Ραγκ

Χλωμή Μισέλ

η πατρίδα μας το Τζόουνσταουν αγαπητέ
αν και δεν γουστάρουμε Kool Aid
μες το υδροκυάνιο μας
είμαστε τα κλεφτρόνια
των καλοκαιρινών σου διακοπών
και τα εγκαύματα στο μπούτι της Σπυριδούλας
άναψε ένα κερί
για μας
και την πουτάνα
την μνήμη που σε απατά

αλίμονο, δεν υπήρξαμε ποτέ ανθρώπινα όντα
αυτά πεθαίνουν
και βαριούνται
και ζηλεύουν
και πίνουν κρασί
και συνθέτουν ηλίθια παζλ
και τηλεφωνούν
και κλαίνε
και ζορίζονται
και φορούν αποσμητικά και κολόνιες
τα ερείπια δεν μιλάνε
δεν πειράζουν
δεν νοιάζονται για εισαγωγές
δεν κλείνονται σε αχυρώνες
δεν παρακολουθούν
δεν τρέχουν
δεν έχουν όμορφα νύχια
ούτε τα φωνάζουν Μισέλ

αλίμονο, μας εξαπάτησαν
και θα μείνουμε για πάντα
στο κατάστρωμα του χλωμού σκάφους
να μας χώνουν στις αγγαρείες

χωρίς τσιτάτα

τον κάλεσαν σε απολογία
στο παραθαλάσσιο θέρετρο
στην Χαλκιδική

απέκλινε από την γραμμή
εδώ και μερικούς μήνες
και αυτό είναι ασθένεια

όταν έφτασε κατάπινε ένα χωνάκι
σαν να κρινόταν από αυτό
η σωτηρία του

ένα παλτό παράγοντα τοπικού
κρεμόταν στους ώμους του
έτοιμο να πέσει

από μακριά η φάση μύριζε απάλευτη
για αυτό και είχε προνοήσει
να μην φτάσει νηφάλιος

το δίλημμα έπαιζε
-όπως πάντα-
ανάμεσα σε κήρυγμα και νουθεσία

εκείνοι δεν ήξεραν πώς να διαχειριστούν
τον άνθρωπο
που θύμιζε τον σύντροφο τους

αυτός δεν είχε έρθει στην έξοχη
για να λογοδοτήσει
μόνο αυτό καταλάβαινε πλήρως

για μια στιγμή τα πράγματα
ήταν όπως δεν θα ξαναγίνουν
χωρίς τσιτάτα

τσιμπάνε όλοι από το ίδιο τάπερ
απλά τσιμπάνε
και το στιφάδο δεν κατεβαίνει με τίποτα

όταν τους εξομολογείτε τα πάντα
ο Ψηλός πάει μια βόλτα από την αποθήκη
χωρίς να είναι σίγουρος

γυρνάει φορτωμένος
άκουσε αυτό που δεν ήθελε
και ακούμπησε το Κόλτ στο τραπεζάκι του καφέ

η άμμος ξεκαθάρισε επιτέλους
και εκείνος κάτω από το βάρος της ιστορίας
και το όπλο του Τσέχωφ,
πήρε μια ανάσα που φύλαγε στην τσέπη
έβαλε τα ακουστικά του
ούρλιαξε μαζί με τον Μάικλ Στάιπ
και έφυγε για την παραλία.

Ο Ψηλός ακολούθησε λίγο αργότερα.