Καμπάνα

Ανάληψη Ευθύνης Για Την Απελευθέρωση Ενός Φασίστα (Φώντας Φ.)

Είχαμε αποφασίσει να πάμε για ένα χαλαρό ποτάκι. Ζούσαμε βέβαια σε καιρούς που δεν υπήρχε πια η έννοια του χαλαρού ποτού. Το καλύτερο που μπορούσες να ελπίζεις ήταν να μην πιείς κάποιο πανάκριβο ημιπαράνομο δηλητήριο που θα σου σέρβιραν, ενώ δίπλα σου γινόταν κάποιος φόνος ή βιασμός. Μπορούσες με το κατάλληλο αντίτιμο να πιείς ένα πανάκριβο νερωμένο ουίσκι και επιπλέον αντί για οπτική επαφή με τα παραπάνω θλιβερά περιστατικά να έχεις μονάχα ακουστική.

Για να είμαστε δίκαιοι όμως και πριν τον πόλεμο έτσι ακριβώς ήταν τα πράγματα. Θυμάμαι στα νησιά της χώρας, πχ Σαντορίνη ή Πάρο, δε μπορούσες να βγεις καλοκαίρι χωρίς να γίνει ένας βιασμός στο παραδίπλα μαγαζί. Και μετά έτρεχαν οι μισοί που ξέρανε ποιος βίασε ποια να τα καλύψουνε, ενώ οι άλλοι μισοί γκρινιάζανε γιατί δεν βίασαν οι ίδιοι. Στα μέρη μας δεν είχε φτάσει ο φεμινισμός, ώστε να σχηματιστεί μερίδα αντρών που προσπαθεί να πηδήξει με το να κυνηγήσει το βιαστή, άρα αυτές ήταν πάνω κάτω οι καλοκαιρινές κατηγορίες αντρών. Υπήρχα και εγώ και οι παρέες μου πάντα, που κοιτάγαμε σιωπηλοί το ποτό μας. Αν δεν είχε ξεσπάσει ο πόλεμος μέχρι Αγίους θα μας είχαν κάνει, το πιστεύω.

Τώρα όμως η χώρα είχε διαλυθεί για τα καλά. Φαινόταν το πράγμα από καιρό. Οικονομική κρίση, ανεργία, απεργίες. Ο κόσμος κοίταζε το τομάρι του για δεκαετίες, όμως αυτό το τομάρι άρχισε να σαπίζει και δε μπορούσε να τον τρέφει πια. Όταν τέλειωσαν τα φθηνά ναρκωτικά και το κράτος δε μπορούσε πλέον να πληρώνει για έναν μικρό έστω αριθμό ογκολόγων και ψυχιάτρων, άρχισαν οι πρώτες συγκρούσεις. Δεν ήταν καθαρός πόλεμος, δεν υπήρχαν ξεκάθαρα στρατόπεδα, παρατάξεις και στόχοι. Υπήρχε βέβαια η κυβέρνηση στην Αθήνα και οι Κομμουνιστές που είχαν την έδρα τους στην ανταρτομάνα Θεσσαλία. Αυτά ήταν τα μόνο πράγματα που θύμιζαν τον προηγούμενο εμφύλιο. Κατά τα άλλα οι πόλεις και τα χωριά άλλαζαν συνέχεια χέρια, συχνά όχι κατόπιν σύγκρουσης αλλά με τελείως γελοίες αιτίες, όπως πχ ποιος ήταν σε θέση να εγγυηθεί τη διεξαγωγή του επόμενου αγώνα του πρωταθλήματος. Γιατί πρέπει βέβαια να πούμε και αυτό, ότι το πρωτάθλημα έπαιζε μεγάλο ρόλο στον δεύτερο ελληνικό εμφύλιο, με τη μεγάλη μάζα όσων στρατολογήθηκαν σε διάφορα πόστα να είναι οπαδοί ή φίλοι κάποιας μικρής ή μεγάλης ομάδας.

Έτσι γνωρίστηκα με τους συντρόφους μου. Ας τα πάρουμε απ’ την αρχή όμως. Το πρωτάθλημα είχε τελειώσει, και οι στρατιωτικές, οπαδικές και πολιτικές συγκρούσεις είχαν παραλύσει όλη την Αττική στην οποία ζούσα. Δεν υποστήριζα καμία απ’ τις μεγάλες ομάδες, αλλά μια μικρή που μετά βίας είχε επιβιώσει στην πρώτη κατηγορία του τοπικού της Αθήνας. Στις εξέδρες δεν ήμασταν ποτέ πάνω από πενήντα οπαδοί πλην της περίπτωσης ενός ιστορικού τελικού κυπέλου για το τοπικό Αθηνών, το οποίο και σηκώσαμε μετά από μια εμφατική νίκη με 3-0. Ήμασταν λίγοι αλλά καλοί, οι μοναδικοί στα βόρεια προάστια που δεν ήμασταν από πλούσιες οικογένειες. Ήμασταν περήφανα το πιο μορφωμένο λούμπεν προλεταριάτο των βούπου. Ονομαζόμασταν «Γάτες».

Τα γραφεία του συνδέσμου ήταν σπίτι μου. Μαζευόμασταν όταν έλειπαν οι γονείς μου.

«Πιάσε μια μπύρα», μου είπε ο Μιχάλης. Του την έδωσα χωρίς να πιω ούτε γουλιά. Το αλκοόλ κατέστρεφε τον άνθρωπο.

