Παγκάρι

Άτιτλο (Γωγώ Λιανού)

Είναι πρόκληση η ταράτσα χωρίς κάγκελα.
Είναι πρόκληση οι μνήμες σε κάθε γωνιά
κι αυτή η μια που κουβαλώ πάντα μαζί μου.
Είναι πρόκληση τα ποτήρια με τ’ αλκοόλ
και σε σκορπάς μέσα σ’ αυτά
και γύρω-γύρω σ’ όλους.
Να ξεδιψάσουν.
Και να τραβιέσαι εδώ κι εκεί
σα να είσαι από λάστιχο φτιαγμένος.
Είναι πρόκληση να τεντώνεις.
Να δεις πόσο αντέχεις για να σπάσεις.
Είναι πρόκληση το τραίνο που δεν πήρα.
Κι οι εικόνες στο δρόμο, πρόκληση κι αυτές.
Και όλα προκλήσεις και παντού
και πάνω-κάτω, πάνω-κάτω,
νυχτερινά δρομολόγια
με τις φωνές παρέα
χωρίς άνθρωπο γύρω να σου βάλει όριο
και εσύ να ευχαριστείς.
Όχι τον Θεό.
Μα εκείνον που δεν ήρθε.
Γιατί ήταν πρόκληση να θέλει
κι εσύ ν’ αρνείσαι το κενό που σου προσφέρει.
Είναι πρόκληση οι φίλοι που αλλάζουν,
που αλλάζεις μαζί τους κι εσύ
κι αυτοί που σου είπαν ‘’έτσι μείνε’’.
Είναι πρόκληση να μη βγάλεις όπλο στ’ αφεντικό,
να σκύψεις να γλύψεις ξανά και ξανά
-και θα πω-
ξανά και ξανά
να σκύψεις να γλύψεις, είναι πρόκληση.
Να κάνεις υπομονή
κι απ’ την αρχή υπομονή,
τα χέρια σου γερνάνε και το σκοινί χαλάρωσε.
Και οι νύχτες ούρλιαζαν
σα πεινασμένες σκύλες στ’ αφτιά σου,
που τα έκοψες με το μαχαίρι και τους τα πέταξες,
να φάνε, να χορτάσουν.
Είναι πρόκληση ποτέ σου να μη φτάνεις
ενώ πηγαίνεις τρέχοντας
μα ξέχασες πια που κατεβαίνεις.
Πρόκληση είναι οι σκιές
που σου ζητάνε να χορέψεις
και είναι όμορφες και περιποιημένες
κι εσύ φοβάσαι γιατί σου μοιάζουν
και γυρίζεις την πλάτη και σε ξεσκίζουν.
Είναι πρόκληση, που ‘χεις χέρια και δε με κράτησες
μη πέσω κι άλλο, να μην αλλάξω.
Που ‘χεις χέρια και δεν με ταρακούνησες δυνατά
κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο
μήπως ξυπνήσω, γιατί όνειρο είναι κι εφιάλτης.
Είναι πρόκληση να πεις ‘’αντέχω’’,
ενώ σε χτυπάνε από παντού
με τουφέκια και πέτρες και ότι άλλο έχουν
και δε φροντίζουν τις πληγές και προχωράει η μόλυνση,
μέσα ως μέσα και σαπίζεις
και τα σκουλήκια σου θα τρώνε καλά και μεγαλώνουν,
γίνονται ίσα με ‘σένα κι έχεις τώρα κι άλλη παρέα.
Κι η ώρα περνάει κι ο χρόνος κυλάει,
κρίμα για ‘σένα που ‘σαι μόνος.
Κρίμα για ‘μένα που στην ταράτσα ζω.
Σαν τώρα ποτέ δεν φοβήθηκα.
Κι είναι πρόκληση στις μέρες μας να ζεις ευτυχισμένος.

Σε καιρούς πολέμου (Φοξ)

Η θάλασσα είναι πλέον
νερό και πολλή άμμος
το φεγγάρι δανεικό φως
τα σπίτια ένα μέρος να κρυφτείς
απ’ τη θλίψη των άλλων
κι ένα μέρος να κρύψεις
τη δική σου θλίψη
τα φιλιά και τα τσιγάρα
απλά μια κακή συνήθεια.
Ήμασταν συνεργοί κι αντίπαλοι
και καταδότες και προστάτες
περήφανοι, βρωμεροί αντιήρωες
ενίοτε λιποτάκτες
μα πάντοτε αδίστακτοι
πατήσαμε επί πτωμάτων
και σβήσαμε τα χνάρια μας.
Λένε πως κανείς δε ζει
με τόσο πόνο στην καρδιά
κι όμως, είμαστε οι μόνοι επιζώντες
κι οι νύχτες είναι πλέον
σκοτάδι και ησυχία.
Τώρα, πιο τυχεροί είναι οι νεκροί
όπως και πάντα, σε καιρούς πολέμου
μιας και κανείς δε θα ‘θελε να δει
ανθρώπους σκυφτούς
που γίναν μοναχά
δυο σώματα γυμνά και
φριχτά ηττημένα.

Seras Victoria (Morley)

Και πάλι χάνεται σαν αφηνιασμένη Πηνελόπη κυνηγημένη από σχιζοειδής Οδυσσέες
μετά το φονικό των μνηστήρων.
Σπασμένη γνάθος χαμογελαστή και δύο παλάμες ακουμπάνε τα λευκά γόνατα.
Σέρας Βικτορία ώρα σου καλή και όμορφη.
Στα νησιά τα ζωντανά των Λαιστρυγόνων βουλιάζουν τα μίζερα καράβια.
Σέρας Βικτορία ώρα σου καλή και όμορφη.

Δέκα δολάρια το τελευταίο μεθύσι, πριν βρεθεί ο νεαρός χλωμός στα χώματα με δύο σφαίρες καρφωμένες στην πλάτη από μπάτσου διαβολική καραμπίνα.
Δέκα ευρώ το τελευταίο του μεθύσι, πριν γεμίσει ο χλωμιάρης, χτικιάρης τενεκές με σκατά και σάλια
την πλατεία Συντάγματος και τα σώβρακα του.

Δέκα φράγκα το τελευταίο του μεθύσι, κρεβάτι τενεκές, σκατένιο σκουπίδι και κάβουρες σπάνε τα ποδοδάχτυλα με τις βρεγμένες τους δαγκάνες έτσι για το ποιητικό μούδιασμα.

“Παλιοσαβούρες επιστρέψαμε στην Κόλαση με το κουτάλι του Παραδείσου χωμένο βαθιά στο λαρύγγι.”

Άλλοι βεβαίως επαγγελματικότεροι από μένα μπορούν να το πουν ξεμούδιασμα.
Και γω θα τους πω: “Παλιολινάτσες δυστυχώς δεν τα κατάφερα και είπα πάλι να κατέβω εδώ μαζί σας.”

Όλο αυτό το ποίημα είναι μια πρόποση.
Μια πρόποση: “Σε μένα και στα βρωμερά μου παντελόνια.”

Αλλά να μη φεύγω από το θέμα.
Σέρας Βικτορία ώρα σου καλή και όμορφη.

Είσαι τόσο περίεργη σαν την ταυτόχρονη εισβολή Ναζί και Καθολικών σταυροφόρων στο Λονδίνο.
Αν μπορούσε να γίνει ποτέ κάτι τόσο περίεργο… κάτι τόσο περίεργο είσαι και εσύ.
Σέρας Βικτορία είσαι τόσο περίεργο κορίτσι όσο ο τρίτος παγκόσμιος πόλεμος στο μυαλό μου
και στα ιαπωνικά μάτια.
Σέρας Βικτορία ώρα σου καλή και όμορφη.

Και για να μη φεύγω πάλι από το ποιητικό λογισμό του επαγγελματικού φιλολογισμού.
Σου γράφω αυτό:“Αναιμικός, το αδύναμο κορμί του δεν είχε διάθεση για οτιδήποτε και ας φανταζόταν αυτός τον Ήλιο και τα χρώματα του Ουρανού. Κατέληξε ξαπλωμένος σε ένα χλωμό πάρκο να περιμένει το ξέσπασμα της χαρούμενης οργής.”

Προφανώς και το τελευταίο του μεθύσι κόστισε δέκα ευρώ πάνω κάτω θα πω εγώ.

Ο ήχος των βημάτων σ’ ένα άδειο μετρό (Σιλουάν Κ.)

Περπατούσαμε για ώρες.
Την 3η μέρα ο Τζον χρησιμοποίησε μια κοινότυπη φράση. Είπε:
μας καταπίνει το σκοτάδι.

*

Του αφηγήθηκα δυο ή τρία όνειρα:
Είχε μεσημεριάσει στον ναό. Βγήκαμε κρατώντας τριαντάφυλλα και χρυσές αλυσίδες.

Το παιδί με τις εφημερίδες έπεσε απ’ το ποδήλατο. Του κλέψαμε δυο φύλλα και φύγαμε τρέχοντας: ήταν κάτασπρα.

Η Αθήνα είχε υποταχθεί σε ενδότερα σχήματα: Τρίγωνο της μεταφυσικής Τετράγωνο της πλήξης Κύκλος της απελπισίας.

Ήμασταν σ’ έναν λόφο. Ένας ιπτάμενος δίσκος μας παρακολουθούσε, χωρίς να θέλει να μας κάνει κακό. Ήθελε απλώς να μας κοιτάξει. Μας φάνηκε μοχθηρό και αρχίσαμε να του πετάμε πέτρες.

*

Ωστόσο περπατούσαμε για ώρες.
Την 3η μέρα ο Τζον χρησιμοποίησε μια κοινότυπη φράση. Είπε:
μας καταπίνει το σκοτάδι.

*

Το τελευταίο βαγόνι που πέρασε ήταν γεμάτο φαντάσματα.
Εμείς είδαμε μονάχα τους επιβάτες που μιλούσαν ακατάπαυστα. Ο Τζον είπε: ποιος ξέρει τι θα γίνει αν σωπάσουν. Εκείνοι συνέχισαν να ανοιγοκλείνουν το στόμα τους.
Εγώ είπα: στοιχειωμένοι.

*

Μιλήσαμε μ’ έναν εργάτη. Η δουλειά στην υπόλοιπη Ευρώπη ήταν σκατά, όμως πλήρωνε καλά. Έπιασε λίγο χώμα απ’ το έδαφος και μας άλειψε τα πρόσωπα.

*

Στην απέναντι πλευρά εμφανίστηκε ένας γνωστός ποιητής. ‘Η το ολόγραμμα του.
Μας φώναξε πως το ηλεκτρικό ρεύμα είναι μια ψευδαίσθηση: τα εγκαύματα είναι υποσχέσεις. Μέτα εξαφανίστηκε.

*

Παρ’ όλα αυτά περπατούσαμε για ώρες.
Την 3η μέρα ο Τζον χρησιμοποίησε μια κοινότυπη φράση. Είπε:
μας καταπίνει το σκοτάδι

*

Συναντήσαμε έναν έφηβο. Έτρεχε χαρούμενος να βρει τους φίλους του. Ο Παναθηναϊκός είχε πάρει το πρωτάθλημα, κάτι σήμαινε αυτό, έτσι δεν είναι; Σκέφτηκα να του πω τίποτα, αλλά σώπασα.
Ο Τζον είχε ξεραθεί στα γέλια.

*

Είχαμε καιρό να συζητήσουμε για το βιβλίο των αντιφάσεων. Μιλήσαμε για συμφιλίωση. Μιλήσαμε για φιλοδοξία και υπέρβαση.
Είπαμε: ηλιθιότητα.
Το πέρασμα ή θα το φτιάχναμε ή θα το διασχίζαμε.

*

Μια γυναίκα είχε καθίσει στο έδαφος και έπαιζε με τα δάχτυλα της:
ψαράκια, κουτάλια, αναπτήρες.
Καθίσαμε δίπλα της και αρχίσαμε να την αντιγράφουμε. Το βλέμμα της μας προσπέρασε.
Ήμασταν αόρατοι, σαν πεθαμένοι.

Ξαπλώσαμε στα πόδια της.

*

Και συνεχίσαμε να περπατάμε.
Την 3η μέρα ο Τζον χρησιμοποίησε μια κοινότυπη φράση.

Έπειτα σχεδίασε στον τοίχο έναν σαλτιμπάγκο,έπειτα μια γυάλινη σφαίρα και έπειτα μια πυραμίδα.
Του είπα να κόψει τις αηδίες, αν δε μπορούσε να μιλήσει ξεκάθαρα, καλά θα έκανε να το βουλώσει.
Σχεδίασε μια σκάλα.

Να Εξαπολύσουμε Καμήλες Ενάντια Στους Εχθρούς Μας (Φώντας Φ.)

Τι θα γίνει σε 48 δευτερόλεπτα; Μα φυσικά θα περάσεις
απέναντι το δρόμο.
Βλακείες
Αν ήσουν μάγκας θα είχες ήδη σαπίσει στο ξύλο
Τον ηλίθιο, κακομαθημένο, μικροαστό που ξεφυσάει ανυπόμονος δίπλα σου γιατί έχει αργήσει να πάει στο διάολο και του φαίνεται τρομερή υπόθεση
να κυκλοφορεί στην ίδια πόλη μαζί σου.

-Κάποια μέρα θα τους δείξεις εσύ. Εντάξει ξέρω. Κι ο σύντροφος Μάο άλλωστε έλεγε,
πως αν δεν βρεις γκόμενα μπορείς να φτιάξεις ένα ρομπότ
για να ταξιδέψεις μαζί του όλο τον κόσμο-

Πώς γίνεται μια βιβλιοθήκη να βάζει φως μόνο απ’ το ¼ των παραθύρων της; Ε καλά, άλλωστε, σε ¼ του αιώνα από τώρα οι μισοί από εμάς, που δεν έχουν καλές συνήθειες, καλά γονίδια ή καλή τύχη δε θα υπάρχουν ή θα υπάρχουν σε μηχανική υποστήριξη. Γι’ αυτό ξοδεύω τα λεφτά μου σε βρωμοπλύματα που ονομάζονται “καφέδες’” αντί να τα κρατήσω και να μάθω μια ξένη γλώσσα, γι’ αυτό υποφέρω αφάνταστα κάθε φορά που μια ωραία κοπέλα δεν κάθεται να της τσιμπήσω τη μύτη.

Αν Ήμουν Θεός Για Μία Μέρα Θα Δημιουργούσα Ένα Παιχνίδι Που Θα Συνδύαζε Το Τάβλι Και Το Σκάκι Μαζί. Υποψήφιοι Επενδυτές Ας Επικοινωνήσουν Μαζί Μου Μετά Το Ποίημα.

Φυσικά το να φτιάξεις ένα ρομπότ και να το έχεις για γκόμενα ή γκόμενο –ακόμα καλύτερα μιας και τώρα τελευταία κυκλοφορούν μερικά πολύ χοτ αγοράκια εκεί έξω- έχει πολλά πλεονεκτήματα. Πρώτα απ’ όλα δεν έχεις ανάγκη κανέναν και μπαίνεις και στη μύτη [ΑΧ ΑΥΤΕΣ ΟΙ ΜΥΤΕΣ] όλων αυτών που έχουν προνομιακή θέση στην παγκόσμια αγορά του σεξ. Γιατί τσιρίζουν τόσο πολύ αυτοί οι διαμαντάνθρωποι μας την ιδέα μιας

ΓΑ-ΜΗ-ΣΟ-ΜΗ-ΧΑ-ΝΗΣ ΠΟΥ ΣΕ ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΤΟΥΣ ΕΝΟΧΛΕΙ;;;

Αλλά βέβαια για να είμαι ειλικρινής
μετά το σκέφτομαι καλύτερα το θέμα
ο έρωτας είναι ένα τίποτα, να χώνει κάποιος τα χέρια του στα μάτια σου και να ψάχνει τα άντερα σου, χωρίς να σε ξέρει,
ένα εμπόρευμα για μαλάκες ψυχοπαθείς.
η συμπάθεια όμως
αξίζει όσο αυτό το χρησιμοποιημένο κωλόχαρτο
με το οποίο θα σκουπίσουμε τους νεκρούς εργάτες των διαστημικών προγραμμάτων του ΝΑΤΟ και της Σοβιετικής Ένωσης.

όχι άλλα λεφτά για δορυφόρους
όχι άλλα λεφτά για αποικίες στο διάστημα
όχι άλλα λεφτά για σεξ ρομποτς
αφού έτσι κι αλλιώς δε θα κερδίσουμε ποτέ τον πόλεμο ενάντια στις ωραίες μύτες
όταν οι εχθροί μας πλησιάσουν
θα τους κόψουμε κομματάκια και θα τους ταΐσουμε στις καμήλες μας.

