Καμπάνα

Η κοπέλα, η αφίσα, το χάος (Οδυσσέας Διαμάντης)

Η θεία μου η Ελένη ήταν και είναι ένας ιδιαίτερα καλός και ευγενικός τύπος ανθρώπου. Ποτέ δεν θα φωνάξει ή θα τσακωθεί με κάποιον άλλον άνθρωπο, παρά θα επιδιώξει να σταματήσει την κουβέντα. Αν, πάλι, το κακό έχει συμβεί, τότε θα φροντίσει ως πνεύμα πρακτικό που είναι, να επωφεληθεί της καταστάσεως ή έστω να μην προκληθεί περαιτέρω ζημία σωματική, οικονομική, συναισθηματική, ηθική σε καμία πλευρά. Τούτο, σημαίνει ότι η εκδίκηση και τα αντίποινα ξενίζουν ως ιδέες την θεία μου. Ίσως να αποτελεί ένδειξη υγιούς ανατροφής μια τέτοια στάση ζωής. Όμως, οι καιροί είναι σκληροί και οι άνθρωποι τα αγριότερα των θηρίων. Σε πιο παλιές εποχές όμως, μια τέτοια στάση είχε το νόημά της. Μια τέτοια εποχή ήταν και αυτή της πρώτης κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ το 1981-1985. Τότε οι άνθρωποι αναζητούσαν πολύ πιο απλές χαρές από ό,τι σήμερα: ήθελαν λίγο κρασί, λίγο ήλιο, λίγη θάλασσα και κοινοβουλευτικό δρόμο για τον σοσιαλισμό, νοούμενο ως ταυτόσημο με την διόγκωση των κομματικών στρατών και του –πάντα ταξικού- κράτους. Πόσο πιο απλά και όμορφα μπορούσαν να είναι τα πράγματα; Καμία αγωνία, κανένα Χρηματιστήριο, ούτε μεγάλα έργα και τέταρτος δρόμος για τον σοσιαλισμό και κρίση: ήτο μια εποχή για αρχόντους…

Η θεία Ελένη είχε μεγαλώσει στην Καρδίτσα. Τα παιδικά της χρόνια μύριζαν τυρί, γάλα από την φάρμα όπου δούλευαν οι γονιοί της και κοπριά. Το 1977, ενώ η Ελένη ήταν ακόμη στην δευτέρα τάξη του γυμνασίου, μετακόμισε με τους γονείς της στην Αθήνα, κοντά στην Πλατεία Κύπρου στην Καλλιθέα, στην οδό Κρέμου, αριθμός 99. Οι γονείς της είχαν πέσει έξω με τις δουλειές στα χωράφια και επειδή ως πρώην πολιτικοί εξόριστοι δεν είχαν καλά προηγούμενα με αρκετούς από τους γνωστούς τους σε εκείνα τα μέρη, αποφάσισαν ότι έπρεπε να πάνε στο κλεινόν άστυ. Μέσα σε αυτά τα τέσσερα χρόνια μέχρι το 1981 προσπάθησαν πολύ σκληρά για να ορθοποδήσουν ως οικογένεια. Αλλά, τελικά τα κατάφεραν. Ο κυρ Θωμάς δούλευε σερβιτόρος σε μια καφετέρια στην Ομόνοια, όπου έπρεπε να ανεβοκατεβαίνει τους ορόφους των γύρω πολυκατοικιών σαν σίφουνας για τις παραγγελίες, ενώ η κυρά Φρόσω έκανε την μοδίστρα για να βοηθάει όσο μπορούσε. Στα 1981 η ζωή τους άλλαξε: από δύο ταλαίπωροι μεροκαματιάρηδες, στιγματισμένοι από τους δεξιούς ότι είχαν περάσει από την Μακρόνησο και τους άλλους τόπους μαρτυρικής εξορίας παντός αριστερού και κομμουνιστή, οι γονείς της θείας μου μπόρεσαν και έστησαν μια δική τους βιοτεχνία ρούχων. Η κυρά Φρόσω είχε αναλάβει να βοηθάει τον άνδρα της στα ραψίματα, τα μπαλώματα και στην ύφανση πουκαμίσων και φανελών στο χέρι, ενώ παράλληλα κρατούσε και τα φορολογικά βιβλία της επιχείρησης, απόφοιτος ούσα της Ανωτάτης Εμπορικής Σχολής.

Ήταν η περίοδος που κανένας κόπος, καμία αφισοκόλληση, καμία στάλα ιδρώτα δεν πήγαινε στράφι για τους υποστηρικτές, τους οπαδούς, τους εραστές της μεγάλης σοσιαλιστικής παράταξης. Ο Ήλιος ανέτελλε πράσινος και τούτο σήμαινε πάρα πολλά, όπως έλεγε μια ταινία της δεκαετίας του 1980. Ακόμη και οι μη ψηφοφόροι, βολεύονταν από σπόντα. Η σύνταξη Εθνικής Αντίστασης, ήταν μια ωφέλεια την οποία χαίρονταν όλοι οι πρώην εξόριστοι –και ορισμένοι μη εξόριστοι που περνούσαν να παίρνουν την σύνταξη από την τράπεζα, βεβαίως- καθότι οι σοσιαλιστές αγωνιστές της εποχής χαρακτηρίζονταν κυρίως από άμιλλα, ανθρωπιά και ανυστεροβουλία και ας ψήφιζαν ΚΚΕ και όχι το παλαιό, καλό, γλυκό, παπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ. Στα 45 του χρόνια ο κυρ Θωμάς μπόρεσε να βγάλει δίπλωμα αυτοκινήτου για να παίρνει τις παραγγελίες: πιο πριν η επάρατος Δεξιά δεν του επέτρεπε να έχει δίπλωμα, λόγω «φακέλου κοινωνικών φρονημάτων». Στα 1981, η Ελένη μπήκε στο Πανεπιστήμιο, στο Χημικό Τμήμα. Τότε έκλειναν οι βιομηχανίες, αλλά ήξερε ότι το πιο πιθανό ήταν να γίνει καθηγήτρια σε κάποιο γυμνάσιο ή λύκειο. Αγαπούσε το αντικείμενο της, αλλά ήθελε να ζήσει: και αυτό σήμαινε ότι και τις βόλτες της έκανε, που της είχε στερηθεί λόγω του κάπως αυταρχικού τρόπου και της πεισματικής εμμονής και ιδιοτροπίας του πατέρα της σε ηθικά ζητήματα, και το χαρτζιλίκι της μόνη το έβγαζε και για κάποια πράγματα που κάνουν τα κορίτσια όταν ξενυχτάνε δεν έλεγε ποτέ στους γονιούς της. Ήταν σε όλα της τύπος και υπογραμμός η θεία μου η Ελένη. Μέχρι που πήρε εκείνον τον λιμοκοντόρο τον δεξιό το σπουδαγμένο στο Αμέρικα με τα λεφτά του μπαμπά, την αστική λινάτσα και έφυγε για το Μονμπλάνς στην Ελβετία με όσα πρόλαβαν και άρπαξαν από τις μετοχικές φούσκες στο Χρηματιστήριο. Ακόμη και τώρα, εν καιρώ κρίσεως και απουσίας της μεγάλης σοσιαλιστικής παράταξης της ουσιαστικής αλλαγής και της προόδου αυτού του έρμου τόπου, χαίρονται τα εγκληματικά λεφτά του χρηματιστηριακού χάους.

Τότε όμως ήταν άλλα χρόνια, αγνά και όμορφα! Η θεία Ελένη, το «Λενιώ» όπως την έλεγε ο πατέρας της, έκανε κατά καιρούς διάφορες δουλειές. Είχε περάσει από ταμίας σε φούρνο, είχε μοιράσει φυλλάδια διαφημιστικά σε σταθμούς του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου, είχε περάσει ως σερβιτόρος σε καφετέρια και, σποραδικά, πήγαινε και σε κάστινγκ για κομπάρσος σε διαφημιστικά. Τα κάστινγκ δεν ήταν σίγουρη πηγή εισοδήματος τότε, πόσο μάλλον στην σημερινή εποχή. Αλλά, με μία ή δύο ημέρες παρουσίας στα γυρίσματα, μπορούσε να βγάλει τα λεφτά για όλες τις βόλτες και τα έξοδα που μπορούσε να έχει μια φοιτήτρια μέσα σε έναν μήνα: ήταν πολύ σημαντικό για αυτήν να είναι ανεξάρτητη. Ο αρτηριοσκληρωτικός κομμουνιστής πατέρας της την έλεγε «ατομικίστρια» επειδή δεν ήθελε να ασχολείται με την πολιτική, καθώς η ίδια ήθελε να κάνει απλά την ζωή της. Εκείνη δεν έβρισκε λόγο να του απαντήσει. Ήξερε πως όταν μεγαλώνουν οι άνθρωποι δεν μετακινούνται από τις θέσεις τους.

Η θεία Ελένη δεν πτοείτο. Αποφάσιζε μόνη της τι θεωρούσε σημαντικό για αυτήν. Έτσι, μια ανοιξιάτικη μέρα, έχοντας μόλις αφήσει μια δουλειά στο ταμείο ενός συνοικιακού φούρνου, πήρε την εφημερίδα με της αγγελίες δουλειάς. Βρήκε μια που την βρήκε αρκετά συμπαθητική, αν και κάπως αόριστη. Δίνανε καλά λεφτά για φωτογράφηση, σε νέες και νέους μέχρι τριάντα χρονών. Το γραφείο κάστινγκ που είχε αναλάβει την συγκεκριμένη διαφήμιση, της οποίας το περιεχόμενο αγνοούσε η θεία μου, ήταν ένα από τα πιο γνωστά της εποχής. Πήγε, πέρασε, απάντησε σε ερωτήσεις σχετικές με τα χόμπι της και –παραδόξως- αν ασχολούταν με την πολιτική και τα κόμματα. Μίλησε για τις ασχολίες της και τα ενδιαφέροντα της και απάντησε ότι δεν ασχολούταν τόσο με την πολιτική. Ο συνεντευκτής την κοίταξε λίγο σκεφτικός και της είπε ότι δεν πειράζει και όλα είναι εντάξει. Έδωσε το σταθερό του σπιτιού της και τα στοιχεία της σε ένα έντυπο που της χορηγήθηκε μετά την συνέντευξη και έφυγε. Την επομένη κιόλας μέρα την πήραν τηλέφωνο και της ανακοίνωσαν ότι τους ταίριαζε με βάση τα όσα είπε στην συνέντευξη και την συνολική της παρουσία. Της είπαν ότι τα γυρίσματα δεν θα διαρκέσουν και πολύ, ήταν πολύ συγκεκριμένες οι λήψεις που θα γίνονταν. Εκείνη χάρηκε που θα έβγαζε καλά λεφτά με λίγο κόπο και έκλεισε το τηλέφωνο. Την επομένη, ξεκίνησε για την διεύθυνση που της είχαν ορίσει, κάπου κοντά στο Πανεπιστήμιο.

Έφτασε στην ορισμένη διεύθυνση ελαφρώς ιδρωμένη, αλλά ευδιάθετη και κομψή. Ένας νεαρός, γύρω στα είκοσι, με γενάκι δέκα ημερών και μαλλί βαμμένο έτσι που θύμιζε τον Τζωρτζ τον Μάικλ αλλά σε ετεροφυλοφιλική εκδοχή, της χαμογέλασε γλυκά και την ρώτησε αν είχε έρθει και αυτή για τα γυρίσματα. Εκείνη του απάντησε θετικά και αυτός πέταξε το τσιγάρο που κάπνιζε εκείνη την ώρα και μπήκαν μαζί. Ο νέος- αφού συστήθηκε ως Λάμπης- πήγε μαζί της μέσα. Πέρασαν τον στενό διάδρομο και ένας τύπος με πράσινο ελεκτρίκ πουκάμισο του υπέδειξε την πόρτα στο βάθος του διαδρόμου δεξιά, «ποτέ την αριστερή», όπως είπε. Έστριψαν δεξιά, έχοντας ανταλλάξει πολλά λάγνα βλέμματα, και μπήκαν. Είδαν πολλούς νέους ανθρώπους, κοντά εικοσιπέντε άτομα, άντρες γυναίκες, ο καθένας ντυμένος όπως του είχε έρθει να ντυθεί. Δεν υπήρχε κανένας ενδυματολογικός κώδικας μεταξύ όλων όσων παρευρίσκονταν για τα γυρίσματα. Άλλος είχε ανοιχτό πουκάμισο με σταυρό στο στήθος και μουστάκι, άλλος ξυρισμένος κόντρα με μαλλί χτενισμένο πίσω έτσι που να έχει έναν όγκο μπροστά, κοπέλες με μίνι και έντονο βάψιμο στα χείλη, άλλες με παντελόνια καμπάνα και μεγάλα σκουλαρίκια στα αυτιά και κάπου μια πανκ γκόμενα και ένας ροκάς με μούσια και μπότες.

Ο Λάμπης είπε στην τότε νέα και όμορφη θεία Ελένη να πιάσουν την κουβέντα μέχρι να ξεκινήσει το γύρισμα για να περάσει η ώρα. Γνώρισαν την Ρίτα, μια φοιτήτρια της Νομικής, η οποία είχε έρθει από επαρχία να σπουδάσει. Πριν το 1981 και τις ευρωπαϊκές επιδοτήσεις, η Ρίτα δεν θα είχε ξεκολλήσει ποτέ από την στάνη του πατέρα της. Τώρα, ο πατέρας της είχε πάρει επιδοτήσεις με το τσουβάλι για να βελτιώσει την κτηνοτροφική του μονάδα και να φέρει καλό εξοπλισμό, αλλά εννοείται ότι σαν πνεύμα ανυπότακτο και επαναστατημένο δίχως αιτία προτίμησε να τα κάνει εξοχικό στην θάλασσα και να στείλει την κόρη για σπουδές. Γνώρισαν τον Γιάννη, ένα παιδί μάλαμα, ο οποίος δούλευε σερβιτόρος κυρίως, είχε πάει και στρατό στα 18 και τώρα ήταν σε μια επαγγελματική σχολή ειδικευόμενος υδραυλικός. Είχε πολύ πικάντικό χιούμορ και πείραζε την πανκ κοπέλα με τα βαμμένα πράσινα μαλλιά και τα γαλάζια μάτια όπου παραδόξως μπορούσες να χαθείς μέσα τους. O σκηνοθέτης ήταν ένας φαλακρός με φαρδιά κοιλιά και πούρο στο στόμα. Όλο μουρμούραγε, θα έλεγε κανείς ότι βρίσκεται σε κάποιο παραλήρημα αν δεν είχε και ανθρώπους από το επιτελείο να απαντούν στα ακατανόητα μουρμουρητά του. Ο σκηνοθέτης ζήτησε από όλους να ησυχάσουν για να πάρει τον λόγο. Είπε πως σήμερα είναι μια σημαντική μέρα και όλοι κοιτάχτηκαν περίεργα καθώς δεν καταλάβαιναν τι εννοούσε. Η νέα γενιά είναι που ανοίγει τους δρόμους για το αύριο και τα νιάτα έχουν ψυχή, έχουν μπέσα, έχουν όνειρα, έχουν καύλα και αλητεία και φιλοσοφία, όρεξη για τέχνη, καυγάδες, μπελάδες και παιδικά αστεία, έλεγε ο σκηνοθέτης. Πάλι, όλοι έμοιαζαν να μην καταλαβαίνουν.

Ζητήθηκε από τους παρευρισκόμενους κομπάρσους να κρατάνε άλλοι ο ένας το χέρι κάποιας από τις κοπέλες, άλλοι να κοιτούν αριστερά σαν να δείχνουν κάτι, άλλοι να κοιτούν σκεφτικοί δεξιά, άλλοι κι άλλες να αγκαλιάζονται και άλλοι πάλι να γελάνε ή να κοιτούν σοβαροί μπροστά στον φακό. Κανείς δεν ήξερε ποια ήταν η βασική ιδέα της φωτογράφησης. Η θεία Ελένη κι ο Λάμπης είχαν ρωτήσει τον φωτογράφο τι συμβαίνει. Εκείνος τους ρώτησε αν τους ενοχλούσε κάτι ή αν δεν τους άρεσε το ποσό που θα πληρώνονταν. Εκείνοι του απάντησαν ότι δεν τους ενοχλούσε κάτι· απλά ήθελαν να ξέρουν τι σκατά θα γινόταν με αυτές τις φωτογραφίες. Ο φωτογράφος δεν απάντησε. Τους κοίταξε με ένα μυστήριο βλέμμα και τους είπε ότι καλό είναι να μην ρωτούν, αφού θα πληρώνονταν καλά και πώς η περιέργεια έφαγε την γάτα. Ο φωτογράφος πετάχτηκε για λίγο, αφήνοντας το τσούρμο να τον περιμένει για λίγο. Είπε ότι ήθελε να πάει στην τουαλέτα του προσωπικού, η οποία βρισκόταν στην αριστερή πόρτα του διαδρόμου, η οποία ήταν αποκλειστικά και μόνο για το προσωπικό. Οι δύο νέοι δεν άντεξαν να μείνουν με την απορία. Σκέφτηκαν ότι αν άνοιγαν την πόρτα λογικά θα βρισκόντουσαν σε τίποτα γραφεία ή κάτι παρόμοιο, θα έβρισκαν κάποιον άνθρωπο να τους πει τι συμβαίνει και όχι να τους αμολά μυστήριες φράσεις και αινιγματικές ατάκες της κακιάς ώρας βγαλμένες από φθηνιάρικες βιντεοταινίες. Ανέβηκαν τα σκαλιά και βγήκαν πάλι στον διάδρομο. Η απαγορευμένη πόρτα έγραφε «ΜΟΝΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ». «Τι μας λες;» , είπε σκωπτικά ο Λάμπης και συγκατάνευσε η θεία Ελένη.

Ο Λάμπης πιάνει το χερούλι της πόρτας και την ανοίγει. Άπλετο φως. Για λίγα δεύτερα χάνουν την αίσθηση των πραγμάτων γύρω τους. Νιώθουν κάτι γλιστερό να τους ακουμπάει. Η φωτεινότητα επιστρέφει στα κανονικά της επίπεδα και μπορούν να δουν. Ο φωτογράφος στέκεται απέναντι τους με ένα μαύρο χιτώνιο. Ο σκηνοθέτης είναι επίσης εκεί, αλλά φοράει ένα χαβανέζικο πουκάμισο και πράσινα γυαλιά ηλίου. Τους γυροφέρνουν κάτι παράξενα όντα ντυμένα σαν διαστημάνθρωποι που βγάζουν άναρθρες κραυγές. Και οι δύο έχουν κλάσει μέντες. Η θεά Ελένη κοντεύει να χεστεί ενώ ο Λάμπης έχει ήδη κάνει μούσκεμα το βρακί του. Νιώθουν κάτι κολλώδες πάνω τους. Συνειδητοποιούν όταν δύο μεγάλο σαλιγκάρια με πλοκάμια τους κρατάνε ακίνητους και η κολλώδης ουσία είναι το σάλιο που βγαίνει με το τουλούμι από τις βεντούζες στα πλοκάμια τους. Από το ταβάνι ανοίγει μια τρύπα τηλεμεταφοράς και εμφανίζεται ακόμη ένας μαυροφορεμένος, του οποίου το πρόσωπο κρύβεται κάτω από μια μαύρη μάσκα. Δεν τους γελούν τα μάτια τους: είναι ο Νταρθ Βέιντερ, ο μέγας Σηθ που θα φέρει το σκότος στον γαλαξία. Τους πλησιάζει και τους λέει ότι μπορεί επιτέλους να δείξει σε όλους το πρόσωπό του. Ο σκηνοθέτης με τα χαβανέζικα ρούχα τον ρωτάει αν είναι βέβαιος. Εκείνος απαντά «ναι, θέλω πολύ να δεις». Βγάζει την μάσκα. Ακούγεται ο ακόλουθος διάλογος:

-Μπαμπά;
-Γιε μου!
-Μπαμπά, έλα να σε αγκαλιάσω!
-Όλοι θα αγκαλιαστούμε. Φέρε το αρκουδάκι σου…
Τα φώτα, έσβησαν παντελώς…

Λίγους μήνες μετά έχει αρχίσει η προεκλογική περίοδος. Η μεγάλη δύναμη της ανθρωπιάς, της προόδου, του δημοκρατικού σοσιαλισμού και της εθνικής ανεξαρτησίας, το ΠΑΣΟΚ της καρδιάς μας, πολεμάει εναντίον της επαράτου «Δεξάς», όπως προφερόταν συχνά, και κατά των διασπαστικών δυνάμεων της κομπλεξικής και μη αυτοδύναμης Αριστεράς που μιλάει για επαναστάσεις χωρίς να υπολογίζει τους ξενοδόχους. Το ΠΑΣΟΚ είναι σοσιαλιστικό και έτοιμο να τα δώσει όλα. Οι διαφημίσεις, οι καβγάδες στα τηλεπαράθυρα, οι εμπρηστικοί τίτλοι των εφημερίδων της κάθε πλευράς έδιναν και έπαιρναν. Η θεία Ελένη είχε κάνει τελικά κάτι με τον ωραίο Λάμπη αλλά δεν φτούρησε το νταλαβέρι και το έσπασαν. Ωστόσο, κάτι είχε μείνει: η αφίσα του ΠΑΣΟΚ που τους έδειχνε αγκαλιά με σλόγκαν «Η Νεολαία ψήφισε Αλλαγή, τώρα θα ψηφίσει την Συνέχεια». Έπαιρναν φίλοι και γνωστοί τον κυρ Θωμά και του έλεγαν ότι η Ελενίτσα είναι σε αφίσα του ΠΑΣΟΚ. Αυτός τους σιχτίριζε και τους έλεγε ότι δεν θα είδαν καλά και πως η Ελένη είναι πολύ καλό κορίτσι για να κάνει τέτοια. Για όσα είδε με τον Λάμπη και όσα έγιναν το μόνο που σκέφτεται είναι ότι με τόση μαστούρα που είχε πέσει δεν θυμόταν την τύφλα της αυτός και αυτή, παρά μόνο κάτι τύπους με μαύρα χιτώνια. Δεν ήθελε να μάθει περαιτέρω. Τουλάχιστον είχε βγει μια σκέτη κουκλίτσα και θα την είχε να την θυμάται την αφίσα.

ΠΑΣΟΚ-ΑΛΛΑΓΗ-ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ

Η Μακεδονία και ο Βάτραχος (Φώντας Φ.)

Στη ζωή μου από παλιά είχα βάλει έναν στόχο, «Ακόμα κι αν καταλήξεις αποτυχημένος αγόρι μου» έλεγα, «πρέπει να καταβάλεις κάθε προσπάθεια να είσαι ξεχωριστός απ’ τους υπόλοιπους ανθρώπους». Στο πρώτο μέρος τα είχα πάει θαυμάσια, ήμουν δηλαδή εξαιρετικά αποτυχημένος. Είχα ωστόσο κάτι θεματάκια να πετύχω το δεύτερο.

Εν πάση περιπτώσει με τα πολλά και με πολύ πρήξιμο απ’ την οικογένεια μου είχα καταφέρει να τελειώσω το χημικό μιας απ’ τις μεγάλες επαρχιακές πόλεις της χώρας και να κάνω ένα σχετικό μεταπτυχιακό. Όπως ήταν επόμενο όλοι περίμεναν τα καλύτερα από εμένα, μα όταν γύρισα στην Αθήνα αποκαλύφθηκε η αλήθεια. Ήμουν δηλαδή, ένας απλώς λίγο πιο εύστροφος απ’ τους αυτιστικούς που περνάνε με τις χούφτες στα ελληνικά πανεπιστήμια και αυτός ήταν και ο μόνος λόγος που κατάφερα να μαζέψω ένα-δυο χαρτιά. Κατά τα άλλα, δεν ήξερα τίποτα για το αντικείμενο μου παρά τον περιοδικό πίνακα, λίγα μαθηματικά, μια συνταγή κατασκευής MDMA που αγόρασα στο ίντερνετ από έναν κινέζο και το θεώρημα της μη-πληρότητας του Γκέντελ που είχα αποστηθίσει μια μικρή περίοδο που έπινα πρέζα, επειδή μου είχε φανεί κομβικό σημείο για την παγκόσμια φιλοσοφία. Φυσικά δεν είχα καμία ειδίκευση ή προϋπηρεσία έστω και σα σερβιτόρος, ούτε καμία διάθεση να δουλέψω πάνω σε τίποτα.

Η οικογένεια μου βέβαια, γερασμένοι και άρρωστοι άνθρωποι πλέον, αφού έδειξαν κατανόηση τον πρώτο χρόνο, ιδιαίτερα με τα τρεχάματα μου ώστε να εξασφαλίσω την πολυπόθητη απαλλαγή από τις στρατιωτικές μου υποχρεώσεις, εντέλει μου ανακοίνωσαν:

«Κοίτα να δεις Τέλη, εμείς κάναμε ό,τι μπορούσαμε, σε μεγαλώσαμε… σε σπουδάσαμε…»
«…Τώρα πρέπει να τα καταφέρεις μόνος σου!»

Και μου άφησαν το σπίτι, κάπου χίλια ευρώ ως αρχή, τακτοποίησαν τους λογαριασμούς και έφυγαν μόνιμα για το χωριό.

***

Ήμουν γενικά ένας άνθρωπος που δεν ξόδευε πολλά, έπινε καφέ σε θερμός, μπύρα από περίπτερα, το φαγητό του ήταν κυρίως μακαρόνια. Παρόλα αυτά συνειδητοποίησα πως έπρεπε να βρω μια δουλειά. Πίστευα ανέκαθεν πως τα χρήματα είναι πολύ χρήσιμα στον καπιταλισμό ώστε να σου εξασφαλίσουν τη δυνατότητα να μην έχεις πολλές επαφές με κανίβαλους, δηλαδή με ανθρώπους. Όσο λιγότερα χρήματα έχεις τόσο πιο πολύ πρέπει να μιλάς και να εξηγείς τα αυτονόητα. Ένας φτωχός πρέπει να εξηγεί γιατί θέλει να πιεί καφέ, γιατί είναι κουρασμένος, γιατί θέλει να κοιτάξει τον ουρανό, γιατί υπάρχει σε τελική ανάλυση. Ο πλούσιος όχι απλά έχει αιτιολογημένη επαρκώς την παρουσία του αλλά είναι και περιζήτητος σε κάθε λογής παρέες και κύκλους. Γενικώς οι άνθρωποι είναι ένα πλήρως διεφθαρμένο από τον καπιταλισμό είδος κι επειδή δεν είχα καμία πρόθεση, ούτε δυνατότητα να τους αλλάξω μυαλά, χρειαζόμουν χρήματα ώστε να μην έχω σχέσεις μαζί τους. Φαντάζεστε να είσαι άστεγος και να πρέπει να αιτιολογήσεις την ανάγκη να σου να πας σε νοσοκομείο ή να κοιμηθείς έξω από μια τράπεζα, ενώ ο σεκιουριτάς που θα σε διώχνει θα λέει «Τι να κάνω φίλε, αυτή είναι η δουλειά μου!». Να μην την διάλεγες αυτή τη δουλειά καραγκιόζη!

Όπως και να έχει ήταν προφανές πως το μόνο πράγμα που είχα μάθει στα φοιτητικά μου χρόνια ήταν να ασχολούμαι με τα ναρκωτικά. Δεν υπήρχε μαλακία που δεν ήπια, ψυχεδελικά, οπιούχα, διεγερτικά, ηρεμιστικά, κεταμίνες… Ομολογουμένως όμως, μόνο στα πολύ κακομαθημένα φοιτητούδια της μεσαίας τάξης φαινόμουν «φρικιό» και «πρεζάκιας». Οι λίγο πιο χωμένοι ήξεραν ότι περισσότερο είχα ως κίνητρο μια διάθεση για πειραματισμό κι ίσως μια κάποια ορμή προς θάνατο που όλως τυχαίως με έπιανε κάθε φορά που χώριζα, με χώριζαν ή δε μου κάθονταν καν εξαρχής και φρόντιζαν να το τονίσουν με τον πιο κάθετο τρόπο. Αυτή η τελευταία κατηγορία είχε φυσικά και τους πιο όμορφους.

Τα παραπάνω όμως ήταν λίγο ή πολύ περασμένα ξεχασμένα. Ήμουν ο Αριστοτέλης Βαμπιράκης, ετών 25, ερασιτέχνης αν και κάτοχος πτυχίου, χημικός, κάτοικος Αθήνας και έπρεπε να βρω κάτι να κάνω για να επιβιώσω.

Η λύση βρέθηκε στο MDMA. Όχι, δεν αποφάσισα να πιώ τόσο ώστε να πεθάνω. Μου είχαν μείνει ωστόσο μερικές γνωριμίες στην Αθήνα που μπορεί να ενδιαφέρονταν να αγοράσουν κι εφόσον μπορούσα να τους προμηθεύσω, γιατί όχι; Έπεσα με τα μούτρα στη δουλειά.

***

Έμεινα κλεισμένος μέρες στο σπίτι ξοδεύοντας ό,τι λεφτά είχα στο να παραγγείλω τα απαραίτητα υλικά που χρειαζόμουν από αμφιλεγόμενης εμπιστοσύνης εργαστήρια στην Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας και του Βιετνάμ, μέρη που ο σοσιαλισμός γαμούσε κι έδερνε τώρα τελευταία! Μοναδική μου παρέα ήταν η τηλεόραση και το ραδιόφωνο που με ενημέρωναν για τις εξελίξεις στο σκοπιανό:

«Βράζει η Θεσσαλονίκη για το όνομα της Μακεδονίας!»

«Εκατομμύρια ΠΑ-ΤΡΙ-Ω-ΤΕΣ θα υπερασπιστούν την Ελλάδα από τους Σλάβους!»

«Προκαλούν οι δηλώσεις των Σκοπιάνων: “Θέλουμε και εμείς να υπάρχουμε” δήλωσε ο υπουργός εξωτερικών του κρατιδίου»

«Πρόταση νόμου καταθέτει στη βουλή η Εκκλησία της Ελλάδος!»

Κι άλλα τέτοια που επιβεβαίωναν την άποψη μου πως εγώ, ένας κακομοίρης, ημίτρελος, ημι-πρεζάκιας ήμουν ότι πιο λογικό κυκλοφορούσε σε αυτή τη χώρα…

Η αλήθεια είναι βέβαια πως τα προηγούμενα χρόνια δεν με είχε απασχολήσει και πολύ το όλο θέμα. Το λεγόμενο «σκοπιανό» ή «μακεδονικό», ανάλογα με ποια πλευρά ήσουν ήταν η πικρή ιστορία ενός ηλίθιου κράτους, του δικού μας, που εκτός από πολιτικό θέμα είχε και πολιτισμικές διαστάσεις. Το να καταλάβει το ελληνικό κράτος το δικαίωμα ενός άλλου κράτους να ονομάζεται όπως θέλει, θα ήταν σα να ζητάγαμε από έναν απ’ τους χιλιάδες επιφανείς μικροαστούς-νταβατζήδες-κωλομπαράδες της ελληνικής επαρχίας να καταλάβουν το τρίτο ρεύμα φεμινισμού. Δεν επρόκειτο να γίνει ποτέ, παρά μόνο με το ζόρι.

Εμένα όμως δε με ένοιαζαν όλα αυτά γιατί ήξερα καλά πως οι συμπατριώτες μου ήταν μοσχάρια με λαλιά ανθρώπου. Οι γείτονες μας ήθελαν να λέγονταν Μακεδόνες επειδή… πάνω σε αυτό συγκροτήθηκε η εθνική τους ταυτότητα. Φυσικά και ήταν ψέματα, όλα αυτά τα πράγματα είναι ψέματα, η ιστορία με τα έθνη είναι ένα συλλογικό ρόουλ-πλέινγκ που παίζουμε με σκοπό να σφάξουμε ο ένας τον άλλο.

Τουλάχιστον θα ήταν χρήσιμο να αναγνωρίζουμε το δικαίωμα του άλλου να παίξει κι αυτός πριν τον σκοτώσουμε.

***

Κάτι μέρες μετά και ενώ οι συζητήσεις για το σκοπιανό συνεχίζονταν, η πρώτη παρτίδα MDMA είχε τελειώσει. Ήταν πεντακόσια γραμμάρια και υπολόγιζα την καθαρότητα τους στο 84%. Αν είχα κάνει λάθος, πιθανότατα θα σκότωνα πάνω από εκατό άτομα. Έπρεπε να βρω κάποιον να τη δοκιμάσει. Κι αυτός ο κάποιος δεν θα ήμουν εγώ. Χριστιανικές τάσεις είχα από παλιά, αλλά τάσεις αυτοθυσίας δεν είχα ποτέ.

Δυστυχώς όμως δε μου ερχόταν κανένας στο μυαλό ο οποίος αν πάθαινε κάτι να μην είχα τις προφανείς νομικές συνέπειες. Καθώς αναρωτιόμουν πως θα μπορούσε να λυθεί αυτό το πρόβλημα, χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν η πρώτη φορά που χτυπούσε εδώ και μήνες. Να ήταν άραγε κάποιος πρώην;

Φυσικά και όχι. Άγνωστο νούμερο.

Εγώ συνήθως δε σήκωνα ούτε τα γνωστά βέβαια, γι’ αυτό και ο κόσμος είχε γενικότερα σταματήσει να με παίρνει τηλέφωνο. Μα κάτι μέσα μου με έσπρωξε, κάτι σουρεαλιστικό αν θες, να αποδεχτώ την κλήση.

«Παρακαλώ;» είπα.
«Είστε ο κύριος Βαμπιράκης;» ακούστηκε μια φωνούλα στην άλλη άκρη της γραμμής.
«Ο ίδιος…» απάντησα διστακτικά. Δεν είχα συνηθίσει να μου μιλάνε όμορφα.
«Ξέρετε ανακάλυψα ένα κείμενο σας στο ίντερνετ, το “Ο μυστικός Χριστιανισμός και η χρήση ψυχεδελικών ναρκωτικών μετά την Άλωση” »

Χαμογέλασα. Που σκατά το είχε βρει άραγε; Νόμιζα ότι οι αποδείξεις πως κάποτε σκόπευα να γίνω θεολόγος είχαν καταστραφεί οριστικά.

«Μάλιστα» απάντησα «Και πώς μπορώ να σας βοηθήσω σχετικά;»
«Ενδιαφέρομαι για ναρκωτικά, πιστεύω ότι είστε ο άνθρωπος μου, κανένας άλλος δε μπορεί να καταλάβει τις ιδιαίτερες συνθήκες της ιδιαίτερης κατάστασης μου… αν μπορείτε να με προμηθεύσετε λοιπόν…»

«Γκλουπ!» σκέφτηκα «Αυτός ο καμένος νομίζει ότι έτσι απλά παίρνουμε τηλέφωνο και ζητάμε ό,τι θέλουμε, ποιος ξέρει σε τι σπίτι μεγάλωσε. Ωστόσο… Είναι μια καλή ευκαιρία να δοκιμάσει κάποιος αυτό που έφτιαξα».

«Ακούστε κύριε μου, ελάτε σας παρακαλώ να συζητήσουμε όλες τις ανησυχίες σας από το σπίτι, δεν υπόσχομαι τίποτα όμως, σημειώστε τη διεύθυνση μου..»
«Είμαι ακριβώς από κάτω!»
«Τι σκατά!»
«Μπορώ να ανεβώ ε;»
«…Πώς ονομάζεστε;»
«Οι φίλοι μου με λένε Λουίτζι, ο κούνελος»
«… εντάξει Λουίτζι θα σου ανοίξω»

***

Η μεγαλύτερη έκπληξη μου ήταν ωστόσο όχι το τηλεφώνημα, μα το γεγονός πως όταν άνοιξα την πόρτα, δεν αντίκρισα κάποιον ιταλό γκάνγκστερ από τη Σικελία, αλλά ένα… γλυκύτατο κουνελάκι.

