εμφυλίου και…»
«ΡΕ ΜΑΛΑΚΕΣ ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η…», φώναξα, ενώ προφανώς είχα σταματήσει να ακούω μουσικές, λόγια, να βλέπω τοίχους, να σκέφτομαι πράγματα. Κατά βάση ήμουν σπουδαγμένο και διαβασμένο παιδί από πριν τον πόλεμο και ήξερα να επεξεργάζομαι δεδομένα του περιβάλλοντος. Όλοι γύρω μου απορούσαν με το πως άδειαζε τελείως το μυαλό μου έτσι απότομα κάποιες φορές.

Οι φίλοι μου με κοίταξαν σαστισμένοι. Αν και ήταν και οι ίδιοι πιωμένοι κατάλαβαν που το πήγαινα το πράγμα. Τελικώς ο Νικ που με ήξερε και κάπως καλύτερα πετάχτηκε και με τράβηξε κάτω.

«Όχι ρε μαλάκα, δεν είναι. Ηρέμησε. Θα μας πετάξουν έξω. Χαλάρωσε σε παρακαλώ. Θα σκοτωθούμε. Κανονικά. Όχι όπως πριν τον πόλεμο. Όχι όπως στα διηγήματα. Κανονικός θάνατος που δεν υπάρχει συνείδηση έπειτα. Το χεις;».
«Μα την είδα», κλαψούρισα. «Είναι εκεί, χορεύει».
«Έλα μωρέ, παράτα τον!», πετάχτηκε ο ψηλός. «Στην πραγματικότητα δε του αρέσει καμία ρε, ζει για το σόου. Περφόμανς κάνει. Εγώ σε πιστεύω ρε», μου είπε, γυρίζοντας προς το μέρος μου. «Αυτή είναι. Πήγαινε να της μιλήσεις!».
«Τι του λες και εσύ τώρα», απάντησε θυμωμένα ο Νικ. Να σημειωθεί πως όλοι μας, μα περισσότερο εγώ τα είχαμε κοπανήσει και συνεχίζαμε να πίνουμε. Άρα ανεβοκατεβάζαμε τον τόνο της φωνής μας σε τυχαία σημεία της συζήτησης, για άκυρους λόγους ή μάλλον χωρίς κανένα λόγο.
«Αφού με πιστεύει ο Μιν εμένα μου φτάνει», είπα με θάρρος. «Και το γεγονός ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται δεν έχει καμία σχέση με τίποτα απ’ όσα λέμε. Δε δίνω δεκάρα για την ιστορία, το Θεό, το σύμπαν ολόκληρο και τους νόμους του, στα αρχίδια μου. Εγώ, Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ, είμαι πιο σημαντικός απ’ όλη την κοσμική ύλη του κόσμου κι όλους τους άρρωστους παρανοϊκούς πανθεϊσμούς που έχετε φτιάξει εσείς οι τρελάρες. Πρέπει να πεθάνω; Σιγά μην πεθάνω. Αμ δε σφάξανε. Να φάτε γλαρόσουπα».

Και πίνοντας ένα ποτηράκι ακόμα. Τράβηξα προς τη σκηνή. Η μία χορεύτρια ήταν πολύ όμορφη, πολύ γλυκιά, πολύ ιδιαίτερη και όντως έμοιαζε στην κοπέλα που θυμόμουν απ’ την πόλη που είχαν ισοπεδώσει οι στρατιώτες. Πάω και της μιλάω λοιπόν. Για να δούμε τι ξέρει από μαρξισμό, δηλαδή από Σαίξπηρ.

Εγώ: Αλλά βέβαια ηδονή και δράση κάνουν το χρόνο να φαίνεται λίγος.
Αυτή: Ξόδευα άσκοπα το χρόνο μου
Ε. Τώρα ο χρόνος ξοδεύει άσκοπα εμένα.
Ε: Τι υπάρχει σ’ ένα όνομα;
Α: Έλα ντε. Αυτό που ονομάζουμε τριαντάφυλλο, με οποιοδήποτε άλλο όνομα θα μύριζε εξίσου ωραία.
Ε: Η αλήθεια κάνει το διάβολο να κοκκινίζει.
Α: Οι γελωτοποιοί συχνά αποδεικνύονται προφήτες.
Ε:Το πρώτο πράγμα που θα κάνουμε: Ας σκοτώσουμε όλους τους δικηγόρους.

Και κάπου εκεί, πρωτού πάω να τη φιλήσω, αν όχι στο στόμα, έστω στο μάγουλο, ήρθαν οι μπράβοι του μαγαζιού, δυο αναρχικοί δηλαδή και με πήραν σηκωτό να με πετάξουν έξω. Ευτυχώς λίγο πριν εκπληρώσουν την πρόθεση τους που εκτός απ’ τη λήξη του θεατρικού διαλόγου θα σήμαινε και ένα γερό χέρι ξύλο, η κοπέλα μεσολάβησε.

«Εντάξει δεν ενοχλεί, γλυκούλης είναι αφήστε τον, λογικά θα πληρώσουν σε λίγο και θα φύγουν. Ε;», είπε και κοίταξε παρακλητικά. Τι να πω και εγώ, συμφώνησα. Απήγγειλα ένα τελευταίο μαρξιστικό: «Κουράστηκα• να φύγω πια απ’ όλ’ αυτά εδώ πάνω! Αλλά θα μείνει η αγάπη μου μόνη της αν πεθάνω». Η αγάπη μου γέλασε. Ακόμα και οι μπράβοι χαμογέλασαν και έτσι γύρισα ασφαλής στο τραπέζι μας. Οι φίλοι μου ήταν εκεί.

«Άντε ρε μαλάκα, ήμασταν οριακά να επέμβουμε», μου είπαν και μου έδειξαν τα όπλα τους που είχαν γεμάτα και έτοιμα πλέον. Τα οπλίζαμε πλέον σπάνια γιατί παρόλο τον εμφύλιο είχαμε μείνει οι τελευταίοι στην Ελλάδα που δεν ξέρανε σκοποβολή.

Χαμογέλασα. Εξαιρετική ιδέα. Πιθανότατα αν έπεφτε έστω και μια σφαίρα εδώ, θα γέμιζε το μαγαζί δεκάδες νεκρούς και οι ταραχές θα επεκτείνονταν σε όλη την πόλη. Ήταν πραγματικοί φίλοι.

«Εντάξει παιδιά, τα κατάφερα και μόνος μου».
«Τι έγινε τελικά με την κοπέλα;».
«Νομίζω με βλέπει σα φίλο».
«Κλασσικά πράγματα».
«Ναι μωρέ, only ΜΕΚΑ things, βάλε μου ένα ποτηράκι».

Μου βάλανε.

Πιάσαμε μια κάπως πιο ήρεμη κουβέντα για το πώς και που θα γινότανε η επόμενη αγωνιστική μεταξύ του πρωταθλητή Ελλάδας, ΓΙΓΑΝΤΑ ΠΕΙΡΑΙΑ και της ομάδας της Λαμίας, ΕΚΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΣΤΡΑΠΗ. Ήταν σημαντικός αγώνας γιατί αν η ομάδα του ΓΙΓΑΝΤΑ έχανε, θα έπεφτε στη δεύτερη θέση. Δύσκολο να συμβεί, όμως οι διαιτητές της Λαμίας δεν έπαιρναν γραμμή απ’ την κυβέρνηση ως προς τα σφυρίγματα, από την αρχή του εμφυλίου μέχρι σήμερα.

«Η Λαμία εδώ και καιρό δεν ελέγχεται από τον εθνικό στρατό».
«Ποιός την έχει; Άκουσα ότι οι Κομμουνιστές αποχώρησαν επίσης κάνα δυο μήνες τώρα».
«Ε λοιπόν φίλοι μου», χαμογέλασα εγώ που ήξερα λεπτομέρειες και έβγαλα απ’ την τσάντα μου μια πολιτική-αθλητική εφημερίδα (ήταν ένα και το αυτό πλέον), «Η Λαμία παραχωρήθηκε απ’ τους Κομμουνιστές σε μια φεμινιστική, αυτόνομη οργάνωση, την ΠΕΤΡΟΛΕΖ, με αντάλλαγμα να περάσουν τα ανταλλακτικά για το εργοστάσιο όπλων του ΚΚΕ στο Βόλο και να λήξει η απεργία των αναρχικών εκεί και επιπλέον…»
«Μαλάκα μου έχει γίνει πολύ περίπλοκο όλο αυτό».
«Ναι…», συμφώνησα.
«Εσείς θα μείνετε πρώτη κατηγορία στο τοπικό πάντως;»
«Οπωσδήποτε», είπα εγώ με αισιοδοξία. «Μπορεί να μην υπάρχουν Γάτες πλέον, αλλά φυτέψαμε τους σπόρους μιας κουλτούρας που θα ανθίσει κάποτε. Φοβούνται τη μέρα που ο νεανικός οπαδικός εγελιανισμός θα ξεχύνεται με καραμπίνες στα γήπεδα και θα σπέρνει τον πανικό στην αμορφωσιά, στην βλακεία αλλά κυρίως στη μαφία και στη δεξιά».

«Στην υγειά μας λοιπόν!».
«Στην υγ…».

Έφτυσα πάνω στον ψηλό.

Ήταν εκεί, ήταν πάνω στη σκηνή. Αυτή τη φορά δεν έφταιγε το αλκοόλ ή οτιδήποτε άλλο. Το χορευτικό πρόγραμμα είχε τελειώσει και τώρα για λογαριασμό του μαγαζιού μίλαγε ένας κλόουν. Όχι ένας γλυκούλης, ενδιαφέρον, χαρούμενος κλόουν, αλλά ένα διεστραμμένο, πουλημένο σαδιστικό καθήκι. Ήταν ο Κόπρος!

«Τι έγινε ρε μαλάκα; Γιατί χλόμιασες;», με ρώτησαν οι φίλοι μου.
«Τον βλέπετε αυτόν εκεί που περιμένει να μιλήσει στο μικρόφωνο; Λοιπόν αυτόν τον είχαμε στο σύνδεσμο. Όταν άρχισε να υπάρχει έλλειψη βασικών αγαθών στην Αττική, ήθελε να γίνουμε μπράβοι αυτού του μεγαλομαφιόζου που έχει τον πρωταθλητή Ελλάδος μη χέσω. Τότε τους είχαν φάει οι κομμουνιστές κάτι φορτία με όπλα στο λιμάνι και αυτός έκλεισε ντιλ με την κυβέρνηση για τα επόμενα. Προθυμοποιήθηκε μέχρι και να προσλάβει αντιφασίστες οπαδούς με καλό μεροκάματο. Οπαδοί όπως ο Κόπρος ήταν χαρακτηριστικό δείγμα υπανθρώπων που δέχτηκαν να γίνουν τσιράκια του κράτους, της κυβέρνησης, της δεξιάς και φυσικά του ΓΙΓΑΝΤΑ ΠΕΙΡΑΙΑ».
«Και πως αντιδράσατε όταν σας το πρότεινε;»
«Τον σαπίσαμε στο ξύλο», είπα περήφανα. «Στις Γάτες είχαμε πολλά προβλήματα αλλά ηθικής δεν είχαμε ποτέ. Πες μας ό,τι γουστάρεις, αλλά όχι μπράβους. Πως μας ξέφυγε ο Κόπρος και τον βάλαμε μέσα, αυτό είναι άλλο θέμα. Απορώ τι κάνει εδώ».
«Θα το μάθουμε. Βάζε ποτό στο μεταξύ».

Δύο τύποι της αναρχικής φρουράς του μαγαζιού έφεραν τότε στη σκηνή ένα κλουβί. Από μέσα του ακουγόταν να παλεύει κάτι, όμως τι ήταν, δε μπορούσα να δούμε. Υποθέταμε πως επρόκειτο για ένα άγριο ζώο, όμως μια κουρτίνα κάλυπτε όλη την επιφάνεια. Η φρουρά άφησε το κλουβί και αποχώρησε.

Τότε μίλησε ο Κόπρος.

«Σύντροφισσες και σύντροφοι…», ξεκίνησε.
«ή όποιο άλλο φύλο είστε», σχολίασα ειρωνικά μην πιστεύοντας την μεταστροφή του.
«ή όποιο άλλο φύλο και σεξουαλικός προσανατολισμός σας κάνει να αισθάνεστε άνετα. Δυστυχώς οι ταξικοί περιορισμοί κληροδότησαν σε μερικές από εμάς, το πλέον φτωχό λεξιλόγιο και δε μπορώ να σας καλύψω σε μία μου ομιλία. Θέλω ωστόσο να αισθάνεστε όσο το δυνατόν πιο άνετα. Θα κάνουμε το παν απόψε ώστε να είναι ο χώρος ένα αληθινό safespace για όλες».
«Έλα Χριστέ και Παναγιά!», είπα κάνοντας το σταυρό μου. «Δε το ζω αυτό το πράγμα».
«Ρε απ’ ότι φαίνεται δεν είναι ακριβώς μαγαζί εδώ, το παρεξηγήσαμε γιατί είχαμε πιεί», μου είπε ο Νικ.

Κοίταξα γύρω μου. Ναι ήταν σαφές. Ήταν ο αναρχικός χώρος της πόλης κι όχι κάποιο κέντρο διασκέδασης. Οι ένοπλοι που είχα δει ήταν η περιφρούρηση κι όχι μπράβοι. Κι ο Κόπρος; Ο Κόπρος απλά παρασιτούσε στον καινούργιο χώρο που του πρόσφερε κάλυψη ή ακόμα χειρότερα δούλευε για το κράτος. Αλλά θα εμπιστευόταν το κράτος έναν τέτοιο ρόλο στον Κόπρο; Αποκλείεται, δεν περισσεύανε λεφτά στην κυβέρνηση των Αθηνών. Η πρώτη εξήγηση ήταν πιο ικανοποιητική. Υιοθετώντας τη σωστή ρητορική, ρούχα και στα πλαίσια μιας πόλης που δεν κινδύνευε ούτε απ’ τη φτώχεια, ούτε απ’ τον πόλεμο για την ώρα ο Κόπρος είχε γλυτώσει απ’ την πιθανότητα να τον τιμωρήσει κάποιο απ’ τα δεκάδες στρατόπεδα που είχαν σχηματιστεί κατά τον πόλεμο, αν όχι για τα εγκλήματα, τότε για τη μαλακία που έδερνε το κεφάλι του.

Έβραζα αλλά έμεινα στη θέση μου. Ο Κόπρος συνέχισε.

«Ξέρουμε ότι όλες εδώ είστε καταπιεσμένα. Έτσι θελήσαμε να σας διασκεδάσουμε για απόψε με το εξής θέαμα. Μετά τον χορό που απολαύσατε από την χορευτική μας ομάδα, την οποία ευχαριστούμε όλες, θα έχετε την ευκαιρία να ξεσπάσετε ενάντια σε έναν αληθινό εχθρό, έναν εχθρό που παρουσιάζει τις ζωές όλων σας εδώ σαν μη άξιες να βιωθούν. Ορίστε λοιπόν».

Και τράβηξε την κουρτίνα που κάλυπτε το Κλουβί.

Χρειάστηκε να πεταχτούν πάνω μου δύο ζευγάρια χέρια, αυτά των φίλων μου για να μην πεταχτώ όρθιος ή να μην κινηθώ προς το όπλο μου. Το παιδί στο κλουβί το ήξερα και μου έκανε εντύπωση που δεν τον ήξεραν και οι άλλοι δύο. Συμμετείχε στην Αόρατη Αποστροφή. Ήταν αντιφασίστας μάλιστα. Εντάξει του χειρίστου είδους εδώ που τα λέμε. Ήταν οπαδός μιας μεγάλης ομάδας της Βόρειας Ελλάδας, με το όνομα ΠΑΝΟΥΚΛΑ, αλλά δεν τον ένοιαζε το ποδόσφαιρο όσο να τραμπουκίζει μαγαζάτορες μαζί το σύνδεσμο του για τσάμπα ποτά και καλό χαρτζιλίκι. Αυτά στην αρχή, μετά το πράγμα εξελίχθηκε σε κανονική επιχείρηση, όμως καθώς πάντα βοήθαγε στα αντιφασιστικά και γενικώς προκαλούσε προβλήματα μόνο σε έχοντες περιουσία ποτέ δε με ενόχλησε η παρουσία του. Άσε που δεν πληρώναμε ποτέ όταν βγαίναμε μαζί του.

«Αυτός εδώ ο τύπος είναι φασίστας και όλα τα σχετικά που συνοδεύουν αυτό το ρόλο», είπε χαιρέκακα ο Κόπρος. Είναι δικός σας. Θα είναι απολύτως δικός σας σε πέντε λεπτά, επιτρέψτε μου ένα μικρό διάλλειμα.

Κατέβηκε απ’ τη σκηνή.
Γύρισα προς τους φίλους μου. Ήμουν στα πρόθυρα του αμόκ.

«Παιδιά κοιτάξτε να δείτε, αυτός εκεί ο τύπος είναι τελείως μαλάκας ναι, αλλά μια φορά φασίστας δεν είναι. Σε αντίθεση με τον κλόουν από εδώ που όντως ήθελε να πείσει μια ολόκληρη ομάδα αντιφασιστών οπαδών να γίνουν φασίστες και μπράβοι, η ζωή έχει έρθει τα πάνω κάτω, όλα είναι εικόνες, τίποτα δεν έχει νόημα πια».
«ΓΑΜΩ ΤΟ ΧΡΙΣΤΟ ΣΑΣ! ΟΤΑΝ ΒΓΩ ΑΠΟ ΕΔΩ ΘΑ ΣΑΣ ΓΑΜΗΣΩ ΤΗ ΜΟΥΝΑ!», ούρλιαζε προς το κοινό εντωμεταξύ ο αιχμάλωτος.

«Έχεις δίκιο», είπε ψιθυριστά ο Νίκ, «Αλλά τι να κάνουμε;».
«Ας τον βγάλουμε έξω, πρότεινε χαλαρά ο ψηλός.
Κοιταχτήκαμε.
«Εγώ ψήνομαι», μας διαβεβαίωσε.
«Όντως τώρα;» τον ρώτησα, ηρεμώντας κάπως.
«Ναι ρε, ολόκληρος εμφύλιος έχει γίνει και δεν έχουμε ρίξει μια σφαίρα, αρχίζω να ντρέπομαι, ας προκαλέσουμε έστω κάτι…»
«Σωστό κι αυτό», πρόσθεσε ο Νικ.
«Για αισθητικούς πάντα λόγους ε;», είπα εγώ.

Κανείς δε μίλαγε. Άρπαξα το όπλο μου απ’ την τσάντα. Το τράβηξα έξω.

«Σηκωθείτε!», είπα. «Πάμε! Για τη ΜΕΚΑ!». Δέκα δευτερόλεπτα τζετ λακ μετά με ακολουθούσαν και οι άλλοι δύο.
«Όλα θα πάνε καλά!», μου είπε ο ψηλός, βλέποντας με να προπορεύομαι αλλά να τρέμω και σα το ψάρι ταυτόχρονα. Παράδιπλα μας τραπέζια που μας έβλεπαν άρχισαν να αδειάζουν.
«Ο κόσμος είναι ένα στρείδι που θ’ ανοίξει με το ξίφος μου, του απάντησα στα κλασσικά μαρξιστικά μου.

Κανείς δε μας εμπόδισε να φτάσουμε ως τη σκηνή. Ίσως επειδή ήμασταν οπλισμένοι σαν αστακοί να δείχναμε πιο απειλητικοί απ’ ότι μπορούσαμε πραγματικά να γίνουμε. Ανεβήκαμε πάνω.

Ο κόσμος είχε πέσει κάτω απ’ τα τραπέζια αλλά συνέχιζε να μας παρακολουθεί με τα μάτια και τα αυτιά του. Σκέφτηκα για λίγο να τους μιλήσω για το Χέγκελ, για τον Ακινάτη, για το ότι δεν είναι ντροπή να μην συγκρατείς το που σπουδάζει η άλλη, ούτε σημαίνει πως δεν την προσέχεις όταν μιλά. Να πω για τον Κάφκα, τον Ντεμπόρ, τον Κουζάνους, τους νεκρούς του Εμφυλίου, τα ντέρμπι του χάθηκαν από γαμημένα σφυρίγματα, από ανίκανες διοικήσεις, τους προπονητές που άξιζαν να μείνουν στην ομάδα, τον Σελίν και τη μιζέρια που δεν αποβάλλεται εύκολα όσους τίτλους κι αν πάρεις…

«ΣΑΣ ΕΧΩ ΟΛΟΥΣ ΓΡΑΜΜΕΝΟΥΣ ΣΤΑ ΑΡΧΙΔΙΑ ΜΟΥ!», είπα τελικά. Άνοιξα το κλουβί πυροβολώντας την πόρτα. Εκείνη τη στιγμή γύριζε κι ο Κόπρος που δεν είχε πάρει πρέφα τι είχε συμβεί.

«Εμείς φεύγουμε!», του ανακοίνωσα. Με κοίταξε, με αναγνώρισε. Σίγουρα φοβήθηκε μην τον σκοτώσω, κάτι που σίγουρα μπορούσα να κάνω, αλλά τέτοια σκουπίδια δε τα σκοτώνεις, είναι ήδη νεκρά, ζούνε νεκρά και πεθαίνουν νεκρά. Αν κανένας τριγύρω τους δεν προσέχει ότι είναι σκουπίδια δεν έχει καμία σημασία και τόσο το χειρότερο για δαύτους. Μια πόλη που είναι περήφανη για το ότι δε μαζεύει τα σκατά της, δε τη βοηθάς να φτιάξει ομάδες καθαριότητας, την αφήνεις στη μοίρα της και καλή τύχη. Άλλωστε κατά βάθος γούσταρα που η μόνη σφαίρα που έριξα σε όλο τον πόλεμο ήταν για να σπάσω ένα κλουβί. Μέχρι στιγμής φυσικά.

«Θα τα πούμε Κόπρε, μια οικογένεια ήμαστε!», πρόσθεσα. Και με γοργό βήμα, οι τέσσερεις μας πλέον, το σκάσαμε απ’ την πίσω πόρτα του μαγαζιού. Εκεί είχε διάφορα παρκαρισμένα αμάξια. Κλέψαμε το πρώτο που είχε κλειδιά πάνω του.
«Κι αν κάποιο είναι συντρόφου;», με ρώτησε ο Νικ και κατουρηθήκαμε σχεδόν στα γέλια. Πραγματικά στα παπάρια μας. Οι τύποι οριακά θα άρχιζαν να κάνουν ανθρωποθυσίες αν τους άφηνες κάνα χρόνο ακόμα».

«Αν όμως ήταν κανονικός φασίστας στη θέση του θα είχες πρόβλημα;».

Δεν απάντησα τίποτα. Συνέχισα να οδηγάω. «Πού πάμε τώρα;» ρώτησε ο νέος μας καλεσμένος όταν πια είχαμε βγει απ’ την μικρή πόλη. Σταμάτησα το αμάξι. «Φοβάμαι πως εσύ κατεβαίνεις εδώ φίλε μου», του είπα και χαμογέλασα ευγενικά. Οι φίλοι μου έδειχναν να συμφωνούν.

«Μα…», έκανε αυτός, «Τέλος πάντων… ναι καταλαβαίνω, εντάξει».

Κατέβηκε.
Συνεχίσαμε.

«Αλήθεια, όντως που πάμε τώρα;», ρώτησε ο ψηλός. «Είμαστε ταπί τελείως».
«Πάμε κάπου, να μην έχει πολύ πόλεμο, να πουλήσουμε το αμάξι και να ζήσουμε καλά λίγο καιρό, έχω κουραστεί με όλα αυτά τα καμένα σκηνικά, χρειάζομαι ξεκούραση», απάντησα.
«Πάμε Θράκη; Κομοτηνή για παράδειγμα που έχω ακούσει τα καλύτερα».
«Όχι μη του βάζεις ιδέες», πετάχτηκε ο Νικ, «Γιατί θα πίνει πάλι τον κώλο του και θα φαντάζεται κοκκινομάλλες που γνωρίζει από παλιά στα μπαρ που θα πηγαίνουμε».
«Υπόσχομαι ότι δε θα συμβεί κάτι τέτοιο», είπα κοκκινίζοντας ελαφρά και κοιτάζοντας τον δρόμο που ξανοιγόταν μπροστά μας.
«Μα, αφού είσαι πρεζάκιας ντράμα κουίν ρε μαλάκα».
«Αυτές είναι».
«Κι αυτές».
«Άρα που πάμε;».
«Πάμε Ροδόπη; Είναι ήσυχα. Και με τη ΜΕΚΑ μπορούμε να στήσουμε μια μικρή ένοπλη μουσουλμανική κίνηση ανεξαρτησίας βασισμένη στη ζωγραφική. Αν πάει πολύ άσχημα φεύγουμε».
«Ακούγεται ό,τι πρέπει ρε φίλε για να ηρεμίσουμε, μέσα».
«Ναι κομπλέ, μέσα και εγώ. Να σου πω, παίζει να σταματήσουμε κάπου να κατουρήσω όμως;».
«Βασικά σταματάμε τώρα; Γιατί θέλω να γράψω κάτι να ανεβάσουμε στο ΙΝΤΕΡΝΕΤ».
«Ωραία ναι, παρκάρω. Τι θες να γράψεις;».
«Ένα κείμενο για όσα έγιναν με τίτλο…

Ανάληψη Ευθύνης Για Την Απελευθέρωση Ενός Φασίστα.

«Οκεί σταματάω εδώ».
«Λίγο πιο εκεί, εδώ μπορεί να με δει κάποιος να κατουράω».
«Είμαστε στη γαμημένη εθνική οδό και έχουμε εμφύλιο ρε μαλάκα».
«Σταμάτα να με κρίνεις».

Πρωτοχρονιά ενός σπιντάκια

Ήταν απογευματάκι προς βράδυ και καθώς ο Χρήστος γύριζε, ως συνήθως με το μετρό, σπίτι του, ακούμπησε για λίγο το κεφάλι του στο τζάμι του βαγονιού και κουρασμένος καθώς ήταν, αποκοιμήθηκε.

Η ιστορία φυσικά δεν τελειώνει εδώ, όμως κάλλιστα θα μπορούσε να τελειώσει η αφήγηση της και να ασχοληθούμε όλοι μας με πιο σημαντικά πράγματα. Παρόλα αυτά δε συμβαίνει έτσι. Αυτό σε πρώτη φάση γιατί ο ύπνος του Χρήστου έφτασε στο τέλος του, μόλις λίγα δεκάλεπτα μετά τη βύθιση του στην αγκαλιά του Μορφέα. Μια βροντερή φωνή, που είχε πάντως και μια νότα λύπησης μέσα στις λέξεις που άρθρωνε τον είχε ταράξει:

«Σηκωθείτε κύριε! Τέρμα!»

Ήταν ο οδηγός του συρμού που διέκοπτε βίαια τον ύπνο του. Δεν είχε άλλη επιλογή απ’ το να μουρμουρίσει ένα «συγνώμη» κι ένα «ευχαριστώ» και να εξαφανιστεί όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Καθώς ανέβαινε τις κυλιόμενες ένιωσε για λίγο το βλέμμα του υπαλλήλου που τον ξύπνησε καρφωμένο πάνω του. Λυπήθηκε για την εικόνα που έδινε, αλλά αποφάσισε να μη δώσει σημασία.

«Σκατά!», σκέφτηκε τελικά όταν βγήκε έξω απ’ το σταθμό. Τον είχε πάρει ο ύπνος και εξαιτίας αυτού κατέληξε στο τέρμα της γραμμής. Τη σιχαινόταν αυτή τη στάση εδώ και χρόνια και αν και πέρναγαν από εκεί λεωφορεία που τον πήγαιναν σπίτι του, αυτός την απέφευγε όποτε μπορούσε. Προτιμούσε τις δυο προηγούμενες που του κόστιζαν μια ελαφριά καθυστέρηση κάθε φορά, αλλά δεν συνεπάγονταν πικρές αναμνήσεις.

«Εμ, βέβαια», μίλησε πάλι στον εαυτό του. «Τέτοιο σκουπίδι που έχω καταντήσει είναι λογικό να κοιμάμαι συνέχεια στο μετρό. Δε θα αργήσει η μέρα που αντί να κοιμάμαι, θα κλέβω ή ακόμα χειρότερα θα ζητιανεύω απ’ τους υπόλοιπους επιβάτες. Ή το πιο χείριστο! Θα μουρμουρίζω μόνος μου, ενημερώνοντας με κραυγές τους υπόλοιπους στο βαγόνι για το ποιο ιστορικό πρόσωπο μιλάει διαμέσου μου σε αυτό το δρομολόγιο».

Μικρότερος και σα φοιτητής ο Χρήστος τους έκανε χάζι τους τρελούς του μετρό. Με τα χρόνια όμως άρχισαν να τον απωθούν και να τον φοβίζουν. Δεν είχε περάσει άλλωστε ούτε βδομάδα από τότε που είχε πετύχει, στο Σύνταγμα και σε ώρα αιχμής μια καλοκάγαθη γριούλα που τον πλησίασε κι άρχισε να του μιλάει, να του φωνάζει περισσότερο, για το Θεό, που όλα τα έβλεπε και δε θα άφηνε τα παιδιά του, τους Έλληνες, να πάνε χαμένα. Το μίλησε επίσης για το πόσο πίστευε στο “Πας μη Έλλην, βάρβαρος” που ήταν και η αγαπημένη της φράση απ’ την αρχαιότητα.