Βροχή Σε Ειρήνη (Άλεξ Κοάν)

Περίεργο είναι
πως η κάθε γλώσσα σου
θυμίζει τον πιο σπουδαίο
και πιο αιώνιο τρομπετίστα,
τον σπάνιο εκείνο μουσικό
που παίζει μονάχα χάραμα, πρωί
και ποτέ δεν έχει μάθει θεωρία και νότες.
Το ξημέρωμα κείνης της άχρονης στιγμής,
γαλάζιο φως από τα μάτια μου
που φτάνει στο παντζούρι.
Μια άτονη κραυγή,
ένα βλέμμα από χαλάζι,
χαμογελάς στο διάδρομο αμυδρά,
τα δόντια σου φράουλες σ’ άγονη γη,
σε ξερή εξοχή και άμμο,
έρημο πλημμυρισμένη σε μαύρη πληγή Αράβων,
κόκκινη σαν κρασί φτιαγμένο σ’ ένα κάστρο,
με ήλιο και βλέφαρα χωμάτινα,
και μια θνητή κι αδύναμη ψυχή
κάποιου σχεδόν αγγέλου ψηλά, πάνω.
Η θάλασσα
στα πόδια σου
σε γλείφει
γυμνή
μ’ αλάτι
κι όστρακα
που λαμπυρίζουν
και κάτι κοχύλια μικρά
που φέγγουν
μόνα
σα φωτιά
σα στάχτη
σε φυτά, ελιές και κέδρους.
Δεν ακούς;
Είναι ένα κλάμα ευτυχίας,
μια γαλήνη απόγνωσης,
μια φλόγα στο βωμό
του παγανιστικού κι αδιάφορου θεού
που από πάντα σπινθηρίζει.
Γελάει.
Εκείνος ο θεός κι εσύ μαζί του.
Σπουργίτι που χτίζει τη φωλιά του,
νόστιμο αυτάκι και γλυκό,
τα χρυσαφένια σπίτια,
νερό, νερό να πιω, να κλείσω
τούτη τη γκρίζα καγκελόπορτα,
να σπάσω όλα τα σίδερα που τη στηρίζουν,
να πνίξω τον κάθε δείκτη ρολογιού,
για να περάσεις μέσα.
Στους στάβλους του Αυγεία
θα μπω να καθαρίσω
να μη σου μυρίσει η κοπριά,
ν’ ακουμπήσεις πάνω στ’ άλογα
τα κεραμιδένια δάχτυλα σου –
μα να προσέχεις μη σου σπάσουνε,
ακούς;
Μες σ’ έναν άτακτο ρυθμό,
μια προσευχής της πείνας,
μια σπιθαμή στο διάστημα,
σπιθαμή ξανθή σαν τα μαλλιά σου,
στάσου μέχρι να βγει
η πρώτη ακτίδα ηλίου,
από τον λόφο πίσω
κι ας μη μιλήσω ποτέ ξανά
στην κοφτερή σου ανάσα.
Δεν πειράζει.
Μαθαίνουμε κι οι δυο.
Κι ας είναι όλα τόσο απλά,
και τόσο χάρτινα σα φίδια,
σαν άγαρμπα και φτερωτά πουλιά
που ακόμα δεν ξέρουν να πετάξουν.
Κι ας είναι.
Μα κι όμως,
περίεργο είναι,
πως κάθε λάμψη μέσα σου
φτάνει τόσο πολύ να με φωτίζει.

Τα καλοκαίρια μας (Διονύσης Αντωνάτος)

Τα καλοκαίρια μας μυρίζουν γυναικείο ιδρώτα και αποτσίγαρα
Έχουν τη γεύση της αλμύρας του κορμιού σου και το άγγιγμα του βυθού
Στριμώχνονται σε βαγόνια και κοιμούνται σε καταστρώματα
Σε ταξιδεύουν με μικρά τετράγωνα χαρτιά
Και σε τσακίζουν στα βράχια

Άμμος και πέτρα
Ήλιος και τσιμέντο
Φως κι αέρας

Η πόλη αποχαιρετά τα μπάσταρδα παιδιά της με ψεύτικα δάκρυα
Βουλιάζει στα κλιματιστικά και τους ανεμιστήρες όσων ξεμένουν δίχως καβάντζα
Μα δε λυπάται για αυτά
Άλλωστε η μάνα πάντα κερδίζει στο τέλος

Όσοι φεύγουν όμως…
Περιπλανιόνται σε όνειρα θερινής νυκτός που φαντάζουν πιο ρεαλιστικά από ποτέ
Κυνηγάνε το τώρα μπας και κερδίσουν κάτι για πάντα
Αρχίζουν να κοιτάν ηλιοβασιλέματα κι ανατολές λες και δεν τα χουν ξαναδεί
Τρέχουν πίνουν καπνίζουν και χορεύουν
Ερωτεύονται τις στιγμές γυμνοί
Μέχρι να χτυπήσει το καμπανάκι

Μετά…
Τι μετά;
Αφού στο πα ρε συ, η μάνα πάντα κερδίζει στο τέλος

Άτιτλο (Γωγώ Λιανού)

Θα έρθουν να με πάρουν,δεν μπορεί!
Αφού μου το είπαν.
Αν όμως λείπω;
Αν έρθουν και δεν είμαι εδώ;
Και φαντάσου πως άλλαξα τα καλύμματα του καναπέ,
έβαλα λουλούδια στα βάζα,σκούπισα,
μέχρι και το πρόσωπό μου έπλυνα για να είναι όλα ωραία και καθαρά.
Το αποφάσισα!
Δεν θα πάω πουθενά.
Ούτε για ύπνο δεν θα πέσω.
Και φαντάσου πως έχει περάσει καιρός και ακόμη να φανούν.

Λες να μου είπανε ψέματα;
Λες να μην έρθουν;
Θα σου πω κάτι.
Θα κοιμηθώ για λίγο.
Χρόνια είμαι άυπνη και ακούω φωνές.
Και αν την πόρτα μου τελικά χτυπήσουν,πες πως λείπω.
Μην τους πεις ότι περίμενα.
Θα το πάρουν πάνω τους.
Μη με παρεξηγείς μωρέ.
Απλά κουράστηκα λιγάκι.
Κοίτα πως τελειώνουν οι προσδοκίες μιας ζωής!
Με έναν ύπνο χάνονται.

Κρεμοποίηση (Κρέμας)

Την κρέμα συλλογίζομαι χλωμή, κιτρινισμένη
με κανέλα ραντισμένη
ζαχαροπλαστικής.
Την σαντιγί κοιτάζω την χιλιοχτυπημένη.
Κρέμα αγαπημένη
της καφεδοκοπτικής.

Την Φιλαδέλφεια φαντάζομαι εντέχνως αλειμμένη
σε σάρκα ξαναμμένη
ηλιακής οργής.
Και μια κρεμούλα της νυχτός τα πάντα υπομένει
για μια διατηρημένη
κυρία περιωπής.

Κι ακόμη συλλογίζομαι μια αλλιώτικη κρέμα,
με υπεριστορική έννοια
και άχρονη διαδρομή.
Μια κρέμα της αργκό, βγαλμένη από το αίμα
που στης ζωής το ρέμα
εισάγει μια αλλαγή.

Σινεμάς ο Παράδεισος (Παράταιρος)

«Ένα αποχαιρετιστήριο πράγμα καθώς ανάσαινε,
κατέβαινε στο χωλ»
Τσαρλς Μπουκόβσκυ

Εγώ από την άλλη
Πέρασα την μέρα μου
κλεισμένος στον φωταγωγό
M’ένα σκοτάδι πυχτό τόσο
που ένιωσα το χρώμα που ‘χουνε οι κόρες μου
Ύστερα βγήκα περιχαρείς στους δρόμους
και το αχέρωχο βήμα μου
προέδιδε την βασιλική μου καταγωγή
Στο ξεπεσμένο μου βασίλειο
κατοικούνε μυριάδες καρέ φιλμ
πάντα της ίδιας γωνίας λήψης
Το υλικό τους εύφλεκτο
και για να κρατήσω ζωντανή την μνήμη
χίλιους αιώνες τώρα γυρνάω με τα χέρια μου την μηχανή
σε δημόσιες υπαίθριες προβολές
Μετά τους τίτλους τέλους
απλώνω την τραγιάσκα μου στους περαστικούς
Μα όταν ξεχνιέμαι πότε πότε
πάντα στο ίδιο καρέ
Τα βλέπω όλα αυτά που με κόπο γέννησαν οι θύμησες
να λαμπαδιάζονται
Κι αφού δεν υπάρχει τίποτα άλλο
να καεί σε μια άδεια πλατεία από πέτρα
το πυρομάνι εικόνων κυνηγάει να κάψει εμένα τον ίδιο
Κάθε καλοκαίρι όμως όταν ο ήλιος πέφτει
στην ψάθινη τρύπια καρέκλα μου
Συνειδητοποιώ ότι οι μόνες ειπλογές μου
κινούνται ανάμεσα σε στάχτες και ένα μυαλό Σίσυφο
20 τσιγάρα μετά
Δεν έχει καμία σημασία
Αφού ξέρω
«Η Αγάπη είναι ένας σκύλος απ ΄την κόλαση»

Αμερική (Άλεξ Κοάν)

1.
Λεωφόρος με τέσσερις λωρίδες
και στην άκρη δεξιά μια στάμπα σάλτσας μπάρμπεκιου
απ’ το απέναντι φαστ-φουντ.
Ένα δολάριο και δεκαοχτώ σεντς,
κομματάκια από μυαλό χυμένα εδώ κι εκεί στην άσφαλτο
και γύρω γύρω οι μπάτσοι,
κι ένα σταματημένο SUV με τον οδηγό δεμένο
να ξερνάει από αλκοόλ και αηδία·
εμετός φτιαγμένος από κόλα και ουίσκι
κι άνοστα νουντλς από βιετναμέζικο.
Λεωφορείο Greyhound στον Ι 90
με προορισμό την Τσαϊνατάουν της Νέας Υόρκης,
κι ένα φτηνό, συνοικιακό μπαράκι
για δυο σφηνάκια τζιν,
μια παγωμένη λάγκερ,
και δυο κλεφτές ματιές στην κοριτσοπαρέα
που γελάει δυνατά στο γωνιακό τραπέζι.
Ο μπάρμαν με κοιτά και με κερνά άλλο ένα,
κι έπειτα επιβάλλεται και τον κερναώ κι εγώ.
Στο σταθμό ένας μαύρος ζητιανεύει,
κι ένας άλλος τσακώνεται με έναν γκρίζο τοίχο.
Δυο δολάρια να σου πω την ιστορία μου:
Είμαι ο Μάλκολμ Χ, ο Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ,
η Ρόζα Πάρκερ, ο Χιούι Νιούτον,
ο γιός των σκλάβων, ο απόγονος των συλλεκτών καλαμποκιού,
αυτός που μάτωσε τα ούλα του και τις γροθιές του,
που έφαγε ξύλο από ένστολους λευκούς,
που του ρίξαν στην καρδιά με μολυβένια βόλια,
που τον έστειλαν να βομβαρδίσει ξένους κόσμους,
και που τον βάλαν φυλακή επειδή έκλεψε να φάει.
Είμαι αυτός που κρέμασαν πάνω σε μια βελανιδιά
κάποιοι που τα πρόσωπα τους κρύβονταν
μέσα σε κάτασπρες και μυτερές κουκούλες,
και που στις φυτείες της Λουιζιάνα και της Νότιας Καρολίνας
μάτωσε τα χέρια του στ’ άγρια αγκάθια
που βγαίναν μέσα απ’ τα μπαμπάκια,
και που στο Λος Άντζελες όρμηξε σα μανιακός
για να τους κάψει όλους,
κι είδε τ’ αδέρφια του να πέφτουνε στο δρόμο,
πληγωμένα από πυρά δαιμόνων δίχως φάτσες,
και που ύψωσε την γεμάτη αίματα μπουνιά του
στον κατάμαυρο ουρανό της νύχτας
για να διώξει τα φαντάσματα της μέρας,
και γύρω του οι καπνοί πνίγανε τους ουρανοξύστες
και τα ήσυχα, ξύλινα σπίτια των ανιαρών προαστίων.
Κι είμαι κι αυτός που παιζε το σαξόφωνο
στη Νέα Ορλεάνη και το Μπάτον Ρουζ,
κι ο κόσμος χειροκρόταγε και χόρευε σε τζaζι μελωδίες,
κι αυτός που δε σηκώθηκε απ’ τη θέση του στο λεωφορείο,
και που πλήρωσε για κάθε του έγκλημα με την ίδια του τη σάρκα
και τα κόκαλα,
αυτός που δεν πλήρωσε τις αμαρτίες του πατέρα του,
μα τις αμαρτίες του ιδιοκτήτη του,
αυτός που βρίσανε και περιγελάσαν,
και που έπρεπε να τρέχει σα θεριό της ζούγκλας
για να μην προλάβουν να τον ρίξουν κάτω,
που τρεφόταν για αιώνες με φασόλια και μπαγιάτικο ψωμί,
που στην πλάτη του είχε κόκκινες ουλές απ’ το μαστίγιο του αφέντη,
και που είδε με μάτια πρησμένα και ανήμπορα
– τα ίδια μάτια που κοίταξαν μέσα στην κάνη του ριβόλβερ –
να πουλάνε τις ίδιες του τις κόρες για μια χούφτα δολάρια
στα μπουρδέλα της Νεβάδα και της Αριζόνας,
να χτυπάνε με μένος τα αποστεωμένα τους μάγουλα
οι νταβάδες με τα καουμπόικα καπέλα
και τις μπότες από δέρμα αλιγάτορα και κροταλία.
Είμαι αυτός που του δώσαν ξιφολόγχη στον εμφύλιο,
μα δεν τον μάθανε να τραβάει σκανδάλη,
και που τον ονόμασαν κτήνος και άγριο
επειδή έσκισε τα κορμιά των στρατιωτών με τα ίδια του τα νύχια.
Είμαι αυτός που γεννήθηκε από τις στάχτες των νεκρών
κι απ’ την τέφρα του πολέμου και του μίσους,
αυτούς που αρνήθηκε να στραφεί κατά των αδερφών του,
μα στάθηκε πάντα όρθιος στο πλευρό τους,
κι αυτός που έσπειρε τη σοδειά του σε χωράφια που ανήκαν σε ληστές
και καταπατητές των ξένων κόσμων.
Είμαι αυτός ο κατά τρία πέμπτα άνθρωπος
και κατά δυο πέμπτα ζώο,
αυτός ο νέγρος,
αυτός που αγωνίστηκε μέχρι το τέλος
και ηττήθηκε περήφανος κι ελεύθερος
κι έμεινε το πτώμα του εκεί, στο χώμα, για να θυμίζει σ’ όλους
τη φρίκη και τον τρόμο που τανε η μάνα κι ο πατέρας
αυτής της διαολεμένης γης μας.

