Κρέμας

Λουλούδι από πέτρα

Η Σιμώνη επέστρεψε σπίτι μετά από μια κουραστική βάρδια στο εργοστάσιο κλωστοϋφαντουργίας όπου δούλευε για τέσσερα συναπτά έτη. Κατάκοπη από την κουραστική μέρα και τις εξοντωτικές συνθήκες εργασίας και μεταχείρισης εκ μέρους των προϊσταμένων, έφαγε βραδινό, μπανιαρίστηκε και ξάπλωσε ανάβοντας ένα τσιγάρο να χαλαρώσει και να κοιμηθεί διαβάζοντας ένα κεφάλαιο από το δεύτερο φύλο της Γαλλίδας συνονόματης της, της Σιμόν ντε Μποβουάρ.
Η Σιμώνη η Μητσάκου λοιπόν, εν αντιθέση με την Μποβουάρ, δεν ήταν φεμινίστρια με την τότε τρέχουσα έννοια του όρου. Ούτε με την σημερινή είναι. Όντας άτομο χαμηλού μορφωτικού-εκπαιδευτικού επιπέδου, έχοντας αφήσει νωρίς το σχολείο ένεκα της άμεσης ανάγκης συνεισφοράς στο πενιχρό οικογενειακό εισόδημα, δεν της επέτρεπαν να μορφωθεί ούτε της εξασφάλιζαν χρόνο να μελετήσει, να ψαχτεί κατά την έκφραση του σειρμού. Ωστόσο το διάβασμα και η μόρφωση δεν της ήταν απαραίτητα εφόδια για να συνειδητοποιήσει την ανισότητα και την κάθε μορφή αδικίας που βρισκόταν διάχυτη και κυριαρχούσα γύρω της. Η έμφυλη ανισότητα, η οικονομική ανισότητα, οι αποκλεισμοί και οι διωγμοί, βίαιοι ή δομικοί, ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, καθώς και ο άδικος πλουτισμός των πλουσίων εις βάρος των φτωχών και μικρομεσαίων τάξεων την εξόργιζαν. Η οργή της, η αγανάκτησή της και το αίσθημα αλληλεγγύης προς τον συνάνθρωπο και τον αναξιοπαθούντα ήταν, εν αντιθέσει με πολλών άλλων αγωνισταράδων, αγνά και ειλικρινή. Ίσως να οφείλεται αυτή της η ροπή προς την γενναιοδωρία και την κοινωνική ευαισθησία στην αγωγή την οποία έλαβε, ενδεχομένως και να ήταν έμφυτη, δεν έχει σημασία. Πάντως ως γυναίκα επιδίωκε με όποιον τρόπο μπορούσε να γίνει ίση με τον άντρα. Σαν εργάτρια να δουλεύει υπό αξιοπρεπείς συνθήκες και να αμείβεται αναλόγως. Ζωντανή απόδειξη ότι τα πτυχία και τα διαβάσματα δεν καθορίζουν την παιδεία και την καλλιέργεια του ανθρώπου. Ευσεβείς πόθοι. Αλλά που…
Το Συντηρητικό Κόμμα που ανέλαβε την εξουσία μετά την πτώση της Δικτατορίας μονάχα το κοινοβουλευτικό πολίτευμα επανέφερε, προώθησε ορισμένες συντηρητικές μεταρρυθμίσεις ως προς τις πολιτικές ελευθερίες, και φρόντισε για την τιμωρία των περισσότερων εκ των πραξικοπηματιών των προερχόμενων από τις τάξεις του στρατού. Για τους προερχόμενους από τις τάξεις της αστυνομίας και των πολιτών δεν παρουσίασε καμιά ιδιαίτερη φούρια να τους διώξει, ούτε η κυβέρνηση, ούτε το δικαστικό σώμα. Όσον αφορά τον οικονομικό τομέα, οι συντηρητικοί μεροληπτούσαν υπέρ των πλούσιων και εις βάρος των μικρομεσαίων και των φτωχών.
Την επόμενη μέρα, η όμορφη Σιμώνη σηκώθηκε στην βάναυση ώρα 4 προ μεσημβρίας να πάει στο μεροκάματο, στη γραμμή παραγωγής. Φτάνοντας στις 5.30, τριάντα λεπτά πριν την έναρξη της βάρδιας, στις βιομηχανικές εγκαταστάσεις, χτύπησε κάρτα και ετοιμάστηκε.
Οι ώρες περνούσαν μονότονα ως συνήθως. Όταν σήμανε τελικά η ώρα του διαλείμματος, οι εργάτριες και οι μηχανικοί εξήλθαν στον προαύλιο χώρο του εργοστασίου προκειμένου να γευματίσουν και να ξαποστάσουν. Με τα διαπεραστικά πράσινα μάτια της η Σιμώνη εντόπισε τρία διαφορετικά σκηνικά βίας, καταπίεσης, αδικίας. Τρία σε μια μέρα, τρία σε μια στιγμή, όσα παρόμοιας έντασης δεν είχε δει συνολικά σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα κατά τα τέσσερα χρόνια που εργάζεται σε αυτό το κολαστήριο εργασιακής επιτήρησης και αθέμιτης πειθαρχεία, όμοιο με το αξιοθαύμαστο πανοπτικόν του Μπένθαμ και του Φουκώ.
