Το μόνο σύνδρομο

τρία έπσιλον x φώντας φ.

info: Σε μια εποχή ακραιφνους, βαθιά άδικης υποκειμενικότητας με την πραγματικότητα να μας φαίνεται όλο και πιο ασφυκτική.

Η προοπτική μιας μεταθανάτιας ευτοπίας φαντάζει όλο και πιο ευχάριστη.

Αν κόλαση είναι οι άλλοι, και ένας από τους άλλους πάντα είμαστε εμείς, τότε μήπως ζούμε ήδη μέσα σε αυτή;

#1 «εξόδιος»

Η πραγματικότητα είναι
το πάσχειν-από-σημασία
και νόημα // νοσούντες
όσοι γεύτηκαν το μύκητα
που εισήλθε βράδυ
στην ηλεκτρισμένη
της γης
ατμόσφαιρα.

Σκελετοί δεινοσαύρων τα όνειρα(μας) = δηλαδή
τοποθετημένα εκεί )απ’ το σατανά(
για να κινείται απ’ την απελπισία
το μυαλό εκείνο που δεν μπόρεσε να κινήσει (ακόμα)
η αγάπη.

Μου ζήτησε να μην χρησιμοποιώ το όνομα του προφήτη

κι εγώ της ζήτησα
να μη βασανίζει το σώμα μου, τα πρωινά
που τα άγρια κοτσύφια
σαλπάρουν με μαύρες σημαίες για την Αττική γη==
== μ’αρέσει να ακούω την ομιλία τους, όπως μ’ αρέσουν
οι υγρές συμμορίες που τα μεσάνυχτα πυρπολούν
τα κτήρια των μασόνων. διότι μέσ’ τη φωτιά τους
ανακάλυψα κάτι
που θα μπορούσε να ζήσει στον κόσμο ετούτο
να γευτεί το μύκητα και να ξαποστάσει
στη σκιά των μεγάλων ερπετών: όμως εγώ είμαι ένας απελπισμένος ποιητής, που η πέτσα του μυρίζει οδοντιατρική καρέκλα και θάνατο. Έμαθα να αγαπώ την μυρωδιά αυτή, γιατί σέρνει μαζί της απ’ τα βάθη του ατλαντικού, το κουφάρι του Κισμέτ της αποτυχίας.

Κι έμαθα να αγαπώ το Κισμέτ
αργά και βασανιστικά. ενώ
τα μάτια των τεράτων
γυαλίζουν μέσα στο δάσος
προσφέρουν μια νεαρή γάτα στα πόδια μας
κι όμως
θέλοντας και μη
σέρνουν το μόνο σύνδρομο
που μας απειλεί:

τον πυρετό ενός κοινοβουλίου
τη χολέρα μιας αυταξίας
τη θλίψη
ενός δικαιώματος:

που μαραζώνει στον τοίχο χωρίς να γνωρίσει ποτέ του το χώμα.

Μόλις περνάς την ακτή φτάνεις σε Κέντρο υποδοχής και ταυτοποίησης
Κλωθώ Λάχεσις Άτροπος
Δικαιούσαι τρεις ευχές που να έχουν άμεσο υλικό αντίκρυσμα στον έξω κόσμο
Αντηλιακό
Ένα αντίτυπο της αγαπημένης μου μύγας
Μια μάσκα ύπνου

Μπορώ να αντέξω τον ήχο και δε με πειράζει που το σώμα μου κοιμάται στο πάτωμα που ναι γεμάτο σβώλους. Ο ήχος αντέχεται πάντα και όσο, σαν κατασκήνωση μετεφηβείας: ηχεία παλλόμενα στη διαπασών μέσα στο τύμπανο: συνθλίβεται ο κοχλίας, γίνεται λευκή πούδρα που φτάνει από τα μάτια στη μύτη σου: ανασηκώνει το τριχωτό της κεφαλής σου, μαζί και τη λίμπιντο.

Το μόνο που δεν αντέχω είναι το φως, κατασπαράζει κάθε τι που χω κρατήσει: κρατάει τα μάτια μου ανοικτά και τους ξύνει λίγο λίγο την επιφάνεια, το εμβαδόν της ίριδας μου ελαττώνεται, διαστέλλεται σαν να ναι νύχτα. Ωστόσο αυτή εδώ είναι η μεγαλύτερη μέρα και έτσι η κόρη μου γεμάτη τριχοειδή κόκκινα αγγεία τρίβεται τρίβεται τρίβεται

Γάτες σε οίστρο δίχως μαέστρο κατοικούνε τους τοίχους, ακούω τις κραυγές τους όπως γατζωνονται η μια στην άλλη σε ένα ερωτικό συνεχές γεμάτο βρύα λειχήνες και κάθε τύπου μύκητες

Της ζητάει να μη μιλάει άλλο για τις μέρες που πέρασαν κι αν του κάνει τη χάρη θα πάψει να μιλάει για Αυτόν 

Με όση μνήμη μου απέμεινε προσπαθώ να συντάξω, της εξηγώ πώς έχουν τα πράματα: κάθε νύχτα χειρότερα

Και τους ζητάω άλλη μία να κλείσουν το φως.