«Είναι κάποιο αστείο;» ρώτησα το κουνέλι
«Όχι» μου απάντησε εκείνο. «Ενδιαφέρομαι να αγοράσω ναρκωτικά, κανένας δεν παίρνει στα σοβαρά τις ανάγκες των ζώων. Ακόμα κι οι βίγκαν, ζωή να χουν οι άνθρωποι, νομίζουν πως θέλουμε απλώς να μη ζούμε σε κλουβιά. Τώρα όμως με το μακεδονικό οι περισσότεροι Έλληνες ξεχνάνε ακόμα να φάνε κι έτσι πολλοί από εμάς το σκάσαμε από τις φάρμες που ζούσαμε. Θέλω λοιπόν να αγοράσω ναρκωτικά. Έχεις ναρκωτικά;»

Είχα ναρκωτικά κι έτσι κάπως ζαλισμένος οδήγησα το κουνέλι μέσα στο σπίτι μου.

«Κάτσε όπου βρεις» του είπα, αν και το είχε ήδη κάνει, πάνω στον καλό καναπέ της μάνας μου.
«Θα έπρεπε να καθαρίζεις συχνότερα» σχολίασε το κουνέλι χαζεύοντας την ακαταστασία γύρω του «Εργένης είσαι ε;».

«Ομολογουμένως…» απάντησα εγώ κοφτά. «Για πες τώρα… πόσο θες να αγοράσεις; Πρέπει να σου πω επίσης, έχω μόνο μουντού».
«Εντάξει δεν είναι πρόβλημα αυτό» είπε ο Λουίτζι, το κουνέλι. «Να σου πω την αλήθεια δεν ξέρω τίποτα από ναρκωτικά, επαφίεμαι στα χέρια σου…»

«Τι γλυκούλης!» σκέφτηκα. Κανείς ποτέ δε με εμπιστευόταν σε τίποτα μέχρι τώρα.

«Εντάξει» του είπα χωρίς να το ψάξω και πολύ-πολύ «Σε κερνάω εγώ αυτή τη φορά» πρόσθεσα.
«Εξαιρετικά γιατί δεν έχω λεφτά».
«Μάλιστα» σχολίασα και του γέμισα μια ζελατίνα.

***

Καμιά ώρα αργότερα κανείς απ’ τους δυο μας δεν είχε πεθάνει, παρά καθόμασταν στο σαλόνι μου και γελούσαμε ανταλλάζοντας ιστορίες απ’ τη ζωή μας.

«Ώστε όλα τα ζώα μπορούν να μιλήσουν όπως και οι άνθρωποι ε;» έλεγα εγώ χαρούμενος αλλά κλαίγοντας ταυτόχρονα.
«Ώστε όλοι οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τα ονόματα των κρατών τους πιο κτητικά απ’ ότι εμείς τις φωλιές μας την περίοδο της ανατροφής των μικρών μας;» απάνταγε εκείνος γελώντας τσιριχτά.

«Τι έχεις σκοπό να κάνεις στη ζωή σου λοιπόν;» με ρώτησε. Εγώ με το κεφάλι τίγκα στο MDMA απάντησα με κάθε ειλικρίνεια.

«Θα πουλάω ναρκωτικά για να ζήσω κι όπου με βγάλει».
«Τέλεια ιδέα!» είπε ο Λουίτζι χοροπηδώντας σαν κουνέλι, ίσως επειδή ήταν κουνέλι. «Θες να σε βοηθήσω;» με ρώτησε «Ξέρω πολύ κόσμο στην Αθήνα που ενδιαφέρεται να πάρει ναρκωτικά και με όλη αυτή τη φασαρία που γίνεται με τη Μακεδονία αποκλείεται οι μπάτσοι να ασχοληθούν μαζί μας».
«Δεν είναι κακή ιδέα» απάντησα εγώ, «Τι αμοιβή θες για κάτι τέτοιο;».
«Α, τίποτα σπουδαίο» μου αποκρίθηκε ο Λουίτζι «Το νερό μου, τα καρότα μου, το μουντού μου…».
«Ε φυσικά, εννοούνται αυτά».
«Και να μένω με κάποιον που θα με αγαπά και θα με φροντίζει».
«Εννοείς εδώ;»
«Ακριβώς»

Αναστέναξα. Το κουνέλι αυτό μου ήταν πολύ πιο συμπαθές απ’ τον εαυτό μου και δεν άντεχα πια άλλη μοναξιά σε αυτό το σπίτι.

«Εντάξει Λουίτζι, μπορείς να μείνεις μαζί μου αλλά περιμένω να εργαστείς σκληρά…».
«Μην ανησυχείς αφεντικό!» μου είπε εκείνος κλείνοντας μου το μάτι.

Η συμφωνία επικυρώθηκε. Καθότι ήμουν πολύ σαλταρισμένος απ’ το ναρκωτικά που πετυχημένα είχα φτιάξει, θεώρησα καλό να λήξω εκεί τη μέρα και να πάω για ύπνο. Έριξα ένα χασμουρητό και σηκώθηκα απ’ τον καναπέ.

Ο Λουίτζι με ακολούθησε.

«Τι θέλεις πάλι;» τον ρώτησα.
«Δε θα κοιμηθούμε μαζί δηλαδή;» μου είπε κοιτάζοντας με στα μάτια με νόημα.

«Θεέ μου!» σκέφτηκα και κοίταξα το ταβάνι. «Πώς φτάσαμε ως εδώ;»

«Η αλήθεια είναι αφεντικό…» είπε ο Λουίτζι ο κούνελος «…Ότι δεν ήθελα τόσο να αγοράσω ναρκωτικά, όσο να σε γνωρίσω, το κείμενο που έγραψες για τον Χριστιανισμό ήταν το πιο όμορφο κείμενο που έχω διαβάσει ποτέ, πιστεύω πως είσαι απ’ τους πιο σπουδαίους θεολόγους του 21ου αιώνα. Είμαι ερωτευμένος μαζί σου!»
«Έλα Χριστέ και Παναγιά» είπα εγώ «Άκου αγόρι μου, εγώ δεν είμαι αυτής της φάσης γενικά, εντάξει; Εγώ δε θέλω να ζήσω όμορφα πράγματα και τέτοια ούτε να την ψάξω και τόσο. Γενικά δε θέλω να ζήσω πολύ, το να ζήσεις πολύ είναι άκρως επικίνδυνο πράγμα για την επιβίωση του ανθρώπου. Δεν ξέρω πως συμβαίνει σε εσάς, αλλά εμένα με νοιάζει η επιβίωση μου και η ησυχία μου προτού κάποιος ψυχάκιας καταστρέψει τον πλανήτη με πυρηνικές βόμβες και επιπλέον…»

Τότε το κουνέλι με αγκάλιασε.

«Ναι…» είπα, κόβοντας τη φράση μου στη μέση. Είχα πολύ καιρό να νιώσω την οποιαδήποτε συναισθηματική, πόσο μάλλον ερωτική στοργή. Ένιωθα την καρδιά μου να χτυπάει. Το ίδιο και το παντελόνι μου.

Κι άλλωστε, ο Κύριος είχε φτιάξει όλα τα πλάσματα αυτού του κόσμου ίσα ώστε να ζήσουν μαζί αγαπημένα εν’ ειρήνη και αγάπη. Ποιος ήμουν εγώ στο κάτω-κάτω της γραφής για πάω κόντρα στον Κύριο;

«Πάμε να ξαπλώσουμε Λουίτζι» του είπα και του χάιδεψα τα αυτιά.

***

Ήταν πια κάτι μήνες που συγκατοικούσαμε με τον Λουίτζι. Λεφτά βγαίνανε αρκετά για να μπορούμε να έχουμε ό,τι χρειαζόμαστε χωρίς να δουλεύουμε, ενώ στον ελεύθερο μας χρόνο, που ήταν ο περισσότερος, διαβάζαμε βιβλία, βλέπαμε ταινίες, μαστουρώναμε και πηδιόμασταν. Είχα να περάσω τόσο καλά από τότε που… βασικά δεν είχα περάσει ποτέ τόσο καλά.

Ωστόσο δεν ήταν όλα ρόδινα. Το πολιτικό κλίμα της χώρας όλο και χειροτέρευε και η άκρα δεξιά δυνάμωνε. Το ζήτημα του ονόματος της Μακεδονίας, αντί να θαφτεί ως ζήτημα όπως όλα τα πολιτικά θέματα και να μείνει στη μνήμη όλων απλά ως μια θεματική για memes, συνέχιζε να απασχολεί τους πολίτες της χώρας. Εν’ όψη μάλιστα των διαπραγματεύσεων της ελληνικής κυβέρνησης με εκείνης των γειτόνων μας όλοι είχαν βαλθεί να προετοιμάζουν τους δικούς τους τρόπους να πείσουν τον πρωθυπουργό, αν όχι να πάει σε πόλεμο (κάτι που ίσως και να υποψιάζονταν πως ήταν υπερβολικό), έστω να μην δεχτεί καμία πρόταση και κανένα συμβιβασμό, για κανένα λόγο.

Εμένα όλα αυτά δε με ενδιέφεραν ιδιαίτερα, το ότι ο ελληνικός λαός ήταν πρόθυμος να κάνει μαζικές γενοκτονίες για μια θέση στο δημόσιο το είχε αποδείξει πάρα πολλές φορές στην ιστορία του. Το θέμα ήταν πως θα γλύτωνα εγώ, χωρίς να με αγγίξουν όλα αυτά.

Δυστυχώς όμως αποδείχτηκε πως δεν υπήρχε τέτοια δυνατότητα. Στις αρχές της κρίσης του «Μακεδονικού ζητήματος» οι περισσότεροι Έλληνες αντιμετώπιζαν το πρόβλημα ως πανηγυράκι, μαζεύονταν στους συνδέσμους του Ολυμπιακού, στις ταβέρνες, στις ταράτσες και σε λοιπά μέρη και κουβέντιαζαν για αυτό. Όλη αυτή η χαλαρότητα είχαν βοηθήσει τις πωλήσεις του MDMA και είχαν φέρει χρήματα σε εμένα και τον Λουίτζι. Όταν όμως τα πράγματα σοβάρεψαν και οι συμπατριώτες μου δημιούργησαν πολεμική ατμόσφαιρα, έπαψαν πια να θέλουν να θέλουν να μαστουρώνουν. Αντιθέτως άρχισαν να έχουν κακή γνώμη για τα ναρκωτικά και όσους τα πούλαγαν, κάτι που δε βοήθησε καθόλου τα οικονομικά μας.

«Πάλι δεν έδωσα τίποτα» είπε ο Λουίτζι γυρίζοντας σπίτι ένα μεσημέρι.
«Κουράγιο!» του είπα εγώ, ενώ ετοίμαζα να φάμε «Θα έρθουν και καλύτερες μέρες».
«Δε θα έρθουν μόνες τους όμως» παρατήρησε ο σύντροφος μου.

Η αλήθεια ήταν πως τώρα τελευταία ήταν κάπως επικριτικός μαζί μου.

«Δεν φταίω εγώ για τον εθνικισμό και το ρατσισμό βρε Λουίτζι μου» του είπα ήρεμα.

Εκείνος δεν συγκινήθηκε.

«Θα μπορούσες πάντως να φτιάξεις και τίποτα άλλο να πουλήσουμε αντί να κάθεσαι όλη μέρα εδώ μέσα, να κοιτάς το ταβάνι και να τρως».
«Μα, βρε αγάπη μου… δεν ξέρω να φτιάχνω άλλα ναρκωτικά»
«Πφ… Απορώ ώρες-ώρες τι χημικός σπούδασες… Το καλύτερο για σένα θα ήταν να τα παρατήσεις και να πας να σπουδάσεις τίποτα άλλο που να έχει δουλειά, τουριστικά πχ»

«Ναι, αλλά αν τα παρατήσω, πως θα φτιάχνουμε MDMA…» του είπα φοβισμένα.

Τότε ο Λουίτζι, ο κούνελος που είχα μοιραστεί τα ναρκωτικά, το κρεβάτι μου και την καρδιά μου, πήρε το βλέμμα του από πάνω μου και έπειτα μίλησε.

«Ε όλο και κάποιος θα βρεθεί να το φτιάχνει».

Απόρησα.

«Δηλαδή;»
«Δηλαδή… σκεφτόμουν μήπως μέχρι να είσαι σε θέση να προσφέρεις κάποια βασικά πράγματα σε αυτή τη σχέση, να συνεργαζόμουν με κάποιον άλλο χημικό, καθαρά επαγγελματικά φυσικά, μιας και ξέρεις ότι εσένα αγαπάω και θα αγαπάω για πάντα»
«Ααα» έκανα εγώ με μια κάποια αμηχανία «Και γιατί να με πειράζει κάτι τέτοιο;»
«Γιατί θα χρειαστεί να μετακομίσω»
«Ε; Γιατί να μετακομίσεις;»
«Διότι ο νέος μου συνεργάτης είναι κάπως ζηλιάρης και πλέον δεν ανέχεται να έχω ερωτικές σχέσεις με άλλους…»

Τα χρειάστηκα.

«Μα Λουίτζι… δεν είπες ότι εμένα αγαπάς, ότι το άλλο είναι καθαρά επαγγελματικό και… πως γίνεται να υπάρχει ήδη αυτό το άλλο;»
«Τον γνώρισα σε μια συνάντηση της ΕΝΩΣΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΚΟΥΝΕΛΙΩΝ ΧΩΡΙΣ ΣΠΙΤΙ, ήταν πολύ όμορφος, κατάλαβε τις δυσκολίες που περνάω μαζί σου και…»
«Μα… εσύ είχες σπίτι… και τότε είχε μόλις αρχίσει η κρίση του MDMA, μπορούσαμε κάλλιστα να την είχαμε ξεπεράσει αν σε ανησυχούσε τόσο και…»
«…Και τέλος πάντων» με διέκοψε ο Λουίτζι «Δεν έχω κανένα πρόβλημα να μιλάμε όποτε θες, άλλωστε ξέρεις ότι σε αγαπάω, δεν πιστεύω ότι θα αγαπήσω ποτέ άνθρωπο όσο εσένα».

Να λοιπόν που το κουνέλι, που τόσο ήθελε να με γνωρίσει επειδή ήμουν ο μεγαλύτερος θεολόγος του 21ο αιώνα, που ζούσε μαζί μου, πούλαγε τα ναρκωτικά μου, με αγαπούσε όσο κανέναν άλλον κι αγκαλιαζόμασταν μαζί τα βράδια, με είχε κερατώσει με έναν άγνωστο σε μένα τύπο, στα πλαίσια της οικονομικής κρίσης που βάρεσε η παράνομη επιχείρηση που είχαμε στήσει και της επίπτωσης που είχε το σχεδόν κλείσιμο της πάνω μου. Αυτό το τελευταίο δηλαδή δε μου το είπε δηλαδή αλλά έκανε μπαμ. Κι όχι μόνο με είχε κερατώσει, αλλά φρόντισε να μου πει κι όλες τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες ενώ μάζευε τα πράγματα του για να πάει να μείνει εκεί όπου η ζωή του θα ήταν προφανώς καλύτερη απ’ ότι μπορούσα να του εξασφαλίσω εγώ.

Φυσικά τι χριστιανική ηθική μπορεί να περιμένει κανείς από ένα κουνέλι που θεωρεί έναν αποτυχημένο χημικό που πουλάει MDMA, τον μεγαλύτερο θεολόγο του 21ου αιώνα; Έπρεπε να το περιμένω.

Όταν έκλεισε η πόρτα πίσω, το μόνο για το οποίο είχα όρεξη ήταν να βάλω τα κλάματα. Ωστόσο είχα ένα ελάττωμα από μικρός να μην κλαίω εύκολα. Το μουντού δε θα μου έλεγε κάτι σε αυτή τη φάση. Γέμισα μια μικρή κανάτα κρασί και την ήπια όλη μονορούφι μέχρι που παραλίγο να πνιγώ.

Έπειτα κοίταξα τα κουζινομάχαιρα.
Πήρα ένα.

Είχα ανέκαθεν την υποψία πως ήμουν μια κατώτερη μορφή ζωής αλλά απεχθανόμουν να βλέπω την υποψία αυτή να γίνεται βεβαιότητα. Ήμουν πεπεισμένος επίσης πως ο καθένας μας θα μπορούσε να κάνει ό,τι ήθελε στην προσωπική του ζωή, χωρίς να διαλέγει το δρόμο του αθεράπευτου σαδισμού, κι άλλο τόσο ήμουν πεπεισμένος πως από αυτό τον σαδισμό λογικά θα πρέπει να αντλείται κάποια παράλογη ευχαρίστηση σε βάρος του άλλου, αλλιώς δε βγαίνει κανένα νόημα από τέτοιες συμπεριφορές όπως αυτή που δέχτηκα.

Αντιλαμβανόμουν τέλος πως οι σκέψεις μου απ’ τη σύγχυση κι απ’ το κρασί είχαν μπει σε περίεργα μονοπάτια κι έπρεπε κάπου να ξεσπάσω.

Κράταγα ακόμα το μαχαίρι.

Πρώτα κοίταξα τις φλέβες του χεριού μου. «Ακραίο!» σκέφτηκα.

Έπειτα κοίταξα το πάνω μέρος του χεριού μου, εκεί που δεν είχε και πολλά να σκοτώσει κανείς. «Μια χαρά φαίνεται» αποφάσισα.

Ακούμπησα το μαχαίρι και το τράβηξα με δύναμη. Κόκκινο. Ανακούφιση.
Έπειτα το ίδιο πάλι, μονάχα λίγο πιο πάνω.
Έπειτα το ίδιο ξανά και ξανά.

Το βράδυ μπόρεσα να κοιμηθώ σα πουλάκι.

***DONT***TRY***THIS***AT***HOME***

Είχαν περάσει πάνω από δύο βδομάδες και στη Θεσσαλονίκη είχε προκηρυχθεί συλλαλητήριο ενάντια στην ονομασία της γειτονικής χώρας ως «Μακεδονία». Το εντυπωσιακό είναι πως οι Έλληνες χρησιμοποιούνε ακόμα όρους όπως βόρεια Ήπειρος, ανατολική Θράκη, Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Έφεσος, Αλικαρνασσός και τα σχετικά για να μιλήσουνε για περιοχές άλλων χωρών και το θεωρούν αναφαίρετο δικαίωμα τους. Ορισμένες φουκαριάρικες φωνές τα έλεγαν αυτά και στην Ελλάδα αλλά πνίγονταν (κυριολεκτικά πολλές φορές) από τον κυρίαρχο λαό.

Εγώ δεν έκανα τίποτα. Ήμουν κλεισμένος σπίτι. Δε μίλαγα σε κανέναν κι ούτε ήθελα να μου μιλήσει κανένας. Είχα σταματήσει τους αυτοτραυματισμούς, αλλά δεν είχα καμία πρόθεση να αντιμετωπίσω τον κόσμο. Συνέχιζα να φτιάχνω MDMA και να διαβάζω κανένα βιβλίο κυρίως για να σκοτώνω την ώρα μου και για να μην σκοτώσω τίποτα άλλο, όπως πχ τον πρώην μου.

«ΝΤΡΙΝ!» ακούστηκε το κινητό μου (παλιό μοντέλο, για να μην μας παρακολουθούν και πολύ). Ήταν ο πρώην μου! Ήταν η αγάπη μου, ο έρωτας μου, ο Λουίτζι! Σίγουρα είχε μετανιώσει πικρά για όσα μου είχε κάνει.

Το σήκωσα.

«Λουί;» έκανα δειλά.
«Έλα τρελέ τι κάνεις;» μου απάντησε αυτός «Ακούς λίγο γρήγορα γιατί δεν έχω πολύ κάρτα;»
«…»
«Έλα δε σε ακούω Τέλη; Ελπίζω να μην κάνει παράσιτα, λοιπόν έρχεται ένας φίλος μου Αθήνα αύριο, που μόλις βγήκε από πρόγραμμα του ΚΕΘΕΑ και χρειάζεται κάπου να μείνει. Του είπα ότι μπορεί να έρθει σε εσένα, τον λένε Κορνήλιο και του έδωσα το τηλέφωνο σου, θα σε πάρει σε κάνα δεκάλεπτο να συναντηθείτε στον φούρνο που είναι κοντά στο σπίτι σου, μη άσε με καλέ, χιχιχιχι, κλικ!»

Έμεινα με το ακουστικό στο χέρι. Ταλαντεύτηκα για λίγο να πάρω τα κουζινομάχαιρα πάλι και να σφάξω ό,τι κουνέλι υπάρχει στην Αθήνα μέχρι να έρθει η σειρά του Λουίτζι αλλά τελικά συγκρατήθηκα. Αποφάσισα να ντυθώ και να πάω να πάρω τον Κορνήλιο από τον φούρνο. Θα του εξηγούσα ότι δε μπορεί να μείνει σε μένα και ότι αν ο Λουίτζι του είπε πως οι σχέσεις μας είναι τόσο καλές ώστε να φιλοξενώ και φίλους του είπε ψέματα.

Σε λίγα λεπτά ήμουν στο μέρος που συμφωνήθηκε. Εκεί δεν ήταν κανείς και μάλιστα ο φούρνος ήταν κλειστός. «Πρεζόνια!» σκέφτηκα. «Αν με στήσει δεν υπάρχει περίπτωση να περιμένω».

Τότε χτύπησε το κινητό μου. Άγνωστο νούμερο. Το σήκωσα.

«Λέγετε!»
«Ναι… συγνώμη αν ενοχλώ, είστε ο κύριος Αριστοτέλης Βαμπιράκης;»
«Ο ίδιος»
«Ονομάζομαι Κορνήλιος. Τι κάνετε; Είμαι φίλος του Λουίτζι και έχουμε μαζί ένα ραντεβού…»
«Ναι κοίταξε δεν ξέρω τι σου έχει πει εκείνος ο… όμως…»
«Μισό λεπτό να μου τα πείτε από κοντά καλύτερα» είπε και έκλεισε το κινητό.
«Περίεργο!» σκέφτηκα.

Τότε ένα «ΤΣΑΦ!» ακούστηκε. Με έναν πήδο ένα τεράστιο βατράχι προσγειώθηκε μπροστά μου.

«Καλησπέρα σας» μου είπε ευγενικά και μάλλον χαμηλόφωνα. «Ονομάζομαι Κορνήλιος, μιλήσαμε πριν στο τηλέφωνο. Μήπως μπορούμε να κουβεντιάσουμε κάπου πιο ζεστά γιατί κρυώνω πάρα πολύ;»

***

Ο Κορνήλιος ήταν ένα βατράχι ξηράς από αυτά που μιλάνε. Ναι ούτε εγώ το ήξερα ότι υπάρχουν. Ήταν τουλάχιστον πέντε φορές μεγαλύτερος απ’ τα συνηθισμένα βατράχια και έμοιαζε με λούτρινο. Το πιο όμορφο πάνω του ήταν τα χρώματα του. Ήταν κατακόκκινος με κίτρινες γραμμούλες, σα τη σημαία της Μακεδονίας καλή ώρα.

Μου διηγήθηκε για τη ζωή του. Ήταν από καλή και πλούσια οικογένεια αλλά τα είχε απαρνηθεί όλα αυτά. Δεν άντεχε την ηθική του καπιταλισμού και τους ανθρώπους που παρήγαγε το σύστημα. Αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη του στη νύχτα. Πίστευε ότι το περιθώριο θα ήταν διαφορετικό, με διαφορετικούς κανόνες, με μια άτυπη ηθική, με πνευματικότητα. Φυσικά όπως μου παραδέχτηκε, έκανε λάθος. Οι άνθρωποι με τους οποίους μπλέχτηκε ήταν μεγάλα καθάρματα, εξίσου μεγάλα με αυτά που θα έμπλεκε αν ακολουθούσε τον φυσιολογικό δρόμο της εκπαίδευσης, της εργασίας, της πολιτικής, της επίσημης θρησκείας και τα σχετικά. Εντέλει απογοητεύτηκε και βρήκε διέξοδο στην ηρωίνη. Όχι πως είπε συνειδητά «Εγώ τώρα αποσύρομαι και θα αρχίσω την ηρωίνη» Κανείς δε το λέει αυτό, είναι από τα πράγματα που τα κάνεις αλλά δε τα λες. Όσοι το είπαν, άντε να ήπιαν κάνα μπουκάλι ούζο μόνοι τους.

Βάλαμε να πιούμε μουντού και μιλάγαμε για ώρες, ούτε που το καταλάβαμε πως πέρασε τόσος χρόνος. Έπειτα μας πήρε ο ύπνος στο σαλόνι. Δε νύσταζα όμως πολύ αυτή τη φορά και μου τα είχε σκάσει περίεργα. Δυο ώρες μετά ξύπνησα. Ήταν καταμεσής της νύχτας. Μαζί μου ξύπνησε και ο Κορνήλιος.

«Μήπως πεινάς ρε συ;» του είπα.
«Ε, όσο να ‘ναι»
«Συγχώρεσε με» του είπα χαμογελώντας «Είμαι χάλια οικοδεσπότης, τι να σου βάλω;»
«Ένα ποτήρι χυμός αρκεί, τρώω σπάνια»
«Όμως ρε συ» του είπα ενώ του ετοίμαζα το χυμό του «Σου κάνω καλό που σε κερνάω ναρκωτικά τώρα που έχεις βγει από την απεξάρτηση;»
«Μη στεναχωριέσαι, πρέζα να μην είναι κι όλα τα άλλα τα έχω»
«Τέλεια»

Τσιμπολογούσαμε κάτι μαλακίες μέσα στην άκρη της νύχτας κι εντέλει αποφασίσαμε να βάλουμε λίγο μουντού ακόμα πριν ξαναπέσουμε για ύπνο.

«Και για πες» με ρώτησε «περίπου πως είναι η ζωή σου;»
«Πώς να είναι; Χάλια, κανείς δεν αγοράζει mdma, άρα δεν έχω καν λεφτά» απάντησα στεναχωρημένος κι ωστόσο γελώντας. Είχα καιρό να γελάσω. «Εσύ τι σκέφτεσαι να κάνεις στο εξής;».
«Θα φύγω για βόρεια μάλλον. Υπάρχουν πολλές δουλειές για μένα εκεί. Θα πάρω το τρένο αύριο κιόλας.
«Φεύγεις αύριο;» ρώτησα.
«Ναι. Δε χαίρεσαι που με ξεφορτώνεσαι τόσο γρήγορα τελικά;»
«Ε βασικά ναι… ή μάλλον όχι… θέλω να πω… σε συμπαθώ πολύ»

«Κουάξ κουάξ!» έκανε ο βάτραχος και πήδηξε πάνω μου. Πόνεσα λίγο γιατί ήταν βαρύς. Τον χάιδεψα τρυφερά στη μέση κι αυτός γουργούρισε. Δεν ήξερα ότι οι βάτραχοι μπορούν να γουργουρίσουν.

«Και τώρα;» με ρώτησε.
«Και τώρα…» είπα και εγώ κλείνοντας τα μάτια μου… «Θεέ μου» σκέφτηκα «Γιατί όλα να είναι τόσο περίπλοκα σε αυτή τη ζωή, γιατί το μυαλό μου να είναι τόσο άρρωστο;»

«Θεέ μου» πρόσθεσα πάλι κοιτάζοντας τον μεγαλόσωμο κιτρινοκόκκινο βάτραχο «Με ξέρεις καλύτερα απ’ τον καθένα, δεν έκανα τίποτα κακό και η ψυχούλα μου είναι αγνή. Γενηθήτω το θέλημά Σου».

Την τελευταία πρόταση την είπα δυνατά.

«Και τώρα τι ρε Κορνήλιε;» του είπα ακουμπώντας τα χείλη μου στα δικά του.

Χτύπαγε η καρδούλα μου από άγχος, μα ευτυχώς ανταπέδωσε.

Αρχίσαμε να φιλιόμαστε. Το μυαλό μου ήταν γεμάτο ερωτηματικά, ούτε που καλοκαταλάβαινα πια τι συνέβαινε. Όταν όμως είδα τον Κορνήλιο από πάνω μου και άρχισα να χαϊδεύω την πλάτη του, κατάλαβα ότι το ψάχνω πάρα πολύ το θέμα. Ήμουν τυχερός που ήταν εδώ. Ήμουν τυχερός για την ειλικρίνεια των συναισθημάτων μου. Ήμουν τυχερός που δεν υπήρχε τίποτα το σαδιστικό σε όλο αυτό.

«Κάπου πρέπει να έχω αφήσει μια δερμάτινη ζώνη, μισό λεπτό» του είπα φιλώντας τον στο μάγουλο.

Και κάπως έτσι αφήσαμε την υπόλοιπη νύχτα και κάποιες ώρες τις μέρας να πάνε στο διάολο.

***

Ξύπνησα αργά την επόμενη μέρα. Ο Κορνήλιος είχε φύγει να προλάβει το τρένο του, μου άφησε όμως ένα σημείωμα στο οποίο με αποχαιρετούσε, μου έλεγε ότι πέρασε πολύ όμορφα μαζί μου και λυπόταν που δεν ήταν εφικτό να κάτσει παραπάνω.
Όσο περίεργο κι αν ακούγεται, δεν στεναχωρήθηκα καθόλου που έφυγε, διάβασα το σημείωμα του κι αμέσως προχώρησα χαμογελώντας να φτιάξω τον καφέ μου. Η αίσθηση της πληρότητας που μου είχε δώσει η επαφή με αυτό το βατράχι ήταν άνευ προηγουμένου και οπωσδήποτε δεν ήταν καθαρά σεξουαλικοί οι λόγοι. Ανέκαθεν πίστευα πως υπάρχουν μερικά άτομα που άπαξ’ και τα συναντήσεις στη ζωή σου και γνωριστείτε το οποιοδήποτε άγγιγμα μεταξύ σας φέρνει μια άλλου τύπου φόρτιση, ενεργειακή, μεταφυσική, οτιδήποτε. Δεν ήθελα προφανώς να το πω έρωτα, ήξερα τις ποιοτικές διαφορές. Αν ο έρωτας είναι μια πνευματική κατάσταση τόσο δυνατή που μόνο μέσα στον υλικό κόσμο μπορεί να πραγματωθεί, αυτό που ένιωθα εγώ ήταν σα να με τράβαγε πάνω του ο μόνος μαγνήτης που εκπέμπει θερμότητα, ενώ βρισκόμουν για πεζοπορία στο βόρειο πόλο. Μια καθαρά υλική κατάσταση που μόνο μέσα στο πνεύμα μπορεί να πραγματωθεί δηλαδή.

Αφού συμμάζεψα λίγο το σπίτι από ό,τι τέλος πάντων είχαμε χρησιμοποιήσει το προηγούμενο βράδυ, άναψα ένα τσιγάρο, ήπια μια γουλιά καφέ και χάζεψα έξω απ’ το παράθυρο.

«Σκατά!» είπα με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά και πρόσθεσα «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται» μιλώντας πάντα μόνος μου. Αν ο Θεός ήταν εκεί για να με ακούσει καλώς. Αν δε ήταν, μπορούσα να ζήσω και μόνος μου για την ώρα.

***

Μπορεί να είχα ισορροπήσει επιτέλους στην ψυχολογία μου, ωστόσο εξακολουθούσα να έχω αντικειμενικά προβλήματα στη ζωή μου. Το πρώτο και το κύριο ήταν το οικονομικό. Δεν υπήρχε φράγκο και δεν ήξερα κανέναν που να θέλει να αγοράσει MDMA. Για λίγο, σε μια κρίση απελπισίας, ταλαντεύτηκα να πάρω τηλέφωνο τον Λουίτζι μήπως είχε ανακαλύψει κανέναν πελάτη, αλλά αμέσως ήρθα στα συγκαλά μου.

«Πφφ» φύσαγα και ξεφύσαγα. Στο τέλος άρχισα να ψάχνω τις μικρές αγγελίες.

«Ζητείται σερβιτόρος, εμφανίσιμος». Απορρίπτεται. Με είχε παρατήσει μέχρι και το κουνέλι με το οποίο ζούσα. Πόσο εμφανίσιμος ήταν δυνατόν να ήμουν δηλαδή;

«Ζητείται υπάλληλος γραφείου, για τακτοποίηση χρεών, με πυγμή και αποφασιστικότητα». Η τελευταία φορά που είχα δείξει αποφασιστικότητα εγώ ήταν όταν ένας βλαμμένος, κάγκουρας αναρχοσυνδικαλιστής είχε απειλήσει έναν φίλο μου. Είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε, πάντως είχαμε μαζευτεί μια παρέα ετερόκλητων ατόμων, πρεζάκια, χριστιανοί, ψυχοπαθείς, χαπάκηδες, κομμουνιστές κλπ που είχαμε όμως φιλίες μεταξύ μας κι είχαμε συμφωνήσει πως στην πρώτη φασαρία, όσες συμπάθειες κι αν έχουμε προς τον αναρχοσυνδικαλισμό, του τύπου θα του καίγαμε το σπίτι, την οικογένεια και τα κατοικίδια του.

Είχα μετανιώσει πολύ για τα κατοικίδια. Με εξαίρεση αυτό το περιστατικό πάντως, ήμουν ό,τι πιο φλώρικο υπήρχε στην ελληνική επικράτεια. Απορρίπτεται.

Τέλος είδα και μια αγγελία που ζητούσαν καθηγητή χημείας «Με άνεση στην
επικοινωνία». Έβαλα τα γέλια και έκλεισα την εφημερίδα.

Ήμουν άχρηστος και έπρεπε να το αποδεχτώ.

Χτύπησε το τηλέφωνο. Νούμερο άγνωστο.

«Παρακαλώ;» είπα δειλά.
«Τέλη;» άκουσα μια γνώριμη φωνή «Τι κάνεις;»
«Κορνήλιε!» απάντησα όλο χαρά. «Σπίτι είμαι, εσύ τι κάνεις; Πού βρίσκεσαι;»
«Τέλη, μου έλειψες πάρα πολύ. Άκουσε με σε παρακαλώ γιατί είναι σημαντικό…»

Έκανα ησυχία και περίμενα να ακούσω, χωρίς να είμαι ιδιαίτερα συγκεντρωμένος. Αχ πόσο ευτυχής ήμουν που ξαναμίλαγα με τον αγαπημένο μου κιτρινοκόκκινο βάτραχο.

«Σου έχω έναν τρόπο να βγάλεις λεφτά» είπε ο Κορνήλιος. Εκεί συνήλθα απ’ την ονειροπόληση μου.
«Πες μου λεπτομέρειες!» τον προέτρεψα.
«Άκου, αύριο πρόκειται να γίνει στη Θεσσαλονίκη το συλλαλητήριο για το όνομα της Μακεδονίας…»
«Εκεί είσαι;» τον ρώτησα «Είναι πολύ επικίνδυνο!»
«Μη με διακόπτεις, εκατοντάδες χιλιάδες, ίσως εκατομμύρια Έλληνες θα ανέβουν στη Θεσσαλονίκη για τη συγκέντρωση, είναι η ευκαιρία σου να βγάλεις χοντρά λεφτά»
«Πώς δηλαδή; Να τους πουλάω ελληνικές σημαίες και κοκορέτσι σε ταπεράκια;» απόρησα.
«Μ’ αρέσει ο τρόπος που σκέφτεσαι, αλλά όπως καλά ξέρεις ο λαός δε μαστουρώνει μόνο με εθνικά σύμβολα, τη βρίσκει και με κανονικά ναρκωτικά. Είναι μεγάλη ευκαιρία το συλλαλητήριο. Μέσα στην έξαψη τους οι Έλληνες θα μετατρέψουν σίγουρα το πολεμικό κλίμα σε πανηγυράκι, όπως παλιότερα με τις αντιμνημονιακές συγκεντρώσεις στην πλατεία Συντάγματος… Σε αυτό το πανηγυράκι θα υπάρχει έλλειψη προϊόντος την οποία εσύ, ο Αριστοτέλης Βαμπιράκης θα μπορείς να καλύψεις».

