Τρία Έπσιλον

Αγέλη

αν και δεν φαίνεσαι να με πιστεύεις, τα σημάδια στο χέρι μου τα έκανε γάτα
δεν έχω μέσα μου πόνο μόνο αναμονή και ένα χαλίκι
αυτό τριβελίζω στη γλώσσα μου για να λέω το ρω και να μένω ξύπνια
πάνε δυο μήνες που με παίρνει ο ύπνος όρθια εκτός απ’ όταν με βλέπουν οι φίλες μου
τότε είναι που πίνω δίπλα σε άνδρες αμφιβόλου ποιότητος που ποτέ δεν κοιτάζω
στα μάτια μας μεγάλες μαύρες σακούλες έτοιμες να χωρέσουν μέσα τα νεκρά μας σώματα
αναδίπλωση του χωροχρόνου όποτε σκύβω στο μέρος σου φαντάζεις ένα νούμερο και δείχνεις απόλυτα έτοιμος να χωρέσω σε κάτι που θα μοιάζει σε ποίημα
τίποτα απ’ ό,τι κινείται δεν με αφορά, τώρα στέκεσαι
μα πάντα έτσι είναι οι άνθρωποι πριν τους αγγίξεις τα δάκτυλα και των δύο χεριών ένα ένα δέκα
τα βράδια δεν στέλνω πλέον μηνύματα ούτε ήχους σε κανέναν μου έρωτα
τελειώσαν αυτά
τώρα απαγγέλω ιστορικά γεγονότα του χάρτη ενώ αλυχτάω στις φίλες μου
απαιτώ να γυρίσουνε πίσω
και γελάω όσο μου εξηγεί
πως απόψε δεν δέχονται κάρτα

μελίγκρα η άτροπος

τα παιδιά αγνοούν με τι είναι σπαρμένα τα νεκροταφεία και πηδούν από πλάκα σε πλάκα σε πλάκα: κάνουν πως το πάτωμα είναι λάβα. στο μεταξύ, σημειώνω να μην το ξεχάσω, οι φωτογραφίες στα νεκροταφεία φανερώνουν πολλά περισσότερα απ’ όσα θα ήθελε κανείς να ξέρεις. δυο γερασμένα ταίρια που βρέθηκαν με φώτοσοπ στην ίδια εικόνα, η κυρία με τον σφιχτό κότσο και το κέρινο δέρμα, το ασπρόμαυρο ζεύγος με τις γερμανικές επιγραφές και τα λευκά αγαλματίδια ήταν σίγουρα γερμανοί μετανάστες στον ύστατο κι οριστικό τους επαναπατρισμό.

κεντρομόλος των μνημάτων ο κύριος με τα γυαλιά ηλίου που χαμογελά σαρδόνια στον φακό σε μια λήψη εμφανώς παρμένη σε νυχτερινό κέντρο- θυμίζει κάτι από φτηνή σαμπάνια με φράουλα τριών ημερών, ενώ πάνω στο μνήμα του έχει ανθίσει μια γιγαντιαία τριανταφυλλιά με δεκάδες κλώνους και πολλαπλάσια άνθη: λερναία ύδρα θανάτου έχει φάει το μνήμα, γνέθεις ένα κουβάρι κι άλλα τρία πεθαίνουν, Κλωθώ βασίλισσα της φθοράς, τα άνθη κόκκινος λεκές στη λευκή μαρμάρινη κηλίδα του πράσινου δάσους.

αυτό το σώμα πολύ θ’ αγάπησε για ν’ άνθισε έτσι, λέω και του κλείνω το μάτι

Επιλόχεια

το κοράκι κάνει γαρ\γαρ, ο ήχος μοιάζει με το πώς θα γάβγιζε ένας ιπτάμενος σκύλος, σαν αυτόν που ισχυρίστηκε πως είδε ένας από τους κλέφτες διδύμους και ζήτησε αμύθητα λεφτά από τον βασιλιά, στη χώρα που φύτρωσες λες είναι διάσημος εκείνος ο μύθος. κι εγώ σε πιστεύω.