«Μα υπάρχει τίποτα πιο σοφό να πει κανείς, μετά από αυτό;», τον είχε ρωτήσει.
«Και γιατί το πιστεύετε;», είχε απαντήσει αυτός ξεχνώντας για λίγο πως αυτό που κάνεις στο συγκεκριμένο μέσο είναι να βαδίζεις έναν Γολγοθά, γεμάτο προσπάθεια να αγνοήσεις τους παρανοϊκούς, διαγνωσμένους και μη επιβάτες του συρμού. Σε περίπτωση αποτυχίας έβαζες υποψηφιότητα για να γίνεις εσύ ο επόμενος, ολοκαίνουργιος τρελός του μετρό.

«Το “Πας μη Έλλην, βάρβαρος” είναι η πιο σοφή φράση στον κόσμο!», είχε επιμείνει τότε η κυριούλα.
«Δε διαφωνώ, αλλά γιατί;», είχε ρωτήσει ξανά ο Χρήστος.
«Μα φυσικά γιατί το είπαν οι αρχαίοι Έλληνες! Άντε αγόρι μου, στο καλό και καλές γιορτές εύχομαι, ο Θεός μαζί σου». Και είχε χωθεί στον επόμενο συρμό λήγοντας τη συζήτηση.

Περπατούσε λοιπόν ο Χρήστος στο δρόμο για το σπίτι του μιας και βαρέθηκε να περιμένει λεωφορείο και θυμόταν αυτό το περιστατικό.

«Άνθρωποι που τεκμηριώνουν το άριστο μιας άποψης με επίκληση στην αυθεντία, κάποιου, όλως τυχαίως αυτού που την είπε; Τελείως παλαβό!», σχολίασε ο Χρήστος. «Όμως…», συνέχισε, «…αυτή η τρελή ήταν η μοναδική που μου ευχήθηκε μέχρι τώρα για τις γιορτές, ποιος ξέρει; Ίσως να υπάρχει κάτι μέσα τους που τους κάνει πιο καλούς από τους φυσιολογικούς ανθρώπους».

Όπως και να είχε όμως, ο Χρήστος είχε ξενερώσει για τα καλά μετά τη ενθύμηση του συμβάντος.

«Άλλη μια πρωτοχρονιά που έρχεται και εγώ είμαι μόνος!», κλαψούρισε.

Κι έτσι φτάνουμε στο δεύτερο και πιο σημαντικό απ’ τους δύο λόγους που η αφήγηση της ιστορίας συνεχίζεται. Πλησίαζε πρωτοχρονιά του 2017, λίγες ώρες είχαν μείνει για την αλλαγή του χρόνου κι ο Χρήστος ένιωθε να τον κατακλύζει ένα συναίσθημα μοναξιάς και εγκατάλειψης.

Κύρια προέλευση του εν λόγω συναισθήματος ήταν φυσικά η προσωπική του ζωή. Για λίγο καιρό όλα έμοιαζαν να του πηγαίνουν καλά, καθώς είχε αρχίσει να τραβιέται πάλι με μια πρώην του, που όπως λίγοι και καλοί ήξεραν δεν είχε σταματήσει ποτέ να του αρέσει. Για να λέμε την αλήθεια το κορίτσι τον είχε διεκδικήσει με σθένος κι αποφασιστικότητα και μετά από μήνες στενής πολιορκίας (στην οποία, όπως έλεγε ο ίδιος, αντιστεκόταν για ιδεολογικούς λόγους) ενέδωσε. Το τι ακολουθεί, το φαντάζεται εύκολα ο καθένας. Πλέον δεν υπήρχε περίπτωση να δει κάποιος τον Χρήστο χωρίς να είναι γεμάτος δαγκωματιές, τσιμπήματα, σημάδια από ζώνη και κυρίως όλα αυτά που αφήνουν πίσω τους τα γυναικεία χέρια όταν σε γδέρνουν.

Τι είχε πάει στραβά λοιπόν; Ε, για να είμαστε ειλικρινείς ο Χρήστος είχε αποφασίσει να φύγει λίγο πριν τα Χριστούγεννα απ’ την Αθήνα, για να περάσει λίγες μέρες με την αγαπημένη του. Δεν περίμενε τίποτα συναρπαστικό, ούτε είχε και τρομαχτικά μεγάλα σχέδια, μιας και είχε επιτέλους (και πολύ αργά στη ζωή του μάλλον) μάθει πως για μερικά πράγματα δεν πρέπει να καταβάλεις, στα φανερά τουλάχιστον, την οποιαδήποτε προσπάθεια αλλά να περιμένεις να ωριμάσουν μόνα τους. Ο Χρήστος ήθελε απλά να περάσει μερικές όμορφες στιγμές με την καλή του.

Φυσικά οι απόψεις και οι επιθυμίες δεν ταυτίζονται πάντα.

Μετά λοιπόν από ένα πολύωρο, πολυέξοδο (γιατί ήταν και λίγο γύφτος και τα σκεφτόταν κάτι τέτοια ο φίλος μας) ταξίδι ο Χρήστος είχε φτάσει ως την πόρτα που έμενε το πολύ αγαπημένο του εκείνο πρόσωπο και την είχε χτυπήσει.

«Πρέπει να μιλήσουμε!», ήρθε η απάντηση, αντί για κάτι όπως «Γεια σου!» ή «Καλημέρα».
«Να μιλήσουμε, ξέρω γω…», είχε απαντήσει και καλά άνετα ο Χρήστος.
«Γενικά την όλη φάση με το κέρατο πως τη βλέπεις;», τον ρώτησε εκείνη με τη μία.
«Εεε…», έκανε να απαντήσει αυτός συνειδητοποιώντας αυτόματα το λάθος του να κουβαληθεί ως εκεί.

Στη συνέχεια ακολούθησε μια συζήτηση πάνω στην οποία υποτίθεται το ζευγάρι θα εξομολογούταν, ο ένας στο άλλο, τι παραβάσεις είχε κάνει την περίοδο που ήταν μαζί, ως προς το μονογαμικό του πράγματος. Ο Χρήστος δε θέλησε να μιλήσει για τον εαυτό του, μόνο κάθισε και απορημένος άκουγε την αγαπημένη του να του μιλάει για τις δικές της μικρές, τόσες δα, ατασθαλίες. «Κρίμα», σκέφτηκε ο Χρήστος. «Νόμιζα ότι είχαμε χωρίσει επειδή έκανα κάτι εγώ κι όχι για αυτό το λόγο».

Ασχέτως ηθικής ή όχι κρίσης, για διάφορους λόγους ο φίλος μας είχε επιλέξει τότε να μη το κάνει μεγάλο ζήτημα άσχετα αν, σαν αγοράκι κι αυτός, ένιωθε τον εγωισμό του να βαράει κόκκινο. Από καιρό σκεφτόταν άλλωστε ορισμένα θλιβερά τέλματα που έχουν δυνάμει οι σχέσεις και στα οποία καταλήγουν αν τις αντιμετωπίσεις όντως σα σχέσεις κι όχι σαν κατοικίδια σκαντζοχοιράκια για παράδειγμα. Όλα αυτά τον έκαναν να πει εντέλει:

«Ε γενικά είσαι τελείως για τα μπάζα, αλλά μπορούμε να το ξεχάσουμε».
«Αλήθεια το λες;», είπε εκείνη με ειλικρινή εκτίμηση στη φωνή της.
«Ναι μωρέ», πρόσθεσε κατόπιν σκέψης και ενός νεοαποκτηθέντα πόνου στο στομάχι ο Χρήστος. «Δεν τρέχει τίποτα για τέτοια ψιλοπράγματα, εφόσον υπάρχει αγάπη, διάθεση για προσπάθεια…».

Τέλος πάντων για να μην μακρηγορούμε, το ζευγάρι μας έμεινε τελικώς κάποιες μέρες μαζί, πέρασε πολύ καλύτερα σε σχέση με τότε που ήταν κανονικό ζευγάρι και γενικώς αν και υπήρχε κάτι δυσάρεστο στην ατμόσφαιρα, όλα πήγαιναν καλά.

Μέχρι που η κοπέλα ξεκαθάρισε πως καμία διάθεση δεν είχε να προσπαθήσει για τίποτα. Όχι για σχέσεις και τέτοια… γενικά να προσπαθήσει για το οτιδήποτε.

«Μα…», σχολίαζε ξανά και ξανά απορημένος ο Χρήστος. «Τότε για ποιο λόγο όλα αυτά; Για ποιο λόγο τόση διεκδίκηση, τόσες αχρείαστες εξομολογήσεις, τόση ψυχική ταλαιπωρία; Γιατί απλά δε τα αφήναμε όπως ήταν τα πράγματα; Τι κερδίσαμε; Γιατί έπρεπε να συμβεί όλο αυτό το τσίρκο;»

Η κοπέλα δεν ήξερε να απαντήσει στις κάπως φορτικές και πιεστικές ερωτήσεις του Χρήστου και το είχαν αφήσει εκεί το θέμα. Χώρισαν για πάντα οι δρόμοι τους.

Λυπηρό.

Για εκείνον ήταν δε λυπηρό σε βαθμό που να πάει λίγο καιρό μετά μέχρι το σταθμό του τραίνου μήπως και πετύχει το εν λόγω “πρόσωπο”. Θα χρησιμοποιούσε οπωσδήποτε τραίνο περνώντας απ’ την Αθήνα και «αν ο Θεός είναι μαζί μου, θα την πετύχω όταν θα ετοιμάζεται να επιβιβαστεί».

Φυσικά ο Θεός καθώς προετοιμαζόταν σε πυρετώδεις ρυθμούς για τον 2016ο εορτασμό των γενεθλίων του υιού του και για την αρχή του 2017ου έτους από αυτή την πολύ σημαντική για όλη την Αγία Οικογένεια επέτειο, αδιαφόρησε τελείως για το αίτημα του Χρήστου, ο οποίος τελικώς, αντί να βρει το κορίτσι, συνάντησε μόνο αγχωμένους σεκιουριτάδες, που για κάποιο λόγο έδειχναν να τον έχουν βάλει στο μάτι μετά την εικοστή πέμπτη φορά που έκανε πάνω κάτω τις αποβάθρες των τρένων.

Απογοητευμένος απ’ την αποτυχία του λοιπόν, το μόνο που έκανε ήταν να μπει στο μετρό και να γυρίσει σπίτι του. Ούτε σε αυτό τα πήγε πολύ καλά όμως, διότι όπως είδαμε και παραπάνω, τον πήρε ο ύπνος μες το συρμό. Ήταν παραμονή πρωτοχρονιάς και δεν έμοιαζε να του πάνε πολύ καλά τα πράγματα.

«Στο διάολο!», σκέφτηκε ενώ περπατούσε. «Θα κλειστώ σπίτι μέχρι να αλλάξει η χρονιά, στα τσακίδια οι κοινωνικές υποχρεώσεις, είμαι χάλια. θέλω να ανοίξει η γη να με καταπιεί!», αποφάσισε κι έπειτα κάθισε να στρίψει ένα τσιγάρο στο παγκάκι του δήμου που ήταν μπροστά του.

Ενώ κοίταζε με γουρλωμένα μάτια το κενό ένιωσε μια παρουσία, μια φιγούρα να κινείται κοντά του. Αρχικά αδιαφόρησε, όμως έπειτα η φιγούρα ήρθε και κάθισε δίπλα του. «Κανάς παλαβός θα είναι πάλι!», σκέφτηκε, αλλά γύρισε να δει από περιέργεια.

Και τότε την είδε.

***

Δεν ήταν βεβαίως η κοπέλα που περίμενε να βρει στο σταθμό του τρένου. Μακάρι στη ζωή να υπήρχαν όντως τέτοια ρομαντικά πλοτ-τουιστ, αλλά κάτι τέτοιο απλά δε συνέβαινε. Επρόκειτο τελικά για ένα κορίτσι που ήξερε κάποια χρόνια τώρα. Μάλιστα τον τελευταίο, σχεδόν ολόκληρο χρόνο αποτελούσε ένα απ’ τα λίγα πλατωνικά (στο βαθμό που υπάρχει κάτι τέτοιο), τσιμπήματα που είχε καταφέρει να αισθανθεί στην καρδιά του. Είχαν ωστόσο να μιλήσουν πολύ καιρό, πόσο μάλλον από κοντά. Για την ακρίβεια, όπως και με πολλές φίλες και φίλους του, ο Χρήστος είχε ξοδέψει το μεγαλύτερο διάστημα της σχέσης του με το άτομο που είχε τώρα δίπλα του, με το να μη του μιλάει επειδή το θεωρούσε τελείως παλαβό. Όποτε πάλι άλλαζε γνώμη κι ήταν πιο δεχτικός μαζί της, εκείνη αποφάσιζε να πιστέψει γι’ αυτόν τα χειρότερα. Το αποτέλεσμα ήταν να μην υπάρχει καμία ουσιαστική επικοινωνία.

Ήταν βέβαια όμορφη και φυσικά, τελείως πειραγμένη στα μυαλά της. Υπάρχει τίποτα καλύτερο;

«Πλάκα μου κάνεις…», της είπε ο Χρήστος, που δεν περίμενε να την ξαναδεί για κάνα χρόνο τουλάχιστον.
«Γεια σου Χρήστο», του είπε κι εκείνη χαμογελώντας. «Τι κάνεις;»
«Εεε… εδώ… Ξέρω γω; Καλά είμαι», απάντησε αυτός που είχε ολίγον τι, χαζέψει.
«Γρατζουνιές βλέπω…», παρατήρησε κοιτάζοντας τον.
«Ε…», απάντησε και αυτός αμήχανα. Κάποια μέρα θα γινόταν κι αυτός σα τα άλλα αγοράκια που διατυμπανίζουν τις υπαρκτές ή (πιο συχνά, ιδιαίτερα για εκείνον) φανταστικές επιτυχίες τους με το άλλο φύλο. Όμως η μέρα αυτή δε θα ήταν με τίποτα η σημερινή.
«Άσε καλά», συνέχισε η κοπέλα. «Για πες, παίζει κάνα καινούργιο φλερτ;», ρώτησε και του έκλεισε το μάτι.
«Μα», έκανε αυθόρμητα ο Χρήστος που συνήλθε λίγο στο μεταξύ. «Αφού ξέρεις πολύ καλά πως εσύ είσαι το φλερτ μου».

Αμηχανία και χαμόγελα κατανόησης κι απ’ τις δύο πλευρές.

«Έχω και εγώ γρατζουνιές πάντως!», τον πληροφόρησε εκείνη. «Αμέ! Να, δες!», είπε και σήκωσε τα μανίκια της.
«Τι τραβάω Θεέ μου;», αναρωτήθηκε ο Χρήστος χωρίς να χάσει το αποβλακωμένο χαμόγελο που είχε καρφωθεί στη φάτσα του. Κοιτάζοντας όμως πιο προσεκτικά τις γρατζουνιές, διαπίστωσε πως δεν προέρχονταν από άνθρωπο.
«Πήρες γάτα;», ρώτησε τέλος.
«Ε, ναι!», του απάντησε αυτή. «Τη λένε […] Δεν είναι υπέροχο όνομα;», τον ρώτησε.

Ο Χρήστος πίστευε πως τέτοια ονόματα ήταν χαζά, ωστόσο λιγότερο χαζά απ’ αυτά που στη γλώσσα της πιάτσας ή και στην επίσημη ιατρική ορολογία, σήμαιναν κάποιο ναρκωτικό, κάποιο δηλητήριο και γενικώς την κουλ χημική ένωση του μήνα. Ένα αποτέλεσμα τέτοιου βαπτίσματος ήταν για παράδειγμα ο “Μπούμπλε”, γάτος μιας νεαρής γειτόνισσας του Χρήστου που είχε καταφέρει να γίνει φοιτήτρια και το γιόρταζε κάνοντας κάθε πιθανή ανοησία. Ο καημένος ο “Μπούμπλε” αγνοούσε φυσικά πως το όνομα του ήταν το γνωστό ψευδώνυμο των υπνωτικών χαπιών “Vublegal”, που ήταν εξαιρετικά στη δουλειά τους, όμως η χαμηλή τους τιμή τα καθιστούσε την αγαπημένη προτίμηση των χρηστών ηρωίνης. Αυτό το τάργκετ γκρουπ, μοιραία στιγμάτιζε και τα ίδια τα χάπια και όσους τα αγοράζανε για άλλους λόγους πλην της… διασκέδασης.

«Ναι ωραίο είναι», της είπε.
«Χαίρομαι πολύ που σου αρέσει! Γενικά ήταν πολύ όμορφα που σε πέτυχα σήμερα… Λοιπόν… σε φιλώ… και να βρεθούμε!», του είπε εκείνη χαιρετώντας τον και συνεχίζοντας το δρόμο της με μικρούλικα, πεταχτά βήματα που θύμιζαν κουνέλι.

Ο Χρήστος έπαιξε μηχανικά με τον αναπτήρα του και έπειτα πήρε κι αυτός το δρόμο του.

***

Όταν πια έφτασε σπίτι, το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να ξαπλώσει στον καναπέ του σαλονιού και να στρίψει ένα καλό μπάφο. Προσπαθούσε να μην πίνει γενικά, καθώς είχε παρελθόν κατάχρησης των περισσότερων ουσιών που κυκλοφορούν στις 4-5 μεγαλύτερες πόλεις της Ελλάδας. Όμως σα ξαφνικά να είχε όρεξη για χαβαλέ μέσα του.

Έφταιγε η απελπισία για την ερωτική ιστορία που μόλις είχε κλείσει στη ζωή του; Μπορεί.
Έφταιγε που συνάντησε την άλλη κοπέλα κι αυτό είχε επηρεάσει για κάποιο λόγο θετικά τη διάθεση του; Δεν ήταν κι απίθανο.

Το θέμα ήταν πως ο Χρήστος είχε αρχίσει στα σοβαρά να αναθεωρεί την ιδέα του να μείνει σπίτι, μόνος με την αλλαγή του χρόνου. Κι έτσι αποφάσισε εντέλει να ενταχθεί στη συνομοταξία εκείνη που περιλαμβάνει όσους και όσες κανονίζουν τελευταία στιγμή τι θα κάνουν στις γιορτές, αφού έχουν ξοδέψει βδομάδες να πρήζουν τους γύρω τους για το εμπορικό, θεαματικό χαρακτήρα της Πρωτοχρονιάς και την καταναλωτική υστερία της.

***

Μετά από πολλά αποτυχημένα τηλεφωνήματα, η λύση είχε τελικώς βρεθεί. Θα πέρναγε την Πρωτοχρονιά του στο Γνωστό, ένα μαγαζί αρκετά μακριά απ’ το σπίτι του που όμως είχε γίνει πλέον κάτι στα στέκι του. Θα είχε μαζί του τον φίλο του τον Πέτρο, τη Μαίρη, που ήταν δυστυχώς επίσης –μόνο- φίλη του και κάποια ακόμα παιδιά. Καθώς όμως όλοι οι παραπάνω θα έκαναν αλλαγή με τις οικογένειες τους, ο Χρήστος αναζήτησε παρέα για να μη μείνει μόνος του στο μεταξύ. Η μόνη που ανταποκρίθηκε ήταν η Λίζα, μια φίλη, που κάποτε ήταν φίλος του. Η Λίζα ήταν ένα υπέροχο άτομο, καμία σχέση με τον Χρήστο και την παρέα του αφού ήταν εξόχως παραγωγική στη ζωή της. Το μόνο αξιοπρόσεχτο πάνω της ήταν το γεγονός πως πριν ένα χρόνο είχε αλλάξει φύλο καθώς και κάτι κρίσεις άγχους που πέρναγε κατά τις οποίες ζούσε τελείως όπως ‘ναι.

«Ψήνεσαι;», την είχε ρωτήσει ο Χρήστος. «Πες μου σε παρακαλώ ναι, αλλιώς θα αναγκαστώ να μείνω μέσα!»
«Ναι ρε, εννοείται», του είχε πει αυτή και είχανε δώσει ραντεβού κάπου κεντρικά

***

Όταν βρεθήκανε, η ώρα είχε πάει 9 το βράδυ. Η Λίζα τον περίμενε έξω απ’ το μετρό.

«Έλα ρε τι κάνεις; Τι γίνεται;», τον είχε ρωτήσει.
«Που να στα λέω…», είχε ξεκινήσει ο Χρήστος και σε λιγότερο από μισή ώρα, είχε καταφέρει, μιλώντας ακατάπαυστα, να εξιστορήσει μήνες και μήνες της ζωής του.
«Μάλιστα, εγώ τι να σου πω από νέα… Kαλά είμαι!», είπε εκείνη.
«Από λεφτά πως πάς;»
«Κομπλέ! Πήραμε και ένα επίδομα που δίνει ο ΣΥΡΙΖΑ με τη μάνα μου κι είμαστε μια χαρούλα».
«Τέλεια, άντε μπράβο… Για τον Πέτρο έχεις κανά νέο να μου πεις; Να προετοιμαστώ πριν τον δούμε».

Η Λίζα αναστέναξε. «Φαίνεται πως έχει πέσει με τη μούρη στην πρέζα».
«Σκατά…»
«Ε ναι, αλλά τι να κάνεις, προσπάθησες, του είπες δύο κουβέντες, δεν είναι δικιά σου ευθύνη από εκεί και πέρα».

Ο Χρήστος διαφωνούσε αναφορικά με το μερίδιο ευθύνης που είχε απέναντι στον Πέτρο. Ο Πέτρος μπορεί να σκόπευε να γίνει κανονικός πρεζάκιας, όμως ο Χρήστος ήταν αυτός που τον είχε βάλει να δοκιμάσει πρώτη φορά, κι όσο να ‘ναι, ένιωθε τύψεις.

«Δεν ξέρω ρε Λίζα…»
«Αν θες τη γνώμη μου Χρήστο, το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να ξεκόψεις από αυτή την παρέα, δε θα σου βγει σε καλό, κι ούτε τους βοηθάς και σε τίποτα με την παρουσία σου, θα καταλήξεις ακόμα ένας που την πίνει παρέα με άλλους που την πίνουν, ό,τι χειρότερο.
«Ναι ίσως να κάνω κι έτσι».

Πες-πες, αφού περπατήσανε κάμποσο, βρέθηκαν στην Πατησίων. Με την κουβέντα ο Χρήστος είχε ηρεμίσει λιγάκι και είχε πάρει ακόμα περισσότερο τα πάνω του.

«Να είχαμε να πιούμε και τίποτα όμως ε; Καλή φάση θα ήταν για απόψε».
«Ναι, αλλά τι; Άσε που έχουμε ελάχιστα λεφτά, κρατάω είκοσι ευρώ και δε θέλω να τα δώσω όλα».
«Χμ, ναι και εγώ το ίδιο, αλλά απ’ την άλλη είναι Πρωτοχρονιά απόψε».
«Μάλιστα…»
«Άσε με να κάνω μερικά τηλέφωνα», ζήτησε ο Χρήστος και η Λίζα, χωρίς πολύ όρεξη, δέχτηκε.

***

Λίγα τηλέφωνα μετά, το αποτέλεσμα ήταν τζίφος. Κανείς δεν είχε σταφ πάνω του κι όσοι λίγοι είχαν, σκόπευαν να το καταναλώσουν με την αλλαγή του χρόνου. Καμία όρεξη δεν είχαν να το μοιραστούν με τον Χρήστο.

«Λίγο σπιντάκι ζητάω ρε γαμώτο, μια-δυο καλές γραμμές να αλλάξει η χρονιά».
«Απ’ ότι φαίνεται, θα πρέπει να τη βγάλουμε με αλκοόλ…»
«Όχι απαραίτητα!», απάντησε ο Χρήστος.
«Δηλαδή τι θα κάνουμε;»
«Υπάρχει πάντα η λύση να πάμε μέχρι το Πεδίον να γίνουμε».
«Μα είναι τελείως σκατά το Πεδίον, κι είναι βράδυ. Άσε που και δεν έχει καν σπιντ εκεί».
«Ναι το ξέρω», έκανε ο Χρήστος, «Όμως μπορούμε κάλλιστα να πάρουμε ένα δεκάευρω σίσα».
«Όχι ρε φίλε, ας το αποφύγουμε σε παρακαλώ».
«Δεν έχει καμία διαφορά το σίσα απ’ το σπίντ!», αντέτεινε ο Χρήστος. Κι ό,τι διαφορά υπάρχει είναι υπέρ του σίσα και μόνο.

Ο Χρήστος μπορεί να είχε σταματήσει νωρίς-νωρίς την πρέζα, αλλά το σίσα είχε έρθει για να μείνει στη ζωή του. Με τα πολλά έπεισε τη φίλη του.

«Εντάξει», είπε η Λίζα, «Αλλά δε θα πάρεις πρέζα, το υπόσχεσαι;»
«Φυσικά», δεσμεύτηκε κάπως δυσαρεστημένα είναι η αλήθεια ο Χρήστος.

Κι έτσι ανηφόρησαν προς το πεδίον. Γιορτινές μέρες κι η πιάτσα αντί να έχει στηθεί μέσα στο πάρκο σε κάποια σκοτεινή γωνία, καταλάμβανε όλη την εξωτερική πλευρά του, ενώ ξεκινούσε απ’ το μέρος που βρισκόταν η στάση των ΚΤΕΛ.

«Σκατά!», σχολίασε ο Χρήστος βλέποντας όλο αυτό το πλήθος, που έμοιαζε με καραβάνι νεκροζώντανων να μαζεύεται σε πηγαδάκια, να καπνίζει και να μιλάει σε δεκάδες γλώσσες, συμπεριλαμβανομένων των ελληνικών. «Είναι στα αλήθεια το πιο απαίσιο μέρος του κόσμου εδώ».
«Μπορούμε πάντα να φύγουμε», σχολίασε η Λίζα.
«Μπα, αφού ήρθαμε…», απάντησε ο Χρήστος και πλησίασε έναν τύπο που στεκόταν μπροστά από μια παρέα ζάκια.

«Τι θες φίλε;», τον ρώτησε εκείνος.
«Σίσα! Δέκα ευρώ».
«Εντάξει», είπε ο τύπος κι άρχισε να γεμίζει το σακουλάκι που κουβαλούσε απ’ το σπίτι του ο Χρήστος. Κάποια στιγμή σταμάτησε να γεμίζει.

«Ναι…», σχολίασε αμήχανα ο Χρήστος. Ήταν εμφανές πως ο τύπος τον έκλεβε, όμως ήθελε να φύγει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα από εκείνο το μέρος.
«Μισό λεπτό!», πετάχτηκε ένας κατάχλωμος, αδύνατος από το βάθος. «Φτου σου ρε γαμώτο! Θα φάμε φέρμα», σκέφτηκε η Λίζα.

Ο τύπος που είχε φωνάξει, έφτασε δίπλα στη Λίζα και στο Χρήστο. Έπειτα έπιασε τον τύπο που έκανε το ντιλ απ’ τον ώμο και τον πήρε παραδίπλα.

Θεωρητικά θα ήταν μια καλή ευκαιρία να το σκάσουν χωρίς να πληρώσουν. Πρακτικά ήταν τελείως ηλίθιο σχέδιο, που πιθανότατα θα κατέληγε σε μαχαιριές και έτσι δεν έγινε ποτέ πραγματικότητα.

Έπειτα από λίγο, ο ντίλερ και ο τύπος που τον είχε πάρει παράμερα επέστρεψαν.
«Άκου φίλε», είπε στον Χρήστο εκείνος που έδινε το σίσα. «Αυτό που αγόρασες, αξίζει 7 ευρώ, όχι 10».

Ο Χρήστος έδωσε το δεκάευρω. Παρόλα αυτά δεν έγινε καμία κίνηση για να του επιστραφούν τα τρία ευρώ. Κυριάρχησε για λίγο η αμηχανία και κανείς δε μιλούσε σε κανέναν.

«Ωραία…», είπε εντέλει ο Χρήστος. «Δώσε μου και λίγο πρέζα και είμαστε εντάξει». Το πρόσωπο του ντίλερ φωτίστηκε και έδωσε γρήγορα-γρήγορα ένα μικρό καφέ βραχάκι στον πελάτη του. Έπειτα έφυγε σχεδόν τρέχοντας.

Προτού προλάβουν όμως να κάνουν το ίδιο ο Χρήστος με τη Λίζα, πετάχτηκε μπροστά τους εκείνος ο τύπος που είχε κρατήσει στο πλάι τον ντίλερ.

«Να σου μιλήσω λίγο ιδιαιτέρως φίλε;», ρώτησε. «Αμάν, θα μας φάνε λάχανο», σκέφτηκε ο Χρήστος. Ο τύπος μπροστά του είχε εμφανή χαρακτηριστικά από ανατολικό μπλοκ, πιθανότατα Ρουμάνος και έδειχνε καλοστεκούμενος για πρεζόνι.
«Ναι… Ξέρω γω; Εντάξει», είπε ο Χρήστος. Ο Ρουμάνος τους τράβηξε προς μια παρέα που καθόταν κοντά στη στάση των ΚΤΕΛ. Έπειτα άρχισε να μιλάει.
«Εμένα με λένε Φρανκ», είπε. «Αυτό που αγόρασες είναι για 5 ευρώ, όχι για 10. Αν δεν είχα επέμβει δε θα σου έδινε καν την πρέζα που αγόρασες».
«Αγόρασες πρέζα;», ρώτησε η Λίζα αηδιασμένη, αλλά αμέσως το σκέφτηκε καλύτερα και σταμάτησε.
«Να τον ακούς τον Φρανκ», πετάχτηκε ένας απ’ την παρέα μπροστά τους. Ήταν ένας μεσήλικας νέγρος που κρατούσε περασμένη στον ώμο του μια πατερίτσα. «Αυτή τη φορά δε σε κλέψανε πολύ, όμως στο μέλλον…».

