Οδυσσέας Διαμάντης

Φυλλάδια για τον πόνο της Μούμου

Το μετρό είναι γεμάτο ασφυκτικά. Οι γέροι κοιτούν βλοσυρά τα νιάτα, οι εργαζόμενοι πάνε στις δουλειές τους με το ύφος ανθρώπων δίχως κάποια όρεξη. Οι άνθρωποι τρέχουν βιαστικοί να μπούνε μέσα σ’ αυτόν τον συρμό, όπως τρέχουν οι κότες στο κοτέτσι τους. Ένας νεαρός που με γοργό βήμα πάει να σταθεί στην μέση των συρόμενων θυρών καθώς κλείνουν, συναντάει την αντίσταση της μηχανής και κάνει πίσω, έχοντας σπρωχτεί από τις μουντές και άστοργες θύρες. Αναφωνεί πως σε όλους όσους το έχουν κάνει πριν από αυτόν, βλέπει πάντα τις θύρες να ανοίγουν και γυρνάει πίσω και η συντροφιά του τον ρωτάει αν είναι καλά ή τυχόν χτύπησε. Δεν είμαι εγώ εκείνος ο νεαρός: πάντα είμαι συνεπής και παίρνω τον συρμό των 7:00 από την Ανθούπολη, ούτως ώστε να φτάσω στο Ελληνικό και μετά να μπω στο γραφείο να φτιάξω τους φακέλους και τα λογιστικά βιβλία, να απαντήσω σε τηλέφωνα και να κανονίσω επαγγελματικά ραντεβού για τον εργοδότη μου.

Ο συρμός προχωράει θαρρετά. Τόσο το καλύτερο: βαριέμαι αφόρητα το πλήθος και θέλω να ξεμπερδεύω όσο νωρίτερα μπορώ. Εύχομαι να μην υπάρξει ούτε λεπτό καθυστέρησης. Είναι Φλεβάρης και φέτος έχει πολύ άσχημο κρύο. Στον σταθμό της Αττικής είναι κόμβος και πάντα πολλοί πάνε και πολλοί έρχονται. Κάποιος τα έχει κάνει απάνω του: βρωμάει το μπροστά βαγόνι και τούτο μου χαλάει περισσότερο την διάθεση. Οι κυρίες βάζουν τα κασκόλ τους μπροστά από τις μύτες τους και οι κύριοι παίρνουν ένα ύφος αηδίας και βάζουν τα χέρια τους μπρος από τα πρόσωπά τους, όπως όταν αισθανθεί κανείς την μυρωδιά κλούβιου αυγού. Μία παρέα ναρκομανών μιλάει για το πώς «η υπέρβαση της σαθρής ύπαρξης για μια ανώτερη εμπειρία δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο χλεύης από τους μη κατέχοντες τα μυστήρια», ενώ στην πίσω μεριά του βαγονιού, ένας μουσικός παίζει στο ακορντεόν κάποιο λαϊκό άσμα από το πρώην ανατολικό μπλοκ. Ο κόσμος του δίνει αφειδώς τα ψιλά του: όλοι αγαπούν μία νότα χαράς και ζωντάνιας στις καθημερινές μετακινήσεις στην πόλη των Αθηνών. Τον συμπαθώ: ποτέ δεν είχε το θράσος να βγει με ένα παιδάκι που αντί να πηγαίνει στο σχολείο κόβει βόλτες χωρίς αύριο στα τραίνα να εκτελεί χρέη κράχτη.

Στην Αττική έχει ήδη γεμίσει ο συρμός τόσο που φοβάμαι ότι κάποιος θα καθίσει επάνω μου. Σπάνια βλέπω τόσο κόσμο ακόμη και τέτοιες ώρες. Ίσως να έχει απεργία στα λεωφορεία: δεν θυμάμαι να πέρασε κανένα όταν περπάταγα προς το μετρό. Δίπλα μου κάθεται ένα παιδί από το Πακιστάν και απέναντι μας ένας μεσόκοπος άντρας, γύρω στα πενήντα, ήδη στουπί από το μεθύσι. Ισχυρίζεται ότι είναι φίλος με τον Αλκέτ Ριζάι και έχει βγει με άδεια από τις φυλακές Αυλώνα. Ρωτάει το παιδί αν θα κατέβει στον σταθμό Λαρίσης. Το παιδί του αποκρίνεται ότι δεν πρόκειται να κατέβει και εκείνος το δείχνει με το δάχτυλο και βρίζει, λέγοντας ότι κανονικά όλοι οι Πακιστανοί πάνε στον σταθμό Λαρίσης και ψωνίζουν μαύρες πόρνες από αράπηδες, με μία χαρακτηριστική προφορά βορειοελλαδίτικης επαρχίας. Το παιδί του αποκρίνεται ότι και πρωί είναι και πουτάνες δεν θέλει και εκείνος κάνει νόημα σε εμένα, αναφωνώντας: «Ρε, τι μαλακισμένου είναι αυτό ρε; Πακιστανός να σου πιτύχει». Χαμογελώ κάνοντας τον χαζό: δεν μπορεί κανείς σε τέτοιες περιπτώσεις να κάνει κι αλλιώς, ειδεμή θα βρει τον μπελά του κι από πάνω. Στην διπλανή τετράδα θέσεων είναι ένας γέρος καλοστεκούμενος που συζητάει με έναν νεότερο άνδρα για ένα χειρουργείο που είχε περάσει και είχε σωθεί παρά τρίχα από βέβαιο θάνατο. Προσέχω και μία παρέα φοιτητών, αγόρια και κορίτσια, που μιλάνε για το μάθημα που θα δώσουν και απορούν αν είναι στα καλά του ο καθηγητής που ζητάει εξέταση οχτώ το πρωί.