«Είναι η τελευταία», του είπα. «Και έμαθα ότι δεν βρίσκεις άλλες, ούτε στις κάβες, ούτε στα σούπερ-μάρκετς, ούτε στα περίπτερα».
«Πακέτο», μου απάντησε.
Κανείς δεν είπε τίποτα. Σε έναν πόλεμο, ξέραμε όλοι καλά, πως η πρώτη απώλεια ήταν το αλκοόλ και το χαρτί υγείας.
«Για όλα φταίνε οι δεξιοί», σχολίασε κάποιος απ’ το βάθος στρίβοντας σάπιο, αγρινιώτικο καπνό, «Ο Σαμαράς, αυτός ο φονιάς…».
«Ω σκάσε επιτέλους!», είπαμε όλοι ταυτόχρονα. Οι Γάτες ήταν αριστερές αλλά δεν αντέχαμε να ακούμε τις εμμονές του τύπου με το Σαμαρά. Είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που ήταν πρωθυπουργός αυτός ο μαλάκας.

«Υπάρχει τρόπος να μην μας λείψει ποτέ ξανά τίποτα», έκανε δειλά-δειλά ο Μήτσος, ο Κόπρος απ’ το βάθος. Τον φωνάζαμε έτσι γιατί ακολουθούσε το σύνδεσμο στα πάντα με σκυμμένο κεφάλι. Προτού τον ενθαρρύνουμε, κάτι που συνήθως ήταν απαραίτητο, συνέχισε μόνος του να μιλάει: «Ο ΓΙΓΑΝΤΑΣ ΠΕΙΡΑΙΑ, δηλαδή ο Πρόεδρος του, χρειάζεται κόσμο για να φυλάει τις αποθήκες. Έρχονται όπλα για το στρατό μας, οι Κομμουνιστές έχουν αρπάξει τα τελευταία δύο φορτία με αντιαρματικές ρουκέτες και η Κυβέρνηση νοίκιασε σε αυτόν την ασφάλεια του λιμανιού. Το μεροκάματο είναι πολύ καλό και θα έχουμε τσάμπα αλκοόλ και τον καπνό μας. Επιπλέον για όποιον θέλει, μπορεί να προσληφθεί ως μισθοφόρος στο στρατό γιατί οι απώλειες είναι μεγάλες».

Κοιταχτήκαμε μεταξύ μας. Είχαμε φτιάξει τις Γάτες για να γλυτώσουμε απ’ τη σαπίλα του να υποστηρίζεις και να ανακατεύεσαι με κόσμο που εμπορεύεται άσχημα πράγματα, όπως για παράδειγμα αντιαρματικές ρουκέτες. Και τώρα ο Κόπρος ήθελε στα αλήθεια να μας κάνει υπάλληλους αυτής της σαπίλας που φέτος γιόρταζε το 12ο συνεχόμενο πρωτάθλημα της. Δεύτερη είχε η έρθει Αθλητική Ένωση Κυκλάμινων (Πάρου) και αμέσως μετά η Αθηναϊκή Ισχύς, η οποία βέβαια υποβιβάστηκε στα καπάκια, λόγω σχέσεων οπαδών της με το Κομμουνιστικό Κόμμα.

Σπάσαμε στο ξύλο τον Κόπρο και συνεχίσαμε τη συνέλευση. Μιας και ήμουν ο κύριος υπεύθυνος για την εκδίωξη του από τις Γάτες έπρεπε να βρω μια άλλη λύση για τις μπύρες και τα τσιγάρα μας.
«Αφήστε με να κάνω μερικά τηλέφωνα…», τους είπα.

***

Έτσι ξεκίνησε. Ως ένωση ανθρώπων με διαφορετικές καταβολές από διαφορετικούς συνδέσμους εν μέσω εμφυλίου πολέμου. Ξέραμε ότι δεν ήμασταν δεξιοί φυσικά αλλά μέχρι εκεί. Τα υπόλοιπα θα τα βρίσκαμε στην πορεία. Η ιδέα μας ήταν να φτιαχτεί μια ομάδα, ένας σύνδεσμος η «Αόρατη Αποστροφή» θα λεγόταν, που θα περιφρουρούσε τους αγώνες ποδοσφαίρου από μπράβους, παρακρατικούς, ασφαλίτες και μαφιόζους. Ξέραμε πολύ καλά πως η κυβέρνηση δε θα μπορούσε να κερδίσει τον πόλεμο αν έχανε τους οπαδούς. Και εμείς θα φροντίζαμε να τους χάσει.

Αλλά βεβαίως αυτό το ρομαντικό όνειρο ηττήθηκε λίγο μετά, όταν κηρύχθηκε επιστράτευση, όταν κινήθηκαν τα τανκς, όταν λεηλατήθηκαν χωριά, όταν τα ίδια τα περίχωρα της Αττικής ισοπεδώθηκαν. Από όλη την Αόρατη Αποστροφή μείναμε τρία άτομα. Εγώ, γνωστός στους κύκλους μου και ως «Χιλ», που εκπροσωπούσα στην Αόρατη Αποστροφή τις Γάτες. Πριν τον εμφύλιο είχα προσπαθήσει να εκδώσω μια νουβέλα με τίτλο «ΔΕ ΘΑ ΜΟΥ ΠΕΙΣ ΕΣΥ ΑΝ ΘΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΑΙ ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΕΝΤΑΞΕΙ;», ιδέα που απέτυχε. Έπειτα ήταν ο «Μιν», ένα νέο, ψηλό, γεροδεμένο παλικάρι που ασχολούνταν περισσότερο με την ποίηση και εκπροσωπούσε το σύνδεσμο της «ΑΘΗΝΑΙΚΗΣ ΙΣΧΥΟΣ», της τρίτης ομάδας του πρωταθλήματος. Τέλος ήταν ο «Νικ», απ’ τα ΚΥΚΛΑΜΥΝΑ-ΠΑΡΟΥ, ένα σύνδεσμο της Α.Ε.Κ-ΠΑΡΟΥ που ξεκίνησε στο Μαρούσι, μεταφέρθηκε στη Βοστώνη και τελικά κατέληξε στα Γιάννενα, χωρίς να καταλάβει κανείς το πότε ή το γιατί στο ενδιάμεσα. Μαζί είχαμε γράψει ένα καταπληκτικό βιβλίο παλιότερα, «Πώς να παραγγείλετε ναρκωτικά από το ΙΝΤΕΡΝΕΤ και να μην σας πιάσουν». Δυστυχώς αν και βρήκαμε εκδοτικό, αναγκαστήκαμε να αποσύρουμε την κυκλοφορία γιατί την ίδια περίοδο η αστυνομία με έψαχνε για μια υπόθεση εμπορίας MDMA και δε θέλαμε να έχουν περισσότερα στοιχεία απ’ όσα ήδη είχαν καταφέρει να συγκεντρώσουν.