Και ξαφνικά η Λίζα και ο Χρήστος περικυκλώθηκαν από μια παρέα πρεζονιών που όλα τους ήθελαν να μαλώσουν τον Χρήστο για το γεγονός πως άφησε εκείνον τον τύπο να τον κλέψει. «Πρόσεχε τα λεφτά σου αγόρι μου!», του είπε ο Φίλ, ένας γέρος με μούσια που έφταναν ως το πάτωμα.

«Προσέχω, αλλά ξέρετε…», έκανε να δικαιολογηθεί ο Χρήστος. «Πάντα όταν ψωνίζω εδώ, έχω σα δεδομένο ότι κάποιος θα με κλέψει λιγάκι».
«Και γιατί; Δεν υπάρχει λόγος!», του απάντησε με γουρλωμένα μάτια ο Φρανκ που τελικά ήταν όντως Ρουμάνος.
«Έεε…», έκανε με αμηχανία ο Χρήστος.
«Τέλος πάντων!», μεσολάβησε ο νέγρος με την πατερίτσα. «Εντάξει, απλά άλλη φορά να προσέχεις. Κι αφού σε κλέψανε, θα σε κεράσουμε εμείς», σχολίασε και γέμισε ένα κρακ πάιπ. Έπειτα το πρόσφερε.

Ο Χρήστος μισούσε τα κρακ πάιπ και δεν καταλάβαινε γιατί δεν το πίνανε από τη μύτη. Δέχτηκε όμως.

«Εσύ γιατί δε θες;», ρώτησε ο Φρανκ τη Λίζα. «Αδερφή είσαι;»
«Τι να σου πω και σένα τώρα…», απάντησε εκείνη.

Με τα πολλά το πάιπ πήρε φωτιά και ο Χρήστος άρχισε να ρουφάει τον καπνό.

«Όχιιιιιι!», ούρλιαξε ο Φρανκ. «Το κάνεις λάθος!»
«Δεν πειράζει», είπε ήρεμα ο νέγρος, «Το παιδί είναι μικρό και κάνει λάθη, πρώτη του φορά είναι».
«Ε όχι και πρώτη μου φορά!», έκανε να πει ο Χρήστος αλλά τελικώς δε μίλησε.
«Φαίνεσαι καλό παιδί…», σχολίασε ο νέγρος. «Είσαι από εξωτερικό;»
«Όχι… Έλληνας είμαι».
«Αποκλείεται! Σίγουρα θα έχεις ζήσει στο εξωτερικό».
«Όχ… Βασικά ναι! Έχω ζήσει μερικά χρόνια στην Τσεχία», απάντησε ο Χρήστος. Ψέμματα φυσικά για να κλείσει η συζήτηση.
«Φαίνεται! Είδες που στο είπα. Εγώ που με βλέπεις, έχω γυρίσει το μισό κόσμο, Αφρική, Γαλλία, Τουρκία… Μόνο στην Ελλάδα βρήκα το Θεό όμως».
«Μάλιστα».
«Να σε ρωτήσω κάτι, πως σε λένε φίλε μου;»
«Χρήστο».
«Και μήπως έχεις αμάξι Χρήστο να με πετάξεις μέχρι το σπίτι, γιατί πονάνε πολύ τα πόδια μου;»
«Ε… βασικά όχι και εμείς θέλουμε να φύγουμε, με τα πόδια πάντα»
«Κρίμα, πολύ κρίμα. Λοιπό αντίο σας!»
Και ο νέγρος αγκάλιασε τον Χρήστο, ψιθυρίζοντας του στο αυτί: «Καλή Χρονιά!».

Η Λίζα και ο φίλος της, ευχήθηκαν και αυτοί για τη νέα χρονιά στην παρέα που κάθονταν και έπειτα κατηφόρισαν μακριά.

***

Φτάνοντας κοντά στο «Γνωστό», το μαγαζί που ήταν να κάνουν πρωτοχρονιά, η Λίζα και ο Χρήστος διαπίστωσαν πως ήταν κλειστό και θα άνοιγε κατά τις 12 30-1 παρά.
«Ας κάτσουμε καλύτερα πλατεία», πρότεινε ο Χρήστος κι αφού πήραν καφέ από ένα σάπιο, ανοιχτό 24/7 μαγαζί, ξαπόστασαν σε ένα παγκάκι.

«Περίεργα πράγματα ρε συ», σχολίασε ο Χρήστος.
«Ναι. Νομίζω ότι δεν έπρεπε να αγοράσεις πρέζα όμως», απάντησε η Λίζα.
«Ω, δε βαριέσαι τώρα. Πάει, τέλειωσαν τα κουλά περιστατικά, πες μου τα υπόλοιπα νέα σου».
«Το μόνο ιδιαίτερο που έχω να σου πω, είναι πως δε μου μιλάει πια ο Λευτέρης»
«Και γιατί; Σου έχει θυμώσει επειδή δε του κάθισες;»
«Όχι δεν είναι αυτό, απλά όπως ξέρεις τα έχει με μια φίλη μου».
«Ωραία και που είναι το κακό;»
«Μου κρατάει κακία επειδή της είπα να μη κάνει κάτι μαζί του».
«Και γιατί έκανες κάτι τέτοιο;»
«Ε ξέρεις, η πρώην του ήταν επίσης γνωστή μου, μου είχε πει πως έχει πολλά κόμπλεξ και θεώρησα σωστό να τα μάθει κι αυτή προτού το προχωρήσει σοβαρά μαζί του».
«Χαχαχα! Κακώς ανακατεύτηκες, αλήθεια τι της είπες ακριβώς;»
«Ε, να», σχολίασε κάπως πιο ένοχα τώρα η Λίζα. «Της είπα ότι την έχει μικρή κι αυτό του δημιουργεί κάποια θέματα».
«Σοβαρά τώρα;»
«Ναι»
Ο Χρήστος ξέσπασε στα γέλια. «Είσαι τυχερή που απλώς δε σου μιλάει. Που ακούστηκε να πηγαίνεις στην κοπέλα του άλλου ή ακόμα χειρότερα, σε αυτή που θέλει να γίνει κοπέλα του και να σχολιάζεις για την πούτσα του».
«Ίσως να έχεις δίκιο αλλά…»
«Καλά-καλά, δε με ενδιαφέρει και τόσο. Πολύ αστείο πάντως, πάντα τέτοια!»

Η Λίζα χαμογέλασε και έκανε να πει κάτι, όμως την πρόλαβαν.

«Συγνώμη, μήπως ξέρετε πως μπορώ να πάω Σύνταγμα;», ακούστηκε μια φωνή. Η Λίζα και ο Χρήστος γύρισαν προς το μέρος της κι αντίκρισαν έναν περίεργο τύπο, με αλβανόφατσα και μπουκλωτά μαύρα μαλλιά, που φορούσε λευκό πουκάμισο, ανοιχτό στο στήθος. Στα χέρια του κρατούσε μια κιθάρα.

«Στο Σύνταγμα;», επανέλαβε ο Χρήστος την ερώτηση.
«Ναι εκεί. Δε με νοιάζει να βγάλω πολλά λεφτά, ίσα-ίσα ένα εικοσάευρο, δε τα θέλω όλα δικά μου, καταλαβαίνετε».

Η Λίζα και ο Χρήστος που δεν καταλάβαιναν τίποτα, χρειάστηκαν πολύ ώρα για να βγάλουν άκρη με αυτόν τον νέο τους επισκέπτη. Απ’ ότι φαίνεται ήταν περιπλανώμενος οργανοπαίχτης απ’ την Κέρκυρα που είχε έρθει να μείνει λίγες μέρες στην Αθήνα και τον φιλοξενούσε ο γαμπρός του.

«Μη νομίζετε πως επιβαρύνω και πολύ, είμαι διακριτικό άτομο. Τρεις βδομάδες μόνο έχω που μένω σε αυτόν», είχε πει.

Με τα πολλά, αφού του εξήγησαν πως τέτοια ώρα, το μετρό έχει πια κλείσει για Πρωτοχρονιά, ο τύπος κάθισε παραδίπλα κι άρχισε να τραγουδάει γρατζουνώντας την κιθάρα.

Προτού προλάβει να σχολιάσει κάτι ο Χρήστος, χτύπησε το κινητό του. Άγνωστο νούμερο.

«Παρακαλώ;»
«Ναι Χρήστο εσύ; Είμαι ένας φίλος της Μαίρης που θα ερχόταν μαζί της αλλά τελικά μου το ακύρωσε τελευταία στιγμή και δε τη βρίσκω στο τηλέφωνο, μήπως μπορώ να έρθω να σας βρω κάπου γιατί είμαι ήδη στο σημείο που είχαμε δώσει ραντεβού».
«Ναι αμέ, είμαστε…».

***

Τώρα βέβαια ο Χρήστος δεν την πολυέτρωγε αυτή την ιστορία με το φίλο της Μαίρης. Στανταράκι θα ήταν γκόμενος της ή τύπος που ήθελε να γίνει γκόμενος της. Με τη Μαίρη αυτές οι δύο κατηγορίες δε ξεχώριζαν και πολύ μεταξύ τους, εκτός αν επρόκειτο για τον ίδιο το Χρήστο.

Με τα πολλά είχαν τελικώς κινήσει να τον βρούνε. Τους περίμενε σε μια στάση λεωφορείων κοντά στο «Γνωστό».

«Χρήστος».
«Λίζα».
«Χάρηκα που σας γνωρίζω παιδιά!», είχε πει χαμογελώντας ο τύπος. «Εγώ είμαι ο Πλάτωνας».
«Ο γνωστός φιλόσοφος;», χαμογέλασε ο Χρήστος.
«Χαχα, μου το λένε συνέχεια όμως όχι, λοιπόν που κάθεστε;»
«Πουθενά ακόμα, σε μια πλατεία είμαστε εδώ κοντά, έλα».

Με το που κάθισαν, κοντά πάντα στον περιπλανώμενο οργανοπαίχτη, ο Πλάτωνας έστριψε ένα τσιγάρο και το πρόσφερε στην παρέα. Στρίβοντας το, έπεσε απ’ την τσέπη του μια υπερβολικά γεμάτη ζελατίνα χόρτο».

«Να τα μας», σκέφτηκε ο Χρήστος, ενώ ο Πλάτωνας ζητούσε συγνώμη και τη μάζευε.
«Να σου πω ρε φίλε», πετάχτηκε ο τύπος που έπαιζε την κιθάρα. «Το πίνεις όλο αυτό ή το πουλάς;»
«Κυρίως το δίνω σε φίλους, αλλά επίσης καπνίζω, πουλάω λίγο, ξέρεις. Eίναι πολύ σωστό χορταράκι δικέ μου», απάντησε ο Πλάτωνας με ψυχραιμία και γύρισε το τσιγάρο στον οργανοπαίχτη. Αυτός τράβηξε μια γερή τζούρα.
«Δεν είναι κακό», είπε χαμογελώντας μέχρι τα αυτιά. «Όμως ξέρετε τι λείπει; Τι θα ήθελα;»
«Τι;», αναρωτήθηκαν όλοι.
«Λίγη πρέζα ρε παιδιά».

Κανείς δεν απάντησε.

«Μη μου πείτε πως δεν έχετε δοκιμάσει ζουζού Πελοποννήσου!»
«Και τι είναι αυτό ρε φίλε;», ρώτησε γελώντας ο Πλάτωνας.
«Η ζουζου Πελοποννήσου, είναι η καλύτερη πρέζα στην Ελλάδα, μόνο στην Πελοπόννησο μπορείς να τη βρεις».
«Εντάξει, αν ποτέ περάσω από εκεί θα ζητήσω», απάντησε ο Πλάτωνας.
«Δηλαδή δεν έχετε ε;»
«Δεν έχουμε τέτοια εδώ, όχι».

Ο τύπος αναστέναξε και παράτησε την κιθάρα. «Και ξέρετε τι μου λείπει εδώ τόσες μέρες Αθήνα;», είπε κοιτώντας τον Χρήστο.

«Καμιά ένεση;», ρώτησε αυτός νευρικά.
«Καλέ όχι, πουτάνες φίλε μου! Μπουρδέλα! Ψάχνω να γαμήσω πουτάνες και δε βρίσκω!»
«Τι να σου πούμε και εμείς…»
«Μπορείς να δοκιμάσεις στο Μεταξουργείο», πρότεινε ο Πλάτωνας.
«Τι είναι αυτό;»
«Είναι το μέρος που βρίσκεις πουτάνες!»
«Είναι εδώ κοντά;»
«Όχι», έκανε με λύπηση ο Πλάτωνας που προφανώς θα ήθελε πολύ να δει τον τύπο να πηγαίνει στο μπουρδέλο. «Είναι μερικές στάσεις μετρό μακριά μας, Μεταξουργείο λέγεται ο σταθμός».
«Ώχου!», διαμαρτυρήθηκε ο πλανόδιος, «Όλα στην Αθήνα είναι πολύ μακριά από μένα, τίποτα δε βρίσκω. Στο σπίτι μου όλα είναι κοντά και αρκεί να περπατήσεις λιγάκι για να τα βρεις».
«Έχετε μπουρδέλα στην Κέρκυρα;», ρώτησε ο Χρήστος.
«Παντού υπάρχουν μπουρδέλα!», απάντησε αυτός και γύρισε το τσιγάρο.

***

Στο μεταξύ, είχαν μαζευτεί και οι υπόλοιποι που περιμένανε, έφτασαν νωρίς σχετικά, αφού δεν είχαν κάνει τελικά αλλαγή του χρόνου στα σπίτια τους. Έτσι το παρεάκι όπως είχε σχηματιστεί, άρχισε να μιλάει και να ασχολείται διασκεδάζοντας κυρίως με τον πλανόδιο κιθαρίστα που είχε βγει για να βγάλει το νυχτοκάματο.

«ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ!», ακούστηκε μια φωνή που δεν ήταν κανενός απ’ την παρέα.

Γύρισαν όλοι προς τα εκεί αγχωμένοι. Άλλος γιατί πούλαγε χόρτο, άλλος γιατί είχε πάνω του, άλλος γιατί είχε πάνω του πρέζα και σίσα. «Μπορεί να πάει τόσο σκατά η φάση;», αναρωτήθηκε ενδόμυχα ο Χρήστος.

Όμως αντί για μπάτσος, πηγή της φωνής ήταν ένας μαυρούλης, πιθανώς πακιστανός που στεκόταν μπροστά τους. Ήταν αρκετά αποκρουστικός ως θέαμα, καθώς τα ρούχα του ήταν σκισμένα, φόραγε παντόφλες και έσταζαν σάλια απ’ το στόμα του. Το κεφάλι του απ’ τις ντάγκλες αδυνατούσε να κρατηθεί σε μια θέση για πάνω από δύο δευτερόλεπτα. Έμοιαζε όντως με μπάτσο κατά κάποιον τρόπο.

«ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ!», ξαναείπε.

Όλοι βάλανε τα γέλια, ακόμα κι ο ίδιος ο Πακιστανός.

«Τσιγάρο!», ζήτησε. Του έδωσε ένα ο Πλάτωνας και του το άναψε. Αμέσως όμως του έπεσε κάτω. Τα χέρια και το στόμα του Πακιστανού τρέμανε. Ο Πλάτωνας το σήκωσε και του το έδωσε, όμως και πάλι έπεσε κάτω μιας και ο τύπος δε μπορούσε να καταφέρει και πολλά πράγματα.

«Ας μη του δώσουμε άλλο», σχολίασε ο Χρήστος, που διασκέδαζε. Το σκηνικό του θύμιζε διάφορους φίλους του άλλωστε.
«Ναι», συμφώνησε ο Πλάτωνας, «Τσάμπα θα πάει».

Κι ενώ γελούσανε, ο Πακιστανός ήρθε και στάθηκε κολλητά μπροστά τους.
Αμέσως έκανε το σταυρό του εμφατικά και κοιτάζοντας το ρολόι της εκκλησιάς, είπε:

«CAPTAIN-POLICE-PAKISTAN!»

Και έκανε να απομακρυνθεί προς το μέρος που ήταν παρατημένη η κιθάρα του οργανοπαίχτη. Εκείνος πετάχτηκε και την κράτησε στα χέρια του. Τελικώς ο Πακιστανός απομακρύνθηκε τόσο που δε μπορούσαν πια να τον δουν.

«Συγνώμη, αποκάλεσε τον εαυτό του αξιωματικό της αστυνομίας του Πακιστάν στα αγγλικά;», ρώτησε η Λίζα.
«Απ’ ό,τι φαίνεται, άκουσες πολύ σωστά».
«Και έκανε το σταυρό του;»
«Ναι», απάντησε ο Χρήστος.
«Μισό λεπτό παιδιά!», πετάχτηκε ο Πλάτωνας. «Είναι 12 και 2 λεπτά, άλλαξε ο χρόνος! Ευτυχισμένο 2017 σε όλους!».

Ακολούθησαν μερικά σφυρίγματα και τσουγκρίσματα μπύρας. Έπειτα η παρέα αποφάσισε να κατηφορίσει σιγά σιγά προς το μαγαζί που θα πέρναγε το βράδυ της.

«Αντίο!», είπε ο τύπος με την κιθάρα προς το μέρος του Χρήστου. Εκείνος τον κοίταξε λυπημένα. Ήξερε πως η χρονιά που μόλις ξεκινούσε θα ήταν άσχημη, δε μπορούσε να είναι οτιδήποτε άλλο παρά άσχημη κι όμως εξακολουθούσαν να υπάρχουν μέσα στους δρόμους της Αθήνας, οι πιο άκυροι, μυστήριοι κι αστείοι χαρακτήρες που πέντε πάνω, πέντα κάτω, υποφέρανε περισσότερο απ’ ότι αυτός.

«Να σου πω ρε φίλε λίγο», του είπε ο Χρήστος. «Έλα μαζί μου».

Αυτός τον ακολούθησε και καθίσανε μόνοι τους σε μια άκρη όπου κανείς δε τους έβλεπε.

«Πώς σε λένε λοιπόν;», ρώτησε ο Χρήστος. «Νίκο», του απάντησε ο άλλος.
«Λοιπόν Νίκο…», είπε ο Χρήστος και αφού έβγαλε απ’ την τσέπη του τις ζελατίνες με την πρέζα και το σίσα τις πρόσφερε στο χέρι του τύπου που αποχαιρετούσε. «Σου εύχομαι καλή χρονιά!».

Ο Νίκος τον αγκάλιασε με ευγνωμοσύνη.

«Εγώ», του είπε, «Θα είμαι κάθε μέρα εδώ αν θες να μου φέρεις τίποτα».
Ο Χρήστος γέλασε, «Εντάξει, θα το δούμε!», είπε εντέλει και πήγε προς το μέρος των άλλων για να ξεκινήσουν για το «Γνωστό».

«Λοιπόν θα πιούμε τίποτα καλό απόψε παιδιά;», ρώτησε ο Πλάτωνας. Η Λίζα και ο Χρήστος κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, χαμογέλασαν συνωμοτικά και έψαξαν να δουν τι λεφτά τους περισσεύανε για μπίρες».

«Μπα!», απαντήσανε και οι δυο τους μαζί.

Σαν οικογένεια

Η κοινωνία δεν διαφέρει από εμάς, μας μοιάζει
όπως ο Θεός στον άνθρωπο.
Θυμίζει οικογένεια
μοιάζει με τον πατέρα της μάνας μου
δέρνει, βαράει, απατάει, κλέβει,
κρεμάει τα παιδιά του από ένα δέντρο γιατί έπεσαν στο παιχνίδι και χτύπησαν
πετάει κατεψυγμένα ψάρια στα κεφάλια
όσων δεσμεύτηκε να αγαπάει.
Θυμίζει οικογένεια η κοινωνία
μοιάζει με τη μητέρα σου
σε βάζει στο σπίτι από την πίσω πόρτα, σου δίνει το χαρτζιλίκι σε τσιγάρα και σε φαί,
μην τα ψωνίσεις πρέζα
και σε κλειδώνει στο δωμάτιο σου
γιατί φοβάται πως θα τις κλέψεις τα ασημικά.
Μιλάει συνεχώς για το τι θα απογίνεις όταν πεθάνει, μα ελπίζει να ζήσει για πάντα και να σου φέρνει λουλούδια.
Θυμίζει οικογένεια η κοινωνία
μοιάζει με τον πατέρα του πατέρα μου
πυροβολάει στον αέρα κι όποιον πάρει ο χάρος, στα 12 σου ανακοινώνει πως είναι καιρός να δουλέψεις, στα 71 του, σου ανακοινώνει πως είναι καιρός να τον φροντίσεις. Το κάνεις.
Θυμίζει οικογένεια η κοινωνία
μοιάζει με τη μάνα σου
εργάζεται ώρες κι ώρες για να γεμίζει το στομάχι και τη βιβλιοθήκη σου
εργάζεται ξανά για να ντυθείς όμορφα, για να έχεις μια ευκαιρία
στο τέλος σου χώνει μια μπουνιά στο μάτι γιατί δεν έπλυνες τα μάτια.
Να είσαι βέβαιη πως αν το μελλοντικό σου επάγγελμα είναι κατασκευαστής χημικών όπλων θα είναι περήφανη για σένα.
Θυμίζει οικογένεια η κοινωνία.
μοιάζει με τη μητέρα μου
τσαλαβουτά από βούρκο σε βούρκο, περπατάει μονάχη στη βροχή, κανένα αμάξι δεν κόβει ταχύτητα ποτέ για να τη βρέξει λίγο λιγότερο
στο τέλος της μέρας αναρωτιέται ποιός φταίει που είναι βρώμικα τα ρούχα της. Τα φαντάσματα του κόσμου την συμπαθούν και δεν της απαντάνε τίποτα.
Θυμίζει οικογένεια η κοινωνία
μοιάζει με τον πατέρα σου
γυρίζει χώμα τα βράδια σπίτι, μέρα παρά μέρα λιποθυμάει στα χέρια σου, σκέφτεσαι πως θα πεθάνει. Παλιά αναρωτιόσουν τι έκανες και το αξίζεις αυτό, τώρα ρωτάς «Γιατί το κάνει αυτό;». Κι αυτός πιθανότατα ρωτάει έναν φίλο του, που μπορεί και να είμαι εγώ «Γιατί της το κάνω αυτό;»
Θυμίζει οικογένεια η κοινωνία
μοιάζει με τη μάνα σου
σου φωνάζει πως σε σιχαίνεται απ’ την πρώτη μέρα που μαθαίνεις να διακρίνεις τη φωνή της απ’ τις άλλες. Αναρωτιέται πως φύτρωσε αυτός ο αηδιαστικός κάκτος σε τόσα όμορφα λουλούδια ανάμεσα.
Σου ζητάει να της φέρεις ένα ποτήρι νερό και βαριέσαι. Για τιμωρία δε σου αγοράζει τα χάπια που χρειάζεσαι για να ζήσεις.
Θυμίζει οικογένεια η κοινωνία
μοιάζει με τον πατέρα μου
έχει μια αρρώστια μέσα της
που δε γίνεται καλά ούτε αν κόψεις κομμάτια της
ούτε αν την κάψεις από πάνω ως κάτω
ούτε αν την πλακώσεις στις χημείες
έχει μια αρρώστια μέσα της
που όταν την σκοτώσει
το μόνο που θα βγάλει
δε θα είναι θάνατος
αλλά σκουλήκια.

Θυμίζει οικογένεια η κοινωνία
μοιάζει με τους πατεράδες και τις μητέρες των παιδιών που θα κάνουμε.

Η Μακεδονία και ο Βάτραχος

Στη ζωή μου από παλιά είχα βάλει έναν στόχο, «Ακόμα κι αν καταλήξεις αποτυχημένος αγόρι μου» έλεγα, «πρέπει να καταβάλεις κάθε προσπάθεια να είσαι ξεχωριστός απ’ τους υπόλοιπους ανθρώπους». Στο πρώτο μέρος τα είχα πάει θαυμάσια, ήμουν δηλαδή εξαιρετικά αποτυχημένος. Είχα ωστόσο κάτι θεματάκια να πετύχω το δεύτερο.

Εν πάση περιπτώσει με τα πολλά και με πολύ πρήξιμο απ’ την οικογένεια μου είχα καταφέρει να τελειώσω το χημικό μιας απ’ τις μεγάλες επαρχιακές πόλεις της χώρας και να κάνω ένα σχετικό μεταπτυχιακό. Όπως ήταν επόμενο όλοι περίμεναν τα καλύτερα από εμένα, μα όταν γύρισα στην Αθήνα αποκαλύφθηκε η αλήθεια. Ήμουν δηλαδή, ένας απλώς λίγο πιο εύστροφος απ’ τους αυτιστικούς που περνάνε με τις χούφτες στα ελληνικά πανεπιστήμια και αυτός ήταν και ο μόνος λόγος που κατάφερα να μαζέψω ένα-δυο χαρτιά. Κατά τα άλλα, δεν ήξερα τίποτα για το αντικείμενο μου παρά τον περιοδικό πίνακα, λίγα μαθηματικά, μια συνταγή κατασκευής MDMA που αγόρασα στο ίντερνετ από έναν κινέζο και το θεώρημα της μη-πληρότητας του Γκέντελ που είχα αποστηθίσει μια μικρή περίοδο που έπινα πρέζα, επειδή μου είχε φανεί κομβικό σημείο για την παγκόσμια φιλοσοφία. Φυσικά δεν είχα καμία ειδίκευση ή προϋπηρεσία έστω και σα σερβιτόρος, ούτε καμία διάθεση να δουλέψω πάνω σε τίποτα.

Η οικογένεια μου βέβαια, γερασμένοι και άρρωστοι άνθρωποι πλέον, αφού έδειξαν κατανόηση τον πρώτο χρόνο, ιδιαίτερα με τα τρεχάματα μου ώστε να εξασφαλίσω την πολυπόθητη απαλλαγή από τις στρατιωτικές μου υποχρεώσεις, εντέλει μου ανακοίνωσαν:

«Κοίτα να δεις Τέλη, εμείς κάναμε ό,τι μπορούσαμε, σε μεγαλώσαμε… σε σπουδάσαμε…»
«…Τώρα πρέπει να τα καταφέρεις μόνος σου!»

Και μου άφησαν το σπίτι, κάπου χίλια ευρώ ως αρχή, τακτοποίησαν τους λογαριασμούς και έφυγαν μόνιμα για το χωριό.

***

Ήμουν γενικά ένας άνθρωπος που δεν ξόδευε πολλά, έπινε καφέ σε θερμός, μπύρα από περίπτερα, το φαγητό του ήταν κυρίως μακαρόνια. Παρόλα αυτά συνειδητοποίησα πως έπρεπε να βρω μια δουλειά. Πίστευα ανέκαθεν πως τα χρήματα είναι πολύ χρήσιμα στον καπιταλισμό ώστε να σου εξασφαλίσουν τη δυνατότητα να μην έχεις πολλές επαφές με κανίβαλους, δηλαδή με ανθρώπους. Όσο λιγότερα χρήματα έχεις τόσο πιο πολύ πρέπει να μιλάς και να εξηγείς τα αυτονόητα. Ένας φτωχός πρέπει να εξηγεί γιατί θέλει να πιεί καφέ, γιατί είναι κουρασμένος, γιατί θέλει να κοιτάξει τον ουρανό, γιατί υπάρχει σε τελική ανάλυση. Ο πλούσιος όχι απλά έχει αιτιολογημένη επαρκώς την παρουσία του αλλά είναι και περιζήτητος σε κάθε λογής παρέες και κύκλους. Γενικώς οι άνθρωποι είναι ένα πλήρως διεφθαρμένο από τον καπιταλισμό είδος κι επειδή δεν είχα καμία πρόθεση, ούτε δυνατότητα να τους αλλάξω μυαλά, χρειαζόμουν χρήματα ώστε να μην έχω σχέσεις μαζί τους. Φαντάζεστε να είσαι άστεγος και να πρέπει να αιτιολογήσεις την ανάγκη να σου να πας σε νοσοκομείο ή να κοιμηθείς έξω από μια τράπεζα, ενώ ο σεκιουριτάς που θα σε διώχνει θα λέει «Τι να κάνω φίλε, αυτή είναι η δουλειά μου!». Να μην την διάλεγες αυτή τη δουλειά καραγκιόζη!

Όπως και να έχει ήταν προφανές πως το μόνο πράγμα που είχα μάθει στα φοιτητικά μου χρόνια ήταν να ασχολούμαι με τα ναρκωτικά. Δεν υπήρχε μαλακία που δεν ήπια, ψυχεδελικά, οπιούχα, διεγερτικά, ηρεμιστικά, κεταμίνες… Ομολογουμένως όμως, μόνο στα πολύ κακομαθημένα φοιτητούδια της μεσαίας τάξης φαινόμουν «φρικιό» και «πρεζάκιας». Οι λίγο πιο χωμένοι ήξεραν ότι περισσότερο είχα ως κίνητρο μια διάθεση για πειραματισμό κι ίσως μια κάποια ορμή προς θάνατο που όλως τυχαίως με έπιανε κάθε φορά που χώριζα, με χώριζαν ή δε μου κάθονταν καν εξαρχής και φρόντιζαν να το τονίσουν με τον πιο κάθετο τρόπο. Αυτή η τελευταία κατηγορία είχε φυσικά και τους πιο όμορφους.