#2 «αγρυπνία»

περνάω τα πρωινά μου σε μια
βαρετή, μετρίως πληρωμένη
δουλειά γραφείου
σε μια βαρετή, μετρίως
ασφαλή κωμόπολη. Και
περνάω τα βράδια μου
μεθώντας και
γυρίζοντας στους δρόμους
σα στερεότυπο
βγαλμένο απ’ τa 60s.
μπλέκω σε καβγάδες
γυρίζω με μαύρα μάτια
και κομμένο διαρκώς
το μέτωπο μου. Ξεκίνησα
να ζω έτσι
όταν διαπίστωσα πως
δεν ξέρω να αμύνομαι και
είπα πως θα μπλέκω και θα μπλέκω
μέχρι να μάθω και
όντως έμαθα:
παρόλα αυτά συνεχίζω να μπλέκω
επίτηδες σε φασαρίες
με αγρότες, σερβιτόρους
και μπάτσους
και να τους αφήνω να με τσακίζουν
ξανά και ξανά και
να γυρίζω ξανά και ξανά
με μαύρα μάτια και κομμένο το μέτωπο
ίσως τελικά
απλά ψάχνω
τον άνθρωπο εκείνο
που θα με βγάλει
απ’ τη μέση
απ’ τα βάσανα
κι απ’ τον κόπο
να το κάνω εγώ.

***

η απόσταση από το σπίτι μέχρι τη μοναστηρίου περιλαμβάνει:
το διερχόμενο τρένο πάνω στη γέφυρα που κάθε πρωί μου σφυρίζει 
σαν εργάτης σε βιδάδικο και κοστίζει στις τριάντα μέρες μισό μηνιάτικο

κι όμως
την διέρχομαι ξανά και ξανά μέχρι να πάψω να βιάζομαι

όταν μου φωνάζει πως θα με σκίσει
περιμένω να έρθει να μ’ ανοίξει στα δύο
να μου δείξει επιτέλους πώς γίνεται
αφού απ’ ότι φαίνεται να οδηγάω δεν ξέρω

άσε που αυτό τ’ αμάξι κοστίζει όσο το δεξί μου πνευμόνι 
κι έχει φράξει από λάδια και πίσσα
λίπη από γεύματα που αγοράζω βιαστικά προσπαθώντας να προλάβω το φανάρι
αν τα καταφέρω με οδηγεί τρία λεπτά νωρίτερα σπίτι
προτού προλάβει να σφυρίξει το τρένο
περνώντας από πάνω μου

#3 «πιττάκια»

Δε θα καταλάβαινες
ούτε αν σου τσάκιζε τη μούρη, oyte αν
σου τσιμπούσε τη φλέβα
το βράδυ που στάζει ομίχλη και
καρκινογόνο μάνα ο ουρανός.
Ο λαός είναι μια χαρά
με τα σκατά γράμματα που έμαθε
και τις σκατά ιδέες που έχει στο μυαλό του
είναι αρκετός
για να σταθεί μπρος τις πύλες
της κόλασης
και να εμποδίσει τη γενοκτονία
των οικόσιτων αιλουροειδών. Είπα δεν ξαναμιλάω για γατιά
αλλά όταν διαλύεται σε σκοτεινή ύλη η πόρτα του σπιτιού
όταν τα όνειρα μου σκοντάφτουν
απάνω στη δικτατορία του δέρματος σου
όταν έχουν περάσει κιόλας χρόνια
απ’ το θάνατο του Μουαμάρ Καντάφι
κάπου πρέπει να στραφώ:

αλλά δε θα καταλάβαινες

γιατί μεγάλωσες στα ροδόνερα του κόσμου αυτού
κι εγώ μεγάλωσα
με δυο άγριες κοινές ευρωπαϊκές
που λέγονταν αλλοτρίωση κι επιτήδευση
κι είπα na kopso to laimo moy man
για να γίνει λίγο πιο εύκολο όλο αυτό, να μοιάζει λίγο
με ποίημα επιτέλους η ζωή.

