Σιλουάν Κ.

Τα τελευταία 100 βόδια είναι αυτά στο κεφάλι μας

Πως θα γλυτώσω απ’αυτήν την αυτοκτονία
πως θα διώξω το φθινόπωρο απ’τα μαλλιά του νεκρού;
Ποτέ θα σταματήσει ο ανεμιστήρας οροφής να γεννάει οράματα,
ποτέ θα σκοτώσω τον τσαρλατάνο που με παρακολουθεί;
Κάποτε με ποδοποτησαν άλογα σε ‘κεινο το χωράφι:
είναι το 1920 και ο επαναστατημένος θάνατος
ιππεύει
ιππεύει
ιππεύει και ο ήλιος καίγεται απ’το ήλιο
και ‘γω αναφωνώ
μαύρη τρυφερότητα!
Πως θα ξεφύγω από αυτήν την αυτοκτονία λοιπόν,
που θα κρύψω τον νεκρό απ’την βροχή;
Η ποίηση μου ήταν διαβασμένη
απ’τις χήρες και απ’τα ορφανά
ήρθε μέσα σ’ενα φέρετρο που βούλιαξε στην λίμνη: και ήταν αστροφεγγιά,
και ήταν μεσημέρι
και ήταν η Γη της Επαγγελίας ποτισμένη στο αίμα:
και ήταν τα ματιά της νύχτας πάνω στα δικά μου ματιά.

Πως θα ξεφύγω απ’το βροχερό παρόν, λοιπόν, ρωτάω,
εγώ που κρύφτηκα σαν δειλός στην μήτρα της ανάμνησης:
κίτρινο δέντρο – απογευματινό αεράκι – η αδερφή μου κοιμάται στο γρασίδι – Νοέμβριος – η μητέρα μου περπατάει στην αμμουδιά μιας παραλίας-
έρχεται η σύγκρουση, αγάπες μου
ο διαχωρισμός εκατοντάδων χιλιάδων
οι ικεσίες
η κοιλάδα που χάθηκε στα μνήματα
πατροκτόνοι
μαύροι
εξαντλημένοι!
Λοιπόν, είναι θάρρος ή είναι λιγοψυχία, όταν πρέπει να ουρλιάζω σαν τρελός.
έτοιμος να χάσω το κεφάλι μου
απ΄τους δήμιους που φιλοξενώ στο σπίτι μου,
οταν πρέπει να γλυτώσω απ’αυτην την αυτοκτονία
που γράφει αυτές τις λέξεις,
είναι ο αποχαιρετισμός στην αποβάθρα και το τρένο για τα δυτικά
που αναχωρεί γεμάτο τρόμο;

ΜΗ ΞΕΧΑΣΕΤΕ ΤΟΥΣ ΝΕΚΡΟΥΣ ΜΑΣ – ΔΩΣΤΕ ΦΙΛΙΑ ΣΤΑ ΜΕΤΩΠΑ ΤΟΥΣ

ΑΥΤΟ ΤΟ ΗΦΑΙΣΤΕΙΟ ΜΑΣ ΔΩΘΗΚΕ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΠΡΟΣΚΥΝΟΥΜΕ

 

Ο ήχος των βημάτων σ’ ένα άδειο μετρό

Περπατούσαμε για ώρες.

Την 3η μέρα ο Τζον χρησιμοποίησε μια κοινότυπη φράση. Είπε:
μας καταπίνει το σκοτάδι.

*

Του αφηγήθηκα δυο ή τρία όνειρα:
Είχε μεσημεριάσει στον ναό. Βγήκαμε κρατώντας τριαντάφυλλα και χρυσές αλυσίδες.

Το παιδί με τις εφημερίδες έπεσε απ’ το ποδήλατο. Του κλέψαμε δυο φύλλα και φύγαμε τρέχοντας: ήταν κάτασπρα.

Η Αθήνα είχε υποταχθεί σε ενδότερα σχήματα: Τρίγωνο της μεταφυσικής Τετράγωνο της πλήξης Κύκλος της απελπισίας.

Ήμασταν σ’ έναν λόφο. Ένας ιπτάμενος δίσκος μας παρακολουθούσε, χωρίς να θέλει να μας κάνει κακό. Ήθελε απλώς να μας κοιτάξει. Μας φάνηκε μοχθηρό και αρχίσαμε να του πετάμε πέτρες.

*

Ωστόσο περπατούσαμε για ώρες.
Την 3η μέρα ο Τζον χρησιμοποίησε μια κοινότυπη φράση. Είπε:
μας καταπίνει το σκοτάδι.

*

Το τελευταίο βαγόνι που πέρασε ήταν γεμάτο φαντάσματα.
Εμείς είδαμε μονάχα τους επιβάτες που μιλούσαν ακατάπαυστα. Ο Τζον είπε: ποιος ξέρει τι θα γίνει αν σωπάσουν. Εκείνοι συνέχισαν να ανοιγοκλείνουν το στόμα τους.
Εγώ είπα: στοιχειωμένοι.

*

Μιλήσαμε μ’ έναν εργάτη. Η δουλειά στην υπόλοιπη Ευρώπη ήταν σκατά, όμως πλήρωνε καλά. Έπιασε λίγο χώμα απ’ το έδαφος και μας άλειψε τα πρόσωπα.

*

Στην απέναντι πλευρά εμφανίστηκε ένας γνωστός ποιητής. ‘Η το ολόγραμμα του.
Μας φώναξε πως το ηλεκτρικό ρεύμα είναι μια ψευδαίσθηση: τα εγκαύματα είναι υποσχέσεις. Μέτα εξαφανίστηκε.

*

Παρ’ όλα αυτά περπατούσαμε για ώρες.
Την 3η μέρα ο Τζον χρησιμοποίησε μια κοινότυπη φράση. Είπε:
μας καταπίνει το σκοτάδι

*

Συναντήσαμε έναν έφηβο. Έτρεχε χαρούμενος να βρει τους φίλους του. Ο Παναθηναϊκός είχε πάρει το πρωτάθλημα, κάτι σήμαινε αυτό, έτσι δεν είναι; Σκέφτηκα να του πω τίποτα, αλλά σώπασα.
Ο Τζον είχε ξεραθεί στα γέλια.

*

Είχαμε καιρό να συζητήσουμε για το βιβλίο των αντιφάσεων. Μιλήσαμε για συμφιλίωση. Μιλήσαμε για φιλοδοξία και υπέρβαση.
Είπαμε: ηλιθιότητα.
Το πέρασμα ή θα το φτιάχναμε ή θα το διασχίζαμε.

*

Μια γυναίκα είχε καθίσει στο έδαφος και έπαιζε με τα δάχτυλα της:
ψαράκια, κουτάλια, αναπτήρες.
Καθίσαμε δίπλα της και αρχίσαμε να την αντιγράφουμε. Το βλέμμα της μας προσπέρασε.
Ήμασταν αόρατοι, σαν πεθαμένοι.

Ξαπλώσαμε στα πόδια της.

*

Και συνεχίσαμε να περπατάμε.
Την 3η μέρα ο Τζον χρησιμοποίησε μια κοινότυπη φράση.