Τα παραπάνω όμως ήταν λίγο ή πολύ περασμένα ξεχασμένα. Ήμουν ο Αριστοτέλης Βαμπιράκης, ετών 25, ερασιτέχνης αν και κάτοχος πτυχίου, χημικός, κάτοικος Αθήνας και έπρεπε να βρω κάτι να κάνω για να επιβιώσω.

Η λύση βρέθηκε στο MDMA. Όχι, δεν αποφάσισα να πιώ τόσο ώστε να πεθάνω. Μου είχαν μείνει ωστόσο μερικές γνωριμίες στην Αθήνα που μπορεί να ενδιαφέρονταν να αγοράσουν κι εφόσον μπορούσα να τους προμηθεύσω, γιατί όχι; Έπεσα με τα μούτρα στη δουλειά.

***

Έμεινα κλεισμένος μέρες στο σπίτι ξοδεύοντας ό,τι λεφτά είχα στο να παραγγείλω τα απαραίτητα υλικά που χρειαζόμουν από αμφιλεγόμενου επαγγελματισμού εργαστήρια στην Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας και του Βιετνάμ, μέρη που ο σοσιαλισμός γαμούσε κι έδερνε τώρα τελευταία! Μοναδική μου παρέα ήταν η τηλεόραση και το ραδιόφωνο που με ενημέρωναν για τις εξελίξεις στο σκοπιανό:

«Βράζει η Θεσσαλονίκη για το όνομα της Μακεδονίας!»

«Εκατομμύρια ΠΑ-ΤΡΙ-Ω-ΤΕΣ θα υπερασπιστούν την Ελλάδα από τους Σλάβους!»

«Προκαλούν οι δηλώσεις των Σκοπιάνων: “Θέλουμε και εμείς να υπάρχουμε” δήλωσε ο υπουργός εξωτερικών του κρατιδίου»

«Πρόταση νόμου καταθέτει στη βουλή η Εκκλησία της Ελλάδος!»

Κι άλλα τέτοια που επιβεβαίωναν την άποψη μου πως εγώ, ένας κακομοίρης, ημίτρελος, ημι-πρεζάκιας ήμουν ότι πιο λογικό κυκλοφορούσε σε αυτή τη χώρα…

Η αλήθεια είναι βέβαια πως τα προηγούμενα χρόνια δεν με είχε απασχολήσει και πολύ το όλο θέμα. Το λεγόμενο «σκοπιανό» ή «μακεδονικό», ανάλογα με ποια πλευρά ήσουν ήταν η πικρή ιστορία ενός ηλίθιου κράτους, του δικού μας, που εκτός από πολιτικό θέμα είχε και πολιτισμικές διαστάσεις. Το να καταλάβει το ελληνικό κράτος το δικαίωμα ενός άλλου κράτους να ονομάζεται όπως θέλει, θα ήταν σα να ζητάγαμε από έναν απ’ τους χιλιάδες επιφανείς μικροαστούς-νταβατζήδες-κωλομπαράδες της ελληνικής επαρχίας να καταλάβουν το τρίτο ρεύμα φεμινισμού. Δεν επρόκειτο να γίνει ποτέ, παρά μόνο με το ζόρι.

Εμένα όμως δε με ένοιαζαν όλα αυτά γιατί ήξερα καλά πως οι συμπατριώτες μου ήταν μοσχάρια με λαλιά ανθρώπου. Οι γείτονες μας ήθελαν να λέγονταν Μακεδόνες επειδή… πάνω σε αυτό συγκροτήθηκε η εθνική τους ταυτότητα. Φυσικά και ήταν ψέματα, όλα αυτά τα πράγματα είναι ψέματα, η ιστορία με τα έθνη είναι ένα συλλογικό ρόουλ-πλέινγκ που παίζουμε με σκοπό να σφάξουμε ο ένας τον άλλο.

Τουλάχιστον θα ήταν χρήσιμο να αναγνωρίζουμε το δικαίωμα του άλλου να παίξει κι αυτός πριν τον σκοτώσουμε.

***

Κάτι μέρες μετά και ενώ οι συζητήσεις για το σκοπιανό συνεχίζονταν, η πρώτη παρτίδα MDMA είχε τελειώσει. Ήταν πεντακόσια γραμμάρια και υπολόγιζα την καθαρότητα τους στο 84%. Αν είχα κάνει λάθος, πιθανότατα θα σκότωνα πάνω από εκατό άτομα. Έπρεπε να βρω κάποιον να τη δοκιμάσει. Κι αυτός ο κάποιος δεν θα ήμουν εγώ. Χριστιανικές τάσεις είχα από παλιά, αλλά τάσεις αυτοθυσίας δεν είχα ποτέ.

Δυστυχώς όμως δε μου ερχόταν κανένας στο μυαλό ο οποίος αν πάθαινε κάτι να μην είχα τις προφανείς νομικές συνέπειες. Καθώς αναρωτιόμουν πως θα μπορούσε να λυθεί αυτό το πρόβλημα, χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν η πρώτη φορά που χτυπούσε εδώ και μήνες. Να ήταν άραγε κάποιος πρώην;

Φυσικά και όχι. Άγνωστο νούμερο.

Εγώ συνήθως δε σήκωνα ούτε τα γνωστά βέβαια, γι’ αυτό και ο κόσμος είχε γενικότερα σταματήσει να με παίρνει τηλέφωνο. Μα κάτι μέσα μου με έσπρωξε, κάτι σουρεαλιστικό αν θες, να αποδεχτώ την κλήση.

«Παρακαλώ;» είπα.
«Είστε ο κύριος Βαμπιράκης;» ακούστηκε μια φωνούλα στην άλλη άκρη της γραμμής.
«Ο ίδιος…» απάντησα διστακτικά. Δεν είχα συνηθίσει να μου μιλάνε όμορφα.
«Ξέρετε ανακάλυψα ένα κείμενο σας στο ίντερνετ, το “Ο μυστικός Χριστιανισμός και η χρήση ψυχεδελικών ναρκωτικών μετά την Άλωση” »

Χαμογέλασα. Που σκατά το είχε βρει άραγε; Νόμιζα ότι οι αποδείξεις πως κάποτε σκόπευα να γίνω θεολόγος είχαν καταστραφεί οριστικά.

«Μάλιστα» απάντησα «Και πώς μπορώ να σας βοηθήσω σχετικά;»
«Ενδιαφέρομαι για ναρκωτικά, πιστεύω ότι είστε ο άνθρωπος μου, κανένας άλλος δε μπορεί να καταλάβει τις ιδιαίτερες συνθήκες της ιδιαίτερης κατάστασης μου… αν μπορείτε να με προμηθεύσετε λοιπόν…»

«Γκλουπ!» σκέφτηκα «Αυτός ο καμένος νομίζει ότι έτσι απλά παίρνουμε τηλέφωνο και ζητάμε ό,τι θέλουμε, ποιος ξέρει σε τι σπίτι μεγάλωσε. Ωστόσο… Είναι μια καλή ευκαιρία να δοκιμάσει κάποιος αυτό που έφτιαξα».

«Ακούστε κύριε μου, ελάτε σας παρακαλώ να συζητήσουμε όλες τις ανησυχίες σας από το σπίτι, δεν υπόσχομαι τίποτα όμως, σημειώστε τη διεύθυνση μου..»
«Είμαι ακριβώς από κάτω!»
«Τι σκατά!»
«Μπορώ να ανεβώ ε;»
«…Πώς ονομάζεστε;»
«Οι φίλοι μου με λένε Λουίτζι, ο κούνελος»
«… εντάξει Λουίτζι θα σου ανοίξω»

***

Η μεγαλύτερη έκπληξη μου ήταν ωστόσο όχι το τηλεφώνημα, μα το γεγονός πως όταν άνοιξα την πόρτα, δεν αντίκρισα κάποιον ιταλό γκάνγκστερ από τη Σικελία, αλλά ένα… γλυκύτατο κουνελάκι.

«Είναι κάποιο αστείο;» ρώτησα το κουνέλι
«Όχι» μου απάντησε εκείνο. «Ενδιαφέρομαι να αγοράσω ναρκωτικά, κανένας δεν παίρνει στα σοβαρά τις ανάγκες των ζώων. Ακόμα κι οι βίγκαν, ζωή να χουν οι άνθρωποι, νομίζουν πως θέλουμε απλώς να μη ζούμε σε κλουβιά. Τώρα όμως με το μακεδονικό οι περισσότεροι Έλληνες ξεχνάνε ακόμα να φάνε κι έτσι πολλοί από εμάς το σκάσαμε από τις φάρμες που ζούσαμε. Θέλω λοιπόν να αγοράσω ναρκωτικά. Έχεις ναρκωτικά;»

Είχα ναρκωτικά κι έτσι κάπως ζαλισμένος οδήγησα το κουνέλι μέσα στο σπίτι μου.

«Κάτσε όπου βρεις» του είπα, αν και το είχε ήδη κάνει, πάνω στον καλό καναπέ της μάνας μου.
«Θα έπρεπε να καθαρίζεις συχνότερα» σχολίασε το κουνέλι χαζεύοντας την ακαταστασία γύρω του «Εργένης είσαι ε;».

«Ομολογουμένως…» απάντησα εγώ κοφτά. «Για πες τώρα… πόσο θες να αγοράσεις; Πρέπει να σου πω επίσης, έχω μόνο μουντού».
«Εντάξει δεν είναι πρόβλημα αυτό» είπε ο Λουίτζι, το κουνέλι. «Να σου πω την αλήθεια δεν ξέρω τίποτα από ναρκωτικά, επαφίεμαι στα χέρια σου…»

«Τι γλυκούλης!» σκέφτηκα. Κανείς ποτέ δε με εμπιστευόταν σε τίποτα μέχρι τώρα.

«Εντάξει» του είπα χωρίς να το ψάξω και πολύ-πολύ «Σε κερνάω εγώ αυτή τη φορά» πρόσθεσα.
«Εξαιρετικά γιατί δεν έχω λεφτά».
«Μάλιστα» σχολίασα και του γέμισα μια ζελατίνα.

***

Καμιά ώρα αργότερα κανείς απ’ τους δυο μας δεν είχε πεθάνει, παρά καθόμασταν στο σαλόνι μου και γελούσαμε ανταλλάζοντας ιστορίες απ’ τη ζωή μας.

«Ώστε όλα τα ζώα μπορούν να μιλήσουν όπως και οι άνθρωποι ε;» έλεγα εγώ χαρούμενος αλλά κλαίγοντας ταυτόχρονα.
«Ώστε όλοι οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τα ονόματα των κρατών τους πιο κτητικά απ’ ότι εμείς τις φωλιές μας την περίοδο της ανατροφής των μικρών μας;» απάνταγε εκείνος γελώντας τσιριχτά.

«Τι έχεις σκοπό να κάνεις στη ζωή σου λοιπόν;» με ρώτησε. Εγώ με το κεφάλι τίγκα στο MDMA απάντησα με κάθε ειλικρίνεια.

«Θα πουλάω ναρκωτικά για να ζήσω κι όπου με βγάλει».
«Τέλεια ιδέα!» είπε ο Λουίτζι χοροπηδώντας σαν κουνέλι, ίσως επειδή ήταν κουνέλι. «Θες να σε βοηθήσω;» με ρώτησε «Ξέρω πολύ κόσμο στην Αθήνα που ενδιαφέρεται να πάρει ναρκωτικά και με όλη αυτή τη φασαρία που γίνεται με τη Μακεδονία αποκλείεται οι μπάτσοι να ασχοληθούν μαζί μας».
«Δεν είναι κακή ιδέα» απάντησα εγώ, «Τι αμοιβή θες για κάτι τέτοιο;».
«Α, τίποτα σπουδαίο» μου αποκρίθηκε ο Λουίτζι «Το νερό μου, τα καρότα μου, το μουντού μου…».
«Ε φυσικά, εννοούνται αυτά».
«Και να μένω με κάποιον που θα με αγαπά και θα με φροντίζει».
«Εννοείς εδώ;»
«Ακριβώς»

Αναστέναξα. Το κουνέλι αυτό μου ήταν πολύ πιο συμπαθές απ’ τον εαυτό μου και δεν άντεχα πια άλλη μοναξιά σε αυτό το σπίτι.

«Εντάξει Λουίτζι, μπορείς να μείνεις μαζί μου αλλά περιμένω να εργαστείς σκληρά…».
«Μην ανησυχείς αφεντικό!» μου είπε εκείνος κλείνοντας μου το μάτι.

Η συμφωνία επικυρώθηκε. Καθότι ήμουν πολύ σαλταρισμένος απ’ το ναρκωτικά που πετυχημένα είχα φτιάξει, θεώρησα καλό να λήξω εκεί τη μέρα και να πάω για ύπνο. Έριξα ένα χασμουρητό και σηκώθηκα απ’ τον καναπέ.

Ο Λουίτζι με ακολούθησε.

«Τι θέλεις πάλι;» τον ρώτησα.
«Δε θα κοιμηθούμε μαζί δηλαδή;» μου είπε κοιτάζοντας με στα μάτια με νόημα.

«Θεέ μου!» σκέφτηκα και κοίταξα το ταβάνι. «Πώς φτάσαμε ως εδώ;»

«Η αλήθεια είναι αφεντικό…» είπε ο Λουίτζι ο κούνελος «…Ότι δεν ήθελα τόσο να αγοράσω ναρκωτικά, όσο να σε γνωρίσω, το κείμενο που έγραψες για τον Χριστιανισμό ήταν το πιο όμορφο κείμενο που έχω διαβάσει ποτέ, πιστεύω πως είσαι απ’ τους πιο σπουδαίους θεολόγους του 21ου αιώνα. Είμαι ερωτευμένος μαζί σου!»
«Έλα Χριστέ και Παναγιά» είπα εγώ «Άκου αγόρι μου, εγώ δεν είμαι αυτής της φάσης γενικά, εντάξει; Εγώ δε θέλω να ζήσω όμορφα πράγματα και τέτοια ούτε να την ψάξω και τόσο. Γενικά δε θέλω να ζήσω πολύ, το να ζήσεις πολύ είναι άκρως επικίνδυνο πράγμα για την επιβίωση του ανθρώπου. Δεν ξέρω πως συμβαίνει σε εσάς, αλλά εμένα με νοιάζει η επιβίωση μου και η ησυχία μου προτού κάποιος ψυχάκιας καταστρέψει τον πλανήτη με πυρηνικές βόμβες και επιπλέον…»

Τότε το κουνέλι με αγκάλιασε.

«Ναι…» είπα, κόβοντας τη φράση μου στη μέση. Είχα πολύ καιρό να νιώσω την οποιαδήποτε συναισθηματική, πόσο μάλλον ερωτική στοργή. Ένιωθα την καρδιά μου να χτυπάει. Το ίδιο και το παντελόνι μου.

Κι άλλωστε, ο Κύριος είχε φτιάξει όλα τα πλάσματα αυτού του κόσμου ίσα ώστε να ζήσουν μαζί αγαπημένα εν’ ειρήνη και αγάπη. Ποιος ήμουν εγώ στο κάτω-κάτω της γραφής για πάω κόντρα στον Κύριο;

«Πάμε να ξαπλώσουμε Λουίτζι» του είπα και του χάιδεψα τα αυτιά.

***

Ήταν πια κάτι μήνες που συγκατοικούσαμε με τον Λουίτζι. Λεφτά βγαίνανε αρκετά για να μπορούμε να έχουμε ό,τι χρειαζόμαστε χωρίς να δουλεύουμε, ενώ στον ελεύθερο μας χρόνο, που ήταν ο περισσότερος, διαβάζαμε βιβλία, βλέπαμε ταινίες, μαστουρώναμε και πηδιόμασταν. Είχα να περάσω τόσο καλά από τότε που… βασικά δεν είχα περάσει ποτέ τόσο καλά.

Ωστόσο δεν ήταν όλα ρόδινα. Το πολιτικό κλίμα της χώρας όλο και χειροτέρευε και η άκρα δεξιά δυνάμωνε. Το ζήτημα του ονόματος της Μακεδονίας, αντί να θαφτεί ως ζήτημα όπως όλα τα πολιτικά θέματα και να μείνει στη μνήμη όλων απλά ως μια θεματική για memes, συνέχιζε να απασχολεί τους πολίτες της χώρας. Εν’ όψη μάλιστα των διαπραγματεύσεων της ελληνικής κυβέρνησης με εκείνης των γειτόνων μας όλοι είχαν βαλθεί να προετοιμάζουν τους δικούς τους τρόπους να πείσουν τον πρωθυπουργό, αν όχι να πάει σε πόλεμο (κάτι που ίσως και να υποψιάζονταν πως ήταν υπερβολικό), έστω να μην δεχτεί καμία πρόταση και κανένα συμβιβασμό, για κανένα λόγο.

Εμένα όλα αυτά δε με ενδιέφεραν ιδιαίτερα, το ότι ο ελληνικός λαός ήταν πρόθυμος να κάνει μαζικές γενοκτονίες για μια θέση στο δημόσιο το είχε αποδείξει πάρα πολλές φορές στην ιστορία του. Το θέμα ήταν πως θα γλύτωνα εγώ, χωρίς να με αγγίξουν όλα αυτά.

Δυστυχώς όμως αποδείχτηκε πως δεν υπήρχε τέτοια δυνατότητα. Στις αρχές της κρίσης του «Μακεδονικού ζητήματος» οι περισσότεροι Έλληνες αντιμετώπιζαν το πρόβλημα ως πανηγυράκι, μαζεύονταν στους συνδέσμους του Ολυμπιακού, στις ταβέρνες, στις ταράτσες και σε λοιπά μέρη και κουβέντιαζαν για αυτό. Όλη αυτή η χαλαρότητα είχε βοηθήσει τις πωλήσεις του MDMA και είχαν φέρει χρήματα σε εμένα και τον Λουίτζι. Όταν όμως τα πράγματα σοβάρεψαν και οι συμπατριώτες μου δημιούργησαν πολεμική ατμόσφαιρα, έπαψαν πια να θέλουν να θέλουν να μαστουρώνουν. Αντιθέτως άρχισαν να έχουν κακή γνώμη για τα ναρκωτικά και όσους τα πούλαγαν, κάτι που δε βοήθησε καθόλου τα οικονομικά μας.

«Πάλι δεν έδωσα τίποτα» είπε ο Λουίτζι γυρίζοντας σπίτι ένα μεσημέρι.
«Κουράγιο!» του είπα εγώ, ενώ ετοίμαζα να φάμε «Θα έρθουν και καλύτερες μέρες».
«Δε θα έρθουν μόνες τους όμως» παρατήρησε ο σύντροφος μου.

Η αλήθεια ήταν πως τώρα τελευταία ήταν κάπως επικριτικός μαζί μου.

«Δεν φταίω εγώ για τον εθνικισμό και το ρατσισμό βρε Λουίτζι μου» του είπα ήρεμα.

Εκείνος δε συγκινήθηκε.

«Θα μπορούσες πάντως να φτιάξεις και τίποτα άλλο να πουλήσουμε αντί να κάθεσαι όλη μέρα εδώ μέσα, να κοιτάς το ταβάνι και να τρως».
«Μα, βρε αγάπη μου… δεν ξέρω να φτιάχνω άλλα ναρκωτικά»
«Πφ… Απορώ ώρες-ώρες τι χημικός σπούδασες… Το καλύτερο για σένα θα ήταν να τα παρατήσεις και να πας να σπουδάσεις τίποτα άλλο που να έχει δουλειά, τουριστικά πχ»

«Ναι, αλλά αν τα παρατήσω, πως θα φτιάχνουμε MDMA…» του είπα φοβισμένα.

Τότε ο Λουίτζι, ο κούνελος που είχα μοιραστεί τα ναρκωτικά, το κρεβάτι μου και την καρδιά μου, πήρε το βλέμμα του από πάνω μου και έπειτα μίλησε.

«Ε όλο και κάποιος θα βρεθεί να το φτιάχνει».

Απόρησα.

«Δηλαδή;»
«Δηλαδή… σκεφτόμουν μήπως μέχρι να είσαι σε θέση να προσφέρεις κάποια βασικά πράγματα σε αυτή τη σχέση, να συνεργαζόμουν με κάποιον άλλο χημικό, καθαρά επαγγελματικά φυσικά, μιας και ξέρεις ότι εσένα αγαπάω και θα αγαπάω για πάντα»
«Ααα» έκανα εγώ με μια κάποια αμηχανία «Και γιατί να με πειράζει κάτι τέτοιο;»
«Γιατί θα χρειαστεί να μετακομίσω»
«Ε; Γιατί να μετακομίσεις;»
«Διότι ο νέος μου συνεργάτης είναι κάπως ζηλιάρης και πλέον δεν ανέχεται να έχω ερωτικές σχέσεις με άλλους…»

Τα χρειάστηκα.

«Μα Λουίτζι… δεν είπες ότι εμένα αγαπάς, ότι το άλλο είναι καθαρά επαγγελματικό και… πως γίνεται να υπάρχει ήδη αυτό το άλλο;»
«Τον γνώρισα σε μια συνάντηση της ΕΝΩΣΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΚΟΥΝΕΛΙΩΝ ΧΩΡΙΣ ΣΠΙΤΙ, ήταν πολύ όμορφος, κατάλαβε τις δυσκολίες που περνάω μαζί σου και…»
«Μα… εσύ είχες σπίτι… και τότε είχε μόλις αρχίσει η κρίση του MDMA, μπορούσαμε κάλλιστα να την είχαμε ξεπεράσει αν σε ανησυχούσε τόσο και…»
«…Και τέλος πάντων» με διέκοψε ο Λουίτζι «Δεν έχω κανένα πρόβλημα να μιλάμε όποτε θες, άλλωστε ξέρεις ότι σε αγαπάω, δεν πιστεύω ότι θα αγαπήσω ποτέ άνθρωπο όσο εσένα».

Να λοιπόν που το κουνέλι, που τόσο ήθελε να με γνωρίσει επειδή ήμουν ο μεγαλύτερος θεολόγος του 21ο αιώνα, που ζούσε μαζί μου, πούλαγε τα ναρκωτικά μου, με αγαπούσε όσο κανέναν άλλον κι αγκαλιαζόμασταν μαζί τα βράδια, με είχε κερατώσει με έναν άγνωστο σε μένα τύπο, στα πλαίσια της οικονομικής κρίσης που βάρεσε η παράνομη επιχείρηση που είχαμε στήσει και της επίπτωσης που είχε το σχεδόν κλείσιμο της πάνω μου. Αυτό το τελευταίο δηλαδή δε μου το είπε δηλαδή αλλά έκανε μπαμ. Κι όχι μόνο με είχε κερατώσει, αλλά φρόντισε να μου πει κι όλες τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες ενώ μάζευε τα πράγματα του για να πάει να μείνει εκεί όπου η ζωή του θα ήταν προφανώς καλύτερη απ’ ότι μπορούσα να του εξασφαλίσω εγώ.

Φυσικά τι χριστιανική ηθική μπορεί να περιμένει κανείς από ένα κουνέλι που θεωρεί έναν αποτυχημένο χημικό που πουλάει MDMA, τον μεγαλύτερο θεολόγο του 21ου αιώνα; Έπρεπε να το περιμένω.

Όταν έκλεισε η πόρτα πίσω, το μόνο για το οποίο είχα όρεξη ήταν να βάλω τα κλάματα. Ωστόσο είχα ένα ελάττωμα από μικρός να μην κλαίω εύκολα. Το μουντού δε θα μου έλεγε κάτι σε αυτή τη φάση. Γέμισα μια μικρή κανάτα κρασί και την ήπια όλη μονορούφι μέχρι που παραλίγο να πνιγώ.

Έπειτα κοίταξα τα κουζινομάχαιρα.
Πήρα ένα.

Είχα ανέκαθεν την υποψία πως ήμουν μια κατώτερη μορφή ζωής αλλά απεχθανόμουν να βλέπω την υποψία αυτή να γίνεται βεβαιότητα. Ήμουν πεπεισμένος επίσης πως ο καθένας μας θα μπορούσε να κάνει ό,τι ήθελε στην προσωπική του ζωή, χωρίς να διαλέγει το δρόμο του αθεράπευτου σαδισμού, κι άλλο τόσο ήμουν πεπεισμένος πως από αυτό τον σαδισμό λογικά θα πρέπει να αντλείται κάποια παράλογη ευχαρίστηση σε βάρος του άλλου, αλλιώς δε βγαίνει κανένα νόημα από τέτοιες συμπεριφορές όπως αυτή που δέχτηκα.

Αντιλαμβανόμουν τέλος πως οι σκέψεις μου απ’ τη σύγχυση κι απ’ το κρασί είχαν μπει σε περίεργα μονοπάτια κι έπρεπε κάπου να ξεσπάσω.

Κράταγα ακόμα το μαχαίρι.

Πρώτα κοίταξα τις φλέβες του χεριού μου. «Ακραίο!» σκέφτηκα.

Έπειτα κοίταξα το πάνω μέρος του χεριού μου, εκεί που δεν είχε και πολλά να σκοτώσει κανείς. «Μια χαρά φαίνεται» αποφάσισα.

Ακούμπησα το μαχαίρι και το τράβηξα με δύναμη. Κόκκινο. Ανακούφιση.
Έπειτα το ίδιο πάλι, μονάχα λίγο πιο πάνω.
Έπειτα το ίδιο ξανά και ξανά.

Το βράδυ μπόρεσα να κοιμηθώ σα πουλάκι.

***DONT***TRY***THIS***AT***HOME***

Είχαν περάσει πάνω από δύο βδομάδες και στη Θεσσαλονίκη είχε προκηρυχθεί συλλαλητήριο ενάντια στην ονομασία της γειτονικής χώρας ως «Μακεδονία». Το εντυπωσιακό είναι πως οι Έλληνες χρησιμοποιούνε ακόμα όρους όπως βόρεια Ήπειρος, ανατολική Θράκη, Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Έφεσος, Αλικαρνασσός και τα σχετικά για να μιλήσουνε για περιοχές άλλων χωρών και το θεωρούν αναφαίρετο δικαίωμα τους. Ορισμένες φουκαριάρικες φωνές τα έλεγαν αυτά και στην Ελλάδα αλλά πνίγονταν (κυριολεκτικά πολλές φορές) από τον κυρίαρχο λαό.

Εγώ δεν έκανα τίποτα. Ήμουν κλεισμένος σπίτι. Δε μίλαγα σε κανέναν κι ούτε ήθελα να μου μιλήσει κανένας. Είχα σταματήσει τους αυτοτραυματισμούς, αλλά δεν είχα καμία πρόθεση να αντιμετωπίσω τον κόσμο. Συνέχιζα να φτιάχνω MDMA και να διαβάζω κανένα βιβλίο κυρίως για να σκοτώνω την ώρα μου και για να μην σκοτώσω τίποτα άλλο, όπως πχ τον πρώην μου.

«ΝΤΡΙΝ!» ακούστηκε το κινητό μου (παλιό μοντέλο, για να μην μας παρακολουθούν και πολύ). Ήταν ο πρώην μου! Ήταν η αγάπη μου, ο έρωτας μου, ο Λουίτζι! Σίγουρα είχε μετανιώσει πικρά για όσα μου είχε κάνει.

Το σήκωσα.

«Λουί;» έκανα δειλά.
«Έλα τρελέ τι κάνεις;» μου απάντησε αυτός «Ακούς λίγο γρήγορα γιατί δεν έχω πολύ κάρτα;»
«…»
«Έλα δε σε ακούω Τέλη; Ελπίζω να μην κάνει παράσιτα, λοιπόν έρχεται ένας φίλος μου Αθήνα αύριο, που μόλις βγήκε από πρόγραμμα του ΚΕΘΕΑ και χρειάζεται κάπου να μείνει. Του είπα ότι μπορεί να έρθει σε εσένα, τον λένε Κορνήλιο και του έδωσα το τηλέφωνο σου, θα σε πάρει σε κάνα δεκάλεπτο να συναντηθείτε στον φούρνο που είναι κοντά στο σπίτι σου, μη άσε με καλέ, χιχιχιχι, κλικ!»

Έμεινα με το ακουστικό στο χέρι. Ταλαντεύτηκα για λίγο να πάρω τα κουζινομάχαιρα πάλι και να σφάξω ό,τι κουνέλι υπάρχει στην Αθήνα μέχρι να έρθει η σειρά του Λουίτζι αλλά τελικά συγκρατήθηκα. Αποφάσισα να ντυθώ και να πάω να πάρω τον Κορνήλιο από τον φούρνο. Θα του εξηγούσα ότι δε μπορεί να μείνει σε μένα και ότι αν ο Λουίτζι του είπε πως οι σχέσεις μας είναι τόσο καλές ώστε να φιλοξενώ και φίλους του, είπε ψέματα.

Σε λίγα λεπτά ήμουν στο μέρος που συμφωνήθηκε. Εκεί δεν ήταν κανείς και μάλιστα ο φούρνος ήταν κλειστός. «Πρεζόνια!» σκέφτηκα. «Αν με στήσει δεν υπάρχει περίπτωση να περιμένω».