Μέσα στον συρμό μπαίνει μία ομάδα μασκοφορεμένων. Φαίνονται νέοι άνθρωποι. Φοράνε αθλητικά μπουφάν και παπούτσια και τζιν σχισμένα από κατασκευής. Οι μάσκες τους είναι χαρτόνια προσαρμοσμένα να καλύπτουν το πρόσωπο εκτός από τα μάτια και το στόμα. Είναι πέντε άτομα. Τρεις κοπέλες και δύο αγόρια. Η πιο κοντή από όλες τις κοπέλες κρατάει ψηλά έναν φορητό υπολογιστή στον οποίο προβάλλεται ένα βίντεο. Τα δύο αγόρια, ο ένας παχουλός και πανύψηλος γίγας και ο άλλος αδύνατος και μετρίου αναστήματος κρατούν πολλά φυλλάδια ανά χείρας. Το ίδιο και οι άλλες δύο κοπέλες. Από τον φορητό υπολογιστή ακούγεται μυκηθμοί και σπαραγμοί ζώων. Κουνιέμαι λίγο πιο δεξιά για να βλέπω καλύτερα. Διακρίνω ότι είναι εικόνες από ένα εκτροφείο αγελάδων. Μηχανές απομύζησης γάλακτος στερεωμένες στους μαστούς των αγελάδων τις κάνουν να μουγκανίζουν σαν τρελές. Θα έλεγε κανείς ότι αν είχαν ανθρώπινη φωνή θα τρομάζαμε με όσα θα ούρλιαζαν απελπισμένες, όπως φαίνεται στο βίντεο.

Στάση Σταθμού Λαρίσης. Ο νεαρός αλλάζει τελικά θέση από τα νεύρα του. Τώρα, μας κάνει παρέα μία μητέρα με την κόρη της. Η μικρή είναι παραπονιάρα και όλο τραβάει τα μανίκια από το παλτό της μητέρας της. Η μητέρα της τής λέει ότι αν είναι καλή στον οδοντίατρο θα την πάει στον παιδότοπο μετά. Θυμάμαι ότι όταν πήγαινα εγώ στον οδοντίατρο όλη η ιατρική ομάδα καθόταν από πάνω μου να μου λέει ανέκδοτα και να μου αποσπά την προσοχή, διότι φοβόμουν, έκλαιγα και φώναζα. Ελπίζω οι νέες εκδόσεις παιδιών να τα πηγαίνουν καλύτερα από εμένα με το συγκεκριμένο άθλημα. Δείχνει χαριτωμένη με τα γυαλάκια της και τα κοτσιδάκια της. Στην ηλικία της ήμουν ένας μικρός μπόγος με φακίδες, θυμάμαι. Ο μέθυσος ρωτάει πώς λένε το κορίτσι και βγάζει το κινητό του έξω ρωτώντας την μητέρα της αν έχει αναπτήρα για να ανάψει τσιγάρο. Εκείνη τον κοιτάζει με αποτροπιασμό και του απαντά ότι απαγορεύεται μέσα στον συρμό και τις αποβάθρες και εκείνος της αντιτείνει ένα πολλά βαρύ «αφού δεν σι τακτουποιεί ο άντρας σ τι να περ’μένω» για να εισπράξει ένα «είστε παντελώς γελοίος». Σφίγγει το παιδί στην αγκαλιά της ως αντίδραση απέναντι στον άντρα που όλο μουρμουράει κάτι για το πώς οι γυναίκες μιλάνε πολύ με τους φεμινισμούς και όλα τα συναφή που εφηύραν οι μασόνοι και οι μπάτσοι. Ακόμη προσπαθώ να καταλάβω τη νοηματική σύνδεση, πιστέψτε με.