***

Έτσι είχαν λοιπόν τα πράγματα και είχαμε απομείνει οι Χιλ, Μιν και Νικ, πρώην λογοτέχνες, αντιδεξιοί και ποδοσφαιρόφιλοι σε μια Ελλάδα που είχε παραδοθεί στις φλόγες του εμφυλίου πολέμου. Θα μας ρωτήσετε τώρα. Γιατί δεν παίρνατε ένα όπλο να πάτε να πολεμήσετε και εσείς τους δεξιούς; Θα σας απαντήσω.

Πρώτα απ’ όλα το ιδεολογικό κομμάτι. Αν και είχαμε ξεκαθαρίσει τι δεν ήμασταν, δεν είχαμε ξεκαθαρίσει τι ήμασταν. Είχαμε φυσικά κάποιες σταθερές, όπως μια αποστροφή προς την ιδέα της ατομικής ιδιοκτησίας. Όμως και αυτό χώραγε συζήτηση, άλλος έλεγε να τα ισοπεδώσουμε όλα και να φτιάξουμε παραλίες που θα πίνουμε μπάφους, άλλος να φτιάξουμε ρομπότ για να δουλεύουν για εμάς, άλλος δεν ενδιαφερόταν και τόσο, αρκεί να σφάζαμε τους μικροαστούς και να βιάζαμε τις κόρες τους. Υπήρχε τέλος η άποψη πως όλα ήταν ψέμα, πως ήμασταν κομμάτι ενός βιντεοπαιχνιδιού και τίποτα απ’ όσα κάναμε δεν είχε σημασία. Ποικιλία θέσεων δηλαδή που εμπόδιζε τη συγγραφή ενός κοινού μανιφέστου αλλά έδινε αφορμή για καλές, ευχάριστες, συντροφικές στιγμές. Που ήταν και το και το πιο σημαντικό άλλωστε.

Το μεγάλο πρόβλημα ωστόσο ήταν πως, εγώ προσωπικά, ήμουν κάτι παραπάνω από δειλός. Για να είμαστε ακριβείς ποτέ δεν ένιωθα άνετα με την ιδέα του προσωπικού ρίσκου και της αυτοθυσίας. Ναι οι κομμουνιστές είχαν δίκιο, αλλά υπήρχε στα αλήθεια κάτι πρωτότυπο σε αυή τη δήλωση; Όποια σελίδα της ελληνικής ιστορίας κι αν σηκώσεις, ό,τι σκατά κι αν κουβαλάς μες το κεφάλι το λιγότερο που πρέπει να κάνεις είναι να ψιθυρίσεις, έστω κι ανόρεχτα, πως οι κομμουνιστές έχουν δίκιο. Σε αυτό τον τόπο πραγματικά οι δεξιοί του γαμήσαν τη μάνα. Μιλάμε για χώρα που οι δεξιοί αρχιεργάτες κλέβουν τα εργαλεία από τις κρατικές αποθήκες, τα πουλάνε, βγάζουν για χρόνια λεφτά έτσι κι έπειτα κατηγορούν τους γύφτους όταν τους κόβουν ένα πορτοκάλι από τα δέντρα. Ναι η κομμουνιστική επανάσταση είναι η μόνη λύση, αλλά θα χρειαστεί πολλούς νεκρούς. Και εγώ δε θέλω να πεθάνω. Δε θέλω καν να το ρισκάρω. Όχι ότι η ζωή είναι ωραία ή έστω υποφερτή, αλλά πραγματικά αυτές οι ιαχές τύπου «Εμπρός αδέρφια για την ελευθερία!» με κάνουν να ανατριχιάζω. Γι’ αυτό κατέληξα να αράζω σε ύποπτα μπαρ με χαμηλό φωτισμό με τύπους να μου φωνάζουν «Εμπρός, σπάσε καμιά γραμμή!».

***

Τέλος πάντων! Μετά από περιπλάνηση ημερών, βρεθήκαμε οι τρεις μας μπροστά από ένα μπαρ σε μια μικρή επαρχιακή πόλη δυτικά της Θεσσαλονίκης. Δεν ξέρουμε ποιος ελέγχει την πόλη αλλά υποπτευόμαστε πως είναι από αυτά τα μέρη που είναι ουδέτερα στον πόλεμο και ελπίζουν, αφελώς μάλλον, να διατηρήσουν την αυτονομία τους και μετά τη λήξη του εμφυλίου. Στο μεταξύ κερδοσκοπούν απ’ το λαθρεμπόριο και κάνουν χοντρό νταλαβέρι με όλες τις πλευρές. Μπαίνοντας στην πόλη βλέπεις δεξιούς, με τα χαρακτηριστικά τους κόκκινα αμάνικα και τα στρατιωτικά μπλε παντελόνια, κομμουνιστές που κάθονται στις άκρες των καφενείων και συζητάνε με κόσμο και σκόρπιους αναρχικούς που περιπολούν οπλισμένοι. Απ’ ότι καταλάβαμε οι αναρχικοί έχουν αναλάβει την περιφρούρηση αυτής της πόλης. Οι αναρχικοί περιφρουρούν πολλές μικρές πόλεις στην Ελλάδα χωρίς να ενδιαφέρονται για την κυρίαρχη πολιτική κουλτούρα. Θα φανεί στο τέλος, αν θα τους βγει σε καλό, προς το παρόν φαντάζομαι ελπίζουν σε μια μορφή κοινοτικής οργάνωσης την οποία θεωρούν προοδευτική απ’ τη φύση της. Άσε που αμείβονται καλά για τον κόπο τους.