Το σκέφτηκα.
«Δηλαδή πιστεύεις ότι…»
«Μπορείς να σπρώξεις άνετα πάνω από δύο κιλά, ίσως ακόμα και δέκα αν είμαστε τυχεροί. Πάρε το βραδινό τρένο και έλα. Τηλεφώνησε μου. Κλικ!»

***

Τώρα βέβαια πρέπει να πούμε πως κανένας σοβαρός άνθρωπος δε θα γέμιζε δύο βαλίτσες με κρυστάλλους MDMA για να πάει να τους πουλήσει σε φασίστες που θα μαζεύονταν απ’ όλη την Ελλάδα στη συμπρωτεύουσα για να απαιτήσουν να διατηρήσουμε τα αποκλειστικά πνευματικά δικαιώματα του Μέγα-Αλέξανδρου και του βασιλείου του για τα επόμενα δέκα χιλιάδες χρόνια και βλέπουμε. Κι αν ακόμα κάποιος το έκανε, σίγουρα δε θα το έκανε κατόπιν πρότασης ενός γλυκούλη, ακραία σαγηνευτικού κιτρινοκόκκινου βατράχου που έμοιαζε με λούτρινο μα μίλαγε σαν άνθρωπος.

Ευτυχώς εγώ δεν ήμουν σοβαρός άνθρωπος.

Το ταξίδι ήταν πολύ κουραστικό, μιας και εκτός απ’ τις βαλίτσες που έπρεπε να προσέχω σα τα μάτια μου για οχτώ ώρες τουλάχιστον, είχα να αντιμετωπίσω και την ενοχλητική παρουσίας μιας γάτας σε κλουβί στο μπροστινό από εμένα κάθισμα. Το γατάκι ήταν μαύρο και μικρό σε ηλικία και ούρλιαζε μέχρι την άφιξη μας στην Θεσσαλονίκη για την ελευθερία του.

«Μα γιατί το κάνετε αυτό στη γάτα;» ρώτησα την κοπέλα που το κουβάλαγε.
«Δεν είναι καν δικό μου εντάξει;» μου απάντησε αυτή ξερά. «Το πηγαίνω στον πρώην της φίλης μου. Δεν είμαι υποχρεωμένη να ξέρω τίποτα από γάτες, παράτα με!»

Αναγνωρίζοντας πως η κοπέλα μάλλον γρατζουνούσε περισσότερο απ’ τη γάτα, έβγαλα το σκασμό, ανέχτηκα τα νιαουρίσματα που μεταφράζονταν σε απελπισμένα «ΒΟΗΘΕΙΑ! ΣΩΣΤΕ ΜΕ!» και κάποια ώρα έφτασα, όταν είχε για τα καλά χαράξει πλέον, έφτασα στον προορισμό μου αρκετά ζαλισμένος.

Ήταν πολύ νωρίς ακόμα για να επικοινωνήσω με τον Κορνήλιο. Μπήκα σε μια καφετέρια κοντά στον σταθμό της Θεσσαλονίκης. Παραδίπλα μου όλα τα τραπέζια γεμάτα με κόσμο που κρατούσε ελληνικές, βυζαντινές, ρωσικές, σέρβικες και άλλες σημαίες και φώναζε για τη Μακεδονία. Σε κάποια φάση ορισμένοι Έλληνες που δεν αναγνώρισαν τη σημαία της Σερβίας και την πέρασαν για κάποια άλλη εχθρική σε αυτούς χώρα, επιτέθηκαν σε αυτούς που την κράταγαν, σπάζοντας ορισμένες καρέκλες, πόδια και κεφάλια.

«Τι θα πάρετε;» με ρώτησε η σερβιτόρα. Πρέπει να τα είχα τελείως χαμένα γιατί αν και γυναίκα μου φάνηκε αρκετά ελκυστική. Είχε κάτι ωραία μπουκλάκια στα μαλλιά που άξιζε να κάτσεις να τα χαζέψεις. Παραδίπλα μια παρέα διαφωνούσε για το πώς θα μοιραστούν τα εδάφη των Κοσοβάρων μετά την κατάκτηση τους από εμάς και τους αδερφούς Σέρβους.

«Νες, μέτριο, χωρίς, με ζαχαρίνη!»
«Βασικά έχουμε μόνο στέβια»
«Χμμ» το ξανασκέφτηκα κοιτάζοντας το μαγαζί που γέμιζε κι άλλο, συγκεκριμένης ποιότητας κόσμο, όσο πέρναγε η ώρα. «Βάλε μου ένα τριπλό ουίσκι με κόκα κόλα λάιτ καλύτερα, ξηρούς καρπούς δε θέλω»

Η σερβιτόρα μου έριξε ένα βλέμμα κατανόησης και πήγε να φέρει την παραγγελία μου.

***

«Θα βρεθούμε στον Άγιο Δημήτριο» μου είχε πει ο Κορνήλιος. Κι εγώ ήμουν κάτω από τον Άγιο Δημήτριο ανάμεσα σε χιλιάδες ανθρώπους που είχαν αρχίσει να μαζεύονται για το συλλαλητήριο, να φωνάζουν συνθήματα και να τραγουδάνε Ξυλούρη. Την απαίσια αυτή ατμόσφαιρα επιβάρυνε το γεγονός πως εκείνη τη μέρα είχε πολύ ήλιο και εγώ και με το μυαλό καμένο λιγάκι από τις καταχρήσεις και την αϋπνία αναγκαζόμουν να κυκλοφορώ συνέχεια με γυαλιά καθώς με που έπεφταν οι αχτίνες του ηλίου στα μάτια μου ένιωθα να πονάω.

Ο Κορνήλιος είχε αργήσει και μάλιστα δε με είχε πάρει τηλέφωνο απ’ την ώρα που δώσαμε το ραντεβού. Δεν πίστευα πως δε θα εμφανιζόταν. Δεν είχε δώσει τέτοια δείγματα αναισθησίας και σκατανθρωπιάς. Ωστόσο καλού-κακού πλησίασα έναν πατριώτη που τώρα τραγούδαγε Παπακωνσταντίνου (Βασίλη) και τον ρώτησα:

«Συγνώμη, μήπως έχετε δει έναν βάτραχο;»
«Έναν βάτραχο;»
«Ναι έναν βάτραχο, είναι ο πιο όμορφος βάτραχος του κόσμου, είναι κίτρινος και κόκκινος και μοιάζει με λούτρινο και…»
«Παλικάρι μου, ένα θα σου πω… αυτοί οι προδότες φταίνε που κατέστρεψαν την χώρα, μολύνανε τον αέρα μας και φτάσανε εσάς τους νέους να κυκλοφορείτε τρελοί στους δρόμους»
«Δεν είμαι τρελός βρε πατερούλη, υπάρχει ο βάτραχος. Τον λένε Κορνήλιο, έχουμε κοιμηθεί μαζί, δεν φαντάζεσαι πως είναι να κάθεσαι να τον κοιτάς. Πιστεύω με όλη μου την καρδιά πως αν τον είχαν σε ζωολογικό κήπο, θα του είχαν βάλει και ταμπέλα -Χάιδεψε με- »

«Είσαι τρελός!» μουρμούρισε ο πατριώτης και έκανε να φύγει προς μια παρέα που άκουγε στη διαπασών Σφακιανάκη.

Τότε, στο βάθος πίσω από αυτή την παρέα, είδα έναν, κίτρινο-κόκκινο βάτραχο να μου κουνάει το χέρι του. Ήταν ο Κορνήλιος.

Χωρίς να συνειδητοποιώ τι μαλακία κάνω, τράβηξα τον τύπο που μίλαγα πριν και του έδειξα με το χέρι μου τον βάτραχο της ζωής μου, τον πιο όμορφο βάτραχο, στην εθνική ή γεωγραφική ή οτιδήποτε περιοχή της Μακεδονίας.

«Να τος! Στο είπα ότι υπάρχει, δεν είναι υπέροχος;» τον ρώτησα.

Ο πατριώτης, ο εθνικός σύντροφος, ο φρουρός της πατρίδας, σάστισε βλέποντας τον Κορνήλιο. Μη μπορώντας να πιστέψει στα μάτια του έβγαλε απ’ την τσέπη του ένα ζευγάρι γυαλιά και τα φόρεσε, πιθανώς για να βεβαιωθεί ότι δεν επρόκειτο περί οφθαλμαπάτης.

«Ώστε είναι αλήθεια…» μουρμούρισε.
«Εμ, φυσικά, τι σου λέω τόση ώρα…» είπα εγώ. Κι αφού τον άφησα, περπάτησα ως τον Κορνήλιο. Τον πήρα μια τρυφερή αγκαλιά και δώσαμε ένα γρήγορο φιλί στο στόμα.
«Ομόρφυνες» μου είπε.
«Άσε τις βλακείες τώρα» απάντησα χαμογελώντας μέχρι τα βάθη της ψυχής μου.

Αυτά τα πλάσματα που σε κάνουν ευτυχισμένο με την παρουσία τους και μόνο πρέπει να βρούμε γρήγορα τον τρόπο να τα κλωνοποίησουμε ή έστω να μεταδώσουμε επακριβώς το συναίσθημα που αισθανόμαστε παρέα τους. Το πιο λυπηρό είναι βέβαια πως αυτά τα ίδια δε θα μάθουν ποτέ ακριβώς τι σημαίνει να βρίσκεται κάποιος μαζί τους στον ίδιο χώρο κι αν ακόμα μπαίναμε στον κόπο να τους το εξηγήσουμε μάλλον τρελούς θα μας λέγανε ή ερωτευμένους. Αλλά εμείς δεν είμαστε τίποτα από τα δύο φυσικά και ως εκ’ τούτου δεν υπάρχει κανένας λόγος να μάθουν τίποτα απολύτως.

«Συγνώμη» γύρισα προς το πατριωτάκι «Θα μας βγάλετε μια φωτογρ…»

Το πατριωτάκι είχε βγάλει πιστόλι.

«Δεν είναι γκόμενος σου έτσι δεν είναι;» ρώτησα τον Κορνήλιο.
«Πας καλά μωρέ;» μου απάντησε.

Ο …πατριώτης πυροβόλησε τότε στον αέρα. Οι μουσικές σταμάτησαν και όλοι γύρισαν τρομαγμένοι προς το μέρος μας.

«ΕΛΛΗΝΕΣ!» φώναξε «ΔΩΣΤΕ ΚΑΛΑ ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΤΑ ΛΟΓΙΑ ΜΟΥ» αλλά είχε ήδη πυροβολήσει ανάμεσα σε πλήθος χιλιάδων ατόμων επομένως όλοι τον πρόσεχαν, αντί για παράδειγμα να τον αφοπλίσουν.
«Οι Σκοπιανοί είναι σήμερα εδώ με πράκτορες τους, ζηλεύουν τη χώρα μας, θέλουν τα εδάφη μας, λεηλατούν την ιστορία μας…»
«Προσέχεις ότι χρησιμοποιεί μια συγκεκριμένη δομή στο λόγο του όταν μιλάει για το τι θέλουν οι Σκοπιανοί ε;» με ρώτησε ο Κορνήλιος. Έβαλα τα γέλια.

Ο εθνικός μας σύντροφος πυροβόλησε πάλι στον αέρα αλλά αυτή τη φορά σημαδεύοντας αισθητά προς το μέρος μας.

«Είσαι τελείως ψυχάκιας έτσι;» του είπα «Εντάξει έχω γνωρίσει πολύ κόσμο με προβλήματα, με τους περισσότερους από αυτούς είχα σχέση κιόλας, αλλά εσύ έχεις ξεφύγει».
«Κι εσύ…» μου είπε ψυχρά εκείνος «Είσαι ένας προδότης που πούλησε την πατρίδα μας στα Σκόπια»

Α στο καλό. Πότε το είχα κάνει πάλι αυτό;

«Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΑΥΤΟΣ» συνέχισε να μιλάει για μένα ο παλαβιάρης εθνικιστής δείχνοντας εμένα, «Είναι σήμερα εδώ ως πράκτορας της κυβέρνησης των Σκοπίων, σκόπευε να παραδώσει όλες τις πληροφορίες για το συλλαλητήριο στον εκπρόσωπο τους, σε αυτό το θλιβερό εκφυλισμένο πλάσμα, με το οποίο διατηρούν ερωτική σχέση» είπε και έδειξε τον Κορνήλιο.

«Βασικά δεν έχουμε ορίσει τι έχουμε!» είπε αυτός.
«Κι είμαστε πολύ περήφανοι για αυτό!» πρόσθεσα εγώ.

Κι άλλος πυροβολισμός πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Η μονογαμία αντεπιτίθεται.

«Αποδεικνύονται όλα αυτά απ’ την ομοφυλοφιλία τους, γνωστή ασθένεια των απάτριδων και των μη-Ελλήνων και απ’ το γεγονός πως το μεταλλαγμένο πλάσμα είναι βαμμένο στα χρώματα της σημαίας των Σκοπιών. Χρειάζεται κανείς άλλη απόδειξη;»
«ΌΧΙ!» απάντησε όλο το πλήθος με απόλυτο συγχρονισμό. Ούτε ο Ιωάννης Μεταξάς να ήταν. Βασικά τώρα που το ξανασκέφτομαι ήταν.

Ένιωθα την κατάσταση να αγριεύει επικίνδυνα. Έπρεπε να απαντήσω κάτι.

«Μισό λεπτό ρε φίλε» του είπα «Εδώ πέρα σήμερα θα μαζευτεί πάνω από ένα εκατομμύριο κόσμος που αγαπάει την πατρίδα του, σωστά;»
«Λογικά περισσότεροι» απάντησε ανόρεχτα ο ένοπλος συνομιλητής μου.
«Ε είναι δυνατόν να μου λες, ότι στο ένα εκατομμύριο ή στα δύο εκατομμύρια που θα έρθουν, που είναι όλοι σίγουρα πατριώτες, βαμμένοι δεν αμφιβάλλω, να μην υπάρχει ένας ομοφυλόφιλος; Από πότε είναι ένδειξη η ομοφυλοφιλία για την απουσία εθνικής συνείδησης, πως μηδενίζεις έτσι τον κόσμο που θέλει να αγωνιστεί για το έθνος του;»

Είχα μάθει τέτοια επιχειρήματα από τότε που σπούδαζα στο χημικό και ήθελα να πείσω την ενορία της γειτονιάς μου να φτιάξουμε χριστιανική LGBTQI+ ομάδα.

Φυσικά τότε είχα αποτύχει. Οι παπάδες είναι συντηρητικοί και πολλές φορές, τις περισσότερες μάλλον, μισάνθρωποι και σκοταδιστές. Όσο να πεις όμως, αναγκάζονται να μάθουν λίγο από θεολογία και δεν πείθονται εύκολα. Ο τύπος απέναντι μου ωστόσο είχε σκαλώσει με αυτά που του είπα.

«Ναι χμμμ…» έκανε. Λίγα σαλάκια έφυγαν απ’ το στόμα του.
«Μόνο ένας τρόπος υπάρχει να μάθουμε την αλήθεια!» πετάχτηκε τότε ένας απ’ το πλήθος. «Γιατί Θεέ μου;» σκέφτηκα με απελπισία και περίμενα να ακούσω τι είχε να πει. Ο δεύτερος πατριώτης όμως, που προερχόταν απ’ την παρέα που προηγουμένως άκουγε Σφακιανάκη, αντί να προτείνει το οτιδήποτε έτρεξε απότομα προς το μέρος μου και τράβηξε τη μια βαλίτσα απ’ το χέρι μου.

Ούτε που πρόλαβα να αντιδράσω.

«Για να δούμε με τι σκοπό ήρθε στη Θεσσαλονίκη ο κύριος από εδώ» είπε θριαμβευτικά ο φαν του Νοτη και άνοιξε τη βαλίτσα.

Δεκάδες μικρά σακουλάκια με μια απ’ τις πικρότερες για τη γλώσσα, πιο γλυκές για το μυαλό και την καρδιά σκόνες έπεσαν έξω και χύθηκαν στην άσφαλτο της συμπρωτεύουσας του ελληνικού κράτους.

«Ναρκωτικά!» είπε το πλήθος.
«Ναρκωτικά!» είπε κι αυτός.

Τι να απαντήσω και εγώ σε όλα αυτά… «Με των σαράντα ευρώ το γραμμάριο παιδιά, όποιος προλάβει!» φώναξα κι αρπάζοντας τον Κορνήλιο στην αγκαλιά μου, αρχίσαμε να τρέχουμε.

***

«Πιάστε τους! Τους πληρώνουν οι Σλάβοι για να πουλάνε στα παιδιά μας ναρκωτικά! Φώναζε ένα πλήθος χιλιάδων ατόμων, που κυνηγούσε εμένα, έναν κακομοίρη χημικό με κλίση στη θεολογία, 25 χρονών παλικάρι, και το πλασματάκι που αγαπούσα. Ο παλαβός με το όπλο στο μεταξύ προπορευόταν του όχλου που έτρεχε στο κατόπι μας και που και που έριχνε καμία σφαίρα προς το μέρος μας. Για καλή μας τύχη το πιο κοντινό σε άνθρωπο που είχε πετύχει ήταν ένας κάδος σκουπιδιών.

«Κι οι Σέρβοι που γουστάρεις Σλάβοι είναι ρε καθυστερημένε!» του φώναξα. Βρισιές για τη μάνα μου, για εμένα, για πράγματα που μου αρέσει να βάζω στον κώλο μου και ένας πυροβολισμός ακόμα ήταν η απάντηση.

«Τι σκατά θα κάνουμε;» ρώτησα τον Κορνήλιο που ήταν σκαρφαλωμένος στον ώμο μου, «Κάνουμε κύκλους μέσα στην πόλη, έχω κουραστεί, θα μας πιάσουν!»
«Πρέπει να μπούμε κάπου για να γλυτώσουμε» απάντησε ο σύντροφος μου. Κοίταξα τριγύρω. Όλα κλειστά. Σε σπίτια δε θα μας άνοιγε κανείς.

«Δυστυχώς ούτε με θαύμα δε σωζόμαστε» είπα και άρχισα να προετοιμάζομαι για το λυντσάρισμα στα χέρια του ελληνικού όχλου. Όμως αμέσως μου ήρθε σαν επιφοίτηση κάτι στο μυαλό.
«Κι όμως ίσως με ένα θαύμα να σωθούμε» μουρμούρισα.
«Σε παρακαλώ μην αρχίσεις να προσεύχεσαι» μου είπε ο Κορνήλιος, «Απλά τρέχα»
«Προσευχήσου εσύ για εμάς γλυκούλη» του απάντησα, «Εγώ θα κάνω κάτι άλλο».

Με τις τελευταίες μου δυνάμεις έτρεξα προς την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου κουβαλώντας μαζί μου τον Κορνήλιο, από πίσω το πλήθος μας κυνηγούσε, μας έβριζε, μας πυροβόλαγε, οτιδήποτε.

Χτύπησα την πόρτα της εκκλησίας.
Καμία απάντηση.

«Κοιτάχτε να δείτε!» φώναξα «Δεν είναι δυνατόν να είμαι ο μόνος χριστιανοκομμουνιστής στην Ελλάδα. Δε μπορεί να μην υπάρχει ένας άνθρωπος εδώ μέσα που να κρίνει πως είναι καλύτερα να μας σώσει απ’ ότι να μας αφήσει να γίνουμε κομματάκια στα χέρια του κάθε ψυχοπαθή!».

Η πορτούλα άνοιξε και ένας ιερέας μεγάλης ηλικίας, αλλά αρκετά καλοστεκούμενος φάνηκε στην είσοδο.

«Ο χριστιανοκομμουνισμός είναι αίρεση!» μου είπε αυστηρά.

Χαμογέλεσα.

«Τις ευλογίες σας πάτερ!» του είπα και μην περιμένοντας την άδεια του μπούκαρα μέσα στο ναό μαζί με τον Κορνήλιο. Ο κληρικός, κοίταξε λίγο σκεφτικός προς το μέρος μας και έπειτα κοίταξε προς το μέρος του πλήθους που ερχόταν προς την εκκλησία.

«Κι αν τους αφήσει να μπουν;» ρώτησε ο Κορνήλιος.
«Τότε ήρθε το τέλος…» του είπα απλά.

Κανείς μας δε μίλησε.

«Πάμε κάπου οι δύο μας;» με ρώτησε.
«Πάμε» του είπα. Τον κατέβασα απ’ τους ώμους μου και τον κράτησα απ’ το χέρι.
«Ψηλά στο καμπαναριό;» πρότεινα δειλά.
«Θα μπορούμε να βλέπουμε τι γίνεται με αυτούς τους τρελούς και να είμαστε μονάχα εμείς»
«Εντάξει»

Ανεβήκαμε ως το πιο ψηλό καμπαναριό του Άγιου Δημητρίου, φύλακα και προστάτη της Θεσσαλονίκης. Στηρίχθηκα σε κάτι κάγκελα κι αυτός πήδησε στην καμπάνα.

«Δεν καταλαβαίνω τίποτα πια» μου εξομολογήθηκε.
«Εγώ πάλι» του είπα γλυκά «Καταλαβαίνω όλο και περισσότερα όσο περνάει ο καιρός».
Χαμογέλασε. «Εσύ είσαι περίεργος» απάντησε, «Γι’ αυτό σου αρέσω κιόλας».
«Είμαι σίγουρος ότι αρέσεις σε πολύ κόσμο» είπα όχι χωρίς έναν τόνο ζήλειας στη φωνή μου.
«Ναι αλλά με εσένα είναι διαφορετικά, δεν θες ούτε απλά να έχεις κάτι να βρίσκεται στη ζωή σου, ούτε το περιορίζεις στο σεξουαλικό, ούτε είσαι ερωτευμένος μαζί μου, μόνο στέκεσαι συνέχεια και με κοιτάς με ένα βλέμμα, που αν δεν ήξερα ότι με γουστάρεις θα έλεγα ότι το προορίζεις για κάποιο αυτιστικό ξαδερφάκι σου»

Δεν είπα τίποτα.

«Είσαι τρελός;» με ρώτησε.
«Σοβαρά το ρωτάς;»
«Ναι… το ρωτάω σοβαρά»
«Έχει μαζευτεί κόσμος Κορνήλιε… έχουμε πιο σοβαρά προβλήματα απ’ την ψυχική μου υγεία»
«Θα ήθελα να το λήξουμε»

Αναστέναξα.

«Δεν είμαι τρελός Κορνήλιε» του είπα λυπημένα «Ελπίζω να μη σε απογοητεύω»
«Τότε» απάντησε εκείνος «Εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω τίποτα, αλλά δεν έχει σημασία!»

Και πήδηξε απ’ την καμπάνα πάνω μου.
Αγκαλιασμένοι αρχίσαμε να φιλιόμαστε.

«ΛΟΙΠΟΝ ΓΙΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΟΡΑ ΣΑΣ ΤΟ ΛΕΩ…» ακούσαμε μια δυνατή φωνή κι αναγκαστήκαμε να διακόψουμε για να δούμε τι ήταν.

Ήταν ο ιερέας που απευθυνόταν στο πλήθος.

«ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΘΑ ΠΕΙΡΑΞΕΙ ΚΑΝΕΝΑΝ ΟΣΟ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ ΠΑΠΑΣ ΣΤΟ ΝΑΟ, ΤΑ ΜΑΖΕΥΕΤΕ ΚΑΙ ΦΕΥΓΕΤΕ ΑΛΛΙΩΣ ΘΑ ΖΗΤΗΣΩ ΕΓΩ ΑΥΤΟΠΡΟΣΩΠΩΣ ΑΠ’ ΤΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΝΑ ΑΦΟΡΙΣΤΕΊΤΕ ΕΝΑΣ ΠΡΟΣ ΕΝΑΣ!».

Το πλήθος, αφού πρώτα τον έλουσε βρισιές με πρώτη και κύρια την αναφορά στην φανταστική πιθανότητα εβραϊκή καταγωγή του, άρχισε να διαλύεται και να επιστρέφει εκεί που ήταν αρχικά να πραγματοποιηθεί το συλλαλητήριο του.

Είχαμε γλυτώσει.

«Δόξα σοι ο Θεός!» αναστέναξα.
«Ω, σκάσε επιτέλους» είπε ο Κορνήλιος και μου πέταξε ένα γρήγορο φιλί στο στόμα.

Έπειτα με κοίταξε παιχνιδιάρικα.

«Να σου πω ρε Τέλη…»
«Έλα»
«Τελικά με αυτό το θέμα της Μακεδονίας, ποιος έχει δίκιο;»
«Ρε φίλε» είπα εγώ σκάζοντας στα γέλια «Πραγματικά δεν έχω ιδέα πλέον»

Ο σύντροφος μου όμως επέμενε.

«Αν έπρεπε να πεις ότι έχει δίκιο κάποιος, ποιόν θα διάλεγες;»
«Θα έλεγα ότι η Μακεδονία ανήκει στο Θεό» είπα πολύ σοβαρά.
«Ωραία!» είπε ο βάτραχος που αγαπούσα και πετάχτηκε προς το σκοινί που έθετε την καμπάνα σε λειτουργία.
«Ας τον ρωτήσουμε κι αυτόν μια γνώμη, τι λες;» μου είπε κρατώντας το από την άκρη.

Στην αρχή μου φάνηκε κακή ιδέα, ίσως και να φοβήθηκα λίγο. Έπειτα είπα: «Δε γαμιέται, εδώ που φτάσαμε…». Σηκώθηκα απ’ τη θέση μου και κράτησα και εγώ το σκοινί της καμπάνας.

Το επόμενο δευτερόλεπτο το τραβούσαμε ταυτοχρόνως μαζί. Οι μελωδίες του Αγίου Δημητρίου ακούγονταν σε όλη τη Σαλονίκη και το βατραχάκι που αγαπούσα ακουμπούσε το κεφάλι του στοργικά στους ώμους μου απολαμβάνοντας τις μαζί μου.

Ήμουν πολύ ευτυχισμένος και ούτε που μπορούσα να φανταστώ εκείνη τη στιγμή πως ενώ εμείς ακούγαμε απλές μελωδίες καμπάνας, όλος ο υπόλοιπος πληθυσμός της πόλης άκουγε κάτι διαφορετικό… πως μου είπανε ότι πήγαινε… κάπως έτσι:

Денес над Македонија се раѓа,
ново сонце на слободата!
Македонците се борат,
за своите правдини!
Македонците се борат,
за своите правдини!

Не плачи Македонијo мајко мила,
Крени глава гордо, Високо,
Старо, младо, машко и женско,
На нозе се кренало!
Старо, младо, машко и женско,
На нозе се кренало!

Одново сега знамето се вее,
на Крушевската република!
Гоце Делчев, Питу Гули,
Даме Груев, Сандански!
Гоце Делчев, Питу Гули,
Даме Груев, Сандански!

Горите македонски шумно пеат,
нови песни, нови весници!
Македонија слободна,
слободно живее!
Македонија слободна,
слободно живее!

H κρυφή καταδίωξη (Σιλουάν Κ.)

1

Είμαστε ντετέκτιβ. Στα 60 δευτερόλεπτα της Αγωνίας στεκόμαστε πίσω απ’τον ιδρώτα, πίσω απ’το τρέμουλο των χεριών, κάτω απ’την καρδιά που πάλλεται μανιασμένη. Είμαστε ντετέκτιβ και δεν δεχόμαστε τα προφανή ως δεδομένα. Τα 60 δευτερόλεπτα της Αγωνίας είναι απλώς το πεντανόστιμο τυρί της φάκας, την ωρα που η Πραγματικότητα βρισκεται κρυμμένη πίσω απ’την μωβ κουρτίνα. Ο ήχος του πιάνο φτάνει στις πιο υψηλές νότες και έπειτα χάνεται στο σκοτεινό δάσος. Ευτυχώς δεν είμαστε μόνοι, η Εμπειρία μας βοηθάει. Είναι το μοναδικό μας όπλο, το άλογο που ποτέ δεν μας εγκαταλείπει. Τα φώτα μιας κάντιλακ πέφτουν στο σκοτεινό δρόμο και η Εμπειρία στέκεται εκεί ακλόνητη ως φακός της αφόρητης Πραγματικότητας. Οι λέξεις με την βοήθεια της αποκτάνε βάθος, η αμφιβολία γίνεται μια κατεύθυνση, το ίδιο και ο φόβος. Η γλώσσα αισθάνεται την ολοκλήρωση της, η Αλήθεια φανερώνεται σαν φωτιά.

2

Είμαστε ντετέκτιβ και η μωβ κουρτίνα ξεθωριάζει αφού πρώτα πέσουμε στο έδαφος σφαδάζοντας. Η Εμπειρία είναι ο αδερφός μας απ’την κόλαση και ο μοναδικός δρόμος προς την διελευκανση του Εγκλήματος. Απ’τον τέταρτο όροφο μιας πολυκατοικίας ακούγεται 1 ψίθυρος: οι ντετέκτιβ πρέπει να σκάψουν με ψυχραιμία και οργάνωση. Οι σπασμωδικές κινήσεις βοηθάνε τον Εχθρό, σηκώνουν χώμα που τον κρύβει. Το μωβ γίνεται παχύ κόκκινο και η Πραγματικότητα χαχανίζει γεμάτη αυταρασκεια. Η Εμπειρία μας καλεί να φανούμε γενναίοι: τo πτώμα θα ξεβραστεί μόνο του στην στεριά αρκεί να πιέσουμε με όλη μας την δύναμη. Η Εμπειρία θα σταθεί δίπλα μας αρκεί να την αγαπήσουμε. Έτσι λοιπόν εγκαταλείπουμε τα σπίτια μας, τις δουλειές, τις πατρίδες μας. Στεκόμαστε κάτω απ’τον απέραντο ουρανό και βρεχόμαστε απ’την ηλεκτρική καταιγίδα. Εγκαταλείπουμε τα όρια για να μπορέσουμε να ανταποκριθούμε στο καθήκον. Τότε η Εμπειρία μας ευγνωμονεί και τραντάζει τα δάχτυλα μας ακόμα και όταν συλλαμβάνουμε 1 διαστημικό καουμπόι. Η μωβ κουρτίνα της ομίχλης διαλύεται, το πτώμα κυλιέται στις πέτρες. Καρδιές τυλιγμενες με ατσάλι αντέξτε!

3

Είμαστε ντετέκτιβ. Στο σκοτεινό δωμάτιο δεν προχωράμε ψηλαφώντας. Βαδίζουμε με την σιγουριά ενός τυφλού, γνωρίζουμε τα πόμολα, τα έπιπλα, τις απρόσμενες παγίδες. Βαδίζουμε προς την Αποκάλυψη παρά τις φωνές που την αρνούνται. Βουτάμε στο πηγάδι της αβύσσου, γνωρίζοντας πως αυτό δεν είναι αρκετό. Η Εμπειρία μας καθοδηγεί. Οι ντετέκτιβ αντιλαμβάνονται πως ο μοναδικός ρεαλισμός είναι ο βιωμένος. Τα στοιχεία καταγράφονται με προσοχή: είναι χειμώνας και η Πραγματικότητα πίνει κονιάκ σε 1 μπαρ. Τα χνώτα της βρωμάνε. Ο Ντετέκτιβ ξαναδιαβάζει το χαρτί με προσοχή και δε χάνει ούτε λεπτό. 1000 χαρακιές απλώνονται στο μέτωπο του, όμως πλέον βρίσκεται πιο κοντά: η Ζωή πέφτει πολύ βαριά στους ωμούς του, παρ’ολα αυτά αντιστέκεται σαν λύκος. Η Πραγματικότητα ουρλιάζει φοβισμένη, την ώρα που ο ντετέκτιβ σπάει με μια κλωτσιά την πόρτα του μαγαζιού. .

4

Είμαστε ντετέκτιβ και φτύνουμε στην μούρη τον ρεπόρτερ. Μας είναι άχρηστος και είναι επικίνδυνος, γιατί διαστρέφει την Ζωή προς την Απλότητα. Μπλέκεται στα πόδια μας και μας εμποδίζει. Εμείς του λέμε: η Απλότητα είναι 1 ψέμα φορτωμένο με ένοχες. Η Απλότητα είναι η άμυνα των φοβισμένων και εμείς παλεύουμε να εκτεθούμε. Μια αυτονόητη μωβ κουρτίνα, ένας αόρατος θάμνος. Ο δήθεν ρεαλισμός της καταγραφής, είναι μια γαμημένη διαδήλωση από ζόμπι. Η Πραγματικότητα καταφέρνει να ξεφύγει, όμως η Εμπειρία μας δίνει 1 γερο χαστούκι και μας υπενθυμίζει: οι ντετέκτιβ δε δέχονται το μακιγιάζ του δολοφόνου, αποκλείουν την μηχανική του συναισθήματος. Οι συμβάσεις ξεπερνιούνται μονάχα με την βοήθεια του πιστού μας φίλου. Η μεγάλη υπέρβαση μυρίζει αίμα, και αλκοόλ και σπέρμα και ανάσα μιας καταδίωξης μέσα στην χειμωνιάτικη πόλη. Είμαστε ντετέκτιβ και πρέπει να σκάψουμε, να σκάψουμε με οργάνωση και ψυχραιμία. Στη μέση διασταυρωμένων πυρών. Στο μέτωπο.

5

Είμαστε ντετέκτιβ και γνωρίζουμε πως ο δολοφόνος είναι γεμάτος από κόλπα αντιπερισπασμού: το Όνειρο μας σαγηνεύει, όμως εμείς γνωρίζουμε πως είναι μια ακόμη φλούδα. Ο δολοφόνος το χρησιμοποιεί για να μας κάνει να χαθούμε, όμως εμείς το εκμεταλευομάστε όπως μπορούμε. Τίποτα δε πάει χαμένο. Το Όνειρο δεν είναι εχθρός μας, αλλά 1 στοιχείο, 1 βοηθητικό καθρεφτάκι. Βρίσκεται εκεί αλλά από μόνο του μας κάνει να ξερνάμε με την υποκρισία του. Πρέπει να το καλοπιάσουμε, να το βασανίσουμε, να το κάνουμε να μαρτυρήσει. Δεν πρέπει ποτέ να ξεχάσουμε πως εκείνο δεν είναι ο δολοφόνος, πως εκείνο την ώρα του φόνου κοίταζε μέσα απ’την κλειδαρότρυπα. Ένας μάρτυρας είναι το Όνειρο, ένας μάρτυρας! Πρέπει να το χρησιμοποιήσουμε με εξυπνάδα και σύνεση, πρέπει να το αφήσουμε εκεί ως κομμάτι του σκηνικού. Πρέπει να το καταγράψουμε με δυσπιστία.

6

Είμαστε ντετέκτιβ και ο δολοφόνος σύντομα θα βρίσκεται στα χέρια μας. Μια μελαχρινή χορεύει στο γκρουβ μπιτάκι και το μυστήριο τρυπώνει στον κώλο μας. Δεν έγινε αυτό και εκείνο, δεν έγινε ούτε το άλλο. Ο περιπλανώμενος ντετέκτιβ που αιμορραγεί, βυθίζεται στην άσφαλτο χαμογελώντας. Κρατάει το χέρι της όμορφης γυναίκας και ψελλίζει 1 ακόμη στοιχειό.