Τότε χτύπησε το κινητό μου. Άγνωστο νούμερο. Το σήκωσα.

«Λέγετε!»
«Ναι… συγνώμη αν ενοχλώ, είστε ο κύριος Αριστοτέλης Βαμπιράκης;»
«Ο ίδιος»
«Ονομάζομαι Κορνήλιος. Τι κάνετε; Είμαι φίλος του Λουίτζι και έχουμε μαζί ένα ραντεβού…»
«Ναι κοίταξε δεν ξέρω τι σου έχει πει εκείνος ο… όμως…»
«Μισό λεπτό να μου τα πείτε από κοντά καλύτερα» είπε και έκλεισε το κινητό.
«Περίεργο!» σκέφτηκα.

Τότε ένα «ΤΣΑΦ!» ακούστηκε. Με έναν πήδο ένα τεράστιο βατράχι προσγειώθηκε μπροστά μου.

«Καλησπέρα σας» μου είπε ευγενικά και μάλλον χαμηλόφωνα. «Ονομάζομαι Κορνήλιος, μιλήσαμε πριν στο τηλέφωνο. Μήπως μπορούμε να κουβεντιάσουμε κάπου πιο ζεστά γιατί κρυώνω πάρα πολύ;»

***

Ο Κορνήλιος ήταν ένα βατράχι ξηράς από αυτά που μιλάνε. Ναι ούτε εγώ το ήξερα ότι υπάρχουν. Ήταν τουλάχιστον πέντε φορές μεγαλύτερος απ’ τα συνηθισμένα βατράχια και έμοιαζε με λούτρινο. Το πιο όμορφο πάνω του ήταν τα χρώματα του. Ήταν κατακόκκινος με κίτρινες γραμμούλες, σα τη σημαία της Μακεδονίας καλή ώρα.

Μου διηγήθηκε για τη ζωή του. Ήταν από καλή και πλούσια οικογένεια αλλά τα είχε απαρνηθεί όλα αυτά. Δεν άντεχε την ηθική του καπιταλισμού και τους ανθρώπους που παρήγαγε το σύστημα. Αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη του στη νύχτα. Πίστευε ότι το περιθώριο θα ήταν διαφορετικό, με διαφορετικούς κανόνες, με μια άτυπη ηθική, με πνευματικότητα. Φυσικά όπως μου παραδέχτηκε, έκανε λάθος. Οι άνθρωποι με τους οποίους μπλέχτηκε ήταν μεγάλα καθάρματα, εξίσου μεγάλα με αυτά που θα έμπλεκε αν ακολουθούσε τον φυσιολογικό δρόμο της εκπαίδευσης, της εργασίας, της πολιτικής, της επίσημης θρησκείας και τα σχετικά. Εντέλει απογοητεύτηκε και βρήκε διέξοδο στην ηρωίνη. Όχι πως είπε συνειδητά «Εγώ τώρα αποσύρομαι και θα αρχίσω την ηρωίνη» Κανείς δε το λέει αυτό, είναι από τα πράγματα που τα κάνεις αλλά δε τα λες. Όσοι το είπαν, άντε να ήπιαν κάνα μπουκάλι ούζο μόνοι τους.

Βάλαμε να πιούμε μουντού και μιλάγαμε για ώρες, ούτε που το καταλάβαμε πως πέρασε τόσος χρόνος. Έπειτα μας πήρε ο ύπνος στο σαλόνι. Δε νύσταζα όμως πολύ αυτή τη φορά και μου τα είχε σκάσει περίεργα. Δυο ώρες μετά ξύπνησα. Ήταν καταμεσής της νύχτας. Μαζί μου ξύπνησε και ο Κορνήλιος.

«Μήπως πεινάς ρε συ;» του είπα.
«Ε, όσο να ‘ναι»
«Συγχώρεσε με» του είπα χαμογελώντας «Είμαι χάλια οικοδεσπότης, τι να σου βάλω;»
«Ένα ποτήρι χυμός αρκεί, τρώω σπάνια»
«Όμως ρε συ» του είπα ενώ του ετοίμαζα το χυμό του «Σου κάνω καλό που σε κερνάω ναρκωτικά τώρα που έχεις βγει από την απεξάρτηση;»
«Μη στεναχωριέσαι, πρέζα να μην είναι κι όλα τα άλλα τα έχω»
«Τέλεια»

Τσιμπολογούσαμε κάτι μαλακίες μέσα στην άκρη της νύχτας κι εντέλει αποφασίσαμε να βάλουμε λίγο μουντού ακόμα πριν ξαναπέσουμε για ύπνο.

«Και για πες» με ρώτησε «περίπου πως είναι η ζωή σου;»
«Πώς να είναι; Χάλια, κανείς δεν αγοράζει mdma, άρα δεν έχω καν λεφτά» απάντησα στεναχωρημένος κι ωστόσο γελώντας. Είχα καιρό να γελάσω. «Εσύ τι σκέφτεσαι να κάνεις στο εξής;».
«Θα φύγω για βόρεια μάλλον. Υπάρχουν πολλές δουλειές για μένα εκεί. Θα πάρω το τρένο αύριο κιόλας.
«Φεύγεις αύριο;» ρώτησα.
«Ναι. Δε χαίρεσαι που με ξεφορτώνεσαι τόσο γρήγορα τελικά;»
«Ε βασικά ναι… ή μάλλον όχι… θέλω να πω… σε συμπαθώ πολύ»

«Κουάξ κουάξ!» έκανε ο βάτραχος και πήδηξε πάνω μου. Πόνεσα λίγο γιατί ήταν βαρύς. Τον χάιδεψα τρυφερά στη μέση κι αυτός γουργούρισε. Δεν ήξερα ότι οι βάτραχοι μπορούν να γουργουρίσουν.

«Και τώρα;» με ρώτησε.
«Και τώρα…» είπα και εγώ κλείνοντας τα μάτια μου… «Θεέ μου» σκέφτηκα «Γιατί όλα να είναι τόσο περίπλοκα σε αυτή τη ζωή, γιατί το μυαλό μου να είναι τόσο άρρωστο;»

«Κύριε!» πρόσθεσα πάλι κοιτάζοντας τον μεγαλόσωμο κιτρινοκόκκινο βάτραχο «Με ξέρεις καλύτερα απ’ τον καθένα, δεν έκανα τίποτα κακό και η ψυχούλα μου είναι αγνή. Γενηθήτω το θέλημά Σου!».

Την τελευταία πρόταση την είπα δυνατά.

«Και τώρα τι ρε Κορνήλιε;» του είπα ακουμπώντας τα χείλη μου στα δικά του.

Χτύπαγε η καρδούλα μου από άγχος, μα ευτυχώς ανταπέδωσε.

Αρχίσαμε να φιλιόμαστε. Το μυαλό μου ήταν γεμάτο ερωτηματικά, ούτε που καλοκαταλάβαινα πια τι συνέβαινε. Όταν όμως είδα τον Κορνήλιο από πάνω μου και άρχισα να χαϊδεύω την πλάτη του, κατάλαβα ότι το ψάχνω πάρα πολύ το θέμα. Ήμουν τυχερός που ήταν εδώ. Ήμουν τυχερός για την ειλικρίνεια των συναισθημάτων μου. Ήμουν τυχερός που δεν υπήρχε τίποτα το σαδιστικό σε όλο αυτό.

«Κάπου πρέπει να έχω αφήσει μια δερμάτινη ζώνη, μισό λεπτό» του είπα φιλώντας τον στο μάγουλο.

Και κάπως έτσι αφήσαμε την υπόλοιπη νύχτα και κάποιες ώρες τις μέρας να πάνε στο διάολο.

***

Ξύπνησα αργά την επόμενη μέρα. Ο Κορνήλιος είχε φύγει να προλάβει το τρένο του, μου άφησε όμως ένα σημείωμα στο οποίο με αποχαιρετούσε, μου έλεγε ότι πέρασε πολύ όμορφα μαζί μου και λυπόταν που δεν ήταν εφικτό να κάτσει παραπάνω.

Όσο περίεργο κι αν ακούγεται, δεν στεναχωρήθηκα καθόλου που έφυγε. Διάβασα το σημείωμα του κι αμέσως προχώρησα χαμογελώντας να φτιάξω τον καφέ μου. Η αίσθηση της πληρότητας που μου είχε δώσει η επαφή με αυτό το βατράχι ήταν άνευ προηγουμένου και οπωσδήποτε δεν ήταν καθαρά σεξουαλικοί οι λόγοι. Ανέκαθεν πίστευα πως υπάρχουν μερικά άτομα που άπαξ’ και τα συναντήσεις στη ζωή σου και γνωριστείτε το οποιοδήποτε άγγιγμα μεταξύ σας φέρνει μια άλλου τύπου φόρτιση, ενεργειακή, μεταφυσική, οτιδήποτε. Δεν ήθελα προφανώς να το πω έρωτα, ήξερα τις ποιοτικές διαφορές. Αν ο έρωτας είναι μια πνευματική κατάσταση τόσο δυνατή που μόνο μέσα στον υλικό κόσμο μπορεί να πραγματωθεί, αυτό που ένιωθα εγώ ήταν σα να με τράβαγε πάνω του ο μόνος μαγνήτης που εκπέμπει θερμότητα, ενώ βρισκόμουν για πεζοπορία στο βόρειο πόλο. Μια καθαρά υλική κατάσταση που μόνο μέσα στο πνεύμα μπορεί να πραγματωθεί δηλαδή.

Αφού συμμάζεψα λίγο το σπίτι από ό,τι τέλος πάντων είχαμε χρησιμοποιήσει το προηγούμενο βράδυ, άναψα ένα τσιγάρο, ήπια μια γουλιά καφέ και χάζεψα έξω απ’ το παράθυρο.

«Σκατά!» είπα με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά και πρόσθεσα «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται» μιλώντας πάντα μόνος μου. Αν ο Θεός ήταν εκεί για να με ακούσει καλώς. Αν δε ήταν, μπορούσα να ζήσω και μόνος μου για την ώρα.

***

Μπορεί να είχα ισορροπήσει επιτέλους στην ψυχολογία μου, ωστόσο εξακολουθούσα να έχω αντικειμενικά προβλήματα στη ζωή μου. Το πρώτο και το κύριο ήταν το οικονομικό. Δεν υπήρχε φράγκο και δεν ήξερα κανέναν που να θέλει να αγοράσει MDMA. Για λίγο, σε μια κρίση απελπισίας, ταλαντεύτηκα να πάρω τηλέφωνο τον Λουίτζι μήπως είχε ανακαλύψει κανέναν πελάτη, αλλά αμέσως ήρθα στα συγκαλά μου.

«Πφφ» φύσαγα και ξεφύσαγα. Στο τέλος άρχισα να ψάχνω τις μικρές αγγελίες.

«Ζητείται σερβιτόρος, εμφανίσιμος». Απορρίπτεται. Με είχε παρατήσει μέχρι και το κουνέλι με το οποίο ζούσα. Πόσο εμφανίσιμος ήταν δυνατόν να ήμουν δηλαδή;

«Ζητείται υπάλληλος γραφείου, για τακτοποίηση χρεών, με πυγμή και αποφασιστικότητα». Η τελευταία φορά που είχα δείξει αποφασιστικότητα εγώ ήταν όταν ένας βλαμμένος, κάγκουρας αναρχοσυνδικαλιστής είχε απειλήσει έναν φίλο μου. Είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε, πάντως είχαμε μαζευτεί μια παρέα ετερόκλητων ατόμων, πρεζάκια, χριστιανοί, ψυχοπαθείς, χαπάκηδες, κομμουνιστές κλπ που είχαμε όμως φιλίες μεταξύ μας κι είχαμε συμφωνήσει πως στην πρώτη φασαρία, όσες συμπάθειες κι αν έχουμε προς τον αναρχοσυνδικαλισμό, του τύπου θα του καίγαμε το σπίτι, την οικογένεια και τα κατοικίδια του.

Είχα μετανιώσει πολύ για τα κατοικίδια. Με εξαίρεση αυτό το περιστατικό πάντως, ήμουν ό,τι πιο φλώρικο υπήρχε στην ελληνική επικράτεια. Απορρίπτεται.

Τέλος είδα και μια αγγελία που ζητούσαν καθηγητή χημείας «Με άνεση στην
επικοινωνία». Έβαλα τα γέλια και έκλεισα την εφημερίδα.

Ήμουν άχρηστος και έπρεπε να το αποδεχτώ.

Χτύπησε το τηλέφωνο. Νούμερο άγνωστο.

«Παρακαλώ;» είπα δειλά.
«Τέλη;» άκουσα μια γνώριμη φωνή «Τι κάνεις;»
«Κορνήλιε!» απάντησα όλο χαρά. «Σπίτι είμαι, εσύ τι κάνεις; Πού βρίσκεσαι;»
«Τέλη, μου έλειψες πάρα πολύ. Άκουσε με σε παρακαλώ γιατί είναι σημαντικό…»

Έκανα ησυχία και περίμενα να ακούσω, χωρίς να είμαι ιδιαίτερα συγκεντρωμένος. Αχ πόσο ευτυχής ήμουν που ξαναμίλαγα με τον αγαπημένο μου κιτρινοκόκκινο βάτραχο.

«Σου έχω έναν τρόπο να βγάλεις λεφτά» είπε ο Κορνήλιος. Εκεί συνήλθα απ’ την ονειροπόληση μου.
«Πες μου λεπτομέρειες!» τον προέτρεψα.
«Άκου, αύριο πρόκειται να γίνει στη Θεσσαλονίκη το συλλαλητήριο για το όνομα της Μακεδονίας…»
«Εκεί είσαι;» τον ρώτησα «Είναι πολύ επικίνδυνο!»
«Μη με διακόπτεις, εκατοντάδες χιλιάδες, ίσως εκατομμύρια Έλληνες θα ανέβουν στη Θεσσαλονίκη για τη συγκέντρωση, είναι η ευκαιρία σου να βγάλεις χοντρά λεφτά»
«Πώς δηλαδή; Να τους πουλάω ελληνικές σημαίες και κοκορέτσι σε ταπεράκια;» απόρησα.
«Μ’ αρέσει ο τρόπος που σκέφτεσαι, αλλά όπως καλά ξέρεις ο λαός δε μαστουρώνει μόνο με εθνικά σύμβολα, τη βρίσκει και με κανονικά ναρκωτικά. Είναι μεγάλη ευκαιρία το συλλαλητήριο. Μέσα στην έξαψη τους οι Έλληνες θα μετατρέψουν σίγουρα το πολεμικό κλίμα σε πανηγυράκι, όπως παλιότερα με τις αντιμνημονιακές συγκεντρώσεις στην πλατεία Συντάγματος… Σε αυτό το πανηγυράκι θα υπάρχει έλλειψη προϊόντος την οποία εσύ, ο Αριστοτέλης Βαμπιράκης θα μπορείς να καλύψεις».

Το σκέφτηκα.

«Δηλαδή πιστεύεις ότι…»
«Μπορείς να σπρώξεις άνετα πάνω από δύο κιλά, ίσως ακόμα και δέκα αν είμαστε τυχεροί. Πάρε το βραδινό τρένο και έλα. Τηλεφώνησε μου. Κλικ!»

***

Τώρα βέβαια πρέπει να πούμε πως κανένας σοβαρός άνθρωπος δε θα γέμιζε δύο βαλίτσες με κρυστάλλους MDMA για να πάει να τους πουλήσει σε φασίστες που θα μαζεύονταν απ’ όλη την Ελλάδα στη συμπρωτεύουσα για να απαιτήσουν να διατηρήσουμε τα αποκλειστικά πνευματικά δικαιώματα του Μέγα-Αλέξανδρου και του βασιλείου του για τα επόμενα δέκα χιλιάδες χρόνια και βλέπουμε. Κι αν ακόμα κάποιος το έκανε, σίγουρα δε θα το έκανε κατόπιν πρότασης ενός γλυκούλη, ακραία σαγηνευτικού κιτρινοκόκκινου βατράχου που έμοιαζε με λούτρινο μα μίλαγε σαν άνθρωπος.

Ευτυχώς εγώ δεν ήμουν σοβαρός άνθρωπος.

Το ταξίδι ήταν πολύ κουραστικό, μιας και εκτός απ’ τις βαλίτσες που έπρεπε να προσέχω σα τα μάτια μου για οχτώ ώρες τουλάχιστον, είχα να αντιμετωπίσω και την ενοχλητική παρουσία μιας γάτας σε κλουβί στο μπροστινό από εμένα κάθισμα. Το γατάκι ήταν μαύρο και μικρό σε ηλικία και ούρλιαζε μέχρι την άφιξη μας στη Θεσσαλονίκη για την ελευθερία του.

«Μα γιατί το κάνετε αυτό στη γάτα;» ρώτησα την κοπέλα που το κουβάλαγε.
«Δεν είναι καν δικό μου εντάξει;» μου απάντησε αυτή ξερά. «Το πηγαίνω στον πρώην της φίλης μου. Δεν είμαι υποχρεωμένη να ξέρω τίποτα από γάτες, παράτα με!»

Αναγνωρίζοντας πως η κοπέλα μάλλον γρατζουνούσε περισσότερο απ’ τη γάτα, έβγαλα το σκασμό, ανέχτηκα τα νιαουρίσματα που μεταφράζονταν σε απελπισμένα «ΒΟΗΘΕΙΑ! ΣΩΣΤΕ ΜΕ!» και κάποια ώρα έφτασα, όταν είχε για τα καλά χαράξει πλέον, αρκετά ζαλισμένος στον προορισμό μου.

Ήταν πολύ νωρίς ακόμα για να επικοινωνήσω με τον Κορνήλιο. Μπήκα σε μια καφετέρια κοντά στον σταθμό της Θεσσαλονίκης. Παραδίπλα μου όλα τα τραπέζια γεμάτα με κόσμο που κρατούσε ελληνικές, βυζαντινές, ρωσικές, σέρβικες και άλλες σημαίες και φώναζε για τη Μακεδονία. Κάποια στιγμή ορισμένοι Έλληνες που δεν αναγνώρισαν τη σημαία της Σερβίας και την πέρασαν για κάποια άλλη εχθρική σε αυτούς χώρα, επιτέθηκαν σε αυτούς που την κράταγαν, σπάζοντας ορισμένες καρέκλες, πόδια και κεφάλια.

«Τι θα πάρετε;» με ρώτησε η σερβιτόρα. Πρέπει να τα είχα τελείως χαμένα γιατί αν και γυναίκα μου φάνηκε αρκετά ελκυστική. Είχε κάτι ωραία μπουκλάκια στα μαλλιά που άξιζε να κάτσεις να τα χαζέψεις. Παραδίπλα μια παρέα διαφωνούσε για το πώς θα μοιραστούν τα εδάφη των Κοσοβάρων μετά την κατάκτηση τους από εμάς και τους αδερφούς Σέρβους.

«Νες, μέτριο, χωρίς, με ζαχαρίνη!»
«Βασικά έχουμε μόνο στέβια»
«Χμμ» το ξανασκέφτηκα κοιτάζοντας το μαγαζί που γέμιζε κι άλλο, συγκεκριμένης ποιότητας κόσμο, όσο πέρναγε η ώρα. «Βάλε μου ένα τριπλό ουίσκι με κόκα κόλα λάιτ καλύτερα, ξηρούς καρπούς δε θέλω»

Η σερβιτόρα μου έριξε ένα βλέμμα κατανόησης και πήγε να φέρει την παραγγελία μου.

***

«Θα βρεθούμε στον Άγιο Δημήτριο» μου είχε πει ο Κορνήλιος. Κι εγώ ήμουν κάτω από τον Άγιο Δημήτριο ανάμεσα σε χιλιάδες ανθρώπους που είχαν αρχίσει να μαζεύονται για το συλλαλητήριο, να φωνάζουν συνθήματα και να τραγουδάνε Ξυλούρη. Την απαίσια αυτή ατμόσφαιρα επιβάρυνε το γεγονός πως εκείνη τη μέρα είχε πολύ ήλιο και εγώ και με το μυαλό καμένο λιγάκι από τις καταχρήσεις και την αϋπνία αναγκαζόμουν να κυκλοφορώ συνέχεια με γυαλιά καθώς με που έπεφταν οι αχτίνες του ηλίου στα μάτια μου ένιωθα να πονάω.

Ο Κορνήλιος είχε αργήσει και μάλιστα δε με είχε πάρει τηλέφωνο απ’ την ώρα που δώσαμε το ραντεβού. Δεν πίστευα πως δε θα εμφανιζόταν. Δεν είχε δώσει τέτοια δείγματα αναισθησίας και σκατανθρωπιάς. Ωστόσο καλού-κακού πλησίασα έναν πατριώτη που τώρα τραγούδαγε Παπακωνσταντίνου (Βασίλη) και τον ρώτησα:

«Συγνώμη, μήπως έχετε δει έναν βάτραχο;»
«Έναν βάτραχο;»
«Ναι έναν βάτραχο, είναι ο πιο όμορφος βάτραχος του κόσμου, είναι κίτρινος και κόκκινος και μοιάζει με λούτρινο και…»
«Παλικάρι μου, ένα θα σου πω… αυτοί οι προδότες φταίνε που κατέστρεψαν την χώρα, μολύνανε τον αέρα μας και φτάσανε εσάς τους νέους να κυκλοφορείτε τρελοί στους δρόμους»
«Δεν είμαι τρελός βρε πατερούλη, υπάρχει ο βάτραχος. Τον λένε Κορνήλιο, έχουμε κοιμηθεί μαζί, δεν φαντάζεσαι πως είναι να κάθεσαι να τον κοιτάς. Πιστεύω με όλη μου την καρδιά πως αν τον είχαν σε ζωολογικό κήπο, θα του είχαν βάλει και ταμπέλα -Χάιδεψε με- »

«Είσαι τρελός!» μουρμούρισε ο πατριώτης και έκανε να φύγει προς μια παρέα που άκουγε στη διαπασών Σφακιανάκη.

Τότε, στο βάθος πίσω από αυτή την παρέα, είδα έναν, κίτρινο-κόκκινο βάτραχο να μου κουνάει το χέρι του. Ήταν ο Κορνήλιος.

Χωρίς να συνειδητοποιώ τι μαλακία κάνω, τράβηξα τον τύπο που μίλαγα πριν και του έδειξα με το χέρι μου τον βάτραχο της ζωής μου, τον πιο όμορφο βάτραχο, στην εθνική ή γεωγραφική ή οτιδήποτε περιοχή της Μακεδονίας.

«Να τος! Στο είπα ότι υπάρχει, δεν είναι υπέροχος;» τον ρώτησα.

Ο πατριώτης, ο εθνικός σύντροφος, ο φρουρός της πατρίδας, σάστισε βλέποντας τον Κορνήλιο. Μη μπορώντας να πιστέψει στα μάτια του έβγαλε απ’ την τσέπη του ένα ζευγάρι γυαλιά και τα φόρεσε, πιθανώς για να βεβαιωθεί ότι δεν επρόκειτο περί οφθαλμαπάτης.

«Ώστε είναι αλήθεια…» μουρμούρισε.
«Εμ, φυσικά, τι σου λέω τόση ώρα…» είπα εγώ. Κι αφού τον άφησα, περπάτησα ως τον Κορνήλιο. Τον πήρα μια τρυφερή αγκαλιά και δώσαμε ένα γρήγορο φιλί στο στόμα.

«Ομόρφυνες» μου είπε.
«Άσε τις βλακείες τώρα» απάντησα χαμογελώντας μέχρι τα βάθη της ψυχής μου.

Αυτά τα πλάσματα που σε κάνουν ευτυχισμένο με την παρουσία τους και μόνο πρέπει να βρούμε γρήγορα τον τρόπο να τα κλωνοποίησουμε ή έστω να μεταδώσουμε επακριβώς το συναίσθημα που αισθανόμαστε παρέα τους. Το πιο λυπηρό είναι βέβαια πως αυτά τα ίδια δε θα μάθουν ποτέ ακριβώς τι σημαίνει να βρίσκεται κάποιος μαζί τους στον ίδιο χώρο κι αν ακόμα μπαίναμε στον κόπο να τους το εξηγήσουμε μάλλον τρελούς θα μας λέγανε ή ερωτευμένους. Αλλά εμείς δεν είμαστε τίποτα από τα δύο φυσικά και ως εκ’ τούτου δεν υπάρχει κανένας λόγος να μάθουν τίποτα απολύτως.

«Συγνώμη» γύρισα προς το πατριωτάκι «Θα μας βγάλετε μια φωτογρ…»

Το πατριωτάκι είχε βγάλει πιστόλι.

«Δεν είναι γκόμενος σου έτσι δεν είναι;» ρώτησα τον Κορνήλιο.
«Πας καλά μωρέ;» μου απάντησε.

Ο …πατριώτης πυροβόλησε τότε στον αέρα. Οι μουσικές σταμάτησαν και όλοι γύρισαν τρομαγμένοι προς το μέρος μας.

«ΕΛΛΗΝΕΣ!» φώναξε «ΔΩΣΤΕ ΚΑΛΑ ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΤΑ ΛΟΓΙΑ ΜΟΥ» αλλά είχε ήδη πυροβολήσει ανάμεσα σε πλήθος χιλιάδων ατόμων επομένως όλοι τον πρόσεχαν, αντί για παράδειγμα να τον αφοπλίσουν.
«Οι Σκοπιανοί είναι σήμερα εδώ με πράκτορες τους, ζηλεύουν τη χώρα μας, θέλουν τα εδάφη μας, λεηλατούν την ιστορία μας…»
«Προσέχεις ότι χρησιμοποιεί μια συγκεκριμένη δομή στο λόγο του όταν μιλάει για το τι θέλουν οι Σκοπιανοί ε;» με ρώτησε ο Κορνήλιος. Έβαλα τα γέλια.

Ο εθνικός μας σύντροφος πυροβόλησε πάλι στον αέρα αλλά αυτή τη φορά σημαδεύοντας αισθητά προς το μέρος μας.

«Είσαι τελείως ψυχάκιας έτσι;» του είπα «Εντάξει έχω γνωρίσει πολύ κόσμο με προβλήματα, με τους περισσότερους από αυτούς είχα σχέση κιόλας, αλλά εσύ έχεις ξεφύγει».
«Κι εσύ…» μου είπε ψυχρά εκείνος «Είσαι ένας προδότης που πούλησε την πατρίδα μας στα Σκόπια»

Α στο καλό. Πότε το είχα κάνει πάλι αυτό;

«Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΑΥΤΟΣ» συνέχισε να μιλάει για μένα ο παλαβιάρης εθνικιστής δείχνοντας εμένα, «Είναι σήμερα εδώ ως πράκτορας της κυβέρνησης των Σκοπίων, σκόπευε να παραδώσει όλες τις πληροφορίες για το συλλαλητήριο στον εκπρόσωπο τους, σε αυτό το θλιβερό εκφυλισμένο πλάσμα, με το οποίο διατηρούν ερωτική σχέση» είπε και έδειξε τον Κορνήλιο.

«Βασικά δεν έχουμε ορίσει τι έχουμε!» είπε αυτός.
«Κι είμαστε πολύ περήφανοι για αυτό!» πρόσθεσα εγώ.

Κι άλλος πυροβολισμός πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Η μονογαμία αντεπιτίθεται.

«Αποδεικνύονται όλα αυτά απ’ την ομοφυλοφιλία τους, γνωστή ασθένεια των απάτριδων και των μη-Ελλήνων και απ’ το γεγονός πως το μεταλλαγμένο πλάσμα είναι βαμμένο στα χρώματα της σημαίας των Σκοπιών. Χρειάζεται κανείς άλλη απόδειξη;»
«ΌΧΙ!» απάντησε όλο το πλήθος με απόλυτο συγχρονισμό. Ούτε ο Ιωάννης Μεταξάς να ήταν. Βασικά τώρα που το ξανασκέφτομαι ήταν.

Ένιωθα την κατάσταση να αγριεύει επικίνδυνα. Έπρεπε να απαντήσω κάτι.

«Μισό λεπτό ρε φίλε» του είπα «Εδώ πέρα σήμερα θα μαζευτεί πάνω από ένα εκατομμύριο κόσμος που αγαπάει την πατρίδα του, σωστά;»
«Λογικά περισσότεροι» απάντησε ανόρεχτα ο ένοπλος συνομιλητής μου.
«Ε είναι δυνατόν να μου λες, ότι στο ένα εκατομμύριο ή στα δύο εκατομμύρια που θα έρθουν, που είναι όλοι σίγουρα πατριώτες, βαμμένοι δεν αμφιβάλλω, δεν θα υπάρχει ένας ομοφυλόφιλος; Από πότε είναι ένδειξη η ομοφυλοφιλία για την απουσία εθνικής συνείδησης, πως μηδενίζεις έτσι τον κόσμο που θέλει να αγωνιστεί για το έθνος του;»

Είχα μάθει τέτοια επιχειρήματα από τότε που σπούδαζα στο χημικό και ήθελα να πείσω την ενορία της γειτονιάς μου να φτιάξουμε χριστιανική LGBTQI+ ομάδα.

Φυσικά τότε είχα αποτύχει. Οι παπάδες είναι συντηρητικοί και πολλές φορές, τις περισσότερες μάλλον, μισάνθρωποι και σκοταδιστές. Όσο να πεις όμως, αναγκάζονται να μάθουν λίγο από θεολογία και δεν πείθονται εύκολα. Ο τύπος απέναντι μου ωστόσο είχε σκαλώσει με αυτά που του είπα.