Η παρέα των ακτιβιστών δεν κάθεται σε ένα σημείο συνέχεια. Στο Μεταξουργείο κινούνται λίγο και φτάνουν σε εμάς. Δεν μιλούν. Στέκουν βουβοί και μας κοιτούν μέσα από τις μάσκες τους. Η μία από τις κοπέλες προτάσσει ένα φυλλάδιο προς την μητέρα και το παιδί. Η μικρή παιδούλα ρωτάει τι είναι αυτό. Η μάνα της προστάζει την κόρη της αν το δώσει πίσω και αποκρινόμενη στους πάντα βωβούς ακτιβιστές εκτοξεύει ένα «ανεπρόκοποι νέοι». «Συγγνώμη, κυρία μου», ξεσπάει απροσδόκητα μία από τις κοπέλες «δεν ενδιαφέρεστε για το μαρτύριο των αγελάδων και άλλων βοοειδών που υποφέρουν στα εργοστάσια του καπιταλισμού-κάτεργου επιτήρησης που μας επιβάλλει να τρώμε κρέας για να εξυπηρετούνται οι εταιρείες κρέατος και γαλακτοκομίας για να θησαυρίζουν; Έχετε συλλογιστεί ότι τα ζώα έχουν αισθήματα και υποφέρουν όπως εμείς; Διαθέτουμε κοινές εγκεφαλικές δομές με πολλά μέλη του ζωικού βασιλείου, όπως το μεταιχμιακό σύστημα όπου ως επί το πλείστον εδράζονται οι συναισθηματικές λειτουργίες. Καταλαβαίνετε ότι είμαστε φιλοξενούμενοι σε αυτόν τον πλανήτη και όχι ιδιοκτήτες του; Εμείς ως Ομάδα Αναρχικών Χορτοφάγων και Οικολόγων είμαστε ενάντια σε κάθε μορφής ζωορατσισμό και ζωοφοβία που νομιμοποιεί την εκμετάλλευση των τετράποδων φίλων μας» Η κυρία θυμωμένη λέει: «Είστε ένα μάτσο χαραμοφάηδες και ζωόφιλοι. Σας ξέρουμε όλους τους αναρχοκομμουνιστές που έχετε απορρίψει τον Θεό και για αυτό κολλάτε στα ζώα: μισείτε βαθιά τον άνθρωπο και την πίστη του». «Κρίμα στο παιδί σας αν γίνει μία βάρβαρη μικροαστή σαν εσάς που δεν σκέφτεται τον πόνο όλων των ζωντανών πλασμάτων και δη των αγελάδων όπως η μικρή Μούμου». «Ουστ, παλιόπαιδα», απαντάει εκείνη.

Ομόνοια. Η μητέρα παίρνει την κόρη της και πάνε σχεδόν τρέχοντας. Κάθονται δύο γριές στις θέσεις τους. Εγώ και ο μέθυσος είμαστε μαζί. Ο ψηλός κάθεται δίπλα μου. Σε όλη την σκηνή ήταν κοντά, πιθανόν σε περίπτωση που συμβεί κάτι. Κρατάει μία στοίβα από φυλλάδια και προκηρύξεις της οργάνωσης. Του ζητάω να μου δώσει μερικά. Αμίλητος, μου δίνει. Ξεκινώ το διάβασμα. Εικόνες από αγελάδες και πουλάρια με δάκρυα στα μάτια. Δριμύτατες κατηγορίες έναντι των εταιρειών παραγωγής κρέατος, αυγών και της βιομηχανίας δημητριακών. Μαθαίνω ότι το 80% των παραγόμενων δημητριακών πάνε για την εκτροφή των αγελάδων και άλλων ζώων μέσω βίαιης, μηχανικής σίτισης. Κάθε χρόνο, εκατομμύρια μαμάδες, γράφει η προκήρυξη, βλέπουν τα μικρά τους να φεύγουν μακριά από αυτές για πάντα. Προς επιβεβαίωση, η φωτογραφία μίας κλαίουσας αγελάδας στο πάνω-πάνω με το εξής σλόγκαν: «Η Μούμου είναι μία από τις 9.000.000 μητέρες που κλαίνε για το παιδί τους». Διευκρινίζεται ότι ο αριθμός αφορά μόνο στις ΗΠΑ. Ζεστάθηκα πολύ και δεν έχω όρεξη να βγάλω το πανωφόρι μου.

Σταθμός Συντάγματος. Σχεδόν όλοι μετεπιβιβάζονται. Ο μεθύστακας δίπλα μου ρεύεται και γυρνώ ξαφνιασμένος να δω αν είναι όντως άνθρωπος, μυθικό κτήνος ή καλικάντζαρος. Διαβάζω και για άλλα ζωντανά στο οπισθόφυλλο. Τα γουρουνάκια υπόκεινται σε βίαιη εξαγωγή δοντιών για να μην μασούν τις ουρές τους ενώ βιώνουν έντονο στρες, τα αρσενικά κοτοπουλάκια αλέθονται ζωντανά αφού δεν παράγουν αυγά, όσα ζώα παράγουν κρέας και γάλα ποτίζονται με ορμόνες και χημικά για να παράγουν τετραπλάσιες ποσότητες γάλακτος από το κανονικό, μηχανές χορήγησης σπέρματος κυριολεκτικά εισβάλλουν στους κόλπους δεμένων θηλυκών ζώων και χύνουν λίτρα ολόκληρα για να είναι σίγουρο πώς θα αναπαραχθούν θέλοντας και μη. «Για την παραγωγή ενός κιλού κρέατος ή σόγιας για ζωοτροφή χρειάζονται περίπου οχτώ κιλά σιτηρών και δεκαοκτώ χιλιάδες λίτρα νερού, ενώ για ένα κιλό σιτηρών μόλις δεκαπέντε λίτρα».

