Παγκάρι

Πρέπει να τον καταστρέψουμε πριν μας φάει! (Λένα Χαϊμαντά)

Μαλλιά από στάχυ. Ε;
Νύχια από ρόδες λεωφορείου που υποφέρει με όλους αυτούς τους βλάκες μέσα του.
Ρουθούνια από γυαλί και στάχτη.
συκώτι από μια υπόνοια ομοιοκαταληξίας.
Φρύδια από πετρογκάζι (ΕΚΡΗΚΤΙΚΑ!),
μέτωπο γεμάτο φακίρηδες
και κλειτορίδες φτιαγμένες από “ε βασικά είμαι παρθένος”.

Κάτι αρχίδια ΝΑ!

Λαιμός με ραγισμένες λάμπες,
ένα δοντάκι καλαμπόκια.
Στα αυτιά αντί για κερί έχει ολόκληρες λαμπάδες
κι ο σβέρκος του σαν άμαξα σέρνει γαϊδάρους.
Όταν κλαίνε τα μάτια του, βγαίνουν ΑΡΓΩσαρωνικοί,
αντί για βλεφαρίδες έχει οδοντικό νήμα.
Η γλώσσα του τυλίγεται γύρω από πορτοκάλια.

Ένα πάγκρεας ΝΑ!

Η καρδιά του είναι ξινή σαν πρώτος παγκόσμιος πόλεμος.
Τα πλεμόνια του ώριμοι χουρμάδες.
Στο στομάχι του χοροπηδάνε δυο σκυλίτσες,
στις φλέβες του κυλάει μια καστανή ουσία με επικριτικό βλέμμα.
Δάχτυλα από συνθετικό χλοοτάπητα με καουτσουκένια πετραδάκια.
Στην πλάτη του πετάνε ράμφη κορακιών
και υπάρχει μια παιδική χαρά κάτω απ’ τις μασχάλες του.

Ένας μυελός των οστών ΝΑ!

Γόνατα, σαν ψαροντούφεκο(ΑΕΡΟΒΟΛΟ!) από ξύλο,
μπούτια από σφαγμένους λύκους.
Το σάλιο του πηγή experience points σε ένα τελείως συνηθισμένο RPG,
πηγούνι μάνγκο-σαγκουίνι.
Μάγουλα τραβηγμένα σαν αιώρα,
χείλος-ρακούν που το αναγκάσανε να γίνει κατοικίδιο
και αγκώνες γεμάτοι λέπια σαν αφτερ-σέιβ.

Μια κωλάρα ΝΑ!

Είναι ο κουφός εργάτης.
Είναι μια βιντεοκασέτα σε ντι-βι-ντι πλέιερ.
Είναι ένας κηπουρός χωρίς επιμονή.
Είναι ο πυρετός του κολατσιού.
Είναι μία θεοπάλαβη και σιδερένια μύξα.
Είναι ο περσινός μου έρωτας.

ΕΙΝΑΙ Ο P.J.
(ΒΡΕΙΤΕ ΤΟΝ ΚΑΙ ΦΕΡΤΕ ΤΟΝ ΜΟΥ ΖΩΝΤΑΝΟ)

χου αμ αι κιντινγκ (Άννα Ντακ)

Ανάμεσα στο
«η ομορφιά σου με εξουθενώνει»
και στο «απόψε θα γαμηθώ
με τον τάδε»
υπάρχει
ένα κακοσερβιρισμένο
τζιν τόνικ γλυκερό
σαν ποίημα ερωτικό
με ομοιοκαταληξία και φεγγάρια

Δεν θέλω να δω το πρόσωπό σου
να το φωτίζουν τ’άστρα
Δεν θέλω να σ’αγαπάω τις Κυριακές
Δεν θέλω να σε ταΐσω πανκέικς στο κρεβάτι
Δεν θέλω να σε πάω στην εκκλησία καβάλα στο λευκό μου άτι

Θέλω το χρόνο να μετρή-
σουμε που μένει
με τις γλώσσες μας
και να τελειώνεις
απανωτά
μέχρι το στόμα σου
να μετατραπεί
σε επιφώνημα

Μια άβολη συνάντηση (Νόπη Φουντουκίδου)

Η μυρωδιά από ιδρωμένα ρούχα
δεν ήταν καλότυχη στο σπίτι της
Της ξετύλιξε την κόλαση
πάνω στο τραπέζι
Του πρόσφερε καφέ και δυσφορία
Του μίλησε για τον καιρό και την συνέπεια
Αυτός χώθηκε κάτω από το τραπέζι
Κουλουριάστηκε κι άρχισε να της πιπιλάει το μεγάλο δάχτυλο
του ποδιού μέχρι που το εξαφάνισε
Προχώρησε στο επόμενο
Του μιλούσε για την αδράνεια
καθώς ίδρωνε τις αμφιβολίες της στη χούφτα
Αυτός είχε φτάσει πάνω από το γόνατο
του χάιδευε το κεφάλι με τα ακροδάχτυλα
Μύριζε σχεδόν τις μνήμες του
Γευόταν την στιφάδα τους
Ένιωθε μουδιασμένη
Προσπάθησε να κουνήσει τα πόδια της αλλά αυτά δεν ήταν πια εκεί
Άρχισε να τραγουδάει
ένα νανούρισμα
Αυτός είχε φτάσει στο αιδοίο της
Πιπίλιζε ρουφούσε κατάπινε
εξαφάνιζε
ανέπνεε
θλιβόταν
συνέχιζε
Είχε φτάσει πια στον αφαλό της
Αυτή θυμήθηκε την μάνα της
Ένιωσε τα χέρια της να την σηκώνουν ψηλά
ένιωσε τον ίλιγγο
έκλαψε με την πτώση
«ω οι μάνες μας ήταν τόσο ψηλές
μα οι γιαγιάδες μας τόσο πλατιές»
Του ζήτησε να κάνουν ένα διάλειμμα
αυτός ήταν χωμένος μέσα στο στομάχι της
Δεν την άκουσε
Του μίλησε για την μεταμέλεια που
που κουρνιάζει στους λεπτοδείκτες
Του μίλησε για το μέλι και τα πάλσαρ
Ένιωθε κάπως νυσταγμένη
Η γλώσσα του σκληρή γεμάτη ακίδες σέρνονταν
στα πνευμόνια της άλλοτε αργά άλλοτε γρήγορα
Το στόμα του άφριζε από τον κόκκινο πολτό της
Στάλαζε τα παχύρρευστα υπολείμματα της πάνω στο χαλί
Αυτή έσκιζε παλιές φωτογραφίες
Προβληματιζόταν για το βραδινό
«τόσα ακίνητα χαμόγελα
περισσεύουν σ’ ένα σπίτι μ’ άδειες κατσαρόλες»
Μονολογούσε
«τα θλιμμένα μάτια είναι κλισέ τ’ απομεσήμερου»
Συνθηκολογούσε
«ο χρόνος δεν έφερε κανένα πεθαμένο πίσω»

Η ώρα περνούσε και αυτή δεν υπήρχε πια σχεδόν καθόλου
Ίσα που πρόλαβε να σιάξει τα μαλλιά της πριν
αυτός εξαφανίσει τα χέρια της
Είχε μείνει μόνο το κεφάλι της πεσμένο άτσαλα πάνω στην καρέκλα
Αυτός, υγρός κόκκινος γίγαντας
το πήρε στα χέρια του
γέμισε το στόμα της κατιφέδες.
Μετά της έραψε τα χείλη
Το κράτησε ψηλά κι έκλαψε σαν μικρο παιδί
Το τοποθέτησε με δέος μέσα στο ψυγείο.
Συμμάζεψε όλη την αναστάτωση
που είχε προκαλέσει
και την έχωσε στην τσέπη του.

Φόρεσε το σακάκι του και έφυγε από το σπίτι.

Ο άνθρωπος που δάκρυζε μυρμηκικό οξύ (Δορίαιχμος)

