Δορίαιχμος

Οβερντοουζ

Ζούσε μέσα σε μια μπουρμπουλήθρα
σε ένα κόσμο
γεμάτο καρφίτσες και πινέζες
είχε όλους τους λόγους του κόσμου
να σιωπήσει
αλλά η σιωπή τη βάραινε
το σπίτι έπεφτε
και εκείνη φώναζε
οι φωνές έκαναν τα τοιχώματα ιριδίζοντα
το σπίτι μεγάλωνε
και απογειωνόταν
ξέφυγε από τις καρφίτσες
αλλά κατέληξε στο διάστημα
η μπουρμπουλήθρα έσκασε τελικά
και όταν με έκπληξη συνειδητοποίησε
τη μυτερή της μύτη
αποφάσισε πως είναι βελόνα
και καθώς οι σύριγγες πάντα την απωθούσαν
ξεκίνησε το ταξίδι της
για την Κοιλάδα Των Κλωστών.

Είχε όλους τους λόγους του κόσμου
να τρυπήσει
αλλά οι τρύπες την φόβιζαν
παρ’όλο που είχε μια τρύπα για κεφάλι
Έτσι μόνη και άστεγη πια
έβαλε σκοπό να συμμαχήσει με τα νήματα
να ράψει το κεφάλι της
να κλείσει η τρύπα
όχι για να γίνει καρφίτσα
αλλά για να σταματήσει να σκέφτεται
αγνοώντας την ειρωνεία του πράγματος
μέχρι που μια μέρα στο δύσβατο δρόμο της
ξέσπασε μπόρα και άνεμος βαρύς
φύσηξε μέσα στο κεφάλι της βοριάς
και εκείνη γέννησε ένα σπίτι.

Είχε όλους τους λόγους του κόσμου
να το σκάσει
μα εκείνη το άφησε να πετάξει
γιατί ούτως ή άλλως
ο κόσμος ήταν καρφίτσες και πινέζες
“θα το σκάσουν αυτοί για μένα” σκέφτηκε
και συνέχισε το δρόμο της
προς την Κοιλάδα των Κλωστών
μα τι έκπληξη;
Η μπόρα πέρασε,
βγήκε και ουράνιο τόξο
και σαν κοίταξε ψηλά
είδε μπουρμπουλήθρες πολλές
και ιριδίζουσες
μα ούτε μια φωνή
δεν ακουγόταν τριγύρω
και είχε όλους τους λόγους του κόσμου
να είναι χαρούμενη.

μα εκείνη έκλαψε
και έκλαψα
και έκλαψε

και άδειασε μέσα της τόσο
που έγινε αγωγός για κραυγές αγωνίας
σε φλέβες
με σκόνες και υπερβολικές δόσεις
σε ένα κόσμο
γεμάτο καρφίτσες και πινέζες
βρήκε τη θέση της πλάι σε αυτές
σε ένα πίνακα ανακοινώσεων
στην είσοδο της πολυκατοικίας:

“Παρακαλούνται οι ένοικοι
της πολυκατοικίας
να σουτάρουν την παραμύθα τους στον φωταγωγό
γιατί στην είσοδο τρομάζουν οι καρφίτσες”

Δεν ξανάκουσε κανείς για αυτήν
μονάχα όποτε βρέχει
ακούγονται κάτι κραυγές
όχι ιριδίζουσες
μα μαύρες.

Φήμες λένε ότι είναι πένθος
απ’την Κοιλάδα Των Κλωστών.

Οι μπουρπουλήθρες έγιναν δαχτυλήθρες
και ράβουν και ξηλώνουν
στο όνομά της.

ένας κόσμος γεμάτος καρφίτσες και πινέζες
που είχε όλους τους λόγους του κόσμου
να την κάνει να σωπάσει.

