Ιώ. Τ.

Αντικείμενα

Το αφρόλουτρο μυρίζει σύκο
θα ξεκινήσω να τρώω
απ’ το πόδι,
χιλιάδες πόδια απόσταση
φτιάχνουν ουτοπίες
για ‘σενα και για ‘μενα,
πάντα κάτι χάνεις σε κάθε ταξίδι,
απλώς σε κάποια άλλη εκδοχή
είναι τραίνο ή πλοίο,
άλλοτε το ίδιο το ταξίδι
μα
αυτήν τη φορά
ολόκληρο αυτό το σύμπαν: εμείς,
θα μείνει στο συρτάρι
τώρα γνωρίζεις ότι όλα μπορούν να χρησιμοποιηθούν εναντίον σου -εγώ δεν στο κρύβω-
κι έχω χάσει ήδη χρόνια, λεφτά, την καλή μου διάθεση

κατούρησα πριν φύγω τρεις φορές
μια στη λεκάνη
μια στο κρεβάτι
μια πάνω μου
πήρα μαζί μου έναν δίσκο,
ένα δικό μου βιβλίο
κι ένα καινούριο κινητό:
έσπασα 4 μέσα σε 3 χρόνια,
καλά το δικό σου -τι ωραίο το χέρι σου-
καλά τα δικά μου -κι οι κλείδες μου από κάτω-

του ξένου ανθρώπου τι μου ‘φταίγε;
με τι να το παρομοιάσω να μην ντρέπομαι;

ωστόσο, οτιδήποτε δικό σου ζωντανό θέλω να το πειράξω -δεν στο κρύβω-
τα παιδιά σου, την μάνα σου, τα παιδικά σου χρόνια,
τις Κυριακές σου, το πάρκο σου,
κάθε φορά που μπαίνει το κτελ στην Αθήνα

έφτασε πάλι η ώρα να φύγω
κι είναι το αναπάντεχο που με ταράζει
εντούτοις ξέρω πολύ καλή ορθογραφία
το αναμμένο γράφεται με δύο μι και όμικρον αναμένω μ’ ένα μι και ωμέγα -και διόρθωσέ με αν κάνω λάθος-
σου αφιερώνω αυτούς τους στίχους
κι αυτό το λογοπαίγνιο

ελπίζω να ‘χεις ο,τι θες από υλικά αγαθά
αφρόλουτρο, κινητό, ουροσυλλέκτη
τα αντικείμενα -γνώμη μου-
είναι ανώτερα των εννοιών που τα περιβάλλουν

x3

Με χειρουργικά γάντια
κυκλοφορώ ένδοιά-μεσα
καθαρίζω
τασάκια, πάτωμα, ποτήρια
πλένω
λάσπη, σκατά, και βλέννη
μαζεύω οτιδήποτε πετιέται
κωλόχαρτο, καπότες, σωληνάκια
απ’ την τελευταία γραμμή
ως την γραμμή για το σπίτι
τρεις φορές πάντα
να πλυθώ
να ντυθώ
και να φύγω
ξεκινώ από μένα
για να καταλήξω σ’ εκείνον
το φρικιό
τον αντικανονικό
τον πεθαμένο
μ’ ένα ταξί που πληρώνω
με λεφτά που μου χρωστάνε
ξεκινώ από μένα
για να καταλήξω σ’ εκείνον
με τα μαύρα μάτια
την άσπρη καρδιά
το διάφανο αίμα
μα δεν αξίζουν
οι φθηνές μου εικόνες
σε έναν ακριβό άνθρωπο
επί τρία.