Στην είσοδο της αποθήκης μια από τις επόπτριες έπιασε μια εργάτρια να κλέβει κάτι τσίτια εσώρουχα ευτελούς αξίας, η απώλεια των οποίων σε καμιά περίπτωση δεν θα ζημίωνε τους μετόχους ούτε θα καθυστερούσε την διοχέτευση της παραγωγής στο εμπόριο. Η επόπτρια προέβει σε μια ατιμωτική και παραδειγματική τιμωρία της εργάτριας, τραβώντας την σερβιέτα της κάτω από την φούστα της με μια αστραπιαία κίνηση, μέθοδο ταπείνωσης που συνήθιζαν οι επόπτριες, αυτοί οι βάναυσοι θηλυκοί πατριάρχες, στις παρεκκλίνουσες εργάτριες.
Στην γωνία του προαυλίου ένας εκ των επιστατών χλεύαζε έναν ομοφυλόφιλο εργάτη ξεφωνίζοντας τον ανοιχτά για τον σεξουαλικό του προσανατολισμό. Το παλικαράκι έκλαιγε με λυγμούς και σαν τρομαγμένο πουλί προσπαθούσε να προφυλαχθεί από τον αιμοβόρο Κέρβερο.
Τέλος, ο φύλακας στο φυλάκιο χτύπησε έναν εργάτη που καθυστέρησε ένεκα της μεγάλης απόστασης του σπιτιού του από τον χώρο εργασίας.
Τα φύλα τελικά δεν έχουν και μεγάλη σημασία ως προς την καταπίεση, έτσι δεν είναι;
Οι απανωτές αδικίες που εκτυλίσσονταν μπροστά στα μάτια της εξόργισαν την Σιμώνη. Η άλλοτε φιλήσυχη, ευγενική και συνεσταλμένη εργάτρια, η οποία ήταν δεν ήταν 23 χρονών, ζήτησε το λόγο και απαίτησε την άμεση παύση των αυθαιρεσιών. Η φωνή της απαράμιλλη και στεντόρεια ήχησε σαν σεισμός και βροντή στο εργοστασιακό συγκρότημα. Παρά την αρχική αμηχανία, οι συνάδελφοί της και όσα μέλη του προσωπικού ασφαλείας και επιτήρησης είχαν ακόμα ψυχή μέσα τους, την επιδοκίμασαν και συνομολόγησαν με το αίτημα της για παύση των βιαιοτήτων εναντίον των συναδέλφων.
Ωστόσο, η εργοδοσία αμείλικτη, απέλυσε άνευ αποζημιώσεως την Σιμώνη και παρακράτησε τρία μεροκάματα από όσους την συνέδραμαν.
Η ειρωνεία της υπόθεσης είναι ότι η Σιμώνη, παρά την αμέριστη συμπαράσταση των γονέων και του αδελφού της, δέχθηκε δριμεία και μη αναμενόμενη αρνητική κριτική από την ξαδέλφη της την Λίνα, και την παιδική της φίλη την Μάρω. Παρότι αμφότερες παρίσταναν τις αγωνίστριες και τις υπεράνω, μικροπαντρέυτηκαν δυο μούτρα για οικονομικούς κυρίως λόγους ενώ πρωτίστως έκραζαν την Σιμώνη ως μικροαστή λόγω της απροθυμίας της να κατέρχεται σε διαδηλώσεις και πολιτικές συγκεντρώσεις. Ουαού, τόση συνέπεια εκ μέρους τους! Μεταξύ άλλων, την κουτσομπόλευαν επειδή είχε φτάσει 23 χρονών και δεν είχε παντρευτεί.
Ο χρόνος βέβαια και η υπομονή δικαίωσαν την μελαχρινή Σιμώνη, η οποία όπως αποδείχθηκε ήταν ένα λουλούδι φτιαγμένο από πέτρα, όπως ακριβώς και η ιδιαιτέρα αυτής πατρίδα, η Μάνη.
Έναν χρόνο μετά την απόλυσή της, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα ανέλαβε την εξουσία, επαναπροσέλαβε αδίκως απολυθέντες, μεταξύ αυτών και η Σιμώνη, ενώ κατοχύρωσε νομικά την ισότητα των φύλων, και για πρώτη φορά οι εργασιακές συνθήκες βελτιώθηκαν ενώ δόθηκαν κίνητρα και ευκαιρίες στις κατώτερες τάξεις να αποκτήσουν μια κάποια ανοδική κοινωνική και οικονομική κινητικότητα. Να ζήσουν αξιοπρεπώς.
Μια νίκη των δυνάμεων της προόδου και μια προσωπική δικαίωση της Σιμώνης. Λίγα χρόνια αργότερα γνώρισε τον άντρα της, τον Λάμπη, έναν καθηγητή αγγλικής φιλολογίας. Φαινομενικά αταίριαστοι, τους ένωνε η κοινή κοσμοθεωρία τους και η ταξική τους συνείδηση. Εν αντιθέση με τον άντρα της ξαδέλφης της και της φίλης της, ο Λάμπης ήταν καλός και αξιοπρεπής άνθρωπος. Μαζί έκαναν μια κόρη. Την ονόμασαν Νίκη, εις ανάμνησης των δικών τους θριάμβων της ζωής.
Ένα κατοπινό ειδυλλιακό καλοκαίρι στην Μάνη, η Σιμώνη, ο Λάμπης και η Νίκη τους κοιτούσαν το όμορφο ηλιοβασίλεμα του πελοποννησιακού Νότου αναπολώντας τις πίκρες και τις χαρές του παρελθόντος και του παρόντος, καταλλήλως προετοιμασμένοι για τις αντίστοιχες πίκρες και χαρές που έρχονται.