Μια πλανόδια αγορά
μέσα σε μια μυρμηγκοφωλιά.
Πολλά τα μυρμήγκια,αγοράζουν μεταλλαγμένα λαχανικά.
Ανοίγουν πορτοφόλι και κέρματα μετρούν,
ανθρώπων κεφάλια στοιβαγμένα σε πουγκιά.
Σήμερα ήταν μια καλή αγορά.
Ώρα για φαΐ.
Ό, τι βγει απ’ τη σακούλα μηρυκάζεται μπροστά στην τηλεόραση.
Αυτή εκπέμπει πάντα δίχως ρεύμα, αγέρωχη. Εξυμνεί, εξιστορεί και μεριμνεί για τον κανιβαλισμό.
Ύστερα ταυτόχρονα σχεδόν ψυχαναγκαστικά, όλα τα μυρμήγκια, ενήλικα μικρά
ξερνούν ανελέητα. Ξερνούν μέχρι να γίνει ρυάκι στα βασιλικά διαμερίσματα.
Μια τροφαντή βασίλισσα στο κέντρο της ντροπής, σφάζει, διατάζει, ευθυμεί και πλήττει.
Και ύστερα τρώει τα ξερατά τους λαίμαργα ώσπου να ξεράσει και αυτή. Μυρμηκικό οξύ, την πρώτη ύλη των σκοτωμένων ονείρων.
Δυο κλουβιά στο βάθος του δωματίου της, κοσμούν τα χώματα με ανθρώπους που δεν εξελίχτηκαν.
Ένας χόμο-σάπιενς πηδά από κλαρί σε κλαρί, πίνει αίμα απ΄ την ποτίστρα του
και τιτιβίζει ολημερίς και ολονυχτίς
«Φάτε Χριστό μαλάκες».
Ο άλλος κουτσουλάει συνεχώς
το ίδιο απόκομμα εφημερίδας χρόνια τώρα.
Τεύχος 7 «Εύπεπτη Ηθική»χρονολογίας 2054 μ.κ. (μετά καταστροφής).
Συλλεκτική φυλλάδα για τη βασίλισσα.
Αφορισμένη για την ανθρωπότητα. Αυτήν, που δεν εξελίχτηκε ποτέ.
Πότε πότε τα μυρμήγκια βγαίνουν απ΄ τις φωλιές τους και πηγαίνουν στα σπίτια των ανθρώπων.
Αυτών που δεν εξελίχτηκαν ποτέ.
Το ίδιο σκηνικό και εκεί και απορούν. Τόσα ερωτήματα για αυτά
«Αν ο ουρανός γυρίσει ανάποδα οι λεωφόροι θα γίνουν αυτοκόλλητα στα σύννεφα;»
«Τι περιμένουν και δεν κάνουν μετάγγιση με πετρέλαιο, αφού αυτό ζητά η καρδιά τους να αντλήσει;»
Να κυλά στις φλέβες του μαύρος χρυσός
να γεμίσουν οι ωκεανοί αιματοκηλίδες / οι καρχαρίες να πληθύνουν
και ύστερα να πεθάνουν
από μια άσπλαχνη απάτη.
Μια φορά στα δέκα χιλιάδες χρόνια
ένας άνθρωπος και ένα μυρμήγκι αλλάζουν σώματα.
Είναι ένα κβαντικό παιχνίδι της αντιδραστικής διάνοιας των μορίων νικητών.
Ένα παιχνίδι χωρίς κανόνες που δεν μπορείς να καταλάβεις.
Μια φορά στα δέκα χιλιάδες χρόνια ο άνθρωπος που δεν εξελίχτηκε θα αποκοιμηθεί μια μια προσευχή.
«Ας χάσει την επόμενη φορά,
ας χάσει θεέ μου το μυρμήγκι τη σειρά του/
να διαιωνίσω το ψέμα μου/μια μόνο φορά/
αφού η αλήθεια που αντίκρισα στη μυρμηγκοφωλιά τους,
ήταν δυσβάσταχτη και τόσο ίδια»
Και τόσο ίδια…
Και τότε οι ουρανοί γυρνούν ανάποδα
ανοίγουν
και βρέχει χώμα
και βρέχει αίμα
και άσφαλτος φυτρώνει παντού.

Μέχρι να τους σιχαθείς (Φοξ)

σε φιλάω σε κάθε στόμα
κάθε τυχαίου και τυχερού κι ασήμαντου αγνώστου
σε χαϊδεύω, σε κάθε ευκαιρία
σου ζητώ τσιγάρο
όλο και κάποιος θα μου το προσφέρει
όταν καπνίσω, σου ζητώ και την αλήθεια
(εκεί τρομάζουν όλοι μη και μου σβήσει)
σου μιλώ όταν κανείς δε με προσέχει
όταν με παίρνουν αγκαλιά ή όταν με πνίγουν
σε ψάχνω σε όλα τα άδεια μπουκάλια
σε όλα τα άδεια βράδια
με τα μάτια κλειστά λέω πως είσαι
μέσα μου εσύ όπως κανένας
σε λατρεύω τόσο ολοκληρωτικά
όσο σιχαίνομαι όλους τους άλλους
κι ακούραστη περιμένω
να τους σιχαθείς κι εσύ
δεν υπάρχει αληθινό υποκατάστατο
θα ξημερώσει
θα σηκωθώ
θα διώξω αυτόν τον τύπο απ’ το κρεβάτι μου
θα έρθω να σε βρω
κανείς δε θα ‘ναι πιο ευτυχισμένος από μένα
που θα περνώ τα χέρια μου
μέσα απ’ τα μαλλιά σου
θα σου χαρίσω όση ψυχή και
ό,τι ποίημα μου έχει απομείνει
άμα τελειώσω αυτό το τσιγάρο.

Κτήνη 10000 (Morley)

Άνθρωποι βολεψάκηδες των μετρίων σκέψεων σκοτώστε λίγο ακόμα.
Είναι το μυστικό που το φτύνουν οι μπόμπιρες μέσα από τα τηλέφωνα.
Δέκα χιλιάδες κτήνη νευρικά με στόματα μπινελίκια σκουπίζουν τον ιδρώτα
με απαλά χάδια στο πρόσωπό μου.

Άνθρωποι βολεψάκηδες των μετρίων τραγουδιών φωνάχτε λίγο ακόμα.
Είναι το σαξόφωνο που τραντάζει τα τελευταία μου οστά και χτυπάει τα πνευμόνια.
Δέκα χιλιάδες συναυλίες ερχόμενες με ντόρο από το στενό γλείφουν με εκκωφαντικό
σάλιο τα ταραγμένα μου αυτιά.

Άνθρωποι βολεψάκηδες των μετρίων παραλογισμών δείχτε λίγο έλεος ακόμα.
Είναι εκείνος ο καταραμένος συνειρμός του «σα να πες σε όλα ναι» μπροστά
στο δαιμόνιο μαύρο ταύρο που καρφώνει σωθικά μανιωδώς. Τα σωθικά μου.
Δέκα χιλιάδες γυμνές γυναίκες ξαπλωμένες στη μέση της αρένας με το τελευταίο σημάδι
του θανάτου – λίγο αίμα στην κοιλιά.

Πεθαίνει, πάει κι έρχεται το τελευταίο κονσέρτο της αρχαίας λύρας.
Φουσκώνει, κοκκινίζει και ψοφώντας τραγουδά:
«Δέκα χιλιάδες κτήνη νευρικά, σε δέκα χιλιάδες συναυλίες ερχόμενες με ντόρο, ξάπλωσαν
με θάνατο βίαιο και βουβό δέκα χιλιάδες γυναίκες στη μέση της αρένας.»
Αλλά εγώ θα ήμουν εκεί για να μη σου συμβεί τίποτα.

Άνθρωποι βολεψάκηδες των μετρίων σκέψεων σκοτώστε λίγο ακόμα.

Εμείς (Γωγώ Λιανού)

Οι καιροί απαιτούν βία,
κι εμείς παίρνουμε μάτι απ’ το βάθος της ασφάλτου.
Σκυθρωποί.
Ανέλπιστα προδομένοι, μα χαρούμενοι.
Παράνομοι.
Κομμένοι στη μέση, μα πλήρεις.
Ζωντανοί.
Ξεδιάντροπα νέοι, μα ρυτιδιασμένοι ως τα νύχια.
Με καρκίνους μαύρους σα τη νύχτα
κι άγριους, σα τα κτήνη στα βουνά.
Και για μια στιγμή κρυώσαμε,
μα δε θυμάμαι αν έκανε κρύο
ή αν ήταν η απελπισία που μας σήκωνε την τρίχα.
Να λιώνουν τα μάτια μας απ’ τον πυρετό
και η θερμοκρασία σταθερή.
στους 36 κι 6.
Και να φωνάζουν τα καθίκια να τους δώσουμε κι άλλο.
Και είπα πριν,
προδομένοι μα χαρούμενοι.
Σβήσε το χαρούμενοι.
Προδομένοι, άσεμνοι,
καθόλου υπομονετικοί,
άπειρα επαναστατικοί.
Οι καιροί απαιτούν βία.
Κι είναι θλιβερό,
που άκουσα τη μάνα μου να μου λέει ‘’πρόσεχε’’
μετά, που έκλεισα την πόρτα.

Σαν οικογένεια (Φώντας Φ.)