Ευθείες Καμπύλες

Παράλληλες ευθείες γραμμές
Τις νύχτες μόνο
κώδικες στο σύστημα του εγκεφάλου:
Με λέει «οξυδερκή»
Τον λέω «τσακάλι»
Κανένας μας δεν είναι απλώς ευφυής
και την πατήσαμε
-πάλι δεν το ζήσαμε-
έψαξα στον πέμπτο
ένα αυτός, εκατό εγώ, εκατό αυτός; εγώ
κανένα
κλειδί, ευτυχώς δεν υπάρχει
δεν θα πάμε με πτώση
πέσαμε μια φορά
έξω
Εγώ νόμισα ήταν για μένα
Αυτός νόμισε ήταν γι’ άλλον
Δίνω δυο μέρες
Δίνει δυο μήνες
Γράφει βρώμικους ήχους για ρίμες
Γράφω σάπια ποίηση – με ψευδώνυμο
Μα είναι το ουίσκι ακριβό
η εποχή μας φθηνή
το σπίτι μου γκαρσονιέρα
Είναι Δευτέρα
κι έχω τόσο κουραστεί
που πέθανα και περιμένω
τις νάρκες του πάρκου να σκάσουν
αυτή η σπίθα να γίνει φωτιά
αυτό είναι timing
το κέντρο μικρό
εμείς λίγοι
κι ο ένας για τον άλλον
Κι αναμετάξυ μας
στην ίδια «φάση»
Τρίτη απόγευμα μόνο
Και σκέψου πόσους αντέχει μια πλατεία
Που και οι ευθείες μας καμπυλώθηκαν
Μα και δε θα συναντηθούμε ποτέ
Χρόνος υπάρχει
Σωστό ή λάθος
Σίγουρα πάντως δεν θέλω
Να βρίσκομαι άλλο
Σ’ αυτήν την θέση.

Ιστορία για ένα έντομο κι ένα πτηνό

Το καλοκαίρι νιώθω σαν κατσαρίδα
που οσφραίνεται με δυσκολία,
για να βρει το φαγητό της, να τραφεί και να ζήσει
και δε ξέρω καν
αν η κατσαρίδα έχει όσφρηση
μόνο την βλέπω ν’ ακολουθεί για ώρα αυτήν τη γραμμή
που για την ίδια, μπορεί και να μην υπάρχει καν, κι εγώ να είμαι εκείνη που της την όρισα
επειδή εκεί
για ‘μένα -με την ανθρώπινη όσφρησή μου- μυρίζει κάτι σαν σάπια ντομάτα.
Ωστόσο, η δική μου γραμμή
που αυτή σίγουρα δεν υπάρχει
και ακόμα πιο σίγουρα την όρισα -από- μόνη μου,
μυρίζει νύχτα σε ημιαστικό τοπίο, με λίγα δέντρα και ίσως υγρασία.
Εκεί είναι που τώρα εγώ, οσφραίνομαι με την ίδια δυσκολία
για να βρω το φαγητό μου, να τραφώ και να ζήσω
-όμως με την ανθρώπινη όσφρησή μου.
Τώρα της μοιάζω
κι εσύ με φοβάσαι
όμως να ξέρεις
υπάρχουν μεγαλύτερα πλάσματα,
πιο άσχημα και πιο επικίνδυνα από ‘μενα κι εκείνη που
μόλις
έγινε το φαγητό ενός πτηνού, μπρος στα μάτια μου
κι αυτό είναι ένας σπαραγμός μες στον σπαραγμό
ακριβώς σαν τον δικό μας.
Τα πτηνά
είστε πιο μεγάλα, πιο άσχημα και πιο επικίνδυνα από κάθε έντομο σαν εκείνη
κι εμένα
που νόμισα πως επειδή με φοβάσαι
θα σε φάω ολόκληρο
και να που τελικά, πιάστηκα στην παγίδα μου,
κι έγινα εγώ το φαγητό σου
κι ούτε καν για να χορτάσεις- σιγά το γεύμα!
για λίγες ώρες μόνο
για το ποιος υπερισχύει στα παιχνίδια της φύσης
και για το τι τελικά, ορίζεται.
Μα
το αστείο είναι
που ενώ με κατάπιες
με φοβάσαι ακόμα.
Κι αλήθεια αναρρωτιέμαι
αν θα κάτσεις ν’ αναλύσεις αυτήν την ιστορία, γι’ αυτό το έντομο κι αυτό το πτηνό
Ή αν όλα όσα γράφτηκαν από πριν,
ματαιώνονται κι αυτά
τώρα που δεν θα ξαναγράψω για σένα