Ο Μάθιου

Φήμες θέλουν τον Μάθιου να είναι κάτοικος
Νέας Σμύρνης.
Μάθιου όπως θύμα, κακομοιριά.
Ο Μάθιου είναι ένα θύμα, θύμα με την
γενική έννοια του όρου.
Ο Μάθιου κάνει πόλεμο με Θύτες παλικάρια.
Μάθιου είσαι Μάθιου.
Οι πολιτικές του πεποιθήσεις ποικίλουν.
Θα μπορούσε να είναι ριζοσπάστης δεξιός.
Ανανεωτικός αριστερός.
Εθνικοσοσιαλιστής ή φασίστας.
Κοινωνικός ή φιλελεύθερος αναρχικός.
Ο Μάθιου ωστόσο ιδεολογικοποιείται αποστασιοποιημένος
από την πολιτική σκέψη.
Αν είχε καταγωγή ή πατρίδα θα μπορούσε
να είναι Καλαματιανός.
Βολιώτης ή Κρητικός.
Η ύπαρξη του Μάθιου και ο Μάθιου
της ύπαρξης.
Ο Μάθιου μέσα μας.

Μενέλαος

Μενελάου προοίμιο ή ομηρικόν.
Τραγούδησε μου Μούσα τον άντρα τον αφελή
που εγκλωβίστηκε στην πολύχρυση Τροία έτη 10
και του έλαχε γυναίκα άπιστη και αδελφός αγύρτης.
Μετά την άλωση της Τροίας βρέθηκε ναυαγός
στην Κρήτη και την Αίγυπτο, και ως μισθοφόρος
κούρσεψε νέες πόλεις, όχι όμως σαν βασιλιάς-
τοπάρχης πλέον της Λακεδαίμονος, μα σαν υποτακτικός.
Πες μας Μούσα τα πάθη του μεγάλου αδικημένου,
του τραγικότερου των Ατρειδών των χιλιοτραγουδισμένων.

Μέρα γεμάτη ήλιο στην Κάτω Αίγυπτο σε μικρή απόσταση από το Λιμάνι του Φάρου, στην τοποθεσία όπου σήμερα βρίσκεται η Αλεξάνδρεια. Μέρα γεμάτη ήλιο και εργασία, που για άλλους αποτελεί τις υποθέσεις του κράτους, για άλλους εμπορικές συναλλαγές, για άλλους τον πόλεμο. Πάνε λίγα χρόνια από την κατάρρευση των πολιτισμών του Αιγαίου και την επακόλουθη εισβολή των λαών της Θάλασσας στην εύφορη ημισέληνο. Αυτή τη μέρα την γεμάτη λιοπύρι και αίμα από την προχθεσινή μάχη εναντίον των λαών της θάλασσας μια ολιγάριθμη ομάδα Αχαιών μισθοφόρων, ανήκοντες επίσης στην θολή κατηγορία των Λαών της Θαλάσσης, βαδίζει προκειμένου να παραταχθεί στη μάχη επικουρώντας τον τοπικό αιγυπτιακό στρατό του Λιμενάρχη Τάρου εναντίον Λυκίων και Κύπριων επιδρομέων.