Είμαστε στον Άγιο Ιωάννη. Ο μεθυσμένος με σκουντάει και μου λέει « Εγώ στο χουριό είχα κάποτε μια μιγάλ’ γιλάδα. Ήταν να τη σφάξου αλλ’ ίσφαξα τουν γείτουνα πού’θιλει να μου την κλέψ’, ο αγύρτ’ς. Ήταν ταχυδρόμους. Στου διάβολου ούλοι οι ταχυδρόμ’ κι οι μπάτσ’. Καλός είσι συ…». Πέφτει το κεφάλι του βαρύ και ροχαλίζει, με σάλια να στάζουν. Από πού να ξεφύτρωσε αυτός ο Νεάντερνταλ, αλήθεια, στο μετρό; Σκέφτομαι: οι άνθρωποι κάποτε είχαν θεούς με μορφή ζώων, μετά μείξεις ανθρώπων και ζώων, ύστερα καθαρά ανθρώπινους θεούς και έπειτα απρόσωπους, άχρωμους, άοσμους και άφυλους και έπειτα αρχίζουμε δειλά-δειλά να μιλάμε για θρησκευτική ουδετερότητα, ανεξιθρησκία και νέος θεός γίνεται το χρήμα που περιγράφουμε με αριθμούς. Ως λογιστής είμαι ένας μικρός ιερέας της θεότητας του χρήματος. Προφανώς είμαι μικρός επειδή υπάρχουν ορκωτοί λογιστές, χρηματιστές, επιχειρηματίες και πολλοί άλλοι. Στην Ινδία, όπου συνυπάρχουν πολλές παραδόσεις από διαφορετικούς χρόνους, έχουν την αγελάδα ζώο ιερό, θυμάμαι, επειδή θεωρούν πως από αυτήν γεννήθηκαν όλοι οι θεοί και ο κόσμος. Αν μία αγελάδα κοιμηθεί στην μέση του δρόμου, οι οδηγοί σε πολλές επαρχίες της Ινδίας περιμένουν καρτερικά το ζωντανό να πάει πιο πέρα αφού ξυπνήσει…

Σε λίγα λεπτά φτάνω στο Ελληνικό. Το φυλλάδιο ήταν αρκετά ενημερωτικό και με καλοπροαίρετη διάθεση αλλά κάπου μου έμοιαζε επιτηδευμένο στην γλώσσα και στην συγκινησιακή φόρτιση που επιχειρούσε να κομίσει. Ο μεθύστακας-Νεάντερνταλ, αφού έκανε εμετό, βγήκε στην Ριζούπολη. Θα περπατήσω πέντε λεπτά. Το γραφείο είναι λίγα βήματα από τον σταθμό, όμως, υπάρχει ένας πορτοκαλί γατούλης σε μία γωνιά του δρόμου, δίπλα σε ένα σουπερμάρκετ. Είναι λες και με περιμένει κάθε μέρα εδώ και περίπου ένα εξάμηνο. Του έχω φυλαγμένη γατοτροφή και το ταΐζω όταν πάω και όταν φεύγω από την δουλειά. Δεν ξέρω από πού ήρθε, αλλά ξέρω ότι μία μέρα θα έχω ένα κλουβάκι και θα τον πάρω από εκεί, να βρει ένα σπιτάκι. Θα του πέσει λίγο μακριά, ίσως. Αλλά, όταν σκέφτομαι ότι υπάρχουν άνθρωποι που διαμαρτύρονται για τα δικαιώματα των ζώων σε έναν κόσμο που ούτε η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν είναι δεδομένη, σκέφτομαι εκείνο το γατάκι. Και όλους όσους κρυώνουν έξω. Μία ακόμη ημέρα δουλειάς με περιμένει.

Η κοπέλα, η αφίσα, το χάος

Η θεία μου η Ελένη ήταν και είναι ένας ιδιαίτερα καλός και ευγενικός τύπος ανθρώπου. Ποτέ δεν θα φωνάξει ή θα τσακωθεί με κάποιον άλλον άνθρωπο, παρά θα επιδιώξει να σταματήσει την κουβέντα. Αν, πάλι, το κακό έχει συμβεί, τότε θα φροντίσει ως πνεύμα πρακτικό που είναι, να επωφεληθεί της καταστάσεως ή έστω να μην προκληθεί περαιτέρω ζημία σωματική, οικονομική, συναισθηματική, ηθική σε καμία πλευρά. Τούτο, σημαίνει ότι η εκδίκηση και τα αντίποινα ξενίζουν ως ιδέες την θεία μου. Ίσως να αποτελεί ένδειξη υγιούς ανατροφής μια τέτοια στάση ζωής. Όμως, οι καιροί είναι σκληροί και οι άνθρωποι τα αγριότερα των θηρίων. Σε πιο παλιές εποχές όμως, μια τέτοια στάση είχε το νόημά της. Μια τέτοια εποχή ήταν και αυτή της πρώτης κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ το 1981-1985. Τότε οι άνθρωποι αναζητούσαν πολύ πιο απλές χαρές από ό,τι σήμερα: ήθελαν λίγο κρασί, λίγο ήλιο, λίγη θάλασσα και κοινοβουλευτικό δρόμο για τον σοσιαλισμό, νοούμενο ως ταυτόσημο με την διόγκωση των κομματικών στρατών και του –πάντα ταξικού- κράτους. Πόσο πιο απλά και όμορφα μπορούσαν να είναι τα πράγματα; Καμία αγωνία, κανένα Χρηματιστήριο, ούτε μεγάλα έργα και τέταρτος δρόμος για τον σοσιαλισμό και κρίση: ήτο μια εποχή για αρχόντους…

