Φοξ

Jusqu’ ici tout va bien

αν τυφλωθώ
δε θα μπορώ
να βρω
το σπίτι μου

όμως χρειάζομαι
μόνο ένα μάτι
για να σε δω
και κανένα για να
σε αγαπήσω

λες πως
δεν το ‘χεις σκεφτεί
και φεύγεις
κι εγώ
αν έχανα
τα πόδια μου
θα πετούσα σαν χαρταετός
ξωπίσω από
την πλάτη σου

γιατί χρειάζομαι
μόνο την πλάτη σου
για να ακουμπώ
κι ένα μαχαίρι για να
την ξεσκίζω

το αλάτι λιώνει στο νερό τα αμάξια στρίβουν στη γωνία
ο ήλιος πέφτει οι σφαίρες κινούνται σε μια τέλεια ευθεία
κι όλα θα πάνε καλά όλα θα πάνε καλά όλα θα πάνε καλά γιατί
αν τυφλωθώ
δε θα μπορώ να δω
ότι εσύ
σχεδόν ποτέ
δε με κοιτάζεις.

Σε καιρούς πολέμου

Η θάλασσα είναι πλέον
νερό και πολλή άμμος
το φεγγάρι δανεικό φως
τα σπίτια ένα μέρος να κρυφτείς
απ’ τη θλίψη των άλλων
κι ένα μέρος να κρύψεις
τη δική σου θλίψη
τα φιλιά και τα τσιγάρα
απλά μια κακή συνήθεια.
Ήμασταν συνεργοί κι αντίπαλοι
και καταδότες και προστάτες
περήφανοι, βρωμεροί αντιήρωες
ενίοτε λιποτάκτες
μα πάντοτε αδίστακτοι
πατήσαμε επί πτωμάτων
και σβήσαμε τα χνάρια μας.
Λένε πως κανείς δε ζει
με τόσο πόνο στην καρδιά
κι όμως, είμαστε οι μόνοι επιζώντες
κι οι νύχτες είναι πλέον
σκοτάδι και ησυχία.
Τώρα, πιο τυχεροί είναι οι νεκροί
όπως και πάντα, σε καιρούς πολέμου
μιας και κανείς δε θα ‘θελε να δει
ανθρώπους σκυφτούς
που γίναν μοναχά
δυο σώματα γυμνά και
φριχτά ηττημένα.

Κομπαρσικόπημα

αφότου σε γνώρισα, συμπέρανα ότι
αυτοί που είναι καλοί ηθοποιοί όλη μέρα, κάθε μέρα,
επί σκηνής δείχνουν χαμένοι και μικροί
τρεις ατάκες είχες όλες κι όλες στη ζωή μου
τη μία την άφησες να φύγει
καπνίζοντας με μανία, κοιτάζοντας με προσήλωση τον τοίχο
την ξέχασες και πέρασε η σειρά σου
την άλλη την ξόδεψες σε μια φιλοσοφία για τον κόσμο
βεβιασμένη και επιφανειακή
που παρ’ όλα αυτά με έκανε να κλάψω
η τρίτη ήταν η χειρότερη, γιατί την είχες
πιο πολύ απ’ όλες προβάρει
και χαρίσει απερίσκεπτα δεξιά κι αριστερά
οπότε δεν την πίστεψα, και δεν την ξανασκέφτηκα
όμως για μένα είσαι πρωταγωνιστής
κι εγώ, σαν καθώς πρέπει κομπάρσος,
χαμογελώ χωρίς να μιλάω
γνωρίζω, παραδόξως, καλύτερα από σένα,
πως τη μάχη εναντίον σου πάντα θα τη χάνω
σε χειροκροτώ λοιπόν δυνατά
για όσο υποκλίνεσαι
και σε λατρεύω κρυφά
αν και τα μάτια μου, όπως τα μάτια οποιουδήποτε κομπάρσου, προδίδουν
πως η αυλαία θα πέσει
την ίδια στιγμή
και για τους δυο μας.

Μέχρι να τους σιχαθείς

σε φιλάω σε κάθε στόμα
κάθε τυχαίου και τυχερού κι ασήμαντου αγνώστου
σε χαϊδεύω, σε κάθε ευκαιρία
σου ζητώ τσιγάρο
όλο και κάποιος θα μου το προσφέρει
όταν καπνίσω, σου ζητώ και την αλήθεια
(εκεί τρομάζουν όλοι μη και μου σβήσει)
σου μιλώ όταν κανείς δε με προσέχει
όταν με παίρνουν αγκαλιά ή όταν με πνίγουν
σε ψάχνω σε όλα τα άδεια μπουκάλια
σε όλα τα άδεια βράδια
με τα μάτια κλειστά λέω πως είσαι
μέσα μου εσύ όπως κανένας
σε λατρεύω τόσο ολοκληρωτικά
όσο σιχαίνομαι όλους τους άλλους
κι ακούραστη περιμένω
να τους σιχαθείς κι εσύ
δεν υπάρχει αληθινό υποκατάστατο
θα ξημερώσει
θα σηκωθώ
θα διώξω αυτόν τον τύπο απ’ το κρεβάτι μου
θα έρθω να σε βρω
κανείς δε θα ‘ναι πιο ευτυχισμένος από μένα
που θα περνώ τα χέρια μου
μέσα απ’ τα μαλλιά σου
θα σου χαρίσω όση ψυχή και
ό,τι ποίημα μου έχει απομείνει
άμα τελειώσω αυτό το τσιγάρο.