Αρχηγός του Αχαϊκού σώματος είναι ένας άντρας γύρω στα 50, πρόωρα γερασμένος με αραιά μαλλιά και ξέθωρα γαλάζια μάτια, αδύνατος, καθόλου όμορφος και σκυθρωπός. Φοράει μια φθαρμένη εξάρτηση υστερομυκηναϊκού τύπου τα απομεινάρια της οποίας μαρτυρούν μια για πάντα ίσως απολεσθείσα υψηλή κοινωνική θέση. Πάνω στο άρμα αφού έλαβε το πρόσταγμα έδωσε εντολή για έφοδο στη μάχη.Τα δυο ασκέρια σμίξανε με δόρατα βέλη και πέτρες να εκτοξεύονται από τους ακροβολιστές των αντίπαλων παρατάξεων. Σύντομα δόρατα και ξίφη ενώθηκαν, άντρες θερίστηκαν σαν στάχυα και τελικά οι επιδρομείς απωθήθηκαν και υποχώρησαν άτακτα με τους αρματηλάτες και τους τοξότες καταδιώκουν. Οι Αχαιοί μισθοφόροι, οι οποίοι είχα ηττηθεί προ πενταετίας από τον στρατό τον οποίο ήμερα υπηρετούσαν ερχόμενοι στην Αίγυπτο ως επιδρομείς σαν τον στρατό που νίκησαν, πληρώθηκαν με επιπλέον λάφυρα και χρυσάφι από τον Τάρο, άμεσο εντολοδόχο του Φαραώ Θεοκλύμενου, γιο του θρυλικού Ραμσή Β΄ που νίκησε τους Χετταίους στην Μάχη του Καντές.

Κατά το απόγευμα οι Αχαιοί αποσύρθηκαν στο στρατόπεδο τους σε μικρή απόσταση από την πόλη. Οι επιδρομές υπήρχε σοβαρός κίνδυνος να μην σταματήσουν και οι Λυκιοκύπριοι να επανέλθουν ενισχυμένοι. Ο Τάρος λοιπόν έσπευσε να συζητήσει με τον πολέμαρχο τυχόν συνέχεια της συνεργασίας τους, η οποία εδώ που τα λέμε δεν ήταν και τόσο ελεύθερη όσο φαινόταν. Συνάντησε τον αρχιμισθοφόρο στην σκηνή του όπου γευμάτιζε με άζυμο σημιτικό ψωμί και αποξηραμένα φρούτα, όπως χουρμάδες και σύκα, εδέσματα πολύ οικεία στην χώρα που κάποτε διαφέντευε.

«Ξένε,» λάλησε ο Τάρος. «Ήρθα να συζητήσουμε τα σχετικά με την ανανέωση της θητείας σας σε εμάς.»

«Παρακαλώ, κόπιασε άρχοντα μου,» απάντησε ο πολέμαρχος, στα ικανοποιητικά για τον χρόνο παραμονής του Αιγυπτιακά, μα με πελοποννησιακή προφορά. «Εκείνο που θέλω σε περίπτωση ανανέωσης της συνεργασίας μας είναι μια μοίρα, έναν στολίσκο δηλαδή, αξιόμαχων και καλοκατασκευασμένων πλοίων προκειμένου να επιστρέψουμε στην πατρίδα μας. Έστω και αν αυτό συνεπάγεται μείωση των μισθών μας. Ζητάω πολλά;»

«Όχι φίλτατε,» αποκρίθηκε ο Τάρος. «Αν και δε νομίζω οι τριτσκατάρατοι να επιστρέψουν. Θα εισηγηθώ να πάρετε να πλοία το συντομότερο δυνατόν και θα σε ενημερώσω σχετικά με το κόστος. Αλλά αλήθεια. Πώς ονομάζεσαι; Έναν χρόνο τώρα που πολεμάμε μαζί δεν είχαμε την ευκαιρία να συστηθούμε ή να συζητήσουμε για κάτι άλλο πέραν από τον διακανονισμό των λαφύρων και την ετοιμότητα των στρατιών.»

«Κάθισε παρακαλώ αν έχεις χρόνο. Μεγαπένθη! Φέρε κρασί να κεράσουμε τον φίλο μας μαζί με εκλεχτό μεζέ!»

Αφότου σερβιρίστηκαν ο Αχαιός ξεκίνησε την εξιστόρηση.
«Αχ. Ονομάζομαι Μενέλαος της Λακεδαίμονος, του βασιλικού οίκου των Ατρειδών από τις Μυκήνες.»