Το νησί των προβάτων (Άλεξ Κοάν)

Όταν μπήκε εκείνο το καλοκαίρι είχα ήδη αποφασίσει πως θα έφευγα μερικές μέρες για ένα ταξιδάκι. Δεν ήταν ότι ένιωθα σκασμένος ή ότι έπρεπε οπωσδήποτε να ξεφύγω απ’ τη φρίκη της πόλης ή κάτι παρόμοιο. Εξάλλου, είχα μόλις ένα μήνα που χα επιστρέψει στην Αθήνα, μετά από περίπου έξι μήνες σπουδών στην ξενιτιά. Βέβαια εντάξει, κι αυτός ο ένας μήνας ήταν αρκετός για να παίζουν και αυτά που προανέφερα, μα η αλήθεια είναι ότι αυτό το σκάσιμο κι αυτή η τάση να ξεφύγω είναι ούτως ή άλλως η συνηθισμένη μου κατάσταση, οπότε όχι, δε μπορώ να πω πως έπαιξαν κάποιον ιδιαίτερο ρόλο στην απόφασή μου. Απλά, μιας και είχα την οικονομική άνεση (ευχαριστώ, πατέρα) και δεν είχα κάτι καλύτερο να κάνω, τότε γιατί όχι; Εξάλλου πάντα μου αρέσαν τα ταξίδια – όπως φαντάζομαι και στον περισσότερο κόσμο – κι όποτε μου δινόταν η ευκαιρία μάζευα το σάκο μου και την έκανα απ’ την πίσω πόρτα.
Ήθελα να διαλέξω κάποιον σχετικά άγνωστο και, όσο γινόταν, εξωτικό προορισμό. Όσο λιγότεροι τουρίστες τόσο το καλύτερο. Κι αυτό όχι μόνο λόγω της αγοραφοβίας μου και της απέχθειας που τρέφω γι’ αυτό το ανθρώπινο υποείδος των τουριστών, μα επίσης και γιατί ήθελα να το παίζω ψαγμένος και αλτέρνατιβ στα γκομενάκια. Το να πεις ότι πήγες στο Παρίσι σίγουρα θα σηκώσει κάποια βλέμματα και θα εγείρει κάποιες ερωτήσεις του τύπου “πώς ήτανε;” ή “πώς πέρασες;” ή ακόμα και “τι έκανες εκεί;”, μα το να πεις ότι πήγες πχ στο Ελ Σαλβαδόρ σημαίνει αυτόματα τουλάχιστον τις διπλάσιες ερωτήσεις. “Που είναι αυτό;” “Πώς πήγες εκεί;” “Και τι συμβαίνει σ’ αυτή τη χώρα;” “Γιατί διάλεξες να πας εκεί;” “Ισχύει ότι μέχρι πρόσφατα είχανε εμφύλιο;” κλπ. Οπότε, εκτός από τα τετριμμένα, σου δίνεται και η ευκαιρία να αναπτύξεις τις ιστορικές/ γεωγραφικές/ πολιτικές σου γνώσεις.
Τελοσπάντων, δεν πήγα στο Ελ Σαλβαδόρ, μου έπεφτε κομμάτι μακριά. Έψαξα στο χάρτη και βρήκα ένα νησάκι στον Ατλαντικό, λίγο έξω απ’ την Πορτογαλία, με το παράξενο όνομα “Isle des ovejas” (Νησί των Προβάτων). Το γκούγκλαρα και βρήκα πως επρόκειτο περί ενός μικρού νησιού με πληθυσμό γύρω στις 30 χιλιάδες νοματαίους, που τυπικά άνηκε στην Ισπανία, μα το διεκδικούσε κι η Πορτογαλία, και ουσιαστικά ήταν αυτοδιοίκητο, με δικιά του κυβέρνηση. Επίσης, το όνομα του το είχε πάρει, προφανώς, απ’ τον τεράστιο πληθυσμό προβάτων που υπήρχε στο νησί – τα πρόβατα ήταν περίπου εφταπλάσια απ’ τους ανθρώπους. Ωραία ως εδώ.
Κατέβηκα λίγο πιο κάτω και διάβασα για το πυρηνικό ατύχημα του 1979. Θα μου πεις, πυρηνικά σ’ ένα τόσο μικρό νησάκι; Και όμως, η Ισπανία λέει είχε εγκαταστήσει εκεί το πρώτο της εργοστάσιο πυρηνικής ενέργειας το 1965. Οι λόγοι δεν ήταν μόνο η απομακρυσμένη θέση του νησιού και ο μικρός πληθυσμός του, μα και το γεγονός ότι ήθελε να εδραιώσει πως το νησί της ανήκει για να αποφύγει τυχόν επεισόδια με την Πορτογαλία, και να δημιουργήσει και το αίσθημα της Ισπανικής εθνικής ταυτότητας στους κατοίκους δίνοντας τους θέσεις εργασίας. Πριν απ’ αυτό, οι μόνες δουλείες που υπήρχαν ήταν αυτή του βοσκού κι αυτή του ψαρά και τίποτε άλλο – αφού ακόμα κι ο τουρισμός ήταν τελείως υποανάπτυκτος, ούτε καν οι ίδιοι οι Ισπανοί δεν πήγαιναν εκεί.
Το 1979 λοιπόν, κατά τη διάρκεια μιας δοκιμής, έγινε μια έκρηξη σ’ έναν απ’ τους αντιδραστήρες. Η καταστροφή, για κάποιο επιστημονικό λόγο που δεν πολυκατάλαβα, ήταν πολύ μικρότερη από άλλες αντίστοιχες όπως αυτή του Τσέρνομπιλ, και οι νεκροί ήταν πολύ λίγοι σε σχέση με όσους θα περίμενε κανείς – περίπου το ένα τρίτο του προσωπικού και μερικές κατοστάρες πρόβατα που βόσκανε στην περιοχή. Μετά τα κλασσικά, η περιοχή εκκενώθηκε, οι περισσότεροι κάτοικοι του νησιού φύγανε, και διάφορες ομάδες Ισπανών επιστημόνων κατέφθασαν για να κάνουν μια αποτίμησή του μεγέθους και των αιτιών του ατυχήματος. Παραδόξως, ανακοίνωσαν πως το νησί ήταν ασφαλές – η ραδιενέργεια που εκκρίθηκε στην ατμόσφαιρα ήταν ελάχιστη, οι άνθρωποι και τα ζώα δεν διατρέχανε κανένα κίνδυνο υγείας, και ακόμα και οι εκτάσεις μπορούσαν να καλλιεργηθούν (ή καλύτερα, να βοσκηθούν). Οι περισσότεροι κάτοικοι λοιπόν γύρισαν πίσω μέσα σε δυο μήνες.
Οι επιστήμονες όμως είχαν κάνει λάθος. Λίγο καιρό αργότερα αναπτύχθηκαν τα πρώτα συμπτώματα μιας πυρηνικής μετάλλαξης που θα έπληττε ένα πολύ μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού. Αρχικά, μερικοί απ’ τους εργάτες, άντρες και γυναίκες, που είχαν σωθεί άρχισαν να εμφανίζουν τριχοφυΐα σε περίεργα μέρη του σώματος, όπως στην πλάτη, στην κοιλιά, στα μπούτια κλπ. Με τον καιρό, όλο τους το κορμί άλλαζε. Έβγαζαν ουρά, οι πατούσες κι οι παλάμες τους γίνονταν σαν οπλές μηρυκαστικού ζώου, οι τρίχες όλο και αυξάνονταν και ασπρίζανε και γινόντουσαν μπούκλες. Μόνο το κεφάλι τους και καμιά φορά κάποιο άλλο άκρο, κάποιο χέρι ή κάποιο πόδι, παρέμενε ανθρώπινο. Το μυαλό τους δούλευε κανονικά, μιλούσανε και είχανε συνείδηση και όλα, μα που και που, χωρίς κανέναν λόγο, έβγαζαν κάτι μουγκρητά σα να βελάζουνε. Είχαν μετατραπεί σε προβατάνθρωπους. Σε λίγα χρόνια, γύρω στους δυο χιλιάδες ανθρώπους είχαν προσβληθεί απ’ αυτήν την περίεργη μετάλλαξη – όχι μόνο οι εργάτες.
Η κυβέρνηση της Ισπανίας πρότεινε μερικές ακραίες λύσεις, όπως πχ η ευθανασία ή ο εγκλεισμός σε ψυχιατρικά και ιατρικά κέντρα για μελέτη, μα τα όντα αυτά που είχαν ακόμα ανθρώπινη συνείδηση προφανώς δεν το δέχτηκαν. Και ούτε οι υπόλοιποι κάτοικοι του νησιού το δέχτηκαν, γιατί παρ’όλο που είχαν φρίξει με το θέαμα αυτών των πλασμάτων, αναγνώριζαν ότι επρόκειτο για τους ίδιους ανθρώπους που γνωρίζαν τόσα χρόνια, τους συγγενείς τους, τους φίλους τους. Η Ισπανία υποχώρησε. Σύντομα ανακαλύψανε πως το πρόβλημα ήταν ακόμη μεγαλύτερο, διότι αυτά τα πλάσματα μπορούσαν και να αναπαραχθούν – μεταξύ τους βέβαια μόνο. Η στείρωση που προτάθηκε έφερε και πάλι ακραίες αντιδράσεις, κι έτσι αποφασίστηκε να γίνεται μόνο με συναίνεση του μεταλλαγμένου. Οι μισοί περίπου το δέχτηκαν και στειρώθηκαν, μα το πρόβλημα παρέμενε. Παιδιά γεννιόντουσαν μισά πρόβατα-μισά άνθρωποι, κι έπειτα δεν είχαν τίποτα να κάνουν εκτός απ’ το να ζητιανεύουν για να ζήσουν, αφού παραγωγικά ήταν εντελώς άχρηστα και δε μπορούσαν σε καμία περίπτωση να δουλέψουν. Ο μέσος όρος ζωής αυτών των ανθρώπων ήταν γύρω στα είκοσι χρόνια, μα και πάλι απ’ τη στιγμή που συνεχίζανε να αναπαράγονται ο πληθυσμός τους δεν μειωνόταν. Αντιθέτως, κατά περιόδους αυξανόταν, φτάνοντας στο ζενίθ στις αρχές του 2002, όταν ο πληθυσμός τους έφτασε σχεδόν τις τέσσερις χιλιάδες. Εκείνο το καλοκαίρι που πήγα εγώ υπολογίζονταν στις τρισίμησι χιλιάδες.
Ε, σκέφτηκα αφού τα χα διαβάσει όλα αυτά, αν αυτό δεν είναι ένα μέρος που αξίζει να επισκεφτώ, τότε ποιο είναι; Έκλεισα τα φτηνότερα εισιτήρια – γενικά όλα ήταν φτηνά μιας και δεν πήγαινε παρά ελάχιστον κόσμος στο νησί – ετοίμασα το σακίδιο μου και μετά από μια βδομάδα ξεκίνησα κατά κει. Αθήνα-Μαδρίτη, Μαδρίτη-Βίλα Τράνκα (η πρωτεύουσα του νησιού). Κατέβηκα απ’ το μικρό αεροπλάνο και βγήκα έξω απ’ το αεροδρόμιο, πήρα μια τζούρα καθαρό αέρα κι έστριψα τσιγάρο.
Πανέμορφο τοπίο. Μπροστά μου απλώνονταν μερικοί καταπράσινοι λόφοι γεμάτοι ζωή (και πρόβατα), δεξιά μου αχνοφαινότανε μια καταπράσινη σα σμαράγδι θάλασσα και γύρω της, πάνω σε χρυσαφένια άμμο, ένα σωρό φοίνικες, κι αριστερά μου μια μικρή γλυκούλα πόλη, σα χωριουδάκι, ανισόπεδη και με μικρά, πολύχρωμα σπιτάκια. Από κεινη την κατεύθυνση με πλησίασε και το πρώτο προβατόμορφο πλάσμα, και πίσω του καμιά δεκαριά άλλα τέτοια να πηγαίνουν σε όποιον απ’ τους λιγοστούς τουρίστες βλέπανε. Είχα δει κάτι φωτογραφίες, μα το να το βλέπεις από κοντά είναι τελείως άλλη εμπειρία. Φρικτό και σιχαμένο, μες στη βρώμα, περπάταγε στα τέσσερα παρ’ όλο που το δεξί του χέρι ήταν ανθρώπινο. Η φάτσα του ήταν γλοιώδης και παράξενη, ανθρώπινη μεν μα τόσο άσχημη που δε μπορούσα καν να την κοιτάω. Φαινόταν πρόωρα γερασμένη, μα και πάλι μπορούσα να καταλάβω ότι δεν ήταν πάνω από 15 χρονών. Τα δόντια του ήταν κατακίτρινα ή και μαύρα, η μύτη του πλακουτσωτή σα σπασμένη, τα χείλη του μικρά και ξερά. Άπλωσε το χέρι του, βέλασε και είπε κάτι σε μια διάλεκτο ισπανοπορτογαλική. Δεν είμαι βέβαιος τι ακριβώς ήταν αυτό που ψέλλισε, μα σίγουρα κάτι σε στυλ “μπεεε, δώσε κανά ευρώ να φάω.” Κούνησα το χέρι για να του δείξω ότι δεν είχα, και κατευθύνθηκα προς το μοναδικό ταξί που περίμενε.
Μπήκα μέσα και είπα στον ταρίφα το όνομα της παραλίας που θα κατασκήνωνα, τουλάχιστον γι’ απόψε. Χαμογέλασε και ξεκίνησε.
«Πρώτη φορά στο νησί μας;» με ρώτησε. Μιλούσε κάτι κουτσοαγγλικά – και κάτι κουτσογαλλικά όποτε χρειαζόταν – και μπορούσαμε να συνεννοηθούμε.
«Ναι, πρώτη.»
«Α, ωραία! Θα το λατρέψεις! Είναι υπέροχο, με τα βουνά, τη θάλασσα, τις παραλίες! Το πιο όμορφο νησί στον κόσμο… Από που είσαι;»
«Απ’ την Ελλάδα.»
«Α, Ελλάδα! Δεν έχω πάει ποτέ. Πρέπει να χετε και κει ωραία νησιά όμως, ε;»
«Ε, έχουμε, σίγουρα.»
«Πώς είναι τα πράματα στην Ελλάδα; Εννοώ, ξέρεις, με την οικονομία κι όλ’ αυτά.»
«Ε… πώς να ναι; Κάθε φέτος και χειρότερα.»
«Έτσι ε; Πφφ, τι να πεις; Αυτή η Γερμανία σας έχει διαλύσει.»
«Ναι, ντάξει…»
«Και όχι μόνο εσάς. Όλη την Ευρώπη. Ακόμα κι εμείς κρίση έχουμε. Τα τελευταία χρόνια είναι πολύ χειρότερα απ’ ότι παλιότερα. Αλλά εντάξει, τι να κάνεις; Θα περάσει και αυτό. Εμείς εδώ εξάλλου δε θέλουμε πολλά, ζούμε και με τα λίγα. Είμαστε απλοί άνθρωποι.»
«Ναι, το φαντάζομαι…»
Περίμενα να πει κάτι και για τους προβατανθρώπους, κάποιο σχόλιο, κάτι, αλλά δεν έγινε ποτέ, κι εγώ ντρεπόμουνα να τον ρωτήσω. Δε φαινόταν όμως να το κρύβει, να μη θέλει να το πει για να μη δυσφημίσει το νησί του. Απλά δεν του περνούσε καν απ’ το μυαλό ως κάτι αξιοσημείωτο. Γι’ αυτούς η κατάσταση ήταν έτσι εδώ και τόσα χρόνια και δεν τους φαινόταν πια και τόσο περίεργο.
Ο ταξιτζής μου πρότεινε εντωμεταξύ και κάποια μέρη να επισκεφτώ – χωρίς βέβαια να τον έχω ρωτήσει. Κάτι φαγάδικα, κάτι μνημεία, κάτι μπαρς και τέτοια. Κι επίσης ένα ξενοδοχείο, μα του είπα ότι θα κάνω κάμπινγκ και τότε μου πρότεινε ένα οργανωμένο. Τελοσπάντων, φτάσαμε στην παραλία, τον πλήρωσα, κατέβηκα και έφυγε. Στην παραλία είχε λίγους λουόμενους, μα, ευτυχώς, ούτε έναν προβατάνθρωπο. Έστησα τη σκηνή κάπου λίγο απόμερα και την άραξα.

Είχανε περάσει δυο μέρες, χωρίς τίποτα το αξιόλογο πέρα από κάτι βόλτες στην πρωτεύουσα κι ένα χωριουδάκι (συνοδευόμενο από καμιά δεκαριά προβατανθρώπους που χαν συρθεί πάνω μου να μου πουν την ιστορία τους και τελικά να με παρακαλέσουν για ψιλά, χωρίς αποτέλεσμα) κι είχε έρθει επιτέλους η ώρα για ένα σωστό ξενύχτι στη Βίλα Τράνκα. Το βραδάκι λοιπόν φόρεσα τα καλά μου και ξεκίνησα για πόλη. Ήταν περίπου ένα σαραντάλεπτο με τα πόδια, αλλά ντάξει, δεν υπήρχε λόγος να χρυσοπληρώσω όλους τους ταρίφες του νησιού (τρεις-τέσσερις δηλαδή, έστω).
Έφαγα ένα παραδοσιακό φαστφούντ, – ένα πράμα που έμοιαζε με τάκος ψαριού, καλό ήταν – έκανα μια βόλτα στην πόλη μέχρι να μπει για τα καλά η νύχτα, κι έπειτα τράβηξα για το πρώτο τυχαίο μπαρ που βρήκα. Δεν ξέρω αν το χετε κάνει ποτέ, αλλά κατά κανόνα το να πηγαίνεις μόνος σου σε άγνωστο μπαρ, αν είσαι άντρας ειδικά και μάλιστα αντικοινώνας σαν εμένα, είναι απ’ τα πιο καταθλιπτικά πράματα που μπορείς να κάνεις. Κάθεσαι, στη μπάρα αν έχει θέση, παραγγέλνεις, πίνεις, κοζάρεις τους θαμώνες κι ελπίζεις ότι θα έρθει κανας μεθυσμένος να σου μιλήσει ή ότι θα σκάσει κάποια γκόμενα μόνη της να πας να την κεράσεις κανά σφηνάκι. Συνήθως δε συμβαίνει τίποτα απ’ τα δυο. Στην καλύτερη μπορεί να σου πιάσει την κουβέντα ο μπάρμαν, κι αυτό περισσότερο γιατί σε λυπάται που σαι έτσι μόνος παρά γιατί του φάνηκες τυπάκι ενδιαφέρον ή γιατί είναι μεθυσμένος κι έχει όρεξη να γνωρίσει κόσμο. Όχι, ο μπαρμάν μπορεί να πίνει, μα σχεδόν ποτέ δε μεθάει. Γι’ αυτό και η κουβέντα μαζί του μπορεί να είναι εξίσου θλιβερή με τη μοναξιά σου, και συνήθως δεν κρατάει πάνω από δυο λεπτά. Στην περίπτωση μου τουλάχιστον κράτησε λίγο παραπάνω, κι αυτό γιατί πάντα βρίσκεις κάτι να πεις με κάποιον ξένο. Τον ρωτάς από που είναι, πώς είναι η χώρα του, πώς βρέθηκε εδώ κλπ.
Στο τέταρτο μπαρ που πήγα μπήκα αποφασισμένος να πιω μια τελευταία μπύρα και να φύγω για την καβάτζα μου στην παραλία. Έτσι κι αλλιώς, δεν υπήρχαν και πολλά ακόμα μπαρς στην περιοχή, νομίζω μόνο άλλα δυο κι ένα κλαμπ – και σε κλαμπς εγώ δεν πάω. Μα όπως λέει και το κλισέ, η μοίρα παίζει παράξενα παιχνίδια.
Κάθισα στη μπάρα και παρήγγειλα, ο μπάρμαν γέμισε το ποτήρι απ’ το βαρέλι και μου το δωσε. Ήπια μια γουλιά. Γύρισα το κεφάλι μου. Λίγο παραδίπλα στεκόταν μια μικρή παρέα με δυο τύπους και μια κοπελίτσα. Θα ταν πάνω κάτω στην ηλικία μου και οι τρεις τους. Η κοπελίτσα ήταν μια πετίτ, αιθέρια ύπαρξη με υπέροχα κατάμαυρα μαλλιά, αφέλειες, και κάτι μεγάλα, καστανά μάτια. Το δέρμα της ήταν ολόασπρο, μα και πάλι ακτινοβολούσε με μια μεσογειακή τσαχπινιά. Δε μπορώ να περιγράψω ακριβώς τα χαρακτηριστικά των Ισπανίδων, μα σίγουρα θα αναγνώριζα την εθνικότητα της ακόμα κι αν την έβλεπα να περπατάει στην Αθήνα. Φορούσε ένα στενό αμάνικο που σχημάτιζε υπέροχα το στήθος της, κι ένα φαρδύ, γκρι παντελόνι, χιπχοπάδικο στυλ. Την χάζευα αρκετή ώρα, και κάποια στιγμή με πρόσεξε και τα βλέμματα μας συναντήθηκαν και μου σκασε ένα πλατύ χαμόγελο. Πήγα να ανταποδώσω, μα κατάφερα μόνο έναν αμήχανο μορφασμό που δε νομίζω ότι έμοιαζε και τόσο με χαμόγελο, και γύρισα απότομα και ντροπαλά το κεφάλι μου απ’ την άλλη.
Έπινα τη μπύρα αργά, που και που κοιτούσα πάλι προς το μέρος της και την έπιανα καμιά φορά να με κοιτάει κι αυτή, μα δεν τόλμησα να κάνω κίνηση. Η μπύρα σχεδόν τελείωνε κι είχα ήδη βγάλει και μετρούσα τα ψιλά μου να πληρώσω. Ο μπάρμαν ήρθε προς τα μένα χαμογελώντας, αλλά αυτή τη φορά δεν ήταν αυτό το κακό χαμόγελο της λύπησης. Όχι, φαινότανε αυθεντικό. Μου πιασε κουβέντα, με ρώτησε από που ήμουνα.
«Απ’ την Ελλάδα;! Τι λες ρε φίλε; Πρώτη φορά βλέπω Έλληνα στο νησί. Έλα, πάρε άλλη μια μπύρα, κερασμένη από εμένα. ΕΕΕ, ΠΑΙΔΙΑ,» φώναξε στα ισπανικά, «ΑΥΤΟΣ ΕΔΩ Ο ΤΥΠΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΠ’ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ!»
Αμέσως τότε κάμποσοι μεθυσμένοι τρεκλίσανε και ήρθαν προς το μέρος μου, φωνάζοντας και κάνοντας μου ερωτήσεις τη μια μετά την άλλη – μισές στα ισπανικά, μισές στ’ αγγλικά. Προσπαθούσα ν’ απαντάω σ’ όσες μπορούσα, μα τις περισσότερες δεν τις καταλάβαινα καν. Σύντομα πλησίασε και η κοπελίτσα, μαζί με τον έναν τύπο απ’ την παρέα της. Έστρεψα κατευθείαν την προσοχή μου πάνω της και της χαμογέλασα – αυτή τη φορά κανονικά. Δε μου μίλησε αμέσως, ούτε αυτή ούτε ο φίλος της, περίμεναν λίγο να σπάσει ο κλοιός των μεθυσμένων. “ΕΕΕ, ΗΡΕΜΙΑ,” φώναξε ο μπάρμαν, “ΘΑ ΤΟΝ ΠΝΙΞΕΤΕ!” Σύντομα οι περισσότεροι με βαρέθηκαν και γυρίσαν στα τραπέζια τους. Η κοπελίτσα, ο φίλος της και άλλοι δυο άκυροι έμειναν δίπλα μου. Της έδωσα το χέρι μου.
«Αλέξανδρος.»
«Κάρμεν. Κι από δω ο φίλος μου, ο τάδε.»
«Χάρηκα. Κάρμεν, ε; Πολύ πρωτότυπο ισπανικό όνομα.» Χαζογέλασε.
Ο φίλος της μου είπε κάτι που δεν κατάλαβα, κι απάντησα “ναι.”
«Από ποιο μέρος της Ελλάδας είσαι;» με ρώτησε η Κάρμεν.
«Απ’ την Αθήνα. Αλλά η καταγωγή μου είναι από ένα νησί του Αιγαίου. Είμαι κι εγώ νησιώτης, δηλαδή.»
«Αλήθεια; Ποιο;»
«Κάρδαμος λέγεται, στα νότια, κοντά στην Αφρική. Είναι πανέμορφη.»
«Αχ, το πιστεύω! Θα θέλα τόσο πολύ να έρθω στην Ελλάδα!»
«Θα την λάτρευες, είναι υπέροχη χώρα. Ντάξει, η Αθήνα είναι λίγο σκατούπολη εδώ που τα λέμε, αλλά υπάρχουν τόσα άλλα όμορφα μέρη. Όπως η Κάρδαμος. Ντάξει, τραβάει και τα ζόρια της όπως θα χεις ακούσει τελευταία η όλη χώρα, αλλά και πάλι. Είναι πολύ όμορφη… Εσύ, από δω είσαι;»
«Ναι, απ’ τη Βίλα Τράνκα.»
«Και με τι ασχολείσαι, τι κάνεις;»
«Διακοπές!” Χαζογελάσαμε κι οι δυο. “Τελείωσα πριν λίγο καιρό τις σπουδές μου στη Μαδρίτη και επέστρεψα.»
«Τι σπούδαζες;»
«Κοινωνιολογία… Ναι, και τώρα δεν ξέρω. Θέλω να φύγω, να ταξιδέψω, να γνωρίσω τον κόσμο, να γυρίσω όλες τις χώρες.»
«Ουφ, άρα σιγά σιγά πρέπει να ετοιμάζεις βαλίτσες αν θες να προλάβεις…»
Ούτε που κατάλαβα πόση ώρα συζητούσαμε έτσι περί ανέμων και υδάτων, γενικά κι αόριστα, για όνειρα και μέρη και φιλοσοφίες κι όλα τα ωραία. Εντωμεταξύ είχε σκάσει και ο δεύτερος τύπος της παρέας της, μα καθόταν λίγο πιο δίπλα με τον άλλον και τα λέγανε, και που και που σκουντούσανε την Κάρμεν και της λέγανε κάτι στα ισπανικά κι αυτή απαντούσε και γύριζε πάλι προς το μέρος μου. Ήθελα να τη ρωτήσω αν έπαιζε κάτι με κάποιον απ’ τους δυο (ή και τους δυο), αλλά ντρεπόμουν, και στην τελική δεν είχε και καμία σημασία, ήταν σαφές πως μόνο εγώ είχα την προσοχή της.
«Με τα παιδιά θα πάμε σε λίγο στο κλαμπ,» μου είπε σε κάποια φάση. «Θες να ρθεις;» Σφίχτηκα λίγο, μα πώς μπορούσα ν’ αρνηθώ;
«Εντάξει, όποτε θέλετε πάμε.»
Και πήγαμε στο κλαμπ. Μαγκώθηκα όσο να ναι με τα φώτα και τις κακές, δυνατές μουσικές και με τον κόσμο (που ντάξει, εδώ που τα λέμε δεν ήταν και τόσος πολύς). Η Κάρμεν ήθελε να χορέψει, και της έκανα για λίγο το χατήρι και χόρεψα αμήχανα ως συνήθως, μα κάποια στιγμή την πήρα και πήγαμε στο μπαρ. Την κέρασα κάτι σφηνάκια τεκίλα, και μετά με κέρασε κι αυτή. Εντωμεταξύ οι τύποι που τανε μαζί της είχαν σπάσει και μας είχαν αφήσει επιτέλους μόνους. Πιάσαμε λίγο πάλι την κουβέντα, μα με τόση φασαρία εκεί μέσα δε μπορούσα να συγκεντρωθώ, με το ζόρι άκουγα τι μου λεγε. Πήγαμε ξανά να χορέψουμε. Πριν καν το καταλάβω μ’ είχε πιάσει από το χέρι και βγαίναμε έξω από κεινη τη βαβούρα, έξω στους ήσυχους δρόμους της πόλης. Λογικά πηγαίναμε σπίτι της.
Δεν άντεξα, την τράβηξα πάνω μου και κόλλησα τα χείλη μου στα δικά της σαν αφηνιασμένος. Ήθελα να τη ρουφήξω ολόκληρη. Γέλασε, μ’ έσπρωξε λίγο πίσω κι έτρεξε παιχνιδιάρικα μπροστά.
«Περίμενε,» μου είπε, μα δε μπορούσα να περιμένω. Την ήθελα εδώ και τώρα. Περπάτησα γρήγορα πίσω της και την ξανατράβηξα, μα κείνη την ώρα πετάχτηκε ένας προβατάνθρωπος από ένα στενό και μπουσούλησε προς το μέρος μας να ζητιανέψει. Ξαφνιάστηκα και πήρα τα χέρια μου από πάνω της, κι εκείνη έβγαλε και του δωσε ένα ευρώ.
«Εντάξει,» είπα μόλις έφυγε το άσχημο πλάσμα, «θα περιμένω.»
Φτάσαμε στο σπίτι της, άνοιξε την πόρτα και με το που μπήκαμε την άρπαξα και την κόλλησα στον τοίχο.
«Σςςς,» έκανε, «κοιμούνται οι γονείς μου.»
Πήγαμε στο δωμάτιο της, και τώρα δε μπορούσε να μου ξεφύγει. Την έπιασα, τη φίλησα, με τράβηξε και πέσαμε στο κρεβάτι. Φιλιόμασταν για ώρα, χάιδευα το κορμί της απαλά και προσεχτικά έκανα να ξεκουμπώσω το παντελόνι της.
«Κάτσε;» έκανε και με απώθησε ελαφρά. Το βλέμμα της σοβάρεψε.
«Τι τώρα;»
«Πρέπει να σου πω κάτι.» Την κοίταξα απορημένος. Μετά άρχισα να καταλαβαίνω.
«Κάτι παίζει με κάποιον από κείνους τους τύπους, έτσι;»
«Όχι, όχι, δεν είναι αυτό, τα παιδιά είναι απλά φίλοι μου.»
«Αλλά;»
«Αλλά… να…»
«Πές το!»
«Είμαι αλτερνάτε.»
«Τι είσαι;»
«Να… μεταλλαγμένη.»
Ένιωσα λες και μου έπεσε μια μπάλα του μπόουλινγκ στο κεφάλι.
«Θες να πεις ότι είσαι…»
«Ναι.»
«Είσαι δηλαδή…»
«Αχά.»
«Προβατάνθρωπος;»
«Μη με λες έτσι!»
«Όχι, συγγνώμη, δεν το ήθελα. Μα… Μα πώς; Αφού φαίνεσαι…» έψαξα να βρω τη σωστή λέξη. Δεν τη βρήκα. «Φαίνεσαι κανονική.»
«Είμαι κανονική!»
«Σε παρακαλώ, κατάλαβες τι θέλω να πω.»
«Δε σου φαίνομαι για κανονική;»
«Μα μου φαίνεσαι, γι’ αυτό είμαι μπερδεμένος.»
«Να, έχω μια ουρίτσα.»
«Ουρίτσα;»
«Ναι.»
«Να δω;»
Γύρισε, κατέβασε λίγο το παντελόνι της και μου έδειξε. Ήταν μια μικρή, άσπρη, φουντωτή ουρά. Πώς σκατά δεν την είχα προσέξει όλο το βράδι; Όσο φαρδύ κι αν είναι ένα παντελόνι, πώς διάολο μπορεί κάποιος να κρύψει μια ουρά; Πάντως, θα μπορούσες να την πεις και γλυκούλα, μα εκείνη τη στιγμή δεν το σκέφτηκα έτσι.
«Κι επίσης,» συνέχισε, «η μια μου πατούσα είναι σαν οπλή.»
Έβγαλε τη μπότα της και τα μπαμπάκια και τους πάτους που τη στηρίζανε στο πόδι, έβγαλε και την κάλτσα και μου έδειξε την οπλή της. Πρέπει να τανε πολύ άβολο να κυκλοφορεί έτσι, μ’ ένα παπούτσι σε μια τέτοια πατούσα-οπλή. Το κοίταγα για κάμποση ώρα, σκαλωμένος. Δεν ήξερα τι να πω.
«Άμα θες μπορείς να φύγεις,» είπε τελικά η Κάρμεν.
Να φύγω; Ήθελα να φύγω; Τι σκατά ήθελα, δεν ξέρω. Κι αν έμενα; Θέλω να πω… Ήμουν αρκετά μεθυσμένος (και αρκετά αγάμητος) ώστε να μη με νοιάζει και τόσο. Όχι, ντάξει, με ένοιαζε. Το μυαλό μου είχε κολλήσει στην οπλή και την ουρά της και δε μπορούσα να αρθρώσω λέξη. Θεέ μου, πώς ήταν δυνατόν; Η Κάρμεν είχε σχεδόν αρχίσει να βουρκώνει. Λογικό, την κοιτούσα λες και έβλεπα κάποιο τέρας.
«Εντάξει,» είπε, «φύγε, άντε!»
Και τότε την άρπαξα και πάλι και την ξαναφίλησα.
«Δε γαμιέται, είσαι πανέμορφη όπως και να χει.»
Άρχισα να τη χαϊδεύω πάλι, μα ασυναίσθητα το χέρι μου έπεσε πάνω στην ουρά της. Πετάχτηκα, χωρίς να το θέλω, πίσω.
«Απλά, να…» είπα προσπαθώντας να καλύψω την αμηχανία μου. «Εεε, έχεις ξαναπάει με… με…»
«Με ‘κανονικό’;»
«Ναι.»
«Ναι, έχω ξαναπάει.»
«Και…»
«Μη φοβάσαι, δε θα πάθεις τίποτα.» Ξεροκατάπια. Θυμήθηκα πως δεν είχα μαζί μου καπότες.
«Δεν έχω προφυλακτικό.»
«Δεν έχεις;»
«Όχι… και ξέρεις, να…»
«Εντάξει, κατάλαβα.»
«Όχι, άκουσε με, προσπάθησε λίγο να καταλάβεις τη θέση μου, πως νιώθω εγώ τώρα, τόσο μπερδεμένος.»
«Καταλαβαίνω σου λέω.»
«Πάω ν’ αγοράσω.»
«Δεν υπάρχει τίποτα ανοιχτό τέτοια ώρα.»
«Τίποτα;»
«Τίποτα.»
Τι επιλογές είχα; Τι να έκανα; Χωρίς προφυλακτικό; Όχι, αγάμητος μεν, αλλά δε μπορούσα να διανοηθώ καν να πάρω τέτοιο ρίσκο. Δεν υπήρχε περίπτωση.
«Άκου,» είπα τελικά. «Χρειάζομαι λίγο χρόνο. Δε μπορώ να το κάνω χωρίς προφυλακτικό.»
«Εντάξει, καταλαβαίνω. Εξάλλου, έχεις δίκιο.»
«Αύριο.»
«Αύριο;»
«Ναι, αύριο. Αύριο το βράδι θα συναντηθούμε πάλι εδώ, στην πόλη. Θα πάμε για μερικές μπύρες, χαλαρά, και μετά θα ρθουμε πάλι σπίτι σου. Πες μου το κινητό σου.»
Το γραψα και της έκανα αναπάντητη.
«Θα φύγω τώρα.»
«Εντάξει.»
«Αύριο θα σε πάρω.»
«Καλά.»
«Αλήθεια λέω.»
«Εντάξει. Αύριο;»
«Ναι, αύριο βραδάκι.»
«Εντάξει.»
«Γειά.»
«Γειά.»
Έφυγα και κίνησα για την παραλία μου. Περπατούσα και σκεφτόμουνα όλα αυτά που είχα ακούσει, όλα αυτά που είχα δει. Τι παράξενη κι ετούτη η βραδιά. Ένιωθα απορημένος, μπερδεμένος, κουρασμένος, μεθυσμένος. Ένα ψυχολογικό και σωματικό ράκος. Θεέ μου, κι ήταν τόσο όμορφη! Τόσο όμορφη ρε πούστη μου.
Κατάφερα κι έφτασα αλώβητος μέσα απ’ τα σκοτάδια στην παραλία και τη σκηνή μου. Μπήκα μέσα και ξάπλωσα, και ξαφνικά, ενώ οι ίδιες σκέψεις περνούσαν και ξαναπερνούσαν από το μυαλό μου, συνειδητοποίησα ότι έλειπε ο σάκος μου. Πετάχτηκα όρθιος κι έριξα λίγο φως με το φακό του κινητού μου. Ω ναι, ο σάκος έλλειπε, και μαζί του και όλα τα ρούχα που χα φέρει, τα τετράδια μου, τα βιβλία μου και κάμποσα χρήματα. Τουλάχιστον είχα προνοήσει και είχα καβατζώσει αρκετά στην τσέπη του παντελονιού μου, αρκετά για να βγάλω το φαγητό μου και μερικά πιοτά ακόμα, και δεν τα χα χάσει όλα – κι επίσης είχα μαζί μου και το διαβατήριο. Όλα τ’ άλλα μου τα πήρανε. Δε μπορούσα να το σκέφτομαι κι αυτό, δεν είχα τις αντοχές. Ξάπλωσα πάλι μέσα στον υπνόσακο, έκλεισα τα μάτια και κάποια στιγμή κοιμήθηκα.
Το πρωί όταν ξύπνησα, χαλέος ακόμα από το χθεσινό μεθύσι, βρήκα πάνω στον πάτο της σκηνής κάτι σγουρές άσπρες τρίχες. Τι σκατά θα τα κάναν τόσα ρούχα αυτοί οι προβατόμορφοι μπάσταρδοι;

Δυο μέρες αργότερα γυρνούσα Αθήνα. Δεν περίμενα ότι θα το πω – όχι τόσο σύντομα τουλάχιστον – μα μου χε λείψει. Απλά ήθελα να γυρίσω σπίτι και να τα ξεχάσω όλα. Αυτό το νησί ήταν μια σκέτη φρίκη και δεν ήταν τυχαίο που δεν πατούσε άνθρωπος. Τουλάχιστον γάμησα…

Πώς επέστρεψαν τα κοπάδια απ’ τα βοσκοτόπια τους. (Φώντας Φ.)