Έπειτα σχεδίασε στον τοίχο έναν σαλτιμπάγκο,έπειτα μια γυάλινη σφαίρα και έπειτα μια πυραμίδα.
Του είπα να κόψει τις αηδίες, αν δε μπορούσε να μιλήσει ξεκάθαρα, καλά θα έκανε να το βουλώσει.
Σχεδίασε μια σκάλα.

Ματωμένα ντόνατς

H αλήθεια είναι πως αυτή η ιστορία θα μπορούσε να ξεκινήσει με πολλούς τρόπους. Ένας από αυτούς: άντρας γύρω στα πενήντα μιλάει για τον Φλωμπέρ ενώ σκουπίζει αίματα απ’το πουκάμισο του. Έξω βρέχει. Ο τύπος μιλάει για καμιά ώρα ακατάπαυστα. Ένας μικρός κόκκινος λεκές παραμένει στον γιακά του. Ο τύπος λέει πως ο Φλωμπέρ στο τέλος της ζωής του έπασχε από σχιζοειδή διαταραχή. Έπειτα ο τύπος φεύγει και επιστρέφει με μια καραμπίνα. Ένας άλλος τρόπος: μια γυναίκα χαστουκίζεται εξαιτίας μιας κατσαρίδας. Η γυναίκα κλαίει και κεινη την ώρα η κατσαρίδα πεθαίνει. Και ένας τελευταίος: δυο φίλοι βγάζουν μαχαίρια για ένα ντόνατ. Πριν απ’όλα όμως, η ιστορία αυτή ξεκινάει με εμένα να ψάχνω για δουλειά.

Είχα κάνα δίμηνο που είχα μετακομίσει στην Τ. και τα λεφτά που είχα στην άκρη εξαφανίζονταν. Αργά ή γρήγορα το πήρα απόφαση: δεν ωφελεί σε τίποτα· έπρεπε να βρω τρόπο να βγάζω το ψωμί και τις μπύρες μου. Οτιδήποτε θα μου έκανε, αρκεί να πλήρωνε στην ώρα του, αρκεί να μην ήταν δουλειά σε κομμωτήριο: μισώ τα κομμωτήρια. Αποδείχτηκε πως ήταν πιο δύσκολο απ’ότι φανταζόμουν. Η Τ. ήταν νεκρή από δουλειές και εκτός από δυο καφετέριες που δεν είχαν ανάγκη προσωπικού και ένα σουβλατζίδικο το οποίο ήταν πάντα άδειο και έρημο, οι άλλες μου επιλογές ήταν σχεδόν κωμικές. Και εξίσου αποτυχημένες. Ένα ανθοπωλείο, ένα γραφείο τελετών, μια εταιρεία ηλεκτρικών συσκευών. Α, και φυσικά ένα γαμημένο κομμωτήριο.

Στις αρχές της άνοιξης είχα αρχίσει να συμβιβάζομαι με την ιδέα πως θα ‘πρεπε να κοιτάξω και σε άλλες περιοχές. Κανείς δε γουστάρει να κάνει μεγάλες διαδρομές απλώς για να δουλέψει, όμως οι επιλογές μου ήταν περιορισμένες, ή για να το πω καλύτερα, ανύπαρκτες. Περπατούσα προς το σπίτι μου κάπως προβληματισμένος, όχι ότι έσκαγα κιόλας, σκεφτόμενος ότι η Τ. ήταν αυτό που λέμε μια πόλη-φάντασμα, μια πόλη που δε περιμένεις να υπάρχει στ’αλήθεια στις μέρες μας. Και να που υπήρχε και να που απ’όλη την χώρα εγώ είχα καταλήξει σε αυτήν. Τέλος πάντων, σημασία έχει ότι όπως περπατούσα ξαφνικά είδα ένα μέρος που δεν το είχα προσέξει, ένα μέρος που έμοιαζε με μαγαζί, του οποίου η βιτρίνα ήταν από μαύρο φιμέ τζάμι και το οποίο ήταν όλο αυτόν τον καιρό εκεί! Πώς στα κομμάτια δεν το’χα προσέξει, αυτό είναι απ’τα άγραφτα! Δεν είχα και τίποτα να χάσω, ούτως ή άλλως δεν περίμενα και πολλά και έτσι άνοιξα την πόρτα φουριόζος. Ήταν όντως μαγαζί, ήταν ένα όμορφο μπαρ, με ξύλινα πατώματα και καθαρά τραπέζια. Επίσης ήταν άδειο από πελάτες. Υπήρχε μονάχα ένας κοντοστούπης νέος πίσω απ’την μπάρα, ένας τύπος που περισσότερο έμοιαζε με μαθητευόμενο λογιστή παρά με μπάρμαν. Πλησίασα και τον ρώτησα αν υπάρχει κάποια θέση εργασίας ελεύθερη, οτιδήποτε. Μου απάντησε με εξαιρετικά σοβαρό ύφος, πως δεν γνώριζε. Ο υπεύθυνος θα ερχόταν σε λίγο. Ταλαντευτικά για λίγο αν θα τον περίμενα ή όχι, το όλο σκηνικό μύριζε φιάσκο και μύριζε φορμόλη. Τελικά έκατσα σ’ένα τραπέζι και παρήγγειλα μια κόκα κόλα. Παρατήρησα τον χώρο. Αν προσπερνούσες το αφιλόξενο της απουσίας άλλων ανθρώπων, το μπαρ ήταν -αν μη τι άλλο- περιποιημένο. Και με υποφερτή αισθητική. Στους τοίχους υπήρχαν πορτραίτα από διάφορους μαύρους -υποθέτω τζαζίστες ή κάτι τέτοιο- και στο τοίχο πίσω απ΄την μπάρα ένα ολόχρυσο σαξόφωνο. Υπήρχε επίσης το σκίτσο μιας γυναίκας η όποια έμοιαζε με πρεζού σε απόγνωση και υπήρχαν γραμμένες κλισεδιάρικες μαλακίες για αλκοολικούς. Τραβηγμένο απ’τα μαλλιά, σκέφτηκα. Κόντευε να περάσει μισή ώρα και ο υπεύθυνος δεν είχε φανεί. Ο νεαρός μπάρμαν καθόταν και χάζευε στο κινητό του. Κάθε τόσο μου έριχνε ένα βαριεστημένο βλέμμα και συνέχιζε να ασχολείται με το κινητό του. Μόλις τέλειωσα την κόκα-κόλα έβγαλα να καπνίσω ένα τσιγάρο· ο μαθητευόμενος λογιστής μου είπε πως απαγορεύεται το κάπνισμα στο μαγαζί και’γω αποφάσισα πως είχε έρθει η ώρα να φύγω. Εκείνη την στιγμή άνοιξε η πόρτα και μπήκε ο υπεύθυνος: κρατούσε μια αναμμένη πουράκλα στο δεξί του χέρι και έναν χαρτοφύλακα στο αριστερό. Ήταν ένας μεσήλικας άντρας, γεροδεμένος, παρόλα αυτά με ευγενική φυσιογνωμία. Πλησίασε στο μπαρ, ακούμπησε τον χαρτοφύλακα σ’ένα σκαμπό και μίλησε για λίγο με τον μπάρμαν. Εκείνος του σέρβιρε ένα ουίσκι. Όταν τον κοίταξα μου έκανε ένα νόημα με τα φρύδια για να μου υποδείξει το προφανές. Πλησίασα τον υπεύθυνο και του είπα τα λόγια μου. Εκείνος με περιεργάστηκε για λίγο και μετά μίλησε: «Και με τι ασχολείσαι φίλε μου;»
«Με τίποτα. Απλώς ψάχνω δουλειά.»
«Πώς τίποτα; Όλοι με κάτι περνάμε τον χρόνο μας.»
«Εγώ δεν κάνω τίποτα.»
«Κάνα χόμπι δεν έχεις ρε ψηλέ;»
«Ε ας πούμε πως διαβάζω»
«Λογοτεχνία;»
«Ας πούμε ναι.»
«Ας πούμε. Καπνίζεις;»
«Ναι αλλά αν με πάρετε στην δουλειά, αυτό δεν θα’ναι πρόβλημα.»
«Χαίρομαι. Τα πρόστιμα είναι γαμήσι.»
Άρχισε να γελάει και μετά από λίγο άρχισε να γελάει και ο τύπος πίσω απ’την μπάρα. Μου είπε πως και ‘κεινου του αρέσει η λογοτεχνία. Μου είπε πως ίσως να υπάρχει δουλειά για ‘μενα στο μαγαζί. Κατάλαβα πως για κάποιον δικό του λόγο με είχε συμπαθήσει. Θα άλλαζα τον νεαρό μπάρμαν. Μέχρι τότε έκανε διπλές βάρδιες και ήταν καιρός να ξεκουραστεί. Toν κοίταξα: o νεαρός μπάρμαν χαμογελούσε σαν μαλάκας.