Η θεία Ελένη είχε μεγαλώσει στην Καρδίτσα. Τα παιδικά της χρόνια μύριζαν τυρί, γάλα από την φάρμα όπου δούλευαν οι γονιοί της και κοπριά. Το 1977, ενώ η Ελένη ήταν ακόμη στην δευτέρα τάξη του γυμνασίου, μετακόμισε με τους γονείς της στην Αθήνα, κοντά στην Πλατεία Κύπρου στην Καλλιθέα, στην οδό Κρέμου, αριθμός 99. Οι γονείς της είχαν πέσει έξω με τις δουλειές στα χωράφια και επειδή ως πρώην πολιτικοί εξόριστοι δεν είχαν καλά προηγούμενα με αρκετούς από τους γνωστούς τους σε εκείνα τα μέρη, αποφάσισαν ότι έπρεπε να πάνε στο κλεινόν άστυ. Μέσα σε αυτά τα τέσσερα χρόνια μέχρι το 1981 προσπάθησαν πολύ σκληρά για να ορθοποδήσουν ως οικογένεια. Αλλά, τελικά τα κατάφεραν. Ο κυρ Θωμάς δούλευε σερβιτόρος σε μια καφετέρια στην Ομόνοια, όπου έπρεπε να ανεβοκατεβαίνει τους ορόφους των γύρω πολυκατοικιών σαν σίφουνας για τις παραγγελίες, ενώ η κυρά Φρόσω έκανε την μοδίστρα για να βοηθάει όσο μπορούσε. Στα 1981 η ζωή τους άλλαξε: από δύο ταλαίπωροι μεροκαματιάρηδες, στιγματισμένοι από τους δεξιούς ότι είχαν περάσει από την Μακρόνησο και τους άλλους τόπους μαρτυρικής εξορίας παντός αριστερού και κομμουνιστή, οι γονείς της θείας μου μπόρεσαν και έστησαν μια δική τους βιοτεχνία ρούχων. Η κυρά Φρόσω είχε αναλάβει να βοηθάει τον άνδρα της στα ραψίματα, τα μπαλώματα και στην ύφανση πουκαμίσων και φανελών στο χέρι, ενώ παράλληλα κρατούσε και τα φορολογικά βιβλία της επιχείρησης, απόφοιτος ούσα της Ανωτάτης Εμπορικής Σχολής.

Ήταν η περίοδος που κανένας κόπος, καμία αφισοκόλληση, καμία στάλα ιδρώτα δεν πήγαινε στράφι για τους υποστηρικτές, τους οπαδούς, τους εραστές της μεγάλης σοσιαλιστικής παράταξης. Ο Ήλιος ανέτελλε πράσινος και τούτο σήμαινε πάρα πολλά, όπως έλεγε μια ταινία της δεκαετίας του 1980. Ακόμη και οι μη ψηφοφόροι, βολεύονταν από σπόντα. Η σύνταξη Εθνικής Αντίστασης, ήταν μια ωφέλεια την οποία χαίρονταν όλοι οι πρώην εξόριστοι –και ορισμένοι μη εξόριστοι που περνούσαν να παίρνουν την σύνταξη από την τράπεζα, βεβαίως- καθότι οι σοσιαλιστές αγωνιστές της εποχής χαρακτηρίζονταν κυρίως από άμιλλα, ανθρωπιά και ανυστεροβουλία και ας ψήφιζαν ΚΚΕ και όχι το παλαιό, καλό, γλυκό, παπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ. Στα 45 του χρόνια ο κυρ Θωμάς μπόρεσε να βγάλει δίπλωμα αυτοκινήτου για να παίρνει τις παραγγελίες: πιο πριν η επάρατος Δεξιά δεν του επέτρεπε να έχει δίπλωμα, λόγω «φακέλου κοινωνικών φρονημάτων». Στα 1981, η Ελένη μπήκε στο Πανεπιστήμιο, στο Χημικό Τμήμα. Τότε έκλειναν οι βιομηχανίες, αλλά ήξερε ότι το πιο πιθανό ήταν να γίνει καθηγήτρια σε κάποιο γυμνάσιο ή λύκειο. Αγαπούσε το αντικείμενο της, αλλά ήθελε να ζήσει: και αυτό σήμαινε ότι και τις βόλτες της έκανε, που της είχε στερηθεί λόγω του κάπως αυταρχικού τρόπου και της πεισματικής εμμονής και ιδιοτροπίας του πατέρα της σε ηθικά ζητήματα, και το χαρτζιλίκι της μόνη το έβγαζε και για κάποια πράγματα που κάνουν τα κορίτσια όταν ξενυχτάνε δεν έλεγε ποτέ στους γονιούς της. Ήταν σε όλα της τύπος και υπογραμμός η θεία μου η Ελένη. Μέχρι που πήρε εκείνον τον λιμοκοντόρο τον δεξιό το σπουδαγμένο στο Αμέρικα με τα λεφτά του μπαμπά, την αστική λινάτσα και έφυγε για το Μονμπλάνς στην Ελβετία με όσα πρόλαβαν και άρπαξαν από τις μετοχικές φούσκες στο Χρηματιστήριο. Ακόμη και τώρα, εν καιρώ κρίσεως και απουσίας της μεγάλης σοσιαλιστικής παράταξης της ουσιαστικής αλλαγής και της προόδου αυτού του έρμου τόπου, χαίρονται τα εγκληματικά λεφτά του χρηματιστηριακού χάους.

