Πυθαγόρας Κ.

Αδελφέ μου

Έχεις αδελφέ μου εσύ
εσύ   που σε βλέπω από μακριά
μέσα απ’το πυρακτωμένο μου κούτελο
και τα στεγνά μου μάτια
μια τάση ν’απαντάς σε όλα τ’αδιάφορα κι ανίερα
σ’ όλα όσα εύκολα φαίνεται να έχουν σκονιστεί
παρά την υπηρέτρια και τα βρώμικα της γόνατα
παρά τις εκπομπές του ραδιοφώνου
τις βελόνες   τα τζάμια   τις κουρτίνες
τα γυαλιά και τα καρφιά

Έχεις αδελφέ μου   στο λέω στα ίσια
ένα σκυλί σε σχήμα σφαίρας
φρακαρισμένο στον οισοφάγο σου
μια γλώσσα λευκό σεντόνι
ο ουρανίσκος σου τρούλος χτιστός
με λόγια χαρακωμένος   σε βλέπω
σε βλέπω και σ’ακούω να τραυλίζεις

Είχαμε συναντηθεί κάποια από τις δεκαετίες
που ‘χουν σφραγίσει αυτοί με τα γυαλιά
και τις τανάλιες   τους τροχούς
και τα ποτήρια
είχαμε συναντηθεί και το θυμάμαι
ίσως εσύ να μην μα τώρα
σου φαίνεται αλήθεια ο ερχομός μου
και πιο αλήθεια ο κορμός μου
που φαίνεται να γέρνει μα δε γέρνει
ήταν απλή διάγνωση   κουτσομπολιό   κακοφημία
η λάθος μου γωνία

Άφησε κάτω αδερφέ μου το μάτι σου
φαίνεσαι ταραγμένος και λίγο μένει για να σπάσει
άφησε κάτω το τόξο σου
δε θα σου χρειαστεί στην έρημο
ούτε γραμμή θανάτου
ούτε τετράγωνο νοητό να κρύψεις τον εαυτό σου
ούτε μαλλί κυκλώνας λευκός
του γέρου βοσκού ή του αμνού
εδώ   όλα φαίνονται
κι εγώ σε βλέπω
σε βλέπω να πλάθεις κουλούρες
τις ζάρες του προσώπου σου
ν’ανοίγεις φύλλο
τις ουλές π’όλο θυμίζουνε
σε βλέπω κι είσαι πράγματι παιδί ενός μύθου
μα μονάχα στο τετραγωνικό ετούτο και το ξέρεις

Σε βλέπω   γνωριζόμαστε
θα με φιλήσεις
εικόνα χρυσαφιά μάτια
σταφύλια κάστανα έχεις
όταν σωπαίνεις

Τα Συντρίμμια

Ερείπια αγγίζω με το δάχτυλο
να δοκιμάσω την υφή τη γεύση
το κουράγιο μου
είναι τα κόκαλα των ανθρώπων μου
φτιαγμένα για να ισιώνουνε τη στάση τους

Ένας ανάπηρος σέρνεται με τα χέρια
στα χώματα ευτυχισμένος
να φτάσει ποθεί ένα λουλούδι
διψασμένος στα χώματα
να ρουφήξει άρωμα ποθεί

Τρία πουλιά μονάχα απόμειναν
όλα τους είναι άρρωστα μα αληθινά
κι αληθινά είν’ πεινασμένα

Χθές έλαμπαν τα κάρβουνα
στα στήθη των γεμάτων φεγγαριών
τρία τρία φεγγάρια άρρωστα
μ’αληθινά σφίγγουν το βάρος τους με το στομάχι
κι ειν’ η βαρύτητα
ο πρώτος θάνατος που βαφτίζει
τα συντρίμμια

Μέρες Σαράντα

Με το μετάξι που υφαίνει
το σάλιο της μοίρας
δένω με μια άγαρμπη κίνηση
στη γλώσσα μου τον κορσέ
που μου δωρίσαν νυχτερίδες

Μια άγια μυρωδιά έχει κατακλίσει βροχερή
το στόμα και τα μαλλιά μου
κι είναι οι ολονυχτίες μου γεμάτες θολούρα
μπαρούτι και νερό

Να οι παλάμες μου
με μαύρο ζωγραφισμένες
γλιστερές και λαδωμένες
σφίγγουν ένα σπαθί

Ένα γήινο αξιοθέατο
χώμα   πέτρες
κι ένας παλιός ξύλινος φούρνος
που μου θυμίζει τη μητέρα μου

Βρώμικες χούφτες κρύβουνε τα μάτια μου
ρωτούν
τι καιρό θα κάνει στο μέλλον
μέρες σαράντα

Ορίστε το μνήμα μου

Βρίσκομαι ανάπηρος και μικροσκοπικός
πάνω σε μια γιγάντια καρέκλα
τριγύρω όλες οι γυναίκες φαντάζονται το μνήμα
μου πένθιμο μα καρποφόρο
ταυτόχρονα
ένας φονιάς με τα δόντια του
συζητά για το μέλλον
με κοιτά και με σκιτσάρει
πότε με χρώμα γκρί
πότε μ ‘απαισιόδοξο
ταιράξαν φαίνεται του νού του καλλιτέχνη
τα βεγγαλικά   τα ξώγαμα   τα μπάσταρδα
με τις ζάρες και τις ζαριές
σαν οιωνοί της εξολόθρευσης
κοιτούν για χάρη μου
τον ένστολο σαχλό
ορίστε το μνήμα μου
μια ξανθιά ανταύγεια της Σαχάρας
ένα σαχλοπήδημα του Πάνα
μία ασήμαντη πομπή
ο αγγελιαφόρος κλαίει
ανακοινώθηκαν τα βαφτίσια μου
κανείς δεν ήθελε να ονομαστώ
τώρα ορίστε
χρυσά πιρούνια    χρυσό πιάτο
κι ένα έλατο στη γωνία
προσπαθεί να γίνει εμπόδιο
στον αγώνα της ανεξαρτησίας μου