Άναυδος και φανερά εντυπωσιασμένος ο Τάρος τον διέκοψε.
«Μα αυτό σημαίνει ότι έλαβες μέρος στην πολιορκία της Τροίας; Στην μεγαλύτερη σύγκρουση που είδε ποτέ ο κόσμος;»

«Ναι άρχοντα μου. Και αυτή είναι η ιστορία μου, ο νόστος και η γνώμη μου για το τι συνέβη. Εν αντίθεση με ό,τι λέγεται, η πολιορκία δεν διήρκεσε δέκα χρόνια. Δέκα χρόνια διήρκεσε συνολικά ο πόλεμος αθροιστικά μαζί τα διάφορα στάδιά του. Αρχικά επρόκειτο για συνοριακές συγκρούσεις στην ακτογραμμή της Μικράς Ασίας μεταξύ Ροδίων και Κρητών από την μια μεριά, Κάρων, Λυκίων και Τρώων από την άλλη, λόγω της υπερφορολόγησης των προερχόμενων από τις χώρες της Μαύρης Θάλασσας πλοίων και λόγω της αυξημένης πειρατείας που η κατάρρευση των δικών σας βασιλείων επέφερε. Τον τρίτο χρόνο της σύγκρουσης εξήλθαμε εμείς στον πόλεμο προς υποστήριξη των Νησιωτών και τότε η σύγκρουση κλιμακώθηκε. Βρισκόμουν σε εντεταλμένη υπηρεσία βλέπεις μαζί με μισθοφόρους από την Πύλο, τις Μυκήνες, την Αρκαδία και την Αθήνα. Οι δυο αντίπαλοι συνασπισμοί πραγματοποιήσαμε απόβαση στην Λέσβο και οι Τρώες με τους Λύκιους κατέλαβαν, ενώ επιδρομές εκατέρωθεν πραγματοποιήθηκαν και στην Χίο. Τον έβδομο χρόνο αιματοχυσίας καταναυμαχήσαμε σε σημείο εκμηδένισης το τρωικό ναυτικό στα στενά της Λέσβου, ωστόσο ο στρατός τους παρέμενε ισχυρός και εμείς είχαμε εγκλωβιστεί στο μεγάλο αυτό νησί. Έτσι υπογράψαμε ετήσια εκεχειρία με πιθανή μελλοντική σύναψη αμοιβαίας ειρήνης και εμπορικής συνεργασίας και κόπασε ο σκοτωμός για έναν χρόνο. Τον όγδοο χρόνο έστειλα κήρυκες στην Τροία για αποστολή πρεσβείας από τον Βασιλιά της, τον Πρίαμο. Έτσι, εκείνος έστειλε τον γιο του τον Πάρη, έναν αργόσχολο ερωτύλο που μέχρι τότε ήταν γενικός επόπτης των βασιλικών αιγοπροβάτων στην Ίδα. Ήρθε λοιπόν στην Σπάρτη ο μορφονιός, η ειρήνη, παρά της αντιρρήσεις του αδελφού μου του Αγαμέμνονα στον οποίον χρωστούσα την θέση μου ως βασιλιάς και στον οποίο πλήρωνα ετήσιο φόρο, επιτεύχθηκε. Ωστόσο, ο Πάρης, ως γνωστών, κλέφτηκε με την γυναίκα μου, την Ελένη της Σπάρτης, και πήγαν στην Τροία εν όσο εγώ έλειπα στην κηδεία του πατέρα μου στο Άργος.»

«Και ήταν η Ελένη τόσο όμορφη όσο τα κουτσομπολιά λένε Μενέλαε;»

«Ναι» απάντησε εκείνος, χαϊδεύοντας όσα μαλλιά του είχαν απομείνει, ξανθά μαζί με άσπρα.
«Όμορφη, πανέμορφη, μα ψυχρή, κρύα και απροσπέλαστη. Δεν την ήθελα .Ο κακορίζικος ο αδελφός μου μου την φόρτωσε προκειμένου να ελέγξει του πορτοκαλεώνες της Λακωνίας και το λιμάνι της το Γύθειο. Εκείνη ήταν 15 και εγώ μόλις ζύγωνα τα 30 τότε, έχουν περάσει πλέον 25 χρόνια. Με απατούσε συστηματικά με διάφορους εραστές, αλλά δεν μιλούσα, βλέπεις ο Αγαμέμνων ως μεγαλύτερος και ισχυρότερος ουσιαστικά με διόρισε βασιλιά και αδυνατούσα να του αντιταχθώ. Όταν έφυγε με τον Πάρη ο αδελφός μου βρήκε την τέλεια αφορμή και ευκαιρία που ζητούσε προκειμένου να κυριεύσει τα στενά των Δαρδανελλίων για να ελέγχει τον μοναδικό εμπορικό θαλάσσιο δρόμο προς την Κιμμερία, την Ταυρίδα και την Κολχίδα. Καταλαβαίνεις Τάρε τι συνέβη;Έπεσα θύμα εκμετάλλευσης από γυναίκα, αδελφό, θεούς και μοίρα.
Έτσι λοιπόν, συγκεντρώσαμε στρατό και στόλο στην Αμβλίδα το 8 προς 9 έτος. Πολλές ζωές καταστράφηκαν στον πόλεμο αυτό. Πολλοί ήρωες έλαβαν μέρος σε αυτόν, άλλοι ως υποτελείς, άλλοι με άμεσο συμφέρον, άλλοι από ματαιοδοξία, άλλοι από πατριωτισμό. Ο Αγαμέμνονας θυσίασε την κόρη του την Ιφιγένεια, το ίδιο του το παιδί, προκειμένου να φυσήξει άνεμος να φύγει η Αρμάδα. Ο Αχιλλέας, ο Βασιλιάς των Μυρμιδόνων σήκωσε το κύριο βάρος των επιχειρήσεων μαζί με τον ξάδελφό του, τον Αία τον Τελαμώνιο. Είχε φιλονικήσει μάλιστα με τον Αγαμέμνονα για μια σκλάβα, με αποτέλεσμα να αποσυρθεί απ την μάχη με ολέθριες για μας συνέπειες. Τελικά επανήλθε στην μάχη μετά τον θάνατο του Πάτροκλου, του «Φίλου του», από τον Έκτορα, του αξιότερου των Τρώων, για να πεθάνει και ο ίδιος αργότερα από τον Πάρη, αυτόν τον δειλό και ακόλαστο, με δόλια μέθοδο. Τον τελευταίο δεν κατάφερα να τον σκοτώσω εγώ μα ο Φιλοκτήτης.
Άλλες προσωπικότητες που έλαβαν μέρος ήταν ο σοφός Νέστορας, παλιός αργοναύτης και κενταυρομάχος, βασιλιάς της Πύλου, του δεύτερου μετά τις Μυκήνες ισχυρότερου βασιλείου, και ο πανούργος Οδυσσέας, χάρις τον οποίο με το τέχνασμα του δούρειου ίππου πήραμε την Τροία τον δέκατο χρόνο του πολέμου, που η τύχη του αγνοείται.»