2.
Ακούγεται απ’ έξω το κουδούνισμα ενός παγωτατζή.
Απ’ το Νορθ Στέισιον το σφύριγμα των τραίνων,
απ’ το Φένγουεϊ Παρκ οι ιαχές των οπαδών,
απ’ το Κούινσι Μάρκετ τα βήματα των καταναλωτών,
κι απ’ τα μπαρς του Όλστον τα ουρλιαχτά των μεθυσμένων φοιτητών.
Ένα τσίζμπεργκερ κι ένα αναψυκτικό,
ένα κομμάτι πίτσα με τυρί με των ενάμισι,
ένας πλανώδιος μουσικός με μια ξεκούρδιστη κιθάρα
που παίζει τα μπλουζ φάλτσα.
Δυο κονσέρβες τόνου κι ένα τυποποιημένο σάντουιτς
απ’ τα Seven and Eleven.
Οι ράγες έχουν καλυφθεί από την παγωμένη πάχνη της αυγής.
Στη λιμνούλα και στον Τσάρλς γόπες από βιομηχανικά τσιγάρα
και χάρτινες σακούλες απ’ τις κάβες
που κάποτε είχαν μέσα τους μπουκάλια με φτηνό, λευκό κρασί.
Οι καθεδρικοί γεμάτοι κάθε Κυριακή με τους πιστούς
να ψέλνουν ύμνους σε ρυθμούς της γκόσπελ.
Φορτηγά σερβίρουν τάκος και μπουρίτος
έξω απ’ την εβραϊκή συναγωγή,
κι οι Μεξικάνοι λαντζέρηδες απ’ τα ακριβά εστιατόρια
σταματάνε να τσιμπήσουν πριν γυρίσουνε στη φτωχογειτονιά,
για να πλύνουν τα παιδιά τους και να τα βάλουνε για ύπνο,
κι οι παλάμες τους μυρίζουνε σαπούνι και αστακό,
κι οι ποδιές τους είναι βρώμικες από κέτσαπ και από λάδια.
Στα κόκκινα τούβλα των βικτωριανών κτιρίων
κάποιος έχει γράψει τ’ όνομα του μ’ ένα μαρκαδόρο,
και στα προαύλια των νεογοτθικών ναών
πιτσιρικάδες κάνουν κόλπα με τα σκέητμπορντς,
κι ένας άντρας με παλιά φεντόρα Στέτσον
και μαύρη καμπαρντίνα μάλλινη, ξεθωριασμένη,
περπατάει βιαστικά και μουρμουρίζει ένα τραγούδι κάουντρι,
και το τσιγάρο στο χέρι του καίει χωρίς να το καπνίζει.
Ένας ζωγράφος στην πλατεία του Χάρβαρντ
ρίχνει με σπρέι κόκκινο επάνω στον καμβά της αστερόεσσας
και τριγύρω χαζεύει μια παρέα νεανική με γυαλιά χοντρά, κοκάλινα,
πετά στο πλαστικό ποτήρι του δυο κουόρτερς
κι έπειτα συνεχίζει τη βόλτα της στο μαγαζί με το ταμπάκο
και στο βιβλιοπωλείο.
Οι ταξιτζήδες πιάνουν την κουβέντα έξω απ’ το Προυντένσιαλ,
και οι περαστικοί στο Κόμμον δένουν τα κασκόλ τους στο λαιμό γερά
γιατί έχει αρχίσει και χιονίζει,
κι όλα τα δέντρα γέρνουνε λοξά και μελαγχολικά
για ν’ αποφύγουν την οργή του αέρα.
Στην Πανεπιστημιούπολη τζιβάνες
κι απ’ τα κλειστά παράθυρα των εστιών
ακούγονται συρτά
ηλεκτρικές κιθάρες ροκ και μπιτς χιπ χοπ λατίνων,
κι ο ήχος από τσίγκινα κουτάκια μπύρας που τσουγκρίζουν,
κι από τον δρόμο το τρίξιμο απ’ τα λάστιχα του τελευταίου λεωφορείου
που πάει στην πλατεία της Κένμορ,
όπου κάτω απ’ τα φώτα μιας αρχέγονης ταμπέλας βενζινάδικου
ένας άστεγος κοιμάται σε χαρτόνι,
εκεί ακριβώς που κάποτε κοιμόταν ένας άλλος άστεγος
που πλέον δεν υπάρχει.
Στην Κόπλεϊ έχουν βγει τα τεθωρακισμένα
κι έχει κλείσει τους δρόμους ο στρατός,
και δεν αφήνει τα πιτσιρίκια με τα μαυρισμένα μάτια να περάσουν,
και τέλος,
οι γλάροι από τον Ωκεανό
που πετούν και κρώζουνε ψηλά,
πέρα απ’ τα φανάρια αυτής της πόλης,
και κουτσουλάνε τα πανάκριβα μπουφάν
των υπέροχων, κατάξανθων και κάτασπρων, γλυκών υπάρξεων
με τα ψηλά τακούνια τους και τις κοντές τους φούστες,
με τα γαλατένια μπούτια τους και τα σιέλ τους μάτια.

3.
Στην πίσω τσέπη του μπλουτζίν έχω το εισιτήριο μου,
και την ταυτότητα στο μάρσιπο του τζάκετ.
Ένας άνεμος φυσά απ’ το Βορρά, απ’ το Σικάγο ,
απ’ το Ντετρόιτ, το Κλίβελαντ και τις μεγάλες λίμνες,
και τράβα μαζί του το τραίνο με το βαγόνι των κατακτητών,
παράλληλα στον ποταμό Μισσισσιππή,
ως την Ατλάντα και τον ξαγρυπνισμένο Νότο.
Μια Buick LaCrosse κόκκινη και νοικιασμένη τρέχει
στους δρόμους που διέσχισαν ο Κέρουακ,
ο Κάσσαντυ κι ο Γκίνσμπεργκ,
και πέφτει και διαλύεται πάνω σ’ ένα σταματημένο Ford,
κι ο οδηγός της εκτοξεύεται πενήντα μίλια πιο μπροστά
και ξεψυχάει.
Το πιάνο παίζει ένα θλιμμένο ρέκβιεμ,
κι όσοι πήγαν στην κηδεία τώρα κλαίνε και κατεβάζουνε γουλιές κονιάκ,
κι η ασφαλιστική δεν έχει κανέναν να μηνύσει,
να βγάλει κατιτίς απ’ την καταστροφή στ’ αμάξι.
Κι έπειτα, στο λεωφορείο των εντεκάμισι ωρών,
με μια στάση μοναχά στα σύνορα Αλαμπάμας-Τενεσσί,
για δυο αυγά τηγανητά, ένα λουκάνικο, έναν μαύρο καφέ
και μερικά τσιγάρα,
κι έξω απ’ το τζάμι να βγαίνει κόκκινος ο ήλιος της Ανατολής,
να ρίχνει φως επάνω στην απέραντη λεωφόρο για τη Δύση,
ως το Σρίβπορτ της Λουιζιάνα,
για δυο γάρα χοντρά και μια μυτιά κοκό
στην τουαλέτα που μοιράζονται μια στριπτιτζού και δυο κράκχεντς,
κι έξω απ’ το παλιόσπιτο με τα χαρτόνια αντί για τζάμια
βρωμάει βενζίνη και ψοφίμι και φωτιά,
και τα πιτμπούλ με τα κομμένα αυτιά σέρνουν με τα δόντια τους σακούλες σκουπιδιών,
και γεμίζουνε τις χωμάτινες αυλές με απορρίμματα και νάιλον μαύρα,
με κουτάκια και κονσέρβες, ζελατίνες, τσόφλια από αυγά, κωλόχαρτα, καπότες, αποτσίγαρα
κι όλον τον σύγχρονο πολιτισμό του πλαστικού και της σαβούρας,
και σε κάθε τους γάβγισμα γυρνάει πίσω ένας αντίλαλος,
που τρομάζει τους κρυμμένους πίσω απ’ τις κουρτίνες γείτονες της περιοχής,
κι εκείνοι κλείνουνε τα φώτα.

4.
(Ένα παλιό και σκονισμένο αγροτικό τσουλά ως το κέντρο της πόλης.
Παρκάρει κι ο οδηγός βγαίνει και γύρω του δεν κυκλοφορεί ψυχή.
Παίρνει ένα πακέτο τσιγάρα των τριών δολαρίων.
Βγάζει ένα και το καπνίζει.
Έπειτα μπαίνει στο καζίνο, παίζει τρεις παρτίδες πόκερ και τα χάνει όλα.
Έχει όμως καβάτζα ένα εικοσάρικο, για δυο-τρία ποτά στο μαγαζί.
Μπαίνει μέσα, βγάζει τα γάντια, κάθεται σ’ ένα ψηλό σκαμπό στη μπάρα.
Ο μπάρμαν τον ρωτάει τι έπαθαν τα χέρια του και έχουν κοκκινίσει.
Απαντάει πως δεν είναι τίποτα, απλά κόπηκε και πάει στο μπάνιο να πλυθεί.
Έπειτα γυρνά και παίρνει ένα διπλό ουίσκι.
Ο μπάρμαν τον ρωτάει αν ενδιαφέρεται απόψε για μια απ’ τις κοπελιές.
Του απαντάει όχι, δεν έχει όρεξη απόψε.
Ο μπάρμαν ρωτάει τα συνηθισμένα, μα για κάποιο λόγο σήμερα φαίνεται παράξενος.
Πίνει βιαστικά το ποτό του, πληρώνει χωρίς να χαιρετήσει και γυρνάει στο αυτοκίνητο.
Στο πίσω κάθισμα τα ψώνια από τη Γουόλμαρτ.
Στο πορτμπαγκάζ η γυναίκα του νεκρή.
Τα παιδιά στο σπίτι, λογικά κοιμούνται, ή βλέπουνε τηλεόραση.
Ποιος ξέρει;
Βάζει μπρος και ξεκινάει.
Έχει δουλειά.)

5.
Στους φωτισμένους αυτοκινητόδρομους του Τέξας με τις αμέτρητες λωρίδες
κατεβαίνει σιωπηλά ένα μεταμεσονύχτιο λεωφορείο,
και μαζί με τα μπαγκάζια κάτω βρίσκεται μια μπόμπα,
μα ο οδηγός μας βεβαιώνει πως δε θα σκάσει πριν να φτάσουμε στο Χιούστον,
και γυρνάμε όλοι ήρεμοι στα βιβλία μας και στον ύπνο.
Μια στάση για χέσιμο σ’ ένα βενζινάδικο στη μέση του πουθενά,
κι έπειτα ξανά στη διαδρομή μας.
Το ολόγιομο και κάτασπρο φεγγάρι του καλοκαιριού βυθίζεται πίσω από το Μεξικό.
Χαράζει. Γλυκοχαράζει.
Η ζέστη κι η υγρασία αφήνουν στάμπες από ιδρώτα
στις μασχάλες και τα στήθη των περαστικών.
Τα κούτελα τους κατακόκκινα, ηλιοκαμένα.
Σ’ έναν θάλαμο για ένα τηλεφώνημα με 75 σεντς – μα βγάζει κατειλημμένο.
Τριγυρνώ σε δρόμους που δεν τριγύρισε ποτέ κανείς σπουδαίος.
Ένας χαλέος πιτσιρικάς μου πιάνει την κουβέντα και μου προσφέρει pcp,
ευχαριστώ, δε θέλω, βιάζομαι και φεύγω,
μόνο μήπως έχεις αναπτήρα;
Οι άδειοι δρόμοι των προαστίων,
μια τριανταφυλλιά σ’ έναν καλοκουρεμένο κήπο με πράσινο γκαζόν,
ένα κόκκινο φανάρι μα δεν περιμένει κάτω του κανένας,
ένα σάντουιτς με ζαμπόν και αμερικάνικο τυρί και πίκλες
και μια σακούλα τσιπς,
σε κάποιο μικρό εμπορικό
που μοιάζει πιο πολύ με γιγαντιαίο πάρκινγκ,
κι έχει γύρω γύρω μαγαζιά,
κι έπειτα τσιγάρο και μια μπύρα lone star,
μια βόλτα στο μουσείο για χάζεμα ευρημάτων προκολομβιανών·
χρυσαφένιες μάσκες των Αζτέκων με μάτια από φωτιά
και αρχαία σκουλαρίκια σα βαρίδια στα αυτιά και τα ρουθούνια,
πλάκες πέτρινες απ’ την κορφή των Άνδεων σκαλισμένες με τετράγωνες μορφές
που στους ώμους τους σηκώνουνε όλα τα μυστικά του αρχαίου κόσμου,
ξεχασμένοι θεοί του παρελθόντος με στολίδια στα κορμιά τους,
καφεκόκκινα κεραμικά των Ίνκας με ρωγμές που ψιθυρίζουν,
και διάφορα σπασμένα αγγεία των Μάγιας που στέκουνε βουβά,
δίσκοι χαραγμένοι με σύμβολα που ακόμα και τώρα κανείς δεν ξέρει τι σημαίνουν,
ζώα που εξαφανίστηκαν,
όντα περίεργα και τρομερά φτιαγμένα από πηλό,
βέλη των Απάτσι,
δόρια των Ναβάχο,
τόξα των Τσερόκι,
πολύτιμα πετράδια και κοσμήματα απ’ το αιώνιο Ελ Ντοράντο,
κλοπιμαία των γενναίων κονκισταδόρων,
τα λάφυρα των νικητών –
κι όταν πια βραδιάσει και κατέβει απ’ τα βόρεια η δροσιά,
με ωτοστόπ έξω απ’ τα όρια της απέραντης ετούτης πόλης
για ένα χοτ ντογκ φτηνό,
και ύπνο πέντε ωρών σ’ ένα μικρό μοτέλ φτιαγμένο για γαμήσια και φυγάδες.

6.
Στην αρένα
οι μαχητές όλοι βαριούνται,
μα το ξέρουνε καλά πως στ’ όνομα του Καίσαρα
πρέπει ή να σκοτώσουνε ή να πεθάνουν.

7.
Κύκλοι ραδιενέργειας σε κολεγιακό πάρτι.
Φούντα και βόντκα και κουβέντες με άγνωστους, γυμνούς ανθρώπους,
και τα τασάκια ξεχειλίζουνε,
κι όταν τελειώνουν τα τσιγάρα
– σχεδόν πάντα τελειώνουν τα τσιγάρα –
λιγάκι απελπιζόμαστε.
Παγάκια γίνονται στο δάπεδο νερό,
στο δάπεδο που φλέγεται απ’ τα παπούτσια όλων των καλεσμένων,
που χορεύουν απροσάρμοστα και δίχως αίσθηση ρυθμού,
και στα πεταμένα πλαστικά και κόκκινα ποτήρια στο τραπέζι
έχει υπολείμματα αναψυκτικού ή μπορεί και ξερατά να είναι.
Στο μπαλκόνι για μια τράκα,
κι ύστερα στον καναπέ,
με φωνές και μουσικές κακές και δυνατές μ’ άνοστους στίχους,
και κάποιος ξενερωμένος με ρωτά αν παίζει καθόλου κοκαΐνη,
μα κάνω πως δεν τον ακούω (παίζει).
Κι έπειτα τη βρίσκω μοναχή της,
να σιγοπίνει με μικρές γουλιές τη μπύρα
– είναι σίγουρα ήδη μεθυσμένη –
της χαμογελώ και μου χαμογελά και πλησιάζω ντροπαλά
και τη ρωτάω πως περνάει απόψε και μου λέει όλα καλά,
κι οι καφέ ίριδες μέσα στα σχιστά της μάτια γίνονται υγρές,
οι κόρες μεγαλώνουν,
κι όσο μου μιλά αόριστα και γενικά
και μου εξηγεί τη σημασία του φωτός στις τέχνες,
παίζει ασυναίσθητα με μια τούφα απ’ τα μακριά μαλλιά της,
και την προσκαλώ στο δωμάτιο που έχει ησυχία,
και ξαπλώνει στο κρεβάτι μου ανάσκελα,
κι απ’ το κορμί της αναδύονται αρώματα της Άπω Ανατολής,
λιβάνι και ξύλο κερασιάς και σόγια,
και δίχως να βγάλει τη λουλουδένια, από μετάξι φούστα της,
κατεβάζει και πετάει το βρακί της μακριά,
πιο έτοιμη από ποτέ για μια νυχτερινή ξεπέτα,
και μου ζητά να κλείσω το φως που την τυφλώνει
και το κλείνω κι ανεβαίνω στο μικρό της σώμα,
το μυρίζω και το γεύομαι
κι έχει γεύση αλκοόλ και ζάλης και ηδονής και πίκρας,
και το περιδέραιο στο λαιμό της τρέμει,
το στήθος της επίσης,
κι απ’ τα χείλια της οι ανάσες βγαίνουνε βαριές, ανάμικτες με δαγκωμένα βογκητά,
τα σκληρά και καστανά μαλλιά της χαϊδεύουνε το πρόσωπό μου,
τα κάτασπρα, λεπτά της μπούτια ανοιχτά μόνο για μένα,
και μέσα της το αιώνιο μυστήριο,
η λειτουργία της δημιουργίας και της ζωής και της απόλαυσης,
και κάποια στιγμή τα ηχεία ησυχάζουνε κι οι νότες σταμάτανε,
κι η μουσική τελειώνει και κανείς δε βάζει άλλο τραγούδι,
κι εκείνη λέει ανακατεύεται και φεύγει για την τουαλέτα να ξεράσει,
κι εγώ στο σκοτεινό μου υπνοδωμάτιο
κλέβω από την τσάντα της το τελευταίο τσιγάρο,
το καπνίζω και χαζεύω τις δερμάτινες τις μαύρες μπότες της,
πλάι στο πεταμένο μαξιλάρι.