Ήταν ακόμα μια άσχημη μέρα για τον Φρόγκι, ετών 25 μεσήλικας Νεάντερνταλ που κατοικούσε σε μια σπηλιά στην κεντρική Ευρώπη μαζί με την οικογένεια του που αποτελούταν από αυτόν, την γυναίκα του Χμα και τις δυο του κορούλες Χαλά και Ιώ.
Ο Φρόγκι ήταν ένας άνθρωπος, όσο άνθρωποι τέλος πάντων ήταν οι Νεάντερνταλ, πολύ κουρασμένος. Είχε δουλέψει σκληρά για να κερδίσει αυτή τη σπηλιά απ’ τα αγρίμια που την κατοικούσαν πριν από αυτόν κι όταν τέλος πάντων τα εξόντωσε και έφτιαξε απ’ το δέρμα τους πολύτιμα ρούχα για τους χειμώνες που μέλλονταν να ‘ρθουν, αποφάσισε να στήσει οικογένεια. Αυτό δεν ήταν βέβαια τόσο απλό. Στην εποχή των μακρινών προγόνων του, όπως του είχε εξιστορήσει ο πατέρας του, χτυπώντας τον παράλληλα με ένα μεγάλο κόκκαλο για να του το μάθει να φτιάχνει πήλινα αγγεία, κάπου στο 100.000 προ Χριστού (κανείς δεν ήξερε τι ήταν αυτός ο Χριστός αλλά όλοι τον περιμένανε για κάποιο λόγο) οι γυναίκες ήταν άφθονες, όπως τα χορτάρια στο χώμα και το σεξ ήταν τόσο εύκολο σα να πίνει κανείς νερό.

«Θα ξανάρθουν αυτές οι εποχές μπαμπά;» είχε ρωτήσει ο Φρόγκι τον πατέρα του.
«Ίσως στο μέλλον αγόρι μου, όταν παραδειγματιστεί κάποιος απ’ τους προγόνους μας!»
«Μα γιατί δε το κάνουμε εμείς που τα έχουμε και πιο πρόσφατα;»
«Γιατί πρέπει να περάσουμε πρώτα το στάδιο της δουλείας, της δουλοκτησίας και κυρίως γιατί δεν καίγομαι κιόλας. Έχουμε ήδη τη μάνα σου να πηδάω και να καθαρίζει τη σπηλιά, τράβα να βγάλεις έξω τις γίδες να βοσκήσουν τώρα!»

Ο Φρόγκι λοιπόν που δεν έλαβε σωστή διαπαιδαγώγηση απ’ τη σπηλιά του ως προς το πώς να προσεγγίζει το άλλο φύλο, είχε θέμα να βρει σύζυγο. Ένα άλλο πρόβλημα ήταν η γενικότερη μείωση του γυναικείου πληθυσμού. Νοτίως της κεντρικής Ευρώπης είχε κάνει την εμφάνιση του ένα νέο είδος νοήμον πιθήκου, ο λεγόμενος και «Χόμο-Σάπιενς». Οι Σάπιενς, αν και έμοιαζαν πολύ με τους πιθήκους της ράτσας του Φρόγκι ήταν πιο μικρόσωμοι, λιγότεροι μαλλιαροί και για να πατσίσουν για την έλλειψη αρρενωπότητας τους, πιο έξυπνοι. Επειδή καμιά γυναίκα ποτέ δεν θα τους ακολουθούσε μονάχα επειδή ήταν έξυπνοι, έκαναν επιθέσεις συνέχεια στους πληθυσμούς των Νεάντερταλ και απήγαγαν τα θηλυκά. Έτσι οι διαθέσιμες παρτενέρ είχαν μειωθεί πολύ και δεν έφταναν για όλους τους “συνανθρώπους” του Φρόγκι με αποτέλεσμα το ζευγάρωμα να εξελιχθεί σε ένα παιχνίδι τύπου «μουσικές καρέκλες».

Συνήθως ο Φρόγκι έχανε.

Έτσι τα πρώτα χρόνια της εφηβικής του ζωής είχαν κυλήσει πολύ μοναχικά. Όταν όμως μεγάλωσε αρκετά και βαρέθηκε να φροντίζει τις γίδες της οικογένειας, αποφάσισε να ζήσει μόνος του και να μαζέψει το δικό του κοπάδι. Κάθε μέρα ξεκίναγε με το πρώτο φως του ηλίου και οδηγούσε τις γίδες στο πιο κοντινό βοσκοτόπι. Το δειλινό τις οδηγούσε πίσω στη σπηλιά όπου κοιμόντουσαν όλοι μαζί.

Έπειτα γνώρισε την Χμα.

Η Χμα ήταν μια Νεαντερνταλίνα λίγο μικρότερη του Φρόγκι και αρκετά πιο όμορφη από αυτόν. Ήταν 13 χρονών όταν παντρεύτηκαν ενώ εκείνος στην ώριμη ηλικία των 15. Το ίδιο έτος απέκτησαν την πρώτη τους κόρη την Χαλά και τον αμέσως επόμενο χρόνο την Ιώ. Η καθημερινότητα του ζευγαριού δεν άλλαξε και πολύ. Η Χμα, συνέχισε τη ζωή που έκανε στη σπηλιά της οικογένεια της, πρόσεχε τα παιδιά, καθάριζε, μαγείρευε και καθώς ο σύζυγος της ήταν αρκετά πιο μαλθακός απ’ τον πατέρα της που τουλάχιστον είχε συμμετάσχει σε πολλές μάχες με τους Χόμο Σάπιενς, γκρίνιαζε ασταμάτητα απ’ το πρωί ως το βράδυ:

«Πάλι βρώμικος είσαι…»
«Είχα βγάλει τις γίδες να βοσκήσουν»
«Όλοι οι άντρες βγάζουν τις γίδες να βοσκήσουν αλλά πηγαίνουν στο ποτάμι να πλυθούν μετά, μόνο εσύ γυρίζεις βρώμικος!»
«Σου έχω εξηγήσει τόσες φορές ότι λερώνομαι επειδή σκάβω στο χώμα…»
«Α, ναι… είχα ξεχάσει αυτή την τρέλα που έχεις, πρέπει να σταματήσεις να το κάνεις, εκτός του ότι λερώνεις τη σπηλιά συνέχεια, μας κουτσομπολεύουν οι γείτονες. Λένε ότι είσαι δαιμονισμένος, ότι έχεις γεννηθεί με αίμα γίδας μέσα σου και άλλα πράγματα που δε θέλω να πιστέψω για σένα Φρόγκι…»
«Οι γείτονες είναι ηλίθιοι, θα έπρεπε να με ευχαριστούν γι’ αυτό που κάνω!»
«Πού κλέβεις τους νεκρούς κάθε οικογένειας όποτε δε σε βλέπουν;»
«ΜΑ ΤΟΥΣ ΤΡΩΝΕ! ΤΟΥΣ ΤΡΩΝΕ!» ούρλιαξε τώρα ο Φρόγκι με ειλικρινή αγανάκτηση στα μάτια του.
«Και εσένα τι σε νοιάζει;» ρώτησε η Χμα «Δεν είναι δική σου δουλειά, σταμάτα να ανακατεύεσαι. Κι έπειτα τι άλλο να κάνανε; Χιλιάδες χρόνια τώρα τρώμε τους νεκρούς μας, τι πιο λογικό; Γιατί να πάει χαμένο το κρέας όταν μπορεί να θρέψει τόσα στόματα;»
«Να κάτι τέτοια με κάνουν να σιχαίνομαι το είδος μας» είπε με στόμφο ο Φρόγκι «Ώρες ώρες σκέφτομαι μήπως έχουν δίκιο οι Χόμο-Σάπιενς που μας λένε τέρατα, μα όπως και να ‘χει είναι απαράδεχτο να τρως αυτούς που έζησες μαζί τόσα πράγματα, θα μπορούσες δηλαδή να με φας όταν πεθάνω;»
«Με τίποτα, μου αρκεί που σε τρώω στη μάπα όσο ζεις!» είπε νευριασμένη η Χμα και συνέχισε «Και για να τελειώνουμε με αυτή την ιστορία, συνέχισε να κάνεις τα παιχνιδάκια σου, αρκεί να μην κινδυνεύσουν τα παιδιά, η σπηλιά και οι γίδες μας. Κατά τα άλλα κλέβε όσα πτώματα θες και συνέχιζε να τα θάβεις πίσω από αυτόν τον λόφο που έχεις βρει και να καρφώνεις πάνω απ’ τους λάκκους που σκάβεις αυτά τα κλαδάκια που ανάθεμα κι αν ξέρει κανείς τι σημαίνουν…»
«Εντάξει…» έκανε δειλά ο Φρόγκι κι σηκώθηκε να φύγει.
«Πάντως!» είπε η Χμα «Μη νομίζεις πως δεν ξέρω ποιος σου έχει βάλει αυτές τις ιδέες στο κεφάλι, σε έχω δει πως την κοιτάς…σιγά που είχες εσύ “μεταφυσικές ανησυχίες” και τι σημαίνει τέλος πάντων μεταφυσικές ανησυχίες;»

Ο Φρόγκι κοκκίνισε σαν παντζάρι και βγήκε έξω απ’ τη σπηλιά.
Ήταν η ώρα να βοσκήσουν οι γίδες.

Προτού προλάβει να τις μαζέψει όλες, ήδη η μία του κορούλα είχε έρθει από κοντά κι είχε αρχίσει να κλαίει και να παρακαλάει τον πατέρα της να την πάρει μαζί του. Μην αντέχοντας τα ουρλιαχτά της μικρής ο Φρόγκι συναίνεσε.

«Εντάξει Χαλά, αλλά μόνο για σήμερα, εντάξει;»
«Νι!» απάντησε εκείνη χαρούμενη και αγκάλιασε τον πατέρα της.

Ο Φρόγκι ξεκίνησε μαζί με την Χαλά και το κοπάδι για τα βοσκοτόπια, μαζί την ίδια ώρα ξεκινούσαν και οι υπόλοιποι άντρες Νεάντερταλ που έβγαζαν τις δικές τους γίδες. Ο ήλιος φώτιζε για τα καλά την κεντρική Ευρώπη. Υπήρχε φαγητό για όλους κι όλοι έμοιαζαν χαρούμενοι.

«Θα είναι ωραία χρόνια φέτος ε;» ρώτησε κάποιος τον Φρόγκι.
«Πώς πάει η γυναίκα;» ρώτησε άλλος
«Είναι αλήθεια ότι θάβεις τους νεκρούς αντί να τους τρως;» του είπε ψιθυριστά ένα τρίτος.
«Πφ!» σχολίασε μέσα απ’ το δόντια του ο Φρόγκι και πήρε τη Χαλά και απομακρύνθηκαν μαζί με το κοπάδι μακριά απ’ τους υπόλοιπους.

Καθώς η κόρη του έτρεχε μαζί με τις γίδες ο Φρόγκι σκεφτόταν διάφορα, καθόλου ευχάριστα πράγματα. Πρώτα απ’ όλα για τη ζωή του. Ο γάμος του δεν τον ευχαριστούσε ιδιαίτερα, η γυναίκα του και ο ίδιος τσακώνονται διαρκώς και δε συμφωνούσαν ποτέ και σε τίποτα. Αυτή προερχόταν βέβαια από καλή σπηλιά και ο Φρόγκι είχε αναγκαστεί να παλέψει με έναν τεράστιο, τριχωτό Νεάντερταλ για να την κερδίσει. Όλοι το είχαν σίγουρο πως ο Φρόγκι θα πέθαινε τη μέρα της μάχης, αλλά είχε καταφέρει να επικρατήσει του αντιπάλου του, χάρη στη μεγάλη απελπισία που είχε κυριεύσει την ψυχή του εξαιτίας της σιγουριάς του πως ποτέ δε θα βρει θηλυκό. Αυτή η ψυχική κατάσταση νίκησε τους μύες του διπλάσιου σε μέγεθος αντιπάλου του και ο πατέρας της Χμα, έστω και ανόρεχτα έδωσε την κόρη του στον νικητή μεν ελαφρώς ιδιόρρυθμο και εκκεντρικό δε Φρόγκι.

Ο Φρόγκι όμως δεν ήταν ευτυχισμένος. Προσπαθούσε να πείσει τη Χμα να σηκώνονται κάθε πρωί και να στέκονται στην είσοδο της σπηλιάς κοιτώντας τον ήλιο και να μουρμουρίζουν μεγάλες, περίπλοκες λέξεις που εξέφραζαν ευχαριστίες για όσα καλά είχαν γίνει και παρακλήσεις για όσα ήθελαν να συμβούν. Εκείνη το έβρισκε ηλίθιο και προτιμούσε να κοιμάται. Μια μέρα πάλι που ένας αρσενικός Νεάντερταλ ήρθε να διεκδικήσει την Χμα για γυναίκα του, ο Φρόγκι προσπάθησε να αποφύγει τη μάχη:

«Κατά τη γνώμη μου, απ’ τη στιγμή που δυο άνθρωποι είναι μαζί δε θα έπρεπε να μπορούν να είναι και με κάποιον άλλο ή αυτός ο άλλος να αναμειχθεί στο ζευγάρι, παρά μόνο αν και ο διεκδικούμενος του ζευγαριού επιθυμεί να χωρίσει!»

Αυτά τα λόγια ακούστηκαν πολύ περίεργα.

«Δεν καταλαβαίνω» είπε η Χμα «Δεν θα παλέψετε;»
«Ναι!» συμφώνησε και αυτός που την διεκδικούσε «Δεν έβγαλα άκρη με όσα είπες, γιατί δεν το λύνουμε όπως πρέπει, σαν άντρες;»

Ο Φρόγκι τότε είχε ρωτήσει την Χμα αν ήθελε να τον αφήσει για τον άλλον άντρα. Η Χμα ξέσπασε σε λυγμούς.

«Με φοβίζουν αυτά που λες, σταμάτα σε παρακαλώ, μπου-χου-χου» είπε και τα δάκρυα της κυλούσαν σα το Ρήνο ποταμό. «Απλά πολεμήστε μεταξύ σας και θα πάω με τον καλύτερο πολεμιστή, δε μου αρέσουν αυτά που λες, δε μου αρέσουν καθόλου!»

Κι έτσι ο Φρόγκι είχε αναγκαστεί να σκοτώσει τον αντίζηλο του με ένα μαχαίρι που είχε φτιάξει. Σπανίως χρησιμοποιούνταν μαχαίρια ή εργαλεία γενικότερα σε μάχες αλλά ο Φρόγκι το είχε κάνει.

«Δε θα τον φάμε;» είχε ρωτήσει η μία κορούλα του ζεύγους.
«Όχι θα τον θάψουμε, παραλίγο να ήταν ο μπαμπάς σας τώρα» είπε με σεβασμό και ειρωνεία ανάμεικτα ο Φρόγκι.
«Θα ήταν καλύτερος μπαμπάς από εσένα;» ρώτησε η μικρή
«Το πιθανότερο!» είχε απαντήσει κοφτά η μητέρα της.

Αλλά η κύρια αναποδιά για τη ζωή και την ευτυχία του Φρόγκι είχε συμβεί έναν χρόνο πριν, όταν κοντά στις σπηλιές των Νεάντερταλ της Γερμανίας είχε έρθει να μείνει μια γυναίκα, αν ήταν ακριβώς γυναίκα, η οποία αντί για σπηλιά επέλεξε να ζήσει στην κουφάλα ενός χοντρού δέντρου. Πολλοί άντρες της φυλής την επισκέφτηκαν για να ζευγαρώσουν μαζί της και … πράγματι τα κατάφεραν. Αλλά η γυναίκα δεν έλεγε να μείνει έγκυος.

Παραξενεμένος από αυτό ο Φρόγκι είχε πάει να τη γνωρίσει. Η εμφάνιση της του είχε κάνει μεγάλη εντύπωση ήταν πολύ ψηλή, πιο ψηλή απ’ τους περισσότερους άντρες, είχε καθαρό πρόσωπο με πάρα πολύ κοντά μαύρα μαλλιά που ήτα συνεχώς βρεγμένα. Κατά τα αλλά έμοιαζε να μην έχει πλυθεί ποτέ της.

Το πρώτο πράγμα που την είχε δει να κάνει ο Φρόγκι ήταν να κοπανάει ένα μαχαίρι στον κορμό του δέντρου, έπειτα το έκανε ξανά και ξανά. Κατάλαβε έτσι πως η γυναίκα ήξερε να σχεδιάζει. Ο Φρόγκι θεωρούσε τον εαυτό του έξυπνο αλλά δεν ήξερε να σχεδιάζει.

«Θες να γίνεις γυναίκα μου;» της είχε πει, αγνοώντας τελείως το πρωτόκολλο της εποχής. Εκείνη τον κοίταξε καλοσυνάτα κι απάντησε:
«Όχι ρε συ!».
Εκείνος έκανε να φύγει.
«Ωστόσο…» του φώναξε.
«Ναι;» έκανε αυτός με ελπίδα
«Να έρχεσαι με κάθε τέταρτο φεγγάρι να βλέπω αν είσαι καλά, σύμφωνοι;»
«Έχεις πολύ σοβαρό πρόβλημα μου φαίνεται!» είχε πει ο Φρόγκι εκνευρισμένα κι αμέσως είχε φύγει, αν και για κάποια τέταρτα φεγγάρια είχε περάσει απ’ τα μέρη της.

Η γυναίκα αυτή, η τελευταία μάγισσα των Νεάντερταλ της κεντρικής Ευρώπης υπήρξε κι ο μεγάλος έρωτας του Φρόγκι, η σύζυγος του φυσικά που μπορεί να μην είχε κανένα θέμα να τον σφάξει ο κάθε τριχωτός πίθηκος για να την κερδίσει από αυτόν, είχε ζηλέψει και του έκανε τη ζωή κόλαση, τα παιδιά του τον είχαν γραμμένο και οι γίδες δε του πρόσφεραν κανένα εισόδημα και καμία απόλαυση. Τέλος οι προσπάθειες του να πείσει τους άλλους Νεάντερταλ να υιοθετήσουν τις δικές του συνήθειες έπεφταν στο κενό.

«Είμαστε χαμένοι αγάπη μου» είχε πει στη Χμα μια μέρα
«Τι εννοείς, πάλι δε θες να δουλέψεις τεμπέλη;»
«Αγάπη μου, δε το βλέπεις; Έρχονται όλοι αυτοί οι Χόμο Σάπιενς και μας σφάζουν στον ύπνο μας, δεν κάνουμε τίποτα για να αλλάξουμε τις συνήθειες μας, πιστεύουμε ότι είμαστε το κέντρο του κόσμου, οι πιο ισχυροί, πιο δυνατοί, οι καλύτεροι. Αλλά δεν είμαστε. Ξημερώνει ένας κόσμος που δε θα μας χωράει. Θα πεθάνουμε! Θα πουληθούμε σα σκλάβοι! Οι κόρες μας θα βιαστούν! Πρέπει να ξεπεράσουμε την αλαζονεία μας, υπάρχει χρόνος αλλά είναι λιγοστός»
«Είσαι τρελός Φρόγκι, απορώ γιατί δε σε σκοτώνω στον ύπνο σου μερικές φορές…»

Κι έτσι ο Φρόγκι ήταν ένας δυστυχισμένος, απογοητευμένος Νεάντερταλ.

***

Καθώς λοιπόν προχωρούσε με το κοπάδι και την κόρη του την Χαλά, στάθηκαν για λίγο να ξαποστάσουν στην ανατολική πλευρά ενός ποταμού όπου θα ήταν μόνοι τους. Η μικρή έτρεξε να παίξει μακριά απ’ την επίβλεψη του πατέρα της και αυτός ξάπλωσε στο μαλακό χορτάρι.

Τότε συνέβη.

Πρώτα μια μεγάλη σκιά στάθηκε πάνω απ’ τον Φρόγκι. Αυτός δεν έδωσε σημασία, φαντάστηκε πως ήταν απλά ένα σύννεφο. Έπειτα λούστηκε ξανά στο φως «Ευτυχώς όλα καλά!» σκέφτηκε με το αθώο του μυαλό. Τότε ακούστηκε ένα ισχυρό βουητό μες το κεφάλι του Φρόγκι.

Για λίγο όλα σκοτείνιασαν.

Έπειτα ο Φρόγκι μπόρεσε να ανοίξει τα μάτια του. Η κορούλα του ήταν δίπλα του τυλιγμένη πάνω του κι απέναντι τους, εκτός απ’ τις γίδες τους, ήταν και τρεις καινούργιες φιγούρες.

Καθόλου συνηθισμένες.

Οι τρεις φιγούρες με τις κόκκινες φορεσιές που προέρχονταν προφανώς από το δέρμα κάποιου ακαθόριστο ζώου πλησίασαν διερευνητικά αλλά ευδιάθετα τα δύο μέλη της αξιαγάπητης αυτής οικογένειας Νεάντερταλ.

«Συγνώμη είστε όντως άνθρωποι των σπηλαίων;» ρώτησε ο ένας
«ΟΥΑΟΥ! Πρόσεξε Τζεφ, θα τους τρομάξεις και θα φύγουν!» είπε ο δεύτερος
«Προσοχή! Μπορεί να έχουν μικρόβια» πρόσθεσε ο τρίτος.
«Συγνώμη ποιοι είστε; Τι είστε;» ρώτησε ο Φρόγκι
«Εχμ» είπε ο πρώτος, καθάρισε το λαιμό του και έπειτα συνέχισε «Γεια σας αγαπητέ μου, ονομάζομαι Τζεφ, έρχομαι από… δεν έχει σημασία το από πού έρχομαι βασικά, είναι από έναν πολύ μακρινό γαλαξία, δε θα καταλαβαίνατε»
«Δεν ξέρω τι είναι αυτός ο γαλαξίας. Πείτε μου γρήγορα τι θέλετε, τρομάζετε τη μικρή μου κόρη»
«Καλέ μου κύριε, δεν έχουμε τίποτα εναντίον σας, σεβόμαστε πολύ τους πρωτόγονους, θα σας κάνουμε μερικές ερωτήσεις και στο τέλος θα σας δώσουμε την ευκαιρία να κερδίσετε ένα μικρό δώρο. Έπειτα θα φύγουμε, σύμφωνοι;»
«Σύμφωνοι…» είπε διστακτικά ο Φρόγκι.
«Ωραία!» είπε αμέσως ο τρίτος εξωγήινος και έβγαλε έναν υπολογιστή για να κρατάει σημειώσεις. «Πείτε μου αγαπητέ μου, έχετε ιδιοκτησία;»
«Δεν ξέρω τι είναι αυτό»
«Να ανήκει κάτι σε εσάς, μόνο σε εσάς και να μπορείτε να το δώσετε σε κάποιον άλλο μόνο εσείς…»
«Έχω τη σπηλιά, τις γίδες μου, τα εργαλεία μου και τη γυναίκα μου… αλλά αν τα χρειαστεί κάποιος ή τα διεκδικήσει μπορεί να τα πάρει, ειδικά όταν δεν πρόκειται για γυναίκες μοιραζόμαστε τα πράγματα μας»
«Τα παιδιά σας θα κληρονομήσουν τη σπηλιά και τα εργαλεία σας;»
«Αν θέλουν να πάρουν τα εργαλεία μου ναι, αλλά το πιο πιθανό είναι να ψάξουν να βρουν δική τους σπηλιά, τις γίδες θα τις μοιράσω μισές μισές»
«Τι χρειάζεστε τόσες γίδες αν δεν έχετε ιδιοκτησία;»
«Τις γίδες δεν τις έχουμε ακριβώς δικές μας, καθένας έχει το κοπάδι του αλλά στο τέλος τα κοπάδια ζούνε όλα μαζί και όλοι πίνουμε απ’ το γάλα της γίδας του άλλου ή τρώμε απ’ το κρέας της, απλά ο καθένας φροντίζει αυτές που του αναλογούν».
«Θαυμάσια, θαυμάσια… εξαιρετικά. Έχετε γυναίκα;»
«Όσο να ‘ναι»
«Την αγαπάτε;»
«Όσο να ‘ναι»
«Αγαπάτε κάποια άλλη γυναίκα;»
«Θέλετε να απαντήσω για τρίτη φορά το ίδιο πράγμα;»
«Όχι εντάξει κύριε…»
«Φρόγκι!»
«Εντάξει κύριε Φρόγκι, νομίζω πως τελειώσαμε, περιμένετε λίγο».

Ο Φρόγκι κάθισε στη γωνία ενώ οι εξωγήινοι σιγομουρμούριζαν μεταξύ τους. Έπειτα ο πρώτος εξωγήινος, ο Τζεφ, γύρισε στον Φρόγκι.

«Όπως καταλαβαίνω, μπορεί να μην έχετε ιδιοκτησία αλλά απ’ την άλλη τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας σας δεν έχουν κανένα λόγο για τη ζωή τους, εσείς ως ο πατριάρχης της οικογένειας δίνετε τις διαταγές, σωστά;»
«Θεωρητικά…»
«Επίσης έχετε καταλάβει μέχρι τώρα πως ιδιοκτησία σημαίνει να έχεις δικό σου ένα αντικείμενο και να μπορείς να το ανταλλάξεις για ένα άλλο αντικείμενο; Αυτό είναι η ανταλλαγή προϊόντων ή αντικειμένων πιο απλά, το εμπόριο»
«Νομίζω πως κατάλαβα, αλλά όπως σας είπα δεν έχω καθόλου… προϊόντα»
«Εμείς όμως κύριε Φρόγκι έχουμε να σας δώσουμε ένα!» είπε χαμογελαστά ο Τζεφ και άνοιξε το χέρι του αποκαλύπτοντας μια σιδερένια σφαίρα με ένα κόκκινο κουμπί πάνω της. «Είναι απλό και πρακτικό αν και παίζει μόνο ένα τραγούδι, πατήστε αυτό το κόκκινο που προεξέχει κύριε Φρόγκι!»
«Τι όμορφο χρώμα!» σχολίασε ο Φρόγκι και το πάτησε. Απ’ τη σφαίρα ακούστηκε αμέσως μια σαγηνευτική μελωδία που τη συνόδευαν οι παρακάτω στίχοι:

Όταν η νύχτα προχωρά, σε συλλογίζομαι.
Μόλις εσένανε σκεφτώ παραλογίζομαι.

Και θέλω να ’ρθω να σ’ αρπάξω από τον Έλιοτ
να τον ρωτήσω με τα μάτια δακρυσμένα
με ποιο δικαίωμα σε πήρε από μένα
και ποια θυσία, ποια θυσία έχει κάνει ο Τ.Σ. Έλιοτ για σένα.

Όταν η νύχτα προχωρά, για σένα καίγομαι.
Ξέρω πως ο άλλος σε κρατά, κι εγώ τρελαίνομαι.

Και θέλω να ’ρθω να σ’ αρπάξω από τον Έλιοτ
να τον ρωτήσω με τα μάτια δακρυσμένα
με ποιο δικαίωμα σε πήρε από μένα
και ποια θυσία, ποια θυσία έχει κάνει ο Τ.Σ. Έλιοτ για σένα.

«Υπέροχο!» είπε ο Φρόγκι συγκλονισμένος «Δεν έχω ακούσει ποτέ κάτι τόσο όμορφο στη ζωή μου»
«Είναι όντως πολύ ωραίο» είπε συγκαταβατικά ο Τζεφ «Κύριε Φρόγκι, λυπάμαι που δε μπορώ να σας δώσω και ένα ποίημα του Έλιοτ αλλά φοβάμαι πως αυτό θα περιέπλεκε πολύ τα πράγματα…»
«Τι εννοείτε, ποιο ποίημα; Τι είναι ποίημα;»
«Δεν έχει σημασία… λοιπόν σας αρέσει αυτή η σφαίρα που βγάζει αυτόν τον όμορφο ήχο κύριε Φρόγκι;» ρώτησε ο Τζεφ.

Ο Φρόγκι το σκέφτηκε. Μια τόσο όμορφη μελωδία θα μπορούσε κυριολεκτικά να αλλάξει τον κόσμο, να πείσει τους άλλους Νεάντερταλ να αλλάξουν συνήθειες, τη γυναίκα του να γίνει πιο ευγενική μαζί του, τα παιδιά του να τον σέβονται και άλλα πολλά πράγματα. Αλλά κυρίως κάτι τέτοιο θα μπορούσε επιτέλους να κερδίσει την καρδιά της μάγισσας. Αν της το έκανε δώρο; Ναι αυτό ήταν. Έτσι θα έφευγαν οι δυο τους μαζί, μακριά από τα υπόλοιπα βάρβαρα κτήνη που ούτε μια προσευχή το πρωί δεν ήξεραν να κάνουν.

«Μου αρέσει πάρα πολύ…» ψέλλισε.
«Και μπορεί να γίνει δικό σας» χαμογέλασε ο Τζεφ «Αν μας δώσετε κι εσείς κάτι, θυμάστε όσα είπα για το εμπόριο, θα ανταλλάξουμε ένα προϊόν με ένα άλλο προϊόν»
«Μα δεν έχω τίποτα» έκανε απογοητευμένος ο Φρόγκι
«Έχετε κύριε Φρόγκι, έχετε. Την οικογένεια σας»
«Και συγκεκριμένα την μικρούλα από εδώ!» πετάχτηκε ο τρίτος ερευνητής
«Ανταλλάζουμε τη σφαίρα που παίζει αυτή τη μελωδία με την κόρη σας!»
«Την κόρη μου;» έκανε απορημένος ο Φρόγκι και κοίταξε την Χαλά, την μικρή κορούλα του.
«Όχι μπαμπά δεν θέλω να πάω μαζί τους!» τσίριξε αυτή.
«Τα παιδιά σας ανήκουν!» υπενθύμισε ο Τζεφ.
Ο Φρόγκι κοίταξε απορημένος το κενό. Ποιος να ήταν άραγε ο Έλιοτ;
«Εντάξει» ψέλλισε
«Είμαστε σύμφωνοι;» ρώτησε ο Τζεφ
«ΜΠΑΜΠΑ!» ούρλιαξε η μικρή
«Φυσικά, ανταλλάζω την Χαλά για αυτό εδώ το πράγμα που βγάζει τον ήχο που άκουσα πριν!»
«Τέλεια!» είπε ο Τζεφ και αμέσως μια λάμψη φώτισε τα πάντα. Για λίγο το μόνο που ακουγόταν ήταν οι λυγμοί της μικρής Χαλάς. Έπειτα ο Φρόγκι άνοιξε τα μάτια του. Οι επισκέπτες τους είχαν εξαφανιστεί μαζί με την κόρη του αλλά η σφαίρα που του είχαν υποσχεθεί είχε μείνει εκεί. Την δοκίμασε και δούλευε ακόμα κανονικά. Το τραγούδι ήταν υπέροχο όπως πάντα και η ανάμνηση του παιδιού του, που έκλαιγε και τον παρακαλούσε να μην το ανταλλάξει για ένα άψυχο αντικείμενο ούτε στο ελάχιστο δεν τον ενοχλούσε.

Είχαν όλα τελειώσει.

Άρχισε, χαρούμενος για πρώτη φορά στην ζωή του, να μαζεύει τις γίδες για να τις γυρίσει στη σπηλιά. Το ίδιο έκαναν την ίδια ώρα, σε διαφορετικά μέρη της περιοχής και οι υπόλοιποι Νεάντερταλ που ανυπομονούσαν να γυρίσουν στις γυναίκες τους και σε ένα καλό πήλινο πιάτο με φαγητό. Έτσι ήταν όλοι τους ευτυχισμένοι, χωρίς να καταλαβαίνουν πως το είδος τους σιγά παρήκμαζε και έφτανε στο τέλος του. Λίγες δεκάδες χιλιάδες χρόνια έπειτα, οι Χόμο Σάπιενς θα είχαν σκοτώσει τους περισσότερους από αυτούς, ενώ οι ελάχιστοι, μονάχα θηλυκού γένους, που θα επιβίωναν θα βιάζονταν με αποτέλεσμα να κληροδοτήσουν το ελάχιστο ποσοστό από dna Νεάντερταλ που έχει ο άνθρωπος του 21ο αιώνα. Και μπορεί ο Χόμο Σάπιενς, δηλαδή εμείς, να ξεκίνησε την ιστορία του σε αυτό τον πλανήτη με έναν μαζικό βιασμό και με μια ακόμα πιο μαζική γενοκτονία, πάντως όσον αφορά την ιστορία που διηθηθήκαμε εδώ, υπό τους ήχους μιας μελωδίας που δεν είχε ξανακουστεί στην κεντρική Ευρώπη, μια μελωδία που κόστισε την ανταλλαγή ενός προϊόντος με ένα άλλο προϊόν, τα κοπάδια επέστρεψαν απ’ τα βοσκοτόπια τους.

Ηθική Κατάπτωσις (Αλέξανδρος Οικονομίδης)

Η ώρα έχει φτάσει πέντε το απόγευμα. Ακόμα μία εργάσιμη μέρα έφτασε στο τέλος της. Μαζεύω τα πράγματά μου και φεύγω από το γραφείο. Με το που βγαίνω από το μεγαλοπρεπές κτήριο της πολυεθνικής εταιρίας που αναγνώρισε στο πρόσωπό μου έναν άξιο συνεργάτη, νιώθω το κινητό μου τηλέφωνο να δονείται. Βλέπω στην οθόνη το όνομα που άλλαξε την ζωή μου προς το καλύτερο. Χωρίς να καθυστερήσω, απαντάω στην κλήση.

«Ελεφαντάκο μου, δεν θα προλάβω να περάσω από το αεροδρόμιο να παραλάβω τους φίλους σου. Έχω πολύ δουλειά στο μαγαζί. Έχουν έρθει κάτι παιδιά από τον σύνδεσμο της ομάδας και θέλουν να τους εξυπηρετήσω τώρα. Μπορείς να πας εσύ;».

«Φυσικά, παντσεράκι μου, μην ανησυχείς. Θα πάω εγώ. Φιλιά. Σε αγαπώ!».