υπήρξες κάποτε μωρό, αυτό είναι το μόνο σίγουρο. ο θηλασμός μοιάζει φρικτός, όπως το τεράστιο πλάσμα κρέμεται με δόντια δαγκάνες απ’ τη ρώγα σου- σε πέντε χρόνια θα έχω υιοθετήσει τα μισά αδέσποτα της πόλης, τρία με τέσσερα παιδιά και έναν κάδο σκουπιδιών. το τελευταίο θα ισχυρίζομαι πως δεν έχω ιδέα πώς προέκυψε, αν και πολύ καλά θα ξέρω πως η ιδέα αυτή άρχισε να κυοφορείται τη μέρα που έριξα μέσα στον τεράστιο μαύρο κάδο τα κλειδιά του αυτοκινήτου μου. αν λοιπόν στ’ αλήθεια κάθε πράξη μας φέρει ένα νόημα, η ιστορία αυτή αξίζει να τελειώσει τη στιγμή που το τεράστιο μαύρο πετούμενο αψηφά τις αναθυμιάσεις του μετάλλου και αρπάζει το μπρελόκ με το ράμφος του, τινάζει τα φτερά του με λύσσα- το νερό σ’ αυτά τα μέρη δεν είναι τρεχούμενο, αργεί τον ιούλη να στεγνώσει η πίσσα.

η μετάφραση δεν είν’ το ζητούμενο. σου θυμίζω κοράκι σε ληστεύω σαν κίσσα.

Η μπουγάδα

α.

προσπαθώ να ισορροπήσω ενώ έχω μπουκώσει ένα εσώρουχο στο στόμα [δεν τα είχα φανταστεί έτσι τα πράματα] ανοιγοκλείνω πλαστικές δαγκάνες, καβούρια στα δάκτυλα των ποδιών μου, σκοινιά στους καρπούς μου- ανάποδα κρεμασμένη η πέτσα μου στον ήλιο μέχρι να σκληρύνω επαρκώς και να μη μπορείς να περάσεις

δερματικές παθήσεις και αλλεργιογόνα, καρκίνοι και αλογόνα- δάκρυ και φτάρνισμα, ή μήπως είναι με έψιλον; δες στις παλάμες μου έχω πληγές μα δεν ήταν καρφιά- αν θες πιάσε, αλλά έχω χαλαρώσει αρκετά επειδή δεν κινούμαι και τόσο- αυτές τις μέρες κυρίως στατικά χαμογελάω και αποτυπώνομαι σε φίλτρα υψηλής έκθεσης στον ήλιο, κοίτα με – δες με έχω όμορφο πρόσωπο. κοίτα με είπα

πλέον βάζω ανενόχλητη τα ρούχα για πλύσιμο, προσπαθώ να ισορροπήσω στην άκρη του σκοινιού, κρεμιέμαι από λάθος- και παρά την αφόρητη του τόπου υγρασία, λίγο-λίγο από τα χρόνια που με έβρεξες στραγγίζω

«Α.Ε.»

κοιτάω τα χέρια μου                            νομίζω δεν τα 'χω  ξαναδεί                                                        

ένα τέλειο ζευγάρι αχρησιμοποίητα χέρια με δέρμα περασμένο προσεκτικά γύρω απ' τα κόκκαλα σαν γάντι χειρουργικό/ με μίσχους φλέβες πράσινες που κυλάν σαν ποτάμια. χέρια κτήματα ποτιστικά. έχω κισσούς στα χέρια μου: όταν ξυπνάω ακούω να μεγαλώνει κάτω απ' το δέρμα μου δέρμα καινούριο- εχέγγυο ηλικίας οι καφέ του κηλίδες που μοιάζουν λες και το ποτήρι πάλι μου χύθηκε. όσο κι αν αλείφω με δείκτη προστασίας εκατό ο ήλιος επιμένει να με θρέφει. έχω αλλάξει χρώμα, ηλικία και όψη [κάτι ήξερε το ελάφι της Λιοτήρως] το δέρμα μου σκόνη πούδρας κάτω απ' τα μάτια μου με απλώνω- στη σκιά απ' το δέντρο που έσπειρα θάβομαι. φυσά αέρας και η κάμερα με σκορπίζει σε ξέθωρα πίξελ: εκπέμπω σε όλα τα μέρη που δε θέλω να βρίσκομαι, είμαι μακριά και σας δίνω τα λόγια μου αποκλειστικά εξ’ αποστάσεως. μαθαίνω πώς να αναπνέω με ένα μεγάλο πλάκωμα σαν πέτρα που κυλάει και παρασέρνει στο διάβα της τους ανθρώπους. όπως κυλάει τρίβομαι, λειαίνομαι, δεν γνωρίζω πια πρόσωπο και χέρια. δεν μας έχω ποτέ έτσι ξανά ξαναδεί: σκονισμένους κι ανήλιαγους. ίσως να φταίει το σήμα. ίσως να βρέξει λάσπη και να χρειαστεί πάλι να τα ζήσουμε όλα ξανά απ’ την αρχή. μια αέναη επανάληψη του πρώτου καταγεγραμμένου αμαρτήματος. ανυπακοή
στους αιώνας των αιώνων
ας μην