8.
Σ’ ένα δρομολόγιο πρωινό
πάνω στις παλιές και ξύλινες ράγες της Amtrak,
κι οι απέραντες πεδιάδες του Βορρά είναι κάτασπρες και χιονισμένες και επίπεδες,
και μόνο που και που προβάλλει απ’ το βάθος κάποιο κυπαρίσσι
σ’ έναν θλιμμένο λόφο,
κι ο καφές στο χάρτινο ποτήρι ζεματάει,
και μουδιάζει ο ουρανίσκος,
και τα γκρίζα σύννεφα στον ουρανό ρίχνουν συνεχώς χοντρές νιφάδες,
και μετά στο άδειο κέντρο του Μπάφαλο της Νέας Υόρκης,
με τα πολύχρωμα σπιτάκια,
τα τατουατζίδικα των χίπστερς,
τα πεταμένα ποδήλατα στο χιόνι με τις αλυσίδες τους σπασμένες,
και το μικρό καφενεδάκι με τα μπέιγκελς με την κρέμα από τυρί,
και το wifi δωρεάν,
κι οι λιγοστοί θαμώνες του έχουνε μπει μέσα στα λάπτοπς,
και μ’ ένα φίλο παλιό πάμε μια βόλτα ως το παρκάκι για ένα μπάφο,
κι έπειτα με το αμάξι του, το τζιπ, μέχρι το Ρότσεστερ το βράδι,
στο ξεχασμένο σινέμα με τις κόκκινες κουρτίνες για ένα μοντέρνο γουέστερν
όπου πάντα στο τέλος θα κερδίζει ο καλός,
κι ας έχει και το πιο αργό ριβόλβερ,
και τέλος μες στον αχυρώνα με το χρώμα των κεραμιδιών
και τα ζεστά τοιχώματα και τα παράθυρα κλειστά,
για τσιγάρα, ουίσκι, χαρτιά και ζάρια.
Κι όταν έρθει το πρωί και βγει επιτέλους ο τεράστιος ήλιος
και ποτίσει με το φως του τα παγωμένα δέντρα και σπαρτά
και μετατρέψει το χιόνι σε νερό,
τότε γεμίζει ο δρόμος της επιστροφής με άνθη και φυτά,
και άγριους ταράνδους λαβωμένους που ψάχνουνε να φάνε,
και σταματάμε λίγο πιο έξω απ’ το καζίνο στη Μπατάβια,
σ’ ένα μαγαζάκι στα σύνορα της Tonawanda,
για μια κούτα αφορολόγητα τσιγάρα
κι ένα τυποποιημένο πρωινό,
κι εγώ έχω ακόμα λόξυγκα από χθες,
το κεφάλι μου το νιώθω σα να βράζει απ’ το χανγκόβερ,
μα ο πωλητής έχει όρεξη και πιάνει την κουβέντα:
Είμαι ο Τζερόνιμο, ο Σίτινγκ Μπουλ,
ο Βέρνον Μπελεκούρτ κι ο Κλάιντ,
ο γιός του ανέμου και της γης αυτής της ιερής
που γεννηθήκαν και πεθάνανε όλοι οι πρόγονοι μου,
αυτός που του κλεψαν το σπίτι και τα ζώα,
που του σκοτώσαν τον πατέρα και τη μάνα τη βιάσαν,
και που στείλανε τους γιους του να πεθάνουν σε πόλεμο αλλονών,
και τις κόρες του σ’ αρχοντικά πλούσιων ευρωπαίων,
αυτός που πάλεψε να μην εξαλειφθεί,
παρέα με τους βούβαλους της άγριας Δύσης,
αυτός που του αλλάξαν με το ζόρι τη γλώσσα του και τη μιλιά,
τη θρησκεία και την κατοικία,
που του άρπαξαν απ’ τα χέρια ότι είχε πιο πολύτιμο και ιερό
και γι’ αντάλλαγμα του δώσαν χάντρες και καθρέφτες,
αυτός που πολεμήσανε με μένος
κι αυτός που τους πολέμησε επίσης,
που του πήρανε την πίπα και του αφήσανε μονάχα τον καπνό,
και μια στοίβα κούτσουρα υγρά για μια μικρή φωτιά τα κρύα βράδια,
που βάλαν στ’ άλογα του σέλες για να μπορέσουν να τα καβαλήσουν,
που ξεθάψαν τα οστά των παππούδων του απ’ το χώμα για να τα μελετήσουν,
αυτή η καρικατούρα
με το δέρμα το κόκκινο και τα φτερά γύρω από τα αυτιά του.
Αυτός που τον αφήσανε γυμνό
και κάνανε τα ρούχα του σουβενίρ για τους τουρίστες,
που προσβάλλαν τους θεούς του και γελάσαν με το πρόσωπό του,
και τ’ όνομα του το αλλάξανε γιατί δε μπορούσανε να το προφέρουν,
αυτός που είπαν άγριο κι απολίτιστο και βάρβαρο,
και του συμπεριφέρθηκαν σα να ταν κάποιο ζώο,
αυτός που τους πολέμησε και μερικούς τους σκότωσε,
μερικούς απ’ τους λευκούς αυτούς διαβόλους,
στα μεγάλα υψίπεδα, στη Ντακότα και στο Γουαϊόμινγκ,
στο ποτάμι του Γουομπάς και του Λιτλ Μπίγκχορν της Μοντάνα,
στις πεδιάδες της Γιούτα και στα βουνά του Κολοράντο,
στο Τέξας και στη σφαγή του Σαντ Κρικ.
Αυτός που του πήρανε τη γη,
που τον οδηγήσανε στην πείνα, τη φτώχεια, το λιμό,
που τον κολλήσανε ξένες ασθένειες και τον αφήσαν να πεθάνει,
αυτός που επέζησε της ατελείωτης γενοκτονίας
και που αντιστάθηκε,
και πάλεψε με νύχια και με δόντια να κρατήσει αυτά που του ανήκαν,
αυτός που πρόδωσαν πολλοί
και λίγοι μείνανε στ’ αλήθεια φίλοι,
που του κόψαν τα τοτέμς και τα ξύλα που κρατούσαν τη σκηνή του όρθια
για να τα ρίξουν στην πυρά τους,
αυτός που κάποιοι ηλίθιοι ονόμασαν Ινδιάνο,
πιστεύοντας πως βρίσκονται στα βάθη της Ασίας,
πρώην περήφανο μέλος των Σενέκα,
που τώρα βγάζει το ψωμί του κλέβοντας από κατεστραμμένους τζογαδόρους στα καζίνα
και πουλώντας τους φτηνά τσιγάρα και αλκοόλ.

9.
(Μετά τα γεγονότα του μαραθωνίου)
Βόμβες μες στα αυτιά μου!
Βόμβες στην πλατεία Κένμορ!
“Είναι τα τζιχάντια.”
“Είναι τα κομμούνια.”
“Είναι οι αδερφές.”
“Ίσως τελικά και να ναι απλά το αλκοόλ…”
Ναι, αγάπη μου, το ξέρω,
μα σου πα τι έκανα εγώ;
Εγώ που λες έσυρα με κόπο το κορμί μου ως την Κόπλεϊ,
ελπίζοντας να βρω στο πεζοδρόμιο κάποιο χέρι
ή κάποιο πόδι,
κι αντ’ αυτού
βρήκα μονάχα καμιά εκατοστή χοντρόκωλα μπατσάκια,
κάμποσα τεθωρακισμένα του στρατού
και μπόλικους στρατιώτες με τα κεφάλια ξυρισμένα
να με κοιτάνε στραβωμένοι
και να μου ζητάν να δούνε ID.
Ναι, οκέι, εντάξει,
τίποτα το συνταρακτικό…
Εξάλλου το ξέρεις και μου το χες κιόλας ξαναπεί
πως είμαι βαρετός άνθρωπος,
και πως θα πρεπε να μιλάω περισσότερο,
ν’ ανοίγομαι στους άλλους,
να τους λέω αυτό που αλήθεια σκέφτομαι,
να φωνάζω αν νιώθω ότι έχω δίκιο,
να μην το κρατάω μέσα μου, μονάχα για τον εαυτό μου.
Μα κοίτα,
κοίτα έξω απ’ το παράθυρο,
κοίτα τ’ αστέρια του ουρανού, το φεγγάρι, τα μαύρα συννεφάκια που περνάν σποραδικά,
κοίτα τα,
είναι πιο όμορφα στους νέους τούτους τόπους,
πιο καινούρια,
πιο ζωηρά,
να λοιπόν, κοίτα τα,
και δες πως κι αυτά, όπως κι εγώ,
δεν έχουν λόγο να φωνάξουν,
τίποτα σπουδαίο να πουν.
Όμορφα, δεν είναι;

10.
Το τελευταίο μου ταξίδι, αγάπη μου,
το άφησα για σένα φυλαγμένο,
σαν εισιτήριο για το τελευταίο λεωφορείο της νύχτας,
ένα μικρό δωράκι για να με θυμάσαι
μέσα στον ψυχρό αγέρα του Μαρτίου
και την πράσινη παρέλαση στη νότια μεριά της πόλης,
με τα ημίψηλα καπέλα, τα τριφύλλια και τις μπύρες,
προς τιμήν του Άγιου Πάτρικ.
Εγώ εδώ τελείωσα.
Εγώ εδώ θα φύγω.
Και μέσα από το στόμα μου θα βγαίνουνε πνιχτοί,
όπως θα γυρνώ μονάχος σπίτι,
οι στίχοι και οι νότες του Τομ Γουέιτς
κι όλων των αιώνιων ποιητών της άγριας Δύσης.
Εγώ, ο παρατηρητής, ο ξένος,
αυτός που ήρθε κι είδε και δε θέλησε να κατακτήσει
μα μονάχα να γευτεί το υγρό χώμα απ’ τους ψηλούς καρπούς,
να ξεδιψάσει, να γνωρίσει και να μάθει.
Αντίο λοιπόν.
Ήρθε η ώρα μου να χαιρετήσω.
Να κλείσω τις κουρτίνες πίσω μου.
Εγώ εδώ τελείωσα.
Εγώ εδώ θα φύγω.

Κομπαρσικόπημα (Φοξ)

αφότου σε γνώρισα, συμπέρανα ότι
αυτοί που είναι καλοί ηθοποιοί όλη μέρα, κάθε μέρα,
επί σκηνής δείχνουν χαμένοι και μικροί
τρεις ατάκες είχες όλες κι όλες στη ζωή μου
τη μία την άφησες να φύγει
καπνίζοντας με μανία, κοιτάζοντας με προσήλωση τον τοίχο
την ξέχασες και πέρασε η σειρά σου
την άλλη την ξόδεψες σε μια φιλοσοφία για τον κόσμο
βεβιασμένη και επιφανειακή
που παρ’ όλα αυτά με έκανε να κλάψω
η τρίτη ήταν η χειρότερη, γιατί την είχες
πιο πολύ απ’ όλες προβάρει
και χαρίσει απερίσκεπτα δεξιά κι αριστερά
οπότε δεν την πίστεψα, και δεν την ξανασκέφτηκα
όμως για μένα είσαι πρωταγωνιστής
κι εγώ, σαν καθώς πρέπει κομπάρσος,
χαμογελώ χωρίς να μιλάω
γνωρίζω, παραδόξως, καλύτερα από σένα,
πως τη μάχη εναντίον σου πάντα θα τη χάνω
σε χειροκροτώ λοιπόν δυνατά
για όσο υποκλίνεσαι
και σε λατρεύω κρυφά
αν και τα μάτια μου, όπως τα μάτια οποιουδήποτε κομπάρσου, προδίδουν
πως η αυλαία θα πέσει
την ίδια στιγμή
και για τους δυο μας.

Πρέπει να τον καταστρέψουμε πριν μας φάει! (Λένα Χαϊμαντά)

Μαλλιά από στάχυ. Ε;
Νύχια από ρόδες λεωφορείου που υποφέρει με όλους αυτούς τους βλάκες μέσα του.
Ρουθούνια από γυαλί και στάχτη.
συκώτι από μια υπόνοια ομοιοκαταληξίας.
Φρύδια από πετρογκάζι (ΕΚΡΗΚΤΙΚΑ!),
μέτωπο γεμάτο φακίρηδες
και κλειτορίδες φτιαγμένες από “ε βασικά είμαι παρθένος”.

Κάτι αρχίδια ΝΑ!

Λαιμός με ραγισμένες λάμπες,
ένα δοντάκι καλαμπόκια.
Στα αυτιά αντί για κερί έχει ολόκληρες λαμπάδες
κι ο σβέρκος του σαν άμαξα σέρνει γαϊδάρους.
Όταν κλαίνε τα μάτια του, βγαίνουν ΑΡΓΩσαρωνικοί,
αντί για βλεφαρίδες έχει οδοντικό νήμα.
Η γλώσσα του τυλίγεται γύρω από πορτοκάλια.

Ένα πάγκρεας ΝΑ!

Η καρδιά του είναι ξινή σαν πρώτος παγκόσμιος πόλεμος.
Τα πλεμόνια του ώριμοι χουρμάδες.
Στο στομάχι του χοροπηδάνε δυο σκυλίτσες,
στις φλέβες του κυλάει μια καστανή ουσία με επικριτικό βλέμμα.
Δάχτυλα από συνθετικό χλοοτάπητα με καουτσουκένια πετραδάκια.
Στην πλάτη του πετάνε ράμφη κορακιών
και υπάρχει μια παιδική χαρά κάτω απ’ τις μασχάλες του.

Ένας μυελός των οστών ΝΑ!

Γόνατα, σαν ψαροντούφεκο(ΑΕΡΟΒΟΛΟ!) από ξύλο,
μπούτια από σφαγμένους λύκους.
Το σάλιο του πηγή experience points σε ένα τελείως συνηθισμένο RPG,
πηγούνι μάνγκο-σαγκουίνι.
Μάγουλα τραβηγμένα σαν αιώρα,
χείλος-ρακούν που το αναγκάσανε να γίνει κατοικίδιο
και αγκώνες γεμάτοι λέπια σαν αφτερ-σέιβ.

Μια κωλάρα ΝΑ!

Είναι ο κουφός εργάτης.
Είναι μια βιντεοκασέτα σε ντι-βι-ντι πλέιερ.
Είναι ένας κηπουρός χωρίς επιμονή.
Είναι ο πυρετός του κολατσιού.
Είναι μία θεοπάλαβη και σιδερένια μύξα.
Είναι ο περσινός μου έρωτας.

ΕΙΝΑΙ Ο P.J.
(ΒΡΕΙΤΕ ΤΟΝ ΚΑΙ ΦΕΡΤΕ ΤΟΝ ΜΟΥ ΖΩΝΤΑΝΟ)

χου αμ αι κιντινγκ (Άννα Ντακ)

Ανάμεσα στο
«η ομορφιά σου με εξουθενώνει»
και στο «απόψε θα γαμηθώ
με τον τάδε»
υπάρχει
ένα κακοσερβιρισμένο
τζιν τόνικ γλυκερό
σαν ποίημα ερωτικό
με ομοιοκαταληξία και φεγγάρια

Δεν θέλω να δω το πρόσωπό σου
να το φωτίζουν τ’άστρα
Δεν θέλω να σ’αγαπάω τις Κυριακές
Δεν θέλω να σε ταΐσω πανκέικς στο κρεβάτι
Δεν θέλω να σε πάω στην εκκλησία καβάλα στο λευκό μου άτι

Θέλω το χρόνο να μετρή-
σουμε που μένει
με τις γλώσσες μας
και να τελειώνεις
απανωτά
μέχρι το στόμα σου
να μετατραπεί
σε επιφώνημα

Μια άβολη συνάντηση (Νόπη Φουντουκίδου)

Η μυρωδιά από ιδρωμένα ρούχα
δεν ήταν καλότυχη στο σπίτι της
Της ξετύλιξε την κόλαση
πάνω στο τραπέζι
Του πρόσφερε καφέ και δυσφορία
Του μίλησε για τον καιρό και την συνέπεια
Αυτός χώθηκε κάτω από το τραπέζι
Κουλουριάστηκε κι άρχισε να της πιπιλάει το μεγάλο δάχτυλο
του ποδιού μέχρι που το εξαφάνισε
Προχώρησε στο επόμενο
Του μιλούσε για την αδράνεια
καθώς ίδρωνε τις αμφιβολίες της στη χούφτα
Αυτός είχε φτάσει πάνω από το γόνατο
του χάιδευε το κεφάλι με τα ακροδάχτυλα
Μύριζε σχεδόν τις μνήμες του
Γευόταν την στιφάδα τους
Ένιωθε μουδιασμένη
Προσπάθησε να κουνήσει τα πόδια της αλλά αυτά δεν ήταν πια εκεί
Άρχισε να τραγουδάει
ένα νανούρισμα
Αυτός είχε φτάσει στο αιδοίο της
Πιπίλιζε ρουφούσε κατάπινε
εξαφάνιζε
ανέπνεε
θλιβόταν
συνέχιζε
Είχε φτάσει πια στον αφαλό της
Αυτή θυμήθηκε την μάνα της
Ένιωσε τα χέρια της να την σηκώνουν ψηλά
ένιωσε τον ίλιγγο
έκλαψε με την πτώση
«ω οι μάνες μας ήταν τόσο ψηλές
μα οι γιαγιάδες μας τόσο πλατιές»
Του ζήτησε να κάνουν ένα διάλειμμα
αυτός ήταν χωμένος μέσα στο στομάχι της
Δεν την άκουσε
Του μίλησε για την μεταμέλεια που
που κουρνιάζει στους λεπτοδείκτες
Του μίλησε για το μέλι και τα πάλσαρ
Ένιωθε κάπως νυσταγμένη
Η γλώσσα του σκληρή γεμάτη ακίδες σέρνονταν
στα πνευμόνια της άλλοτε αργά άλλοτε γρήγορα
Το στόμα του άφριζε από τον κόκκινο πολτό της
Στάλαζε τα παχύρρευστα υπολείμματα της πάνω στο χαλί
Αυτή έσκιζε παλιές φωτογραφίες
Προβληματιζόταν για το βραδινό
«τόσα ακίνητα χαμόγελα
περισσεύουν σ’ ένα σπίτι μ’ άδειες κατσαρόλες»
Μονολογούσε
«τα θλιμμένα μάτια είναι κλισέ τ’ απομεσήμερου»
Συνθηκολογούσε
«ο χρόνος δεν έφερε κανένα πεθαμένο πίσω»

Η ώρα περνούσε και αυτή δεν υπήρχε πια σχεδόν καθόλου
Ίσα που πρόλαβε να σιάξει τα μαλλιά της πριν
αυτός εξαφανίσει τα χέρια της
Είχε μείνει μόνο το κεφάλι της πεσμένο άτσαλα πάνω στην καρέκλα
Αυτός, υγρός κόκκινος γίγαντας
το πήρε στα χέρια του
γέμισε το στόμα της κατιφέδες.
Μετά της έραψε τα χείλη
Το κράτησε ψηλά κι έκλαψε σαν μικρο παιδί
Το τοποθέτησε με δέος μέσα στο ψυγείο.
Συμμάζεψε όλη την αναστάτωση
που είχε προκαλέσει
και την έχωσε στην τσέπη του.