Προσαρμόστηκα γρήγορα στα νέα μου καθήκοντα, τα όποια κάθε άλλο παρά απαιτητικά ήταν. Και ο μισθός μου, ωωω ο μισθός μου ήταν πολύ καλός. Θέλω να πω: o μισθός μου ήταν από άλλο πλανήτη. Δεκαπέντε ευρώ την ώρα δεν παίζουν πουθενά εκεί έξω. Αυτό και αν ήταν ευλογία. Έπιανα δουλειά στις οχτώ το βράδυ. Συνήθως μέχρι τις δώδεκα ήμουν ολομόναχος στο μαγαζί αν και ορισμένες φορές καθόταν ο νεαρός μπάρμαν και μιλούσαμε για ποδόσφαιρο. Ήταν έξυπνο παιδί και με ωραίες ιδέες για το άθλημα. Αν είχαμε τέτοιους τύπους στο υπουργείο, σίγουρα δε θα’μασταν στα χάλια που είμαστε τώρα. Ο νεαρός μπάρμαν πίστευε πως είχε έρθει η ώρα να απαγορευτεί το κάπνισμα στα γήπεδα της χώρας. Καιρός ήταν. Πίστευε ακόμα πως το ξύλο μεταξύ των οπαδών έπρεπε με κάποιο τρόπο να θεσμοθετηθεί, στη τελική είναι μέρος της κουλτούρας μας. Σε φάση επίσημα, να υπάρχει κάποια ειδική βαθμολογία γι’αυτό. Να υπάρχουν και γαμημένοι κανόνες. Για παράδειγμα: όχι πιστόλια. Έντιμο εκ μέρους του, όπως και να το δεις. Ο νεαρός μπάρμαν είχε φίλους σε συνδέσμους της ομάδας του, αλλά ο ίδιος δεν ήταν συνδεσμίτης. Έτσι έλεγε. Ήταν απλώς ένας παθιασμένος υποστηρικτής. Του άρεσε το ιταλικό πρωτάθλημα περισσότερο απ’το αγγλικό, και του άρεσε ο Μπάτζιο περισσότερο απ’τον χοντρό Ρονάλντο. Περισσότερο απ’ολα όμως, του άρεσε το αργεντίνικο πρωτάθλημα και η Σαν Λορέντζο. Μου έβαζε βιντεάκια στο γιουτιούμπ με τους οπαδούς της, ήξερε τα συνθήματα της κερκίδας απ’έξω. Από τακτική πάντως δε σκάμπαζε και πολλά: αδυνατούσε να κατανοήσει τον θαυμασμό του κόσμου για τον Γκουαρντιόλα, θεωρούσε πως το πρώτο καθήκον μιας ομάδας είναι η άμυνα και το πάθος. Ίσως να’χε και δίκιο, γούστα είναι αυτά. Όταν πάντως έφευγε και έμενα μόνος στο μπαρ, είχα χρόνο για το οτιδήποτε. Έπινα κάνα ποτό, έβαζα μουσική και κυρίως περίμενα. Μπορεί να διάβαζα και κάνα βιβλιαράκι ή να σκεφτόμουν καμιά ιστορία για γράψιμο. Δε θα διστάσω να πω ότι ήταν η δουλειά των ονείρων μου. Μια στο τόσο έμπαινε και κάποιος πελάτης, αλλά αυτό ήταν μονάχα μια στο τόσο και χωρίς πολλά-πολλά. Έπινε-πλήρωνε- έφευγε.