Αυτό το όνομα ήταν το εξής: «Ελισάβετ»! Η Ελισάβετ είναι η μέλλουσα γυναίκα μου. Εγώ την φωνάζω «παντσεράκι μου» κι αυτή με φωνάζει «ελεφαντάκι μου», εμπνευσμένοι από τα γερμανικά τεθωρακισμένα του Δεύτερου παγκοσμίου πολέμου, Panzer και Elefant. Φυσικά και δεν υιοθετούμε την ναζιστική ιδεολογία (μακριά από εμάς τα άκρα), αλλά, όπως κάθε άνθρωπος με φιλοδοξίες και ικανότητες, δεν μπορούσαμε παρά να μαγευτούμε από το μεγαλείο που ενέπνεε η Γερμανία του Β’ παγκοσμίου πολέμου.

Την Ελισάβετ την είχα γνωρίσει πριν από δύο χρόνια, σε ένα από τα πολυάριθμα επαγγελματικά ταξίδια που έκανα με την προηγούμενη πολυεθνική εταιρία που είχε αναγνωρίσει στο πρόσωπό μου έναν άξιο συνεργάτη. Εγώ μόνιμος κάτοικος Αθήνας, αυτή μόνιμη κάτοικος Μπρατισλάβας. Κι όμως, ο έρωτας μας έμεινε δυνατός παρά την απόσταση. Έτσι, πήρα την απόφαση πριν από μερικούς μήνες να βρω δουλειά στην Μπρατισλάβα, για να ζήσω μαζί με την γυναίκα της ζωής μου. Φυσικά, ένας άνθρωπος με τα προσόντα μου και την δική μου διάθεση για δουλειά, δεν θα δυσκολευόταν να βρει μια καλοπληρωμένη θέση εργασίας. Έτσι, τους τελευταίους τέσσερις μήνες συζώ με την Ελισάβετ σε ένα πολύ ωραίο διαμέρισμα κοντά στο κέντρο της Μπρατισλάβας. Το σπίτι δεν έχει κάτι το ιδιαίτερο. Είναι, όμως, ένα σπίτι φτιαγμένο με το μεράκι και την όρεξη για δουλειά δύο ανθρώπων που βγάζουν το ψωμί τους μόνοι τους, χωρίς να τους γεμίζει το πορτοφόλι η μαμά και η γιαγιά.

Η Ελισάβετ έχει ένα δικό της μαγαζί που κάνει τατουάζ. Κατά κύριο λόγο, οι πελάτες της ήταν είτε μέλη της νεολαίας του πατριωτικού κόμματος «Η Σλοβακία μας», είτε μέλη του συνδέσμου της Σλόβαν Μπρατισλάβας (της μεγαλύτερης ποδοσφαιρικής ομάδας της χώρας), είτε άτομα που συνδυάζουν και τις δύο αυτές ιδιότητες. Κάποιοι αδαείς κατηγορούν τα μέλη του συνδέσμου ότι είναι νεοναζί κι ότι είναι οι χειρότεροι οπαδοί της Ευρώπης, μαζί με αυτούς της Λέγκια Βαρσοβίας. Προσωπικά δεν παρακολουθώ ποδόσφαιρο, θεωρώ πως αυτά είναι μόνο για κάτι φοιτητές και για κάτι αργόσχολους. Όμως, δεν μπορώ να μην θαυμάζω το πάθος και τον πατριωτισμό αυτών των παιδιών της Σλόβαν.

Σήμερα θα ερχόντουσαν από την Αθήνα για να με δουν δύο φίλοι μου, ο Ντομούζ και ο Καλιγούλας, με σκοπό να κάτσουν μία βδομάδα. Εννοείται πως, ως καλός οικοδεσπότης, τους κάλεσα να μείνουν στο σπίτι μου και να μην πάνε σε κάποιο χόστελ (με τι λεφτά θα πήγαιναν, άλλωστε;). Είχα πει στην Ελισάβετ να πάει να τους πάρει από το αεροδρόμιο, καθώς υπήρχε περίπτωση να μην προλάβω μετά από την δουλειά να πάω μέχρι εκεί. Όμως, δεδομένου πως είχε πολύ δουλειά ακόμα στο μαγαζί, έπρεπε να πάω τρέχοντας. Στην διαδρομή έκανα μια στάση, καθώς τους αγόρασα από δύο εβδομαδιαία εισιτήρια για τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς. Όχι, δεν μου το ζήτησαν αυτοί. Με δική μου πρωτοβουλία τα αγόρασα και, φυσικά, με σκοπό να τους τα κάνω δώρο. Μπορεί αυτά τα 22€ που έδωσα να ήταν 22 μικρές μαχαιριές στα καρδιά μου, αλλά τους λυπήθηκα, καθώς ήταν άνεργοι. Περισσότερο, όμως, το έκανα γιατί λυπήθηκα τους άμοιρους γονείς τους, οι οποίοι ακόμα τους τρέφουν.

Έφτασα στο αεροδρόμιο περίπου μισή ώρα μετά την προγραμματισμένη άφιξη της πτήσης από Αθήνα. Ευτυχώς, η πτήση τους καθυστέρησε, καθώς, λόγω της ισχυρής χιονόπτωσης που έλαβε χώρα στην Μπρατισλάβα, το αεροπλάνο έκανε αναγκαστική προσγείωση στην Βουδαπέστη. Το «ευτυχώς» δεν το λέω προφανώς με την έννοια ότι χάρηκα για την ταλαιπωρία που υπέστησαν οι δύο φίλοι μου, δεν είμαι τέτοιος άνθρωπος σε καμία περίπτωση. Απλά, δεν ήθελα να δώσω δικαιώματα στους εκπροσώπους της Ελλάδας, της «μαύρης τρύπας της Ευρωπαϊκής Ένωσης», όπως την αποκαλεί χαριτολογώντας εδώ σχεδόν σύσσωμος ο σλοβάκικος λαός.

Τελικά, μετά από δύο ώρες αναμονής (δύο ώρες που θα μπορούσα να δουλεύω και να βγάζω χρήματα, αλλά τι να κάνεις…), το αεροπλάνο φτάνει στην Μπρατισλάβα και βγαίνουν σιγά σιγά οι πρώτοι επιβάτες. Εγώ, απίστευτα ταλαιπωρημένος, περιμένω στωικά να βγουν οι δύο φίλοι μου για να πάμε σπίτι μου να ξεκουραστώ, καθώς εγώ το επόμενο πρωί έπρεπε να παώ στην δουλειά μου.

Τελικά, μετά από αρκετά λεπτά, είδα να βγαίνει ο Ντομούζ. Τον Ντομούζ τον είχα γνωρίσει πριν από τρία χρόνια, σε μια βιβλιοπαρουσίαση. Είναι πρόσφυγας στην Ελλάδα, Κουρδικής καταγωγής και είναι 25 χρονών. Ήταν για χρόνια στον ένοπλο στρατό του PKK, συγκεκριμένα στρατολογήθηκε στην τρυφερή ηλικία των 15. Είχε έρθει στην Ελλάδα πριν από τέσσερα χρόνια, κυνηγημένος από την τουρκική κυβέρνηση, όπως μας έλεγε. Εγώ, όμως, ήξερα την αλήθεια. Τον είχαν διώξει από το PKK, όταν τον κατηγόρησαν 4 έφηβες συμπολεμίστριές του για απόπειρα βιασμού. Ο λοχαγός του αποφάσισε να του χαρίσει την ζωή και να μην τον εκτελέσει για εσχάτη προδοσία, όπως όριζε ο όρκος των Κούρδων μαχητών. Έτσι, ήρθε ατιμασμένος στην Ελλάδα και επινόησε την ιστορία του κυνηγητού από την τουρκική κυβέρνηση για να διασώσει ότι μπορούσε από την καταρρακωμένη του αξιοπρέπεια. Ζούσε παρασιτικά στην Ελλάδα, τρώγοντας τα λεφτά των γονιών του, αλλά ήταν καλό παιδί. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα…

«Τι λέει ρε Ντομούζ;», τον ρωτάω. «Ο Καλιγούλας που είναι;».

«Έρχεται τώρα. Καθυστέρησε να βγει η βαλίτσα του», μου είπε ο Ντομούζ. Και όντως, πέντε λεπτά μετά βγήκε και ο Καλιγούλας.

Τον Καλιγούλα τον ήξερα αρκετά περισσότερα χρόνια από τον Ντομούζ, συγκεκριμένα έξι. Ήταν 18 ετών τότε, στο πρώτο έτος. Υπήρξε συνοδοιπόρος μου σε πολλές τρέλες που έκανα ως νέο παιδί. Και στην ένταξή μου στην ΚΝΕ, καθώς και στην ενασχόλησή μου με την συγγραφή μυθιστορημάτων, ο Καλιγούλας ήταν εκεί. Μετά, εξακολουθήσαμε να κάνουμε πολύ στενή παρέα, παρόλο που είχαμε τελείως διαφορετικές πορείες. Εγώ, από την μία, κατάλαβα πως ήμουν πολύ μεγάλος και για να είμαι συγγραφέας, αλλά και για να είμαι στην ΚΝΕ, ή έστω κάπου κοντά σε αυτήν πολιτικά. Αυτός, από την άλλη, συνέχισε το ίδιο μοτίβο. Έμεινε στο πλευρό της ΚΝΕ (ως φίλος πλέον), ενώ συνέχιζε να ασχολείται με την συγγραφή. Ως εκ τούτου, δεν άργησε να πέσει στα ναρκωτικά. Τώρα λέει ότι κάνει περιστασιακή χρήση, αλλά φυσικά καταλαβαίνω ότι λέει ψέματα Ήταν ξεκάθαρα ένα άτομο με το οποίο δεν είχα τίποτα κοινό πλέον. Αλλά με συνέδεε με το παρελθόν, με τα νιάτα μου, με τα χρόνια της ανεμελιάς. Είναι όμως σωστό να κρατάς δεσμούς με το παρελθόν;

«Ρε Καλιγούλα, πόση ώρα έκανε αυτή η βαλίτσα να βγει;», ρώτησα, κάνοντας πως δεν είχα καταλάβει πως είχε πάει σε κάποια γωνιά να πάρει την δόση του.

«Ε, ξέρεις πως είναι αυτά…», μου λέει, προσπαθώντας μάταια να με κοροϊδέψει ότι δεν συμβαίνει τίποτα ύποπτο.

«Ελάτε, πάμε προς την στάση των λεωφορείων να πάμε σπίτι», τους είπα. Έτσι βγήκαμε από το αεροδρόμιο και τους έδωσα τα εισιτήρια που τους είχα αγοράσει (με τα λεφτά που έβγαλα από την δουλειά μου).

Όση ώρα περιμέναμε το λεωφορείο, καθώς και όση ώρα ήμασταν μέσα σε αυτό κατευθυνόμενοι προς το σπίτι, μου έλεγαν τα νέα τους. Φυσικά, ήταν αυτά που περίμενα: ούτε δουλειά, ούτε σχέση, ούτε τίποτα παραγωγικό στην ζωή τους. Μόνο ναρκωτικά, αλκοόλ και έκλυτη ζωή. «Τι θα κάνω με αυτούς εδώ;», σκέφτηκα…

Φτάνουμε στο σπίτι μετά από αρκετή ώρα. Εξηγώ στα παιδιά ότι εδώ δεν μπαίνουμε με τα παπούτσια στο σπίτι και ο Ντομούζ μου λέει πως το ίδιο ισχύει και στην Τουρκία. Η Ελισάβετ συστήνεται με τον Ντομούζ (τον Καλιγούλα τον είχε γνωρίσει μια μέρα που είχε έρθει να με επισκεφτεί στην Αθήνα, όταν ακόμα έμενα εκεί). Νόμιζα ότι είδα κάτι περίεργο στο βλέμμα του όταν την είδε, αλλά ήμουν σίγουρος ότι ήταν ιδέα μου, ότι απλά ήμουν κουρασμένος από την σκληρή μου δουλειά στην πολυεθνική εταιρία.

Το πρώτο πράγμα που ρώτησε ο Ντομούζ ήταν –τι άλλο- το τι θα φάμε. Ο Καλιγούλας δεν πείναγε ιδιαίτερα (η έλλειψη όρεξης για φαγητό είναι βασικό σύμπτωμα της χρήσης ναρκωτικών), αλλά για να μην καρφωθεί μας είπε ότι θα τσιμπήσει λίγο. Κι εγώ κι η Ελισάβετ ήμασταν πολύ κουρασμένοι από την δουλειά για να μαγειρέψουμε, έτσι παραγγείλαμε πίτσες και φάγαμε. Νομίζω πως τους άκουσα να παραπονιούνται μεταξύ τους για το γεγονός πως δεν τους μαγειρέψαμε, αλλά μάλλον θα έκανα λάθος. Η κούραση από την δουλειά μάλλον…

Αφού φάγαμε, πήγαμε για ύπνο. Ο Ντομούζ με τον Καλιγούλα κοιμήθηκαν στο σαλόνι, ο ένας στον καναπέ κι ο άλλος σε ένα σούπερ ανατομικό στρώμα που αγοράσαμε αποκλειστικά και μόνο για αυτούς. Την ώρα που προσπαθούσαμε να κοιμηθούμε, τους ακούγαμε από το δωμάτιό μας να μουρμουρίζουν, χωρίς να μπορούμε να διακρίνουμε τι ακριβώς λένε.

«Μα τι θα γίνει, ρε ελεφαντάκο μου; Εμείς δουλεύουμε αύριο το πρωί και θέλουμε να κοιμηθούμε», μου λέει με παραπονεμένο ύφος η Ελισάβετ.

«Ηρέμησε, παντσεράκι μου», της είπα και την πήρα αγκαλιά. «Μικροί είναι, μόλις βρουν δουλειά θα γίνουν άνθρωποι». Στην συνέχεια, αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά μου, σαν την Εύα στην αγκαλιά του Αδόλφου την ημέρα της αυτοκτονίας τους.

Το επόμενο πρωί ξυπνήσαμε στις 7 ακριβώς και φύγαμε για δουλειά. Μπορεί να κάναμε λίγη φασαρία στο σαλόνι που κοιμόντουσαν τα παιδιά, κυρίως όταν ανταλλάσσαμε τα πρωινά φιλιά και γλυκόλογα με την Ελισάβετ, πριν αποχωρήσουμε για την δουλειά του ο καθένας. Αλλά όταν κοιμάσαι 11 και 12 ώρες την ημέρα, δεν είσαι τόσο ευαίσθητος να ξυπνήσεις με τον παραμικρό θόρυβο.

Λίγες ώρες αργότερα, ενώ βρισκόμουν στην δουλειά, προσπαθώντας να καλύψω την τεμπελιά των περισσότερων εκ των συναδέλφων μου, χτυπάει το κινητό μου τηλέφωνο. Ήταν ο Ντομούζ.

«Έλα ρε. Ψάχνουμε τα κλειδιά να πάμε μια βόλτα στην πόλη. Που τα έχεις;».

Παραξενεύτηκα. Τους είχα πει ότι δύσκολα θα μπορούσα να τους αφήσω αντικλείδια, καθώς υπήρχαν μόνο δύο: εμού και της Ελισάβετ. Φυσικά, δεν ήταν μόνο αυτός ο λόγος. Όσο και να τους αγαπάω κι όσο φίλοι μου και να είναι, δεν παύουν να είναι ένα πρεζόνι κι ένας βιαστής. Ποιος θα τους εμπιστευόταν να τους αφήσει κάτι τόσο πολύτιμο, όπως το κλειδί για το προσωπικό του καταφύγιο; Αντίστοιχα κι αυτοί, όσο φίλοι μου και να ήταν, θα μπορούσαν να καταπιέσουν την αποκλίνουσα συμπεριφορά τους; Ποιος θα μπορούσε να εγγυηθεί ότι ο Καλιγούλας δεν θα πούλαγε τα υπάρχοντά μου, που αγόρασα με τα λεφτά της σκληρής μου δουλειάς, για να αγοράσει τις αγαπημένες του σκόνες, ή ότι ο Ντομούζ δεν θα έφερνε σπίτι τα έφηβα κορίτσια που θα απήγαγε, με συνέπεια να έχω μπλεξίματα με τον νόμο για υπόθαλψη εγκληματία;

«Ε παιδιά, σας είπα ότι μάλλον δεν θα μπορέσω να σας έχω αντικλείδια. Αλλά μην ανησυχείτε, όταν τελειώσει η Ελισάβετ την δουλειά της σε 2 ώρες, θα περάσει να σας ανοίξει και να σας ξεναγήσει στην πόλη. Απλά, αν μπορείτε, να κρατήσετε το σπίτι σε μία σχετικά καλή κατάσταση.».

«Ναι ρε, για ποιους μας πέρασες;», μου λέει άνετος ο Ντομούζ, προσπαθώντας να με καθησυχάσει και κλείνει το τηλέφωνο.

Δύο ώρες μετά, μιλάω με την Ελισάβετ. Μου λέει πως θα πάρει τα παιδιά και θα τα πάει για φαγητό. Της λέω μετά το φαγητό να τους πάει στην μπυραρία στο κέντρο της πόλης που είναι πλέον το στέκι μας και, φυσικά, καθ’ όλη την διάρκεια της βόλτας, να κρατάει σφιχτά την τσάντα της, για να την προστατεύει από τον Καλιγούλα. Τον Ντομούζ δεν τον φοβόμουνα, δεν έχει καθόλου καλό γούστο για να επιτεθεί σε μία κλασσάτη κυρία σαν την Ελισάβετ.

Μόλις τελειώνω την δουλειά στην εταιρεία, πηγαίνω στην μπυραρία να βρω την Ελισάβετ και τα παιδιά, καθώς και να πιω την μπύρα που δικαιούμαι να πιω έπειτα από οχτώ ώρες σκληρής δουλειάς . Πηγαίνω και βλέπω την Ελισάβετ με την παρέα της και τα παιδιά. Ο Ντομούζ με τον Καλιγούλα, αντί να πιάσουν κουβέντα με δύο από τις τόσες φίλες της Ελισάβετ, μιλάνε συνέχεια με το μοναδικό αρσενικό της παρέας. Αυτό ήταν ο Μάρεκ, ένας γκέι φίλος της Ελισάβετ και το άτομο που συμπαθώ λιγότερο από την παρέα της. Δεν έχω τίποτα με τους ομοφυλόφιλους, άνθρωποι σαν κι εμάς είναι κι αυτοί. Αλλά δεν μπορώ να τους ανεχτώ να μου προβάλλουν το πάθος τους σαν κάτι φυσιολογικό, που πρέπει να το δέχομαι αδιαμαρτύρητα.

Βέβαια, δεν καταλαβαίνω γιατί μου έκανε εντύπωση που ένιωσε τόσο οικεία με τον Καλιγούλα και τον Ντομούζ. Ο Μάρεκ τα πρωινά δουλεύει ως χαμηλόμισθος υπάλληλος σε ένα σουπερμάρκετ και τα βράδια μπλέκεται σε λούμπεν καταστάσεις στα καταγώγια που αναζητεί να βρει τους περιοδικούς ερωτικούς του συντρόφους. Μία φορά τον είχαν βρει να κοιμάται σε ένα πάρκο. Ο ίδιος είχε πει τότε πως τον είχαν ληστέψει και τον χτύπησαν, αφήνοντάς τον αναίσθητο. Έκανα πως τον πίστεψα, καθώς δεν ήθελα να μάθω ανατριχιαστικές λεπτομέρειες από τις ομοφυλοφιλικές περιπτύξεις που λαμβάνουν χώρα στις λεωφόρους του περιθωρίου της Μπρατισλάβας. Ως εκ τούτου, σίγουρα θα είχε να μοιραστεί πολλές εμπειρίες με τους δύο περιθωριακούς μου φίλους.

Αργότερα το βράδυ, πάμε για φαγητό. Ήμασταν εγώ, η Ελισάβετ, ο Ντομούζ, ο Καλιγούλας και η Αντριάννα, η κολλητή της Ελισάβετ. Η Αντριάννα είναι λίγο περίεργη, αλλά πολύ καλή κοπέλα και πολύ εργατική Βγάζει τίμια τα προς το ζην δουλεύοντας σαν μαγείρισσα. Μάλιστα, ήταν τόσο ευγενική που προσφέρθηκε να έρθει το επόμενο πρωί από το σπίτι να μαγειρέψει για τα παιδιά. Αυτό σημαίνει πως έπρεπε να τους αφήσω τα κλειδιά. Αρχικά είχα πολλούς ενδοιασμούς, καθώς δεν θα ήθελα να έχουν τα κλειδιά του σπιτιού μου δύο άτομα με παρεκκλίνουσα συμπεριφορά. Τελικά, όμως, σκέφτηκα πως θα είναι η Αντριάννα να τους συγκρατεί. Φυσικά την ενημέρωσα για το ποιόν αυτών των δύο και να είναι πολύ προσεκτική, αλλά  και πως, παρόλα αυτά, είναι πολύ καλά παιδιά κατά βάθος.

Την ώρα που καθόμασταν στο εστιατόριο, η Αντριάννα είπε στην Ελισάβετ ότι βρίσκει ερωτικά ενδιαφέροντες τους δύο φίλους μου. Αυτοί με ρωτάνε τι είπε (καθώς η συζήτηση ανάμεσα στα δύο κορίτσια έγινε στα σλοβάκικα) και τους μετέφερα το ερωτικό ενδιαφέρον της. Είδα μια απέχθεια στο πρόσωπό τους. Δεν το κατάλαβα. Σίγουρα δεν μπορείς να την πεις ωραία, αλλά έχει έναν τύπο. Πράγμα που δεν μπορείς να το πεις ούτε για τις λούμπεν πρεζούδες που μπλέκει ο Καλιγούλας, ούτε για τα έφηβα κοριτσάκια που αποπλανεί ο Ντομούζ.

Στην συνέχεια, τους πάμε για ένα παραδοσιακό αψέντι. Η Αντριάννα κερνάει δύο γύρους και ζητάω πολύ ευγενικά από τα παιδιά να την κεράσουν κι αυτοί από ένα ποτό. Ενδεχομένως κι εγώ να ήμουν διστακτικός να κεράσω, αν με ζούσαν οι γονείς μου, αλλά αυτό ήταν θέμα τυπικής ευγένειας. Έπειτα από αρκετή ώρα, αποφασίζουν να κάνουν το κέρασμα τελικά. Την ώρα που πάμε να φύγουμε, βλέπω την Αντριάννα κάπως κατσουφιασμένη.

«Τι έχεις; Έγινε κάτι;», την ρωτάω.

«Ρε, ξέχασα το πορτοφόλι σπίτι, τώρα πρέπει να τα πληρώσουν όλα τα παιδιά», μου λέει λίγο λυπημένη.

«Δεν πειράζει μωρέ, τους τα δίνεις αύριο τα λεφτά. Τόσα λεφτά θα έχουν πάρει από τους δικούς τους για αυτό το ταξίδι», της λέω. Το μεταφέρω στα παιδιά τα οποία, έπειτα από αρκετή γκρίνια, τελικά έδωσαν τα λεφτά στην σερβιτόρα.

Γυρνάμε στο σπίτι και η Ελισάβετ πάει κατευθείαν για ύπνο. Κι εγώ νύσταζα, καθώς έπρεπε να πάω στην δουλειά την επόμενη μέρα, αλλά τα παιδιά επέμεναν να αράξουμε λίγο. Άρχισαν να με ρωτάνε για το τι παίζει με την πορνεία στην Μπρατισλάβα. Έπρεπε να το περιμένω. Ο Καλιγούλας κατάλαβε ότι εδώ δεν θα έβρισκε τις πρεζούδες που βρίσκει με το κιλό σε λούμπεν περιοχές στην Αθήνα, ενώ ο Ντομούζ κατάλαβε ότι εδώ το τμήμα ηθών δεν αστειεύεται, όπως στην Ελλάδα. Μου είπαν πως ρωτάνε αποκλειστικά για ενημερωτικούς λόγους κι εγώ, σαν καλός φίλος που είμαι, υποκρίθηκα ότι τους πίστεψα.

Μπαίνω μέσα στο δωμάτιο και κατά λάθος ξυπνάω την Ελισάβετ. Της δίνω ένα φιλί και της λέω να κοιμηθεί ξανά. Αυτή, όμως, είχε να μου πει κάτι πριν πέσει και πάλι στην αγκαλιά του Μορφέα.

«Πρόσεξες καθόλου το σαλόνι;», μου λέει με νυσταγμένο ύφος.

«Όχι, δεν το πρόσεξα καθόλου, μου συγχωρείται μετά από την σκληρή μου δουλειά, νομίζω.».

«Έχει κάτι πατημασιές από τα παπούτσια των παιδιών. Φρόντισε να μην επαναληφθεί.».

«Φυσικά, παντσεράκι μου», της λέω και κοιμόμαστε αγκαλιά.

Την επόμενη μέρα ξυπνάμε την ίδια ώρα το πρωί. Η Ελισάβετ μου υπενθυμίζει πως θα έρθει η Αντριάννα για να μαγειρέψει. Εγώ, με πάρα πολλούς ενδοιασμούς, αφήνω τελικά τα κλειδιά στο τραπεζάκι και πάω στην δουλειά. Λίγες ώρες αργότερα, με παίρνει τηλέφωνο ο Ντομούζ.

«Ρε, δεν έχει έρθει η Αντριάννα. Είχες πει ότι θα έρθει στις 10:00 και είναι 11:30. Εμείς παίρνουμε τα κλειδιά και φεύγουμε».

«Ναι, κανένα πρόβλημα. Ελάτε από την δουλειά μου γύρω στις 13:30 που έχω διάλλειμα για να πάμε για φαΐ», του λέω εγώ.

Ένιωσα λίγο άσχημα που δεν πήγε τελικά να τους μαγειρέψει η Αντριάννα. Σκέφτομαι να γυρνάνε στην Ελλάδα και να μας κατηγορούν ότι τους φάγαμε και τα λεφτά, ενώ στην πραγματικότητα συμβαίνει ακριβώς το αντίστροφο. Βέβαια, δεν μπορώ να κατηγορήσω και την Αντριάννα που τελικά δεν πήγε. Μία κοπέλα ανυπεράσπιστη με δύο άτομα σαν αυτά, είναι σαν απόσπασμα από έργο του αγαπημένου μου συγγραφέα, του Μαρκήσιου Ντε Σαντ. Τουλάχιστον, στις 13:30 θα έπαιρνα πίσω τα κλειδιά μου, βάζοντας τέρμα σε οποιαδήποτε βρώμικη σκέψη μπορεί να έκαναν για το σπίτι μου, είτε αφορούσε ναρκωτικά, είτε έφηβα κοριτσάκια.

Συναντιόμαστε στο διάλλειμα μου και πάμε για φαγητό. Τους ρωτάω αν όλα έχουν κυλήσει ομαλά στο ταξίδι τους κι αν έχει υπάρξει κάποιο πρόβλημα. Μου είπαν πως όλα ήταν μια χαρά. Ελπίζω να μου λένε αλήθεια, αν και με αυτούς τους δύο δεν μπορώ να είμαι και πολύ αισιόδοξος για αυτό. Κάποια στιγμή, τους λέω αυτό που μου είπε η Ελισάβετ για τα παπούτσια. Τους βλέπω να στραβώνουν, αλλά αποφασίζω να το καταπιώ. Τελικά, αφού κατάφερα με αρκετή δυσκολία να αποσπάσω τα κλειδιά, πήγα ήρεμος να συνεχίζω την δουλειά μου. Τους είπα να περιμένουν στο στέκι μας την Ελισάβετ μόλις τελειώσει την δουλειά τους και συμφώνησαν. Έτσι, πήγαν στην μπυραρία για να πιουν καμία μπύρα ή κανέναν καφέ, δηλαδή ότι κάνουν και στην υπόλοιπη ζωή τους.

Την ώρα που συνέχιζα την σκληρή δουλειά στο γραφείο μου, προσπαθώντας να καλύψω τα λάθη των άχρηστων συναδέλφων μου, νιώθω το κινητό μου να δονείται. Ήταν η Ελισάβετ.

«Έλα, παντσεράκι μου. Τι έγινε;», της λέω.

«Έλα, ελεφαντάκο μου», μου λέει αυτή, με την φωνή της όμως να μην έχει την γλυκύτητά που έχει συνήθως, αλλά να έχει ένα έντονο συναίσθημα λύπης, συνοδευόμενο από κλάματα που με έκαναν να δυσκολεύομαι να καταλάβω τι λέει.

«Παντσεράκι μου, είσαι καλά; Πες μου τι έγινε. Ποιος σε πείραξε; Πες μου ποιος είναι, για να γνωρίσει την οργή του ιππότη του Έρωτα».

«Μόλις γύρισα σπίτι και το βρήκα σε μαύρο χάλι», μου λέει, με τον ήχο των δακρύων της να χτυπάει την καρδιά μου σαν ρωσικό κνούτο.

«Γιατί, τι έχει;», ρωτάω με την καρδιά μου να είναι έτοιμη να σχιστεί σε χίλια κομμάτια.

«Οι φίλοι σου έχουν ξεχάσει δύο φώτα αναμμένα, έχουν αφήσει το ψωμί εκτός ψυγείου και το αποσμητικό είναι μέσα στην λεκάνη. Πρέπει να κάτσω εδώ να συμμαζέψω την βομβαρδισμένη Δρέσδη.».

«Εντάξει, παντσεράκι μου, όπως θέλεις», της λέω και κλείνω σοκαρισμένος το τηλέφωνο.

Σκέψεις κατακλύζανε το μυαλό μου. Γιατί; Γιατί να μου το κάνουν αυτό; Γιατί να έρθουν μέχρι εδώ για να με εξευτελίσουν έτσι; Τους φέρθηκα με τον καλύτερο τρόπο, τους άνοιξα το σπίτι μου. Γιατί να μου συμπεριφερθούν με αυτόν τον τρόπο; Ίσως τώρα εξηγείται γιατί αυτό το βλέμμα προς την Ελισάβετ την ήμερα που ήρθανε. Ζηλεύουν. Ζηλεύουν την ονειρεμένη σχέση μου με την Ελισάβετ, την ώρα που ο ένας πηγαίνει μόνο με πρεζούδες επειδή τους δίνει τα ¨φάρμακά¨ τους κι ο άλλος έχει καταλήξει βιαστής. Ζηλεύουν την δουλειά μου, την ώρα που αυτοί τρέφονται ακόμα από τους γονείς, τους θείους και τους παππούδες. Ζηλεύουν που εγώ έχω λαμπρές προοπτικές για το μέλλον μου, ενώ αυτοί βρίσκονται μία ανάσα είτε από τον θάνατο, είτε από την φυλακή.

Με τα πολλά, αποφασίζω να πάρω τηλέφωνο τον Ντομούζ.

«Έλα, Ντομούζ. Η Ελισάβετ δεν θα μπορέσει να έρθει τώρα. Συνέβη κάτι φοβερό στο σπίτι, με έχετε απογοητεύσει πολύ. Μείνετε στην μπυραρία και θα έρθω να σας βρω μόλις τελειώσω την δουλειά.».

Είχα σκοπό να μιλήσω σε πολύ ήρεμο ύφος, παρά τον εκνευρισμό μου. Ότι και να μου είχαν κάνει, είναι φίλοι μου. Έπρεπε να δείξω μια κατανόηση. Άλλωστε, έπρεπε να περιμένω ότι δύο λούμπεν άτομα θα ανέπτυσσαν και μια αντίστοιχη συμπεριφορά, μη αντιλαμβανόμενοι την σκληρή δουλειά που έχουμε ρίξει με την Ελισάβετ για να στήσουμε αυτό το νοικοκυριό.

Μόλις τελειώνω, πάω κατευθείαν στην μπυραρία. Βλέπω τον Ντομούζ με τον Καλιγούλα να κάνουν αυτό που κάνουν πάντα: να πίνουν και να μιλάνε για ναρκωτικά και κοπέλες που τους έχουν απορρίψει. Πηγαίνω να κάτσω μαζί τους και τους εξηγώ τι μου είπε η Ελισάβετ στο τηλέφωνο. Η αντίδρασή τους μου προκάλεσε το πιο περίεργο συναίσθημα που ένιωσα στην ζωή μου, πιο περίεργο ακόμα κι από αυτή την μίξη φόβου, δέους και ηδονής που ένιωσα όταν είδα για πρώτη φορά τον «Θρίαμβο της Θέλησης» της Λένι Ρίφενσταλ.

«Κοίτα, νιώσαμε πολύ προσβεβλημένοι με τον τρόπο που μας μίλησες στο τηλέφωνο και αποφασίσαμε ότι δεν μπορούμε να μένουμε στο σπίτι σου πια. Πήγαμε και νοικιάσαμε σε χόστελ για τις επόμενες τέσσερις μέρες που θα μείνουμε εδώ.», μου λένε με ένα στόμα ο Καλιγούλας με τον Ντομούζ.

Ένιωσαν προσβεβλημένοι… Εντάξει, μπορώ να δεχτώ ότι υπάρχει μία μικρή (στα όρια της απειροελάχιστης) πιθανότητα όντως να ήμουν λίγο πιο επιθετικός από όσο έπρεπε στο τηλέφωνο. Αλλά είναι δυνατόν να ένιωσαν προσβεβλημένοι; Με τόσα που έχω κάνει για να περάσουν καλά στο ταξίδι τους; Και στην τελική, από τότε απέκτησαν αυτοί οι δύο λούμπεν τύποι τέτοιες ευαισθησίες; Αλλά ως καλός φίλος, προσπάθησα να τους μεταπείσω.

«Όχι ρε παιδιά, δεν χρειάζεται. Με προσβάλλετε με αυτό που κάνατε.», τους λέω.

«Όχι, το έχουμε αποφασίσει τώρα, δεν αλλάζουμε απόφαση. Αλλά δεν αλλάζει κάτι στην σχέση μας.», μου λένε προσπαθώντας με κάθε τρόπο να με καθησυχάσουν

Δεν κατάφερα τελικά να τους μεταπείσω και πήγαμε από το σπίτι να μαζέψουν τα πράγματά τους. Η Ελισάβετ είχε μαγειρέψει και τους είπα τουλάχιστον να μείνουν να φάμε. Το δεχτήκανε. Ο Ντομούζ –μην μπορώντας να πει όχι σε τζάμπα φαγητό- έφαγε μαζί μας. Ο Καλιγούλας δεν έφαγε τίποτα, επειδή κατά πάσα πιθανότητα είχε πάρει την δόση του όση ώρα με περίμεναν στην μπυραρία και του είχε κοπεί η όρεξη.

Πήραν τα πράγματά τους, πήγαμε στο χόστελ να εγκατασταθούν και μετά βγήκαμε οι τρεις μας για μια μπύρα. Καθώς εκείνη την ημέρα ήταν Παρασκευή, τους πρότεινα ένα σχέδιο για το επερχόμενο σαββατοκύριακο. Σάββατο πρωί να τους πάω στο Mall της Μπρατισλάβας, το Σαββατόβραδο να πάμε σε ένα πάρτι που γινόταν λίγο έξω από την Μπρατισλάβα και την Κυριακή να πάμε ένα μικρό ταξιδάκι στην γειτονική Ουγγαρία, μήπως δούνε κι εκεί τι κακό έκανε ο κρατισμός της Σοβιετικής περιόδου και σταματήσουν να υπερασπίζονται αυτές τις βλακείες. Ο Ντομουζ με ρώτησε αν θα μπορούσαμε να πάμε στην –επίσης γειτονική- Πολωνία, έχοντας την ψευδαίσθηση πως έστω και μία από τις τόσες πανέμορφες Πολωνές θα γυρνούσε να κοιτάξει έναν αποτυχημένο σαν του λόγου του. Εγώ, όμως, σκεπτόμενος πως και στην Πολωνία θα έβγαζαν τα απαραίτητα συμπεράσματα για την τυραννία της ανελευθερίας της αγοράς, του απάντησα ότι θα το συζητήσουμε ξανά αύριο μέσα στην ημέρα.