Φόρεσε το σακάκι του και έφυγε από το σπίτι.

Ο άνθρωπος που δάκρυζε μυρμηκικό οξύ (Δορίαιχμος)

Μια πλανόδια αγορά
μέσα σε μια μυρμηγκοφωλιά.
Πολλά τα μυρμήγκια,αγοράζουν μεταλλαγμένα λαχανικά.
Ανοίγουν πορτοφόλι και κέρματα μετρούν,
ανθρώπων κεφάλια στοιβαγμένα σε πουγκιά.
Σήμερα ήταν μια καλή αγορά.
Ώρα για φαΐ.
Ό, τι βγει απ’ τη σακούλα μηρυκάζεται μπροστά στην τηλεόραση.
Αυτή εκπέμπει πάντα δίχως ρεύμα, αγέρωχη. Εξυμνεί, εξιστορεί και μεριμνεί για τον κανιβαλισμό.
Ύστερα ταυτόχρονα σχεδόν ψυχαναγκαστικά, όλα τα μυρμήγκια, ενήλικα μικρά
ξερνούν ανελέητα. Ξερνούν μέχρι να γίνει ρυάκι στα βασιλικά διαμερίσματα.
Μια τροφαντή βασίλισσα στο κέντρο της ντροπής, σφάζει, διατάζει, ευθυμεί και πλήττει.
Και ύστερα τρώει τα ξερατά τους λαίμαργα ώσπου να ξεράσει και αυτή. Μυρμηκικό οξύ, την πρώτη ύλη των σκοτωμένων ονείρων.
Δυο κλουβιά στο βάθος του δωματίου της, κοσμούν τα χώματα με ανθρώπους που δεν εξελίχτηκαν.
Ένας χόμο-σάπιενς πηδά από κλαρί σε κλαρί, πίνει αίμα απ΄ την ποτίστρα του
και τιτιβίζει ολημερίς και ολονυχτίς
«Φάτε Χριστό μαλάκες».
Ο άλλος κουτσουλάει συνεχώς
το ίδιο απόκομμα εφημερίδας χρόνια τώρα.
Τεύχος 7 «Εύπεπτη Ηθική»χρονολογίας 2054 μ.κ. (μετά καταστροφής).
Συλλεκτική φυλλάδα για τη βασίλισσα.
Αφορισμένη για την ανθρωπότητα. Αυτήν, που δεν εξελίχτηκε ποτέ.
Πότε πότε τα μυρμήγκια βγαίνουν απ΄ τις φωλιές τους και πηγαίνουν στα σπίτια των ανθρώπων.
Αυτών που δεν εξελίχτηκαν ποτέ.
Το ίδιο σκηνικό και εκεί και απορούν. Τόσα ερωτήματα για αυτά
«Αν ο ουρανός γυρίσει ανάποδα οι λεωφόροι θα γίνουν αυτοκόλλητα στα σύννεφα;»
«Τι περιμένουν και δεν κάνουν μετάγγιση με πετρέλαιο, αφού αυτό ζητά η καρδιά τους να αντλήσει;»
Να κυλά στις φλέβες του μαύρος χρυσός
να γεμίσουν οι ωκεανοί αιματοκηλίδες / οι καρχαρίες να πληθύνουν
και ύστερα να πεθάνουν
από μια άσπλαχνη απάτη.
Μια φορά στα δέκα χιλιάδες χρόνια
ένας άνθρωπος και ένα μυρμήγκι αλλάζουν σώματα.
Είναι ένα κβαντικό παιχνίδι της αντιδραστικής διάνοιας των μορίων νικητών.
Ένα παιχνίδι χωρίς κανόνες που δεν μπορείς να καταλάβεις.
Μια φορά στα δέκα χιλιάδες χρόνια ο άνθρωπος που δεν εξελίχτηκε θα αποκοιμηθεί μια μια προσευχή.
«Ας χάσει την επόμενη φορά,
ας χάσει θεέ μου το μυρμήγκι τη σειρά του/
να διαιωνίσω το ψέμα μου/μια μόνο φορά/
αφού η αλήθεια που αντίκρισα στη μυρμηγκοφωλιά τους,
ήταν δυσβάσταχτη και τόσο ίδια»
Και τόσο ίδια…
Και τότε οι ουρανοί γυρνούν ανάποδα
ανοίγουν
και βρέχει χώμα
και βρέχει αίμα
και άσφαλτος φυτρώνει παντού.

Μέχρι να τους σιχαθείς (Φοξ)

σε φιλάω σε κάθε στόμα
κάθε τυχαίου και τυχερού κι ασήμαντου αγνώστου
σε χαϊδεύω, σε κάθε ευκαιρία
σου ζητώ τσιγάρο
όλο και κάποιος θα μου το προσφέρει
όταν καπνίσω, σου ζητώ και την αλήθεια
(εκεί τρομάζουν όλοι μη και μου σβήσει)
σου μιλώ όταν κανείς δε με προσέχει
όταν με παίρνουν αγκαλιά ή όταν με πνίγουν
σε ψάχνω σε όλα τα άδεια μπουκάλια
σε όλα τα άδεια βράδια
με τα μάτια κλειστά λέω πως είσαι
μέσα μου εσύ όπως κανένας
σε λατρεύω τόσο ολοκληρωτικά
όσο σιχαίνομαι όλους τους άλλους
κι ακούραστη περιμένω
να τους σιχαθείς κι εσύ
δεν υπάρχει αληθινό υποκατάστατο
θα ξημερώσει
θα σηκωθώ
θα διώξω αυτόν τον τύπο απ’ το κρεβάτι μου
θα έρθω να σε βρω
κανείς δε θα ‘ναι πιο ευτυχισμένος από μένα
που θα περνώ τα χέρια μου
μέσα απ’ τα μαλλιά σου
θα σου χαρίσω όση ψυχή και
ό,τι ποίημα μου έχει απομείνει
άμα τελειώσω αυτό το τσιγάρο.

Κτήνη 10000 (Morley)

Άνθρωποι βολεψάκηδες των μετρίων σκέψεων σκοτώστε λίγο ακόμα.
Είναι το μυστικό που το φτύνουν οι μπόμπιρες μέσα από τα τηλέφωνα.
Δέκα χιλιάδες κτήνη νευρικά με στόματα μπινελίκια σκουπίζουν τον ιδρώτα
με απαλά χάδια στο πρόσωπό μου.

Άνθρωποι βολεψάκηδες των μετρίων τραγουδιών φωνάχτε λίγο ακόμα.
Είναι το σαξόφωνο που τραντάζει τα τελευταία μου οστά και χτυπάει τα πνευμόνια.
Δέκα χιλιάδες συναυλίες ερχόμενες με ντόρο από το στενό γλείφουν με εκκωφαντικό
σάλιο τα ταραγμένα μου αυτιά.

Άνθρωποι βολεψάκηδες των μετρίων παραλογισμών δείχτε λίγο έλεος ακόμα.
Είναι εκείνος ο καταραμένος συνειρμός του «σα να πες σε όλα ναι» μπροστά
στο δαιμόνιο μαύρο ταύρο που καρφώνει σωθικά μανιωδώς. Τα σωθικά μου.
Δέκα χιλιάδες γυμνές γυναίκες ξαπλωμένες στη μέση της αρένας με το τελευταίο σημάδι
του θανάτου – λίγο αίμα στην κοιλιά.

Πεθαίνει, πάει κι έρχεται το τελευταίο κονσέρτο της αρχαίας λύρας.
Φουσκώνει, κοκκινίζει και ψοφώντας τραγουδά:
«Δέκα χιλιάδες κτήνη νευρικά, σε δέκα χιλιάδες συναυλίες ερχόμενες με ντόρο, ξάπλωσαν
με θάνατο βίαιο και βουβό δέκα χιλιάδες γυναίκες στη μέση της αρένας.»
Αλλά εγώ θα ήμουν εκεί για να μη σου συμβεί τίποτα.

Άνθρωποι βολεψάκηδες των μετρίων σκέψεων σκοτώστε λίγο ακόμα.

Εμείς (Γωγώ Λιανού)

Οι καιροί απαιτούν βία,
κι εμείς παίρνουμε μάτι απ’ το βάθος της ασφάλτου.
Σκυθρωποί.
Ανέλπιστα προδομένοι, μα χαρούμενοι.
Παράνομοι.
Κομμένοι στη μέση, μα πλήρεις.
Ζωντανοί.
Ξεδιάντροπα νέοι, μα ρυτιδιασμένοι ως τα νύχια.
Με καρκίνους μαύρους σα τη νύχτα
κι άγριους, σα τα κτήνη στα βουνά.
Και για μια στιγμή κρυώσαμε,
μα δε θυμάμαι αν έκανε κρύο
ή αν ήταν η απελπισία που μας σήκωνε την τρίχα.
Να λιώνουν τα μάτια μας απ’ τον πυρετό
και η θερμοκρασία σταθερή.
στους 36 κι 6.
Και να φωνάζουν τα καθίκια να τους δώσουμε κι άλλο.
Και είπα πριν,
προδομένοι μα χαρούμενοι.
Σβήσε το χαρούμενοι.
Προδομένοι, άσεμνοι,
καθόλου υπομονετικοί,
άπειρα επαναστατικοί.
Οι καιροί απαιτούν βία.
Κι είναι θλιβερό,
που άκουσα τη μάνα μου να μου λέει ‘’πρόσεχε’’
μετά, που έκλεισα την πόρτα.

Σαν οικογένεια (Φώντας Φ.)

Η κοινωνία δεν διαφέρει από εμάς, μας μοιάζει
όπως ο Θεός στον άνθρωπο.
Θυμίζει οικογένεια
μοιάζει με τον πατέρα της μάνας μου
δέρνει, βαράει, απατάει, κλέβει,
κρεμάει τα παιδιά του από ένα δέντρο γιατί έπεσαν στο παιχνίδι και χτύπησαν
πετάει κατεψυγμένα ψάρια στα κεφάλια
όσων δεσμεύτηκε να αγαπάει.
Θυμίζει οικογένεια η κοινωνία
μοιάζει με τη μητέρα σου
σε βάζει στο σπίτι από την πίσω πόρτα, σου δίνει το χαρτζιλίκι σε τσιγάρα και σε φαί,
μην τα ψωνίσεις πρέζα
και σε κλειδώνει στο δωμάτιο σου
γιατί φοβάται πως θα τις κλέψεις τα ασημικά.
Μιλάει συνεχώς για το τι απογίνεις όταν πεθάνει, μα ελπίζει να ζήσει για πάντα και να σου φέρνει λουλούδια.
Θυμίζει οικογένεια η κοινωνία
μοιάζει με τον πατέρα του πατέρα μου
πυροβολάει στον αέρα κι όποιον πάρει ο χάρος, στα 12 σου ανακοινώνει πως είναι καιρός να δουλέψεις, στα 71 του, σου ανακοινώνει πως είναι καιρός να τον φροντίσεις. Το κάνεις.
Θυμίζει οικογένεια η κοινωνία
μοιάζει με τη μάνα σου
εργάζεται ώρες κι ώρες για να γεμίζει το στομάχι και τη βιβλιοθήκη σου
εργάζεται ξανά για να ντυθείς όμορφα, για να έχεις μια ευκαιρία
στο τέλος σου χώνει μια μπουνιά στο μάτι γιατί δεν έπλυνες τα μάτια.
Να είσαι βέβαιη πως αν το μελλοντικό σου επάγγελμα είναι κατασκευαστής χημικών όπλων θα είναι περήφανη για σένα.
Θυμίζει οικογένεια η κοινωνία.
μοιάζει με τη μητέρα μου
τσαλαβουτά από βούρκο σε βούρκο, περπατάει μονάχη στη βροχή, κανένα αμάξι δεν κόβει ταχύτητα ποτέ για να τη βρέξει λίγο λιγότερο
στο τέλος της μέρας αναρωτιέται ποιός φταίει που είναι βρώμικα τα ρούχα της. Τα φαντάσματα του κόσμου την συμπαθούν και δεν της απαντάνε τίποτα.
Θυμίζει οικογένεια η κοινωνία
μοιάζει με τον πατέρα σου
γυρίζει χώμα τα βράδια σπίτι, μέρα παρά μέρα λιποθυμάει στα χέρια σου, σκέφτεσαι πως θα πεθάνει. Παλιά αναρωτιόσουν τι έκανες και το αξίζεις αυτό, τώρα ρωτάς «Γιατί το κάνει αυτό;». Κι αυτός πιθανότατα ρωτάει έναν φίλο του, που μπορεί και να είμαι εγώ «Γιατί της το κάνω αυτό;»
Θυμίζει οικογένεια η κοινωνία
μοιάζει με τη μάνα σου
σου φωνάζει πως σε σιχαίνεται απ’ την πρώτη μέρα που μαθαίνεις να διακρίνεις τη φωνή της απ’ τις άλλες. Αναρωτιέται πως φύτρωσε αυτός ο αηδιαστικός κάκτος σε τόσα όμορφα λουλούδια ανάμεσα.
Σου ζητάει να της φέρεις ένα ποτήρι νερό και βαριέσαι. Για τιμωρία δε σου αγοράζει τα χάπια που χρειάζεσαι για να ζήσεις.
Θυμίζει οικογένεια η κοινωνία
μοιάζει με τον πατέρα μου
έχει μια αρρώστια μέσα της
που δε γίνεται καλά ούτε αν κόψεις κομμάτια της
ούτε αν την κάψεις από πάνω ως κάτω
ούτε αν την πλακώσεις στις χημείες
έχει μια αρρώστια μέσα της
που όταν την σκοτώσει
το μόνο που θα βγάλει
δε θα είναι θάνατος
αλλά σκουλήκια.

Θυμίζει οικογένεια η κοινωνία
μοιάζει με τους πατεράδες και τις μητέρες των παιδιών που θα κάνουμε.

Ακαταστασίες (Άνευ Φθοράς)

Απόγνωση
κι από γνώση
τίποτα
Επίγνωση της απόγνωσης
και μια απεγνωσμένη προσπάθεια
για επίγνωση
των πάντων
Πάντων
τιποτένιων
που δεν διαρκούν για πάντα
αλλά για όσο το επιτρέπει η φθαρμένη
ύλη τους.
Τα πάντα είναι φθαρτά και μη υποφερτά
προ καθορισμένα από προ σχήματα
και μη καθορισμένα σχήματα
Σχηματίζουν ακαταστασίες στο άπειρο
ή καταστάσεις άνευ εμπειρισμού
κι όχι εμπειριών.
Κάθε υποκείμενο δημιουργεί μία αντικειμενικότητα
Αυτή με τη σειρά της καταστρέφει
κάθε υποκείμενο
κάθε κείμενο που στέκεται
υπό
μπροστά της
και γενικά κάθε αντί
που δεν κειμενοποιείται.
Θα μου πεις ότι το παράκανα πάλι
Άσε με να το παρακάνω
παρά
να μην κάνω τίποτα
Όταν σταματήσω να ΚΑΝΩ
θα αρχίσω να ΓΝΩΡΙΖΩ
μέχρι να καταλήξω
απλώς
να ΚΑΝΩ ΓΝΩΡΙΜΙΕΣ
κι αφού αναγνωρίσω ότι δεν υπάρχει
κατάληξη
θα ξεκινήσω από την ανυπαρξία κι όπου
καταλήξει
Πού λήγει;

Χρυσό Άλμπατρος (Σιλουάν Κ.)