«Ναι χμμμ…» έκανε. Λίγα σαλάκια έφυγαν απ’ το στόμα του.
«Μόνο ένας τρόπος υπάρχει να μάθουμε την αλήθεια!» πετάχτηκε τότε ένας απ’ το πλήθος. «Γιατί Θεέ μου;» σκέφτηκα με απελπισία και περίμενα να ακούσω τι είχε να πει. Ο δεύτερος πατριώτης όμως, που προερχόταν απ’ την παρέα που προηγουμένως άκουγε Σφακιανάκη, αντί να προτείνει το οτιδήποτε έτρεξε απότομα προς το μέρος μου και τράβηξε τη μια βαλίτσα απ’ το χέρι μου.

Ούτε που πρόλαβα να αντιδράσω.

«Για να δούμε με τι σκοπό ήρθε στη Θεσσαλονίκη ο κύριος από εδώ» είπε θριαμβευτικά ο φαν του Νοτη και άνοιξε τη βαλίτσα.

Δεκάδες μικρά σακουλάκια με μια απ’ τις πικρότερες για τη γλώσσα, πιο γλυκές για το μυαλό και την καρδιά σκόνες έπεσαν έξω και χύθηκαν στην άσφαλτο της συμπρωτεύουσας του ελληνικού κράτους.

«Ναρκωτικά!» είπε το πλήθος.
«Ναρκωτικά!» είπε κι αυτός.

Τι να απαντήσω και εγώ σε όλα αυτά… «Με των σαράντα ευρώ το γραμμάριο παιδιά, όποιος προλάβει!» φώναξα κι αρπάζοντας τον Κορνήλιο στην αγκαλιά μου, αρχίσαμε να τρέχουμε.

***

«Πιάστε τους! Τους πληρώνουν οι Σλάβοι για να πουλάνε στα παιδιά μας ναρκωτικά! Φώναζε ένα πλήθος χιλιάδων ατόμων, που κυνηγούσε εμένα, έναν κακομοίρη χημικό με κλίση στη θεολογία, 25 χρονών παλικάρι, και το πλασματάκι που αγαπούσα. Ο παλαβός με το όπλο στο μεταξύ προπορευόταν του όχλου που έτρεχε στο κατόπι μας και που και που έριχνε καμία σφαίρα προς το μέρος μας. Για καλή μας τύχη το πιο κοντινό σε άνθρωπο που είχε πετύχει ήταν ένας κάδος σκουπιδιών.

«Κι οι Σέρβοι που γουστάρεις Σλάβοι είναι ρε καθυστερημένε!» του φώναξα. Βρισιές για τη μάνα μου, για εμένα, για πράγματα που μου αρέσει να βάζω στον κώλο μου και ένας πυροβολισμός ακόμα ήταν η απάντηση.

«Τι σκατά θα κάνουμε;» ρώτησα τον Κορνήλιο που ήταν σκαρφαλωμένος στον ώμο μου, «Κάνουμε κύκλους μέσα στην πόλη, έχω κουραστεί, θα μας πιάσουν!»
«Πρέπει να μπούμε κάπου για να γλυτώσουμε» απάντησε ο σύντροφος μου. Κοίταξα τριγύρω. Όλα κλειστά. Σε σπίτια δε θα μας άνοιγε κανείς.

«Δυστυχώς ούτε με θαύμα δε σωζόμαστε» είπα και άρχισα να προετοιμάζομαι για το λυντσάρισμα στα χέρια του ελληνικού όχλου. Όμως αμέσως μου ήρθε σαν επιφοίτηση κάτι στο μυαλό.
«Κι όμως ίσως με ένα θαύμα να σωθούμε» μουρμούρισα.
«Σε παρακαλώ μην αρχίσεις να προσεύχεσαι» μου είπε ο Κορνήλιος, «Απλά τρέχα»
«Προσευχήσου εσύ για εμάς γλυκούλη» του απάντησα, «Εγώ θα κάνω κάτι άλλο».

Με τις τελευταίες μου δυνάμεις έτρεξα προς την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου κουβαλώντας μαζί μου τον Κορνήλιο Από πίσω το πλήθος μας κυνηγούσε, μας έβριζε, μας πυροβόλαγε, οτιδήποτε.

Χτύπησα την πόρτα της εκκλησίας.
Καμία απάντηση.

«Κοιτάχτε να δείτε!» φώναξα «Δεν είναι δυνατόν να είμαι ο μόνος χριστιανοκομμουνιστής στην Ελλάδα. Δε μπορεί να μην υπάρχει ένας άνθρωπος εδώ μέσα που να κρίνει πως είναι καλύτερα να μας σώσει απ’ ότι να μας αφήσει να γίνουμε κομματάκια στα χέρια του κάθε ψυχοπαθή!».

Η πορτούλα άνοιξε και ένας ιερέας μεγάλης ηλικίας, αλλά αρκετά καλοστεκούμενος φάνηκε στην είσοδο.

«Ο χριστιανοκομμουνισμός είναι αίρεση!» μου είπε αυστηρά.

Χαμογέλεσα.

«Τις ευλογίες σας πάτερ!» του είπα και μην περιμένοντας την άδεια του μπούκαρα μέσα στο ναό μαζί με τον Κορνήλιο. Ο κληρικός, κοίταξε λίγο σκεφτικός προς το μέρος μας και έπειτα κοίταξε προς το μέρος του πλήθους που ερχόταν προς την εκκλησία.

«Κι αν τους αφήσει να μπουν;» ρώτησε ο Κορνήλιος.
«Τότε ήρθε το τέλος…» του είπα απλά.

Κανείς μας δε μίλησε.

«Πάμε κάπου οι δύο μας;» με ρώτησε.
«Πάμε» του είπα. Τον κατέβασα απ’ τους ώμους μου και τον κράτησα απ’ το χέρι.
«Ψηλά στο καμπαναριό;» πρότεινα δειλά.
«Θα μπορούμε να βλέπουμε τι γίνεται με αυτούς τους τρελούς και να είμαστε μονάχα εμείς»
«Εντάξει»

Ανεβήκαμε ως το πιο ψηλό καμπαναριό του Άγιου Δημητρίου, φύλακα και προστάτη της Θεσσαλονίκης. Στηρίχθηκα σε κάτι κάγκελα κι αυτός πήδησε στην καμπάνα.

«Δεν καταλαβαίνω τίποτα πια» μου εξομολογήθηκε.
«Εγώ πάλι» του είπα γλυκά «Καταλαβαίνω όλο και περισσότερα όσο περνάει ο καιρός».
Χαμογέλασε. «Εσύ είσαι περίεργος» απάντησε, «Γι’ αυτό σου αρέσω κιόλας».
«Είμαι σίγουρος ότι αρέσεις σε πολύ κόσμο» είπα όχι χωρίς έναν τόνο ζήλειας στη φωνή μου.
«Ναι αλλά με εσένα είναι διαφορετικά, δεν θες ούτε απλά να έχεις κάτι να βρίσκεται στη ζωή σου, ούτε το περιορίζεις στο σεξουαλικό, ούτε είσαι ερωτευμένος μαζί μου, μόνο στέκεσαι συνέχεια και με κοιτάς με ένα βλέμμα, που αν δεν ήξερα ότι με γουστάρεις θα έλεγα ότι το προορίζεις για κάποιο αυτιστικό ξαδερφάκι σου»

Δεν είπα τίποτα.

«Είσαι τρελός;» με ρώτησε.
«Σοβαρά το ρωτάς;»
«Ναι… το ρωτάω σοβαρά»
«Έχει μαζευτεί κόσμος Κορνήλιε… έχουμε πιο σοβαρά προβλήματα απ’ την ψυχική μου υγεία»
«Θα ήθελα να το λήξουμε»

Αναστέναξα.

«Δεν είμαι τρελός Κορνήλιε» του είπα λυπημένα «Ελπίζω να μη σε απογοητεύω»
«Τότε» απάντησε εκείνος «Εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω τίποτα, αλλά δεν έχει σημασία!»

Και πήδηξε απ’ την καμπάνα πάνω μου.
Αγκαλιασμένοι αρχίσαμε να φιλιόμαστε.

«ΛΟΙΠΟΝ ΓΙΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΟΡΑ ΣΑΣ ΤΟ ΛΕΩ…» ακούσαμε μια δυνατή φωνή κι αναγκαστήκαμε να διακόψουμε για να δούμε τι ήταν.

Ήταν ο ιερέας που απευθυνόταν στο πλήθος.

«ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΘΑ ΠΕΙΡΑΞΕΙ ΚΑΝΕΝΑΝ ΟΣΟ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ ΠΑΠΑΣ ΣΤΟ ΝΑΟ, ΤΑ ΜΑΖΕΥΕΤΕ ΚΑΙ ΦΕΥΓΕΤΕ ΑΛΛΙΩΣ ΘΑ ΖΗΤΗΣΩ ΕΓΩ ΑΥΤΟΠΡΟΣΩΠΩΣ ΑΠ’ ΤΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΝΑ ΑΦΟΡΙΣΤΕΊΤΕ ΕΝΑΣ ΠΡΟΣ ΕΝΑΣ!».

Το πλήθος, αφού πρώτα τον έλουσε βρισιές με πρώτη και κύρια την αναφορά στην φανταστική πιθανότητα εβραϊκή καταγωγή του, άρχισε να διαλύεται και να επιστρέφει εκεί που ήταν αρχικά να πραγματοποιηθεί το συλλαλητήριο του.

Είχαμε γλυτώσει.

«Δόξα σοι ο Θεός!» αναστέναξα.
«Ω, σκάσε επιτέλους» είπε ο Κορνήλιος και μου πέταξε ένα γρήγορο φιλί στο στόμα.

Έπειτα με κοίταξε παιχνιδιάρικα.

«Να σου πω ρε Τέλη…»
«Έλα»
«Τελικά με αυτό το θέμα της Μακεδονίας, ποιος έχει δίκιο;»
«Ρε φίλε» είπα εγώ σκάζοντας στα γέλια «Πραγματικά δεν έχω ιδέα πλέον»

Ο σύντροφος μου όμως επέμενε.

«Αν έπρεπε να πεις ότι έχει δίκιο κάποιος, ποιόν θα διάλεγες;»
«Θα έλεγα ότι η Μακεδονία ανήκει στο Θεό» είπα πολύ σοβαρά.
«Ωραία!» είπε ο βάτραχος που αγαπούσα και πετάχτηκε προς το σκοινί που έθετε την καμπάνα σε λειτουργία.
«Ας τον ρωτήσουμε κι αυτόν μια γνώμη, τι λες;» μου είπε κρατώντας το από την άκρη.

Στην αρχή μου φάνηκε κακή ιδέα, ίσως και να φοβήθηκα λίγο. Έπειτα είπα: «Δε γαμιέται, εδώ που φτάσαμε…». Σηκώθηκα απ’ τη θέση μου και κράτησα και εγώ το σκοινί της καμπάνας.

Το επόμενο δευτερόλεπτο το τραβούσαμε ταυτοχρόνως μαζί. Οι μελωδίες του Αγίου Δημητρίου ακούγονταν σε όλη τη Σαλονίκη και το βατραχάκι που αγαπούσα ακουμπούσε το κεφάλι του στοργικά στους ώμους μου απολαμβάνοντας τις μαζί μου.

Ήμουν πολύ ευτυχισμένος και ούτε που μπορούσα να φανταστώ εκείνη τη στιγμή πως ενώ εμείς ακούγαμε απλές μελωδίες καμπάνας, όλος ο υπόλοιπος πληθυσμός της πόλης άκουγε κάτι διαφορετικό… πως μου είπανε ότι πήγαινε… κάπως έτσι:

Денес над Македонија се раѓа,
ново сонце на слободата!
Македонците се борат,
за своите правдини!
Македонците се борат,
за своите правдини!

Не плачи Македонијo мајко мила,
Крени глава гордо, Високо,
Старо, младо, машко и женско,
На нозе се кренало!
Старо, младо, машко и женско,
На нозе се кренало!

Одново сега знамето се вее,
на Крушевската република!
Гоце Делчев, Питу Гули,
Даме Груев, Сандански!
Гоце Делчев, Питу Гули,
Даме Груев, Сандански!

Горите македонски шумно пеат,
нови песни, нови весници!
Македонија слободна,
слободно живее!
Македонија слободна,
слободно живее!

Πώς επέστρεψαν τα κοπάδια από τα βοσκοτόπια τους

Ήταν ακόμα μια άσχημη μέρα για τον Φρόγκι, ετών 25 μεσήλικας Νεάντερνταλ που κατοικούσε σε μια σπηλιά στην κεντρική Ευρώπη μαζί με την οικογένεια του που αποτελούταν από αυτόν, την γυναίκα του Χμα και τις δυο του κορούλες Χαλά και Ιώ.

Ο Φρόγκι ήταν ένας άνθρωπος, όσο άνθρωποι τέλος πάντων ήταν οι Νεάντερνταλ, πολύ κουρασμένος. Είχε δουλέψει σκληρά για να κερδίσει αυτή τη σπηλιά απ’ τα αγρίμια που την κατοικούσαν πριν από αυτόν κι όταν τέλος πάντων τα εξόντωσε και έφτιαξε απ’ το δέρμα τους πολύτιμα ρούχα για τους χειμώνες που μέλλονταν να ‘ρθουν, αποφάσισε να στήσει οικογένεια. Αυτό δεν ήταν βέβαια τόσο απλό. Στην εποχή των μακρινών προγόνων του, όπως του είχε εξιστορήσει ο πατέρας του, χτυπώντας τον παράλληλα με ένα μεγάλο κόκκαλο για να του μάθει να φτιάχνει πήλινα αγγεία, κάπου στο 100.000 προ Χριστού (κανείς δεν ήξερε τι ήταν αυτός ο Χριστός αλλά όλοι τον περιμένανε για κάποιο λόγο) οι γυναίκες ήταν άφθονες, όπως τα χορτάρια στο χώμα και το σεξ ήταν τόσο εύκολο σα να πίνει κανείς νερό.

«Θα ξανάρθουν αυτές οι εποχές μπαμπά;» είχε ρωτήσει ο Φρόγκι τον πατέρα του.
«Ίσως στο μέλλον αγόρι μου, όταν παραδειγματιστεί κάποιος απ’ τους προγόνους μας!»
«Μα γιατί δε το κάνουμε εμείς που τα έχουμε και πιο πρόσφατα;»
«Γιατί πρέπει να περάσουμε πρώτα το στάδιο της δουλείας, της δουλοκτησίας και κυρίως γιατί δεν καίγομαι κιόλας. Έχουμε ήδη τη μάνα σου να πηδάω και να καθαρίζει τη σπηλιά, τράβα να βγάλεις έξω τις γίδες να βοσκήσουν τώρα!»

Ο Φρόγκι λοιπόν που δεν έλαβε σωστή διαπαιδαγώγηση απ’ τη σπηλιά του ως προς το πώς να προσεγγίζει το άλλο φύλο, είχε θέμα να βρει σύζυγο. Ένα άλλο πρόβλημα ήταν η γενικότερη μείωση του γυναικείου πληθυσμού. Νοτίως της κεντρικής Ευρώπης είχε κάνει την εμφάνιση του ένα νέο είδος νοήμον πιθήκου, ο λεγόμενος και «Χόμο-Σάπιενς». Οι Σάπιενς, αν και έμοιαζαν πολύ με τους πιθήκους της ράτσας του Φρόγκι ήταν πιο μικρόσωμοι, λιγότεροι μαλλιαροί και για να πατσίσουν για την έλλειψη αρρενωπότητας τους, πιο έξυπνοι. Επειδή καμιά γυναίκα ποτέ δεν θα τους ακολουθούσε μονάχα επειδή ήταν έξυπνοι, έκαναν επιθέσεις συνέχεια στους πληθυσμούς των Νεάντερταλ και απήγαγαν τα θηλυκά. Έτσι οι διαθέσιμες παρτενέρ είχαν μειωθεί πολύ και δεν έφταναν για όλους τους “συνανθρώπους” του Φρόγκι με αποτέλεσμα το ζευγάρωμα να εξελιχθεί σε ένα παιχνίδι τύπου «μουσικές καρέκλες».

Συνήθως ο Φρόγκι έχανε.

Έτσι τα πρώτα χρόνια της εφηβικής του ζωής είχαν κυλήσει πολύ μοναχικά. Όταν όμως μεγάλωσε αρκετά και βαρέθηκε να φροντίζει τις γίδες της οικογένειας, αποφάσισε να ζήσει μόνος του και να μαζέψει το δικό του κοπάδι. Κάθε μέρα ξεκίναγε με το πρώτο φως του ηλίου και οδηγούσε τις γίδες στο πιο κοντινό βοσκοτόπι. Το δειλινό τις οδηγούσε πίσω στη σπηλιά όπου κοιμόντουσαν όλοι μαζί.

Έπειτα γνώρισε την Χμα.

Η Χμα ήταν μια Νεαντερνταλίνα λίγο μικρότερη του Φρόγκι και αρκετά πιο όμορφη από αυτόν. Ήταν 13 χρονών όταν παντρεύτηκαν ενώ εκείνος στην ώριμη ηλικία των 15. Το ίδιο έτος απέκτησαν την πρώτη τους κόρη την Χαλά και τον αμέσως επόμενο χρόνο την Ιώ. Η καθημερινότητα του ζευγαριού δεν άλλαξε και πολύ. Η Χμα, συνέχισε τη ζωή που έκανε στη σπηλιά της οικογένεια της, πρόσεχε τα παιδιά, καθάριζε, μαγείρευε και καθώς ο σύζυγος της ήταν αρκετά πιο μαλθακός απ’ τον πατέρα της που τουλάχιστον είχε συμμετάσχει σε πολλές μάχες με τους Χόμο Σάπιενς, γκρίνιαζε ασταμάτητα απ’ το πρωί ως το βράδυ:

«Πάλι βρώμικος είσαι…»
«Είχα βγάλει τις γίδες να βοσκήσουν»
«Όλοι οι άντρες βγάζουν τις γίδες να βοσκήσουν αλλά πηγαίνουν στο ποτάμι να πλυθούν μετά, μόνο εσύ γυρίζεις βρώμικος!»
«Σου έχω εξηγήσει τόσες φορές ότι λερώνομαι επειδή σκάβω στο χώμα…»
«Α, ναι… είχα ξεχάσει αυτή την τρέλα που έχεις, πρέπει να σταματήσεις να το κάνεις, εκτός του ότι λερώνεις τη σπηλιά συνέχεια, μας κουτσομπολεύουν οι γείτονες. Λένε ότι είσαι δαιμονισμένος, ότι έχεις γεννηθεί με αίμα γίδας μέσα σου και άλλα πράγματα που δε θέλω να πιστέψω για σένα Φρόγκι…»
«Οι γείτονες είναι ηλίθιοι, θα έπρεπε να με ευχαριστούν γι’ αυτό που κάνω!»
«Πού κλέβεις τους νεκρούς κάθε οικογένειας όποτε δε σε βλέπουν;»
«ΜΑ ΤΟΥΣ ΤΡΩΝΕ! ΤΟΥΣ ΤΡΩΝΕ!» ούρλιαξε τώρα ο Φρόγκι με ειλικρινή αγανάκτηση στα μάτια του.
«Και εσένα τι σε νοιάζει;» ρώτησε η Χμα «Δεν είναι δική σου δουλειά, σταμάτα να ανακατεύεσαι. Κι έπειτα τι άλλο να κάνανε; Χιλιάδες χρόνια τώρα τρώμε τους νεκρούς μας, τι πιο λογικό; Γιατί να πάει χαμένο το κρέας όταν μπορεί να θρέψει τόσα στόματα;»
«Να κάτι τέτοια με κάνουν να σιχαίνομαι το είδος μας» είπε με στόμφο ο Φρόγκι «Ώρες ώρες σκέφτομαι μήπως έχουν δίκιο οι Χόμο-Σάπιενς που μας λένε τέρατα, μα όπως και να ‘χει είναι απαράδεχτο να τρως αυτούς που έζησες μαζί τόσα πράγματα, θα μπορούσες δηλαδή να με φας όταν πεθάνω;»
«Με τίποτα, μου αρκεί που σε τρώω στη μάπα όσο ζεις!» είπε νευριασμένη η Χμα και συνέχισε «Και για να τελειώνουμε με αυτή την ιστορία, συνέχισε να κάνεις τα παιχνιδάκια σου, αρκεί να μην κινδυνεύσουν τα παιδιά, η σπηλιά και οι γίδες μας. Κατά τα άλλα κλέβε όσα πτώματα θες και συνέχιζε να τα θάβεις πίσω από αυτόν τον λόφο που έχεις βρει και να καρφώνεις πάνω απ’ τους λάκκους που σκάβεις αυτά τα κλαδάκια που ανάθεμα κι αν ξέρει κανείς τι σημαίνουν…»
«Εντάξει…» έκανε δειλά ο Φρόγκι κι σηκώθηκε να φύγει.
«Πάντως!» είπε η Χμα «Μη νομίζεις πως δεν ξέρω ποιος σου έχει βάλει αυτές τις ιδέες στο κεφάλι, σε έχω δει πως την κοιτάς…σιγά που είχες εσύ “μεταφυσικές ανησυχίες” και τι σημαίνει τέλος πάντων μεταφυσικές ανησυχίες;»

Ο Φρόγκι κοκκίνισε σαν παντζάρι και βγήκε έξω απ’ τη σπηλιά.
Ήταν η ώρα να βοσκήσουν οι γίδες.

Προτού προλάβει να τις μαζέψει όλες, ήδη η μία του κορούλα είχε έρθει από κοντά κι είχε αρχίσει να κλαίει και να παρακαλάει τον πατέρα της να την πάρει μαζί του. Μην αντέχοντας τα ουρλιαχτά της μικρής ο Φρόγκι συναίνεσε.

«Εντάξει Χαλά, αλλά μόνο για σήμερα, εντάξει;»
«Νι!» απάντησε εκείνη χαρούμενη και αγκάλιασε τον πατέρα της.

Ο Φρόγκι ξεκίνησε μαζί με την Χαλά και το κοπάδι για τα βοσκοτόπια, μαζί την ίδια ώρα ξεκινούσαν και οι υπόλοιποι άντρες Νεάντερταλ που έβγαζαν τις δικές τους γίδες. Ο ήλιος φώτιζε για τα καλά την κεντρική Ευρώπη. Υπήρχε φαγητό για όλους κι όλοι έμοιαζαν χαρούμενοι.

«Θα είναι ωραία χρόνια φέτος ε;» ρώτησε κάποιος τον Φρόγκι.
«Πώς πάει η γυναίκα;» ρώτησε άλλος
«Είναι αλήθεια ότι θάβεις τους νεκρούς αντί να τους τρως;» του είπε ψιθυριστά ένα τρίτος.
«Πφ!» σχολίασε μέσα απ’ το δόντια του ο Φρόγκι και πήρε τη Χαλά και απομακρύνθηκαν μαζί με το κοπάδι μακριά απ’ τους υπόλοιπους.

Καθώς η κόρη του έτρεχε μαζί με τις γίδες ο Φρόγκι σκεφτόταν διάφορα, καθόλου ευχάριστα πράγματα. Πρώτα απ’ όλα για τη ζωή του. Ο γάμος του δεν τον ευχαριστούσε ιδιαίτερα, η γυναίκα του και ο ίδιος τσακώνονται διαρκώς και δε συμφωνούσαν ποτέ και σε τίποτα. Αυτή προερχόταν βέβαια από καλή σπηλιά και ο Φρόγκι είχε αναγκαστεί να παλέψει με έναν τεράστιο, τριχωτό Νεάντερταλ για να την κερδίσει. Όλοι το είχαν σίγουρο πως ο Φρόγκι θα πέθαινε τη μέρα της μάχης, αλλά είχε καταφέρει να επικρατήσει του αντιπάλου του, χάρη στη μεγάλη απελπισία που είχε κυριεύσει την ψυχή του εξαιτίας της σιγουριάς του πως ποτέ δε θα βρει θηλυκό. Αυτή η ψυχική κατάσταση νίκησε τους μύες του διπλάσιου σε μέγεθος αντιπάλου του και ο πατέρας της Χμα, έστω και ανόρεχτα έδωσε την κόρη του στον νικητή μεν ελαφρώς ιδιόρρυθμο και εκκεντρικό δε Φρόγκι.

Ο Φρόγκι όμως δεν ήταν ευτυχισμένος. Προσπαθούσε να πείσει τη Χμα να σηκώνονται κάθε πρωί και να στέκονται στην είσοδο της σπηλιάς κοιτώντας τον ήλιο και να μουρμουρίζουν μεγάλες, περίπλοκες λέξεις που εξέφραζαν ευχαριστίες για όσα καλά είχαν γίνει και παρακλήσεις για όσα ήθελαν να συμβούν. Εκείνη το έβρισκε ηλίθιο και προτιμούσε να κοιμάται. Μια μέρα πάλι που ένας αρσενικός Νεάντερταλ ήρθε να διεκδικήσει την Χμα για γυναίκα του, ο Φρόγκι προσπάθησε να αποφύγει τη μάχη:

«Κατά τη γνώμη μου, απ’ τη στιγμή που δυο άνθρωποι είναι μαζί δε θα έπρεπε να μπορούν να είναι και με κάποιον άλλο ή αυτός ο άλλος να αναμειχθεί στο ζευγάρι, παρά μόνο αν και ο διεκδικούμενος του ζευγαριού επιθυμεί να χωρίσει!»

Αυτά τα λόγια ακούστηκαν πολύ περίεργα.

«Δεν καταλαβαίνω» είπε η Χμα «Δεν θα παλέψετε;»
«Ναι!» συμφώνησε και αυτός που την διεκδικούσε «Δεν έβγαλα άκρη με όσα είπες, γιατί δεν το λύνουμε όπως πρέπει, σαν άντρες;»

Ο Φρόγκι τότε είχε ρωτήσει την Χμα αν ήθελε να τον αφήσει για τον άλλον άντρα. Η Χμα ξέσπασε σε λυγμούς.

«Με φοβίζουν αυτά που λες, σταμάτα σε παρακαλώ, μπου-χου-χου» είπε και τα δάκρυα της κυλούσαν σα το Ρήνο ποταμό. «Απλά πολεμήστε μεταξύ σας και θα πάω με τον καλύτερο πολεμιστή, δε μου αρέσουν αυτά που λες, δε μου αρέσουν καθόλου!»

Κι έτσι ο Φρόγκι είχε αναγκαστεί να σκοτώσει τον αντίζηλο του με ένα μαχαίρι που είχε φτιάξει. Σπανίως χρησιμοποιούνταν μαχαίρια ή εργαλεία γενικότερα σε μάχες αλλά ο Φρόγκι το είχε κάνει.

«Δε θα τον φάμε;» είχε ρωτήσει η μία κορούλα του ζεύγους.
«Όχι θα τον θάψουμε, παραλίγο να ήταν ο μπαμπάς σας τώρα» είπε με σεβασμό και ειρωνεία ανάμεικτα ο Φρόγκι.
«Θα ήταν καλύτερος μπαμπάς από εσένα;» ρώτησε η μικρή
«Το πιθανότερο!» είχε απαντήσει κοφτά η μητέρα της.

Αλλά η κύρια αναποδιά για τη ζωή και την ευτυχία του Φρόγκι είχε συμβεί έναν χρόνο πριν, όταν κοντά στις σπηλιές των Νεάντερταλ της Γερμανίας είχε έρθει να μείνει μια γυναίκα, αν ήταν ακριβώς γυναίκα, η οποία αντί για σπηλιά επέλεξε να ζήσει στην κουφάλα ενός χοντρού δέντρου. Πολλοί άντρες της φυλής την επισκέφτηκαν για να ζευγαρώσουν μαζί της και … πράγματι τα κατάφεραν. Αλλά η γυναίκα δεν έλεγε να μείνει έγκυος.

Παραξενεμένος από αυτό ο Φρόγκι είχε πάει να τη γνωρίσει. Η εμφάνιση της του είχε κάνει μεγάλη εντύπωση ήταν πολύ ψηλή, πιο ψηλή απ’ τους περισσότερους άντρες, είχε καθαρό πρόσωπο με πάρα πολύ κοντά μαύρα μαλλιά που ήταν συνεχώς βρεγμένα. Κατά τα αλλά έμοιαζε να μην έχει πλυθεί ποτέ της.

Το πρώτο πράγμα που την είχε δει να κάνει ο Φρόγκι ήταν να κοπανάει ένα μαχαίρι στον κορμό του δέντρου, έπειτα το έκανε ξανά και ξανά. Κατάλαβε έτσι πως η γυναίκα ήξερε να σχεδιάζει. Ο Φρόγκι θεωρούσε τον εαυτό του έξυπνο αλλά δεν ήξερε να σχεδιάζει.

«Θες να γίνεις γυναίκα μου;» της είχε πει, αγνοώντας τελείως το πρωτόκολλο της εποχής. Εκείνη τον κοίταξε καλοσυνάτα κι απάντησε:
«Όχι ρε συ!».

Εκείνος έκανε να φύγει.

