Διονύσης Αντωνάτος

Κάτσε γράψε

Κάτσε γράψε
Κάνε κάτι ρε μαλάκα
Μην κοιτάς άλλο την οθόνη σου
Μην κοιτάς άλλο την οθόνη σου
Δεν θα δεις τίποτα εκεί
Πίξελ είναι μόνο κάτι ηλεκτρονικές μαλακίες που αναβοσβήνουν
Μαζέψου σπίτι σου
Διάβασε κάτι
Ξεκούρασε τα μάτια σου
Γράψε τίποτα ρε μαλάκα
Όλα έχουν νόημα όταν τους δώσεις
Τόσο γαμημένα απλό είναι
Ακόμα και το να ανοίξεις το χερούλι της πόρτας έχει νόημα αν του το δώσεις
Σε τρώει η σημασία
Σε τρώει η αποδοχή
Σε τρώει η αδιαφορία
Όταν σου λεγα ότι όλοι λατρεύουν τα ψυχολογικά τους είχα δίκιο βλέπεις λοιπόν;
Το πάμε όμως αυτό ρε μαλάκα
Πάμε παρακάτω
Στο επόμενο τραγούδι
Στον επόμενο στίχο
Γαμάει η μπύρα
Γαμάνε οι φίλοι σου
Το ουίσκι είναι θεϊκό
Αυτό πίναν οι θεοί στον Όλυμπο
Απόλαυσε το λοιπόν
Έχει καιρό να πεθάνει κανείς και ξεχνιέσαι ε;
Βούτηξες μέσα στο κεφάλι σου
Και δεν σε ψήνει να βγεις
Γυρνάς τις νύχτες σπίτι σου
Τις περισσότερες φορές δεν παραπατάς
Όταν παραπατάς κοιμάσαι τουλάχιστον
Αλλιώς μένεις ξύπνιος
Το φως της οθόνης πάλι σε κουράζει
Σαν τη μύγα πας στη λάμπα
Γύρω γύρω γύρω γύρω
Ενώ ξέρεις πως δεν υπάρχει τίποτα εκεί
Ίσως κι η μύγα να το ξέρει αυτό μόνο που εκείνη δεν νιώθει ματαιότητα
Κάτι νέο
Κάτι καλό
Πόσο καιρό έχεις να ανασάνεις;
Ούτε θυμάσαι
Κανείς δεν έχει όρεξη για τις μαλακίες σου όμως
Κι εσύ δεν έχεις για των άλλων
Δίχως νόημα
Δίχως νόημα
Πραγματικά όλοι οι στίχοι σου πρέπει να λένε τα ίδια τόσα χρόνια
Πραγματικά όλοι οι στίχοι πρέπει να λένε τα ίδια τόσα χρόνια
Κι όμως ακούνε
Κι όμως γράφουνε
Η δημιουργία είναι ζωή
Η τέχνη αντίδοτο στο θάνατο
Και το μουνί πάντα γλυκό
Μα όχι φάρμακο
Ωπ τι έγινε ρε μαλάκα τώρα;
Έγραψες;
Δημιούργησες ε;
Μαλάκα πρέπει να είσαι ο καλύτερος σίγουρα στον κόσμο
Απορώ γιατί γυρνάς σπίτι με το λεωφορείο
Απορώ γιατί δε σε περιμένει κανείς
Πνίγεσαι ε;
Το θέμα είναι ότι δεν πειράζει που γυρνάς σπίτι με το λεωφορείο
Δεν πειράζει που δεν σε περιμένει κανείς
Γιατί όλα έχουν το νόημα που θα τους δώσεις
Όλα είναι ψευδαίσθηση
Οπότε κούλαρε και γράψε
Στην οθόνη θα το διαβάσω.

Βλέποντας και κάνοντας

Αν το χω όλα καλά
Τι γίνεται όμως αν δεν το χω;
Αν βουλιάξω ανάμεσα σε απειλητικούς δείκτες ρολογιού
Σε καρτέλες ενσήμων και βιβλιάρια εργασίας
Σε αρβύλες που χτυπάνε τα πόδια στο πέλμα
Σε καθημερινά μανιασμένα δρομολόγια τρένων ίσως και λεωφορείων
Σε σημειώσεις για φάρμακα και παραισθησιογόνα
Σε απαιτητικούς πελάτες
Σε απαιτητικές γκόμενες
Στο πατρικό μου
Στα καφενεία που μπεκροπίνω
Στα μπαρ που χύνομαι πάνω στις μπάρες χτυπώντας το ποτήρι μου πάνω τους πριν πιω
Σε κανα νοσοκομείο άρρωστος και στο περίπου μόνος
Τι να πω το χω δεν το χω τα πράγματα έρχονται κάπως για όλους
Το στομάχι θέλει φαγητό
Το μυαλό ύπνο
Και το σώμα ρούχα
Αυτά είναι τα βασικά
Από κει και πέρα
Βλέποντας και κάνοντας

