Τρία Έπσιλον

Επιλόχεια

το κοράκι κάνει γαρ\γαρ, ο ήχος μοιάζει με το πώς θα γάβγιζε ένας ιπτάμενος σκύλος, σαν αυτόν που ισχυρίστηκε πως είδε ένας από τους κλέφτες διδύμους και ζήτησε αμύθητα λεφτά από τον βασιλιά, στη χώρα που φύτρωσες λες είναι διάσημος εκείνος ο μύθος. κι εγώ σε πιστεύω.

υπήρξες κάποτε μωρό, αυτό είναι το μόνο σίγουρο. ο θηλασμός μοιάζει φρικτός, όπως το τεράστιο πλάσμα κρέμεται με δόντια δαγκάνες απ’ τη ρώγα σου- σε πέντε χρόνια θα έχω υιοθετήσει τα μισά αδέσποτα της πόλης, τρία με τέσσερα παιδιά και έναν κάδο σκουπιδιών. το τελευταίο θα ισχυρίζομαι πως δεν έχω ιδέα πώς προέκυψε, αν και πολύ καλά θα ξέρω πως η ιδέα αυτή άρχισε να κυοφορείται τη μέρα που έριξα μέσα στον τεράστιο μαύρο κάδο τα κλειδιά του αυτοκινήτου μου. αν λοιπόν στ’ αλήθεια κάθε πράξη μας φέρει ένα νόημα, η ιστορία αυτή αξίζει να τελειώσει τη στιγμή που το τεράστιο μαύρο πετούμενο αψηφά τις αναθυμιάσεις του μετάλλου και αρπάζει το μπρελόκ με το ράμφος του, τινάζει τα φτερά του με λύσσα- το νερό σ’ αυτά τα μέρη δεν είναι τρεχούμενο, αργεί τον ιούλη να στεγνώσει η πίσσα.

η μετάφραση δεν είν’ το ζητούμενο. σου θυμίζω κοράκι σε ληστεύω σαν κίσσα.

Η μπουγάδα

α.

προσπαθώ να ισορροπήσω ενώ έχω μπουκώσει ένα εσώρουχο στο στόμα [δεν τα είχα φανταστεί έτσι τα πράματα] ανοιγοκλείνω πλαστικές δαγκάνες, καβούρια στα δάκτυλα των ποδιών μου, σκοινιά στους καρπούς μου- ανάποδα κρεμασμένη η πέτσα μου στον ήλιο μέχρι να σκληρύνω επαρκώς και να μη μπορείς να περάσεις

δερματικές παθήσεις και αλλεργιογόνα, καρκίνοι και αλογόνα- δάκρυ και φτάρνισμα, ή μήπως είναι με έψιλον; δες στις παλάμες μου έχω πληγές μα δεν ήταν καρφιά- αν θες πιάσε, αλλά έχω χαλαρώσει αρκετά επειδή δεν κινούμαι και τόσο- αυτές τις μέρες κυρίως στατικά χαμογελάω και αποτυπώνομαι σε φίλτρα υψηλής έκθεσης στον ήλιο, κοίτα με – δες με έχω όμορφο πρόσωπο. κοίτα με είπα

πλέον βάζω ανενόχλητη τα ρούχα για πλύσιμο, προσπαθώ να ισορροπήσω στην άκρη του σκοινιού, κρεμιέμαι από λάθος- και παρά την αφόρητη του τόπου υγρασία, λίγο-λίγο από τα χρόνια που με έβρεξες στραγγίζω

«Α.Ε.»

κοιτάω τα χέρια μου                            νομίζω δεν τα 'χω  ξαναδεί                                                        

ένα τέλειο ζευγάρι αχρησιμοποίητα χέρια με δέρμα περασμένο προσεκτικά γύρω απ' τα κόκκαλα σαν γάντι χειρουργικό/ με μίσχους φλέβες πράσινες που κυλάν σαν ποτάμια. χέρια κτήματα ποτιστικά. έχω κισσούς στα χέρια μου: όταν ξυπνάω ακούω να μεγαλώνει κάτω απ' το δέρμα μου δέρμα καινούριο- εχέγγυο ηλικίας οι καφέ του κηλίδες που μοιάζουν λες και το ποτήρι πάλι μου χύθηκε. όσο κι αν αλείφω με δείκτη προστασίας εκατό ο ήλιος επιμένει να με θρέφει. έχω αλλάξει χρώμα, ηλικία και όψη [κάτι ήξερε το ελάφι της Λιοτήρως] το δέρμα μου σκόνη πούδρας κάτω απ' τα μάτια μου με απλώνω- στη σκιά απ' το δέντρο που έσπειρα θάβομαι. φυσά αέρας και η κάμερα με σκορπίζει σε ξέθωρα πίξελ: εκπέμπω σε όλα τα μέρη που δε θέλω να βρίσκομαι, είμαι μακριά και σας δίνω τα λόγια μου αποκλειστικά εξ’ αποστάσεως. μαθαίνω πώς να αναπνέω με ένα μεγάλο πλάκωμα σαν πέτρα που κυλάει και παρασέρνει στο διάβα της τους ανθρώπους. όπως κυλάει τρίβομαι, λειαίνομαι, δεν γνωρίζω πια πρόσωπο και χέρια. δεν μας έχω ποτέ έτσι ξανά ξαναδεί: σκονισμένους κι ανήλιαγους. ίσως να φταίει το σήμα. ίσως να βρέξει λάσπη και να χρειαστεί πάλι να τα ζήσουμε όλα ξανά απ’ την αρχή. μια αέναη επανάληψη του πρώτου καταγεγραμμένου αμαρτήματος. ανυπακοή
στους αιώνας των αιώνων
ας μην