Η κοινωνία δεν διαφέρει από εμάς, μας μοιάζει
όπως ο Θεός στον άνθρωπο.
Θυμίζει οικογένεια
μοιάζει με τον πατέρα της μάνας μου
δέρνει, βαράει, απατάει, κλέβει,
κρεμάει τα παιδιά του από ένα δέντρο γιατί έπεσαν στο παιχνίδι και χτύπησαν
πετάει κατεψυγμένα ψάρια στα κεφάλια
όσων δεσμεύτηκε να αγαπάει.
Θυμίζει οικογένεια η κοινωνία
μοιάζει με τη μητέρα σου
σε βάζει στο σπίτι από την πίσω πόρτα, σου δίνει το χαρτζιλίκι σε τσιγάρα και σε φαί,
μην τα ψωνίσεις πρέζα
και σε κλειδώνει στο δωμάτιο σου
γιατί φοβάται πως θα τις κλέψεις τα ασημικά.
Μιλάει συνεχώς για το τι απογίνεις όταν πεθάνει, μα ελπίζει να ζήσει για πάντα και να σου φέρνει λουλούδια.
Θυμίζει οικογένεια η κοινωνία
μοιάζει με τον πατέρα του πατέρα μου
πυροβολάει στον αέρα κι όποιον πάρει ο χάρος, στα 12 σου ανακοινώνει πως είναι καιρός να δουλέψεις, στα 71 του, σου ανακοινώνει πως είναι καιρός να τον φροντίσεις. Το κάνεις.
Θυμίζει οικογένεια η κοινωνία
μοιάζει με τη μάνα σου
εργάζεται ώρες κι ώρες για να γεμίζει το στομάχι και τη βιβλιοθήκη σου
εργάζεται ξανά για να ντυθείς όμορφα, για να έχεις μια ευκαιρία
στο τέλος σου χώνει μια μπουνιά στο μάτι γιατί δεν έπλυνες τα μάτια.
Να είσαι βέβαιη πως αν το μελλοντικό σου επάγγελμα είναι κατασκευαστής χημικών όπλων θα είναι περήφανη για σένα.
Θυμίζει οικογένεια η κοινωνία.
μοιάζει με τη μητέρα μου
τσαλαβουτά από βούρκο σε βούρκο, περπατάει μονάχη στη βροχή, κανένα αμάξι δεν κόβει ταχύτητα ποτέ για να τη βρέξει λίγο λιγότερο
στο τέλος της μέρας αναρωτιέται ποιός φταίει που είναι βρώμικα τα ρούχα της. Τα φαντάσματα του κόσμου την συμπαθούν και δεν της απαντάνε τίποτα.
Θυμίζει οικογένεια η κοινωνία
μοιάζει με τον πατέρα σου
γυρίζει χώμα τα βράδια σπίτι, μέρα παρά μέρα λιποθυμάει στα χέρια σου, σκέφτεσαι πως θα πεθάνει. Παλιά αναρωτιόσουν τι έκανες και το αξίζεις αυτό, τώρα ρωτάς «Γιατί το κάνει αυτό;». Κι αυτός πιθανότατα ρωτάει έναν φίλο του, που μπορεί και να είμαι εγώ «Γιατί της το κάνω αυτό;»
Θυμίζει οικογένεια η κοινωνία
μοιάζει με τη μάνα σου
σου φωνάζει πως σε σιχαίνεται απ’ την πρώτη μέρα που μαθαίνεις να διακρίνεις τη φωνή της απ’ τις άλλες. Αναρωτιέται πως φύτρωσε αυτός ο αηδιαστικός κάκτος σε τόσα όμορφα λουλούδια ανάμεσα.
Σου ζητάει να της φέρεις ένα ποτήρι νερό και βαριέσαι. Για τιμωρία δε σου αγοράζει τα χάπια που χρειάζεσαι για να ζήσεις.
Θυμίζει οικογένεια η κοινωνία
μοιάζει με τον πατέρα μου
έχει μια αρρώστια μέσα της
που δε γίνεται καλά ούτε αν κόψεις κομμάτια της
ούτε αν την κάψεις από πάνω ως κάτω
ούτε αν την πλακώσεις στις χημείες
έχει μια αρρώστια μέσα της
που όταν την σκοτώσει
το μόνο που θα βγάλει
δε θα είναι θάνατος
αλλά σκουλήκια.

Θυμίζει οικογένεια η κοινωνία
μοιάζει με τους πατεράδες και τις μητέρες των παιδιών που θα κάνουμε.

Ακαταστασίες (Άνευ Φθοράς)

Απόγνωση
κι από γνώση
τίποτα
Επίγνωση της απόγνωσης
και μια απεγνωσμένη προσπάθεια
για επίγνωση
των πάντων
Πάντων
τιποτένιων
που δεν διαρκούν για πάντα
αλλά για όσο το επιτρέπει η φθαρμένη
ύλη τους.
Τα πάντα είναι φθαρτά και μη υποφερτά
προ καθορισμένα από προ σχήματα
και μη καθορισμένα σχήματα
Σχηματίζουν ακαταστασίες στο άπειρο
ή καταστάσεις άνευ εμπειρισμού
κι όχι εμπειριών.
Κάθε υποκείμενο δημιουργεί μία αντικειμενικότητα
Αυτή με τη σειρά της καταστρέφει
κάθε υποκείμενο
κάθε κείμενο που στέκεται
υπό
μπροστά της
και γενικά κάθε αντί
που δεν κειμενοποιείται.
Θα μου πεις ότι το παράκανα πάλι
Άσε με να το παρακάνω
παρά
να μην κάνω τίποτα
Όταν σταματήσω να ΚΑΝΩ
θα αρχίσω να ΓΝΩΡΙΖΩ
μέχρι να καταλήξω
απλώς
να ΚΑΝΩ ΓΝΩΡΙΜΙΕΣ
κι αφού αναγνωρίσω ότι δεν υπάρχει
κατάληξη
θα ξεκινήσω από την ανυπαρξία κι όπου
καταλήξει
Πού λήγει;

Χρυσό Άλμπατρος (Σιλουάν Κ.)

Γυρίζοντας πίσω τώρα,
σκέφτηκα έναν μεγάλο καθρέπτη στην μέση ενός κατοικημένου δάσους
-πυραμίδες απ’τον ίδιο μέσα στον ίδιο; σκέφτηκα πως
θα αρκούσαν τα υδάτινα θρύψαλα (και ας ήταν θρύψαλα, ναι),
θα αρκούσαν, ήταν εκεί, μπροστά μου,
στ΄αλήθεια πάλευα να αφεθώ: θα αρκούσαν έλεγα, γιατί είμαστε χέρια
και πόδια ακούραστα
και περιπέτεια
και όνειρα και πράξεις ηρωικές. Και ένιωθα σίγουρος πως για χάρη τους
ίσως μπορούσα να κάνω στην άκρη,
να εξορίσω με 2 κλωτσιές
την αίσθηση του Χωρισμού των Χωρισμών: της καρδιάς απ’την καρδιά.
Και ο μεθυσμένος λαγός βάραινε με τις ιδέες μου
και συνέχιζε να λαχανιάζει.

Στο ίδιο μέρος (διαμέρισμα, λεωφορείο, οτιδήποτε)
στεκόταν μεταμορφωμένη η αρχέγονη οδύνη:
το ανολοκλήρωτο ελάφι πλέον κάλπαζε πάνω μου, πιστέψτε με,
τα είχα καταφέρει!
Ήταν στιγμές που έμοιαζε μ’ένα ενδότερο διαστημόπλοιο! Ναι,
οι ασχολίες μου ήταν γλυκές αλλά και δυναμικές,
η εφήμερη φλόγα
έβγαζε την μουσούδα της γεμάτη αισιοδοξία! Σε κάθε περίπτωση: με είχε κυριεύσει
η θέληση της εκστατικής όρασης,
της εκστατικής αφής,
της -δίχως άλλο- άμεσης κατάκτησης! Άγγιζα την βεβαιότητα!

Άλλοτε όμως, και όταν η σιωπή απομάκρυνε κάθε δυτικό μέτωπο,
μπορούσα να το αισθανθώ:
καλά κρυμμένος πίσω απ’τον παλλόμενο παροξυσμό
ήταν ξανά εκείνος ο καθρέπτης
ήταν ξανά η Πυραμιδική Αυτοκτονία: και η κορυφή της ήταν θάνατος σκέτος,
γιατί πάταγα στα δικά μου πτώματα,
και ήταν καταρράκτης σκοταδιού τα ποδοπατημένα μάτια μου,
και ήταν μούχλα του δάσους οι ποδοπατημένες μύτες μου
και ήταν θάνατος σκέτος λοιπόν,
           εγώ μέσα σε εμένα: 1 τάφος αμετάκλητος
ο αιματηρός μηχανικός του εαυτού.

Και έπειτα άρχισε να ψιχαλίζει· θα ορκιζόμουν πως ήταν τυχαίο:
μερικές γουλιές έπεφταν στο εύφορο στήθος του απογεύματος,
όμως ακόμα
πάλευα να αγνοήσω το μάταιο της αποστολής μου; ναι,
παραμερίζοντας με στυλ
κάθε αμφιβολία,
θα επιζητούσα να συνεχιστούν οι έρευνες κάποιας πληρότητας,
θα γινόμουν ο παραισθητικός ντετέκτιβ
κάθε πιθανής διεξόδου. Η βροχή δυνάμωνε,
και παρ’οτι οι πόρτες ήταν ασφαλείας, άνοιξαν ευπρόσδεκτα:
και ήρθαν τα ζωτικά χρώματα και τα συνέλεξα
και τους έβγαλα καφέ και μπύρα και τσιγάρο.
Και παρ’ότι έξω βροντούσε, εδώ το γλέντι στ’αλήθεια είχε ανάψει·
στο τέλος, αυτό ήταν αρκετό
για να μου προξενήσει έναν αφόρητο πονοκέφαλο.