«Ωστόσο…» του φώναξε.
«Ναι;» έκανε αυτός με ελπίδα
«Να έρχεσαι με κάθε τέταρτο φεγγάρι να βλέπω αν είσαι καλά, σύμφωνοι;»
«Έχεις πολύ σοβαρό πρόβλημα μου φαίνεται!» είχε πει ο Φρόγκι εκνευρισμένα κι αμέσως είχε φύγει, αν και για κάποια τέταρτα φεγγάρια είχε περάσει απ’ τα μέρη της.

Η γυναίκα αυτή, η τελευταία μάγισσα των Νεάντερταλ της κεντρικής Ευρώπης υπήρξε κι ο μεγάλος έρωτας του Φρόγκι, η σύζυγος του φυσικά που μπορεί να μην είχε κανένα θέμα να τον σφάξει ο κάθε τριχωτός πίθηκος για να την κερδίσει από αυτόν, είχε ζηλέψει και του έκανε τη ζωή κόλαση, τα παιδιά του τον είχαν γραμμένο και οι γίδες δε του πρόσφεραν κανένα εισόδημα και καμία απόλαυση. Τέλος οι προσπάθειες του να πείσει τους άλλους Νεάντερταλ να υιοθετήσουν τις δικές του συνήθειες έπεφταν στο κενό.

«Είμαστε χαμένοι αγάπη μου» είχε πει στη Χμα μια μέρα
«Τι εννοείς, πάλι δε θες να δουλέψεις τεμπέλη;»
«Αγάπη μου, δε το βλέπεις; Έρχονται όλοι αυτοί οι Χόμο Σάπιενς και μας σφάζουν στον ύπνο μας, δεν κάνουμε τίποτα για να αλλάξουμε τις συνήθειες μας, πιστεύουμε ότι είμαστε το κέντρο του κόσμου, οι πιο ισχυροί, πιο δυνατοί, οι καλύτεροι. Αλλά δεν είμαστε. Ξημερώνει ένας κόσμος που δε θα μας χωράει. Θα πεθάνουμε! Θα πουληθούμε σα σκλάβοι! Οι κόρες μας θα βιαστούν! Πρέπει να ξεπεράσουμε την αλαζονεία μας, υπάρχει χρόνος αλλά είναι λιγοστός»
«Είσαι τρελός Φρόγκι, απορώ γιατί δε σε σκοτώνω στον ύπνο σου μερικές φορές…»

Κι έτσι ο Φρόγκι ήταν ένας δυστυχισμένος, απογοητευμένος Νεάντερταλ.

***

Καθώς λοιπόν προχωρούσε με το κοπάδι και την κόρη του την Χαλά, στάθηκαν για λίγο να ξαποστάσουν στην ανατολική πλευρά ενός ποταμού όπου θα ήταν μόνοι τους. Η μικρή έτρεξε να παίξει μακριά απ’ την επίβλεψη του πατέρα της και αυτός ξάπλωσε στο μαλακό χορτάρι.

Τότε συνέβη.

Πρώτα μια μεγάλη σκιά στάθηκε πάνω απ’ τον Φρόγκι. Αυτός δεν έδωσε σημασία, φαντάστηκε πως ήταν απλά ένα σύννεφο. Έπειτα λούστηκε ξανά στο φως «Ευτυχώς όλα καλά!» σκέφτηκε με το αθώο του μυαλό. Τότε ακούστηκε ένα ισχυρό βουητό μες το κεφάλι του Φρόγκι.

Για λίγο όλα σκοτείνιασαν.

Έπειτα ο Φρόγκι μπόρεσε να ανοίξει τα μάτια του. Η κορούλα του ήταν δίπλα, τυλιγμένη πάνω του κι απέναντι τους, εκτός απ’ τις γίδες, ήταν και τρεις καινούργιες φιγούρες.

Καθόλου συνηθισμένες.

Οι τρεις φιγούρες με τις κόκκινες φορεσιές που προέρχονταν προφανώς από το δέρμα κάποιου ακαθόριστο ζώου πλησίασαν διερευνητικά αλλά ευδιάθετα τα δύο μέλη της αξιαγάπητης αυτής οικογένειας Νεάντερταλ.

«Συγνώμη είστε όντως άνθρωποι των σπηλαίων;» ρώτησε ο ένας
«ΟΥΑΟΥ! Πρόσεξε Τζεφ, θα τους τρομάξεις και θα φύγουν!» είπε ο δεύτερος
«Προσοχή! Μπορεί να έχουν μικρόβια» πρόσθεσε ο τρίτος.
«Συγνώμη ποιοι είστε; Τι είστε;» ρώτησε ο Φρόγκι
«Εχμ» είπε ο πρώτος, καθάρισε το λαιμό του και έπειτα συνέχισε «Γεια σας αγαπητέ μου, ονομάζομαι Τζεφ, έρχομαι από… δεν έχει σημασία το από πού έρχομαι βασικά, είναι από έναν πολύ μακρινό γαλαξία, δε θα καταλαβαίνατε»
«Δεν ξέρω τι είναι αυτός ο γαλαξίας. Πείτε μου γρήγορα τι θέλετε, τρομάζετε τη μικρή μου κόρη»
«Καλέ μου κύριε, δεν έχουμε τίποτα εναντίον σας, σεβόμαστε πολύ τους πρωτόγονους, θα σας κάνουμε μερικές ερωτήσεις και στο τέλος θα σας δώσουμε την ευκαιρία να κερδίσετε ένα μικρό δώρο. Έπειτα θα φύγουμε, σύμφωνοι;»
«Σύμφωνοι…» είπε διστακτικά ο Φρόγκι.
«Ωραία!» είπε αμέσως ο τρίτος εξωγήινος και έβγαλε έναν υπολογιστή για να κρατάει σημειώσεις. «Πείτε μου αγαπητέ μου, έχετε ιδιοκτησία;»
«Δεν ξέρω τι είναι αυτό»
«Να ανήκει κάτι σε εσάς, μόνο σε εσάς και να μπορείτε να το δώσετε σε κάποιον άλλο μόνο εσείς…»
«Έχω τη σπηλιά, τις γίδες μου, τα εργαλεία μου και τη γυναίκα μου… αλλά αν τα χρειαστεί κάποιος ή τα διεκδικήσει μπορεί να τα πάρει, ειδικά όταν δεν πρόκειται για γυναίκες μοιραζόμαστε τα πράγματα μας»
«Τα παιδιά σας θα κληρονομήσουν τη σπηλιά και τα εργαλεία σας;»
«Αν θέλουν να πάρουν τα εργαλεία μου ναι, αλλά το πιο πιθανό είναι να ψάξουν να βρουν δική τους σπηλιά, τις γίδες θα τις μοιράσω μισές μισές»
«Τι χρειάζεστε τόσες γίδες αν δεν έχετε ιδιοκτησία;»
«Τις γίδες δεν τις έχουμε ακριβώς δικές μας, καθένας έχει το κοπάδι του αλλά στο τέλος τα κοπάδια ζούνε όλα μαζί και όλοι πίνουμε απ’ το γάλα της γίδας του άλλου ή τρώμε απ’ το κρέας της, απλά ο καθένας φροντίζει αυτές που του αναλογούν».
«Θαυμάσια, θαυμάσια… εξαιρετικά. Έχετε γυναίκα;»
«Όσο να ‘ναι»
«Την αγαπάτε;»
«Όσο να ‘ναι»
«Αγαπάτε κάποια άλλη γυναίκα;»
«Θέλετε να απαντήσω για τρίτη φορά το ίδιο πράγμα;»
«Όχι εντάξει κύριε…»
«Φρόγκι!»
«Εντάξει κύριε Φρόγκι, νομίζω πως τελειώσαμε, περιμένετε λίγο».

Ο Φρόγκι κάθισε στη γωνία ενώ οι εξωγήινοι σιγομουρμούριζαν μεταξύ τους. Έπειτα ο πρώτος εξωγήινος, ο Τζεφ, γύρισε στον Φρόγκι.

«Όπως καταλαβαίνω, μπορεί να μην έχετε ιδιοκτησία αλλά απ’ την άλλη τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας σας δεν έχουν κανένα λόγο για τη ζωή τους, εσείς ως ο πατριάρχης της οικογένειας δίνετε τις διαταγές, σωστά;»
«Θεωρητικά…»
«Επίσης έχετε καταλάβει μέχρι τώρα πως ιδιοκτησία σημαίνει να έχεις δικό σου ένα αντικείμενο και να μπορείς να το ανταλλάξεις για ένα άλλο αντικείμενο; Αυτό είναι η ανταλλαγή προϊόντων ή αντικειμένων πιο απλά, το εμπόριο»
«Νομίζω πως κατάλαβα, αλλά όπως σας είπα δεν έχω καθόλου… προϊόντα»
«Εμείς όμως κύριε Φρόγκι έχουμε να σας δώσουμε ένα!» είπε χαμογελαστά ο Τζεφ και άνοιξε το χέρι του αποκαλύπτοντας μια σιδερένια σφαίρα με ένα κόκκινο κουμπί πάνω της. «Είναι απλό και πρακτικό αν και παίζει μόνο ένα τραγούδι, πατήστε αυτό το κόκκινο που προεξέχει κύριε Φρόγκι!»
«Τι όμορφο χρώμα!» σχολίασε ο Φρόγκι και το πάτησε. Απ’ τη σφαίρα ακούστηκε αμέσως μια σαγηνευτική μελωδία που τη συνόδευαν οι παρακάτω στίχοι:

Όταν η νύχτα προχωρά, σε συλλογίζομαι.
Μόλις εσένανε σκεφτώ παραλογίζομαι.

Και θέλω να ’ρθω να σ’ αρπάξω από τον Έλιοτ
να τον ρωτήσω με τα μάτια δακρυσμένα
με ποιο δικαίωμα σε πήρε από μένα
και ποια θυσία, ποια θυσία έχει κάνει ο Τ.Σ. Έλιοτ για σένα.

Όταν η νύχτα προχωρά, για σένα καίγομαι.
Ξέρω πως ο άλλος σε κρατά, κι εγώ τρελαίνομαι.

Και θέλω να ’ρθω να σ’ αρπάξω από τον Έλιοτ
να τον ρωτήσω με τα μάτια δακρυσμένα
με ποιο δικαίωμα σε πήρε από μένα
και ποια θυσία, ποια θυσία έχει κάνει ο Τ.Σ. Έλιοτ για σένα.

«Υπέροχο!» είπε ο Φρόγκι συγκλονισμένος «Δεν έχω ακούσει ποτέ κάτι τόσο όμορφο στη ζωή μου»
«Είναι όντως πολύ ωραίο» είπε συγκαταβατικά ο Τζεφ «Κύριε Φρόγκι, λυπάμαι που δε μπορώ να σας δώσω και ένα ποίημα του Έλιοτ αλλά φοβάμαι πως αυτό θα περιέπλεκε πολύ τα πράγματα…»
«Τι εννοείτε, ποιο ποίημα; Τι είναι ποίημα;»
«Δεν έχει σημασία… λοιπόν σας αρέσει αυτή η σφαίρα που βγάζει αυτόν τον όμορφο ήχο κύριε Φρόγκι;» ρώτησε ο Τζεφ.

Ο Φρόγκι το σκέφτηκε. Μια τόσο όμορφη μελωδία θα μπορούσε κυριολεκτικά να αλλάξει τον κόσμο, να πείσει τους άλλους Νεάντερταλ να αλλάξουν συνήθειες, τη γυναίκα του να γίνει πιο ευγενική μαζί του, τα παιδιά του να τον σέβονται και άλλα πολλά πράγματα. Αλλά κυρίως κάτι τέτοιο θα μπορούσε επιτέλους να κερδίσει την καρδιά της μάγισσας. Αν της το έκανε δώρο; Ναι αυτό ήταν. Έτσι θα έφευγαν οι δυο τους μαζί, μακριά από τα υπόλοιπα βάρβαρα κτήνη που ούτε μια προσευχή το πρωί δεν ήξεραν να κάνουν.

«Μου αρέσει πάρα πολύ…» ψέλλισε.
«Και μπορεί να γίνει δικό σας» χαμογέλασε ο Τζεφ «Αν μας δώσετε κι εσείς κάτι, θυμάστε όσα είπα για το εμπόριο, θα ανταλλάξουμε ένα προϊόν με ένα άλλο προϊόν»
«Μα δεν έχω τίποτα» έκανε απογοητευμένος ο Φρόγκι
«Έχετε κύριε Φρόγκι, έχετε. Την οικογένεια σας»
«Και συγκεκριμένα την μικρούλα από εδώ!» πετάχτηκε ο τρίτος ερευνητής
«Ανταλλάζουμε τη σφαίρα που παίζει αυτή τη μελωδία με την κόρη σας!»
«Την κόρη μου;» έκανε απορημένος ο Φρόγκι και κοίταξε την Χαλά, την μικρή κορούλα του.
«Όχι μπαμπά δεν θέλω να πάω μαζί τους!» τσίριξε αυτή.
«Τα παιδιά σας ανήκουν!» υπενθύμισε ο Τζεφ.

Ο Φρόγκι κοίταξε απορημένος το κενό. Ποιος να ήταν άραγε ο Έλιοτ;

«Εντάξει» ψέλλισε
«Είμαστε σύμφωνοι;» ρώτησε ο Τζεφ
«ΜΠΑΜΠΑ!» ούρλιαξε η μικρή
«Φυσικά, ανταλλάζω την Χαλά για αυτό εδώ το πράγμα που βγάζει τον ήχο που άκουσα πριν!»
«Τέλεια!» είπε ο Τζεφ και αμέσως μια λάμψη φώτισε τα πάντα. Για λίγο το μόνο που ακουγόταν ήταν οι λυγμοί της μικρής Χαλάς. Έπειτα ο Φρόγκι άνοιξε τα μάτια του. Οι επισκέπτες τους είχαν εξαφανιστεί μαζί με την κόρη του αλλά η σφαίρα που του είχαν υποσχεθεί είχε μείνει εκεί. Την δοκίμασε και δούλευε κανονικά. Το τραγούδι ήταν υπέροχο όπως πάντα και η ανάμνηση του παιδιού του, που έκλαιγε και τον παρακαλούσε να μην το ανταλλάξει για ένα άψυχο αντικείμενο ούτε στο ελάχιστο δεν τον ενοχλούσε.

Είχαν όλα τελειώσει.

Άρχισε, χαρούμενος για πρώτη φορά στην ζωή του, να μαζεύει τις γίδες για να τις γυρίσει στη σπηλιά. Το ίδιο έκαναν την ίδια ώρα, σε διαφορετικά μέρη της περιοχής και οι υπόλοιποι Νεάντερταλ που ανυπομονούσαν να γυρίσουν στις γυναίκες τους και σε ένα πήλινο πιάτο με καλό φαγητό. Έτσι ήταν όλοι τους ευτυχισμένοι, χωρίς να καταλαβαίνουν πως το είδος τους σιγά παρήκμαζε και έφτανε στο τέλος του. Λίγες δεκάδες χιλιάδες χρόνια έπειτα, οι Χόμο Σάπιενς θα είχαν σκοτώσει τους περισσότερους από αυτούς, ενώ οι ελάχιστοι, μονάχα θηλυκού γένους, που θα επιβίωναν θα βιάζονταν με αποτέλεσμα να κληροδοτήσουν το ελάχιστο ποσοστό από dna Νεάντερταλ που έχει ο άνθρωπος του 21ο αιώνα. Και μπορεί ο Χόμο Σάπιενς, δηλαδή εμείς, να ξεκίνησε την ιστορία του σε αυτό τον πλανήτη με έναν μαζικό βιασμό και με μια ακόμα πιο μαζική γενοκτονία, πάντως όσον αφορά την ιστορία που διηθηθήκαμε εδώ, υπό τους ήχους μιας μελωδίας που δεν είχε ξανακουστεί στην κεντρική Ευρώπη, μια μελωδία που κόστισε την ανταλλαγή ενός προϊόντος με ένα άλλο προϊόν, τα κοπάδια επέστρεψαν απ’ τα βοσκοτόπια τους.

Τι μπορείτε να κάνετε με ένα πτυχίο φιλοσοφίας

Ήταν καλοκαίρι, έβραζα στην Αθήνα και εκτός απ’ την Αθήνα έβραζα και στο ζουμί μου γιατί ένα καλό γκομενάκι που είχα βάλει στο μάτι δεν έλεγε να πει το ναι με τίποτα. Μην κοιτάτε που τα παρουσιάζω απλά και γλυκούλικα εδώ πέρα. Δεν ήταν καθόλου. Μιλάμε για γερή καψούρα που με είχε κάνει να τρέχω πάνω-κάτω το κέντρο σαν μανιακός σε κρίση, χωρίς κάποιο σκοπό και νόημα. Κάποιες φορές υπήρχε ανταπόκριση, άλλες όχι και αντίστοιχα άλλαζε και η διάθεση μου, όπως και το είδος του αλκοόλ με το οποίο θα ξεκινούσα τη μέρα μου. Έχοντας αποδεχτεί πως μέσα σε όλο αυτό το παραλήρημα που με είχε πιάσει θα ήταν αδύνατον να βρω τον εαυτό μου, αποφάσισα συνειδητά να τον χάσω τελείως, μήπως κι αυτός ο έρμος αφού αποκοπεί απ’ το πιο τοξικό άτομο που γνώρισε στη ζωή του, εμένα δηλαδή, έβρισκε κάποιαν άκρη στο χάος. Σταμάτησα λοιπόν τα χάπια που έπαιρνα για την κατάθλιψη και ξεκίνησα να πίνω απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ ξοδεύοντας εκεί τα όχι και ιδιαίτερα πολλά χρήματα που μου είχαν αφήσει οι δικοί μου φεύγοντας για το χωριό. Αν ήταν περίοδος που το γκομενάκι με έκανε κέφι ξεκινούσα με βότκα, ουίσκι ή κάτι άλλο βαρύ. Αν πάλι ήταν περίοδος που έκανε οποιονδήποτε άλλο εκτός από εμένα κέφι τότε ξεκινούσα με όλα τα ελαφριά ποτά, μαλαματίνες, κρασιά, μπίρα κλπ αναμειγμένα όπως-όπως μεταξύ τους μπας και με πιάσουν κι αυτό συνεχιζόταν μέχρι να με πάρει ο ύπνος ή να ξεραθώ καλύτερα στο κρεβάτι μου ή κάποιο παγκάκι, θάμνο ή πεζούλι της πρωτεύουσας.

Κατά προτίμηση με παρέα γιατί φοβόμουν.

Αφού λοιπόν αυτή η κατάσταση τράβηξε όλο τον Ιούνη και τον Ιούλη και είχα φτάσει πια σε κατάσταση αποσύνθεσης, κήρυξα άτακτη υποχώρηση και υπέγραψα παράδοση άνευ όρων. Εχθρός δεν υπήρχε ακριβώς βέβαια για να του παραδοθώ αλλά είχα παραδοθεί στο έλεος της φτώχειας μιας και τα λεφτά για το αλκοόλ είχαν τελειώσει και φαί δεν υπήρχε στο σπίτι ούτε για δείγμα. Τις πρώτες μέρες του Αυγούστου την πάλεψα είτε με δανεικά είτε τρώγοντας κατευθείαν στα σπίτια φίλων, όταν όμως άρχισα να χρησιμοποιώ τα δανεικά για να αγοράζω μπύρες και να γυρίζω τα βράδια στο σπίτι από τον πιο μακρύ δρόμο για να μπορέσω να ψάξω όλους τους σκουπιδοντενεκέδες για τίποτα φαγώσιμο κατάλαβα πως δεν είχα και κανένα λαμπρό μέλλον αν συνέχιζα έτσι. Όλο και κάποιος γείτονας θα το σφύριζε στους γονείς μου, αυτοί θα υπέθεταν τα χειρότερα, όπως πχ ότι είχα αρχίσει την ηρωίνη (ενώ εγώ σαν καλό fashion victim του trainspotting, ούτε μήνα δεν έπινα αυτή την αηδία πριν τη σταματήσω εντυπωσιασμένος απ’ την επικινδυνότητα της), αυτοί θα ξαναγύριζαν σπίτι και αυτό ήταν! Όλες μου οι αποτυχίες των προηγούμενων ετών, που δεν ήταν και λίγες, θα χρεώνονταν στις περιστασιακές μου καταχρήσεις και θα κατέληγα σε καμιά ωραιότατα ιδιωτική κλινική απεξάρτησης. Κρίμα και άδικο!

Παρόλα αυτά το είχα παρακάνει και δε θα είχαν άδικο να αντιδράσουν έτσι. Έλεγχο ακριβώς του εαυτού μου δεν είχα. Με κοίταξα από πάνω ως κάτω. Ήμουν πιο βρώμικος από ποτέ, δεν υπήρχε ρούχο που να βρίσκεται στη ντουλάπα μα όλα ήταν πεταμένα όπου να ‘ναι μες το σπίτι και ήταν γεμάτα λεκέδες κρασιού και άλλων αηδιαστικών πραγμάτων. Κουζίνα και μπάνιο προφανώς φιλοξενούσαν πολλούς μικρούς ιάπωνες ειδάλλως δεν εξηγούταν οι ατομικές βόμβες που είχαν πέσει εκεί μέσα και γενικότερα επικρατούσε ένα χάος. Το μόνο ζωντανό πλάσμα μέσα στο σπίτι δεν ήμουν εγώ δυστυχώς αλλά και πολλά άλλα ζωύφια ενώ κάτι ενοχλητικοί ήχοι που έμοιαζαν με μικρά σταθερά βήματα και επαναλαμβάνονταν κάθε βράδυ με είχαν πείσει για τα καλά πως πλέον ήμουν συγκάτοικος με τουλάχιστον μια οικογένεια τρωκτικών. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Είπα «Ρε μαλάκα Διονύση τι χάλια είναι αυτά;» είχα να φάω κάτι που δεν προερχόταν από σκουπιδοντενεκέ κάτι μέρες τώρα και πάλι είχα παχύνει όμως «Βρωμάς και ζέχνεις γαμώ την παναγία σου!» είπα στο είδωλο μου και κάθισα στο κρεβάτι να το σκεφτώ λιγάκι το πράγμα.

Ήμουν σε κατάσταση αποσύνθεσης, είχα βάλει κιλά, βρώμαγα είχα καταστρέψει οτιδήποτε μπορούσε να καταστραφεί και είχα πάει κάτι χρόνια πίσω όποια βελτίωση είχα καταφέρει στην ψυχική μου υγεία τα τελευταία χρόνια. Έπρεπε να κάνω κάτι τώρα, σήμερα. «Αλλά τι;» αναρωτήθηκα. Είχα γίνει από ένας κομψός γλυκούλης πτυχιούχος τμήματος φιλοσοφίας ένα βρωμιάρικο γουρούνι που έπινε τόσο πολύ που δεν άντεχε καν να κάτσει να χτυπήσει στο χαρτί τις σουρεαλιστικές ιστορίες που προκαλούσε η μέθη. Που δεν ήταν καν σουρεαλιστικές, εκτός αν είχε προκύψει στο μεταξύ κάποιο λογοτεχνικό ρεύμα που το λέγανε «Βρώμικο Σουρεαλισμό» και αυτός δε το είχα πάρει χαμπάρι.

«Πρέπει να φύγω απ’ αυτό το μέρος» ξεκίνησα να οργανώνω κάπως τη σκέψη μου «Και που να πάω;» αναρωτήθηκα «Στους γονείς μου μήπως;» έδωσα μια πρώτη απάντηση την οποία και απέρριψα. Χρειάζομουν φροντίδα αλλά όχι γονική σε αυτή τη φάση. «Τι έκανα πριν με πάρει η κάτω βόλτα;» σκέφτηκα «Κυνήγαγες αυτό το παρδαλό θηλυκό τέρας γιατί προφανώς καλό ζώο είσαι και εσύ» μου απάντησα αυστηρά. «Όχι πιο πριν» συνέχισα χωρίς να δώσω σημασία στις επικρίσεις που μου έκανα «Πού είχα αφήσει τη ζωή μου, τι προσδοκίες είχα τέλος πάντων απ’ τη ζωή;»

Η εύκολη απάντηση ήταν βέβαια ότι δεν είχα σχέδια για τη ζωή ούτε κάποιο ιδιαίτερο πλάνο για το μέλλον. Δυστυχώς η ανατροφή μου εκτός από άσχημη ήταν μάλλον και ελαφρώς αποτυχημένη και έτσι δεν είχα σχηματίσει κάποια συγκροτημένη ταυτότητα ή κάποιο όνειρο για το τι θα ήθελα να κάνω τα επόμενα χρόνια. Ή μάλλον, και ενώ τα σκεφτόμουν αυτά χαμογέλασα, είχα σκεφτεί κάτι που θα μου άρεσε. Συγγραφέας ήθελα να γίνω, το έβλεπα ρομαντικά το θέμα μάλιστα, το πρωί θα με συλλαμβάνουν για δημόσια μέθη οι μπάτσοι, στη φυλακή θα γνωρίζω άγριους μα καλόκαρδους, καταπληκτικούς τύπους, θα στέλνω ένα ποίημα σε μια τοπική εφημερίδα κι όταν αποφυλακίζομαι θα γυρίζω σπίτι μου και θα βρίσκω ένα γράμμα να με περιμένει που θα λέει.

«Το ποίημα σας μας άρεσε πολύ, θα θέλαμε να σας προσφέρουμε μια μόνιμη στήλη στην εφημερίδα μας. Η αμοιβή σας θα είναι…» κλπ

Αντ’ αυτού βέβαια διαπίστωσα μεγαλώνοντας πως όλη η χώρα μεθάει, πίνει χάπια, βαράει ενεσούλες και πως πάλι καλά που δεν μαζεύουμε ακόμα κόσμο με καροτσάκια από τους κάδους. Κανένας μπάτσος δε με έλεγχε καν για κανένα λόγο ακόμα κι όταν κυκλοφορούσα με ότι να ‘ναι πάνω μου γιατί ήμουν πολύ γλυκούλης στη φάτσα και ποτέ δεν ήμουν προκλητικά αγενής απέναντι τους χωρίς λόγο, κάτι που θεωρούσα αυτιστικό έτσι κι αλλιώς. Κανά δυο φορές που έμπλεξα με άγριους τύπους, αποδείχτηκαν όχι πολύ καλόκαρδοι μα σίγουρα καταπληκτικοί στο ξύλο. Κάτι καλές ιστορίες με σπασμένα δόντια, ματωμένες μύτες και μαυρισμένα μάτια τις έγραψα. Όταν όμως λάμβανα απάντηση από περιοδικά, διαδικτυακές σελίδες και άλλα μέρη που τα έστελνα το ύφος περίπου ήταν:

«Κάπου το χάσαμε, μπορείτε να μας το ξαναστείλετε;»

«Μα είναι ποίηση αυτό το πράγμα τώρα;»

«Γελάσαμε πάρα πολύ με την ιστορία σας!»

«Σας ευχαριστώ πάρα πολύ γιατί, αν και εμένα προσωπικά δε μου αρέσει καθόλου η λογοτεχνία τυχαίνει να αρέσει πολύ σε μια νεαρή και όμορφη κοπέλα που βγαίνω αυτή την περίοδο η οποία ξετρελάθηκε μαζί σας και με την ιστορία σας και εντυπωσιάστηκε που την στείλατε σε μένα. Η σχέση μας επιτέλους ολοκληρώθηκε!»

Έτσι απογοητεύτηκα και εγώ, από τον τόπο που ζούσα, τους ανθρώπους που αναγκαζόμουν να τον μοιραστώ και πρώτα και κύρια απ’ τον εαυτό μου και έμεινα ρέστος. Ο κύριος Διονύσης Ρακόπουλος, εγώ δηλαδή, δεν είχε πάθος για τίποτα άλλο στη ζωή του, ούτε επιθυμούσε να παλέψει για τίποτα άλλο. Ήθελε να γίνει συγγραφέας, δε του βγήκε και πήγε να σπουδάσει φιλοσοφία μπας και ξεχαστεί.

«Αυτό είναι!» σκέφτηκα και αισθάνθηκα σαν να λειτουργούσε για πρώτη φορά μετά από καιρό το μικρό εκείνο πλασματάκι που είχα μες το κεφάλι μου. «Η φιλοσοφία!», «Θα συνεχίσεις τη φιλοσοφία Διονύση!».

Ήταν μια ωραία ιδέα. Είχα γραφτεί από πριν το καλοκαίρι σε ένα μεταπτυχιακό φιλοσοφίας, είχα καταφέρει να περάσω με επιτυχία και σχετικά απ’ τους πρώτους και τα μαθήματα ξεκινούσαν τον Σεπτέμβρη. «Άρα μπορείς να ξεκινήσεις από τώρα την προετοιμασία, να ξαναπιάσεις την ακαδημαϊκή ζωή, να κάνεις κάτι παραγωγικό» διαβεβαίωσα τον εαυτό μου για τις προθέσεις και την σίγουρη επιτυχία που μας περίμενε «Όμως» μου απάντησε αυτός σκεπτικά «Πώς θα μπορέσω ποτέ να συγκεντρωθώ σε ένα περιβάλλον τόσο άρρωστο όσο αυτό που ζω τώρα;». Το πρόβλημα ήταν φυσικά αληθινό, δεν υπήρχε περίπτωση να μείνω Αθήνα και να κάτω οτιδήποτε θετικό για την πάρτη μου ταυτόχρονα. «Θα φύγω τότε!» είπα «Αλλά για που;» αναρωτήθηκε η άλλη εκδοχή μου «Θα ζητήσω απ’ όσους φίλους έχω στην επαρχεία να με φιλοξενήσουν μερικές μέρες ή ακόμα καλύτερα βδομάδες, δεν μπορεί κάποιος θα με δεχτεί» απάντησα με σιγουριά αλλά χωρίς να είμαι και βέβαιος στην πραγματικότητα. «Ας το δοκιμάσουμε» συμφώνησε και ο Διονύσης.