Αλλά η δικτατορία του δέρματος έστεκε καλά στη θέση της
και δεν έχουμε γκρεμίσει ακόμα
ούτε μισό τύραννο απ’ τη θέση του. Μα η θέση του
είναι η θέση μας. Η επιθυμία του, είναι η δικιά μας
κι η απόλαυση του θα ήταν δική μας κι αυτή,

μα αυτό το υπέροχο μίσος
που τραγουδούν οι πάνκιδες και οι ανάπηροι
κάστορες τα βράδια κάτω
στα μισοτελειωμένα φράγματα που ζέχνουν
αθηναϊκό υπόκοσμο και κρυστάλλους σε ζελατίνα
αυτό το υπέροχο μίσος
μας κρατάει ζωντανούς και ευχαριστημένους
και δε θα το ανταλλαζα με τιποτα.

Τα πρωινά λοιπόν:
με χαρά γεμίζω
το μπολάκι της Λίμας.

διαδρομή μετρίου μεγέθους 
επιτάχυνση καρδιας 6 στα 5

κρατάω μεγάλο βήμα σταθερό
φεύγω μπροστά και ανά είκοσι μέτρα γυρνάω και πετρώνω τις μέδουσες
τα μαλλιά τους σαν φίδια στο νησί των ανέμων- σχεδόν και
μία μία τις στέλνω στο διάολο που κλαίνε για το πατημένο γατί στην άκρη του δρόμου

μοιάζει με μπαλόνι ξεφούσκωτο
που το παίρνεις στα δόντια σου μισορουφάς κι έπειτα
η φωνή σου συριζει
η γλώσσα μου πάλλεται
ασταμάτητα και δίχως ήχο προσπαθώ να σου πω πως μακάρι να μπορώ να μας σώσω και μαζί και τις φίλες μου μα
τις πατάνε τ αμάξια τις λιώνουν οι
επικείμενες συγκρούσεις σε δρόμους που μέχρι σήμερα δεν περπατησαν

κρατώντας την καρδιά μου σφιχτά στα δύο χέρια τη σφίγγω μέχρι να βγει
κάθε στάλα
τις βουτάω στο νεροχύτη με τα άπλυτα πιάτα
σαπουναδες γεμίζουν τα στήθη μου

μούλιαζε και στίβε καρδιές όλη μέρα

από νεκρές και μισόνεκρες γάτες

μη με ρωτάς γιατί πάχυνα

πού καιρός για πιλάτες

#4 «σαντάκα»

Καταπώς φαίνεται

το ρολόι έπαψε

να ουρλιάζει το τέλος

κι άρχισε να πριονίζει

τη ρίζα της δυστυχίας

ή της βλακείας που χαστουκίζει

τα μέσα μας.


Εντάξει, μην στεναχωριέσαι

θα έρθουν

και πιο όμορφα

και πιο ευγενικά αγόρια

σ’ αυτόν τον κόσμο

και θα έχουμε όλοι κάποια

καλή ή καλύτερη τύχη

σαν σκαθάρι που ανακαλύπτει

ένα πτώμα ακόμα ζεστό.


αγόρια

θα εθιστείτε νωρίς

στη μορφίνη των επιλογών

κι όταν πάψει να τη χορηγεί ο γιατρός

θα σας πεθάνουν τα στερητικά

κι οι γείτονες

που θα θέλουν επιτέλους να σκάσετε.


Μα μη φοβηθείτε

ούτε για ένα λεπτό

τα λόγια της κοινωνίας αξίζουν 

όσο μια παγίδα για κατσαρίδες και γρύλους

κι είστε εσείς

και οι κατσαρίδες

και οι αρουραίοι

το αθάνατο χάος και το ρήγμα που δείχνει το δρόμο

για τη διάσταση με τις ακτίνες που ζεσταίνουν:


αρκεί να το επιλέξετε.

στου μεγάλου σπιτιού το σπασμένο παράθυρο
δυο λευκά περιστέρια
διαρκώς σ’ ετοιμότητα
να σου κλέψουν το μήλο, να σου σκίσουν τα χέρια

στα γκρεμίσματα πάνω σαν πατάω το πόδι μου
χάνει τ’ όνομα ο τόπος
από με όλο φεύγεις και διαρκώς μοιάζει μάταιος
ο γραπτός μου ο τρόπος
.
πια δεν πάνε μηνύματα, το αρνούνται τα άτιμα
τσάκισαν τα φτερά τους
γράφουν όλο συνθήματα – περιφέρονται άδικα
δεν ακούς τη λαλιά τους
,
είν’ ο αέρας που φέρνει τον χαμένο παράδεισο
το όνομά σου συρίζει
πάνε μέρες που σ’ έχασα, και το σπίτι που ζούσαμε
ποτέ πια δε γεμίζει
.
στα χωριά τ’ άδεια σπίτια, μοιάζουν πάντα ακατοίκητα
θαμπωμένο λυχνάρι
είναι χώροι ενδιάμεσοι, που εντός περιμένουμε
για να ‘ρθει να μας πάρει