Τότε λοιπόν βγήκα από ‘κει μέσα και -προς έκπληξή μου-
με ακολούθησαν και ορισμένοι καλεσμένοι.
Ήξερα πλέον πως είχα αποτύχει,
οι έρευνες μου μόνο σύγχυση προκαλούσαν,
ο περίγυρος μου παρέμενε εκείνο το Ελάφι, εκείνος ο Καθρέπτης,
Εκείνος Εγώ.
Κιόμως! τώρα σαν κάτι να είχε αλλάξει· μέσα στο ανεπαρκές καρναβάλι που κατρακυλούσε απ’τους αγκώνες μου
και απ’την πλάτη μου, διαφαινόταν σαν σιωπηλό πανηγύρι
η Ουσία των Πραγμάτων,
που υπήρχε και ας ήταν κομμένη στην μέση,
που όντως, ναι, υπήρχε
και η αθέατη υπόσχεση της μ’ακολουθούσε. Και τότε επιτέλους ένιωσα
πως είναι δυνατόν
η πυραμίδα να χτιστεί ανάποδα,
και τότε επιτέλους ένιωσα
πως ένας Ερωτευμένος Συζητητής (για να με καλέσει να του απαντήσω),
μου πρόσφερε την άλλη όψη: και μαζί μ’όλο το οικοδόμημα
σηκωνόταν ένα βάρος
πολύ πιο πέρα απ’το αισθητό!

Έτσι λοιπόν συνέχισα να προχωράω, χωρίς να ξέρω ακόμη για που.
Γυρεύοντας ίσως τους λευκούς παπαγάλους,
προχώρησα.
Έφτασα ως το κέντρο της καταιγίδας
παρέα με κάποιους εναπομείναντες συντρόφους :
πλέον στον ορίζοντα
φαινόταν η λαμπερή άνοιξη ενός σταυρού.

γιου κειμ (Άννα Ντακ)

Ήξερα πως θα’ρθεις
γιατί τα μάγουλά μου καίγανε
ο λαιμός μου είχε στεγνώσει
και το κεφάλι μου έτριζε
μέχρι που το ξύλινο πάτωμα
άρχιζε να τρίζει κι αυτό
απ’τα βήματά σου

κι εσύ έρεες,
έρεες από τις κόχες των ματιών μου
-πύρινη, κοφτερή- στο λαιμό μου,
πιο κοφτερή απ’τα δόντια σου,
πιο ανεξίτηλη απ’τα σημάδια που αφήσαν

Όλες αυτές οι περιγραφές, περί κεκομμένων ανασών, αυξομείωσης των καρδιακών παλμών και
καυλο-βερμπαλισμών,
δεν χωράνε την απλή κατακόκκινη αλήθεια:
Σε θέλω, δεν έχω ξανανιώσει έτσι
και ακούγεσαι υπέροχα όταν λες «χυύνω».

Καινούριο Μέλος (Διονύσης Αντωνάτος)

Μια άσπρη μεταλλική πόρτα έσπρωχνες και έμπαινες στον προθάλαμο
Η υπάλληλος ήταν εκεί να σε καθοδηγήσει
Σου δινε το χαρτί
Έγραφες το ιστορικό σου
Βεβαίωνες ότι δεν είσαι τρελός
Και μια φαρδιά πλατιά υπογραφή στο τέλος
Η υπογραφή που θα σου λυνε όλα τα προβλήματα
Η υπογραφή που θα σου κανε τη ζωή λίγο, ελάχιστα καλύτερη
Την έβαζες
Έμπαινες στο θάλαμο
Και με χειρουργική ακρίβεια
Τυφλωνόσουν
Ο σύλλογος εθελοτυφλόντων αποκτούσε καινούργιο μέλος

Που είστε βρικόλακες; (Morley)

Για μια ωδή στα θλιβερά μάτια μιας τριανταοχτάχρονης πόρνης.
Σπάμε τα τζάμια της καθημερινότητας με την καραμπίνα της Κόλασης,
τους αιματηρούς θορύβους, τα μπικίνι,
τις Μπαχάμες και τα ερωτικά νησιά.
Τους αυστηρούς γείτονες,
τα σαπισμένα πρόσωπα στη λασπερή θηλιά της πρώτης ηλιαχτίδας,
τα ταξί που κινούνται στα γυαλιστερά διαμάντια,
τις κουτσουλιές και τα φλέγματα.
Tα παράσιτα που τρώνε μπιφτέκια στη μούχλα πράσινα,
τα χαμόγελα τα ξεπουλημένα για πενήντα λεπτά.
Ορίστε το πρωινό σας, ορίστε το διαιτολόγιό σας
τριανταπέντε τσιγάρα, τρεις καφέδες και δυο σουβλάκια.
Οι υπόνομοι που ζωντάνεψαν και αναπνέουν κάπνα
σα να γιορτάζουν με φωτιά και λάβα τα πλιατσικολογήματα στα μανάβικα.
Η μπόχα (που δεν πηδιέται στα φανερά μπροστά σε όλους, κρυμμένη πικρά ανάμεσα χωμένη στις σκιές).
ΔΕΣΤΕ ΤΗ, ΔΕΙΤΕ ΤΗ. Δείτε τη όταν ανταλλάζει καλημέρα.

Καλημέρα Μπόχα…

Γεννήθηκε η παλαβομάρα από το ξέχειλο μουνί της πιο παρηκμασμένης μητρόπολης του εγκεφάλου ενός νεαρού που γρονθοκοπείται με ηλεκτροπληξία στους δρόμους.
Ύψωσε το χέρι.
Χαιρέτα τον περαστικό.
Τέντωσε το χέρι τόσο όσο να μην μπορείς να υποφέρεις την ύπαρξη των μαστιγωμένων νεύρων και χτύπα το ταβάνι ή χτύπα το κενό που σε χωρίζει από το ταβάνι.
ΕΙΠΑ ΧΤΥΠΑ ΤΟ ΤΑΒΑΝΙ ΜΕ ΚΛΩΤΣΙΕΣ ΚΑΙ ΜΠΟΥΝΙΕΣ.
Χτύπα το ταβάνι με την αναθεματισμένη σου την κούτρα για να σκάσει,
για να σωπάσει ή για να του ανοίξεις μια τρύπα να αναβλύσουν λέξεις και πίδακες εικόνες ή για να ανοίξεις μια τρύπα στο κεφάλι σου.

*
ΠΟΥ ΚΡΥΒΕΣΤΕ ΒΡΙΚΟΛΑΚΕΣ, ΠΑΡΗΚΜΑΣΜΕΝΑ ΠΑΛΙΚΑΡΙΑ, ΛΙΩΜΕΝΑ ΣΚΑΤΟΜΟΥΤΡΑ ΤΩΝ ΒΡΩΜΙΚΩΝ ΚΑΖΙΝΟ, ΔΙΕΦΘΑΡΜΕΝΟΙ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΚΟΚΚΑΛΟ ΚΟΝΤΟΠΟΥΣΤΗΔΕΣ;
Μα φυσικά στο επόμενο πένθιμο εμβατήριο της πιο αγέλαστης μπάντας τεμπέλικων τζιτζικιών.
Στην επόμενη Άνοιξη, στο επόμενο μπουκάλι.

*
Και φωνάζουν… εξεγείρονται:
“ΘΑΨΤΕ ΤΟΥΣ ΧΟΥΛΙΓΚΑΝΣ ΒΑΘΙΑ ΣΤΗ ΓΗ”.

“Υποφέρεις και πονάς γκάνγκστα;
Θες να πεθάνεις γκάνγκστα;”

Κλέψτε και φέρτε μου πίσω τα κλεμμένα πορτοφόλια,
τα πορτοφόλια που έκλεψαν οι αληταράδες οι πορτοφολάδες.
Aνοίχτε χώρο, υψώστε γέφυρα με τα πιο βαριά μέταλλα της βιομηχανίας
για να γκαζώσουν με τις πολύτιμες Chevrolet τους
μέχρι το βράχο του πρώτου Καιάδα και να σπάσουν.
*
Μας έδωσαν και παραλάβαμε με καμάρι μια ποίηση μέτρια και εύκολη
και μας είπαν να τη διαχειριστούμε και αφού τη βράσουμε να σας τη σερβίρουμε σε μαύρα φλιτζάνια.
Σαν τις λυγερόκορμες σερβιτόρες στα γαμώμανα και μαρμαρωμένα εστιατόρια των αμερικάνικων επαρχιών, που δεν πεθαίνουν μένουν παντοτινά σκαλωμένα και τοποθετημένα εκεί στο χρόνο.
Εγώ προσωπικά δεν ξέρω αν θα το έκανα για τα χαμόγελα των κοκκινολαίμηδων, χοντρολαίμηδων πελατών ή για τα tips.

Οι λέξεις δεν ανήκουν (Παράταιρος)

Μπήγουν τα νύχια τους στα ποδάρια τους
να στάξει αίμα
Αναβάλουν την καθαριότητα του σπιτιού
Για να κρατήσουν ενθύμιο ξένες τρίχες δίπλα στα μαξιλάρια
Αυτοεξόριστοι σε κατ ‘ οίκον περιορισμό
Λες και η φθορά επέρχεται από το γδάρσιμο του ανέμου
Γαντζώνονται και κρέμονται και αιωρούνται και πετάνε
Και μου θυμίζουν νεογνικά αντανακλαστικά
Ανακαλύπτουνε καινούριες λέξεις
Για να αποφύγουνε τις καθαγιασμένες
Οι λέξεις λένε ψέματα
Οι λέξεις δεν μας ανήκουν
Οι λέξεις μου δεν σου ανήκουν
Ακούω λέξεις που φοβάμαι
στον καθημερινό μου εφιάλτη
Με ξυπνάει η στιχομυθία με το υποσυνείδητο
Κοιμάμαι μόνος να μη ξυπνήσω και σένα
Όποιος δεν ξέρει κολύμπι
Ή πνίγεται στα ανοιχτά
Ή παίρνει στο λαιμό του
Παρακείμενους λουόμενους
Γιατί λοιπόν να χαλάσουμε τα καλοκαίρια μας
Όταν η υπόθεση εμπεριέχει ένα νεκρό το λιγότερο
?