Λίγες ώρες μετά ήμουν πάνω σε ένα μικρό σάπιο καραβάκι πενταβρώμικος με πενταβρώμικες βαλίτσες γεμάτες από πενταβρώμικα ρούχα αλλά ούτε που έδινα σημασία. Ήμουν πανευτυχής γιατί και έφευγα απ’ τη χειρότερη πόλη που μπορεί να γεννηθεί άνθρωπος στον 21ο αιώνα , την Αθήνα και πήγαινα να περάσω το υπόλοιπο καλοκαίρι σε ένα πολύ καλό φιλαράκι απ’ τη σχολή, που είχε εξοχικό σε ένα νησί απ’ τα κοντινά της πρωτεύουσας. Ακόμα καλύτερα οι γονείς του δε θα ήταν μαζί μας άρα δεν θα έπρεπε να προσπαθώ συνέχεια να κρύψω την θλιβερή κατάσταση μου για να κάνω καλή εντύπωση θα μπορούσα εξ’ αρχής να παραδεχτώ την τραγικότητα της ατμόσφαιρας που αποπνέω (κυριολεκτικά στο καράβι πέταγαν για ώρα δυο μύγες γύρω μου, μέχρι που απομακρύνθηκαν λίγο και τις κατάπιε ένας διερχόμενος γλάρος), να κάνω ένα καλό μπάνιο, να βάλω ένα καλό πλυντήριο, να φάω ένα καλό γεύμα και να στρωθώ στο διάβασμα. Είχα κουβαλήσει και μια σχετικά καθαρή βαλίτσα στην οποία είχα βάλει τα βιβλία μου. Το πιο πολύτιμο πράγμα του σπιτιού μου.

Στο λιμάνι του νησιού με υποδέχτηκε με χαιρετούρες ο Σωτήρης το Μηχανάκι, τον φωνάζαμε έτσι χρόνια τώρα γιατί από μικρός ήθελε να πάρει μηχανή. Τα κατάφερε νωρίς-νωρίς και χωρίς την οικονομική ανάμειξη γονέα. Φυσικά η μηχανή επιτάχυνε τη μετάλλαξη του σε γλοιώδη κάγκουρα που εργάζεται ως DJ σε κλάμπ του νησιού αλλά κανείς δεν είναι τέλειος έτσι;

«Επιτέλους! Που ‘σαι μωρή μαλακία» με χαιρέτησε με μια σφιχτή αγκαλιά το Μηχανάκι «Μαλάκα μου βρωμάς» είπε και αφού με κοίταξε από πάνω ως κάτω πρόσθεσε «Και έχεις βάλει και κιλά, γουρουνάκι κανονικό σα να λέμε»
«Είναι σκληρή η ζωή στην Αθήνα Σωτήρη» του είπα
«Γιατί σας βομβάρδισαν τους αγωγούς του νερού και δε μπορείτε να κάνετε μπάνιο; Χαχαχαχα!» άρχισε να ξεκαρδίζεται αμέσως μόλις τέλειωσε το αστείο του ο Σωτήρης δίνοντας μου ταυτόχρονα μια αγκωνιά στο στομάχι που μου κόψε την αναπνοή λίγο λιγότερο απ’ ότι χρειαζόταν για να μου την κόψει μόνιμα.
«Φιούφ!» είπα ενώ συνερχόμουν «Για πες πώς τα πας; Πώς είναι η ζωή εδώ;»
«Τέλεια φίλε, καλοκαίρι, τουρίστριες, φουλ μουνί, ξέρεις τώρα»
«Ξέρω, γαμάς καλά ε;»
«Κι όμως έχω σχέση όσο περίεργο κι αν σου φαίνεται»
«Έλα, πως προέκυψε κάτι τέτοιο; Δε το περίμενα από εσένα. Νόμιζα πως τα μηχανάκια δεν πέφτουν ποτέ σε λακκούβες».
«Απ’ ότι φαίνεται για όλα υπάρχει αυτή η φορά, βασικά ήθελα να σου μιλήσω λίγο για αυτό, θα πάμε με τη Σύλβια, έτσι τη λένε, λίγες μέρες διακοπές, όχι τόσο λίγες βασικά, ας πούμε δέκα ή δεκαπέντε, έτσι θα είσαι αρκετό καιρό μόνος στο σπίτι αλλά αφού θες και να διαβάσεις δε σε πειράζει υποθέτω έτσι;»

Τελικά αυτό που λένε πως όπου και να πας ο Θεός είναι μέσα σου όχι απλά ισχύει μα όπου και να πας ο Θεός σε πλησιάζει περισσότερο. Με το ζόρι κρατήθηκα να μην του πω να κάτσει όλο τον Αύγουστο με τη Σύλβια και να μου αφήσει εμένα το σπίτι να κάτσω μόνος μου.

«Κοίτα αφού θα σε δω έστω και λίγες μέρες δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα τι λες τώρα»
«Σίγουρα; Γιατί μπορώ να κόψω μερικές μέρες ή να το αναβάλλω…»
«Καλέ τι λες τώρα. Σκέψου τι εντύπωση θα κάνω στην κοπέλα αν με το που ακούσει για μένα αμέσως γίνω η αιτία να χάσει την εκδρομή της»
«Σωστό κι αυτό, δε το είχα σκεφτεί, πάντα σου έκοβε, απ’ το σχολείο ακόμα.
«Εμ… Ήμουν ο πιο έξυπνος με διαφορά»
«Βέβαια ναι, το θυμάμαι σαν χθες πως ξεχώριζες. Για να καταλάβεις, είχα βρεθεί με ένα παλιό μας συμμαθητή πριν καιρό και λέγαμε τι ωραία τότε που όλα τα αγόρια παίζαμε ποδόσφαιρο και οι κοπέλες μας βλέπανε εκστασιασμένες και εσύ που καθόσουν μόνος στην άκρη να μην μιλάς σε κανέναν και κανένας να μη σε κάνει παρέα τις περισσότερες φορές αλλά δε σε ένοιαζε γιατί είχες για φίλους σου τα βιβλία που σε κάνανε και τόσο έξυπνο εν’ τέλει.»
«Ναι-ναι υπέροχα ήταν λυγμ-λυγμ» απάντησα προφέροντας με δυσκολία τις λέξεις
«Μα τι έχεις; Ε βέβαια συγκινήθηκες απ’ τις αναμνήσεις, έλα σκούπισε τα μάτια σου τώρα και πάμε να φύγουμε για το σπίτι, εδώ κοντά είμαστε.

Και πήγαμε. Ο Διονύσης Ρακόπουλος, άνεργος συγγραφέας και ο Σωτήρης το Μηχανάκι, επαγγελματίας DJ.

Λίγες μέρες μετά είχα προσαρμοστεί στο να έχω το σπίτι όλο δικό μου. Πώς να μην προσαρμοστείς άλλωστε και σε κάτι τέτοιο; Πρόσεχα όμως να μην ξανακυλήσω στις συνήθειες που είχα στην Αθήνα. Σηκωνόμουν πρωί. Δεν έπινα καθόλου αλκοόλ, πρόσεχα τη διατροφή μου και διάβαζα από νωρίς το μεσημέρι μέχρι αργά το απόγευμα. Το βράδυ δεν έβγαινα μα καθόμουν στο μπαλκόνι του σπιτιού και κάπνιζα κάνα μπάφο κάνοντας παράλληλα μικρές διορθώσεις σε μια νουβέλα που έγραφα και που κατά βάση ήμουν ακόμα στην αρχή της.

«Τι θέμα έχει;» με είχαν ρωτήσει ο Σωτήρης και η Σύλβια
«Είναι μια ενιαία ιστορία από αυτοτελή κομμάτια που πραγματεύεται το όνειρο και την ψυχεδελική εμπειρία, παράλληλα υπάρχει ως υπόβαθρο μια περίπου ερωτική σχέση μεταξύ του ήρωα και τ…»
«ΑΧ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ ΠΟΛΥ Ο ΕΡΩΤΑΣ» είχε σχολιάσει τότε η Σύλβια και είχαμε λήξει εκεί τη συζήτηση. Το ίδιο βράδυ, αφού έκανα ένα καλό μπάνιο είχαμε βγει έξω για φαγητό. Με σύστησαν ως νεαρό, ταλαντούχο και επιτυχημένο ήδη συγγραφέα απ’ την Αθήνα. Χάρηκαν οι φίλοι τους, χάρηκα εγώ, χάρηκαν και αυτοί και την άλλη μέρα έφυγαν.

Παράλληλα με την σχετικά υγιεινή ζωή που έκανα, ξανάρχισα και τα χάπια που είχα κόψει στην Αθήνα μετά από τηλεφώνημα στον ψυχίατρο μου, ο οποίος αφού με ξέχεσε για τα καλά, με συγχώρεσε γιατι έπρεπε να πάει και για μπάνιο ο καψερός. Βεβαίως όσα μου είπε ήταν σωστά, η διακοπή της αγωγής σε πάει πίσω αλλά το γεγονός ότι αποσταθεροποιείς τον οργανισμός σου με αλκοόλ ή όποια άλλη βλακεία σου γαμάει εκατό φορές τον εγκέφαλο. Ναι συμφωνώ σε όλα γαμώ την επιστήμη σου μέσα γαμώ. Τα υπογράφω ένα προς ένα αλλά τι θα γίνει με τον κόσμο εκεί έξω που μου γαμάει τον εγκέφαλο δεκάδες χιλιάδες φορές καθημερινά; Να βρω άλλους τρόπους να το αντιμετωπίσω είναι η προφανής απάντηση και είναι η σωστή. Καλή τύχη στην εφαρμογή της.

Τέλος πάντων κυλούσαν οι μέρες ήρεμα και το διάβασμα μου πήγαινε αρκετά καλά. Είχα αρχίσει να νιώθω αισιόδοξος πως όχι μόνο θα τα πάω καλά στη σχολή, μα θα γυρίσω και νωρίτερα Αθήνα και θα καθαρίσω και όλο το σπίτι. Το καλοκαίρι έτσι θα γίνει μια κακιά ανάμνηση απ’ την οποία κανείς δε θα θυμάται τίποτα παρά μόνο εγώ. Θα είναι σαν ένα κακό όνειρο, παραμένει το βίωμα του εφιάλτη αλλά κανείς δεν μπορεί να αποδείξει αν έγιναν ή δεν έγιναν τα πράγματα άσχετα απ’ το πώς χτυπάει η καρδιά σου εσένα.

Το μόνο που χάλαγε ή διακωμωδούσε αν θέλετε την ατμόσφαιρα περισυλλογής και αυτοβελτίωσης που είχα στήσει ήταν ο τύπος στο απέναντι μπαλκόνι από εμένα. Δεν είχα δει ποτέ ακριβώς το πρόσωπο του αλλά μου φαινόταν πιτσιρικάς. Είχε σκούρο σχετικά δέρμα μακριά μαλλιά ήταν πολύ αδύνατος, πολύ βλάκας και άξεστος. Καθόταν με τις ώρες εκεί απέναντι μου και έκανε όλα τα ενοχλητικά πράγματα του κόσμου. Ρευόταν. Έκλανε. Ρευόταν. Ξυνόταν. Έκλανε πάλι και μετά έξυνε τα αρχίδια του. Αυτό συνεχιζόταν επί ώρες μαζί με την κατανάλωση άπειρης μπίρας, πάντα σε μικρά κουτάκια βέβαια για να μπορεί να τα πετάει στο δρόμο ανάμεσα στα δύο σπίτια. Που και που πετύχαινε και κανέναν άκυρο και τότε άκουγες κανένα γελάκι όχι ιδιαίτερα επιθετικό πάντως. Αν πετύχαινε όμως καμιά γάτα ή κάνα σκύλο τότε ο τύπος άφηνε να πεταρίσουν απ’ το στοματάκι του κάτι πολεμικές κραυγές νίκης που θα έκαναν τα γερμανικά φύλα δυτικά του Ρήνου που νίκησαν τις ρωμαϊκές λεγεώνες να κάνουν το σταυρό τους νωρίτερα απ’ την ώρα τους. Μια φορά δε, μεσημέρι ντάλα ο ήλιος που είχα κάτσει μέσα και διάβαζα αναγκάστηκα να βγω έξω όταν άκουσα τις ίδιες κραυγές πολλαπλασιασμένες επί εκατό φορές. Τι είχε συμβεί; Πολύ απλά ο τύπος καθόταν εκεί με φορώντας μόνο ένα ψάθινο καπέλο και ένα άσπρο σώβρακο και ούρλιαζε από χαρά γιατί είχε πετύχει με ένα κουτάκι ΆΜΣΤΕΛ τον γάιδαρο ενός γέρου νησιώτη. Πιθανότατα ο γάιδαρος να ήταν το λιγότερο ζώο απ’ όλους τους εμπλεκόμενους πάντως η εικόνα του τύπου να πανηγυρίζει μια τέτοια επιτυχία χωρίς καν να μπαίνει στον κόπο να σηκωθεί απ’ την καρέκλα του έτσι για να δείξει λίγο κίνηση με είχαν συγκλονίσει. Τελείως μικρόβιο σα να λέμε.

Με τις μέρες άρχισα να σκέφτομαι μήπως, έχω να κάνω εντέλει με κάνα φασισταριό του κερατά. Δεν μπορούσα να εξηγήσω αλλιώς τέτοια βαρβαρότητα. Επαρχεία ήμασταν έτσι κι αλλιώς, επιθετικός ήταν με όλους και όλα και τελείως βρωμιάρης και σάπιος. Γενικά μου θύμιζε εμένα στην Αθήνα αν με συνδύαζες με έναν ρεπουμπλικάνο του Τέξας που ζει στο δάσος και βιάζει την κόρη του ενώ παράλληλα μαζεύει κονσέρβες μην τυχόν και μπουκάρουν οι βορειοκορεάτες. Βεβαιώθηκα όμως όταν τον άκουσα να μιλάει στο τηλέφωνο για έναν καταυλισμό τσιγγάνων στην Αθήνα και να ζητάει από κάποιον να πάει εκεί και να τους τσακίσει ‘’όλους’’.

«ΘΕΛΩ ΤΑ ΓΑΜΗΣΕΙΣ ΤΑ ΜΑΛΑΚΙΣΜΕΝΑ ΕΝΤΑΞΕΙ ΠΟΛΛΑ ΜΑΣ ΕΧΕΙ ΚΑΝΕΙ Η ΦΑΡΑ ΤΟΥΣ» είχε πει.

Τώρα εγώ βέβαια τον καταυλισμό τον ήξερα γιατί πηγαίναμε εκεί με κάτι φίλους παλιότερα και παίρναμε πρέζα, κόκα, ηρεμιστικά χάπια και διάφορα άλλα ωραία πράγματα ρε παιδί μου που όντως πουλάνε στους καταυλισμούς αλλά οκέι σκεφτείτε τώρα να πιάσουν έναν συγγενή σας να σπρώχνει χόρτο λόγου χάρη και να σας πουν ότι όλη η οικογένεια είναι ένοχη όπως και οι επόμενες γενιές. Αυτό επί ένα εκατομμύριο φορές γίνεται με τους τσιγγάνους. Όπως και να έχει έχουν καλή πρέζα, απ’ την κόκα τους να μείνετε μακριά όμως αν και, για να έχετε λεφτά να αγοράσετε δεν χρειάζεστε συμβουλές.

Ήταν ξεκάθαρο, ο τύπος ήταν φασίστας εν’ αποστρατεία. Τον είχαν πιθανότατα αποστρατεύσει τσιγγάνοι που αμύνθηκαν και τώρα γύρευε εκδίκηση. Εντάξει λοιπόν, δεν μπορούσα να κάνω και πολλά πράγματα αλλά λίγο δούλεμα το μπορούσα, άλλωστε δεν έμοιαζε για τύπος που θα γινόταν απειλητικός. Το επόμενο βράδυ λοιπόν που τον βρήκα όπως πάντα καθιστό απέναντι απ’ το μπαλκόνι μου, έστριψα το μπάφο μου κάπνισα και περίμενα να αρχίσει τις μαλακίες του. Δέκα λεπτά αργότερα το πρώτο κουτάκι μπίρας προσγειωνόταν στον δρόμο. Αμέσως σηκώθηκα και πλησίασα τα κάγκελα.

«Ε βρωμιάρη!» του φωνάζω και για πρώτη φορά μοιάζει να προσέχει ότι κάποιος μένει απέναντι του.
«Ναι ρε σε σένα λέω, σε τσαντίρι γεννήθηκες και πετάς τα σκουπίδια κάτω βρωμιάρη;»
Ο τύπος ακόμα δεν έχει σηκωθεί απ’ την καρέκλα αλλά κοιτάει προς το μέρος μου, ακούω τη φωνή του να λέει «Και εσύ ποιος είσαι ρε φίλε που θα μου πεις τι θα κάνω;»
«Όποιος θέλω είμαι» του απαντάω χαιρέκακα «Έλληνας είμαι στη Ελλάδα βρίσκομαι και δε θέλω σκουπίδια στη χώρα μου, αν καταλαβαίνεις τι εννοώ!»
«Θα το φας το κεφάλι σου με αυτά που λες» μου απαντάει ο φασιστάκος, φαίνεται του ‘χουμε θίξει το έθνος και προσεβλήθη ο καημένος.
«Άντε βρε κωλόγυφτε που θα μου φας και το κεφάλι» του απαντάω
«Ποιόν έβρισες μωρή αγάμητη λούγκρα;» μου γυρίζει κι αυτός και είμαστε σε μια φάση τώρα που εγώ τεντώνομαι να του φωνάξω κι αυτός δεν έχει καταδεχτεί να βγάλει ούτε τα γυαλιά ηλίου παρόλο που έχει και γαμώ τα φεγγάρια απόψε.
«Εσένα έβρισα ρε αρχίδι γύφτε που έχεις κάνει τον δρόμο λες και ζεις σε καμιά σκηνή σαν αυτές που ζείτε εκατό άτομα μαζεμένα και πηδάει ο καθένας την αδερφή του, γι’ αυτό γαμιολάκο τράβα να βρεις τους φίλους σου τους τσιγγάνους γιατί στην Ελλάδα δε σε θέλει κανείς, εδώ είναι χώρα για ανθρώπους κι όχι για ΖΩΑ» του πετάω τονίζοντας μία μία τις λέξεις.

«Ώστε είμαι γύφτος ε;» με ρωτάει ήρεμα
«Ε ναι;» του απαντάω αλλά τα έχω χάσει λίγο κιόλας απ’ την ψυχραιμία του τύπου
«Και το λες αυτό για να με βρίσεις»
«Αργείς αλλά τα πιάνεις…»
«Καλώς!»

Και τότε βλέπω για πρώτη φορά τον τύπο να σηκώνεται. Άσχημα νέα. Μου ρίχνει τρία με τέσσερα κεφάλια (είμαι και 1,68 εδώ που τα λέμε) και μοιάζει αγριεμένος. Χώνεται μέσα στο σπίτι. Τι σκατά, μπαζούκας θα βγάλει. Πέντε λεπτά αργότερα όμως βγαίνει απ’ την εξώπορτα κρατώντας έναν τεράστιο λοστό, πηδάει τον φράχτη του σπιτιού του Σωτήρη όπου μένω, ενώ παρακολουθώ παγωμένος και αρχίζει να κοπανάει την πόρτα. Μία, δύο , τρεις την σπάει και εκεί προφανώς συνέρχομαι και τρέχω να κλειδώσω την πάνω πόρτα. Προλαβαίνω τελευταία στιγμή και χώνομαι στην άκρη του μπαλκονιού. Δεν σκέφτομαι και τίποτα το ηρωικό. Ενεργώ εντελώς σπασμωδικά σε αυτή τη φάση.

Το τέρας που ξύπνησα από το λήθαργο του τώρα κοπανάει με το λοστό την πάνω πόρτα του σπιτιού. Προσπαθώ να καλέσω την αστυνομία αλλά είμαι τόσο αποσυντονισμένος που δεν καταφέρνω ούτε τα νούμερα τα πατήσω καλά. Αν έπαιζε και η σωστή μουσική θα ήταν η τέλεια σκηνή για θρίλερ. Λίγα λεπτά αργότερα ο τύπος σπάει και την πάνω πόρτα και βγαίνει στο μπαλκόνι. Οπού είμαι και εγώ.

«Βρε, βρε, βρε» μου λέει και πετάει κάτω το λοστό ενώ πλησιάζει προς το μέρος μου. Τώρα που τον βλέπω πιο καλά κι από κοντά μου φαίνεται ακόμα πιο άγριος. Αδύνατος είναι μεν αλλά καλά γυμνασμένος και ζωή να έχει το παλικάρι είναι δυο μέτρα ψηλό. Επίσης, μικρή λεπτομέρεια, τελικά μάλλον δεν είναι φασίστας αλλά είναι ο ίδιος τσιγγάνος. Έκανα ένα μικρό λάθος απ’ ότι φαίνεται.

Προσπαθώ να του υποδείξω με τα χέρια μου να σταματήσει αλλά δεν πιάνει καθώς πλέον στην εποχή μας οι άνθρωποι επικοινωνούν με λέξεις κάτι που για κάποιο λόγο μου διαφεύγει εκείνη τη στιγμή. Ο τύπος φτάνει στο μέρος μου με αρπάζει απ’ το λαιμό και με κολλάει πάνω στα κάγκελα. Στο παραμικρό του σπρώξιμο θα πέσω ή μάλλον , αν δεν αποφασίσει να με τραβήξει προς τα μέσα θα πέσω και αν και το πιθανότερο να επιζήσω θα σπάσω υπερβολικά πολλά πράγματα και μια μόνιμη αναπηρία είναι πιθανή. ΕΠΙΣΗΣ ΔΕ ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΕΣΩ ΚΑΙ ΦΟΒΑΜΑΙ.

«ΓΑΜΗΜΕΝΕ ΦΑΣΙΣΤΑ ΡΑΤΣΙΣΤΗ» μου λέει ο τύπος «ΠΟΣΑ ΑΚΟΜΑ ΘΑ ΤΡΑΒΗΞΟΥΜΕ ΑΠΟ ΕΣΑΣ». Θέλω να του εξηγήσω πως είμαι αθώος αλλά τελικά βγαίνει απ’ το στόμα μου μόνο κάτι σαν «Όχι, δεν». «ΕΙΧΑΜΕ ΕΝΑ ΓΑΜΗΜΕΝΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΨΑΤΕ ΣΤΑ ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΜΑΣ ΑΦΗΝΕΤΕ ΝΑ ΠΗΓΑΙΝΟΥΜΕ ΣΑΣ ΕΧΕΙ ΣΙΧΑΘΕΙ Η ΨΥΧΗ ΜΟΥ» ουρλιάζει ο τύπος αλλά τουλάχιστον πάνω στα νεύρα του αφήνει λίγο το λαιμό μου και μπορώ να μιλήσω κάπως πιο καθαρά «Δεν-Είμαι-Φασίστας-Παρεξήγηση-Λάθος-Άσε-Με». Δεν δείχνει να πείθεται με την καμία αλλά πείθεται να μην με αφήσει να σκοτωθώ. Με τραβάει προς τα μέσα και ενώ είμαι ακόμα κολλημένος πάνω στο κάγκελο δεν κινδυνεύω τα αμέσως επόμενα δευτερόλεπτα.

«Νόμιζα» του εξηγώ με κομμένη ανάσα «Ότι είσαι εσύ φασίστας. Σε άκουσα να μιλάς στο τηλέφωνο και υπέθεσα ότι σχεδιάζεις επίθεση σε κάποιον καταυλισμό…»
«Και αν ήμουν τόσο επικίνδυνος θεώρησες λογικό να μου κάνεις ένα ηλίθιο αστείο που δε θα έκανε ούτε παιδί;» μου λέει και δεν έχει καθόλου άδικο.
«Κοίτα» αρχίζω τώρα όσο πιο ήρεμα μπορώ « Ήταν τελείως χαζό αυτό που έκανα και συγνώμη χίλιες φορές για όσα σου είπα αλλά στην πραγματικότητα ήθελα να υπερασπιστώ τους τσιγγ..τους ρομά»
«Δεν με νοιάζει το όνομα, δε χρειαζόμαστε προστασία, μάλλον εσύ χρειάζεσαι»
«Απλά σου εξηγώ ότι οι προθέσεις μου ήταν καλές. Δεν ήξερα ότι είχατε δεχτεί επίθεση πόσο μάλλον σε σχολείο. Αν ήξερα όλα αυτά που τώρα ξέρω ποτέ μα ποτέ δε θα είχα τέτοια συμπεριφορά»
«Χμ, φαίνεται να λες αλήθεια» μου είπε ο πανύψηλος τσιγγάνος και χαλαρώνει «Δεν ήταν ακριβώς σχολείο μωρέ , μια δημοτική βιβλιοθήκη μας είχαν φτιάξει όπου γινόντουσαν περιστασιακά και κάποια μαθήματα ελληνικών μια φορά τη βδομάδα, τη φτιάξαμε αλλά δεν έρχεται κανείς να κάνει μάθημα τώρα»
«Ωραία άκου» του είπα χωρίς να το σκεφτώ και πολύ «Θέλω να επανορθώσω, γενικά τέλος πάντων χωρίς να θέλω να σου πουλήσω μούρη ή τίποτα άλλο τυχαίνει να έχω ένα δίπλωμα σχετικό με τα μαθήματα που θέλετε»
«Είσαι καθηγητής δηλαδή;» με ρώτησε ο τύπος με ενδιαφέρον
«Ε ας πούμε, όχι ακριβώς, δηλαδή ναι στα χαρτιά αλλά … μεγάλη ιστορία. Τέλος πάντων, επειδή αντιλαμβάνομαι τη σύγχυση που προκάλεσα, εγώ έτσι κι αλλιώς σκόπευα να φύγω από εδώ σε λίγες μέρες και να γυρίσω Αθήνα όπου έχω κάτι δουλειές. Προσφέρομαι να αναλάβω λοιπόν να τα κάνω εγώ αυτά τα εβδομαδιαία μαθήματα αν με βοηθήσεις να μάθω τα κατατόπια εκεί πέρα και να πατσίσουμε έτσι.

Το σκέφτηκε για μερικά δευτερόλεπτα.

«Εντάξει φίλε μου. Φεύγουμε μεθαύριο για Αθήνα. Με λένε Γιαννάκη»
«Εντάξει Γιαννάκη. Με λένε Διονύση. Πολύ ψηλός είσαι Γιαννάκη»
«Ο μικρός μου αδερφός είναι ψηλότερος. Σύμφωνοι για τη μέρα;»
«Σύμφωνοι» του είπα και εγώ. Δώσαμε τα χέρια κι αποχαιρετιστήκαμε. Για τις πόρτες, είπαμε να μοιραστούμε το κόστος και να τις φτιάξουμε την επόμενη μέρα, όπως και έγινε τελικά. Την αμέσως επόμενη της επισκευής φύγαμε για Αθήνα. Ειδοποίησα το Σωτήρη για την ξαφνική αναχώρηση μου.

Ε με το Γιαννάκη λίγο ή πολύ είμαστε ακόμα κάτι σαν φίλοι. Να σας πω την αλήθεια όμως τους τσιγγάνους ομοίως με τους έλληνες δεν τους πολυσυμπαθώ σα λαό, με ενοχλούν λίγο κάτι φορές με ορισμένες συνήθειες τους που τις θεωρώ βάρβαρες και απολίτιστες. Και ο Γιαννάκης γενικά βάρβαρος και απολίτιστος ήταν όπως και τα βλαμμένα κωλόπαιδα στα οποία έκανα μάθημα μια ολόκληρη σεζόν. Αλλά δε βαριέσαι, το σημαντικό είναι να επιβιώσεις το καλοκαίρι,. Διότι υπάρχουν χιλιάδες, εκατομμύρια άνθρωποι, αληθινοί και φανταστικοί, σε χωριά και σε βιβλία, σε πόλεις και σε ταινίες που υποφέρουν, παλεύουν να πάρουν μια ανάσα όλους αυτούς τους μήνες που διαρκεί η ζέστη. Τον χειμώνα όσοι παλεύουμε με τη δυστυχία μας κρυβόμαστε, το καλοκαίρι είμαστε εκτεθειμένοι από παντού, λες και είναι η θλίψη σαν τα φαγητά που σαπίζουν στις υψηλές θερμοκρασίες και κάπως αντέχουν στις χαμηλές. Έτσι κι εμείς μάλλον βρωμάμε πάρα πολύ και μας καταλαβαίνουν με το που πιάνουν οι ζέστες. Δεν ξέρω αν ισχύει το ίδιο και στα πιο βόρεια κλίματα που δεν ζουν μεγάλα καλοκαίρια όπως εμείς. Εγώ εδώ ζω και εδώ καταφέρνω να αποτυγχάνω σα συγγραφέας και να κάνω ευχαριστημένος το σταυρό μου κάθε φθινόπωρο λέγοντας «Πάει κι αυτό!»