Τα μεσάνυχτα ερχόταν το αφεντικό. Τον σέρβιρα ένα ουίσκι και συνήθως αμίλητος πήγαινε σ’ένα δωματιάκι που υπήρχε στο υπόγειο. Υποθέτω πως έκανε τα λογιστικά της επιχείρησης. Γύρω στις δύο ανέβαινε πάνω για να πιει άλλο ένα ουίσκι και τότε, αρκετά σπάνια πάντως, μπορεί να πιάναμε καμιά κουβέντα. Είχε ένα πατρικό ύφος όταν μου μιλούσε, που αν και στην αρχή με εκνεύριζε, μετά το συνήθισα και μετά ίσως το εκτίμησα. Του άρεσε όντως η λογοτεχνία, είχε πολλές γνώσεις επί του θέματος και έτσι η συζήτηση μαζί του, απέφευγε τον κίνδυνο να γίνει πληκτική. Εκτός απ’όταν έπιανε την προσωπική ζωή των συγγραφέων, που οι αναλύσεις του δεν είχαν τέλος. Και συνήθως δεν είχαν και καμιά λογική βάση. Ήξερε κουτσομπολιά για όλους, πράγματα που δύσκολα θα αναφέρονταν σε κάποια βιογραφία, αλλά όπως έλεγε και ο ίδιος συχνά-πυκνά, άμα διάβαζες το έργο τους προσεχτικά θα τα καταλάβαινες. Για παράδειγμα, o Μπορίς Βιαν ήταν πούστης (με τον αρχαιοελληνικό τρόπο) και ο Κάφκα βουτηγμένος στο όπιο μέχρι τα φρύδια. Δεν έβγαζα άκρη.
Δυο φορές τον μήνα, έρχονταν δυο παλικάρια και φέρνανε μια κλειστή κούτα με ντόνατς. Την έβαζα στην άκρη και όταν έφτανε το αφεντικό την έπαιρνε στο λογιστήριο. Δυσκολευόμουν να πιστέψω ότι η κούτα είχε στ’αλήθεια ντόνατς μέσα, αλλά αφού έτσι έλεγαν δεν είχα λόγο να το ψάξω παραπάνω. Ποιος νοιάζεται; Κάποιο απόγευμα, το αφεντικό μπήκε μέσα φανερά ταραγμένο. Απόδειξη γι’αυτό είναι ότι ήπιε δυο ουίσκια αντί για ένα, και ότι είχε κέφια για κουβέντα απ’την αρχή. Επίσης, αν και αυτό μπορεί να’ταν συμπτωματικό, το πουκάμισο του είχε δυο-τρεις φανερούς λεκέδες αίματος. Ή σάλτσας ντομάτας. Ίσως να’τρωγε κοκκινστό πιο πριν, δε μ’αρέσει να είμαι απόλυτος. Όπως και να’χει, μιλήσαμε για γαλλική λογοτεχνία, μιλήσαμε για τον Μπαλζάκ και τις σχέσεις του με την κηπουρική. Κάποια στιγμή, σαν κάτι να θυμήθηκε, το αφεντικό σηκώθηκε και πήγε στο υπόγειο. Όταν επέστρεψε κρατούσε μια καραμπίνα και μου ζήτησε να την βάλω στο ράφι κάτω απ’την μπάρα. Είπε: καλού κακού, και συνεχίσαμε την συζήτηση μας.
Κατά καιρούς σκάγανε και κάτι άλλοι τύποι στο μαγαζί, φίλοι του νεαρού μπάρμαν ή του αφεντικού, και μια στο τόσο έφευγα νωρίτερα γιατί ήθελαν να μιλήσουν. Και όταν μιλούσαν δε μπορούσα να’μαι μπροστά. Εντάξει δεν είμαι μαλάκας, καταλάβαινα ότι κάτι έτρεχε με το μέρος, απ’την πρώτη στιγμή το είχα ψιλιαστεί. Αλλά ξαναλέω: ποιος νοιάζεται; Έπαιρνα δεκαπέντε ευρώ την ώρα για να κάθομαι· δε πα να πουλούσαν και τα όργανα των παιδιών τους; Το κρίμα στα κεφάλια τους. Εγώ είχα την συνείδηση μου ήσυχη, και καμία διάθεση να μπλεχτώ παραπάνω. Και τότε ήρθε ο Δεκέμβρης.

Ο νεαρός μπάρμαν την παρουσίασε σαν γκόμενα του. Δεν ήταν. Ο νεαρός μπάρμαν είπε πως είχε καταγωγή απ’την Ιταλία. Δεν είχε. Όμως εμείς την φωνάζαμε Ιταλίδα και ο νεαρός μπάρμαν πολύ θα ήθελε να την είχε για γκόμενα. Έπιασε δουλειά στο μπαρ σαν σερβιτόρα· στην πραγματικότητα απλώς καθόταν και κοίταζε τους καλοβαμμένους τοίχους όπως όλοι μας. Ήταν κοντούλα, μελαχρινή, δυναμίτης κανονικός. Όταν χαμογελούσε δε μπορούσες να μη χαμογελάσεις και συ. Και ας μην υπήρχε λόγος. Ήταν ξεκάθαρο απ’την πρώτη στιγμή ότι είχα μπλέξει άσχημα, έπρεπε όμως να δείξω χαρακτήρα. Τα δύσκολα του επαγγέλματος, σκέφτηκα.

Η Ιταλίδα παρ’όλα αυτά είχε δυο κουσούρια: τραγουδούσε κάτι παράφωνα λαϊκά που σου τρύπαγαν το μυαλό και δεν γούσταρε τον νεαρό μπάρμαν. Κυρίως το τελευταίο. Σε κάθε περίπτωση, η Ιταλίδα δούλευε στα ωράρια του νεαρού μπάρμαν και καθόταν κάνα δίωρο μετά με εμένα. Και ο νεαρός μπάρμαν καθόταν. Προσπαθούσε να την στριμώξει σε κάθε ευκαιρία, όμως εκείνη με πολύ στυλ τον απέφευγε, τον έκανε να καίγεται πάνω στα σκατά του. Σχεδόν τη θαύμαζα για τον τρόπο της, μου φαινόταν πανέξυπνος και ταυτόχρονα αυθόρμητος. Ο νεαρός μπάρμαν διατηρούσε τις ελπίδες του αλλά στην πραγματικότητα ήταν χαμένος από χέρι. Απ’την άλλη, με’μένα η Ιταλίδα ήταν πολύ πιο ζεστή, όμως εγώ πάλευα να κάνω τον αδιάφορο. Ίσως αυτό την έλκυε στα μούτρα μου, ποιος ξέρει. Την σκεφτόμουν συνέχεια, την ήθελα δική μου, όμως ένας άντρας πρέπει να βάζει τις προτεραιότητες του σε τάξη: άντεξα ελάχιστα. Λίγο καιρό αργότερα άρχισε να υπάρχει ξεκάθαρο φλερτ μεταξύ μας, πράγμα που δεν άργησε να πάρει είδηση ο νεαρός μπάρμαν. Η συμπεριφορά του προς εκείνη άλλαξε. Της φερόταν απότομα, σαν να’ταν ο γαμημένος ιδιόκτητης του μπαρ, και ορισμένες φορές την διέταζε με ύφος δε ξέρω τι. Εκείνη με ευκολία τα κατάπινε και συνέχιζε. Με εμένα παρέμενε ο ίδιος μαλάκας που ήξερα. Και όταν του έλεγα πως το κατενάτσιο δεν έχει θέση στο σύγχρονο ποδόσφαιρο, έβαζε τα γέλια.

Ένα βράδυ που ο νεαρός μπάρμαν είχε φύγει εξαιτίας κάτι δουλειών τρέχα-γύρευε, η Ιταλίδα και’γω βάλαμε να πιούμε. Και αφού ήπιαμε, μερικές στιγμές αργότερα φιλιόμασταν. Και λίγο αργότερα το κάναμε πάνω στο τραπέζι. Και μετά στο πάτωμα. Και μετά πάλι στο τραπέζι. Ήταν το κάτι άλλο. Της είπα πως ο νεαρός μπάρμαν δε πρέπει να καταλάβει το παραμικρό και συμφώνησε. Της είπα πως καλό θα ήταν να μην ξαναγίνει και έδειξε σκεπτική. Το ίδιο και’ γω. Πιάσαμε να κοροιδεύουμε τον νεαρό μπάρμαν και να δοξολογούμε την τύχη μας. Απ’οτι φαίνεται η Ιταλίδα τον είχε γνωρίσει στην προηγούμενη δουλειά της, σ’ενα ιταλικό εστιατόριο. Εξ’ου και το παρατσούκλι. Ήταν τακτικός θαμώνας και της είχε προτείνει μια εργασία με πολύ λιγότερο κόπο και πολύ περισσότερα λεφτά. Μέχρι να της εξηγήσει περί τίνος πρόκειται, νόμιζε πως την προόριζε για πουτάνα. Ευτυχώς τα πράγματα ήταν πολύ καλύτερα. Για μια στιγμή ένιωσα κάπως άσχημα: o τύπος ήταν στ’αλήθεια καψουρεμένος.
Την ίδια νύχτα το αφεντικό και’γω είχαμε μια συζήτηση για τον Ντοστογιέφσκι. Του είπα πως κατά την γνώμη μου εκείνο που τον ξεχώριζε ήταν η νηφαλιότητα του, η διαύγεια του. Το αφεντικό διαφώνησε. Κατά την γνώμη του εκείνο που τον ξεχώριζε απ’τους υπόλοιπους ήταν η ενσυναίσθηση του. «Αυτό μικρέ. Η ενσυναίσθηση. Έπαιρνε της αμαρτίες των άλλων πάνω του, σαν ένας άγιος.» Στα λόγια του υπήρχε μια βαθιά κατανόηση· μου έδωσε την εντύπωση ότι μιλούσε για τον εαυτό του, ότι και ο ίδιος κουβαλούσε ένα φορτίο βαρύτερο απ’το τομάρι του. Ίσως πάλι να ‘ταν και ιδέα μου· όλα όσα είχαν γίνει με την Ιταλίδα προηγουμένως είχαν αλλοιώσει την αίσθηση της πραγματικότητας. Ήμουν σαν υπνοβάτης.