Γυρίζοντας πίσω τώρα,
σκέφτηκα έναν μεγάλο καθρέπτη στην μέση ενός κατοικημένου δάσους
-πυραμίδες απ’τον ίδιο μέσα στον ίδιο; σκέφτηκα πως
θα αρκούσαν τα υδάτινα θρύψαλα (και ας ήταν θρύψαλα, ναι),
θα αρκούσαν, ήταν εκεί, μπροστά μου,
στ΄αλήθεια πάλευα να αφεθώ: θα αρκούσαν έλεγα, γιατί είμαστε χέρια
και πόδια ακούραστα
και περιπέτεια
και όνειρα και πράξεις ηρωικές. Και ένιωθα σίγουρος πως για χάρη τους
ίσως μπορούσα να κάνω στην άκρη,
να εξορίσω με 2 κλωτσιές
την αίσθηση του Χωρισμού των Χωρισμών: της καρδιάς απ’την καρδιά.
Και ο μεθυσμένος λαγός βάραινε με τις ιδέες μου
και συνέχιζε να λαχανιάζει.

Στο ίδιο μέρος (διαμέρισμα, λεωφορείο, οτιδήποτε)
στεκόταν μεταμορφωμένη η αρχέγονη οδύνη:
το ανολοκλήρωτο ελάφι πλέον κάλπαζε πάνω μου, πιστέψτε με,
τα είχα καταφέρει!
Ήταν στιγμές που έμοιαζε μ’ένα ενδότερο διαστημόπλοιο! Ναι,
οι ασχολίες μου ήταν γλυκές αλλά και δυναμικές,
η εφήμερη φλόγα
έβγαζε την μουσούδα της γεμάτη αισιοδοξία! Σε κάθε περίπτωση: με είχε κυριεύσει
η θέληση της εκστατικής όρασης,
της εκστατικής αφής,
της -δίχως άλλο- άμεσης κατάκτησης! Άγγιζα την βεβαιότητα!

Άλλοτε όμως, και όταν η σιωπή απομάκρυνε κάθε δυτικό μέτωπο,
μπορούσα να το αισθανθώ:
καλά κρυμμένος πίσω απ’τον παλλόμενο παροξυσμό
ήταν ξανά εκείνος ο καθρέπτης
ήταν ξανά η Πυραμιδική Αυτοκτονία: και η κορυφή της ήταν θάνατος σκέτος,
γιατί πάταγα στα δικά μου πτώματα,
και ήταν καταρράκτης σκοταδιού τα ποδοπατημένα μάτια μου,
και ήταν μούχλα του δάσους οι ποδοπατημένες μύτες μου
και ήταν θάνατος σκέτος λοιπόν,
           εγώ μέσα σε εμένα: 1 τάφος αμετάκλητος
ο αιματηρός μηχανικός του εαυτού.

Και έπειτα άρχισε να ψιχαλίζει· θα ορκιζόμουν πως ήταν τυχαίο:
μερικές γουλιές έπεφταν στο εύφορο στήθος του απογεύματος,
όμως ακόμα
πάλευα να αγνοήσω το μάταιο της αποστολής μου; ναι,
παραμερίζοντας με στυλ
κάθε αμφιβολία,
θα επιζητούσα να συνεχιστούν οι έρευνες κάποιας πληρότητας,
θα γινόμουν ο παραισθητικός ντετέκτιβ
κάθε πιθανής διεξόδου. Η βροχή δυνάμωνε,
και παρ’οτι οι πόρτες ήταν ασφαλείας, άνοιξαν ευπρόσδεκτα:
και ήρθαν τα ζωτικά χρώματα και τα συνέλεξα
και τους έβγαλα καφέ και μπύρα και τσιγάρο.
Και παρ’ότι έξω βροντούσε, εδώ το γλέντι στ’αλήθεια είχε ανάψει·
στο τέλος, αυτό ήταν αρκετό
για να μου προξενήσει έναν αφόρητο πονοκέφαλο.

Τότε λοιπόν βγήκα από ‘κει μέσα και -προς έκπληξή μου-
με ακολούθησαν και ορισμένοι καλεσμένοι.
Ήξερα πλέον πως είχα αποτύχει,
οι έρευνες μου μόνο σύγχυση προκαλούσαν,
ο περίγυρος μου παρέμενε εκείνο το Ελάφι, εκείνος ο Καθρέπτης,
Εκείνος Εγώ.
Κιόμως! τώρα σαν κάτι να είχε αλλάξει· μέσα στο ανεπαρκές καρναβάλι που κατρακυλούσε απ’τους αγκώνες μου
και απ’την πλάτη μου, διαφαινόταν σαν σιωπηλό πανηγύρι
η Ουσία των Πραγμάτων,
που υπήρχε και ας ήταν κομμένη στην μέση,
που όντως, ναι, υπήρχε
και η αθέατη υπόσχεση της μ’ακολουθούσε. Και τότε επιτέλους ένιωσα
πως είναι δυνατόν
η πυραμίδα να χτιστεί ανάποδα,
και τότε επιτέλους ένιωσα
πως ένας Ερωτευμένος Συζητητής (για να με καλέσει να του απαντήσω),
μου πρόσφερε την άλλη όψη: και μαζί μ’όλο το οικοδόμημα
σηκωνόταν ένα βάρος
πολύ πιο πέρα απ’το αισθητό!

Έτσι λοιπόν συνέχισα να προχωράω, χωρίς να ξέρω ακόμη για που.
Γυρεύοντας ίσως τους λευκούς παπαγάλους,
προχώρησα.
Έφτασα ως το κέντρο της καταιγίδας
παρέα με κάποιους εναπομείναντες συντρόφους :
πλέον στον ορίζοντα
φαινόταν η λαμπερή άνοιξη ενός σταυρού.

γιου κειμ (Άννα Ντακ)

Ήξερα πως θα’ρθεις
γιατί τα μάγουλά μου καίγανε
ο λαιμός μου είχε στεγνώσει
και το κεφάλι μου έτριζε
μέχρι που το ξύλινο πάτωμα
άρχιζε να τρίζει κι αυτό
απ’τα βήματά σου

κι εσύ έρεες,
έρεες από τις κόχες των ματιών μου
-πύρινη, κοφτερή- στο λαιμό μου,
πιο κοφτερή απ’τα δόντια σου,
πιο ανεξίτηλη απ’τα σημάδια που αφήσαν

Όλες αυτές οι περιγραφές, περί κεκομμένων ανασών, αυξομείωσης των καρδιακών παλμών και
καυλο-βερμπαλισμών,
δεν χωράνε την απλή κατακόκκινη αλήθεια:
Σε θέλω, δεν έχω ξανανιώσει έτσι
και ακούγεσαι υπέροχα όταν λες «χυύνω».

Καινούριο Μέλος (Διονύσης Αντωνάτος)

Μια άσπρη μεταλλική πόρτα έσπρωχνες και έμπαινες στον προθάλαμο
Η υπάλληλος ήταν εκεί να σε καθοδηγήσει
Σου δινε το χαρτί
Έγραφες το ιστορικό σου
Βεβαίωνες ότι δεν είσαι τρελός
Και μια φαρδιά πλατιά υπογραφή στο τέλος
Η υπογραφή που θα σου λυνε όλα τα προβλήματα
Η υπογραφή που θα σου κανε τη ζωή λίγο, ελάχιστα καλύτερη
Την έβαζες
Έμπαινες στο θάλαμο
Και με χειρουργική ακρίβεια
Τυφλωνόσουν
Ο σύλλογος εθελοτυφλόντων αποκτούσε καινούργιο μέλος

Που είστε βρικόλακες; (Morley)

Για μια ωδή στα θλιβερά μάτια μιας τριανταοχτάχρονης πόρνης.
Σπάμε τα τζάμια της καθημερινότητας με την καραμπίνα της Κόλασης,
τους αιματηρούς θορύβους, τα μπικίνι,
τις Μπαχάμες και τα ερωτικά νησιά.
Τους αυστηρούς γείτονες,
τα σαπισμένα πρόσωπα στη λασπερή θηλιά της πρώτης ηλιαχτίδας,
τα ταξί που κινούνται στα γυαλιστερά διαμάντια,
τις κουτσουλιές και τα φλέγματα.
Tα παράσιτα που τρώνε μπιφτέκια στη μούχλα πράσινα,
τα χαμόγελα τα ξεπουλημένα για πενήντα λεπτά.
Ορίστε το πρωινό σας, ορίστε το διαιτολόγιό σας
τριανταπέντε τσιγάρα, τρεις καφέδες και δυο σουβλάκια.
Οι υπόνομοι που ζωντάνεψαν και αναπνέουν κάπνα
σα να γιορτάζουν με φωτιά και λάβα τα πλιατσικολογήματα στα μανάβικα.
Η μπόχα (που δεν πηδιέται στα φανερά μπροστά σε όλους, κρυμμένη πικρά ανάμεσα χωμένη στις σκιές).
ΔΕΣΤΕ ΤΗ, ΔΕΙΤΕ ΤΗ. Δείτε τη όταν ανταλλάζει καλημέρα.

Καλημέρα Μπόχα…

Γεννήθηκε η παλαβομάρα από το ξέχειλο μουνί της πιο παρηκμασμένης μητρόπολης του εγκεφάλου ενός νεαρού που γρονθοκοπείται με ηλεκτροπληξία στους δρόμους.
Ύψωσε το χέρι.
Χαιρέτα τον περαστικό.
Τέντωσε το χέρι τόσο όσο να μην μπορείς να υποφέρεις την ύπαρξη των μαστιγωμένων νεύρων και χτύπα το ταβάνι ή χτύπα το κενό που σε χωρίζει από το ταβάνι.
ΕΙΠΑ ΧΤΥΠΑ ΤΟ ΤΑΒΑΝΙ ΜΕ ΚΛΩΤΣΙΕΣ ΚΑΙ ΜΠΟΥΝΙΕΣ.
Χτύπα το ταβάνι με την αναθεματισμένη σου την κούτρα για να σκάσει,
για να σωπάσει ή για να του ανοίξεις μια τρύπα να αναβλύσουν λέξεις και πίδακες εικόνες ή για να ανοίξεις μια τρύπα στο κεφάλι σου.

*
ΠΟΥ ΚΡΥΒΕΣΤΕ ΒΡΙΚΟΛΑΚΕΣ, ΠΑΡΗΚΜΑΣΜΕΝΑ ΠΑΛΙΚΑΡΙΑ, ΛΙΩΜΕΝΑ ΣΚΑΤΟΜΟΥΤΡΑ ΤΩΝ ΒΡΩΜΙΚΩΝ ΚΑΖΙΝΟ, ΔΙΕΦΘΑΡΜΕΝΟΙ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΚΟΚΚΑΛΟ ΚΟΝΤΟΠΟΥΣΤΗΔΕΣ;
Μα φυσικά στο επόμενο πένθιμο εμβατήριο της πιο αγέλαστης μπάντας τεμπέλικων τζιτζικιών.
Στην επόμενη Άνοιξη, στο επόμενο μπουκάλι.

*
Και φωνάζουν… εξεγείρονται:
“ΘΑΨΤΕ ΤΟΥΣ ΧΟΥΛΙΓΚΑΝΣ ΒΑΘΙΑ ΣΤΗ ΓΗ”.

“Υποφέρεις και πονάς γκάνγκστα;
Θες να πεθάνεις γκάνγκστα;”

Κλέψτε και φέρτε μου πίσω τα κλεμμένα πορτοφόλια,
τα πορτοφόλια που έκλεψαν οι αληταράδες οι πορτοφολάδες.
Aνοίχτε χώρο, υψώστε γέφυρα με τα πιο βαριά μέταλλα της βιομηχανίας
για να γκαζώσουν με τις πολύτιμες Chevrolet τους
μέχρι το βράχο του πρώτου Καιάδα και να σπάσουν.
*
Μας έδωσαν και παραλάβαμε με καμάρι μια ποίηση μέτρια και εύκολη
και μας είπαν να τη διαχειριστούμε και αφού τη βράσουμε να σας τη σερβίρουμε σε μαύρα φλιτζάνια.
Σαν τις λυγερόκορμες σερβιτόρες στα γαμώμανα και μαρμαρωμένα εστιατόρια των αμερικάνικων επαρχιών, που δεν πεθαίνουν μένουν παντοτινά σκαλωμένα και τοποθετημένα εκεί στο χρόνο.
Εγώ προσωπικά δεν ξέρω αν θα το έκανα για τα χαμόγελα των κοκκινολαίμηδων, χοντρολαίμηδων πελατών ή για τα tips.

Οι λέξεις δεν ανήκουν (Παράταιρος)

Μπήγουν τα νύχια τους στα ποδάρια τους
να στάξει αίμα
Αναβάλουν την καθαριότητα του σπιτιού
Για να κρατήσουν ενθύμιο ξένες τρίχες δίπλα στα μαξιλάρια
Αυτοεξόριστοι σε κατ ‘ οίκον περιορισμό
Λες και η φθορά επέρχεται από το γδάρσιμο του ανέμου
Γαντζώνονται και κρέμονται και αιωρούνται και πετάνε
Και μου θυμίζουν νεογνικά αντανακλαστικά
Ανακαλύπτουνε καινούριες λέξεις
Για να αποφύγουνε τις καθαγιασμένες
Οι λέξεις λένε ψέματα
Οι λέξεις δεν μας ανήκουν
Οι λέξεις μου δεν σου ανήκουν
Ακούω λέξεις που φοβάμαι
στον καθημερινό μου εφιάλτη
Με ξυπνάει η στιχομυθία με το υποσυνείδητο
Κοιμάμαι μόνος να μη ξυπνήσω και σένα
Όποιος δεν ξέρει κολύμπι
Ή πνίγεται στα ανοιχτά
Ή παίρνει στο λαιμό του
Παρακείμενους λουόμενους
Γιατί λοιπόν να χαλάσουμε τα καλοκαίρια μας
Όταν η υπόθεση εμπεριέχει ένα νεκρό το λιγότερο
?

Αναφιέρωτο (Ε. Κάτη)

Έχεις ένα ροδοπέταλο και ένα γιασεμί στον ώμο
Αγόρι.
Την ζωή μου κυβερνάς
και κυβερνιέσαι
απ’ τα πάθη μου.
Αγόρι.
Μόνο εσύ μόνο σκίζεις την πέτρα
και τον άνεμο
και τον ήλιο και μέσα του περνάς.
Αγόρι.
Δεν έχεις πρόσωπο.
Πετάς και χάνεσαι.
Φτερά αγγέλου
και μυρωδιά από γαρδένιες
στο διάβα σου.
Αγόρι.
Έρχεσαι και φεύγεις
μα την ζωή μου ποτέ
ποτέ ποτέ ποτέ
δεν επισκέπτεσαι.
Αγόρι.
Ακλόνητος οδηγός
περασμένων αναμνήσεων
στον δρόμο της λήθης.
(Κινείσαι και χάνεσαι)
Αγόρι.
Ροζ και πορφυρά
υφάσματα
καλύπτουν το πρόσωπο
το λαιμό
τα χέρια
και το σώμα σου.
Αγόρι.
Κάποιοι σε βλέπουν αλλιώς
μα εγώ ξέρω καλά
ποιος
και πως είσαι
Αγόρι.

Άτιτλο (Γωγώ Λιανού)

Ο έρωτας βρέθηκε κρεμασμένος στο δωμάτιο των ξένων,
φορώντας παπούτσια δυο νούμερα μεγαλύτερα.
Μεθυσμένος από κρασί,
λίγο κρασί
και λίγο κρασί ακόμη.
Ποτισμένος με καπνούς και ουσίες.
Με αφρούς να στάζουν απ ‘ το στόμα
στο πάτωμα λίγο-λίγο,
μας κάνανε όλους νευρικούς.
Με το ένα μάτι ανοιχτό
και το άλλο ραμμένο με μαύρη κλωστή.
Ο έρωτας βρέθηκε κρεμασμένος στο δωμάτιο των ξένων,
φορώντας παπούτσια δυο νούμερα μεγαλύτερα.
Ο έρωτας δεν δάκρυσε.
Χαρούμενοι χειροκροτήσαμε όλοι.