«Και τι έγινε κατά την Άλωση της Τροίας;» ρώτησε ο Αιγύπτιος ηγεμόνας και εργοδότης του μισθοφορικού σώματος Λακεδαιμονίων και Κρητών.

«Τι θες να έγινε Τάρε; Ακολουθήσαμε την πάγια τακτική που επιβάλλεται για πολιορκούμενες πόλεις που δεν συνθηκολογούν. Σκοτώσαμε τους άντρες, βιάσαμε τις γυναίκες και λεηλατήσαμε τα ανάκτορα. Κατόπιν πυρπολήσαμε την πόλη και μοιραστήκαμε τα άψυχα και έμψυχα λάφυρα. Ακόμα με στοιχειώνουν οι μνήμες αυτής της υπερδεκαετούς σύγκρουσης, της μεγαλύτερης που είδε ποτέ ο κόσμος!»
Δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια του πάλαι ποτέ ηγεμόνα.

«Εσύ ως αυτόνομος βασιλιάς και εφόσον δεν αγαπούσες την Ελένη γιατί συμμετείχες στον πόλεμο και δεν πρόσεξες το κράτος και την κόρη σας;»

«Σφάλεις. Ήμουν ημιαυτόνομος και δέσμιος των Μυκηνών από κάθε πλευρά. Αλλά δεν είμαι άμοιρος ευθυνών, θεώρησα το φευγιό της γυναίκας μου με έναν μικρόψυχο σαν τον Πάρη μέγιστη ατίμωση και αποζητούσα εκδίκηση. Ο Πάρης και η Ελένη ταίριαζαν τώρα που το σκέφτομαι. Ήταν και οι δυο ανεύθυνοι, επιρρεπείς στην ακολασία και νάρκισσοι. Έσειραν τις χώρες τους στον πόλεμο και την καταστροφή. Αλλά καλοί ήμασταν και εμείς. Ορθώς είχε πει ο Θερσίτης από την Κόρινθο, ειρωνευόμενος, ότι ευτυχώς που καταλάβαμε την Τροία και προκόψαμε. Οι χώρες μας την επόμενη της άλωσης ρημάζονταν από εξεγέρσεις και επαναστάσεις, τις οποίες δεν προκάλεσαν κάποια θολά και κακόβουλα ξένα κέντρα, αλλά οι αριστοκράτες και οι δούλοι τους μαζί με τον λαό που πεινούσε ενώ η δημογραφική και οικονομική κρίση είχε λάβει άνευ προηγουμένου ανεξέλεγκτη ροπή. Εγώ έφυγα με την πρώτη ομάδα μια εβδομάδα μετά την Άλωση, μαζί με τον Οδυσσέα, τον Μέγη, τον Αία τον Οϊλειο, τον Αγαπήνορα, τον Ιδομενέα και τον Μηριώνη. Στον δρόμο όμως μας βρήκε θαλασσοταραχή και ο στόλος σκορπίστηκε. Η Ελένη έπεσε, άγνωστο πως στην θάλασσα και πνίγηκε. Πολλά πλοία και πολλοί άξιοι άντρες χάθηκαν στα κύματα, και σαν να μην έφτανε αυτό ζυγώνοντας στο Άργος κάποιος έστειλε λάθος σήμα με φρυκτωρία και μέγα του στόλου μέρος κατακρημνίστηκε στους βράχους. Με τα πολλά βρέθηκα στην έρημη και ρημαγμένη Κρήτη και από εκεί εδώ. Η συνέχεια είναι γνωστή. Ξέρεις κάτι; Οι ραψωδοί που τραγουδούν τα κατορθώματά μας ίσως τα παραλλάξουν, ίσως πουν πως ο πόλεμος έγινε για την ζωή μιας γυναίκας, ξεχνώντας ότι η αντρική ζωή είναι η μακράν πιο αναλώσιμη στον κόσμο. Αφήστε τους να πουν ότι βάδισα πλάι σε γίγαντες, ότι υπήρξα αυταρχικός σύζυγος ή κατακτητής. Αφήστε όμως και την δική μου μαρτυρία να αποτυπωθεί, διότι η αλήθεια έχει συχνά διπλή ή και πολλαπλή όψη και η ιστορία δεν γράφεται μονάχα με έναν τρόπο.»