Αναφιέρωτο (Ε. Κάτη)

Έχεις ένα ροδοπέταλο και ένα γιασεμί στον ώμο
Αγόρι.
Την ζωή μου κυβερνάς
και κυβερνιέσαι
απ’ τα πάθη μου.
Αγόρι.
Μόνο εσύ μόνο σκίζεις την πέτρα
και τον άνεμο
και τον ήλιο και μέσα του περνάς.
Αγόρι.
Δεν έχεις πρόσωπο.
Πετάς και χάνεσαι.
Φτερά αγγέλου
και μυρωδιά από γαρδένιες
στο διάβα σου.
Αγόρι.
Έρχεσαι και φεύγεις
μα την ζωή μου ποτέ
ποτέ ποτέ ποτέ
δεν επισκέπτεσαι.
Αγόρι.
Ακλόνητος οδηγός
περασμένων αναμνήσεων
στον δρόμο της λήθης.
(Κινείσαι και χάνεσαι)
Αγόρι.
Ροζ και πορφυρά
υφάσματα
καλύπτουν το πρόσωπο
το λαιμό
τα χέρια
και το σώμα σου.
Αγόρι.
Κάποιοι σε βλέπουν αλλιώς
μα εγώ ξέρω καλά
ποιος
και πως είσαι
Αγόρι.

Άτιτλο (Γωγώ Λιανού)

Ο έρωτας βρέθηκε κρεμασμένος στο δωμάτιο των ξένων,
φορώντας παπούτσια δυο νούμερα μεγαλύτερα.
Μεθυσμένος από κρασί,
λίγο κρασί
και λίγο κρασί ακόμη.
Ποτισμένος με καπνούς και ουσίες.
Με αφρούς να στάζουν απ ‘ το στόμα
στο πάτωμα λίγο-λίγο,
μας κάνανε όλους νευρικούς.
Με το ένα μάτι ανοιχτό
και το άλλο ραμμένο με μαύρη κλωστή.
Ο έρωτας βρέθηκε κρεμασμένος στο δωμάτιο των ξένων,
φορώντας παπούτσια δυο νούμερα μεγαλύτερα.
Ο έρωτας δεν δάκρυσε.
Χαρούμενοι χειροκροτήσαμε όλοι.

Πειραιώς (Άννα Ντακ)

Κορίτσι μου,

τ’ αστέρια κάποτε θα πέσουν στη γη
και θα’ναι χωμάτινα

Στις πελώριες τρύπες που θα σχηματιστούν
θα βουτάν’οι άνθρωποι
γιατί στην κορυφή του Έβερεστ
το έτος διαρκεί 15 μικροσεκόντ λιγότερο
απ’ότι στην επιφάνεια της θάλασσας

Kαμιά φορά περνάω από την Πειραιώς
κι η ύπαρξή μου χάνει το νόημά της στα φανάρια ∙
τόσο εύκολα
σκέφτομαι πως θα ‘ταν να ζωντάνευαν τα χέρια της τοιχογραφίας
πως θα’ταν λες να υπήρχαν δυο πελώρια χέρια που προσεύχονται σε μας
πέρα από κείνα της μητέρας μας;

Oι φίλοι μου σε μετράνε σε λεπτά
είσαι λένε τόσες το πλήθος λέξεις

Εγώ λένε σε μετράω σε ήττες
και σε μερίδες των εξήντα εμ ελ

Αθροίζω πρωινές πρώτες σκέψεις,
εφηβικές παρορμήσεις που αναδύονται
μουσκεμένες
απ’την παχιά ρευστή σκοτεινιά του
μελλοντικού μου μεσοβδόμαδου
εαυτού

Άρα αν τα βάλουμε κάτω
δεν επιτρέπεται να σε σκεφτώ μεσημέρι

Σαλτάρισμα (Αλεξάνδρα Επιθέτη)

όλες οι φυλές της γης θρήνησαν,
ήταν αλήθεια,
όταν είδαν Εμένα,
Τον ίδιο,
που ήμουν Υιός και Πατέρας
και Μητέρα
κι Αδερφή
Του εαυτού μου.

Τον Υπάνθρωπο
Τον μέγιστο,
εκ τα βάθη της Κολάσεως,
να αναδύεται από
τις σωρούς
των σκουπιδιών του Ιουνίου.

να αναδεύει τις σακούλες
με τα σαπισμένα
κορμιά
και μέλη.
να κάνει τους γύρω Του
να λιποθυμούν
από τη δυσωδία.

κι έτσι,
ήταν αλήθεια,
έτσι
όπως ο άνθρωπος
δεν ξέρει
πότε θα μπει ένας κλέφτης στο σπίτι του,
έτσι,
γύρισα πίσω
από τους νεκρούς
που Με αφήσατε.

κι έτσι,
όπως πήγα
και θάφτηκα,
εις τους αιώνας των αιώνων,
στον πρώτο σκουπιδοτενεκέ
που βρήκα
στην Σωκράτους,
έτσι αναδύομαι σήμερα.

κι οι νεκροί,
κι οι ξεχασμένοι
ακούνε την φωνή Μου.

κι οι κατάμαυροι ουρανοί
σείονται,
κι όπως ανατέλλω
ξανά
στέλνω λαίλαπες
και τυφώνες
σε όποιον ζωντανό
κάποτε μ’ αγνόησε
που κάποτε του μίλησα
και γύρισε πλευρό
που τον αγάπησα
κι έφυγε με την ουρά στα σκέλια.

επικαλούμαι τώρα
τους νεκρούς Μου.
τους νεκρούς
και θαμμένους στα σκουπίδια
απ’ όλες
τις χωματερές του κόσμου.

στέλνω αγγελιαφόρους Μου
τα σκουλήκια
και τους δαίμονες,
που κλώσαγα και κλώσαγα
για χρόνια
μέχρι να εκκολαφθούν.

τους στέλνω,
όχι με σάλπιγγες,
δεμένους στις σάλπιγγες
που ξερίζωσαν
οι μανάδες
μοναχοκόρων και μοναχογιών
που χάθηκαν
σε φουσκωτές βάρκες,
σε σύγχρονα κυνήγια ευτυχίας,
σε εξοπλιστικά απευθείας φερμένα από τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής,
σε βάρδιες 9 με 9
με μισθό
ένα ξεροκόμματο μιζέρια.

γιατί δεν χαίρεστε κύριοι;
που είναι το χαμόγελα σας κυρά μου;
που είναι
τώρα
η δικτατορία της χαράς σας;

που είναι
η εισπνοήεκπνοήμέτραμέχριτο10
οδηγόςαυτοβοήθειαςκαιαυτοβελτίωσης
μοναδικόDVDδιαλογισμού
μόνοισαςστοσπίτι!χωρίςχέριαμαμά!
ΣΚΕΨΟΥ
ΛΙΓΟ
ΠΙΟ
ΘΕΤΙΚΑ!

ΤΟ
ΣΥΜΠΑΝ
ΣΥΝΩΜΟΤΕΙ
ΓΙΑ
ΕΜΑΣ!

λες το σύμπαν
να συνωμοτεί
για 6 δισεκατομμύρια
καταδικασμένες
κλινικές περιπτώσεις;
σίγουρα!

απλά,
συνωμοτεί εναντίον μας.

οι άοπλοι ζητιάνοι
κόβουν τα χέρια τους.
οι ζητιάνοι του κόσμου
κόβουμε
τα χέρια μας
και οπλίζουμε.
κι οι αφέντες
του κόσμου
στέκονται
απέναντι μας
ΠΡΟ ΣΟ ΧΗ.

κλείσε το στόμα σου.
βούλωσε το.
κλείστο
και χαμογέλα.
και βάστα γερά
μην βγάζεις άχνα.
σφίξε τα δόντια,
ΜΗΝ ΧΑΝΕΙΣ ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ.
σφίχτα γερά,
μέχρι να σπάσουν
κι αν τα σπάσεις
κατάπιε τα κομμάτια.
μόνο
ΜΗΝ-ΧΑΝΕΙΣ-ΤΟ-ΧΑΜΟΓΕΛΟ!

ξέρεις μόνο
ποιοι δεν χαμογελούν;
οι αρουραίοι των υπογείων,
οι κατσαρίδες τους,
τα φίδια στο γρασίδι
που τσιμπάνε μονάχα γι’ αυτοάμυνα.

είλωτες
κι αιχμάλωτοι,
ευνούχοι
και σκλάβοι
των ζωών σας,
οι παρίες και τα παράσιτα της πόλης
την έχουν λούσει
βενζίνη
όσο κοιμόσασταν με ανοιχτή την τηλεόραση.