Τότε όμως ήταν άλλα χρόνια, αγνά και όμορφα! Η θεία Ελένη, το «Λενιώ» όπως την έλεγε ο πατέρας της, έκανε κατά καιρούς διάφορες δουλειές. Είχε περάσει από ταμίας σε φούρνο, είχε μοιράσει φυλλάδια διαφημιστικά σε σταθμούς του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου, είχε περάσει ως σερβιτόρος σε καφετέρια και, σποραδικά, πήγαινε και σε κάστινγκ για κομπάρσος σε διαφημιστικά. Τα κάστινγκ δεν ήταν σίγουρη πηγή εισοδήματος τότε, πόσο μάλλον στην σημερινή εποχή. Αλλά, με μία ή δύο ημέρες παρουσίας στα γυρίσματα, μπορούσε να βγάλει τα λεφτά για όλες τις βόλτες και τα έξοδα που μπορούσε να έχει μια φοιτήτρια μέσα σε έναν μήνα: ήταν πολύ σημαντικό για αυτήν να είναι ανεξάρτητη. Ο αρτηριοσκληρωτικός κομμουνιστής πατέρας της την έλεγε «ατομικίστρια» επειδή δεν ήθελε να ασχολείται με την πολιτική, καθώς η ίδια ήθελε να κάνει απλά την ζωή της. Εκείνη δεν έβρισκε λόγο να του απαντήσει. Ήξερε πως όταν μεγαλώνουν οι άνθρωποι δεν μετακινούνται από τις θέσεις τους.

Η θεία Ελένη δεν πτοείτο. Αποφάσιζε μόνη της τι θεωρούσε σημαντικό για αυτήν. Έτσι, μια ανοιξιάτικη μέρα, έχοντας μόλις αφήσει μια δουλειά στο ταμείο ενός συνοικιακού φούρνου, πήρε την εφημερίδα με της αγγελίες δουλειάς. Βρήκε μια που την βρήκε αρκετά συμπαθητική, αν και κάπως αόριστη. Δίνανε καλά λεφτά για φωτογράφηση, σε νέες και νέους μέχρι τριάντα χρονών. Το γραφείο κάστινγκ που είχε αναλάβει την συγκεκριμένη διαφήμιση, της οποίας το περιεχόμενο αγνοούσε η θεία μου, ήταν ένα από τα πιο γνωστά της εποχής. Πήγε, πέρασε, απάντησε σε ερωτήσεις σχετικές με τα χόμπι της και –παραδόξως- αν ασχολούταν με την πολιτική και τα κόμματα. Μίλησε για τις ασχολίες της και τα ενδιαφέροντα της και απάντησε ότι δεν ασχολούταν τόσο με την πολιτική. Ο συνεντευκτής την κοίταξε λίγο σκεφτικός και της είπε ότι δεν πειράζει και όλα είναι εντάξει. Έδωσε το σταθερό του σπιτιού της και τα στοιχεία της σε ένα έντυπο που της χορηγήθηκε μετά την συνέντευξη και έφυγε. Την επομένη κιόλας μέρα την πήραν τηλέφωνο και της ανακοίνωσαν ότι τους ταίριαζε με βάση τα όσα είπε στην συνέντευξη και την συνολική της παρουσία. Της είπαν ότι τα γυρίσματα δεν θα διαρκέσουν και πολύ, ήταν πολύ συγκεκριμένες οι λήψεις που θα γίνονταν. Εκείνη χάρηκε που θα έβγαζε καλά λεφτά με λίγο κόπο και έκλεισε το τηλέφωνο. Την επομένη, ξεκίνησε για την διεύθυνση που της είχαν ορίσει, κάπου κοντά στο Πανεπιστήμιο.

Έφτασε στην ορισμένη διεύθυνση ελαφρώς ιδρωμένη, αλλά ευδιάθετη και κομψή. Ένας νεαρός, γύρω στα είκοσι, με γενάκι δέκα ημερών και μαλλί βαμμένο έτσι που θύμιζε τον Τζωρτζ τον Μάικλ αλλά σε ετεροφυλοφιλική εκδοχή, της χαμογέλασε γλυκά και την ρώτησε αν είχε έρθει και αυτή για τα γυρίσματα. Εκείνη του απάντησε θετικά και αυτός πέταξε το τσιγάρο που κάπνιζε εκείνη την ώρα και μπήκαν μαζί. Ο νέος- αφού συστήθηκε ως Λάμπης- πήγε μαζί της μέσα. Πέρασαν τον στενό διάδρομο και ένας τύπος με πράσινο ελεκτρίκ πουκάμισο του υπέδειξε την πόρτα στο βάθος του διαδρόμου δεξιά, «ποτέ την αριστερή», όπως είπε. Έστριψαν δεξιά, έχοντας ανταλλάξει πολλά λάγνα βλέμματα, και μπήκαν. Είδαν πολλούς νέους ανθρώπους, κοντά εικοσιπέντε άτομα, άντρες γυναίκες, ο καθένας ντυμένος όπως του είχε έρθει να ντυθεί. Δεν υπήρχε κανένας ενδυματολογικός κώδικας μεταξύ όλων όσων παρευρίσκονταν για τα γυρίσματα. Άλλος είχε ανοιχτό πουκάμισο με σταυρό στο στήθος και μουστάκι, άλλος ξυρισμένος κόντρα με μαλλί χτενισμένο πίσω έτσι που να έχει έναν όγκο μπροστά, κοπέλες με μίνι και έντονο βάψιμο στα χείλη, άλλες με παντελόνια καμπάνα και μεγάλα σκουλαρίκια στα αυτιά και κάπου μια πανκ γκόμενα και ένας ροκάς με μούσια και μπότες.