Μπαίνουμε μέσα στο μπαρ. Για καλή μας τύχη παίζει χαλαρή μουσική. Λίγα ποτά, αλλά πολλά λεφτά μετά ήμαστε χαλαίοι, βλέπουμε παντού πρόβατα και άστρα αλλά κανένα νόημα για τις ζωές μας. Ήμαστε πρακτικά τρεις συγγραφείς με ελάχιστα υλικά μέσα, νομάδες σε μια Ελλάδα που σπαράζεται απ’ τον Εμφύλιο. Τι θα κάνουμε;

Ρίχνω την ιδέα να αλλάξουμε κλάδο. Μπορούμε να ασχοληθούμε με μια άλλη τέχνη. Η πρόταση μου αρέσει σε όλους, μιας και έχουμε κάτι μήνες να βγάλουμε γκόμενα απ’ τα ποιήματα μας (αν και για κάποιο λόγο όσοι μας ξέρουν, γαμάνε αρκετά από αυτό). Ο ψηλός προτείνει να γίνουμε επαγγελματίες DJ και να παίζουμε σε μαγαζιά, ο Νικ δείχνει να συμφωνεί, αλλά θα του άρεσε και μια καριέρα ραππερ. Περιμένω να τελειώσουν για να μιλήσω. «Παιδιά!» λέω, με έμφαση, «Κάνουμε κύκλους/ μέσα στη νύχτα /και η φωτιά/ μας καταβροχθίζει», πετάω, απαγγέλλοντας τους γνωστούς στίχους του Τζαμ Στρύχνερ, νεοσαιξπηρικού θεατρολόγου του 20ου αιώνα. Αυτό τους τραβάει την προσοχή.

«Είναι ξεκάθαρο ότι πρέπει να ασχοληθούμε με τη ζωγραφική!», καταλήγω. Με κοιτάνε ύποπτα.
«Ξεκόλλα επιτέλους ρε μαλάκα, πεθαίνει κόσμος εκεί έξω, σταμάτα να ασχολείσαι μαζί της».
«Ναι ρε», μου λέει, στην αρχή με περισσότερη συγκατάβαση ο ψηλός αλλά έπειτα γυρίζει να κοιτάξει μια γυμνή τύπισσα με ψεύτικο πέος που χορεύει δίπλα μας για να μη με βρίσει. Μου κρατάνε κακία, γιατί τώρα τελευταία είμαι λιγάκι στον κόσμο μου. Στην τελευταία πόλη που περάσαμε οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του κυβερνητικού στρατού και των δεξιών πολιτοφυλακών προκάλεσαν δεκάδες χιλιάδες θύματα και πρακτικά φύγαμε κυνηγημένοι. Δεν είχα ασχοληθεί με τίποτα από αυτά, μάλιστα είχα σκοντάψει σε ένα απανθρακωμένο πτώμα γράφοντας ένα ερωτικό ποίημα. Όταν αγαπάς δε σε απασχολούν οι εμφύλιοι και οι ανθρώπινες απώλειες.

«Όχι ακούστε!», επέμεινα εγώ. «Έχω ένα σχέδιο, μια ιδέα, ένα όραμα».
«ΡΕ ΘΑ ΤΟΝ ΣΚΟΤΩΣΩ ΡΕ», φώναξε ο Νικ. Ήταν ο πιο ενοχλημένος απ’ όλους, γιατί μέσα στον πανικό του εμφυλίου είχε χάσει πάνω από 10 bitcoins. Τρελό πακέτο γιατί ήταν ότι καλύτερο σε χρήματα έπαιζε. Με τη δραχμή να έχει χάσει κάθε αξία, αυτό που μετρούσε αμέσως μετά τα bitcoins ήταν κυρίως τα ναρκωτικά, το φαί, το αλκοόλ, αν ήξερες να επισκευάσεις κάτι, αν ήσουν γιατρός κι αν είχες μουνί.

Έφερα στο νου μου τον μεγάλο κομμουνιστή Ουίλιαμ Σαίξπηρ, να γράφει τους αθάνατους στίχους του: «Όλος ο κόσμος είναι μια σκηνή/ κι όλοι οι γάτοι και οι γάτες/ είναι απλώς ηθοποιοί», που ήταν απόσπασμα από τον ύμνο της ομάδας μου και του συνδέσμου. Πήρα κουράγιο και συνέχισα:
«Δε χρειάζεται ταλέντο για να ζωγραφίσεις, δε χρειάζεται να έχεις κάτι να πεις ή να έχεις μορφωθεί πάνω στην ιστορία της τέχνης. Δεν χρειάζεται να έχεις ηθική ή αισθητική, δε χρειάζεται τίποτα βασικά. Το μόνο που μετράει είναι να ζωγραφίζεις με την καρδιά σου και η επιτυχία θα έρθει από μόνη της».

Με κοίταξαν άφωνοι.

«Θυμάσαι όταν πιστεύαμε κάτι αντίστοιχο για τη λογοτεχνία πριν δέκα χρόνια ρε;», με ρώτησε ο Νικ. «Είχες ανεβάσει μια ιστορία με ζόμπι σε μια σελίδα στο ΙΝΤΕΡΝΕΤ και έπειτα σκαρφάλωσες σε ένα τρένο την ώρα που ήταν σταθμευμένο κάπου στην επαρχεία και έγραψες σε κάθε βαγόνι με σπρέι, προτροπές προς τους επιβάτες να διαβάσουν την ιστορία σου και να ψηφίσουν ΛΑΟΣ στις εκλογές. Είδαμε και πάθαμε να σε βγάλουμε απ’ τη φυλακή. Ευτυχώς που σου φάνηκε αστείο να γράψεις υπέρ του ΛΑΟΣ κι όχι του ΚΚΕ, αλλιώς ακόμα μέσα θα ήσουν».