Έτσι λοιπόν φτάνουμε στην παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Θα πήγαινα στο μπαρ στις οχτώ και θα το έκλεινα στις δέκα. Ανεξαρτήτως των συνθηκών, παραμένει υπερβολικά μίζερο να αλλάζεις χρόνο εν ώρα εργασίας και ευτυχώς το αφεντικό ήθελε οι υπάλληλοι του να το διασκεδάζουν. Και απ’οτι φαίνεται ο νεαρός μπάρμαν – σαν πιστό σκυλί- το’χε ρίξει έξω από νωρίς, γιατί όταν έφτασα στο μαγαζί, ήταν ξεκάθαρο πως είχε ρουφήξει το κατιτίς του. Και άλλες φορές μου έλεγε να σνιφάρουμε καμιά γραμμή, αλλά δεν τον θυμάμαι ποτέ σε αυτήν την κατάσταση. Απ’την άλλη, Πρωτοχρονιά ήταν, μην γίνομαι και μαλάκας. Η Ιταλίδα έβαζε μουσική, κάτι εορταστικό, έναν τύπο που προσπαθούσε να μιμηθεί τον Σινάτρα. Έβαλα να πιω μια μπύρα, τσουγκρίσαμε τα ποτήρια και οι τρεις μας, ανταλλάξαμε μερικές ευχές. Ο νεαρός μπάρμαν έκανε βόλτες μόνος του χαμογελαστός, προσπαθούσε να πείσει την Ιταλίδα να χορέψουνε. Της φερόταν πάλι όπως πρώτα μετά από καιρό, η σκόνη τον είχε κάνει πραγματικά ευδιάθετο. Εκεί έγινε το πρώτο λάθος: η Ιταλίδα τον απέρριπτε εμφατικά, συζητούσε μαζί μου σαν μην τον άκουγε. Εν’ολίγοις, τον έφτυνε στα μούτρα. Κάποια στιγμή πήγα να κατουρήσω, και όταν γύρισα το σκηνικό είχε αλλάξει ολοκληρωτικά. Είχαν έρθει τα πάνω-κάτω. Ο νεαρός μπάρμαν ούρλιαζε στ’αυτιά της Ιταλίδας. Της έλεγε ότι ήταν μια άχρηστη πουτάνα, που δε μπορεί να κάνει ούτε τα βασικά. Η πρόφαση γι’αυτόν τον χαμό ήταν μια κατσαρίδα που είχε πάρει το μάτι του να κόβει βόλτες κάτω απ’τα τραπέζια. Την χαστούκισε και η Ιταλίδα ξέσπασε σε κλάματα. Εγώ τα είχα χάσει· είπα στο νεαρό μπάρμαν να κάνει στην άκρη, γιατί το παρατράβηξε. Του φώναξα: αρκετά ρε! Εκείνη την ώρα εμφανίστηκε το αηδιαστικό έντομο. Ήταν χοντρό σαν αρουραίος και για να το λιώσω χρειάστηκε να το πατήσω δυο φορές. Του τινάχτηκαν τ’ άντερα έξω. Ο νεαρός μπάρμαν είπε στην Ιταλίδα να εξαφανιστεί, και εκείνη αφού πήρε την τσάντα και το παλτό της έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω. Έκλαιγε και ψέλλιζε κάτι ακατανόητες κατάρες. Μείναμε οι δυο μας. Ο τύπος που πάλευε να μοιάσει στον Σινάτρα ήταν αφόρητος, η φωνή του έμοιαζε να βγαίνει από ένα πηγάδι με σκατά. Αυτό δεν πτόησε τον νεαρό μπάρμαν που γρήγορα ξαναβρήκε το κέφι του, εγώ όμως ένιωθα τα μηνίγγια μου να τρέμουν απ’τα νεύρα. Με είχε πιάσει ένας απίστευτος πονοκέφαλος: προσπάθησα να ηρεμήσω. Ο νεαρός μπάρμαν τριγυρνούσε πέρα-δώθε και μονολογούσε ότι αυτός ήθελε απλώς να χορέψει. Κάθε τόσο έβριζε την Ιταλίδα, και έφτυνε στο πάτωμα· ήταν ξεκάθαρο πως είχε πάθει κάποια κρίση θιγμένου εγωισμού. Έβαλα να πιω ένα ουίσκι. Ο νεαρός μπάρμαν συνέχιζε τις αόρατες απειλές του, και’γω όταν σήκωσα το ποτήρι, παρατήρησα πως τα χέρια μου έτρεμαν σαν παλαβά. Δε σταματούσε να μιλάει ο τύπος, το κεφάλι μου ήταν έτοιμο να εκραγεί. Τι εκνευριστικός βλάκας! Ο νεαρός μπάρμαν μου χαμογέλασε και μου είπε πως θα την έβρισκε και θα την σκότωνε. Δεν ήξερε με ποιον είχε μπλέξει το τσουλάκι! Θόλωσα, ένιωθα πως ο μαλάκας θα με κανε να εκραγώ. Τα αυτιά μου βούιζαν και ο νεαρός μπάρμαν δεν είχε σταματημό: κάποιος έπρεπε να το κάνει να το βουλώσει. Και αφού δεν ήταν κανείς άλλος εκεί γύρω, και αφού ο Μαστουρωμένος Τιμωρός συνέχιζε να ρωτάει “ξέρεις ποιος είμαι εγώ’’ φλίπαρα για τα καλά· έδρασα ενστικτωδώς. Όταν γύρισε την πλάτη του, έβγαλα την καραμπίνα απ’το ράφι και τον πυροβόλησα. Το λέω ξεκάθαρα: με όλη μου την ψυχή τον πυροβόλησα. Και ευτυχώς η καραμπίνα ήταν γεμάτη. Η σφαίρα τον βρήκε στο σβέρκο και ο νεαρός μπάρμαν αφού τρέκλισε για λίγα εκατοστά, έπεσε στο έδαφος σαν ένα τσουβάλι με χώμα. Το κοντοστούπικο πτώμα του προσγειώθηκε πάνω στην κατσαρίδα. Κοίταξα τον τοίχο: το σκίτσο της πρεζούς σε απόγνωση, είχε γεμίσει αίματα. Σκατά και απόσκατα, είπα. Ωστόσο ήδη ένιωθα πολύ καλύτερα. Κατάλαβα πως έπρεπε να την κάνω απ’το μέρος στα γρήγορα. Δεν ένιωσα καμία διάθεση φιλανθρωπίας, δεν πήγα καν να τσεκάρω αν ζούσε ή ήταν ψόφιος. Σημασία είχε να φύγω. Παρ’όλα αυτά, είχα να κάνω μια τελευταία δουλειά. Κατέβηκα στο υπόγειο και βρήκα τις κούτες με τα ντόνατς. Άνοιξα μια και σοκαρίστηκα με το θέαμα: είχε στ’αλήθεια μερικούς μπαγιάτικους λουκουμάδες εκεί μέσα. Οι οποίοι όμως ήταν τυλιγμένοι με χαρτί. Και γύρω από αυτό το χαρτί, υπήρχε μια δέσμη με κατοστάρικα. Άρπαξα έναν και τον έχωσα στη τσέπη μου. Έπειτα ξανάκλεισα την κούτα. Ανέβηκα πάνω και είδα για μια τελευταία φορά τον χώρο. Ο νεαρός μπάρμαν ούτε που σάλευε. Έκλεισα την μουσική και τα φώτα, τελείωσα με μια γουλιά το ουίσκι μου και βγήκα έξω. Κλείδωσα το μπαρ και έβαλα τα κλειδιά στην τσέπη μου. Άρχισα να περπατάω, στην αρχή βιαστικά, μετά πιο ήρεμα. Ο κρύος αέρας με συνέφερε, με έκανε να χαμογελάσω. Ένιωθα πάλι κύριος του εαυτού μου. Όχι και άσχημα σκέφτηκα: τρία χιλιάρικα και ένα ντόνατ βανίλια. Και η νύχτα έξω ήταν παγωμένη και γιορτινή. Το επόμενο πρωί έφυγα απ’την χώρα.