Με το που μπαίνω στο σπίτι, πάω κατευθείαν στο κρεβάτι. Η Ελισάβετ ήταν ξαπλωμένη, αλλά δεν κοιμόταν, παρόλο που μου είχε πει ότι θα κάτσει σπίτι γιατί είναι κουρασμένη.

«Παντσεράκι μου, δεν κοιμάσαι;», την ρώτησα.

«Δεν με πιάνει ύπνος», μου λέει. «Έχω απογοητευτεί πολύ από τους φίλους σου».

«Μα σου είχα πει πως είναι λούμπεν στοιχεία. Πρέπει να το καταλάβεις κάποια στιγμή. Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι έξυπνοι και δουλευταράδες σαν κι εμάς. Άλλωστε, τώρα δεν τους έχουμε μέσα στα πόδια μας», της εξηγώ.

«Το ξέρω, ελεφαντάκο μου. Αλλά δεν νιώθεις πως έχεις μεγαλώσει για να κάνεις παρέα με τέτοια κατακάθια;», μου λέει, γεμίζοντάς με με σκέψεις, ενώ αυτή αποκοιμιέται γλυκά.

Το επόμενο πρωί ξύπνησα και πήγα στο χόστελ που έμεναν τα παιδιά, για να πάμε στο Mall. Τους περίμενα στην κεντρική είσοδο και παρατηρούσα τους πελάτες. Λούμπεν στοιχεία από όλες τις γωνίες της Ευρώπης έβγαιναν και έμπαιναν στο χόστελ. Άχρηστοι άνεργοι, ναρκομανείς και χαραμοφάηδες φοιτητές χάλαγαν την αισθητική μου με τον σιχαμένο τους αέρα κακομοιριάς. Εγώ τους έβλεπα από την κεντρική είσοδο, όπου περίμενα δύο τέτοια στοιχεία να βγουν.

Κάποια στιγμή, βλέπω ένα τσούρμο από άχρηστα αγόρια και κορίτσια νεαρής ηλικίας που τρώνε τα λεφτά των γονιών τους να κατευθύνονται προς την έξοδο. Φοβήθηκα μήπως έρχονται προς το μέρος μου για να μου ληστέψουν τα λεφτά που έβγαλα με τον τίμιο ιδρώτα μου, με σκοπό ίσως να έχουν λεφτά για να πάρουν ναρκωτικά. Μέσα στο τσούρμο, αναγνωρίζω τον Ντομούζ και τον Καλιγούλα.

«Γκουντμπάι γκάιζ. Θενκς φορ δε λαστ νάιτ. Γουι χαντ ε γουόντερφουλ τάιμ. Γουί χόουπ το ση γιου εγκαίν.», τους άκουσα να λένε στο υπόλοιπο τσούρμο.

«Τι ήταν αυτά τα παιδιά;», τους λέω, τρομαγμένος για το τι θα ακούσω από το στόμα τους.

«Είναι κάτι Ισπανοί που γνωρίσαμε χθες το βράδυ, όταν γυρίσαμε από την μπύρα. Αράξανε στο δωμάτιό μας χθες και περάσαμε πάρα πολύ ωραία», μου είπαν αυτοί.

Δεν μου είπαν λεπτομέρειες. Ούτε εγώ ρώτησα, δεν ήθελα να ακούσω ιστορίες από το λυκόφως της ανθρώπινης κοινωνίας. Ποιος ξέρει τι έκαναν και πέρασαν τόσο καλά. Υπήρχαν άραγε πόρνες; Ναρκωτικά; Έφηβα κοριτσάκια; Μήπως επιδόθηκαν σε άρρωστες σεξουαλικές πράξεις μεταξύ τους; Ποτέ δεν θα μάθω. Το τι συνέβη αυτήν την βραδιά θα μείνει πάντα ένα άλυτο μυστήριο. Και ίσως, να είναι καλύτερα να μείνει για πάντα ένα τέτοιο.

Μετά βγήκαμε έξω στον δρόμο και κατευθυνθήκαμε προς το Mall. Κάποια στιγμή, ο Καλιγούλας σκοντάφτει κάπου και πέφτει λίγος καφές στο φτηνιάρικο μπουφάν του, που μάλλον θα είχε αγοράσει από κάποιο φθηνό μαγαζί με μεταχειρισμένα, σε κάποια φτωχική γειτονιά της Αθήνας. Εγώ του πρότεινα να πάρει ένα καινούργιο μπουφάν από κάποιο φθηνό μαγαζί που βρήκαμε στον δρόμο μας Δυστυχώς, ο κακομοίρης δεν είχε λεφτά να πάρει μπουφάν από κάποιο μαγαζί του Mall.

«Δεν πειράζει, ρε συ. Θα το σκουπίσω λίγο και θα είμαι κομπλέ.», μου είπε ο Καλιγούλας, έχοντας συνηθίσει από τα μέρη με τους ρακένδυτους ναρκομανείς που συχνάζει στην Αθήνα.

Μετά, περάσαμε έξω από το πανεπιστήμιο της πόλης και μου ζήτησαν να μπούμε μέσα να ρίξουμε μια ματιά. Με ρωτάνε διάφορα πράγματα για την ζωή των φοιτητών, καθώς και αν υπάρχουν φοιτητικές παρατάξεις στις σχολές μας.

«Εδώ δεν είναι Ελλάδα.», τους λέω με σοβαρό ύφος. «Οι φοιτητές μας ασχολούνται μόνο με τις σπουδές τους, όχι με αυτές τις βλακείες.».

«Κάτσε ρε.», μου λέει ο Ντομούζ. «Κάνε ότι κριτική θέλεις για τις φοιτητικές παρατάξεις των ελληνικών πανεπιστημίων και για το πώς συμπεριφέρονται μέσα στις σχολές, αλλά δεν είναι βλακείες το να διεκδικούν οι φοιτητές μια βελτίωση τη ζωής τους».

Δεν ήθελα να συνεχίσω την κουβέντα και έκανα πως κατανοούσα την άποψή του. Κι εγώ, ως μικρό παιδάκι που ήμουν, έκανα τις τρέλες μου στο πανεπιστήμιο. Ήμουν κι εγώ μέλος της ΚΝΕ. Αλλά τώρα μεγάλωσα, όπως κι ο Καλιγούλας με τον Ντομούζ, άσχετα που δεν το έχουν αντιληφθεί ακόμα. Δεν ήταν δυνατόν να υποστηρίζω ακόμα αυτές τις ανοησίες. Ήξερα πλέον πως δεν μπορεί να έχει κάποιος πολιτική άποψη, χωρίς να έχει δουλέψει ούτε μια μέρα στην ζωή του. Φυσικά, υπολογίζοντας πως δύο χαραμοφάηδες σαν αυτούς τους δύο δεν θα το καταλάβαιναν, σώπασα και συνεχίσαμε τον δρόμο προς τα Mall.

Κόψαμε δρόμο μέσα από ένα υπέροχο δασάκι, για να τους δείξω τις φυσικές ομορφιές της Μπρατισλάβας. Γκρίνιαξαν αρκετά για το δύσβατο της διαδρομής, με τον Ντομούζ να μου λέει ότι αν πηγαίναμε από τον δρόμο, ήταν μια ευθεία μέχρι τα Mall και τον Καλιγούλα να τον σιγοντάρει. Προσβλήθηκα, καθώς δεν δεχόμουνα από δύο άτομα που δεν ξέρουν τίποτα άλλο εκτός από τα στενά δρομάκια των Εξαρχείων, να μου κάνουν υποδείξεις για τους δρόμους της πόλης όπου χτίζω την νέα μου ζωή ως επιτυχημένο στέλεχος επιχείρησης. Καταπίνω την οργή μου όμως και συνεχίζουμε την διαδρομή μας. Τελικά φτάνουμε στα –ομολογουμένως, ιδιαιτέρως εντυπωσιακά και πολυτελή- Mall.

«Ορίστε η φτώχεια που δήθεν θα έφερνε ο Καπιταλισμός στην χώρα.», τους λέω περιπαικτικά, λίγα λεπτά από την στιγμή που μπήκαμε. Όμως, αυτοί ξεκίνησαν να ειρωνεύονται και να υπερασπίζονται με πάθος το προηγούμενο καθεστώς.

«Από πότε τα Mall είναι δείκτης του βιοτικού επιπέδου μίας χώρας;», μου λέει ο Καλιγούλας. «Ναι, και στα Mall στην Ελλάδα να πας, φαίνεται πως είναι πάμπλουτη χώρα.», συμπληρώνει ο Ντομούζ. Αναρωτήθηκα που στο καλό ξέρει πως είναι τα Mall της Αθήνας ο Ντομούζ. Το έπαιζε και καλά κουλτουριάρης (όπως όλοι οι χαραμοφάηδες αγωνιστές του καναπέ) και δεν είχε και λεφτά να πάει. Αλλά μετά θυμήθηκα πως στα Mall της Αθήνας συχνάζουν πολλά έφηβα κορίτσια.

Μετά από μια βόλτα στο Mall, γυρνάμε στο κέντρο της πόλης και πάμε για φαγητό. Με ρωτάνε αν θα πάω το βράδυ στο πάρτι που τους είχα πει. Δεν είχα αποφασίσει ακόμα τι θα κάνω. Δεν εμπιστευόμουν τον κόσμο που θα πήγαινε εκεί, αλλά δεν ξέρω αν θα έπρεπε να αφήσω αυτούς τους δύο μόνους τους εκεί πέρα. Τους είπα ότι θα το συζητήσουμε και πάλι το απόγευμα και συζητούσαμε για την εικόνα που έχουν αποκομίσει για την ζωή στην Σλοβακία, με βάση αυτά που έχουν δει. Αφού αναπαρήγαγαν όλα τα ψέματα που τους έχουν πει η ΚΝΕ και το PKK για το πόσο καλό ήταν το προηγούμενο καθεστώς, γυρίσαμε σπίτια μας.

Μόλις μπαίνω στο σπίτι, βλέπω την Ελισάβετ να κάθεται στον καναπέ. Δούλευε πριν και ήταν πολύ κουρασμένη. Αρχίσαμε να συζητάμε για το τι θα κάνουμε το βράδυ.

«Εμένα μου έχουν πει τα παιδιά το βράδυ για ένα παρτάκι. Θέλεις να έρθεις;», της λέω, με την ελπίδα να έχω έναν ώμο να στηριχτώ απέναντι στα κατακάθια της σλοβάκικης κοινωνίας.

«Ούτε μέχρι το περίπτερο δεν πάω με αυτούς τους αλήτες!», μου κάνει νευριασμένη η Ελισάβετ. «Εσύ, αν θέλεις, πήγαινε.», μου λέει.

«Αν δεν έρθεις, τι να κάνω μόνος μου εκεί;», της λέω.

«Ε, δες το και αποφάσισε μετά.», μου λέει ενώ πηγαίνει προς την κρεβατοκάμαρά μας.

Το απόγευμα πήγαμε στην κλασσική μπυραρία και τηλεφώνησα στα παιδιά να περάσουν πρώτα από εμάς. Αφού έρχονται, τους λέω πως μάλλον δεν θα μπορέσω να τους ακολουθήσω στο πάρτι. Λίγο μετά, γνωρίζουν μια παρέα τριών αντρών και δύο γυναικών που καθόταν στο διπλανό τραπέζι και θα πήγαιναν κι αυτοί στο πάρτι. Τα ήξερα τα παιδιά, ήταν κάτι άνεργοι που έμεναν σε μια γειτονιά του κέντρου. Μαζεύονταν συχνά σε μια κεντρική πλατεία, κατά πάσα πιθανότητα για να καπνίζουν χόρτο με τα λεφτά των γονιών τους. Δυστυχώς, η κυβέρνηση έχει θεσπίσει αρκετά υψηλά επιδόματα ανεργίας και κάτι χαραμοφάηδες σαν αυτούς τα εκμεταλλεύονται για να μην δουλεύουν και να τεμπελιάζουν.

Όπως ήταν φυσικό, κόλλησαν πολύ καλά με τον Ντομούζ και τον Καλιγούλα και συζητάνε αρκετή ώρα. Κάποια στιγμή, ο Καλιγούλας βγαίνει για λίγα λεπτά έξω από το μαγαζί με μία από τις κοπέλες της παρέας. Δεν ξέρω αν φασώθηκαν ή αν πήγαν έξω για να ανταλλάξουν ναρκωτικά. Αν και μάλλον ο Καλιγούλας, εκμεταλλευόμενος το δεύτερο, προσπάθησε να κάνει και το πρώτο.

Κάποια στιγμή, όλη η παρέα έρχεται να μας χαιρετήσει και να φύγει για το πάρτι. Ξαφνικά, βλέπω την Ελισάβετ να με κοιτάει περίεργα.

«Ελεφαντάκο μου, είσαι σίγουρος ότι πρέπει να τους αφήσεις μόνους τους στο πάρτι;», μου κάνει. «Εδώ δεν είναι Ελλάδα, κάτσε να μην κάνουν τίποτα περίεργο αυτοί οι δύο.».

Είχε δίκιο. Όσο κι αν ήθελα να περάσω την νύχτα με την γυναίκα της ζωής μου, δεν μπορούσα να τους αφήσω μόνους τους. Ακόμα και τα κατακάθια που θα πήγαιναν στο πάρτι, ήταν επιτυχημένα στελέχη επιχειρήσεων μπροστά στους λούμπεν που συναναστρέφονται ο Ντομούζ με τον Καλιγούλα στην Αθήνα. Πως θα μπορούσα να τους εμπιστευτώ μόνους τους; Κι αν ο Καλιγούλας πήγαινε να πουλήσει ναρκωτικά στους θαμώνες; Κι αν ο Ντομούζ παρενοχλούσε κάποιο έφηβο κοριτσάκι; Θα κατέληγαν στο αστυνομικό τμήμα και θα έμπλεκαν και το όνομά μου. Η καριέρα μου στην πολυεθνική εταιρία θα έμπαινε σε κίνδυνο! Δεν μπορούσα να το επιτρέψω αυτό με τίποτα. Το αποφάσισα. Έπρεπε να πάω να τους ελέγχω, πριν κάνουν τίποτα που θα έκανε ανεπανόρθωτη ζημιά στην υπόληψή μου.

Ρίχνω ένα γρήγορο τρέξιμο προς την στάση των λεωφορείων. Ευτυχώς δεν είχε έρθει ακόμα το λεωφορείο που θα τους πήγαινε στο πάρτι.

«Τι έγινε, ρε; Θα έρθεις τελικά; Δεν θα κάτσεις με την Ελισάβετ το αποψινό βράδυ;», μου λέει χασκογελώντας ο Καλιγούλας, προσπαθώντας να ειρωνευτεί την σοβαρή μου σχέση.

«Ναι, θα περάσω για λίγο.», τους λέω. Είπα να προσπεράσω το κακεντρεχές σχόλιο για την σχέση μου. Από ανθρώπους ανίκανους να βρουν δουλειά (πόσο μάλλον μία σοβαρή κοπέλα σαν την Ελισάβετ για σχέση), δεν μπορούσα να περιμένω κάτι άλλο.

Μετά από κάποια ώρα, φτάνουμε επιτέλους στο πάρτι. Η είσοδος ήταν 8 ευρώ. Τα έδωσα με μισή καρδιά. Όχι επειδή μου λείπουν, άλλωστε ένας εργαζόμενος με τις δικές ικανότητες μόνο μεγάλο μισθό θα μπορούσε να έχει. Όμως, τα έδωσα με μισή καρδιά γιατί σκεφτόμουν τους γονείς όλων αυτών των παιδιών (συμπεριλαμβανομένων του Καλιγούλα και του Ντομούζ), που το χαρτζιλίκι που δίνουν στα τεμπέλικα τέκνα τους, πάει σε ναρκωτικά και σε πάρτι σαν κι αυτό.

Με το που μπαίνω μέσα, η ηλεκτρονική μουσική που έπαιζε μου πήρε τα αυτιά. Πιο μικρός, όταν ήμουν κι εγώ φοιτητής κι έκανα τρέλες, είχα πάει σε αρκετά τέτοια πάρτι. Όμως, πλέον είμαι ένας μεγάλος και ώριμος άνθρωπος, με σταθερή καλοπληρωμένη δουλειά και μια σοβαρή σχέση που πάει για γάμο. Μπορεί αυτή η λούμπεν κατάσταση να ταίριαζε απόλυτα στον Ντομούζ και τον Καλιγούλα, αλλά όχι σε μένα. Παρόλα αυτά, ήξερα πως είμαι απόλυτα αναγκασμένος να το υποστώ όλο αυτό, έστω και για λίγο.

Αφού παίρνουμε από μια μπύρα, καθόμαστε σε ένα σημείο στο κέντρο του πάρτι. Κάποια στιγμή βλέπω τον Καλιγούλα και τον Ντομούζ να κοιτάνε προς μία διαφορετική κατεύθυνση ο καθένας. Όταν παρατήρησα προς τα που κοίταζαν, σταμάτησα να παραξενεύομαι. Ο Καλιγούλας κοίταζε προς μια παρέα από λούμπεν νεολαίους, μάλλον βλέποντας στα πρόσωπά τους πιθανούς πελάτες για αγορά ναρκωτικών. Ο Ντομούζ, από την άλλη, κοίταζε έντονα το επόμενο θύμα του, ένα έφηβο ξανθό κοριτσάκι που χόρευε στον ρυθμό της μουσικής, μην μπορώντας να διανοηθεί τα βρώμικα σχέδια που καταστρώνονται για αυτήν. Έπρεπε να τους απασχολήσω, για να μην βάλουν μπροστά τα πλάνα τους.

Δυστυχώς, η φύση με κάλεσε και έπρεπε να επισκεφτώ την τουαλέτα. Τους είπα να με περιμένουν στο ίδιο σημείο, με την δικαιολογία ότι μπορεί και να τους έχανα. Όταν γύρισα, δεν βρήκα τα παιδιά στην θέση που τους άφησα. Τους έψαξα λίγο και, τελικά, έγινε αυτό που φαντάστηκα. Ο Καλιγούλας είχε πιάσει κουβέντα με την παρέα που κοίταζε νωρίτερα, με σκοπό, κατά πάσα πιθανότητα, να τους πουλήσει ναρκωτικά. Ο Ντομούζ ήταν λίγο πιο πέρα. Είχε πιάσει κουβέντα με το ξανθό κοριτσάκι που ήθελε να αποπλανήσει. Έπρεπε να παίξω το τελευταίο μου χαρτί, να τους πως ότι πρέπει να φύγω, με την ελπίδα να μην ξέρουν τον δρόμο της επιστροφής και να αναγκαστούν να με ακολουθήσουν.

«Παιδιά, εγώ πρέπει να φύγω. Η Ελισάβετ είναι μόνη της στο σπίτι και θέλω να πάω να της κάνω παρέα.», τους λέω αφού τους μαζεύω δίπλα μου και τους δύο. Μιλάνε δύο λεπτά μεταξύ τους και, τελικά, με ακολουθούν. Μου φάνηκε λίγο περίεργο, αλλά το δέχτηκα χωρίς ερωτήσεις. Άλλωστε μπορεί πολύ απλά η λούμπεν παρέα να είχε δικά της ναρκωτικά και το ξανθό κοριτσάκι να είχε πατέρα αστυνομικό.

Αφού απομακρυνόμαστε από το πάρτι όσο πρέπει για να μην μπορούν να γυρίσουν, τους αποχαιρετώ και τους λέω ότι θα μιλήσουμε αύριο για το ταξιδάκι στην Ουγγαρία που λέγαμε. Εγώ φτάνω στο σπίτι και βρίσκω την Ελισάβετ ξαπλωμένη.

«Γεια σου, παντσεράκι μου.».

«Γεια σου ελεφαντάκο μου. Όλα καλά με αυτούς τους δύο στο πάρτι;».

«Ναι, μην ανησυχείς. Φρόντισα να μείνουν φρόνιμοι, παρά τις προσπάθειές τους για το αντίθετο. Αύριο λογικά θα πάμε Ουγγαρία, να τους δείξω κι εκεί πόσο καλύτερα είναι τα πράγματα με το σημερινό καθεστώς».

«Κάνε ότι καταλαβαίνεις. Αρκεί να μην με πλησιάζουν.».

Το επόμενο πρωί παίρνω τηλέφωνο τον Ντομούζ να συνεννοηθούμε για το ταξίδι. Μέτα από αρκετά τηλέφωνα, δεν μου απάντησε ποτέ. Θα έπαιρνα και τον Καλιγούλα, αλλά φοβόμουν, καθώς το κινητό του θα μπορούσε άνετα να είναι κλεμμένο. Δεν ξέρω τι μπορεί να κάνανε χθες βράδυ με τους λούμπεν πελάτες του χόστελ χθες βράδυ. Σίγουρα θα κοιμόντουσαν μέχρι αργά, γιατί θα έμειναν απασχολημένοι όλο το βράδυ, κάνοντας ένας θεός ξέρει τι ακριβώς. Σκεπτόμενος ότι θα κοιμόντουσαν με τις ώρες, μπόρεσα με την ησυχία μου να αφιερώσω χρόνο στην γυναίκα της ζωής μου στο σπίτι μας.

Το βράδυ κανονίσαμε με την Ελισάβετ να πάμε για ένα ρομαντικό δείπνο στο εστιατόριο “Valhalla”, το οποίο ανήκε σε έναν πολύ στενό μας φίλο, τον γραμματέα του πυρήνα κεντρικού τομέα Μπρατισλάβας του κόμματος “Η Σλοβακία μας”. Την ώρα του γεύματος, υπό την μουσική της σλοβακικής πατριωτικής πανκ, η Ελισάβετ μου εξέφρασε τα παράπονά της για τους δύο φίλους μου.

«Ωραίους φίλους έχεις στην Αθήνα, ελεφαντάκο μου.», μου λέει με σκωπτικό ύφος.

«Έλα, βρε παντσεράκι μου.», της λέω. «Φοιτητής ήμουν κι έκανα τρέλες. Υπήρχαν στην παρέα μου και δύο λούμπεν στοιχεία. Τι να κάνω, να τους σκοτώσω;», συμπληρώνω.

«Κοίτα, δεν νομίζω ότι ταιριάζει σε ένα άτομο της δικής σου κλάσης και το δικού σου στάτους κβο να κάνει παρέα με τέτοιους περιθωριακούς. Αλλά δικοί σου φίλοι είναι, δεν θα σου πω εγώ τι να κάνεις.».

«Τόσα χρόνια είναι φίλοι μου, καταλαβαίνεις…», λέω εγώ.

«Μα δεν είδες πως συμπεριφέρθηκαν όσο έμεναν στο σπίτι; Ούτε ζώα να φιλοξενούσαμε!», μου λέει εκνευρισμένη η Ελισάβετ.

«Έχεις δίκιο σε αυτό, παντσεράκι μου. Αλλά ας το αφήσουμε εδώ για σήμερα καλύτερα.».

Αφού πληρώσαμε, κατευθυνθήκαμε προς το σπίτι. Το βράδυ δεν μπορούσα να κοιμηθώ, σκεπτόμενος αυτά που μου είπε η Ελισάβετ. Το ήξερα ότι έπρεπε να κλείσω τα μάτια μου, για να είμαι παραγωγικός την επόμενη μέρα στην εταιρία που με αμείβει για να της παρέχω τις πρώτης τάξεως υπηρεσίες μου, απλά δεν μπορούσα. Αλήθεια, τι δουλειά είχα εγώ με αυτούς τους δύο τύπους; Δεν ήμουν πια κανένας χαραμοφάης φοιτητής. Είμαι ένα επιτυχημένο στέλεχος επιχείρησης, με μια σταθερή σχέση που οδεύει για γάμο. Δεν έχω πλέον όρεξη να αράζω σε πεζούλια στα Εξάρχεια με μπύρες όποτε πήγαινα Αθήνα, δεν είχα όρεξη πια να συζητάω για πλάκα με τον Ντομούζ για έφηβα κοριτσάκια, ή με τον Καλιγούλα για ναρκωτικά (αυτοί πάντα μίλαγαν σοβαρά για τα συγκεκριμένα θέματα). Ίσως θα ήταν καλύτερο για εμένα να ξεκόψω τελείως από αυτούς τους δύο.

Ξημερώνει η επόμενη μέρα, η τελευταία που θα ήταν τα παιδιά στην Μπρατισλάβα. Εξακολουθούσα να τηλεφωνώ στον Ντομούζ. Δεν ξέρω αν ήθελα κι αν έπρεπε να τους χαιρετήσω, αλλά μου είχαν δανειστεί έναν φορτιστή και τον ήθελα πίσω. Μέχρι το μεσημέρι, δεν μου είχαν απαντήσει. Σκέφτηκα ότι θα έπρεπε να αποχαιρετήσω μια για πάντα τον φορτιστή μου, καθώς λογικά σε λίγες μέρες θα μετατρεπόταν σε 0,1 γραμμάριο MDMA, σε κάποια πιάτσα των Αθηνών.

Γυρίζω σπίτι το απόγευμα και, λίγο μετά, μπαίνει κι η Ελισάβετ, απόλυτα νευριασμένη.

«Τι έγινε, παντσεράκι μου;», της λέω και την παίρνω αγκαλιά.

«Άσε, είδα πριν μία ώρα έξω από την μπυραρία να περνάνε οι δύο οι φίλοι σου. Έτρεξα να τους προλάβω και τους ρώτησα που έχουν εξαφανιστεί δύο μέρες τώρα. Μου είπαν κάτι ηλίθιες δικαιολογίες, όπως ότι ήταν κουρασμένοι και έφυγαν. Ποιος ξέρει που έχουν μπλέξει…»

Δεν είμαι κανένας ηλίθιος. Ξέρω πολύ καλά ότι δεν ήταν τόσο κουρασμένοι. Κι επίσης, ξέρω ότι όπου κι αν έχουν μπλέξει (σίγουρα θα έμπλεξαν κάπου), δεν ήταν αυτός ο λόγος που εξαφανίστηκαν. Το έκαναν αυτό γιατί είχαν παράπονα από εμένα, ξεγράφοντας μονομιάς την φιλοξενία μου. Είχαν παράπονα που δεν τους μύησα στον υπόκοσμο της πόλης. Έχουν παράπονα που με είδαν να ζω μια φυσιολογική ζωή. Έχουν παράπονα που με είδαν να έχω μια πολύ καλή και αγαπημένη σχέση. Έχουν παράπονα που κατάφερα όσα αυτοί δεν πρόκειται να καταφέρουν ποτέ στην ζωή τους. Ως εδώ, όμως. Το πήρα απόφαση και δεν πρόκειται να έχω ξανά επαφές με αυτούς τους δύο. Η Ελισάβετ για ακόμα μια φορά με έσωσε από το έρεβος του περιθωρίου και για αυτό θα την αγαπάω για πάντα.

Λίγη ώρα μετά, με παίρνει ο Ντομούζ και μου λέει ότι αύριο, πριν φύγουν για το αεροδρόμιο θα αφήσει τον φορτιστή στην ρεσεψιόν του χόστελ. Απορώ που δύο χαραμοφαήδες σαν κι αυτούς τους έπιασε το φιλότιμο. Μάλλον θα φοβήθηκαν πως θα τους κυνηγούσα για έναν φορτιστή, λες και τους έχω δώσει δείγματα ότι είμαι κανένας τρελός. Αλλά όταν είσαι μπλεγμένος με ναρκωτικά και παιδεραστία, είναι λογικό να αναπτύσσεις σύνδρομο καταδίωξης.

Το βράδυ βλέπαμε τηλεόραση με την Ελισάβετ, πίνοντας μπύρες. Κάποια στιγμή γυρνάει και μου λέει με μια φωνή γεμάτη γλύκα:

«Ξεκουμπίζονται αύριο αυτοί οι δύο;».

«Ναι, παντσεράκι μου», της λέω. «Από αύριο, επιστρέφουμε στην κανονική ροή της ζωής μας.».

Το επόμενο πρωί γύρισαν στην Αθήνα. Μία ώρα πριν την πτήση, γύρω στις 12 το μεσημέρι, έστειλα στον Ντομούζ ένα απλό: «καλό ταξίδι». Αυτή έμελλε να ήταν κι η τελευταία μου συνομιλία μαζί τους. Πλέον, μια νέα εποχή ξεκινά, χωρίς τα βαρίδια του παρελθόντος. Όσοι θέλουν να ζουν παρασιτικά και να μένουν κολλημένοι στα ίδια, ας το κάνουν. Εγώ, όμως, αγναντεύω το μέλλον, που με περιμένει να το αρπάξω. Κι όλοι αυτοί που προανέφερα, είτε το θέλουν είτε όχι, θα με κοιτάνε από μακριά, με ένα αίσθημα φθόνου. Αλλά εγώ δεν έχω χρόνο πλέον να ασχολούμαι με όλους αυτούς.

Και συνεχίζω να δουλεύω, διορθώνοντας τα λάθη των άχρηστων συναδέλφων μου…

Τι μπορείτε να κάνετε με ένα πτυχίο φιλοσοφίας (Φώντας Φ.)

Ήταν καλοκαίρι, έβραζα στην Αθήνα και εκτός απ’ την Αθήνα έβραζα και στο ζουμί μου γιατί ένα καλό γκομενάκι που είχα βάλει στο μάτι δεν έλεγε να πει το ναι με τίποτα. Μην κοιτάτε που τα παρουσιάζω απλά και γλυκούλικα εδωπέρα. Δεν ήταν καθόλου. Μιλάμε για γερή καψούρα που με είχε κάνει να τρέχω πάνω-κάτω το κέντρο σαν μανιακός σε κρίση, χωρίς κάποιο σκοπό και νόημα. Κάποιες φορές υπήρχε ανταπόκριση, άλλες όχι και αντίστοιχα άλλαζε και η διάθεση μου, όπως και το είδος του αλκοόλ με το οποίο θα ξεκινούσα τη μέρα μου. Έχοντας αποδεχτεί πως μέσα σε όλο αυτό το παραλήρημα που με είχε πιάσει θα ήταν αδύνατον να βρω τον εαυτό μου, αποφάσισα συνειδητά να τον χάσω τελείως, μήπως κι αυτός ο έρμος αφού αποκοπεί απ’ το πιο τοξικό άτομο που γνώρισε στη ζωή του, εμένα δηλαδή, έβρισκε κάποιαν άκρη στο χάος. Σταμάτησα λοιπόν τα χάπια που έπαιρνα για την κατάθλιψη και ξεκίνησα να πίνω απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ ξοδεύοντας εκεί τα όχι και ιδιαίτερα πολλά χρήματα που μου είχαν αφήσει οι δικοί μου φεύγοντας για το χωριό. Αν ήταν περίοδος που το γκομενάκι με έκανε κέφι ξεκινούσα με βότκα, ουίσκι ή κάτι άλλο βαρύ. Αν πάλι ήταν περίοδος που έκανε οποιονδήποτε άλλο εκτός από εμένα κέφι τότε ξεκινούσα με όλα τα ελαφριά ποτά, μαλαματίνες, κρασιά, μπίρα κλπ αναμειγμένα όπως-όπως μεταξύ τους μπας και με πιάσουν κι αυτό συνεχιζόταν μέχρι να με πάρει ο ύπνος ή να ξεραθώ καλύτερα στο κρεβάτι μου ή κάποιο παγκάκι, θάμνο ή πεζούλι της πρωτεύουσας.

Κατά προτίμηση με παρέα γιατί φοβόμουν.

Αφού λοιπόν αυτή η κατάσταση τράβηξε όλο τον Ιούνη και τον Ιούλη και είχα φτάσει πια σε κατάσταση αποσύνθεσης, κήρυξα άτακτη υποχώρηση και υπέγραψα παράδοση άνευ όρων. Εχθρός δεν υπήρχε ακριβώς βέβαια για να του παραδοθώ αλλά είχα παραδοθεί στο έλεος της φτώχειας μιας και τα λεφτά για το αλκοόλ είχαν τελειώσει και φαί δεν υπήρχε στο σπίτι ούτε για δείγμα. Τις πρώτες μέρες του Αυγούστου την πάλεψα είτε με δανεικά είτε τρώγοντας κατευθείαν στα σπίτια φίλων, όταν όμως άρχισα να χρησιμοποιώ τα δανεικά για να αγοράζω μπύρες και να γυρίζω τα βράδια στο σπίτι από τον πιο μακρύ δρόμο για να μπορέσω να ψάξω όλους τους σκουπιδοντενεκέδες για τίποτα φαγώσιμο κατάλαβα πως δεν είχα και κανένα λαμπρό μέλλον αν συνέχιζα έτσι. Όλο και κάποιος γείτονας θα το σφύριζε στους γονείς μου, αυτοί θα υπέθεταν τα χειρότερα, όπως πχ ότι είχα αρχίσει την ηρωίνη (ενώ εγώ σαν καλό fashion victim του trainspotting, ούτε μήνα δεν έπινα αυτή την αηδία πριν τη σταματήσω εντυπωσιασμένος απ’ την επικινδυνότητα της), αυτοί θα ξαναγύριζαν σπίτι και αυτό ήταν! Όλες μου οι αποτυχίες των προηγούμενων ετών, που δεν ήταν και λίγες, θα χρεώνονταν στις περιστασιακές μου καταχρήσεις και θα κατέληγα σε καμιά ωραιότατα ιδιωτική κλινική απεξάρτησης. Κρίμα και άδικο!

Παρόλα αυτά το είχα παρακάνει και δε θα είχαν άδικο να αντιδράσουν έτσι. Έλεγχο ακριβώς του εαυτού μου δεν είχα. Με κοίταξα από πάνω ως κάτω. Ήμουν πιο βρώμικος από ποτέ, δεν υπήρχε ρούχο που να βρίσκεται στη ντουλάπα μα όλα ήταν πεταμένα όπου να ‘ναι μες το σπίτι και ήταν γεμάτα λεκέδες κρασιού και άλλων αηδιαστικών πραγμάτων. Κουζίνα και μπάνιο προφανώς φιλοξενούσαν πολλούς μικρούς ιάπωνες ειδάλλως δεν εξηγούταν οι ατομικές βόμβες που είχαν πέσει εκεί μέσα και γενικότερα επικρατούσε ένα χάος. Το μόνο ζωντανό πλάσμα μέσα στο σπίτι δεν ήμουν εγώ δυστυχώς αλλά και πολλά άλλα ζωύφια ενώ κάτι ενοχλητικοί ήχοι που έμοιαζαν με μικρά σταθερά βήματα και επαναλαμβάνονταν κάθε βράδυ με είχαν πείσει για τα καλά πως πλέον ήμουν συγκάτοικος με τουλάχιστον μια οικογένεια τρωκτικών. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Είπα «Ρε μαλάκα Διονύση τι χάλια είναι αυτά;» είχα να φάω κάτι που δεν προερχόταν από σκουπιδοντενεκέ κάτι μέρες τώρα και πάλι είχα παχύνει όμως «Βρωμάς και ζέχνεις γαμώ την παναγία σου!» είπα στο είδωλο μου και κάθισα στο κρεβάτι να το σκεφτώ λιγάκι το πράγμα.

Ήμουν σε κατάσταση αποσύνθεσης, είχα βάλει κιλά, βρώμαγα είχα καταστρέψει οτιδήποτε μπορούσε να καταστραφεί και είχα πάει κάτι χρόνια πίσω όποια βελτίωση είχα καταφέρει στην ψυχική μου υγεία τα τελευταία χρόνια. Έπρεπε να κάνω κάτι τώρα, σήμερα. «Αλλά τι;» αναρωτήθηκα. Είχα γίνει από ένας κομψός γλυκούλης πτυχιούχος τμήματος φιλοσοφίας ένα βρωμιάρικο γουρούνι που έπινε τόσο πολύ που δεν άντεχε καν να κάτσει να χτυπήσει στο χαρτί τις σουρεαλιστικές ιστορίες που προκαλούσε η μέθη. Που δεν ήταν καν σουρεαλιστικές, εκτός αν είχε προκύψει στο μεταξύ κάποιο λογοτεχνικό ρεύμα που το λέγανε «Βρώμικο Σουρεαλισμό» και αυτός δε το είχα πάρει χαμπάρι.