Ο άνθρωπος που δάκρυζε μυρμηκικό οξύ

Μια πλανόδια αγορά
μέσα σε μια μυρμηγκοφωλιά.
Πολλά τα μυρμήγκια,αγοράζουν μεταλλαγμένα λαχανικά.
Ανοίγουν πορτοφόλι και κέρματα μετρούν,
ανθρώπων κεφάλια στοιβαγμένα σε πουγκιά.
Σήμερα ήταν μια καλή αγορά.
Ώρα για φαΐ.
Ό, τι βγει απ’ τη σακούλα μηρυκάζεται μπροστά στην τηλεόραση.
Αυτή εκπέμπει πάντα δίχως ρεύμα, αγέρωχη. Εξυμνεί, εξιστορεί και μεριμνεί για τον κανιβαλισμό.
Ύστερα ταυτόχρονα σχεδόν ψυχαναγκαστικά, όλα τα μυρμήγκια, ενήλικα μικρά
ξερνούν ανελέητα. Ξερνούν μέχρι να γίνει ρυάκι στα βασιλικά διαμερίσματα.
Μια τροφαντή βασίλισσα στο κέντρο της ντροπής, σφάζει, διατάζει, ευθυμεί και πλήττει.
Και ύστερα τρώει τα ξερατά τους λαίμαργα ώσπου να ξεράσει και αυτή. Μυρμηκικό οξύ, την πρώτη ύλη των σκοτωμένων ονείρων.
Δυο κλουβιά στο βάθος του δωματίου της, κοσμούν τα χώματα με ανθρώπους που δεν εξελίχτηκαν.
Ένας χόμο-σάπιενς πηδά από κλαρί σε κλαρί, πίνει αίμα απ΄ την ποτίστρα του
και τιτιβίζει ολημερίς και ολονυχτίς
«Φάτε Χριστό μαλάκες».
Ο άλλος κουτσουλάει συνεχώς
το ίδιο απόκομμα εφημερίδας χρόνια τώρα.
Τεύχος 7 «Εύπεπτη Ηθική»χρονολογίας 2054 μ.κ. (μετά καταστροφής).
Συλλεκτική φυλλάδα για τη βασίλισσα.
Αφορισμένη για την ανθρωπότητα. Αυτήν, που δεν εξελίχτηκε ποτέ.
Πότε πότε τα μυρμήγκια βγαίνουν απ΄ τις φωλιές τους και πηγαίνουν στα σπίτια των ανθρώπων.
Αυτών που δεν εξελίχτηκαν ποτέ.
Το ίδιο σκηνικό και εκεί και απορούν. Τόσα ερωτήματα για αυτά
«Αν ο ουρανός γυρίσει ανάποδα οι λεωφόροι θα γίνουν αυτοκόλλητα στα σύννεφα;»
«Τι περιμένουν και δεν κάνουν μετάγγιση με πετρέλαιο, αφού αυτό ζητά η καρδιά τους να αντλήσει;»
Να κυλά στις φλέβες του μαύρος χρυσός
να γεμίσουν οι ωκεανοί αιματοκηλίδες / οι καρχαρίες να πληθύνουν
και ύστερα να πεθάνουν
από μια άσπλαχνη απάτη.
Μια φορά στα δέκα χιλιάδες χρόνια
ένας άνθρωπος και ένα μυρμήγκι αλλάζουν σώματα.
Είναι ένα κβαντικό παιχνίδι της αντιδραστικής διάνοιας των μορίων νικητών.
Ένα παιχνίδι χωρίς κανόνες που δεν μπορείς να καταλάβεις.
Μια φορά στα δέκα χιλιάδες χρόνια ο άνθρωπος που δεν εξελίχτηκε θα αποκοιμηθεί μια μια προσευχή.
«Ας χάσει την επόμενη φορά,
ας χάσει θεέ μου το μυρμήγκι τη σειρά του/
να διαιωνίσω το ψέμα μου/μια μόνο φορά/
αφού η αλήθεια που αντίκρισα στη μυρμηγκοφωλιά τους,
ήταν δυσβάσταχτη και τόσο ίδια»
Και τόσο ίδια…
Και τότε οι ουρανοί γυρνούν ανάποδα
ανοίγουν
και βρέχει χώμα
και βρέχει αίμα
και άσφαλτος φυτρώνει παντού.