Γωγώ Λιανού

Στον άνθρωπο

Σέρνω την ψυχή μου σ’ ένα κόσμο που
αναστενάζει απ’ την οδύνη.
Την οδύνη που του χάρισαν τα σκυλιά
με τις γραβάτες.
Κοίτα με.
Παίρνω τις γραβάτες τους και φτιάχνω θηλιές.
Σέρνω την ψυχή μου με φασαρία, μήπως σας
ξυπνήσω.
Φοβάμαι πως θα τα καταφέρω.
Ψιθυρίζω μοιρολόγια για τα παιδιά στις
φυλακές.
Για εκείνα που τα βράδια κλαίνε.
Εκείνα τα παιδιά που ορκίζονται για το αύριο.
Ψιθυρίζω για μένα μοιρολόγια.
Γι α τον έρωτα που ‘χει γίνει πόρνη.
Την κερνάω ποτά να την πλανέψω.
Κοίτα τι ωραία που κόβω το λαιμό μου.
Πάρε το αίμα να πλυθείς.
Να γίνουν όλα κόκκινα να γλυτώσουμε.
Θα γλυτώσουμε ποτέ;
Και το βάρος στους ώμους;
Ο πόνος στην πλάτη;
Θα φύγουν ποτέ;
Όλα θα τα γιατρέψει η φωτιά.
Σώπασε.
Κλαίνε τα παιδιά στις φυλακές.
Άκου.
Η μέρα πλησιάζει.

Άτιτλο

Θα έρθουν να με πάρουν,δεν μπορεί!
Αφού μου το είπαν.
Αν όμως λείπω;
Αν έρθουν και δεν είμαι εδώ;
Και φαντάσου πως άλλαξα τα καλύμματα του καναπέ,
έβαλα λουλούδια στα βάζα,σκούπισα,
μέχρι και το πρόσωπό μου έπλυνα για να είναι όλα ωραία και καθαρά.
Το αποφάσισα!
Δεν θα πάω πουθενά.
Ούτε για ύπνο δεν θα πέσω.
Και φαντάσου πως έχει περάσει καιρός και ακόμη να φανούν.

Λες να μου είπανε ψέματα;
Λες να μην έρθουν;
Θα σου πω κάτι.
Θα κοιμηθώ για λίγο.
Χρόνια είμαι άυπνη και ακούω φωνές.
Και αν την πόρτα μου τελικά χτυπήσουν,πες πως λείπω.
Μην τους πεις ότι περίμενα.
Θα το πάρουν πάνω τους.
Μη με παρεξηγείς μωρέ.
Απλά κουράστηκα λιγάκι.
Κοίτα πως τελειώνουν οι προσδοκίες μιας ζωής!
Με έναν ύπνο χάνονται.

Εμείς

Οι καιροί απαιτούν βία,
κι εμείς παίρνουμε μάτι απ’ το βάθος της ασφάλτου.
Σκυθρωποί.
Ανέλπιστα προδομένοι, μα χαρούμενοι.
Παράνομοι.
Κομμένοι στη μέση, μα πλήρεις.
Ζωντανοί.
Ξεδιάντροπα νέοι, μα ρυτιδιασμένοι ως τα νύχια.
Με καρκίνους μαύρους σα τη νύχτα
κι άγριους, σα τα κτήνη στα βουνά.
Και για μια στιγμή κρυώσαμε,
μα δε θυμάμαι αν έκανε κρύο
ή αν ήταν η απελπισία που μας σήκωνε την τρίχα.
Να λιώνουν τα μάτια μας απ’ τον πυρετό
και η θερμοκρασία σταθερή.
στους 36 κι 6.
Και να φωνάζουν τα καθίκια να τους δώσουμε κι άλλο.
Και είπα πριν,
προδομένοι μα χαρούμενοι.
Σβήσε το χαρούμενοι.
Προδομένοι, άσεμνοι,
καθόλου υπομονετικοί,
άπειρα επαναστατικοί.
Οι καιροί απαιτούν βία.
Κι είναι θλιβερό,
που άκουσα τη μάνα μου να μου λέει ‘’πρόσεχε’’
μετά, που έκλεισα την πόρτα.

