Χαρά Γιαννούλα

Tρία

Ο κρότος.
Εύρημα της φύσης μέγα.
Ικανό γέννημα να επιβληθεί της σκέψης.
Η παύσις.
Απόγονος του κρότου,
της ευτυχίας συνώνυμο, της γήινης ύπαρξης απρόσιτη κατάσταση να διαρκέσει.
Στο πολύγωνο σύμπαν, εδώ, κάθε όν στον κρότο κάτι οφείλει.
Εξ’ αυτού έμεινες άλαλος, βουβός και γεύτηκες τη δύναμη που δίνει το παρόν.
Άφησε χώρο η σκέψις να γευτείς τη νηνεμία.
Η σκέψις.
Υπό εξερεύνηση αστέρας, που αποζητά λίγο σου φως.
Με το δικό της ρυθμό περιστροφής σε κυβερνά, και γύρω σου περνούν οι εποχές σαν μαύρες τρύπες στο δίπλωμα του χρόνου.
Η φύσις.
Δύναμη μητρική, άγει και φέρει τα καθέκαστα… τα φυγείν αδύνατα,
τα πάντα σοφά ποιημένα.
Και έτσι μια μέρα Θεός, έφτιαξε τον κρότο.

Αντί τίτλου

Σκεπάσματα σκοπών με φυλάνε,
τις ώρες που δεν δέχομαι πως είναι όλα τύχη.
Κι η ράτσα μου, ως τέλος θα πείθεται για του μάταιου τα αντί.
Θα ‘ναι ένστικτο αρχαίο να υπάρχει πάντα λόγος.
Και εμείς αδέρφια από πατέρα, με όνομα ενδοιασμό και επώνυμο το φόβο.
Μεγαλωμένοι με στανιό, ντε και καλά για ύπαρξη.
Μετρώντας πιο συχνά τα απόντα -από φτιαξιά- σαν να μην θέλουμε ποτέ αποδοχή του μαύρου.
Υπερασπίζομαι τα σκούρα γιατί ποτέ μου δεν τα πίστεψα.
Ήταν μονάχα λερωμένα μας λευκά,
σε χέρια κουρασμένα.
Είναι η ώρα της παραίσθησης, πως έχω επιλογές.
Κι αυτές, σαν πόρτες δώδεκα, που μπαίνουν στο ίδιο σπίτι.
Είναι ο πληθυντικός απάντηση σε γρίφους ενικούς.
Και η αλήθεια δάσος, που δεν θα είχε υπόσταση αν ήταν δέντρο μόνο.
Απόψε εγώ θα συμφωνώ πως όλα είναι τυχαία.
Απόψε εγώ θα συμφωνώ πως όλα έχουν σκοπό.
Στο διάκενο αυτό, υποφέρει ένα τίποτα.
Η μόνη λέξη, ανθρώπινη, που γεννιέται ένα κάτι.