ΔΥΟ ΛΕΠΤΑ

Μουσική: Αίολος
Στίχοι: Σιλουάν Κ.

Χρυσό Άλμπατρος

Γυρίζοντας πίσω τώρα,
σκέφτηκα έναν μεγάλο καθρέπτη στην μέση ενός κατοικημένου δάσους
-πυραμίδες απ’τον ίδιο μέσα στον ίδιο; σκέφτηκα πως
θα αρκούσαν τα υδάτινα θρύψαλα (και ας ήταν θρύψαλα, ναι),
θα αρκούσαν, ήταν εκεί, μπροστά μου,
στ΄αλήθεια πάλευα να αφεθώ: θα αρκούσαν έλεγα, γιατί είμαστε χέρια
και πόδια ακούραστα
και περιπέτεια
και όνειρα και πράξεις ηρωικές. Και ένιωθα σίγουρος πως για χάρη τους
ίσως μπορούσα να κάνω στην άκρη,
να εξορίσω με 2 κλωτσιές
την αίσθηση του Χωρισμού των Χωρισμών: της καρδιάς απ’την καρδιά.
Και ο μεθυσμένος λαγός βάραινε με τις ιδέες μου
και συνέχιζε να λαχανιάζει.

Στο ίδιο μέρος (διαμέρισμα, λεωφορείο, οτιδήποτε)
στεκόταν μεταμορφωμένη η αρχέγονη οδύνη:
το ανολοκλήρωτο ελάφι πλέον κάλπαζε πάνω μου, πιστέψτε με,
τα είχα καταφέρει!
Ήταν στιγμές που έμοιαζε μ’ένα ενδότερο διαστημόπλοιο! Ναι,
οι ασχολίες μου ήταν γλυκές αλλά και δυναμικές,
η εφήμερη φλόγα
έβγαζε την μουσούδα της γεμάτη αισιοδοξία! Σε κάθε περίπτωση: με είχε κυριεύσει
η θέληση της εκστατικής όρασης,
της εκστατικής αφής,
της -δίχως άλλο- άμεσης κατάκτησης! Άγγιζα την βεβαιότητα!

Άλλοτε όμως, και όταν η σιωπή απομάκρυνε κάθε δυτικό μέτωπο,
μπορούσα να το αισθανθώ:
καλά κρυμμένος πίσω απ’τον παλλόμενο παροξυσμό
ήταν ξανά εκείνος ο καθρέπτης
ήταν ξανά η Πυραμιδική Αυτοκτονία: και η κορυφή της ήταν θάνατος σκέτος,
γιατί πάταγα στα δικά μου πτώματα,
και ήταν καταρράκτης σκοταδιού τα ποδοπατημένα μάτια μου,
και ήταν μούχλα του δάσους οι ποδοπατημένες μύτες μου
και ήταν θάνατος σκέτος λοιπόν,
           εγώ μέσα σε εμένα: 1 τάφος αμετάκλητος
ο αιματηρός μηχανικός του εαυτού.

Και έπειτα άρχισε να ψιχαλίζει· θα ορκιζόμουν πως ήταν τυχαίο:
μερικές γουλιές έπεφταν στο εύφορο στήθος του απογεύματος,
όμως ακόμα
πάλευα να αγνοήσω το μάταιο της αποστολής μου; ναι,
παραμερίζοντας με στυλ
κάθε αμφιβολία,
θα επιζητούσα να συνεχιστούν οι έρευνες κάποιας πληρότητας,
θα γινόμουν ο παραισθητικός ντετέκτιβ
κάθε πιθανής διεξόδου. Η βροχή δυνάμωνε,
και παρ’οτι οι πόρτες ήταν ασφαλείας, άνοιξαν ευπρόσδεκτα:
και ήρθαν τα ζωτικά χρώματα και τα συνέλεξα
και τους έβγαλα καφέ και μπύρα και τσιγάρο.
Και παρ’ότι έξω βροντούσε, εδώ το γλέντι στ’αλήθεια είχε ανάψει·
στο τέλος, αυτό ήταν αρκετό
για να μου προξενήσει έναν αφόρητο πονοκέφαλο.

Τότε λοιπόν βγήκα από ‘κει μέσα και -προς έκπληξή μου-
με ακολούθησαν και ορισμένοι καλεσμένοι.
Ήξερα πλέον πως είχα αποτύχει,
οι έρευνες μου μόνο σύγχυση προκαλούσαν,
ο περίγυρος μου παρέμενε εκείνο το Ελάφι, εκείνος ο Καθρέπτης,
Εκείνος Εγώ.
Κιόμως! τώρα σαν κάτι να είχε αλλάξει· μέσα στο ανεπαρκές καρναβάλι που κατρακυλούσε απ’τους αγκώνες μου
και απ’την πλάτη μου, διαφαινόταν σαν σιωπηλό πανηγύρι
η Ουσία των Πραγμάτων,
που υπήρχε και ας ήταν κομμένη στην μέση,
που όντως, ναι, υπήρχε
και η αθέατη υπόσχεση της μ’ακολουθούσε. Και τότε επιτέλους ένιωσα
πως είναι δυνατόν
η πυραμίδα να χτιστεί ανάποδα,
και τότε επιτέλους ένιωσα
πως ένας Ερωτευμένος Συζητητής (για να με καλέσει να του απαντήσω),
μου πρόσφερε την άλλη όψη: και μαζί μ’όλο το οικοδόμημα
σηκωνόταν ένα βάρος
πολύ πιο πέρα απ’το αισθητό!