«Πρέπει να φύγω απ’ αυτό το μέρος» ξεκίνησα να οργανώνω κάπως τη σκέψη μου «Και που να πάω;» αναρωτήθηκα «Στους γονείς μου μήπως;» έδωσα μια πρώτη απάντηση την οποία και απέρριψα. Χρειάζομουν φροντίδα αλλά όχι γονική σε αυτή τη φάση. «Τι έκανα πριν με πάρει η κάτω βόλτα;» σκέφτηκα «Κυνήγαγες αυτό το παρδαλό θηλυκό τέρας γιατί προφανώς καλό ζώο είσαι και εσύ» μου απάντησα αυστηρά. «Όχι πιο πριν» συνέχισα χωρίς να δώσω σημασία στις επικρίσεις που μου έκανα «Πού είχα αφήσει τη ζωή μου, τι προσδοκίες είχα τέλος πάντων απ’ τη ζωή;»

Η εύκολη απάντηση ήταν βέβαια ότι δεν είχα σχέδια για τη ζωή ούτε κάποιο ιδιαίτερο πλάνο για το μέλλον. Δυστυχώς η ανατροφή μου εκτός από άσχημη ήταν μάλλον και ελαφρώς αποτυχημένη και έτσι δεν είχα σχηματίσει κάποια συγκροτημένη ταυτότητα ή κάποιο όνειρο για το τι θα ήθελα να κάνω τα επόμενα χρόνια. Ή μάλλον, και ενώ τα σκεφτόμουν αυτά χαμογέλασα, είχα σκεφτεί κάτι που θα μου άρεσε. Συγγραφέας ήθελα να γίνω, το έβλεπα ρομαντικά το θέμα μάλιστα, το πρωί θα με συλλαμβάνουν για δημόσια μέθη οι μπάτσοι, στη φυλακή θα γνωρίζω άγριους μα καλόκαρδους, καταπληκτικούς τύπους, θα στέλνω ένα ποίημα σε μια τοπική εφημερίδα κι όταν αποφυλακίζομαι θα γυρίζω σπίτι μου και θα βρίσκω ένα γράμμα να με περιμένει που θα λέει.

«Το ποίημα σας μας άρεσε πολύ, θα θέλαμε να σας προσφέρουμε μια μόνιμη στήλη στην εφημερίδα μας. Η αμοιβή σας θα είναι…» κλπ

Αντ’ αυτού βέβαια διαπίστωσα μεγαλώνοντας πως όλη η χώρα μεθάει, πίνει χάπια, βαράει ενεσούλες και πως πάλι καλά που δεν μαζεύουμε ακόμα κόσμο με καροτσάκια από τους κάδους. Κανένας μπάτσος δε με έλεγχε καν για κανένα λόγο ακόμα κι όταν κυκλοφορούσα με ότι να ‘ναι πάνω μου γιατί ήμουν πολύ γλυκούλης στη φάτσα και ποτέ δεν ήμουν προκλητικά αγενής απέναντι τους χωρίς λόγο, κάτι που θεωρούσα αυτιστικό έτσι κι αλλιώς. Κανά δυο φορές που έμπλεξα με άγριους τύπους, αποδείχτηκαν όχι πολύ καλόκαρδοι μα σίγουρα καταπληκτικοί στο ξύλο. Κάτι καλές ιστορίες με σπασμένα δόντια, ματωμένες μύτες και μαυρισμένα μάτια τις έγραψα. Όταν όμως λάμβανα απάντηση από περιοδικά, διαδικτυακές σελίδες και άλλα μέρη που τα έστελνα το ύφος περίπου ήταν:

«Κάπου το χάσαμε, μπορείτε να μας το ξαναστείλετε;»

«Μα είναι ποίηση αυτό το πράγμα τώρα;»

«Γελάσαμε πάρα πολύ με την ιστορία σας!»

«Σας ευχαριστώ πάρα πολύ γιατί, αν και εμένα προσωπικά δε μου αρέσει καθόλου η λογοτεχνία τυχαίνει να αρέσει πολύ σε μια νεαρή και όμορφη κοπέλα που βγαίνω αυτή την περίοδο η οποία ξετρελάθηκε μαζί σας και με την ιστορία σας και εντυπωσιάστηκε που την στείλατε σε μένα. Η σχέση μας επιτέλους ολοκληρώθηκε!»

Έτσι απογοητεύτηκα και εγώ, από τον τόπο που ζούσα, τους ανθρώπους που αναγκαζόμουν να τον μοιραστώ και πρώτα και κύρια απ’ τον εαυτό μου και έμεινα ρέστος. Ο κύριος Διονύσης Ρακόπουλος, εγώ δηλαδή, δεν είχε πάθος για τίποτα άλλο στη ζωή του, ούτε επιθυμούσε να παλέψει για τίποτα άλλο. Ήθελε να γίνει συγγραφέας, δε του βγήκε και πήγε να σπουδάσει φιλοσοφία μπας και ξεχαστεί.

«Αυτό είναι!» σκέφτηκα και αισθάνθηκα σαν να λειτουργούσε για πρώτη φορά μετά από καιρό το μικρό εκείνο πλασματάκι που είχα μες το κεφάλι μου. «Η φιλοσοφία!», «Θα συνεχίσεις τη φιλοσοφία Διονύση!».

Ήταν μια ωραία ιδέα. Είχα γραφτεί από πριν το καλοκαίρι σε ένα μεταπτυχιακό φιλοσοφίας, είχα καταφέρει να περάσω με επιτυχία και σχετικά απ’ τους πρώτους και τα μαθήματα ξεκινούσαν τον Σεπτέμβρη. «Άρα μπορείς να ξεκινήσεις από τώρα την προετοιμασία, να ξαναπιάσεις την ακαδημαϊκή ζωή, να κάνεις κάτι παραγωγικό» διαβεβαίωσα τον εαυτό μου για τις προθέσεις και την σίγουρη επιτυχία που μας περίμενε «Όμως» μου απάντησε αυτός σκεπτικά «Πώς θα μπορέσω ποτέ να συγκεντρωθώ σε ένα περιβάλλον τόσο άρρωστο όσο αυτό που ζω τώρα;». Το πρόβλημα ήταν φυσικά αληθινό, δεν υπήρχε περίπτωση να μείνω Αθήνα και να κάτω οτιδήποτε θετικό για την πάρτη μου ταυτόχρονα. «Θα φύγω τότε!» είπα «Αλλά για που;» αναρωτήθηκε η άλλη εκδοχή μου «Θα ζητήσω απ’ όσους φίλους έχω στην επαρχεία να με φιλοξενήσουν μερικές μέρες ή ακόμα καλύτερα βδομάδες, δεν μπορεί κάποιος θα με δεχτεί» απάντησα με σιγουριά αλλά χωρίς να είμαι και βέβαιος στην πραγματικότητα. «Ας το δοκιμάσουμε» συμφώνησε και ο Διονύσης.

Λίγες ώρες μετά ήμουν πάνω σε ένα μικρό σάπιο καραβάκι πενταβρώμικος με πενταβρώμικες βαλίτσες γεμάτες από πενταβρώμικα ρούχα αλλά ούτε που έδινα σημασία. Ήμουν πανευτυχής γιατί και έφευγα απ’ τη χειρότερη πόλη που μπορεί να γεννηθεί άνθρωπος στον 21ο αιώνα , την Αθήνα και πήγαινα να περάσω το υπόλοιπο καλοκαίρι σε ένα πολύ καλό φιλαράκι απ’ τη σχολή, που είχε εξοχικό σε ένα νησί απ’ τα κοντινά της πρωτεύουσας. Ακόμα καλύτερα οι γονείς του δε θα ήταν μαζί μας άρα δεν θα έπρεπε να προσπαθώ συνέχεια να κρύψω την θλιβερή κατάσταση μου για να κάνω καλή εντύπωση θα μπορούσα εξ’ αρχής να παραδεχτώ την τραγικότητα της ατμόσφαιρας που αποπνέω (κυριολεκτικά στο καράβι πέταγαν για ώρα δυο μύγες γύρω μου, μέχρι που απομακρύνθηκαν λίγο και τις κατάπιε ένας διερχόμενος γλάρος), να κάνω ένα καλό μπάνιο, να βάλω ένα καλό πλυντήριο, να φάω ένα καλό γεύμα και να στρωθώ στο διάβασμα. Είχα κουβαλήσει και μια σχετικά καθαρή βαλίτσα στην οποία είχα βάλει τα βιβλία μου. Το πιο πολύτιμο πράγμα του σπιτιού μου.

Στο λιμάνι του νησιού με υποδέχτηκε με χαιρετούρες ο Σωτήρης το Μηχανάκι, τον φωνάζαμε έτσι χρόνια τώρα γιατί από μικρός ήθελε να πάρει μηχανή. Τα κατάφερε νωρίς-νωρίς και χωρίς την οικονομική ανάμειξη γονέα. Φυσικά η μηχανή επιτάχυνε τη μετάλλαξη του σε γλοιώδη κάγκουρα που εργάζεται ως DJ σε κλάμπ του νησιού αλλά κανείς δεν είναι τέλειος έτσι;

«Επιτέλους! Που ‘σαι μωρή μαλακία» με χαιρέτησε με μια σφιχτή αγκαλιά το Μηχανάκι «Μαλάκα μου βρωμάς» είπε και αφού με κοίταξε από πάνω ως κάτω πρόσθεσε «Και έχεις βάλει και κιλά, γουρουνάκι κανονικό σα να λέμε»
«Είναι σκληρή η ζωή στην Αθήνα Σωτήρη» του είπα
«Γιατί σας βομβάρδισαν τους αγωγούς του νερού και δε μπορείτε να κάνετε μπάνιο; Χαχαχαχα!» άρχισε να ξεκαρδίζεται αμέσως μόλις τέλειωσε το αστείο του ο Σωτήρης δίνοντας μου ταυτόχρονα μια αγκωνιά στο στομάχι που μου κόψε την αναπνοή λίγο λιγότερο απ’ ότι χρειαζόταν για να μου την κόψει μόνιμα.
«Φιούφ!» είπα ενώ συνερχόμουν «Για πες πώς τα πας; Πώς είναι η ζωή εδώ;»
«Τέλεια φίλε, καλοκαίρι, τουρίστριες, φουλ μουνί, ξέρεις τώρα»
«Ξέρω, γαμάς καλά ε;»
«Κι όμως έχω σχέση όσο περίεργο κι αν σου φαίνεται»
«Έλα, πως προέκυψε κάτι τέτοιο; Δε το περίμενα από εσένα. Νόμιζα πως τα μηχανάκια δεν πέφτουν ποτέ σε λακκούβες».
«Απ’ ότι φαίνεται για όλα υπάρχει αυτή η φορά, βασικά ήθελα να σου μιλήσω λίγο για αυτό, θα πάμε με τη Σύλβια, έτσι τη λένε, λίγες μέρες διακοπές, όχι τόσο λίγες βασικά, ας πούμε δέκα ή δεκαπέντε, έτσι θα είσαι αρκετό καιρό μόνος στο σπίτι αλλά αφού θες και να διαβάσεις δε σε πειράζει υποθέτω έτσι;»

Τελικά αυτό που λένε πως όπου και να πας ο Θεός είναι μέσα σου όχι απλά ισχύει μα όπου και να πας ο Θεός σε πλησιάζει περισσότερο. Με το ζόρι κρατήθηκα να μην του πω να κάτσει όλο τον Αύγουστο με τη Σύλβια και να μου αφήσει εμένα το σπίτι να κάτσω μόνος μου.

«Κοίτα αφού θα σε δω έστω και λίγες μέρες δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα τι λες τώρα»
«Σίγουρα; Γιατί μπορώ να κόψω μερικές μέρες ή να το αναβάλλω…»
«Καλέ τι λες τώρα. Σκέψου τι εντύπωση θα κάνω στην κοπέλα αν με το που ακούσει για μένα αμέσως γίνω η αιτία να χάσει την εκδρομή της»
«Σωστό κι αυτό, δε το είχα σκεφτεί, πάντα σου έκοβε, απ’ το σχολείο ακόμα.
«Εμ… Ήμουν ο πιο έξυπνος με διαφορά»
«Βέβαια ναι, το θυμάμαι σαν χθες πως ξεχώριζες. Για να καταλάβεις, είχα βρεθεί με ένα παλιό μας συμμαθητή πριν καιρό και λέγαμε τι ωραία τότε που όλα τα αγόρια παίζαμε ποδόσφαιρο και οι κοπέλες μας βλέπανε εκστασιασμένες και εσύ που καθόσουν μόνος στην άκρη να μην μιλάς σε κανέναν και κανένας να μη σε κάνει παρέα τις περισσότερες φορές αλλά δε σε ένοιαζε γιατί είχες για φίλους σου τα βιβλία που σε κάνανε και τόσο έξυπνο εν’ τέλει.»
«Ναι-ναι υπέροχα ήταν λυγμ-λυγμ» απάντησα προφέροντας με δυσκολία τις λέξεις
«Μα τι έχεις; Ε βέβαια συγκινήθηκες απ’ τις αναμνήσεις, έλα σκούπισε τα μάτια σου τώρα και πάμε να φύγουμε για το σπίτι, εδώ κοντά είμαστε.

Και πήγαμε. Ο Διονύσης Ρακόπουλος, άνεργος συγγραφέας και ο Σωτήρης το Μηχανάκι, επαγγελματίας DJ.

Λίγες μέρες μετά είχα προσαρμοστεί στο να έχω το σπίτι όλο δικό μου. Πώς να μην προσαρμοστείς άλλωστε και σε κάτι τέτοιο; Πρόσεχα όμως να μην ξανακυλήσω στις συνήθειες που είχα στην Αθήνα. Σηκωνόμουν πρωί. Δεν έπινα καθόλου αλκοόλ, πρόσεχα τη διατροφή μου και διάβαζα από νωρίς το μεσημέρι μέχρι αργά το απόγευμα. Το βράδυ δεν έβγαινα μα καθόμουν στο μπαλκόνι του σπιτιού και κάπνιζα κάνα μπάφο κάνοντας παράλληλα μικρές διορθώσεις σε μια νουβέλα που έγραφα και που κατά βάση ήμουν ακόμα στην αρχή της.

«Τι θέμα έχει;» με είχαν ρωτήσει ο Σωτήρης και η Σύλβια
«Είναι μια ενιαία ιστορία από αυτοτελή κομμάτια που πραγματεύεται το όνειρο και την ψυχεδελική εμπειρία, παράλληλα υπάρχει ως υπόβαθρο μια περίπου ερωτική σχέση μεταξύ του ήρωα και τ…»
«ΑΧ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ ΠΟΛΥ Ο ΕΡΩΤΑΣ» είχε σχολιάσει τότε η Σύλβια και είχαμε λήξει εκεί τη συζήτηση. Το ίδιο βράδυ, αφού έκανα ένα καλό μπάνιο είχαμε βγει έξω για φαγητό. Με σύστησαν ως νεαρό, ταλαντούχο και επιτυχημένο ήδη συγγραφέα απ’ την Αθήνα. Χάρηκαν οι φίλοι τους, χάρηκα εγώ, χάρηκαν και αυτοί και την άλλη μέρα έφυγαν.

Παράλληλα με την σχετικά υγιεινή ζωή που έκανα, ξανάρχισα και τα χάπια που είχα κόψει στην Αθήνα μετά από τηλεφώνημα στον ψυχίατρο μου, ο οποίος αφού με ξέχεσε για τα καλά, με συγχώρεσε γιατι έπρεπε να πάει και για μπάνιο ο καψερός. Βεβαίως όσα μου είπε ήταν σωστά, η διακοπή της αγωγής σε πάει πίσω αλλά το γεγονός ότι αποσταθεροποιείς τον οργανισμός σου με αλκοόλ ή όποια άλλη βλακεία σου γαμάει εκατό φορές τον εγκέφαλο. Ναι συμφωνώ σε όλα γαμώ την επιστήμη σου μέσα γαμώ. Τα υπογράφω ένα προς ένα αλλά τι θα γίνει με τον κόσμο εκεί έξω που μου γαμάει τον εγκέφαλο δεκάδες χιλιάδες φορές καθημερινά; Να βρω άλλους τρόπους να το αντιμετωπίσω είναι η προφανής απάντηση και είναι η σωστή. Καλή τύχη στην εφαρμογή της.

Τέλος πάντων κυλούσαν οι μέρες ήρεμα και το διάβασμα μου πήγαινε αρκετά καλά. Είχα αρχίσει να νιώθω αισιόδοξος πως όχι μόνο θα τα πάω καλά στη σχολή, μα θα γυρίσω και νωρίτερα Αθήνα και θα καθαρίσω και όλο το σπίτι. Το καλοκαίρι έτσι θα γίνει μια κακιά ανάμνηση απ’ την οποία κανείς δε θα θυμάται τίποτα παρά μόνο εγώ. Θα είναι σαν ένα κακό όνειρο, παραμένει το βίωμα του εφιάλτη αλλά κανείς δεν μπορεί να αποδείξει αν έγιναν ή δεν έγιναν τα πράγματα άσχετα απ’ το πώς χτυπάει η καρδιά σου εσένα.

Το μόνο που χάλαγε ή διακωμωδούσε αν θέλετε την ατμόσφαιρα περισυλλογής και αυτοβελτίωσης που είχα στήσει ήταν ο τύπος στο απέναντι μπαλκόνι από εμένα. Δεν είχα δει ποτέ ακριβώς το πρόσωπο του αλλά μου φαινόταν πιτσιρικάς. Είχε σκούρο σχετικά δέρμα μακριά μαλλιά ήταν πολύ αδύνατος, πολύ βλάκας και άξεστος. Καθόταν με τις ώρες εκεί απέναντι μου και έκανε όλα τα ενοχλητικά πράγματα του κόσμου. Ρευόταν. Έκλανε. Ρευόταν. Ξυνόταν. Έκλανε πάλι και μετά έξυνε τα αρχίδια του. Αυτό συνεχιζόταν επί ώρες μαζί με την κατανάλωση άπειρης μπίρας, πάντα σε μικρά κουτάκια βέβαια για να μπορεί να τα πετάει στο δρόμο ανάμεσα στα δύο σπίτια. Που και που πετύχαινε και κανέναν άκυρο και τότε άκουγες κανένα γελάκι όχι ιδιαίτερα επιθετικό πάντως. Αν πετύχαινε όμως καμιά γάτα ή κάνα σκύλο τότε ο τύπος άφηνε να πεταρίσουν απ’ το στοματάκι του κάτι πολεμικές κραυγές νίκης που θα έκαναν τα γερμανικά φύλα δυτικά του Ρήνου που νίκησαν τις ρωμαϊκές λεγεώνες να κάνουν το σταυρό τους νωρίτερα απ’ την ώρα τους. Μια φορά δε, μεσημέρι ντάλα ο ήλιος που είχα κάτσει μέσα και διάβαζα αναγκάστηκα να βγω έξω όταν άκουσα τις ίδιες κραυγές πολλαπλασιασμένες επί εκατό φορές. Τι είχε συμβεί; Πολύ απλά ο τύπος καθόταν εκεί με φορώντας μόνο ένα ψάθινο καπέλο και ένα άσπρο σώβρακο και ούρλιαζε από χαρά γιατί είχε πετύχει με ένα κουτάκι ΆΜΣΤΕΛ τον γάιδαρο ενός γέρου νησιώτη. Πιθανότατα ο γάιδαρος να ήταν το λιγότερο ζώο απ’ όλους τους εμπλεκόμενους πάντως η εικόνα του τύπου να πανηγυρίζει μια τέτοια επιτυχία χωρίς καν να μπαίνει στον κόπο να σηκωθεί απ’ την καρέκλα του έτσι για να δείξει λίγο κίνηση με είχαν συγκλονίσει. Τελείως μικρόβιο σα να λέμε.

Με τις μέρες άρχισα να σκέφτομαι μήπως, έχω να κάνω εντέλει με κάνα φασισταριό του κερατά. Δεν μπορούσα να εξηγήσω αλλιώς τέτοια βαρβαρότητα. Επαρχεία ήμασταν έτσι κι αλλιώς, επιθετικός ήταν με όλους και όλα και τελείως βρωμιάρης και σάπιος. Γενικά μου θύμιζε εμένα στην Αθήνα αν με συνδύαζες με έναν ρεπουμπλικάνο του Τέξας που ζει στο δάσος και βιάζει την κόρη του ενώ παράλληλα μαζεύει κονσέρβες μην τυχόν και μπουκάρουν οι βορειοκορεάτες. Βεβαιώθηκα όμως όταν τον άκουσα να μιλάει στο τηλέφωνο για έναν καταυλισμό τσιγγάνων στην Αθήνα και να ζητάει από κάποιον να πάει εκεί και να τους τσακίσει ‘’όλους’’.

«ΘΕΛΩ ΤΑ ΓΑΜΗΣΕΙΣ ΤΑ ΜΑΛΑΚΙΣΜΕΝΑ ΕΝΤΑΞΕΙ ΠΟΛΛΑ ΜΑΣ ΕΧΕΙ ΚΑΝΕΙ Η ΦΑΡΑ ΤΟΥΣ» είχε πει.

Τώρα εγώ βέβαια τον καταυλισμό τον ήξερα γιατί πηγαίναμε εκεί με κάτι φίλους παλιότερα και παίρναμε πρέζα, κόκα, ηρεμιστικά χάπια και διάφορα άλλα ωραία πράγματα ρε παιδί μου που όντως πουλάνε στους καταυλισμούς αλλά οκέι σκεφτείτε τώρα να πιάσουν έναν συγγενή σας να σπρώχνει χόρτο λόγου χάρη και να σας πουν ότι όλη η οικογένεια είναι ένοχη όπως και οι επόμενες γενιές. Αυτό επί ένα εκατομμύριο φορές γίνεται με τους τσιγγάνους. Όπως και να έχει έχουν καλή πρέζα, απ’ την κόκα τους να μείνετε μακριά όμως αν και, για να έχετε λεφτά να αγοράσετε δεν χρειάζεστε συμβουλές.

Ήταν ξεκάθαρο, ο τύπος ήταν φασίστας εν’ αποστρατεία. Τον είχαν πιθανότατα αποστρατεύσει τσιγγάνοι που αμύνθηκαν και τώρα γύρευε εκδίκηση. Εντάξει λοιπόν, δεν μπορούσα να κάνω και πολλά πράγματα αλλά λίγο δούλεμα το μπορούσα, άλλωστε δεν έμοιαζε για τύπος που θα γινόταν απειλητικός. Το επόμενο βράδυ λοιπόν που τον βρήκα όπως πάντα καθιστό απέναντι απ’ το μπαλκόνι μου, έστριψα το μπάφο μου κάπνισα και περίμενα να αρχίσει τις μαλακίες του. Δέκα λεπτά αργότερα το πρώτο κουτάκι μπίρας προσγειωνόταν στον δρόμο. Αμέσως σηκώθηκα και πλησίασα τα κάγκελα.

«Ε βρωμιάρη!» του φωνάζω και για πρώτη φορά μοιάζει να προσέχει ότι κάποιος μένει απέναντι του.
«Ναι ρε σε σένα λέω, σε τσαντίρι γεννήθηκες και πετάς τα σκουπίδια κάτω βρωμιάρη;»
Ο τύπος ακόμα δεν έχει σηκωθεί απ’ την καρέκλα αλλά κοιτάει προς το μέρος μου, ακούω τη φωνή του να λέει «Και εσύ ποιος είσαι ρε φίλε που θα μου πεις τι θα κάνω;»
«Όποιος θέλω είμαι» του απαντάω χαιρέκακα «Έλληνας είμαι στη Ελλάδα βρίσκομαι και δε θέλω σκουπίδια στη χώρα μου, αν καταλαβαίνεις τι εννοώ!»
«Θα το φας το κεφάλι σου με αυτά που λες» μου απαντάει ο φασιστάκος, φαίνεται του ‘χουμε θίξει το έθνος και προσεβλήθη ο καημένος.
«Άντε βρε κωλόγυφτε που θα μου φας και το κεφάλι» του απαντάω
«Ποιόν έβρισες μωρή αγάμητη λούγκρα;» μου γυρίζει κι αυτός και είμαστε σε μια φάση τώρα που εγώ τεντώνομαι να του φωνάξω κι αυτός δεν έχει καταδεχτεί να βγάλει ούτε τα γυαλιά ηλίου παρόλο που έχει και γαμώ τα φεγγάρια απόψε.
«Εσένα έβρισα ρε αρχίδι γύφτε που έχεις κάνει τον δρόμο λες και ζεις σε καμιά σκηνή σαν αυτές που ζείτε εκατό άτομα μαζεμένα και πηδάει ο καθένας την αδερφή του, γι’ αυτό γαμιολάκο τράβα να βρεις τους φίλους σου τους τσιγγάνους γιατί στην Ελλάδα δε σε θέλει κανείς, εδώ είναι χώρα για ανθρώπους κι όχι για ΖΩΑ» του πετάω τονίζοντας μία μία τις λέξεις.

«Ώστε είμαι γύφτος ε;» με ρωτάει ήρεμα
«Ε ναι;» του απαντάω αλλά τα έχω χάσει λίγο κιόλας απ’ την ψυχραιμία του τύπου
«Και το λες αυτό για να με βρίσεις»
«Αργείς αλλά τα πιάνεις…»
«Καλώς!»

Και τότε βλέπω για πρώτη φορά τον τύπο να σηκώνεται. Άσχημα νέα. Μου ρίχνει τρία με τέσσερα κεφάλια (είμαι και 1,68 εδώ που τα λέμε) και μοιάζει αγριεμένος. Χώνεται μέσα στο σπίτι. Τι σκατά, μπαζούκας θα βγάλει. Πέντε λεπτά αργότερα όμως βγαίνει απ’ την εξώπορτα κρατώντας έναν τεράστιο λοστό, πηδάει τον φράχτη του σπιτιού του Σωτήρη όπου μένω, ενώ παρακολουθώ παγωμένος και αρχίζει να κοπανάει την πόρτα. Μία, δύο , τρεις την σπάει και εκεί προφανώς συνέρχομαι και τρέχω να κλειδώσω την πάνω πόρτα. Προλαβαίνω τελευταία στιγμή και χώνομαι στην άκρη του μπαλκονιού. Δεν σκέφτομαι και τίποτα το ηρωικό. Ενεργώ εντελώς σπασμωδικά σε αυτή τη φάση.

Το τέρας που ξύπνησα από το λήθαργο του τώρα κοπανάει με το λοστό την πάνω πόρτα του σπιτιού. Προσπαθώ να καλέσω την αστυνομία αλλά είμαι τόσο αποσυντονισμένος που δεν καταφέρνω ούτε τα νούμερα τα πατήσω καλά. Αν έπαιζε και η σωστή μουσική θα ήταν η τέλεια σκηνή για θρίλερ. Λίγα λεπτά αργότερα ο τύπος σπάει και την πάνω πόρτα και βγαίνει στο μπαλκόνι. Οπού είμαι και εγώ.

«Βρε, βρε, βρε» μου λέει και πετάει κάτω το λοστό ενώ πλησιάζει προς το μέρος μου. Τώρα που τον βλέπω πιο καλά κι από κοντά μου φαίνεται ακόμα πιο άγριος. Αδύνατος είναι μεν αλλά καλά γυμνασμένος και ζωή να έχει το παλικάρι είναι δυο μέτρα ψηλό. Επίσης, μικρή λεπτομέρεια, τελικά μάλλον δεν είναι φασίστας αλλά είναι ο ίδιος τσιγγάνος. Έκανα ένα μικρό λάθος απ’ ότι φαίνεται.

Προσπαθώ να του υποδείξω με τα χέρια μου να σταματήσει αλλά δεν πιάνει καθώς πλέον στην εποχή μας οι άνθρωποι επικοινωνούν με λέξεις κάτι που για κάποιο λόγο μου διαφεύγει εκείνη τη στιγμή. Ο τύπος φτάνει στο μέρος μου με αρπάζει απ’ το λαιμό και με κολλάει πάνω στα κάγκελα. Στο παραμικρό του σπρώξιμο θα πέσω ή μάλλον , αν δεν αποφασίσει να με τραβήξει προς τα μέσα θα πέσω και αν και το πιθανότερο να επιζήσω θα σπάσω υπερβολικά πολλά πράγματα και μια μόνιμη αναπηρία είναι πιθανή. ΕΠΙΣΗΣ ΔΕ ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΕΣΩ ΚΑΙ ΦΟΒΑΜΑΙ.

«ΓΑΜΗΜΕΝΕ ΦΑΣΙΣΤΑ ΡΑΤΣΙΣΤΗ» μου λέει ο τύπος «ΠΟΣΑ ΑΚΟΜΑ ΘΑ ΤΡΑΒΗΞΟΥΜΕ ΑΠΟ ΕΣΑΣ». Θέλω να του εξηγήσω πως είμαι αθώος αλλά τελικά βγαίνει απ’ το στόμα μου μόνο κάτι σαν «Όχι, δεν». «ΕΙΧΑΜΕ ΕΝΑ ΓΑΜΗΜΕΝΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΨΑΤΕ ΣΤΑ ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΜΑΣ ΑΦΗΝΕΤΕ ΝΑ ΠΗΓΑΙΝΟΥΜΕ ΣΑΣ ΕΧΕΙ ΣΙΧΑΘΕΙ Η ΨΥΧΗ ΜΟΥ» ουρλιάζει ο τύπος αλλά τουλάχιστον πάνω στα νεύρα του αφήνει λίγο το λαιμό μου και μπορώ να μιλήσω κάπως πιο καθαρά «Δεν-Είμαι-Φασίστας-Παρεξήγηση-Λάθος-Άσε-Με». Δεν δείχνει να πείθεται με την καμία αλλά πείθεται να μην με αφήσει να σκοτωθώ. Με τραβάει προς τα μέσα και ενώ είμαι ακόμα κολλημένος πάνω στο κάγκελο δεν κινδυνεύω τα αμέσως επόμενα δευτερόλεπτα.

«Νόμιζα» του εξηγώ με κομμένη ανάσα «Ότι είσαι εσύ φασίστας. Σε άκουσα να μιλάς στο τηλέφωνο και υπέθεσα ότι σχεδιάζεις επίθεση σε κάποιον καταυλισμό…»
«Και αν ήμουν τόσο επικίνδυνος θεώρησες λογικό να μου κάνεις ένα ηλίθιο αστείο που δε θα έκανε ούτε παιδί;» μου λέει και δεν έχει καθόλου άδικο.
«Κοίτα» αρχίζω τώρα όσο πιο ήρεμα μπορώ « Ήταν τελείως χαζό αυτό που έκανα και συγνώμη χίλιες φορές για όσα σου είπα αλλά στην πραγματικότητα ήθελα να υπερασπιστώ τους τσιγγ..τους ρομά»
«Δεν με νοιάζει το όνομα, δε χρειαζόμαστε προστασία, μάλλον εσύ χρειάζεσαι»
«Απλά σου εξηγώ ότι οι προθέσεις μου ήταν καλές. Δεν ήξερα ότι είχατε δεχτεί επίθεση πόσο μάλλον σε σχολείο. Αν ήξερα όλα αυτά που τώρα ξέρω ποτέ μα ποτέ δε θα είχα τέτοια συμπεριφορά»
«Χμ, φαίνεται να λες αλήθεια» μου είπε ο πανύψηλος τσιγγάνος και χαλαρώνει «Δεν ήταν ακριβώς σχολείο μωρέ , μια δημοτική βιβλιοθήκη μας είχαν φτιάξει όπου γινόντουσαν περιστασιακά και κάποια μαθήματα ελληνικών μια φορά τη βδομάδα, τη φτιάξαμε αλλά δεν έρχεται κανείς να κάνει μάθημα τώρα»
«Ωραία άκου» του είπα χωρίς να το σκεφτώ και πολύ «Θέλω να επανορθώσω, γενικά τέλος πάντων χωρίς να θέλω να σου πουλήσω μούρη ή τίποτα άλλο τυχαίνει να έχω ένα δίπλωμα σχετικό με τα μαθήματα που θέλετε»
«Είσαι καθηγητής δηλαδή;» με ρώτησε ο τύπος με ενδιαφέρον
«Ε ας πούμε, όχι ακριβώς, δηλαδή ναι στα χαρτιά αλλά … μεγάλη ιστορία. Τέλος πάντων, επειδή αντιλαμβάνομαι τη σύγχυση που προκάλεσα, εγώ έτσι κι αλλιώς σκόπευα να φύγω από εδώ σε λίγες μέρες και να γυρίσω Αθήνα όπου έχω κάτι δουλειές. Προσφέρομαι να αναλάβω λοιπόν να τα κάνω εγώ αυτά τα εβδομαδιαία μαθήματα αν με βοηθήσεις να μάθω τα κατατόπια εκεί πέρα και να πατσίσουμε έτσι.

Το σκέφτηκε για μερικά δευτερόλεπτα.

«Εντάξει φίλε μου. Φεύγουμε μεθαύριο για Αθήνα. Με λένε Γιαννάκη»
«Εντάξει Γιαννάκη. Με λένε Διονύση. Πολύ ψηλός είσαι Γιαννάκη»
«Ο μικρός μου αδερφός είναι ψηλότερος. Σύμφωνοι για τη μέρα;»
«Σύμφωνοι» του είπα και εγώ. Δώσαμε τα χέρια κι αποχαιρετιστήκαμε. Για τις πόρτες, είπαμε να μοιραστούμε το κόστος και να τις φτιάξουμε την επόμενη μέρα, όπως και έγινε τελικά. Την αμέσως επόμενη της επισκευής φύγαμε για Αθήνα. Ειδοποίησα το Σωτήρη για την ξαφνική αναχώρηση μου.

Ε με το Γιαννάκη λίγο ή πολύ είμαστε ακόμα κάτι σαν φίλοι. Να σας πω την αλήθεια όμως τους τσιγγάνους ομοίως με τους έλληνες δεν τους πολυσυμπαθώ σα λαό, με ενοχλούν λίγο κάτι φορές με ορισμένες συνήθειες τους που τις θεωρώ βάρβαρες και απολίτιστες. Και ο Γιαννάκης γενικά βάρβαρος και απολίτιστος ήταν όπως και τα βλαμμένα κωλόπαιδα στα οποία έκανα μάθημα μια ολόκληρη σεζόν. Αλλά δε βαριέσαι, το σημαντικό είναι να επιβιώσεις το καλοκαίρι,. Διότι υπάρχουν χιλιάδες, εκατομμύρια άνθρωποι, αληθινοί και φανταστικοί, σε χωριά και σε βιβλία, σε πόλεις και σε ταινίες που υποφέρουν, παλεύουν να πάρουν μια ανάσα όλους αυτούς τους μήνες που διαρκεί η ζέστη. Τον χειμώνα όσοι παλεύουμε με τη δυστυχία μας κρυβόμαστε, το καλοκαίρι είμαστε εκτεθειμένοι από παντού, λες και είναι η θλίψη σαν τα φαγητά που σαπίζουν στις υψηλές θερμοκρασίες και κάπως αντέχουν στις χαμηλές. Έτσι κι εμείς μάλλον βρωμάμε πάρα πολύ και μας καταλαβαίνουν με το που πιάνουν οι ζέστες. Δεν ξέρω αν ισχύει το ίδιο και στα πιο βόρεια κλίματα που δεν ζουν μεγάλα καλοκαίρια όπως εμείς. Εγώ εδώ ζω και εδώ καταφέρνω να αποτυγχάνω σα συγγραφέας και να κάνω ευχαριστημένος το σταυρό μου κάθε φθινόπωρο λέγοντας «Πάει κι αυτό!»