«Ενδιαφέροντα και διαφωτιστικά τα όσα μου είπες Μενέλαε. Μα και εξίσου θλιβερά. Ειλικρινά δεν περίμενα ότι ο Τρωικός πόλεμος είχε τόσο πεζά και καθόλου ηρωικά κίνητρα.»

«Μα ο ηρωισμός έρχεται στο τέλος, Τάρε. Πρώτα κυριαρχεί ο φόβος και το άγχος.»

«Πρέπει να φεύγω. Αύριο πέρνα από το παλάτι να συζητήσεις για τα σχετικά με την παραλαβή των πλοίων, όμως σε εκλιπαρώ μην πεις ότι είσαι Αχαιός, ο Φαραώ σας εχθρεύεται, για άγνωστο λόγο. Πάρε αυτή την επίσημη βούλα και πήγαινε εκ μέρους μου. Δεν απαγορεύεται, όπως θα έχεις καταλάβει, να κυκλοφορείτε γενικά, αλλά ειδικά μέσα στα ανάκτορα.»

«Ευχαριστώ θερμά. Αύριο το πρωί θα ροβολήσω για το παλάτι. Καληνύχτα.»

Το επόμενο πρωί ο Μενέλαος μόνος, χωρίς συνοδεία, καβάλησε ένα άλογο και πήγε στην πόλη, αφήνοντας τους άντρες του να ξεκουραστούν και να πενθήσουν τους νεκρούς. Ήταν ξακουστός για την, υπερβολική ενίοτε, πονοψυχιά του. Ενθυμούμενος την υπόδειξη του Τάρου δεν θα αποκάλυπτε την καταγωγή του. Ωστόσο, φτάνοντας στο παλάτι, για κάποιον ανεξήγητο και μυστηριώδη λόγο συνειδητοποίησε ότι δεν φρουρούνταν παρά μόνο από μια χούφτα στρατιώτες στο προαύλιο και λίγους δούλους στον προθάλαμο. Μια μεσήλικη σκλάβα, στην οποία απηύθυνε τον λόγο, τον ενημέρωσε ότι ο Θεοκλύμενος είχε μάθει ότι ο άντρας της ευνοούμενης του, που του την εμπιστεύτηκε ως φιλοξενούμενη μα όχι ως νύφη ο πατέρας του, είχε φτάσει, άγνωστο πως, στην χώρα και σύσσωμος ο στρατός κατόπιν σχετικής επιπόλαιης διαταγής κινητοποιήθηκε για να τον βρει και να τον σκοτώσει. Ο Μενέλαος απορημένος μα και βιαστικός για τις δουλειές του που εκκρεμούσαν εισήλθε ανενόχλητος στο παλάτι και συναντήθηκε με μια πολύ γνώριμη, αν και γερασμένη από τα χρόνια, γυναικεία φυσιογνωμία. Πλησίασε καλύτερα να δει και αντίκρισε την αφορμή του τρωικού πολέμου και την αιτία του προσωπικού του δράματος και νόστου. Την Ελένη, ή έστω κάποια που παρουσίαζε τρομακτική, παρότι μεγαλωμένη από τα χρόνια, ομοιότητα με εκείνη.

«Όχι ρε γαμώτο! Λες; Ουφ… Πότε θα τελειώσουν τα βάσανά μου; Κάντε θεοί να μην είναι εκείνη.»

Η συνέχεια βαριά βαριά στην Ελένη του Ευριπίδη.

Το λευκό ελάφι

Μια φορά και έναν καιρό, σε έναν πολύ μακρινό Γερμανικό Δρυμό κατά τα τελευταία έτη ζωής της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης προτού το αληθινό σκοτάδι του Εθνικοσοσιαλισμού σκεπάσει τον κόσμο σαν θανατηφόρο πέπλο, μια ασπρόμαυρη όμοια με αγελάδα γάτα, αρσενική όπως μαρτυρούν τα αρχίδια της που θύμιζαν κουφέτα, βολόδερνε στο δάσος προς αναζήτηση τροφής, ανήσυχη για τα πολιτικοοικονομικά τεκταινόμενα στην χώρα της μετά την συνθήκη των Βερσαλιών.