Ο Λάμπης είπε στην τότε νέα και όμορφη θεία Ελένη να πιάσουν την κουβέντα μέχρι να ξεκινήσει το γύρισμα για να περάσει η ώρα. Γνώρισαν την Ρίτα, μια φοιτήτρια της Νομικής, η οποία είχε έρθει από επαρχία να σπουδάσει. Πριν το 1981 και τις ευρωπαϊκές επιδοτήσεις, η Ρίτα δεν θα είχε ξεκολλήσει ποτέ από την στάνη του πατέρα της. Τώρα, ο πατέρας της είχε πάρει επιδοτήσεις με το τσουβάλι για να βελτιώσει την κτηνοτροφική του μονάδα και να φέρει καλό εξοπλισμό, αλλά εννοείται ότι σαν πνεύμα ανυπότακτο και επαναστατημένο δίχως αιτία προτίμησε να τα κάνει εξοχικό στην θάλασσα και να στείλει την κόρη για σπουδές. Γνώρισαν τον Γιάννη, ένα παιδί μάλαμα, ο οποίος δούλευε σερβιτόρος κυρίως, είχε πάει και στρατό στα 18 και τώρα ήταν σε μια επαγγελματική σχολή ειδικευόμενος υδραυλικός. Είχε πολύ πικάντικό χιούμορ και πείραζε την πανκ κοπέλα με τα βαμμένα πράσινα μαλλιά και τα γαλάζια μάτια όπου παραδόξως μπορούσες να χαθείς μέσα τους. O σκηνοθέτης ήταν ένας φαλακρός με φαρδιά κοιλιά και πούρο στο στόμα. Όλο μουρμούραγε, θα έλεγε κανείς ότι βρίσκεται σε κάποιο παραλήρημα αν δεν είχε και ανθρώπους από το επιτελείο να απαντούν στα ακατανόητα μουρμουρητά του. Ο σκηνοθέτης ζήτησε από όλους να ησυχάσουν για να πάρει τον λόγο. Είπε πως σήμερα είναι μια σημαντική μέρα και όλοι κοιτάχτηκαν περίεργα καθώς δεν καταλάβαιναν τι εννοούσε. Η νέα γενιά είναι που ανοίγει τους δρόμους για το αύριο και τα νιάτα έχουν ψυχή, έχουν μπέσα, έχουν όνειρα, έχουν καύλα και αλητεία και φιλοσοφία, όρεξη για τέχνη, καυγάδες, μπελάδες και παιδικά αστεία, έλεγε ο σκηνοθέτης. Πάλι, όλοι έμοιαζαν να μην καταλαβαίνουν.

Ζητήθηκε από τους παρευρισκόμενους κομπάρσους να κρατάνε άλλοι ο ένας το χέρι κάποιας από τις κοπέλες, άλλοι να κοιτούν αριστερά σαν να δείχνουν κάτι, άλλοι να κοιτούν σκεφτικοί δεξιά, άλλοι κι άλλες να αγκαλιάζονται και άλλοι πάλι να γελάνε ή να κοιτούν σοβαροί μπροστά στον φακό. Κανείς δεν ήξερε ποια ήταν η βασική ιδέα της φωτογράφησης. Η θεία Ελένη κι ο Λάμπης είχαν ρωτήσει τον φωτογράφο τι συμβαίνει. Εκείνος τους ρώτησε αν τους ενοχλούσε κάτι ή αν δεν τους άρεσε το ποσό που θα πληρώνονταν. Εκείνοι του απάντησαν ότι δεν τους ενοχλούσε κάτι· απλά ήθελαν να ξέρουν τι σκατά θα γινόταν με αυτές τις φωτογραφίες. Ο φωτογράφος δεν απάντησε. Τους κοίταξε με ένα μυστήριο βλέμμα και τους είπε ότι καλό είναι να μην ρωτούν, αφού θα πληρώνονταν καλά και πώς η περιέργεια έφαγε την γάτα. Ο φωτογράφος πετάχτηκε για λίγο, αφήνοντας το τσούρμο να τον περιμένει για λίγο. Είπε ότι ήθελε να πάει στην τουαλέτα του προσωπικού, η οποία βρισκόταν στην αριστερή πόρτα του διαδρόμου, η οποία ήταν αποκλειστικά και μόνο για το προσωπικό. Οι δύο νέοι δεν άντεξαν να μείνουν με την απορία. Σκέφτηκαν ότι αν άνοιγαν την πόρτα λογικά θα βρισκόντουσαν σε τίποτα γραφεία ή κάτι παρόμοιο, θα έβρισκαν κάποιον άνθρωπο να τους πει τι συμβαίνει και όχι να τους αμολά μυστήριες φράσεις και αινιγματικές ατάκες της κακιάς ώρας βγαλμένες από φθηνιάρικες βιντεοταινίες. Ανέβηκαν τα σκαλιά και βγήκαν πάλι στον διάδρομο. Η απαγορευμένη πόρτα έγραφε «ΜΟΝΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ». «Τι μας λες;» , είπε σκωπτικά ο Λάμπης και συγκατάνευσε η θεία Ελένη.