Έτσι λοιπόν συνέχισα να προχωράω, χωρίς να ξέρω ακόμη για που.
Γυρεύοντας ίσως τους λευκούς παπαγάλους,
προχώρησα.
Έφτασα ως το κέντρο της καταιγίδας
παρέα με κάποιους εναπομείναντες συντρόφους :
πλέον στον ορίζοντα
φαινόταν η λαμπερή άνοιξη ενός σταυρού.

Η κρυφή καταδίωξη

1

Είμαστε ντετέκτιβ. Στα 60 δευτερόλεπτα της Αγωνίας στεκόμαστε πίσω απ’τον ιδρώτα, πίσω απ’το τρέμουλο των χεριών, κάτω απ’την καρδιά που πάλλεται μανιασμένη. Είμαστε ντετέκτιβ και δεν δεχόμαστε τα προφανή ως δεδομένα. Τα 60 δευτερόλεπτα της Αγωνίας είναι απλώς το πεντανόστιμο τυρί της φάκας, την ωρα που η Πραγματικότητα βρισκεται κρυμμένη πίσω απ’την μωβ κουρτίνα. Ο ήχος του πιάνο φτάνει στις πιο υψηλές νότες και έπειτα χάνεται στο σκοτεινό δάσος. Ευτυχώς δεν είμαστε μόνοι, η Εμπειρία μας βοηθάει. Είναι το μοναδικό μας όπλο, το άλογο που ποτέ δεν μας εγκαταλείπει. Τα φώτα μιας κάντιλακ πέφτουν στο σκοτεινό δρόμο και η Εμπειρία στέκεται εκεί ακλόνητη ως φακός της αφόρητης Πραγματικότητας. Οι λέξεις με την βοήθεια της αποκτάνε βάθος, η αμφιβολία γίνεται μια κατεύθυνση, το ίδιο και ο φόβος. Η γλώσσα αισθάνεται την ολοκλήρωση της, η Αλήθεια φανερώνεται σαν φωτιά.

2

Είμαστε ντετέκτιβ και η μωβ κουρτίνα ξεθωριάζει αφού πρώτα πέσουμε στο έδαφος σφαδάζοντας. Η Εμπειρία είναι ο αδερφός μας και ο μοναδικός δρόμος προς την διελευκανση του Εγκλήματος. Απ’τον τέταρτο όροφο μιας πολυκατοικίας ακούγεται 1 ψίθυρος: οι ντετέκτιβ πρέπει να σκάψουν με ψυχραιμία και οργάνωση. Οι σπασμωδικές κινήσεις βοηθάνε τον Εχθρό, σηκώνουν χώμα που τον κρύβει. Το μωβ γίνεται παχύ κόκκινο και η Πραγματικότητα χαχανίζει γεμάτη αυταρασκεια. Η Εμπειρία μας καλεί να φανούμε γενναίοι: τo πτώμα θα ξεβραστεί μόνο του στην στεριά αρκεί να πιέσουμε με όλη μας την δύναμη. Η Εμπειρία θα σταθεί δίπλα μας αρκεί να την αγαπήσουμε. Έτσι λοιπόν εγκαταλείπουμε τα σπίτια μας, τις δουλειές, τις πατρίδες μας. Στεκόμαστε κάτω απ’τον απέραντο ουρανό και βρεχόμαστε απ’την ηλεκτρική καταιγίδα. Εγκαταλείπουμε τα όρια για να μπορέσουμε να ανταποκριθούμε στο καθήκον. Τότε η Εμπειρία μας ευγνωμονεί και τραντάζει τα δάχτυλα μας ακόμα και όταν συλλαμβάνουμε 1 διαστημικό καουμπόι. Η μωβ κουρτίνα της ομίχλης διαλύεται, το πτώμα κυλιέται στις πέτρες. Καρδιές τυλιγμενες με ατσάλι αντέξτε!

3

Είμαστε ντετέκτιβ. Στο σκοτεινό δωμάτιο δεν προχωράμε ψηλαφώντας. Βαδίζουμε με την σιγουριά ενός τυφλού, γνωρίζουμε τα πόμολα, τα έπιπλα, τις απρόσμενες παγίδες. Βαδίζουμε προς την Αποκάλυψη παρά τις φωνές που την αρνούνται. Βουτάμε στο πηγάδι της αβύσσου, γνωρίζοντας πως αυτό δεν είναι αρκετό. Η Εμπειρία μας καθοδηγεί. Οι ντετέκτιβ αντιλαμβάνονται πως ο μοναδικός ρεαλισμός είναι ο βιωμένος. Τα στοιχεία καταγράφονται με προσοχή: είναι χειμώνας και η Πραγματικότητα πίνει κονιάκ σε 1 μπαρ. Τα χνώτα της βρωμάνε. Ο Ντετέκτιβ ξαναδιαβάζει το χαρτί με προσοχή και δε χάνει ούτε λεπτό. 1000 χαρακιές απλώνονται στο μέτωπο του, όμως πλέον βρίσκεται πιο κοντά: η Ζωή πέφτει πολύ βαριά στους ωμούς του, παρ’ολα αυτά αντιστέκεται σαν λύκος. Η Πραγματικότητα ουρλιάζει φοβισμένη, την ώρα που ο ντετέκτιβ σπάει με μια κλωτσιά την πόρτα του μαγαζιού. .

4

Είμαστε ντετέκτιβ και φτύνουμε στην μούρη τον ρεπόρτερ. Μας είναι άχρηστος και είναι επικίνδυνος, γιατί διαστρέφει την Ζωή προς την Απλότητα. Μπλέκεται στα πόδια μας και μας εμποδίζει. Εμείς του λέμε: η Απλότητα είναι 1 ψέμα φορτωμένο με ένοχες. Η Απλότητα είναι η άμυνα των φοβισμένων και εμείς παλεύουμε να εκτεθούμε. Μια αυτονόητη μωβ κουρτίνα, ένας αόρατος θάμνος. Ο δήθεν ρεαλισμός της καταγραφής, είναι μια γαμημένη διαδήλωση από ζόμπι. Η Πραγματικότητα καταφέρνει να ξεφύγει, όμως η Εμπειρία μας δίνει 1 γερο χαστούκι και μας υπενθυμίζει: οι ντετέκτιβ δε δέχονται το μακιγιάζ του δολοφόνου, αποκλείουν την μηχανική του συναισθήματος. Οι συμβάσεις ξεπερνιούνται μονάχα με την βοήθεια του πιστού μας φίλου. Η μεγάλη υπέρβαση μυρίζει αίμα, και αλκοόλ και σπέρμα και ανάσα μιας καταδίωξης μέσα στην χειμωνιάτικη πόλη. Είμαστε ντετέκτιβ και πρέπει να σκάψουμε, να σκάψουμε με οργάνωση και ψυχραιμία. Στη μέση διασταυρωμένων πυρών. Στο μέτωπο.