κι Εγώ,
ο πιο τρομαγμένος
ο πιο βρώμικος
ο πιο μικρός απ’ όλους
ανάβω την τελευταία
σπίθα στην
πιο αρχαία
νεκρή πολή.

διότι υπέμεινα
τα πάθη,
κατανίκησα κι έκανα
Τον Θάνατο,
αδερφό.

αλήθεια σας λέω,
πως έρχεται
η ώρα.

και ήδη ήρθε.

Οι μουδιασμένοι το βούλωσαν (Morley)

Λοιπόν οι διαβολικοί έσκασαν.
Το βούλωσαν οι μουδιασμένοι.
Ώρες χαμηλοβλεπούσες κυλάτε με ήσυχα βαδίσματα προς το τέλος σας.
Μην ικετεύεις, μη χάνεσαι.
Πες μας μία σου επιθυμία ακόμα ή ησύχασε.
Ησύχασε σα να μην ακούς ή σα να μη μιλάνε.

Στη θέα της βαβούρας εκείνης και στο στόμα μέσα του θορύβου
χαρτογραφήθηκε και εκείνη η ποταπή νύχτα λες και την έφτυσαν
κάποιο θρασύδειλοι θεοί μαζί με αρχαία χαλάσματα.

Η μύτη ξέχασε τη μυρωδιά του αγαπημένου της πόνου.
Τα νομίσματα στριφογυρίζουν σαν κωλόπαιδα στην τσέπη.
Γνωρίζουν και βλέπουν.
Προδότες και αυτά δίνονται με αντάλλαγμα την επερχόμενη αφραγκία.
Πες μας μια όμορφη ευχή ή σώπασε.
Σώπασε σα να κλείσαμε όλοι τα αυτιά μας μπροστά σου.
Στη θέα της βαβούρας εκείνης και στο στόμα του θορύβου
έγιναν σκέψη, υπήρξαν και μπλέχτηκαν κορδόνια τα ψέματα
λες και κάποιος άγνωστος επισκέπτης να μπέρδεψε τα δάχτυλα του από τον τρομο.

Τα βλέμματα ζητιάνοι βασιλιάδες.
Παραδίδουν το θρόνο για λίγα ακόμα χρυσαφένια δευτερόλεπτα.
Πού γυρνάει απόψε ο λογισμός σου και τί σιχαίνεται να πει;
Μη βλαστημάς και χαμογέλασε.
Πες μου ποιό είναι το αγαπημένο σου φινάλε ή μην απαντάς.
Μην απαντάς σα να μην ακούστηκε ποτέ αυτή η ερώτηση.

Στη θέα της βαβούρας εκείνης και στο στόμα του θορύβου
έζησα κι εγώ, παρέα να κάνω στα ερωτηματικά.

Κόκκινη σκόνη (Σιλουάν Κ.)

Είσαι διάφανη ριγμένη
ανάσκελα στα μαξιλάρια της νύχτας, πως βρέθηκες εκεί κάτω;
πως βρέθηκες εκεί
κάτω;

Απέχουμε πλέον
μέρες
και σφαγμένα μήλα και ο χώρος είναι μια βουβή κραυγή,
πως βρέθηκες εκεί, κάτω;

Η φωνή του τενόρου αιματοκυλά τα χείλη σου
διασχίζουμε το νεκροταφείο
που σκαρφαλώνει στο σβέρκο μας, πες μου
πως βρέθηκες εκεί κάτω;

Χάνεσαι ή επιστρέφεις
επανέρχεσαι, επανέρχεσαι;
Χτυπάνε τον ωμό μου ψελίσματα απ’την ψυθιριστή σφαίρα
λειώνει το πρόσωπο των νεύρων
απ’την σιωπή σου,
πως βρέθηκες εκεί κάτω;

Tα ψημένα ρουθούνια της αποθήκης μας,
πως βρέθηκες εκεί κάτω,
ανέβηκα την σκάλα σαν να ‘μουν ο σκύλος σου
μαύρη κοκαΐνη
τα ρουθούνια τρέμουν απ’την απεγνωσμένη νύχτα σου:
μ’ακούς ή
πλέον είναι στ’αλήθεια αργά,
πως βρεθηκες εκεί κάτω;

Διάλεξα το πρώτο βαγόνι,
λευκή γούνα που χάνει το χρώμα της
ποδοπατιέται απ’τα δόντια μου, θυμάμαι ήσουν αναδυόμενη και σκοτεινή,
έτσι βρέθηκες εκεί κάτω;

Σπάραξα απαλά τα μαλλιά σου,
ήταν όταν ανασάνες ομίχλη: πιρούνια μασάνε το γυαλί
στα πληγωμένα ούλα μας.
Ο κύριος που χτυπάει την πόρτα
ανάποδα και κρεμασμένος, άδειος,
έτσι
βρέθηκες εκεί κάτω;

Και πέφτει η γυναίκα του ματιού απ’την γέφυρα,
δε ήθελα να τρέξω πάνω στην χορδή
απλά ακολούθησα,
ήσουν υποταγμένο δέρμα και μαύρο ράμφος φώτισε
την υγρή βελόνα. Στ΄αλήθεια
έτσι βρέθηκες εκεί κάτω;

Τα χέρια του σκλάβου στις μύτες μας
είναι γροθιές σ’ενα πεθαμένο κουνέλι
η ασφυξία αθώα σα νιαούρισμα βεντάλιας
και δεν έβλεπα εσένα πια
παρά μόνο
την άυπνη άμαξα που καλπάζει.
Έτσι βρέθηκες εκεί κάτω.

Στο δωμάτιο που θυσιάστηκε το βλέμμα σου
αλυχτάνε αποτυπώματα, η καρδιά υπάρχει
στην βραδύτητα,
θα μείνουμε για καιρό ξεχασμένοι
μα
πως βρέθηκες εκεί κάτω;

Ο Δρόμος (Παράταιρος)

Ο Δρόμος είναι μεγάλος.
Για τα δικά τους πόδια
και τα δικά μου.
Εκτελούνται έργα σ ‘ αυτόν
ενίοτε και εργάτες
σίγουρα όχι για τις κακοτεχνίες του Δρόμου.
Οι οδοιπόροι του κουτουλάνε δέντρα
στα στενεμένα πεζοδρόμια
των λεωφόρων του παρελθόντος
και μάλλον δεν χάρηκαν
την όποια ανάσα δροσιάς.
Οι αλήτες των παραδρόμων
κορδώνουνε την ολιγόωρη φυγή τους
χωρίς καν να έχουν καβαλήσει
έστω κι ένα βαγόνι τραίνου.
Η ποτοαπαγόρευση
και οι νόμοι περί αλητείας
δεν τους άγγιξαν ποτέ
όπως δεν συγκινούν κανένα
τα διπλώματα οδήγησης
και τα φθηνά κλεμμένα ποδήλατα.
Ετοιμάστηκα για την μεγάλη κατηφόρα του
με το χέρι μακριά από το φρένο.
Είδα την απουσία ασφάλτου
και αναγκάστηκα να σκονίσω
τα άσπρα παπούτσια που μου φόρεσαν
να ταιριάζω στην τελέτη παράδοσης του Δρόμου.
Κράτος και Eκκλησία λιβανίζουν την ανάπτυξη
και ραντίζουν τους πιστούς.
Ο πάτερ με συγχώρησε που παραμέρισα
και πίστεψε την δικαιολογία της πνευμονίας.
Υποσχέθηκα να προτιμήσω το δικό του μαγαζί
μόνο που θα πιω κούπα μονορούφι
απ’ το άγιο δισκοπότηρο
και θα ξαλαφρώσω την κύστη μου
στον ευκάλυπτο του προαυλίου.
Στις δηλώσεις υπουργών
η κάμερα μ’ έπιασε να κλέβω απ‘ το μπουφέ
που βασικά ήταν τσάμπα
απλά υπερέβαλλα στην δοσολογία.
Η παρουσία μου εκτιμήθηκε
και έλαβα την υπόσχεση
παραχώρησης κιοσκίου
στην μέση του πουθενά του Δρόμου
να πουλάω ψάθινα καλάθια
ή έστω φρούτα εποχής.
Το καλοσκέφτηκα.
Εν τέλει κατάλαβα
ότι δεν μου πάει και τόσο ο Δρόμος
που προτίμησα ένα κιόσκι σε ερημική παραλία
με κονκάρδες για τις Καρέτα–Καρέτα.
Αλλά κι εκεί ακόμα
για να πάω
έπρεπε πρώτα να περάσω
απ ‘το μεγάλο Δρόμο.