Πειραιώς (Άννα Ντακ)

Κορίτσι μου,

τ’ αστέρια κάποτε θα πέσουν στη γη
και θα’ναι χωμάτινα

Στις πελώριες τρύπες που θα σχηματιστούν
θα βουτάν’οι άνθρωποι
γιατί στην κορυφή του Έβερεστ
το έτος διαρκεί 15 μικροσεκόντ λιγότερο
απ’ότι στην επιφάνεια της θάλασσας

Kαμιά φορά περνάω από την Πειραιώς
κι η ύπαρξή μου χάνει το νόημά της στα φανάρια ∙
τόσο εύκολα
σκέφτομαι πως θα ‘ταν να ζωντάνευαν τα χέρια της τοιχογραφίας
πως θα’ταν λες να υπήρχαν δυο πελώρια χέρια που προσεύχονται σε μας
πέρα από κείνα της μητέρας μας;

Oι φίλοι μου σε μετράνε σε λεπτά
είσαι λένε τόσες το πλήθος λέξεις

Εγώ λένε σε μετράω σε ήττες
και σε μερίδες των εξήντα εμ ελ

Αθροίζω πρωινές πρώτες σκέψεις,
εφηβικές παρορμήσεις που αναδύονται
μουσκεμένες
απ’την παχιά ρευστή σκοτεινιά του
μελλοντικού μου μεσοβδόμαδου
εαυτού

Άρα αν τα βάλουμε κάτω
δεν επιτρέπεται να σε σκεφτώ μεσημέρι

Σαλτάρισμα (Αλεξάνδρα Επιθέτη)

όλες οι φυλές της γης θρήνησαν,
ήταν αλήθεια,
όταν είδαν Εμένα,
Τον ίδιο,
που ήμουν Υιός και Πατέρας
και Μητέρα
κι Αδερφή
Του εαυτού μου.

Τον Υπάνθρωπο
Τον μέγιστο,
εκ τα βάθη της Κολάσεως,
να αναδύεται από
τις σωρούς
των σκουπιδιών του Ιουνίου.

να αναδεύει τις σακούλες
με τα σαπισμένα
κορμιά
και μέλη.
να κάνει τους γύρω Του
να λιποθυμούν
από τη δυσωδία.

κι έτσι,
ήταν αλήθεια,
έτσι
όπως ο άνθρωπος
δεν ξέρει
πότε θα μπει ένας κλέφτης στο σπίτι του,
έτσι,
γύρισα πίσω
από τους νεκρούς
που Με αφήσατε.

κι έτσι,
όπως πήγα
και θάφτηκα,
εις τους αιώνας των αιώνων,
στον πρώτο σκουπιδοτενεκέ
που βρήκα
στην Σωκράτους,
έτσι αναδύομαι σήμερα.

κι οι νεκροί,
κι οι ξεχασμένοι
ακούνε την φωνή Μου.

κι οι κατάμαυροι ουρανοί
σείονται,
κι όπως ανατέλλω
ξανά
στέλνω λαίλαπες
και τυφώνες
σε όποιον ζωντανό
κάποτε μ’ αγνόησε
που κάποτε του μίλησα
και γύρισε πλευρό
που τον αγάπησα
κι έφυγε με την ουρά στα σκέλια.

επικαλούμαι τώρα
τους νεκρούς Μου.
τους νεκρούς
και θαμμένους στα σκουπίδια
απ’ όλες
τις χωματερές του κόσμου.

στέλνω αγγελιαφόρους Μου
τα σκουλήκια
και τους δαίμονες,
που κλώσαγα και κλώσαγα
για χρόνια
μέχρι να εκκολαφθούν.

τους στέλνω,
όχι με σάλπιγγες,
δεμένους στις σάλπιγγες
που ξερίζωσαν
οι μανάδες
μοναχοκόρων και μοναχογιών
που χάθηκαν
σε φουσκωτές βάρκες,
σε σύγχρονα κυνήγια ευτυχίας,
σε εξοπλιστικά απευθείας φερμένα από τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής,
σε βάρδιες 9 με 9
με μισθό
ένα ξεροκόμματο μιζέρια.

γιατί δεν χαίρεστε κύριοι;
που είναι το χαμόγελα σας κυρά μου;
που είναι
τώρα
η δικτατορία της χαράς σας;

που είναι
η εισπνοήεκπνοήμέτραμέχριτο10
οδηγόςαυτοβοήθειαςκαιαυτοβελτίωσης
μοναδικόDVDδιαλογισμού
μόνοισαςστοσπίτι!χωρίςχέριαμαμά!
ΣΚΕΨΟΥ
ΛΙΓΟ
ΠΙΟ
ΘΕΤΙΚΑ!

ΤΟ
ΣΥΜΠΑΝ
ΣΥΝΩΜΟΤΕΙ
ΓΙΑ
ΕΜΑΣ!

λες το σύμπαν
να συνωμοτεί
για 6 δισεκατομμύρια
καταδικασμένες
κλινικές περιπτώσεις;
σίγουρα!

απλά,
συνωμοτεί εναντίον μας.

οι άοπλοι ζητιάνοι
κόβουν τα χέρια τους.
οι ζητιάνοι του κόσμου
κόβουμε
τα χέρια μας
και οπλίζουμε.
κι οι αφέντες
του κόσμου
στέκονται
απέναντι μας
ΠΡΟ ΣΟ ΧΗ.

κλείσε το στόμα σου.
βούλωσε το.
κλείστο
και χαμογέλα.
και βάστα γερά
μην βγάζεις άχνα.
σφίξε τα δόντια,
ΜΗΝ ΧΑΝΕΙΣ ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ.
σφίχτα γερά,
μέχρι να σπάσουν
κι αν τα σπάσεις
κατάπιε τα κομμάτια.
μόνο
ΜΗΝ-ΧΑΝΕΙΣ-ΤΟ-ΧΑΜΟΓΕΛΟ!

ξέρεις μόνο
ποιοι δεν χαμογελούν;
οι αρουραίοι των υπογείων,
οι κατσαρίδες τους,
τα φίδια στο γρασίδι
που τσιμπάνε μονάχα γι’ αυτοάμυνα.

είλωτες
κι αιχμάλωτοι,
ευνούχοι
και σκλάβοι
των ζωών σας,
οι παρίες και τα παράσιτα της πόλης
την έχουν λούσει
βενζίνη
όσο κοιμόσασταν με ανοιχτή την τηλεόραση.

κι Εγώ,
ο πιο τρομαγμένος
ο πιο βρώμικος
ο πιο μικρός απ’ όλους
ανάβω την τελευταία
σπίθα στην
πιο αρχαία
νεκρή πολή.

διότι υπέμεινα
τα πάθη,
κατανίκησα κι έκανα
Τον Θάνατο,
αδερφό.

αλήθεια σας λέω,
πως έρχεται
η ώρα.

και ήδη ήρθε.

Οι μουδιασμένοι το βούλωσαν (Morley)

Λοιπόν οι διαβολικοί έσκασαν.
Το βούλωσαν οι μουδιασμένοι.
Ώρες χαμηλοβλεπούσες κυλάτε με ήσυχα βαδίσματα προς το τέλος σας.
Μην ικετεύεις, μη χάνεσαι.
Πες μας μία σου επιθυμία ακόμα ή ησύχασε.
Ησύχασε σα να μην ακούς ή σα να μη μιλάνε.

Στη θέα της βαβούρας εκείνης και στο στόμα μέσα του θορύβου
χαρτογραφήθηκε και εκείνη η ποταπή νύχτα λες και την έφτυσαν
κάποιο θρασύδειλοι θεοί μαζί με αρχαία χαλάσματα.

Η μύτη ξέχασε τη μυρωδιά του αγαπημένου της πόνου.
Τα νομίσματα στριφογυρίζουν σαν κωλόπαιδα στην τσέπη.
Γνωρίζουν και βλέπουν.
Προδότες και αυτά δίνονται με αντάλλαγμα την επερχόμενη αφραγκία.
Πες μας μια όμορφη ευχή ή σώπασε.
Σώπασε σα να κλείσαμε όλοι τα αυτιά μας μπροστά σου.
Στη θέα της βαβούρας εκείνης και στο στόμα του θορύβου
έγιναν σκέψη, υπήρξαν και μπλέχτηκαν κορδόνια τα ψέματα
λες και κάποιος άγνωστος επισκέπτης να μπέρδεψε τα δάχτυλα του από τον τρομο.

Τα βλέμματα ζητιάνοι βασιλιάδες.
Παραδίδουν το θρόνο για λίγα ακόμα χρυσαφένια δευτερόλεπτα.
Πού γυρνάει απόψε ο λογισμός σου και τί σιχαίνεται να πει;
Μη βλαστημάς και χαμογέλασε.
Πες μου ποιό είναι το αγαπημένο σου φινάλε ή μην απαντάς.
Μην απαντάς σα να μην ακούστηκε ποτέ αυτή η ερώτηση.

Στη θέα της βαβούρας εκείνης και στο στόμα του θορύβου
έζησα κι εγώ, παρέα να κάνω στα ερωτηματικά.

Κόκκινη σκόνη (Σιλουάν Κ.)

Είσαι διάφανη ριγμένη
ανάσκελα στα μαξιλάρια της νύχτας, πως βρέθηκες εκεί κάτω;
πως βρέθηκες εκεί
κάτω;

Απέχουμε πλέον
μέρες
και σφαγμένα μήλα και ο χώρος είναι μια βουβή κραυγή,
πως βρέθηκες εκεί, κάτω;

Η φωνή του τενόρου αιματοκυλά τα χείλη σου
διασχίζουμε το νεκροταφείο
που σκαρφαλώνει στο σβέρκο μας, πες μου
πως βρέθηκες εκεί κάτω;

Χάνεσαι ή επιστρέφεις
επανέρχεσαι, επανέρχεσαι;
Χτυπάνε τον ωμό μου ψελίσματα απ’την ψυθιριστή σφαίρα
λειώνει το πρόσωπο των νεύρων
απ’την σιωπή σου,
πως βρέθηκες εκεί κάτω;

Tα ψημένα ρουθούνια της αποθήκης μας,
πως βρέθηκες εκεί κάτω,
ανέβηκα την σκάλα σαν να ‘μουν ο σκύλος σου
μαύρη κοκαΐνη
τα ρουθούνια τρέμουν απ’την απεγνωσμένη νύχτα σου:
μ’ακούς ή
πλέον είναι στ’αλήθεια αργά,
πως βρεθηκες εκεί κάτω;

Διάλεξα το πρώτο βαγόνι,
λευκή γούνα που χάνει το χρώμα της
ποδοπατιέται απ’τα δόντια μου, θυμάμαι ήσουν αναδυόμενη και σκοτεινή,
έτσι βρέθηκες εκεί κάτω;

Σπάραξα απαλά τα μαλλιά σου,
ήταν όταν ανασάνες ομίχλη: πιρούνια μασάνε το γυαλί
στα πληγωμένα ούλα μας.
Ο κύριος που χτυπάει την πόρτα
ανάποδα και κρεμασμένος, άδειος,
έτσι
βρέθηκες εκεί κάτω;

Και πέφτει η γυναίκα του ματιού απ’την γέφυρα,
δε ήθελα να τρέξω πάνω στην χορδή
απλά ακολούθησα,
ήσουν υποταγμένο δέρμα και μαύρο ράμφος φώτισε
την υγρή βελόνα. Στ΄αλήθεια
έτσι βρέθηκες εκεί κάτω;

Τα χέρια του σκλάβου στις μύτες μας
είναι γροθιές σ’ενα πεθαμένο κουνέλι
η ασφυξία αθώα σα νιαούρισμα βεντάλιας
και δεν έβλεπα εσένα πια
παρά μόνο
την άυπνη άμαξα που καλπάζει.
Έτσι βρέθηκες εκεί κάτω.

Στο δωμάτιο που θυσιάστηκε το βλέμμα σου
αλυχτάνε αποτυπώματα, η καρδιά υπάρχει
στην βραδύτητα,
θα μείνουμε για καιρό ξεχασμένοι
μα
πως βρέθηκες εκεί κάτω;

Ο Δρόμος (Παράταιρος)

Ο Δρόμος είναι μεγάλος.
Για τα δικά τους πόδια
και τα δικά μου.
Εκτελούνται έργα σ ‘ αυτόν
ενίοτε και εργάτες
σίγουρα όχι για τις κακοτεχνίες του Δρόμου.
Οι οδοιπόροι του κουτουλάνε δέντρα
στα στενεμένα πεζοδρόμια
των λεωφόρων του παρελθόντος
και μάλλον δεν χάρηκαν
την όποια ανάσα δροσιάς.
Οι αλήτες των παραδρόμων
κορδώνουνε την ολιγόωρη φυγή τους
χωρίς καν να έχουν καβαλήσει
έστω κι ένα βαγόνι τραίνου.
Η ποτοαπαγόρευση
και οι νόμοι περί αλητείας
δεν τους άγγιξαν ποτέ
όπως δεν συγκινούν κανένα
τα διπλώματα οδήγησης
και τα φθηνά κλεμμένα ποδήλατα.
Ετοιμάστηκα για την μεγάλη κατηφόρα του
με το χέρι μακριά από το φρένο.
Είδα την απουσία ασφάλτου
και αναγκάστηκα να σκονίσω
τα άσπρα παπούτσια που μου φόρεσαν
να ταιριάζω στην τελέτη παράδοσης του Δρόμου.
Κράτος και Eκκλησία λιβανίζουν την ανάπτυξη
και ραντίζουν τους πιστούς.
Ο πάτερ με συγχώρησε που παραμέρισα
και πίστεψε την δικαιολογία της πνευμονίας.
Υποσχέθηκα να προτιμήσω το δικό του μαγαζί
μόνο που θα πιω κούπα μονορούφι
απ’ το άγιο δισκοπότηρο
και θα ξαλαφρώσω την κύστη μου
στον ευκάλυπτο του προαυλίου.
Στις δηλώσεις υπουργών
η κάμερα μ’ έπιασε να κλέβω απ‘ το μπουφέ
που βασικά ήταν τσάμπα
απλά υπερέβαλλα στην δοσολογία.
Η παρουσία μου εκτιμήθηκε
και έλαβα την υπόσχεση
παραχώρησης κιοσκίου
στην μέση του πουθενά του Δρόμου
να πουλάω ψάθινα καλάθια
ή έστω φρούτα εποχής.
Το καλοσκέφτηκα.
Εν τέλει κατάλαβα
ότι δεν μου πάει και τόσο ο Δρόμος
που προτίμησα ένα κιόσκι σε ερημική παραλία
με κονκάρδες για τις Καρέτα–Καρέτα.
Αλλά κι εκεί ακόμα
για να πάω
έπρεπε πρώτα να περάσω
απ ‘το μεγάλο Δρόμο.

ΑΥΤΟ (Γωγώ Λιάνου)

Είναι πρόκληση η ταράτσα χωρίς κάγκελα.
Είναι πρόκληση οι μνήμες σε κάθε γωνιά
κι αυτή η μια που κουβαλώ πάντα μαζί μου.
Είναι πρόκληση τα ποτήρια με τ’ αλκοόλ
και σε σκορπάς μέσα σ’ αυτά
και γύρω-γύρω σ’ όλους.
Να ξεδιψάσουν.
Και να τραβιέσαι εδώ κι εκεί
σα να είσαι από λάστιχο φτιαγμένος.
Είναι πρόκληση να τεντώνεις.
Να δεις πόσο αντέχεις για να σπάσεις.
Είναι πρόκληση το τραίνο που δεν πήρα.
Κι οι εικόνες στο δρόμο, πρόκληση κι αυτές.
Και όλα προκλήσεις και παντού
και πάνω-κάτω, πάνω-κάτω,
νυχτερινά δρομολόγια
με τις φωνές παρέα
χωρίς άνθρωπο γύρω να σου βάλει όριο
και εσύ να ευχαριστείς.
Όχι τον Θεό.
Μα εκείνον που δεν ήρθε.
Γιατί ήταν πρόκληση να θέλει
κι εσύ ν’ αρνείσαι το κενό που σου προσφέρει.
Είναι πρόκληση οι φίλοι που αλλάζουν,
που αλλάζεις μαζί τους κι εσύ
κι αυτοί που σου είπαν ‘’έτσι μείνε’’.
Είναι πρόκληση να μη βγάλεις όπλο στ’ αφεντικό,
να σκύψεις να γλύψεις ξανά και ξανά
-και θα πω-
ξανά και ξανά
να σκύψεις να γλύψεις, είναι πρόκληση.
Να κάνεις υπομονή
κι απ’ την αρχή υπομονή,
τα χέρια σου γερνάνε και το σκοινί χαλάρωσε.
Και οι νύχτες ούρλιαζαν
σα πεινασμένες σκύλες στ’ αφτιά σου,
που τα έκοψες με το μαχαίρι και τους τα πέταξες,
να φάνε, να χορτάσουν.
Είναι πρόκληση ποτέ σου να μη φτάνεις
ενώ πηγαίνεις τρέχοντας
μα ξέχασες πια που κατεβαίνεις.
Πρόκληση είναι οι σκιές
που σου ζητάνε να χορέψεις
και είναι όμορφες και περιποιημένες
κι εσύ φοβάσαι γιατί σου μοιάζουν
και γυρίζεις την πλάτη και σε ξεσκίζουν.
Είναι πρόκληση, που ‘χεις χέρια και δε με κράτησες
μη πέσω κι άλλο, να μην αλλάξω.
Που ‘χεις χέρια και δεν με ταρακούνησες δυνατά
κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο
μήπως ξυπνήσω, γιατί όνειρο είναι κι εφιάλτης.
Είναι πρόκληση να πεις ‘’αντέχω’’,
ενώ σε χτυπάνε από παντού
με τουφέκια και πέτρες και ότι άλλο έχουν
και δε φροντίζουν τις πληγές και προχωράει η μόλυνση,
μέσα ως μέσα και σαπίζεις
και τα σκουλήκια σου θα τρώνε καλά και μεγαλώνουν,
γίνονται ίσα με ‘σένα κι έχεις τώρα κι άλλη παρέα.
Κι η ώρα περνάει κι ο χρόνος κυλάει,
κρίμα για ‘σένα που ‘σαι μόνος.
Κρίμα για ‘μένα που στην ταράτσα ζω.
Σαν τώρα ποτέ δεν φοβήθηκα.
Κι είναι πρόκληση στις μέρες μας να ζεις ευτυχισμένος.