Γέλασα. Υπερασπιζόμουν ακόμα με όλη μου την καρδιά εκείνη την πράξη κι απορούσα πως δεν την είχα βάλει σε κανένα διήγημα μέχρι τώρα. Θα το έκανα κάποτε. Άσε που όντως το ΛΑΟΣ είχε ανέβει εκείνη τη χρονιά.

«Όπως και να έχει, χρειαζόμαστε κάτι πιο συγκεκριμένο», συμφώνησε με τον Νικ κι ο ψηλός.
«Τα υπόλοιπα θα έρθουν μόνα τους», είπα εγώ συνεχίζοντας να παραγγέλνω ποτά και να χαζεύω με τη σειρά μου την τύπισσα με το ψεύτικο πέος. «Έχω ήδη βρει το όνομα της ομάδας μας». Ανακοίνωσα. «“Ζωγραφικός Όμιλος ΜΕ ΚΑρδιά”, δηλαδή Ζ.Ο. ΜΕΚΑ»
«ΜΕΚΑ; Αυτό δεν είναι ο ιερός τόπος των μουσουλμάνων;».
«Ναι, με τη βοήθεια του Αλλάχ, το πινέλο μας θα κόψει τα κεφάλια των άπιστων!», δήλωσα.

«Λοιπόν τι λέτε;» ρώτησα. Με κοίταξαν.
Τσουγκρίσαμε.

Η ΜΕΚΑ έπινε λοιπόν τις ποτάρες της κατά παράβαση των εντολών του Θεού, και παράλληλα συζητούσαμε ποιες θα ήταν οι επόμενες κινήσεις μας ενάντια στο καλλιτεχνικό κατεστημένο. Δε μας ενδιέφερε στην παρούσα φάση ούτε να ζωγραφίσουμε, ούτε να ασχοληθούμε με τον εμφύλιο πόλεμο.

«Αρχικά θέλω να δηλώσω πως προτείνω η ομάδα μας να έχει φουλ θρησκευτικό χαρακτήρα, αλλά να είναι ταυτόχρονα υπέρ όλων των ηδονών της ζωής!», είπε ο ένας.
«Συμφωνώ απολύτως, και επιπλέον προσθέτω πως όλες αυτές τις ηδονές πρέπει να τις βλέπουμε με ένα πνεύμα ασκητικό, δηλαδή σαν κάτι μεταξύ νηστείας και Θείας κοινωνίας, τίποτα δεν είναι αρκετό για τη ΜΕΚΑ, όλα είναι πολύ λίγα τη ΜΕΚΑ, αλλά η ΜΕΚΑ δεν αρνείται ποτέ την ανάγκη της ηρεμίας και της ησυχίας».
«Ακριβώς-ακριβώς, η ΜΕΚΑ είναι μια προσευχή στο Θεό να μας κάνει άξιους να γίνουμε περισσότερο αχάριστοι απέναντι του!».

Τσουγκρίσαμε πάλι.

Ήμασταν τέρμα ζαλισμένοι. Ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού ανακοίνωσε απ’ το μικρόφωνο πως ακολουθεί παράσταση από τις ΚΡΕΙΖΙ ΓΚΕΡΛΖ ΓΟΥΙΘ ΚΟΥΕΣΙΟΝΜΑΡΞ.
Διακόψαμε τη συζήτηση για να δούμε τι παίζει. Στη σκηνή εμφανίστηκε αρχικά μια κοπέλα και μίλησε.

«Ε βασικά ντρέπομαι λίγο κάθε φορά που μιλάω σε κοινό», είπε.
«Είμαστε μια αυτόνομη χορευτική ομάδα που φτιάχτηκε στα χρόνια του εμφυλίου και…»
«ΡΕ ΜΑΛΑΚΕΣ ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η…», φώναξα, ενώ προφανώς είχα σταματήσει να ακούω μουσικές, λόγια, να βλέπω τοίχους, να σκέφτομαι πράγματα. Κατά βάση ήμουν σπουδαγμένο και διαβασμένο παιδί από πριν τον πόλεμο και ήξερα να επεξεργάζομαι δεδομένα του περιβάλλοντος. Όλοι γύρω μου απορούσαν με το πως άδειαζε τελείως το μυαλό μου έτσι απότομα κάποιες φορές.

Οι φίλοι μου με κοίταξαν σαστισμένοι. Αν και ήταν και οι ίδιοι πιωμένοι κατάλαβαν που το πήγαινα το πράγμα. Τελικώς ο Νικ που με ήξερε και κάπως καλύτερα πετάχτηκε και με τράβηξε κάτω.