ΑΥΤΟ (Γωγώ Λιάνου)

Είναι πρόκληση η ταράτσα χωρίς κάγκελα.
Είναι πρόκληση οι μνήμες σε κάθε γωνιά
κι αυτή η μια που κουβαλώ πάντα μαζί μου.
Είναι πρόκληση τα ποτήρια με τ’ αλκοόλ
και σε σκορπάς μέσα σ’ αυτά
και γύρω-γύρω σ’ όλους.
Να ξεδιψάσουν.
Και να τραβιέσαι εδώ κι εκεί
σα να είσαι από λάστιχο φτιαγμένος.
Είναι πρόκληση να τεντώνεις.
Να δεις πόσο αντέχεις για να σπάσεις.
Είναι πρόκληση το τραίνο που δεν πήρα.
Κι οι εικόνες στο δρόμο, πρόκληση κι αυτές.
Και όλα προκλήσεις και παντού
και πάνω-κάτω, πάνω-κάτω,
νυχτερινά δρομολόγια
με τις φωνές παρέα
χωρίς άνθρωπο γύρω να σου βάλει όριο
και εσύ να ευχαριστείς.
Όχι τον Θεό.
Μα εκείνον που δεν ήρθε.
Γιατί ήταν πρόκληση να θέλει
κι εσύ ν’ αρνείσαι το κενό που σου προσφέρει.
Είναι πρόκληση οι φίλοι που αλλάζουν,
που αλλάζεις μαζί τους κι εσύ
κι αυτοί που σου είπαν ‘’έτσι μείνε’’.
Είναι πρόκληση να μη βγάλεις όπλο στ’ αφεντικό,
να σκύψεις να γλύψεις ξανά και ξανά
-και θα πω-
ξανά και ξανά
να σκύψεις να γλύψεις, είναι πρόκληση.
Να κάνεις υπομονή
κι απ’ την αρχή υπομονή,
τα χέρια σου γερνάνε και το σκοινί χαλάρωσε.
Και οι νύχτες ούρλιαζαν
σα πεινασμένες σκύλες στ’ αφτιά σου,
που τα έκοψες με το μαχαίρι και τους τα πέταξες,
να φάνε, να χορτάσουν.
Είναι πρόκληση ποτέ σου να μη φτάνεις
ενώ πηγαίνεις τρέχοντας
μα ξέχασες πια που κατεβαίνεις.
Πρόκληση είναι οι σκιές
που σου ζητάνε να χορέψεις
και είναι όμορφες και περιποιημένες
κι εσύ φοβάσαι γιατί σου μοιάζουν
και γυρίζεις την πλάτη και σε ξεσκίζουν.
Είναι πρόκληση, που ‘χεις χέρια και δε με κράτησες
μη πέσω κι άλλο, να μην αλλάξω.
Που ‘χεις χέρια και δεν με ταρακούνησες δυνατά
κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο
μήπως ξυπνήσω, γιατί όνειρο είναι κι εφιάλτης.
Είναι πρόκληση να πεις ‘’αντέχω’’,
ενώ σε χτυπάνε από παντού
με τουφέκια και πέτρες και ότι άλλο έχουν
και δε φροντίζουν τις πληγές και προχωράει η μόλυνση,
μέσα ως μέσα και σαπίζεις
και τα σκουλήκια σου θα τρώνε καλά και μεγαλώνουν,
γίνονται ίσα με ‘σένα κι έχεις τώρα κι άλλη παρέα.
Κι η ώρα περνάει κι ο χρόνος κυλάει,
κρίμα για ‘σένα που ‘σαι μόνος.
Κρίμα για ‘μένα που στην ταράτσα ζω.
Σαν τώρα ποτέ δεν φοβήθηκα.
Κι είναι πρόκληση στις μέρες μας να ζεις ευτυχισμένος.

Το πιο άρρωστο πράγμα του κόσμου (Διονύσης Αντωνάτος)

Το πιο άρρωστο πράγμα του κόσμου είναι η μητρική αγάπη
Αυτή που παραφυλάει για το καλό σου και σου τσακίζει τα φτερά
Κι όταν σου λείπει, έρμαιο περιφέρεσαι, άξιος της μοίρας σου θα λεγε ένας στωικός, και την αναζητάς σε μήτρες μητρομανών και σε αρχίδια ξένων
Κι όταν σου δίνεται κουρνιάζεις στη φωλιά
Παίρνεις τη σύνταξη μέχρι να πεθάνει
Και πίνεις κρυφά
Η μαμά σου ξέρει κοριτσάκι
Για αυτό σε σπρώχνει στην κατάλληλη κοινωνική ανέλιξη που τυχαίνει να έχει αντρικό όνομα
Για αυτό σου κάνει πλάτες όταν ξημερώνεσαι αλλού
Και χαίρεται όταν σε καμαρώνει όπως εκείνη ποθεί
Η μαμά σου ξέρει αντράκι
Όταν σου μαγειρεύει ως τα 30, περιμένοντας επιτέλους να ντυθείς γαμπρός και να δολοφονήσει τη νέα σου μαγείρισσα
Κι όταν γράφεις το γράμμα πριν το απόσπασμα
Τα πιο γλυκά φιλιά είναι για κείνη
Που θα πεθάνει απ τη ντουφεκιά που σε σκότωσε ή στην κρεμάλα σου πάνω.
Τα βιβλία μου λεν για πολλά άρρωστα πράγματα
Μα το πιο άρρωστο είναι η μητρική αγάπη

Εσένα (Άννα Ντακ)

Θέλω
να μου περιγράψεις
το πρωί της ημέρας που
αποφάσισες
πως η μαμά σου δεν είναι
ο αγαπημένος σου άνθρωπος στη γη

Θέλω να μάθω αν φοβάσαι,
πως όταν
μεθάς και ψευδίζεις,
λιγάκι,
σταματάς να είσαι εντυπωσιακή

Θέλω να με μάθεις να ερμηνεύω την στιγμιαία αμηχανία σου όταν με βλέπεις

Θέλω να μου διηγηθείς τη μέρα σου, ξεκουμπώνοντας τα κουμπιά
εκείνου του
πράσινου-πετρόλ
πουκαμίσου,
που τόσο σου πάει

Θέλω την πρώτη σου σκέψη όταν ξυπνάς,
τα κυριακάτικα μεσημέρια σου,
τα πρωινά που ξυπνάς με χανγκόβερ

[Θέλω να θέλεις την πρώτη μου σκέψη όταν ξυπνάω,
τα κυριακάτικα μεσημέρια μου,
τα πρωινά που ξυπνάω με χανγκόβερ]

Θέλω να σου αφιερώσω όλο τον γιώργο δομιανό

Θέλω να μάθω
ποιο είναι το αγαπημένο σου σημείο να σε χαϊδεύουν στην πλάτη
και αν
όταν τελειώνεις
θέλεις
να σε κοιτάζω
στα μάτια.

Mέχρι να διαβάσεις το ποίημα, το νερό θα’χει ζεσταθεί ( Σιλουάν Κ. )

Mέχρι να διαβάσεις το ποίημα, το νερό θα’χει ζεσταθεί
και η νεότητα μας σαν ένα τρελό κουτάβι
θα καταριέται την τρυφερότητα της νύχτας·
η νεότητα μας θα ρίχνει γροθιές ασθενικού μποξέρ
στον πρωινό τοίχο του καθήκοντος.

Για λίγο, τα πάντα αστράφτουν: είναι η όραση του ελαφιού
πάνω απ’τον λόφο του σκότους,
ενώ με κοιτάς και κοιτάμε
τον φίλο μας που κοιτάει σαν υπνωτισμένος
την νυχτερινή θάλασσα και λέει πως πρέπει να φύγουμε
από αυτό το γαμημένο μέρος πριν να’ναι πολύ αργά. Δε βλέπεις;
το τέλος έχει ήδη παιχτεί, τα φώτα ανάβουν με την πρώτη κραυγή,
τώρα τι θα κάνουμε;

Μέχρι λοιπόν να διαβάσεις το ποίημα, οι υδρατμοί θα μας σκεπάσουν
και θα πολτοποιήσουν το φάντασμα που μας καταβάλλει:
η ατμόσφαιρα με λιωμένο το κεφάλι είναι ένα τραύμα
που κουβαλάμε μέσα μας με περηφάνια
και οι αναμνήσεις που μόλις δημιουργήσαμε
είναι ασυγκράτητες και οπλισμένες ως τον λαιμό.
Η τρυπημένη σάρκα καίγεται κάτω απ’το ξεχασμένο πορτατίφ
και οι μπύρες μας που ζεστάθηκαν στάζουν στην μοκέτα
ενώ ξημερώνει η γλυκύτητα της ματωμένης γροθιάς
με τον σκονισμένο καφέ στο χέρι
και τα τσιγάρα που καίγονται
σε μια άδεια στάση λεωφορείου
στα δάχτυλα της Αθήνας.

