Κιριλος

Μετέωρο

Μετέωρο.
Φαινόμενο, συνήθως φωτεινό, που σβήνει απότομα.
Αποτέλεσμα εισβολής βραχώδους αντικειμένου στην ατμόσφαιρα.

Μεταφορικά: κάτι αβέβαιο ή σε αναμονή.

Μετέωρο αίσθημα.
Το αποτέλεσμα της νοητής σύγκρουσης των προαναφερθέντων εννοιών, μέσα σε ένα κεφάλι.
Ένα συναισθητικό ψυχοσωματικό φαινόμενο, αστρονομικών
διαστάσεων/αποστάσεων/αντιστάσεων/ά-σεων.

Κυριολεκτικά: Απραξία ή/και δράση παρακινούμενη από ανεπεξέργαστα εξωτερικά ερεθίσματα
και παρακινούμενη/ενισχυμένη από γρήγορα εναλλασσόμενες αλλά ταυτόχρονα, πάντα,
δυσανάλογες ποσότητες αλκοόλης και αυτοπεποίθησης.

Εκτυφλωτικό. Προσκρούει, τρυπάει, δημιουργεί κρατήρα. Θραύσματα γυαλιστερά παντού,
εξαπατούν. Πέτρες είναι. Όσο μένουν εκεί προσθέτουν περιττό βάρος και έτσι σκληρές σε κάθε
κίνηση σου, τις νιώθεις. Αμφιβολία στάζει από τον πυρήνα ανέλεγκτα στους νευρώνες που την
αβεβαιότητα μεταφέρουν ακούσια σε όλο το σύστημα. Εκρήγνυνται.
Με κάθε παλμό της η καρδιά διοχετεύει περίπου 70 χιλιοστόλιτρα αίματος στις αρτηρίες.
Με αυτό τα ρινίσματα καταλήγουν στα άκρα.
Ή για γάγγραινα πας από την απραγία ή με σπαστικές άγαρμπες κινήσεις καταλήγεις να
ακουμπάς και να κόβεις γόνατα προταγμένα.