Καθώς προωθούταν αναζητώντας κάποιον τυφλοπόντικα ή κάποιο πουλί ως πιθανή τροφή, είδε με τα διαπεραστικά μάτια του ένα γνώριμο ζώο που εκ πρώτης όψεως έμοιαζε με κατσίκι. Πλησίασε δειλά με κίνητρο από περιέργεια καθώς ήταν αδύνατο να φάει ένα ζώο τέτοιου μεγέθους. Με έκπληξη συνειδητοποίησε ότι δεν επρόκειτο για κατσίκι, μα για ένα λευκό θηλυκό ελάφι, με την απουσία κεράτων να μαρτυρά το φύλο του, κοινωνικό και βιολογικό, ενώ το γατί δεν είχε ιδέα για την κοινωνική οργάνωση των ελαφιών, ατομικιστικό ον καθώς ήταν το ίδιο και το είδος του που συμφεροντολογικά μονάχα ανέχονταν την συντροφική εξουσία των ανθρώπων κατά το δοκούν.

Το ελάφι κοίταξε τον γάτο αποσβολωμένο. Για την ακρίβεια αυτή ήταν η μόνιμη έκφραση του όπως αποδείχθηκε στην συνέχεια, έμοιαζε σαν να ήταν εν αναμονή για την έλευση του «κυνηγού», γνώρισμα άλλωστε όλων των σύγχρονών του Γερμανών, ανθρώπων και ζώων, μιας και οι μεταπολεμικές και τρέχουσες εξελίξεις δεν άφηναν το παραμικρό περιθώριο για εφησυχασμούς. Ο αντισημιτισμός που προϋπήρχε οξυνόταν, το ναζιστικό κόμμα και τα τραμπουκικά σώματά του έσπερναν τον τρόμο στους αντιφρονούντες, η οικονομική κρίση κορυφωνόταν.

Το γατί, σχεδόν αμέριμνο αλλά περίεργο να μάθει την ταυτότητα του μυστηριώδους αλπινοελάφου, πλησίασε και του απήθυνε τον γατήσιο χαιρετισμό.
«Νιάου!»

Μεσολάβησαν λίγα δευτερόλεπτα σιωπής αρκετά για να κάνουν το γατί να σκαλώσει από την θέα του φαινομενικά σκαλωμένου ελαφιού.

Τότε το ελάφι μίλησε, με αντρική φωνή περιέργως.
«Ευτυχώς που ελευθερώθηκε ο άνθρωπος από την φεουδαρχία και προκόψαμε.»

Ενδοσκόπηση

Αποτέλεσμα ανίας.
Νιαουρίζω άρα υπάρχω.
Παίζω πιάνο με τα πλευρά μου.
Όχι, δεν είμαι γκραν γκινιόλ
απλά είμαι αδύνατος.
Και στερούμαι γνώσεις οργανοπαιξίας.

Δημιουργώ-ή φτιάχνω- ένα edit
εξωπραγματικό και απόκοσμο.
Είναι αποτέλεσμα ανίας.

Ανία. Ένα γλυκόπικρο σύνδρομο.
Νιαουρίζω από ανία, σαν περσόνα
ας έχω τη γάτα.
Η αποστέωση, και αυτή
αποτέλεσμα ανίας.
Ακόμα και το διάβασμα καθίσταται
αποτέλεσμα ανίας κ’ όχι έξοδος.

Ταυτότητα.
Μαύρο τζιν σωλήνα, ελαφρώς φθαρμένο
από την χρήση,
με σκισμένες τσέπες απ’ την κρίση.
Μαύρα ολ σταρ, είμαι χούλιγκαν,
είμαι γάτα, είμαι κρέμα.

Κρεμοποίηση

Την κρέμα συλλογίζομαι χλωμή, κιτρινισμένη
με κανέλα ραντισμένη
ζαχαροπλαστικής.
Την σαντιγί κοιτάζω την χιλιοχτυπημένη.
Κρέμα αγαπημένη
της καφεδοκοπτικής.

Την Φιλαδέλφεια φαντάζομαι εντέχνως αλειμμένη
σε σάρκα ξαναμμένη
ηλιακής οργής.
Και μια κρεμούλα της νυχτός τα πάντα υπομένει
για μια διατηρημένη
κυρία περιωπής.

Κι ακόμη συλλογίζομαι μια αλλιώτικη κρέμα,
με υπεριστορική έννοια
και άχρονη διαδρομή.
Μια κρέμα της αργκό, βγαλμένη από το αίμα
που στης ζωής το ρέμα
εισάγει μια αλλαγή.