Σήματα Καπνού

Στέλνω σήματα καπνού
Με το τσιγάρο μου
Από το κλασσικό δωμάτιο εφημερίας
Εδώ υπάρχουν όλα
Τηλεόραση
Κινητό
Κλιματιστικό
Άνετος καναπές
Κρεβάτι (ψιλοβρώμικο είναι η αλήθεια)
Σχεδόν ό,τι θέλω για να επικοινωνήσω μαζί σου
Κι όμως εγώ
Στέλνω σήματα καπνού με το τσιγάρο μου
Που δεν θα φτάσουν ποτέ σε σένα
Γιατί έχεις βάλει αυτή τη γαμημένη σίτα μπροστά
Που διαλύει τα σύννεφα
Κάτι ξέρω εγώ λοιπόν που δεν έχω σίτα στο σπίτι μου
Μ έχουν τσακίσει τα κωλοκούνουπα βλέπεις
Αλλά δεν με πολυνοιάζει
Η ιατρική έχει προχωρήσει
Υπάρχουν φάρμακα σχεδόν για τα πάντα
Η επικοινωνία είναι το θέμα

Τα καλοκαίρια μας

Τα καλοκαίρια μας μυρίζουν γυναικείο ιδρώτα και αποτσίγαρα
Έχουν τη γεύση της αλμύρας του κορμιού σου και το άγγιγμα του βυθού
Στριμώχνονται σε βαγόνια και κοιμούνται σε καταστρώματα
Σε ταξιδεύουν με μικρά τετράγωνα χαρτιά
Και σε τσακίζουν στα βράχια

Άμμος και πέτρα
Ήλιος και τσιμέντο
Φως κι αέρας

Η πόλη αποχαιρετά τα μπάσταρδα παιδιά της με ψεύτικα δάκρυα
Βουλιάζει στα κλιματιστικά και τους ανεμιστήρες όσων ξεμένουν δίχως καβάντζα
Μα δε λυπάται για αυτά
Άλλωστε η μάνα πάντα κερδίζει στο τέλος

Όσοι φεύγουν όμως…
Περιπλανιόνται σε όνειρα θερινής νυκτός που φαντάζουν πιο ρεαλιστικά από ποτέ
Κυνηγάνε το τώρα μπας και κερδίσουν κάτι για πάντα
Αρχίζουν να κοιτάν ηλιοβασιλέματα κι ανατολές λες και δεν τα χουν ξαναδεί
Τρέχουν πίνουν καπνίζουν και χορεύουν
Ερωτεύονται τις στιγμές γυμνοί
Μέχρι να χτυπήσει το καμπανάκι

Μετά…
Τι μετά;
Αφού στο πα ρε συ, η μάνα πάντα κερδίζει στο τέλος

Καινούριο Μέλος

Μια άσπρη μεταλλική πόρτα έσπρωχνες και έμπαινες στον προθάλαμο
Η υπάλληλος ήταν εκεί να σε καθοδηγήσει
Σου δινε το χαρτί
Έγραφες το ιστορικό σου
Βεβαίωνες ότι δεν είσαι τρελός
Και μια φαρδιά πλατιά υπογραφή στο τέλος
Η υπογραφή που θα σου λυνε όλα τα προβλήματα
Η υπογραφή που θα σου κανε τη ζωή λίγο, ελάχιστα καλύτερη
Την έβαζες
Έμπαινες στο θάλαμο
Και με χειρουργική ακρίβεια
Τυφλωνόσουν
Ο σύλλογος εθελοτυφλόντων αποκτούσε καινούργιο μέλος

Το πιο άρρωστο πράγμα του κόσμου

Το πιο άρρωστο πράγμα του κόσμου είναι η μητρική αγάπη
Αυτή που παραφυλάει για το καλό σου και σου τσακίζει τα φτερά
Κι όταν σου λείπει, έρμαιο περιφέρεσαι, άξιος της μοίρας σου θα λεγε ένας στωικός, και την αναζητάς σε μήτρες μητρομανών και σε αρχίδια ξένων
Κι όταν σου δίνεται κουρνιάζεις στη φωλιά
Παίρνεις τη σύνταξη μέχρι να πεθάνει
Και πίνεις κρυφά
Η μαμά σου ξέρει κοριτσάκι
Για αυτό σε σπρώχνει στην κατάλληλη κοινωνική ανέλιξη που τυχαίνει να έχει αντρικό όνομα
Για αυτό σου κάνει πλάτες όταν ξημερώνεσαι αλλού
Και χαίρεται όταν σε καμαρώνει όπως εκείνη ποθεί
Η μαμά σου ξέρει αντράκι
Όταν σου μαγειρεύει ως τα 30, περιμένοντας επιτέλους να ντυθείς γαμπρός και να δολοφονήσει τη νέα σου μαγείρισσα
Κι όταν γράφεις το γράμμα πριν το απόσπασμα
Τα πιο γλυκά φιλιά είναι για κείνη
Που θα πεθάνει απ τη ντουφεκιά που σε σκότωσε ή στην κρεμάλα σου πάνω.
Τα βιβλία μου λεν για πολλά άρρωστα πράγματα
Μα το πιο άρρωστο είναι η μητρική αγάπη