«Όχι ρε μαλάκα, δεν είναι. Ηρέμησε. Θα μας πετάξουν έξω. Χαλάρωσε σε παρακαλώ. Θα σκοτωθούμε. Κανονικά. Όχι όπως πριν τον πόλεμο. Όχι όπως στα διηγήματα. Κανονικός θάνατος που δεν υπάρχει συνείδηση έπειτα. Το χεις;».
«Μα την είδα», κλαψούρισα. «Είναι εκεί, χορεύει».
«Έλα μωρέ, παράτα τον!», πετάχτηκε ο ψηλός. «Στην πραγματικότητα δε του αρέσει καμία ρε, ζει για το σόου. Περφόμανς κάνει. Εγώ σε πιστεύω ρε», μου είπε, γυρίζοντας προς το μέρος μου. «Αυτή είναι. Πήγαινε να της μιλήσεις!».
«Τι του λες και εσύ τώρα», απάντησε θυμωμένα ο Νικ. Να σημειωθεί πως όλοι μας, μα περισσότερο εγώ τα είχαμε κοπανήσει και συνεχίζαμε να πίνουμε. Άρα ανεβοκατεβάζαμε τον τόνο της φωνής μας σε τυχαία σημεία της συζήτησης, για άκυρους λόγους ή μάλλον χωρίς κανένα λόγο.
«Αφού με πιστεύει ο Μιν εμένα μου φτάνει», είπα με θάρρος. «Και το γεγονός ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται δεν έχει καμία σχέση με τίποτα απ’ όσα λέμε. Δε δίνω δεκάρα για την ιστορία, το Θεό, το σύμπαν ολόκληρο και τους νόμους του, στα αρχίδια μου. Εγώ, Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ, είμαι πιο σημαντικός απ’ όλη την κοσμική ύλη του κόσμου κι όλους τους άρρωστους παρανοϊκούς πανθεϊσμούς που έχετε φτιάξει εσείς οι τρελάρες. Πρέπει να πεθάνω; Σιγά μην πεθάνω. Αμ δε σφάξανε. Να φάτε γλαρόσουπα».

Και πίνοντας ένα ποτηράκι ακόμα. Τράβηξα προς τη σκηνή. Η μία χορεύτρια ήταν πολύ όμορφη, πολύ γλυκιά, πολύ ιδιαίτερη και όντως έμοιαζε στην κοπέλα που θυμόμουν απ’ την πόλη που είχαν ισοπεδώσει οι στρατιώτες. Πάω και της μιλάω λοιπόν. Για να δούμε τι ξέρει από μαρξισμό, δηλαδή από Σαίξπηρ.

Εγώ: Αλλά βέβαια ηδονή και δράση κάνουν το χρόνο να φαίνεται λίγος.
Αυτή: Ξόδευα άσκοπα το χρόνο μου
Ε. Τώρα ο χρόνος ξοδεύει άσκοπα εμένα.
Ε: Τι υπάρχει σ’ ένα όνομα;
Α: Έλα ντε. Αυτό που ονομάζουμε τριαντάφυλλο, με οποιοδήποτε άλλο όνομα θα μύριζε εξίσου ωραία.
Ε: Η αλήθεια κάνει το διάβολο να κοκκινίζει.
Α: Οι γελωτοποιοί συχνά αποδεικνύονται προφήτες.
Ε:Το πρώτο πράγμα που θα κάνουμε: Ας σκοτώσουμε όλους τους δικηγόρους.

Και κάπου εκεί, πρωτού πάω να τη φιλήσω, αν όχι στο στόμα, έστω στο μάγουλο, ήρθαν οι μπράβοι του μαγαζιού, δυο αναρχικοί δηλαδή και με πήραν σηκωτό να με πετάξουν έξω. Ευτυχώς λίγο πριν εκπληρώσουν την πρόθεση τους που εκτός απ’ τη λήξη του θεατρικού διαλόγου θα σήμαινε και ένα γερό χέρι ξύλο, η κοπέλα μεσολάβησε.

«Εντάξει δεν ενοχλεί, γλυκούλης είναι αφήστε τον, λογικά θα πληρώσουν σε λίγο και θα φύγουν. Ε;», είπε και κοίταξε παρακλητικά. Τι να πω και εγώ, συμφώνησα. Απήγγειλα ένα τελευταίο μαρξιστικό: «Κουράστηκα• να φύγω πια απ’ όλ’ αυτά εδώ πάνω! Αλλά θα μείνει η αγάπη μου μόνη της αν πεθάνω». Η αγάπη μου γέλασε. Ακόμα και οι μπράβοι χαμογέλασαν και έτσι γύρισα ασφαλής στο τραπέζι μας. Οι φίλοι μου ήταν εκεί.

«Άντε ρε μαλάκα, ήμασταν οριακά να επέμβουμε», μου είπαν και μου έδειξαν τα όπλα τους που είχαν γεμάτα και έτοιμα πλέον. Τα οπλίζαμε πλέον σπάνια γιατί παρόλο τον εμφύλιο είχαμε μείνει οι τελευταίοι στην Ελλάδα που δεν ξέρανε σκοποβολή.

Χαμογέλασα. Εξαιρετική ιδέα. Πιθανότατα αν έπεφτε έστω και μια σφαίρα εδώ, θα γέμιζε το μαγαζί δεκάδες νεκρούς και οι ταραχές θα επεκτείνονταν σε όλη την πόλη. Ήταν πραγματικοί φίλοι.

«Εντάξει παιδιά, τα κατάφερα και μόνος μου».
«Τι έγινε τελικά με την κοπέλα;».
«Νομίζω με βλέπει σα φίλο».
«Κλασσικά πράγματα».
«Ναι μωρέ, only ΜΕΚΑ things, βάλε μου ένα ποτηράκι».

Μου βάλανε.

Πιάσαμε μια κάπως πιο ήρεμη κουβέντα για το πώς και που θα γινότανε η επόμενη αγωνιστική μεταξύ του πρωταθλητή Ελλάδας, ΓΙΓΑΝΤΑ ΠΕΙΡΑΙΑ και της ομάδας της Λαμίας, ΕΚΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΣΤΡΑΠΗ. Ήταν σημαντικός αγώνας γιατί αν η ομάδα του ΓΙΓΑΝΤΑ έχανε, θα έπεφτε στη δεύτερη θέση. Δύσκολο να συμβεί, όμως οι διαιτητές της Λαμίας δεν έπαιρναν γραμμή απ’ την κυβέρνηση ως προς τα σφυρίγματα, από την αρχή του εμφυλίου μέχρι σήμερα.