5

Είμαστε ντετέκτιβ και γνωρίζουμε πως ο δολοφόνος είναι γεμάτος από κόλπα αντιπερισπασμού: το Όνειρο μας σαγηνεύει, όμως εμείς γνωρίζουμε πως είναι μια ακόμη φλούδα. Ο δολοφόνος το χρησιμοποιεί για να μας κάνει να χαθούμε, όμως εμείς το εκμεταλευομάστε όπως μπορούμε. Τίποτα δε πάει χαμένο. Το Όνειρο δεν είναι εχθρός μας, αλλά 1 στοιχείο, 1 βοηθητικό καθρεφτάκι. Βρίσκεται εκεί αλλά από μόνο του μας κάνει να ξερνάμε με την υποκρισία του. Πρέπει να το καλοπιάσουμε, να το βασανίσουμε, να το κάνουμε να μαρτυρήσει. Δεν πρέπει ποτέ να ξεχάσουμε πως εκείνο δεν είναι ο δολοφόνος, πως εκείνο την ώρα του φόνου κοίταζε μέσα απ’την κλειδαρότρυπα. Ένας μάρτυρας είναι το Όνειρο, ένας μάρτυρας! Πρέπει να το χρησιμοποιήσουμε με εξυπνάδα και σύνεση, πρέπει να το αφήσουμε εκεί ως κομμάτι του σκηνικού. Πρέπει να το καταγράψουμε με δυσπιστία.

6

Είμαστε ντετέκτιβ και ο δολοφόνος σύντομα θα βρίσκεται στα χέρια μας. Μια μελαχρινή χορεύει στο γκρουβ μπιτάκι και το μυστήριο τρυπώνει στον κώλο μας. Δεν έγινε αυτό και εκείνο, δεν έγινε ούτε το άλλο. Ο περιπλανώμενος ντετέκτιβ που αιμορραγεί, βυθίζεται στην άσφαλτο χαμογελώντας. Κρατάει το χέρι της όμορφης γυναίκας και ψελλίζει 1 ακόμη στοιχειό.

Κόκκινη Σκόνη

Είσαι διάφανη ριγμένη
ανάσκελα στα μαξιλάρια της νύχτας, πως βρέθηκες εκεί κάτω;
πως βρέθηκες εκεί
κάτω;

Απέχουμε πλέον
μέρες
και σφαγμένα μήλα και ο χώρος είναι μια βουβή κραυγή,
πως βρέθηκες εκεί, κάτω;

Η φωνή του τενόρου αιματοκυλά τα χείλη σου
διασχίζουμε το νεκροταφείο
που σκαρφαλώνει στο σβέρκο μας, πες μου
πως βρέθηκες εκεί κάτω;

Χάνεσαι ή επιστρέφεις
επανέρχεσαι, επανέρχεσαι;
Χτυπάνε τον ώμο μου ψελίσματα απ’την ψυθιριστή σφαίρα
λειώνει το πρόσωπο των νεύρων
απ’την σιωπή σου,
πως βρέθηκες εκεί κάτω;

Tα ψημένα ρουθούνια της αποθήκης μας,
πως βρέθηκες εκεί κάτω,
ανέβηκα την σκάλα σαν να ‘μουν ο σκύλος σου
μαύρη κοκαΐνη
τα ρουθούνια τρέμουν απ’την απεγνωσμένη νύχτα σου:
μ’ακούς ή
πλέον είναι στ’αλήθεια αργά,
πως βρεθηκες εκεί κάτω;

Διάλεξα το πρώτο βαγόνι,
λευκή γούνα που χάνει το χρώμα της
ποδοπατιέται απ’τα δόντια μου, θυμάμαι ήσουν αναδυόμενη και σκοτεινή,
έτσι βρέθηκες εκεί κάτω;

Σπάραξα απαλά τα μαλλιά σου,
ήταν όταν ανασάνες ομίχλη: πιρούνια μασάνε το γυαλί
στα πληγωμένα ούλα μας.
Ο κύριος που χτυπάει την πόρτα
ανάποδα και κρεμασμένος, άδειος,
έτσι
βρέθηκες εκεί κάτω;

Και πέφτει η γυναίκα του ματιού απ’την γέφυρα,
δε ήθελα να τρέξω πάνω στην χορδή
απλά ακολούθησα,
ήσουν υποταγμένο δέρμα και μαύρο ράμφος φώτισε
την υγρή βελόνα. Στ΄αλήθεια
έτσι βρέθηκες εκεί κάτω;

Τα χέρια του σκλάβου στις μύτες μας
είναι γροθιές σ’ενα πεθαμένο κουνέλι
η ασφυξία αθώα σα νιαούρισμα βεντάλιας
και δεν έβλεπα εσένα πια
παρά μόνο
την άυπνη άμαξα που καλπάζει.
Έτσι βρέθηκες εκεί κάτω.

Στο δωμάτιο που θυσιάστηκε το βλέμμα σου
αλυχτάνε αποτυπώματα, η καρδιά υπάρχει
στην βραδύτητα,
θα μείνουμε για καιρό ξεχασμένοι
μα
πως βρέθηκες εκεί κάτω;

Μέχρι να διαβάσεις το ποίημα, το νερό θα ‘χει ζεσταθεί

Mέχρι να διαβάσεις το ποίημα, το νερό θα’χει ζεσταθεί
και η νεότητα μας σαν ένα τρελό κουτάβι
θα καταριέται την τρυφερότητα της νύχτας·
η νεότητα μας θα ρίχνει γροθιές ασθενικού μποξέρ
στον πρωινό τοίχο του καθήκοντος.

Για λίγο, τα πάντα αστράφτουν: είναι η όραση του ελαφιού
πάνω απ’τον λόφο του σκότους,
ενώ με κοιτάς και κοιτάμε
τον φίλο μας που κοιτάει σαν υπνωτισμένος
την νυχτερινή θάλασσα και λέει πως πρέπει να φύγουμε
από αυτό το γαμημένο μέρος πριν να’ναι πολύ αργά. Δε βλέπεις;
το τέλος έχει ήδη παιχτεί, τα φώτα ανάβουν με την πρώτη κραυγή,
τώρα τι θα κάνουμε;

Μέχρι λοιπόν να διαβάσεις το ποίημα, οι υδρατμοί θα μας σκεπάσουν
και θα πολτοποιήσουν το φάντασμα που μας καταβάλλει:
η ατμόσφαιρα με λιωμένο το κεφάλι είναι ένα τραύμα
που κουβαλάμε μέσα μας με περηφάνια
και οι αναμνήσεις που μόλις δημιουργήσαμε
είναι ασυγκράτητες και οπλισμένες ως τον λαιμό.
Η τρυπημένη σάρκα καίγεται κάτω απ’το ξεχασμένο πορτατίφ
και οι μπύρες μας που ζεστάθηκαν στάζουν στην μοκέτα
ενώ ξημερώνει η γλυκύτητα της ματωμένης γροθιάς
με τον σκονισμένο καφέ στο χέρι
και τα τσιγάρα που καίγονται
σε μια άδεια στάση λεωφορείου
στα δάχτυλα της Αθήνας.