Ολίβια Β.

Ο θάνατος του πατέρα μου

ξημέρωσε με δέκα παιδικά δάχτυλα σταυρωμένα σε καρφιά·
διάλεξαν με επιμέλεια μαύρα ιερά ρούχα και στολίστηκαν
για την υπνηλία εκείνου που την αυγή θα πεθάνει και το ξέρει
σάλευε το ισχνό κορμί σου ανάμεσα σε λυμφατικά σεντόνια
και πίσω από το παραπέτασμα γελούσε η νοσοκόμα
βιαστικά σ΄ εναπόθεσαν στο φέρετρό σου
ζώντας ο καθένας τον δικό του φτηνό θάνατο
πάνω από τον τάφο σου
είδα την ξαδέλφη μου να κλαίει
πιο πολύ από εμένα
καθώς μου έδινε τα γυαλιά της δήθεν να κρύψω
τα κουκουλωμένα από σιωπή μάτια μου
ενώ κυλούσαν σε στρεβλωμένες τριανταφυλλιές
νεκρά ποντίκια και κανιβάλων βλέννες
δίχως να βγάζουν τα καπέλα τους
ακούμπησαν την κυρτωμένη ράχη τους στην ταφόπλακά σου
με θρησκευτικά οράματα κι αργότερα

cult of flora [ASPHODEL]

όταν κρεμάσω στους θυσιαστικούς πασσάλους
και το τελευταίο μου κρανίο,
οι μύγες θα παρατήσουν το κρεβάτι

το μπηγμένο καρφί στη γλώσσα μου τις καλεί
και μπαίνουν από τα παράθυρα
στο δωμάτιο,
στο στόμα μου

η αιματένια φτερωτή θύελλα
-που βρήκε πάλι τρόπο και εισχωρεί στα φράγματα-
ποτίζει τις ορχιδέες, τα όστρακα
μέχρι τα φαγωμένα βλέφαρά μου
να δουν το ακρογιάλι άδειο

τι ημέρα κι αυτή να αντικρύσω την παλίρροια·
σαν ψίθυρος θεατρικού υποβολέα
το κύμα παρασέρνει την καρέκλα σου
πριν βυθιστεί ολόκληρη στην άμμο

δεν είναι τέχνη η κρυφή γραφή,
προσπαθεί πάντα μόνη της να φτιάξει το φεγγάρι,
πέφτει στο παχύ γρασίδι
και ψοφά

άσε μου τουλάχιστον το δέρμα μου,
τελείωσε η νύχτα

cult of flora [FEVERFEW]

η μέρα ξεκίνησε παράδοξα
-διαμελισμός-
η πένα έχει στομώσει,
απολαμβάνει τα υγρά σύμφωνα
και η φόρμα με εκδικείται

τα γκρίζα σύννεφα
σκέπασαν τη σελήνη,
πληθώρα σκέψεων
συνωστίζονται στο νου,
καμία για την αποδέσμευση

η νύχτα στάζει
κοχύλια απ’τα αστέρια,
χωρίς να ψάχνει,
χωρίς τον μίτο
σε κάποιο τέρμα

η ριπή της πλησμονής
λευκή σελίδα,
χρώμα και ρήμα
κατηφορίζουν σκάλες κυλιόμενες,
καθώς πετρώνει η ώρα

ενύπνιο
τα απομεινάρια μιας εκστατικής παλινδρόμησης
προς τα παιδικά μου χρόνια,
ίδια με εκείνη απ’τις χορδές
στις κορυφαίες στιγμές τους

θυμός και λύπη
σαρκάζουν στίχους και πινέλα,
ώσπου να δω με βλέμμα καθαρμένο
πηχτό αίμα να κυλά απ’το φεγγάρι,
και το πλάνο κλείνει

τη φαντασία θρέφει η έλλειψη,
ποιά τεχνητή εικόνα μου όμως
ν’αναμετρηθεί με τη νεκρή πραγματικότητα

και πώς να ξεφύγω;