Ο Λάμπης πιάνει το χερούλι της πόρτας και την ανοίγει. Άπλετο φως. Για λίγα δεύτερα χάνουν την αίσθηση των πραγμάτων γύρω τους. Νιώθουν κάτι γλιστερό να τους ακουμπάει. Η φωτεινότητα επιστρέφει στα κανονικά της επίπεδα και μπορούν να δουν. Ο φωτογράφος στέκεται απέναντι τους με ένα μαύρο χιτώνιο. Ο σκηνοθέτης είναι επίσης εκεί, αλλά φοράει ένα χαβανέζικο πουκάμισο και πράσινα γυαλιά ηλίου. Τους γυροφέρνουν κάτι παράξενα όντα ντυμένα σαν διαστημάνθρωποι που βγάζουν άναρθρες κραυγές. Και οι δύο έχουν κλάσει μέντες. Η θεά Ελένη κοντεύει να χεστεί ενώ ο Λάμπης έχει ήδη κάνει μούσκεμα το βρακί του. Νιώθουν κάτι κολλώδες πάνω τους. Συνειδητοποιούν όταν δύο μεγάλο σαλιγκάρια με πλοκάμια τους κρατάνε ακίνητους και η κολλώδης ουσία είναι το σάλιο που βγαίνει με το τουλούμι από τις βεντούζες στα πλοκάμια τους. Από το ταβάνι ανοίγει μια τρύπα τηλεμεταφοράς και εμφανίζεται ακόμη ένας μαυροφορεμένος, του οποίου το πρόσωπο κρύβεται κάτω από μια μαύρη μάσκα. Δεν τους γελούν τα μάτια τους: είναι ο Νταρθ Βέιντερ, ο μέγας Σηθ που θα φέρει το σκότος στον γαλαξία. Τους πλησιάζει και τους λέει ότι μπορεί επιτέλους να δείξει σε όλους το πρόσωπό του. Ο σκηνοθέτης με τα χαβανέζικα ρούχα τον ρωτάει αν είναι βέβαιος. Εκείνος απαντά «ναι, θέλω πολύ να δεις». Βγάζει την μάσκα. Ακούγεται ο ακόλουθος διάλογος:

-Μπαμπά;
-Γιε μου!
-Μπαμπά, έλα να σε αγκαλιάσω!
-Όλοι θα αγκαλιαστούμε. Φέρε το αρκουδάκι σου…
Τα φώτα, έσβησαν παντελώς…

Λίγους μήνες μετά έχει αρχίσει η προεκλογική περίοδος. Η μεγάλη δύναμη της ανθρωπιάς, της προόδου, του δημοκρατικού σοσιαλισμού και της εθνικής ανεξαρτησίας, το ΠΑΣΟΚ της καρδιάς μας, πολεμάει εναντίον της επαράτου «Δεξάς», όπως προφερόταν συχνά, και κατά των διασπαστικών δυνάμεων της κομπλεξικής και μη αυτοδύναμης Αριστεράς που μιλάει για επαναστάσεις χωρίς να υπολογίζει τους ξενοδόχους. Το ΠΑΣΟΚ είναι σοσιαλιστικό και έτοιμο να τα δώσει όλα. Οι διαφημίσεις, οι καβγάδες στα τηλεπαράθυρα, οι εμπρηστικοί τίτλοι των εφημερίδων της κάθε πλευράς έδιναν και έπαιρναν. Η θεία Ελένη είχε κάνει τελικά κάτι με τον ωραίο Λάμπη αλλά δεν φτούρησε το νταλαβέρι και το έσπασαν. Ωστόσο, κάτι είχε μείνει: η αφίσα του ΠΑΣΟΚ που τους έδειχνε αγκαλιά με σλόγκαν «Η Νεολαία ψήφισε Αλλαγή, τώρα θα ψηφίσει την Συνέχεια». Έπαιρναν φίλοι και γνωστοί τον κυρ Θωμά και του έλεγαν ότι η Ελενίτσα είναι σε αφίσα του ΠΑΣΟΚ. Αυτός τους σιχτίριζε και τους έλεγε ότι δεν θα είδαν καλά και πως η Ελένη είναι πολύ καλό κορίτσι για να κάνει τέτοια. Για όσα είδε με τον Λάμπη και όσα έγιναν το μόνο που σκέφτεται είναι ότι με τόση μαστούρα που είχε πέσει δεν θυμόταν την τύφλα της αυτός και αυτή, παρά μόνο κάτι τύπους με μαύρα χιτώνια. Δεν ήθελε να μάθει περαιτέρω. Τουλάχιστον είχε βγει μια σκέτη κουκλίτσα και θα την είχε να την θυμάται την αφίσα.

ΠΑΣΟΚ-ΑΛΛΑΓΗ-ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