Το πιο άρρωστο πράγμα του κόσμου (Διονύσης Αντωνάτος)

Το πιο άρρωστο πράγμα του κόσμου είναι η μητρική αγάπη
Αυτή που παραφυλάει για το καλό σου και σου τσακίζει τα φτερά
Κι όταν σου λείπει, έρμαιο περιφέρεσαι, άξιος της μοίρας σου θα λεγε ένας στωικός, και την αναζητάς σε μήτρες μητρομανών και σε αρχίδια ξένων
Κι όταν σου δίνεται κουρνιάζεις στη φωλιά
Παίρνεις τη σύνταξη μέχρι να πεθάνει
Και πίνεις κρυφά
Η μαμά σου ξέρει κοριτσάκι
Για αυτό σε σπρώχνει στην κατάλληλη κοινωνική ανέλιξη που τυχαίνει να έχει αντρικό όνομα
Για αυτό σου κάνει πλάτες όταν ξημερώνεσαι αλλού
Και χαίρεται όταν σε καμαρώνει όπως εκείνη ποθεί
Η μαμά σου ξέρει αντράκι
Όταν σου μαγειρεύει ως τα 30, περιμένοντας επιτέλους να ντυθείς γαμπρός και να δολοφονήσει τη νέα σου μαγείρισσα
Κι όταν γράφεις το γράμμα πριν το απόσπασμα
Τα πιο γλυκά φιλιά είναι για κείνη
Που θα πεθάνει απ τη ντουφεκιά που σε σκότωσε ή στην κρεμάλα σου πάνω.
Τα βιβλία μου λεν για πολλά άρρωστα πράγματα
Μα το πιο άρρωστο είναι η μητρική αγάπη

Εσένα (Άννα Ντακ)

Θέλω
να μου περιγράψεις
το πρωί της ημέρας που
αποφάσισες
πως η μαμά σου δεν είναι
ο αγαπημένος σου άνθρωπος στη γη

Θέλω να μάθω αν φοβάσαι,
πως όταν
μεθάς και ψευδίζεις,
λιγάκι,
σταματάς να είσαι εντυπωσιακή

Θέλω να με μάθεις να ερμηνεύω την στιγμιαία αμηχανία σου όταν με βλέπεις

Θέλω να μου διηγηθείς τη μέρα σου, ξεκουμπώνοντας τα κουμπιά
εκείνου του
πράσινου-πετρόλ
πουκαμίσου,
που τόσο σου πάει

Θέλω την πρώτη σου σκέψη όταν ξυπνάς,
τα κυριακάτικα μεσημέρια σου,
τα πρωινά που ξυπνάς με χανγκόβερ

[Θέλω να θέλεις την πρώτη μου σκέψη όταν ξυπνάω,
τα κυριακάτικα μεσημέρια μου,
τα πρωινά που ξυπνάω με χανγκόβερ]

Θέλω να σου αφιερώσω όλο τον γιώργο δομιανό

Θέλω να μάθω
ποιο είναι το αγαπημένο σου σημείο να σε χαϊδεύουν στην πλάτη
και αν
όταν τελειώνεις
θέλεις
να σε κοιτάζω
στα μάτια.

Mέχρι να διαβάσεις το ποίημα, το νερό θα’χει ζεσταθεί ( Σιλουάν Κ. )

Mέχρι να διαβάσεις το ποίημα, το νερό θα’χει ζεσταθεί
και η νεότητα μας σαν ένα τρελό κουτάβι
θα καταριέται την τρυφερότητα της νύχτας·
η νεότητα μας θα ρίχνει γροθιές ασθενικού μποξέρ
στον πρωινό τοίχο του καθήκοντος.

Για λίγο, τα πάντα αστράφτουν: είναι η όραση του ελαφιού
πάνω απ’τον λόφο του σκότους,
ενώ με κοιτάς και κοιτάμε
τον φίλο μας που κοιτάει σαν υπνωτισμένος
την νυχτερινή θάλασσα και λέει πως πρέπει να φύγουμε
από αυτό το γαμημένο μέρος πριν να’ναι πολύ αργά. Δε βλέπεις;
το τέλος έχει ήδη παιχτεί, τα φώτα ανάβουν με την πρώτη κραυγή,
τώρα τι θα κάνουμε;

Μέχρι λοιπόν να διαβάσεις το ποίημα, οι υδρατμοί θα μας σκεπάσουν
και θα πολτοποιήσουν το φάντασμα που μας καταβάλλει:
η ατμόσφαιρα με λιωμένο το κεφάλι είναι ένα τραύμα
που κουβαλάμε μέσα μας με περηφάνια
και οι αναμνήσεις που μόλις δημιουργήσαμε
είναι ασυγκράτητες και οπλισμένες ως τον λαιμό.
Η τρυπημένη σάρκα καίγεται κάτω απ’το ξεχασμένο πορτατίφ
και οι μπύρες μας που ζεστάθηκαν στάζουν στην μοκέτα
ενώ ξημερώνει η γλυκύτητα της ματωμένης γροθιάς
με τον σκονισμένο καφέ στο χέρι
και τα τσιγάρα που καίγονται
σε μια άδεια στάση λεωφορείου
στα δάχτυλα της Αθήνας.

Παρδαλογραφίες (Α. Κοάν)

I
Ωχ τι ταραχή, τι ταραχή,
τι ταραχή και κατουριέμαι!
Φιλόλογοι του γυμνασίου που δηλώνουν φροϋδιστές,
απαγγέλουνε με θέρμη
την Ιλιάδα του Ομήρου – ω!
ω μα τους θεούς του Ολύμπου!
Ας πέσουν κεραυνοί – ω Ζεύς! – και ας μας κάψουν όλους!
Έχετε διαβάσει ποτέ Ονορέ Ντε Μπαλζάκ;
Ναι, βεβαίως, αλλά δε με πολυβόλευε,
γιατί είχα ένα μεγάλο τόμο, δερματόδετο,
και με δυσκόλευε να τον κρατώ καθώς καθόμουνα στη χέστρα.
Σας αρέσει να υποθέσω ο Τσαϊκόφσκι;
Ναι, ντάξει, δε λέω, καλός ειν και του λόγου του,
αλλά πιο πολύ προτιμώ το Σαϊκόφσκι
να δίνει πόνο στα 180 μπι-πι-εμς.
Μη με ρωτήσετε για τον αγαπημένο σας το Σίγκμουντ,
σας παρακαλώ,
δε θα μπορέσω να τ’ αντέξω,
τουλάχιστον όχι μ’ άδειο στομάχι,
και πριν να πιω το δεύτερο φραπέ της μέρας.
Καλύτερα να συζητήσουμε για κάτι πιο σημαντικό,
κάτι λίγο πιο ενδιαφέρον,
όπως πχ τη χρήση παρασίτων ψυχεδελικών,
συλλεγμένα με φροντίδα και με προσοχή
από το Ράριο Πεδίον,
και σερβιρισμένα σε κύπελλο ειδικό
για να τα πιούνε με καμάρι οι πιστοί
σ’ ένα ναό στην Ελευσίνα –
πολλούς αιώνες πριν χτιστούν τα διυλιστήρια κι οι τσιμεντοβιομηχανίες.
Και κείνοι την ακούγανε για τα καλά,
γουρλώνανε τα μάτια
και βλέπανε την Περσεφόνη και τη Δήμητρα
να τους προσφέρουν θεία γνώση.
Τι, όχι; Δε σας αρέσει αυτό το θέμα;
Καλώς, εντάξει, γεια σας.

II
Έχετε δει ποτέ παλαιστή του σούμο
να παίζει κιθάρα ή πιάνο;
Ω μα είναι εξαίσιο, σας λέω!
Ο Γαλάζιος Δούναβης του Στράους κι η Μεγάλη Λειτουργία του Μπαχ
αποκτούνε νέο βάρος
καθώς τα πλήκτρα σπάνε από το πάχος των δακτύλων,
κι οι ισπανικές μπαλάντες και τ’ αργεντίνικα τανγκό
μοιάζουν με επένδυση ταινίας τρόμου
καθώς σκίζονται και τινάζονται εδώ κι εκεί οι χορδές του οργάνου.
Είναι ένα έργο βαθιά ντανταϊστικό,
μια μελωδία επαναστατική,
ένας ριζοσπαστικός ρυθμός,
μια μουσική πολέμου!
Στ’ αλήθεια casus belli!
Απ’ την άλλη δεν υπάρχει τίποτα πιο γκροτέσκο κι αποκρουστικό
από τζόκεϊ που προσπαθεί να παίξει άρπα.
Ω, είναι φρικτό, φρικτό, φρικτό!
Γυρνά τα δαχτυλάκια του τα μικροσκοπικά
πέρα δώθε πάνω στις χορδές τις επιβλητικές
κι αυτά μοιάζουν μ’ αλογόμυγες που πεταρίζουνε
πάνω απ’ την ουρά του αλόγου,
και ίσα ίσα που ακούγεται ένα βουητό,
βουητό ταπεινό και κακομοίρικο σαν και τον δημιουργό του,
που ίσα που ξύνει λίγο τα αυτιά,
μα σε καμία περίπτωση δεν καταφέρνει να τα κάνει να ματώσουν.
Ναι, σωστά παρατηρείτε,
όντως της μουσικής είμαι μεγάλος λάτρης!
Τι λέτε;
Μα όχι κύριε, σας είπα πως δεν παίρνω εγώ ναρκωτικά,
γιατί επιμένετε να αγοράσω;
Τι είπατε; Δεν είναι ναρκωτικά, είναι καραμελίτσες;
Α εντάξει τότε, για φέρτε μου να δω.
Χμμ, ναι, ναι,
νιώθω τη ζάχαρη στα δόντια και στα ούλα,
ναι, ναι,
τελικά είχατε δίκιο.

III
(για τους αθώους που κριθήκαν ένοχοι)
Βεβαίως και πρέπει να αποδείξετε ότι είστε αθώος, κύριε,
τι μήπως νομίζετε, ότι θα σας αφήσουμε χωρίς να μας δείξετε στοιχεία;
Τι; Πώς; Τι εννοείτε πως εμείς πρέπει να αποδείξουμε το ενάντιο,
που ακούστηκε ο κατηγορούμενος να ζητά να αποδειχθεί η ενοχή του;
Όχι κύριε, δεν πάει έτσι το σύστημα,
δε γίνεται έτσι η δουλειά,
εμείς σας φέραμε εδώ προληπτικά,
χωρίς καν να έχουμε υποψία ή να μας έχετε δώσει αφορμή,
κι είναι δικό σας θέμα να μας πείσετε ότι έχει γίνει λάθος.
Ναι βέβαια, γιατί όπως εσείς λέτε ότι είστε αθώος,
έτσι κι εμείς λέμε ότι είστε ένοχος –
αν είναι δηλαδή να παίξουμε έτσι το παιχνίδι.
Και γιατί να σας πιστέψουμε στην τελική, κύριε;
Εμείς σας κατηγορήσαμε αυθαίρετα
κι εσείς εξίσου αυθαίρετα μας λέτε πως δεν έχουμε δίκιο –
μα δε θα προχωρήσουμε έτσι.
Σας παρακαλώ, κύριε, μη σηκώνετε τον τόνο της φωνής σας,
ξέρετε πως φωνάζουν μόνο αυτοί που έχουν άδικο,
κι όσο περνά η ώρα η θέση σας χειροτερεύει.
Πώς είπατε; Ελέφαντας;
Και που ξέρουμε κύριε ότι δεν είστε;
Η δικαιοσύνη εξάλλου όπως λένε είναι τυφλή,
πώς να γνωρίζει αν έχετε μύτη ή προβοσκίδα;
Όχι απλά πρέπει να μας αποδείξετε ότι δεν είστε ελέφαντας,
αλλά επίσης πως δεν είστε κάποιο έτερο θηλαστικό,
κάποιο πτηνό, κάποιο ερπετό, κάποιο αμφίβιο ή έντομο,
κάποιο φυτό, κάποιο μαλάκιο ή και ψάρι.
Κι αφού μας τ’ αποδείξετε όλα αυτά
θα πρέπει να μας πείσετε και πως δεν ψωνίσατε το όπλο
που δε βρήκαμε στο σπίτι σας,
πως δεν πλαστογραφήσετε τόσο καλά το διαβατήριο
που πραγματικά δε μπορούμε να το ξεχωρίσουμε από τ’ αληθινά,
πως δε γνωρίσατε τα άτομα που ίσως να μη γνωρίσατε,
που μπορεί και να εμπλέκονται σε κύκλους τρομοκρατίας
ή βέβαια μπορεί και όχι,
και φυσικά πως δε βρεθήκανε δαχτυλικά αποτυπώματα,
που οι ειδικοί μας δε γνωρίζουνε με σιγουριά αν είναι τα δικά σας,
στον τόπο που μάλλον έγινε το έγκλημα,
αν υποθέσουμε σαφώς πως έγκλημα υπήρξε.
Τι; Πώς; Δε μπορείτε να τα αποδείξετε;
Καλώς κύριε, μην ανησυχείτε,
το δικαστήριο σας κρίνει για να ναι σίγουρο ένοχο
και σας διαολοστέλνει.

IV
Κυρίες και κύριοι,
καλωσήρθατε,
στο μαγευτικό μας τσίρκο!
Εδώ, στην καρδιά της μαυρισμένης απ’ τον ήλιο και τη ζέστη Αθήνας,
σας παρουσιάζουμε
για μια και μοναδική παράσταση,
τον εξαίσιο θίασο μας!
Ελάτε, κυρίες μου και κύριοι,
ελάτε, δείτε και θαυμάστε,
θαυμάστε
τον άνθρωπο με το μουνί στο μέτωπο,
τον άντρα που δε μπήκε ποτέ σε λεωφορείο του ΟΑΣΑ δίχως να χτυπήσει εισιτήριο,
το κτήνος που του αφαιρέσαν την καρδιά χειρουργικά,
τον ακέφαλο χειρούργο που το εγχείρησε,
το σκιάχτρο που κάποτε ζούσε και γαμούσε πότε τα κοράκια και πότε τα σπαρτά
και που πλέον σαπίζει δίπλα στο κουφάρι του αγρότη-κατασκευαστή του,
τη γυναίκα που γεννήθηκε με κάτι σαν αρχίδι,
το σαλτιμπάγκο που βουτά δίχως να παθαίνει γρατζουνιά
μες στο κενό απ’ το ψηλότερο μπαλκόνι της ασχημότερης της πόλης πολυκατοικίας,
το αγόρι με τα εικοσιδύο μάτια,
εκ των οποίων τα μισά βλέπουν κανονικά και τ’ άλλα μισά κοιτούν το κενό το μαύρο της αβύσσου,
τον αποστεωμένο εξωγήινο που βρίσκεται εδώ σε μυστική αποστολή
(περισσότερα δε μπορώ ν’ αποκαλύψω),
τον κουλό τυμπανιστή που αντί για χέρια έχει πιστόλια
(προσοχή!)
και βέβαια,
κυρίες και κύριοι,
τον έναν και μοναδικό οικοδεσπότη σας,
το δημιουργό της ξεραμένης τούτης λίμνης σπέρματος,
το Μέγα Αυνανιστή –
Εμένα!