«Η Λαμία εδώ και καιρό δεν ελέγχεται από τον εθνικό στρατό».
«Ποιός την έχει; Άκουσα ότι οι Κομμουνιστές αποχώρησαν επίσης κάνα δυο μήνες τώρα».
«Ε λοιπόν φίλοι μου», χαμογέλασα εγώ που ήξερα λεπτομέρειες και έβγαλα απ’ την τσάντα μου μια πολιτική-αθλητική εφημερίδα (ήταν ένα και το αυτό πλέον), «Η Λαμία παραχωρήθηκε απ’ τους Κομμουνιστές σε μια φεμινιστική, αυτόνομη οργάνωση, την ΠΕΤΡΟΛΕΖ, με αντάλλαγμα να περάσουν τα ανταλλακτικά για το εργοστάσιο όπλων του ΚΚΕ στο Βόλο και να λήξει η απεργία των αναρχικών εκεί και επιπλέον…»
«Μαλάκα μου έχει γίνει πολύ περίπλοκο όλο αυτό».
«Ναι…», συμφώνησα.
«Εσείς θα μείνετε πρώτη κατηγορία στο τοπικό πάντως;»
«Οπωσδήποτε», είπα εγώ με αισιοδοξία. «Μπορεί να μην υπάρχουν Γάτες πλέον, αλλά φυτέψαμε τους σπόρους μιας κουλτούρας που θα ανθίσει κάποτε. Φοβούνται τη μέρα που ο νεανικός οπαδικός εγελιανισμός θα ξεχύνεται με καραμπίνες στα γήπεδα και θα σπέρνει τον πανικό στην αμορφωσιά, στην βλακεία αλλά κυρίως στη μαφία και στη δεξιά».

«Στην υγειά μας λοιπόν!».
«Στην υγ…».

Έφτυσα πάνω στον ψηλό.

Ήταν εκεί, ήταν πάνω στη σκηνή. Αυτή τη φορά δεν έφταιγε το αλκοόλ ή οτιδήποτε άλλο. Το χορευτικό πρόγραμμα είχε τελειώσει και τώρα για λογαριασμό του μαγαζιού μίλαγε ένας κλόουν. Όχι ένας γλυκούλης, ενδιαφέρον, χαρούμενος κλόουν, αλλά ένα διεστραμμένο, πουλημένο σαδιστικό καθήκι. Ήταν ο Κόπρος!

«Τι έγινε ρε μαλάκα; Γιατί χλόμιασες;», με ρώτησαν οι φίλοι μου.
«Τον βλέπετε αυτόν εκεί που περιμένει να μιλήσει στο μικρόφωνο; Λοιπόν αυτόν τον είχαμε στο σύνδεσμο. Όταν άρχισε να υπάρχει έλλειψη βασικών αγαθών στην Αττική, ήθελε να γίνουμε μπράβοι αυτού του μεγαλομαφιόζου που έχει τον πρωταθλητή Ελλάδος μη χέσω. Τότε τους είχαν φάει οι κομμουνιστές κάτι φορτία με όπλα στο λιμάνι και αυτός έκλεισε ντιλ με την κυβέρνηση για τα επόμενα. Προθυμοποιήθηκε μέχρι και να προσλάβει αντιφασίστες οπαδούς με καλό μεροκάματο. Οπαδοί όπως ο Κόπρος ήταν χαρακτηριστικό δείγμα υπανθρώπων που δέχτηκαν να γίνουν τσιράκια του κράτους, της κυβέρνησης, της δεξιάς και φυσικά του ΓΙΓΑΝΤΑ ΠΕΙΡΑΙΑ».
«Και πως αντιδράσατε όταν σας το πρότεινε;»
«Τον σαπίσαμε στο ξύλο», είπα περήφανα. «Στις Γάτες είχαμε πολλά προβλήματα αλλά ηθικής δεν είχαμε ποτέ. Πες μας ό,τι γουστάρεις, αλλά όχι μπράβους. Πως μας ξέφυγε ο Κόπρος και τον βάλαμε μέσα, αυτό είναι άλλο θέμα. Απορώ τι κάνει εδώ».
«Θα το μάθουμε. Βάζε ποτό στο μεταξύ».

Δύο τύποι της αναρχικής φρουράς του μαγαζιού έφεραν τότε στη σκηνή ένα κλουβί. Από μέσα του ακουγόταν να παλεύει κάτι, όμως τι ήταν, δε μπορούσα να δούμε. Υποθέταμε πως επρόκειτο για ένα άγριο ζώο, όμως μια κουρτίνα κάλυπτε όλη την επιφάνεια. Η φρουρά άφησε το κλουβί και αποχώρησε.

Τότε μίλησε ο Κόπρος.

«Σύντροφισσες και σύντροφοι…», ξεκίνησε.
«ή όποιο άλλο φύλο είστε», σχολίασα ειρωνικά μην πιστεύοντας την μεταστροφή του.
«ή όποιο άλλο φύλο και σεξουαλικός προσανατολισμός σας κάνει να αισθάνεστε άνετα. Δυστυχώς οι ταξικοί περιορισμοί κληροδότησαν σε μερικές από εμάς, το πλέον φτωχό λεξιλόγιο και δε μπορώ να σας καλύψω σε μία μου ομιλία. Θέλω ωστόσο να αισθάνεστε όσο το δυνατόν πιο άνετα. Θα κάνουμε το παν απόψε ώστε να είναι ο χώρος ένα αληθινό safespace για όλες».
«Έλα Χριστέ και Παναγιά!», είπα κάνοντας το σταυρό μου. «Δε το ζω αυτό το πράγμα».
«Ρε απ’ ότι φαίνεται δεν είναι ακριβώς μαγαζί εδώ, το παρεξηγήσαμε γιατί είχαμε πιεί», μου είπε ο Νικ.

