Χαρά Γιαννούλα

Αντί τίτλου

Σκεπάσματα σκοπών με φυλάνε,
τις ώρες που δεν δέχομαι πως είναι όλα τύχη.
Κι η ράτσα μου, ως τέλος θα πείθεται για του μάταιου τα αντί.
Θα ‘ναι ένστικτο αρχαίο να υπάρχει πάντα λόγος.
Και εμείς αδέρφια από πατέρα, με όνομα ενδοιασμό και επώνυμο το φόβο.
Μεγαλωμένοι με στανιό, ντε και καλά για ύπαρξη.
Μετρώντας πιο συχνά τα απόντα -από φτιαξιά- σαν να μην θέλουμε ποτέ αποδοχή του μαύρου.
Υπερασπίζομαι τα σκούρα γιατί ποτέ μου δεν τα πίστεψα.
Ήταν μονάχα λερωμένα μας λευκά,
σε χέρια κουρασμένα.
Είναι η ώρα της παραίσθησης, πως έχω επιλογές.
Κι αυτές, σαν πόρτες δώδεκα, που μπαίνουν στο ίδιο σπίτι.
Είναι ο πληθυντικός απάντηση σε γρίφους ενικούς.
Και η αλήθεια δάσος, που δεν θα είχε υπόσταση αν ήταν δέντρο μόνο.
Απόψε εγώ θα συμφωνώ πως όλα είναι τυχαία.
Απόψε εγώ θα συμφωνώ πως όλα έχουν σκοπό.
Στο διάκενο αυτό, υποφέρει ένα τίποτα.
Η μόνη λέξη, ανθρώπινη, που γεννιέται ένα κάτι.