Παρδαλογραφίες (Α. Κοάν)

I
Ωχ τι ταραχή, τι ταραχή,
τι ταραχή και κατουριέμαι!
Φιλόλογοι του γυμνασίου που δηλώνουν φροϋδιστές,
απαγγέλουνε με θέρμη
την Ιλιάδα του Ομήρου – ω!
ω μα τους θεούς του Ολύμπου!
Ας πέσουν κεραυνοί – ω Ζεύς! – και ας μας κάψουν όλους!
Έχετε διαβάσει ποτέ Ονορέ Ντε Μπαλζάκ;
Ναι, βεβαίως, αλλά δε με πολυβόλευε,
γιατί είχα ένα μεγάλο τόμο, δερματόδετο,
και με δυσκόλευε να τον κρατώ καθώς καθόμουνα στη χέστρα.
Σας αρέσει να υποθέσω ο Τσαϊκόφσκι;
Ναι, ντάξει, δε λέω, καλός ειν και του λόγου του,
αλλά πιο πολύ προτιμώ το Σαϊκόφσκι
να δίνει πόνο στα 180 μπι-πι-εμς.
Μη με ρωτήσετε για τον αγαπημένο σας το Σίγκμουντ,
σας παρακαλώ,
δε θα μπορέσω να τ’ αντέξω,
τουλάχιστον όχι μ’ άδειο στομάχι,
και πριν να πιω το δεύτερο φραπέ της μέρας.
Καλύτερα να συζητήσουμε για κάτι πιο σημαντικό,
κάτι λίγο πιο ενδιαφέρον,
όπως πχ τη χρήση παρασίτων ψυχεδελικών,
συλλεγμένα με φροντίδα και με προσοχή
από το Ράριο Πεδίον,
και σερβιρισμένα σε κύπελλο ειδικό
για να τα πιούνε με καμάρι οι πιστοί
σ’ ένα ναό στην Ελευσίνα –
πολλούς αιώνες πριν χτιστούν τα διυλιστήρια κι οι τσιμεντοβιομηχανίες.
Και κείνοι την ακούγανε για τα καλά,
γουρλώνανε τα μάτια
και βλέπανε την Περσεφόνη και τη Δήμητρα
να τους προσφέρουν θεία γνώση.
Τι, όχι; Δε σας αρέσει αυτό το θέμα;
Καλώς, εντάξει, γεια σας.

II
Έχετε δει ποτέ παλαιστή του σούμο
να παίζει κιθάρα ή πιάνο;
Ω μα είναι εξαίσιο, σας λέω!
Ο Γαλάζιος Δούναβης του Στράους κι η Μεγάλη Λειτουργία του Μπαχ
αποκτούνε νέο βάρος
καθώς τα πλήκτρα σπάνε από το πάχος των δακτύλων,
κι οι ισπανικές μπαλάντες και τ’ αργεντίνικα τανγκό
μοιάζουν με επένδυση ταινίας τρόμου
καθώς σκίζονται και τινάζονται εδώ κι εκεί οι χορδές του οργάνου.
Είναι ένα έργο βαθιά ντανταϊστικό,
μια μελωδία επαναστατική,
ένας ριζοσπαστικός ρυθμός,
μια μουσική πολέμου!
Στ’ αλήθεια casus belli!
Απ’ την άλλη δεν υπάρχει τίποτα πιο γκροτέσκο κι αποκρουστικό
από τζόκεϊ που προσπαθεί να παίξει άρπα.
Ω, είναι φρικτό, φρικτό, φρικτό!
Γυρνά τα δαχτυλάκια του τα μικροσκοπικά
πέρα δώθε πάνω στις χορδές τις επιβλητικές
κι αυτά μοιάζουν μ’ αλογόμυγες που πεταρίζουνε
πάνω απ’ την ουρά του αλόγου,
και ίσα ίσα που ακούγεται ένα βουητό,
βουητό ταπεινό και κακομοίρικο σαν και τον δημιουργό του,
που ίσα που ξύνει λίγο τα αυτιά,
μα σε καμία περίπτωση δεν καταφέρνει να τα κάνει να ματώσουν.
Ναι, σωστά παρατηρείτε,
όντως της μουσικής είμαι μεγάλος λάτρης!
Τι λέτε;
Μα όχι κύριε, σας είπα πως δεν παίρνω εγώ ναρκωτικά,
γιατί επιμένετε να αγοράσω;
Τι είπατε; Δεν είναι ναρκωτικά, είναι καραμελίτσες;
Α εντάξει τότε, για φέρτε μου να δω.
Χμμ, ναι, ναι,
νιώθω τη ζάχαρη στα δόντια και στα ούλα,
ναι, ναι,
τελικά είχατε δίκιο.

III
(για τους αθώους που κριθήκαν ένοχοι)
Βεβαίως και πρέπει να αποδείξετε ότι είστε αθώος, κύριε,
τι μήπως νομίζετε, ότι θα σας αφήσουμε χωρίς να μας δείξετε στοιχεία;
Τι; Πώς; Τι εννοείτε πως εμείς πρέπει να αποδείξουμε το ενάντιο,
που ακούστηκε ο κατηγορούμενος να ζητά να αποδειχθεί η ενοχή του;
Όχι κύριε, δεν πάει έτσι το σύστημα,
δε γίνεται έτσι η δουλειά,
εμείς σας φέραμε εδώ προληπτικά,
χωρίς καν να έχουμε υποψία ή να μας έχετε δώσει αφορμή,
κι είναι δικό σας θέμα να μας πείσετε ότι έχει γίνει λάθος.
Ναι βέβαια, γιατί όπως εσείς λέτε ότι είστε αθώος,
έτσι κι εμείς λέμε ότι είστε ένοχος –
αν είναι δηλαδή να παίξουμε έτσι το παιχνίδι.
Και γιατί να σας πιστέψουμε στην τελική, κύριε;
Εμείς σας κατηγορήσαμε αυθαίρετα
κι εσείς εξίσου αυθαίρετα μας λέτε πως δεν έχουμε δίκιο –
μα δε θα προχωρήσουμε έτσι.
Σας παρακαλώ, κύριε, μη σηκώνετε τον τόνο της φωνής σας,
ξέρετε πως φωνάζουν μόνο αυτοί που έχουν άδικο,
κι όσο περνά η ώρα η θέση σας χειροτερεύει.
Πώς είπατε; Ελέφαντας;
Και που ξέρουμε κύριε ότι δεν είστε;
Η δικαιοσύνη εξάλλου όπως λένε είναι τυφλή,
πώς να γνωρίζει αν έχετε μύτη ή προβοσκίδα;
Όχι απλά πρέπει να μας αποδείξετε ότι δεν είστε ελέφαντας,
αλλά επίσης πως δεν είστε κάποιο έτερο θηλαστικό,
κάποιο πτηνό, κάποιο ερπετό, κάποιο αμφίβιο ή έντομο,
κάποιο φυτό, κάποιο μαλάκιο ή και ψάρι.
Κι αφού μας τ’ αποδείξετε όλα αυτά
θα πρέπει να μας πείσετε και πως δεν ψωνίσατε το όπλο
που δε βρήκαμε στο σπίτι σας,
πως δεν πλαστογραφήσετε τόσο καλά το διαβατήριο
που πραγματικά δε μπορούμε να το ξεχωρίσουμε από τ’ αληθινά,
πως δε γνωρίσατε τα άτομα που ίσως να μη γνωρίσατε,
που μπορεί και να εμπλέκονται σε κύκλους τρομοκρατίας
ή βέβαια μπορεί και όχι,
και φυσικά πως δε βρεθήκανε δαχτυλικά αποτυπώματα,
που οι ειδικοί μας δε γνωρίζουνε με σιγουριά αν είναι τα δικά σας,
στον τόπο που μάλλον έγινε το έγκλημα,
αν υποθέσουμε σαφώς πως έγκλημα υπήρξε.
Τι; Πώς; Δε μπορείτε να τα αποδείξετε;
Καλώς κύριε, μην ανησυχείτε,
το δικαστήριο σας κρίνει για να ναι σίγουρο ένοχο
και σας διαολοστέλνει.

IV
Κυρίες και κύριοι,
καλωσήρθατε,
στο μαγευτικό μας τσίρκο!
Εδώ, στην καρδιά της μαυρισμένης απ’ τον ήλιο και τη ζέστη Αθήνας,
σας παρουσιάζουμε
για μια και μοναδική παράσταση,
τον εξαίσιο θίασο μας!
Ελάτε, κυρίες μου και κύριοι,
ελάτε, δείτε και θαυμάστε,
θαυμάστε
τον άνθρωπο με το μουνί στο μέτωπο,
τον άντρα που δε μπήκε ποτέ σε λεωφορείο του ΟΑΣΑ δίχως να χτυπήσει εισιτήριο,
το κτήνος που του αφαιρέσαν την καρδιά χειρουργικά,
τον ακέφαλο χειρούργο που το εγχείρησε,
το σκιάχτρο που κάποτε ζούσε και γαμούσε πότε τα κοράκια και πότε τα σπαρτά
και που πλέον σαπίζει δίπλα στο κουφάρι του αγρότη-κατασκευαστή του,
τη γυναίκα που γεννήθηκε με κάτι σαν αρχίδι,
το σαλτιμπάγκο που βουτά δίχως να παθαίνει γρατζουνιά
μες στο κενό απ’ το ψηλότερο μπαλκόνι της ασχημότερης της πόλης πολυκατοικίας,
το αγόρι με τα εικοσιδύο μάτια,
εκ των οποίων τα μισά βλέπουν κανονικά και τ’ άλλα μισά κοιτούν το κενό το μαύρο της αβύσσου,
τον αποστεωμένο εξωγήινο που βρίσκεται εδώ σε μυστική αποστολή
(περισσότερα δε μπορώ ν’ αποκαλύψω),
τον κουλό τυμπανιστή που αντί για χέρια έχει πιστόλια
(προσοχή!)
και βέβαια,
κυρίες και κύριοι,
τον έναν και μοναδικό οικοδεσπότη σας,
το δημιουργό της ξεραμένης τούτης λίμνης σπέρματος,
το Μέγα Αυνανιστή –
Εμένα!