Ολίβια Β.

cult of flora, [FEVERFEW]

η μέρα ξεκίνησε παράδοξα
-διαμελισμός-
η πένα έχει στομώσει,
απολαμβάνει τα υγρά σύμφωνα
και η φόρμα με εκδικείται

τα γκρίζα σύννεφα
σκέπασαν τη σελήνη,
πληθώρα σκέψεων
συνωστίζονται στο νου,
καμία για την αποδέσμευση

η νύχτα στάζει
κοχύλια απ’τα αστέρια,
χωρίς να ψάχνει,
χωρίς τον μίτο
σε κάποιο τέρμα

η ριπή της πλησμονής
λευκή σελίδα,
χρώμα και ρήμα
κατηφορίζουν σκάλες κυλιόμενες,
καθώς πετρώνει η ώρα

ενύπνιο
τα απομεινάρια μιας εκστατικής παλινδρόμησης
προς τα παιδικά μου χρόνια,
ίδια με εκείνη απ’τις χορδές
στις κορυφαίες στιγμές τους

θυμός και λύπη
σαρκάζουν στίχους και πινέλα,
ώσπου να δω με βλέμμα καθαρμένο
πηχτό αίμα να κυλά απ’το φεγγάρι,
και το πλάνο κλείνει

τη φαντασία θρέφει η έλλειψη,
ποιά τεχνητή εικόνα μου όμως
ν’αναμετρηθεί με τη νεκρή πραγματικότητα

και πώς να ξεφύγω;