Άτιτλο

Ο έρωτας βρέθηκε κρεμασμένος στο δωμάτιο των ξένων,
φορώντας παπούτσια δυο νούμερα μεγαλύτερα.
Μεθυσμένος από κρασί,
λίγο κρασί
και λίγο κρασί ακόμη.
Ποτισμένος με καπνούς και ουσίες.
Με αφρούς να στάζουν απ ‘ το στόμα
στο πάτωμα λίγο-λίγο,
μας κάνανε όλους νευρικούς.
Με το ένα μάτι ανοιχτό
και το άλλο ραμμένο με μαύρη κλωστή.
Ο έρωτας βρέθηκε κρεμασμένος στο δωμάτιο των ξένων,
φορώντας παπούτσια δυο νούμερα μεγαλύτερα.
Ο έρωτας δεν δάκρυσε.
Χαρούμενοι χειροκροτήσαμε όλοι.

ΑΥΤΟ

Είναι πρόκληση η ταράτσα χωρίς κάγκελα.
Είναι πρόκληση οι μνήμες σε κάθε γωνιά
κι αυτή η μια που κουβαλώ πάντα μαζί μου.
Είναι πρόκληση τα ποτήρια με τ’ αλκοόλ
και σε σκορπάς μέσα σ’ αυτά
και γύρω-γύρω σ’ όλους.
Να ξεδιψάσουν.
Και να τραβιέσαι εδώ κι εκεί
σα να είσαι από λάστιχο φτιαγμένος.
Είναι πρόκληση να τεντώνεις.
Να δεις πόσο αντέχεις για να σπάσεις.
Είναι πρόκληση το τραίνο που δεν πήρα.
Κι οι εικόνες στο δρόμο, πρόκληση κι αυτές.
Και όλα προκλήσεις και παντού
και πάνω-κάτω, πάνω-κάτω,
νυχτερινά δρομολόγια
με τις φωνές παρέα
χωρίς άνθρωπο γύρω να σου βάλει όριο
και εσύ να ευχαριστείς.
Όχι τον Θεό.
Μα εκείνον που δεν ήρθε.
Γιατί ήταν πρόκληση να θέλει
κι εσύ ν’ αρνείσαι το κενό που σου προσφέρει.
Είναι πρόκληση οι φίλοι που αλλάζουν,
που αλλάζεις μαζί τους κι εσύ
κι αυτοί που σου είπαν ‘’έτσι μείνε’’.
Είναι πρόκληση να μη βγάλεις όπλο στ’ αφεντικό,
να σκύψεις να γλύψεις ξανά και ξανά
-και θα πω-
ξανά και ξανά
να σκύψεις να γλύψεις, είναι πρόκληση.
Να κάνεις υπομονή
κι απ’ την αρχή υπομονή,
τα χέρια σου γερνάνε και το σκοινί χαλάρωσε.
Και οι νύχτες ούρλιαζαν
σα πεινασμένες σκύλες στ’ αφτιά σου,
που τα έκοψες με το μαχαίρι και τους τα πέταξες,
να φάνε, να χορτάσουν.
Είναι πρόκληση ποτέ σου να μη φτάνεις
ενώ πηγαίνεις τρέχοντας
μα ξέχασες πια που κατεβαίνεις.
Πρόκληση είναι οι σκιές
που σου ζητάνε να χορέψεις
και είναι όμορφες και περιποιημένες
κι εσύ φοβάσαι γιατί σου μοιάζουν
και γυρίζεις την πλάτη και σε ξεσκίζουν.
Είναι πρόκληση, που ‘χεις χέρια και δε με κράτησες
μη πέσω κι άλλο, να μην αλλάξω.
Που ‘χεις χέρια και δεν με ταρακούνησες δυνατά
κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο
μήπως ξυπνήσω, γιατί όνειρο είναι κι εφιάλτης.
Είναι πρόκληση να πεις ‘’αντέχω’’,
ενώ σε χτυπάνε από παντού
με τουφέκια και πέτρες και ότι άλλο έχουν
και δε φροντίζουν τις πληγές και προχωράει η μόλυνση,
μέσα ως μέσα και σαπίζεις
και τα σκουλήκια σου θα τρώνε καλά και μεγαλώνουν,
γίνονται ίσα με ‘σένα κι έχεις τώρα κι άλλη παρέα.
Κι η ώρα περνάει κι ο χρόνος κυλάει,
κρίμα για ‘σένα που ‘σαι μόνος.
Κρίμα για ‘μένα που στην ταράτσα ζω.
Σαν τώρα ποτέ δεν φοβήθηκα.
Κι είναι πρόκληση στις μέρες μας να ζεις ευτυχισμένος.