Κοίταξα γύρω μου. Ναι ήταν σαφές. Ήταν ο αναρχικός χώρος της πόλης κι όχι κάποιο κέντρο διασκέδασης. Οι ένοπλοι που είχα δει ήταν η περιφρούρηση κι όχι μπράβοι. Κι ο Κόπρος; Ο Κόπρος απλά παρασιτούσε στον καινούργιο χώρο που του πρόσφερε κάλυψη ή ακόμα χειρότερα δούλευε για το κράτος. Αλλά θα εμπιστευόταν το κράτος έναν τέτοιο ρόλο στον Κόπρο; Αποκλείεται, δεν περισσεύανε λεφτά στην κυβέρνηση των Αθηνών. Η πρώτη εξήγηση ήταν πιο ικανοποιητική. Υιοθετώντας τη σωστή ρητορική, ρούχα και στα πλαίσια μιας πόλης που δεν κινδύνευε ούτε απ’ τη φτώχεια, ούτε απ’ τον πόλεμο για την ώρα ο Κόπρος είχε γλυτώσει απ’ την πιθανότητα να τον τιμωρήσει κάποιο απ’ τα δεκάδες στρατόπεδα που είχαν σχηματιστεί κατά τον πόλεμο, αν όχι για τα εγκλήματα, τότε για τη μαλακία που έδερνε το κεφάλι του.

Έβραζα αλλά έμεινα στη θέση μου. Ο Κόπρος συνέχισε.

«Ξέρουμε ότι όλες εδώ είστε καταπιεσμένα. Έτσι θελήσαμε να σας διασκεδάσουμε για απόψε με το εξής θέαμα. Μετά τον χορό που απολαύσατε από την χορευτική μας ομάδα, την οποία ευχαριστούμε όλες, θα έχετε την ευκαιρία να ξεσπάσετε ενάντια σε έναν αληθινό εχθρό, έναν εχθρό που παρουσιάζει τις ζωές όλων σας εδώ σαν μη άξιες να βιωθούν. Ορίστε λοιπόν».

Και τράβηξε την κουρτίνα που κάλυπτε το Κλουβί.

Χρειάστηκε να πεταχτούν πάνω μου δύο ζευγάρια χέρια, αυτά των φίλων μου για να μην πεταχτώ όρθιος ή να μην κινηθώ προς το όπλο μου. Το παιδί στο κλουβί το ήξερα και μου έκανε εντύπωση που δεν τον ήξεραν και οι άλλοι δύο. Συμμετείχε στην Αόρατη Αποστροφή. Ήταν αντιφασίστας μάλιστα. Εντάξει του χειρίστου είδους εδώ που τα λέμε. Ήταν οπαδός μιας μεγάλης ομάδας της Βόρειας Ελλάδας, με το όνομα ΠΑΝΟΥΚΛΑ, αλλά δεν τον ένοιαζε το ποδόσφαιρο όσο να τραμπουκίζει μαγαζάτορες μαζί το σύνδεσμο του για τσάμπα ποτά και καλό χαρτζιλίκι. Αυτά στην αρχή, μετά το πράγμα εξελίχθηκε σε κανονική επιχείρηση, όμως καθώς πάντα βοήθαγε στα αντιφασιστικά και γενικώς προκαλούσε προβλήματα μόνο σε έχοντες περιουσία ποτέ δε με ενόχλησε η παρουσία του. Άσε που δε πληρώναμε ποτέ όταν βγαίναμε μαζί του.

«Αυτός εδώ ο τύπος είναι φασίστας και όλα τα σχετικά που συνοδεύουν αυτό το ρόλο», είπε χαιρέκακα ο Κόπρος. Είναι δικός σας. Θα είναι απολύτως δικός σας σε πέντε λεπτά, επιτρέψτε μου ένα μικρό διάλλειμα.

Κατέβηκε απ’ τη σκηνή.
Γύρισα προς τους φίλους μου. Ήμουν στα πρόθυρα του αμόκ.

«Παιδιά κοιτάξτε να δείτε, αυτός εκεί ο τύπος είναι τελείως μαλάκας ναι, αλλά μια φορά φασίστας δεν είναι. Σε αντίθεση με τον κλόουν από εδώ που όντως ήθελε να πείσει μια ολόκληρη ομάδα αντιφασιστών οπαδών να γίνουν φασίστες και μπράβοι, η ζωή έχει έρθει τα πάνω κάτω, όλα είναι εικόνες, τίποτα δεν έχει νόημα πια».
«ΓΑΜΩ ΤΟ ΧΡΙΣΤΟ ΣΑΣ! ΟΤΑΝ ΒΓΩ ΑΠΟ ΕΔΩ ΘΑ ΣΑΣ ΓΑΜΗΣΩ ΤΗ ΜΟΥΝΑ!», ούρλιαζε προς το κοινό εντωμεταξύ ο αιχμάλωτος.

«Έχεις δίκιο», είπε ψιθυριστά ο Νίκ, «Αλλά τι να κάνουμε;».
«Ας τον βγάλουμε έξω, πρότεινε χαλαρά ο ψηλός.
Κοιταχτήκαμε.
«Εγώ ψήνομαι», μας διαβεβαίωσε.
«Όντως τώρα;» τον ρώτησα, ηρεμώντας κάπως.
«Ναι ρε, ολόκληρος εμφύλιος έχει γίνει και δεν έχουμε ρίξει μια σφαίρα, αρχίζω να ντρέπομαι, ας προκαλέσουμε έστω κάτι…»
«Σωστό κι αυτό», πρόσθεσε ο Νικ.
«Για αισθητικούς πάντα λόγους ε;», είπα εγώ.

Κανείς δε μίλαγε. Άρπαξα το όπλο μου απ’ την τσάντα. Το τράβηξα έξω.

«Σηκωθείτε!», είπα. «Πάμε! Για τη ΜΕΚΑ!». Δέκα δευτερόλεπτα τζετ λακ μετά με ακολουθούσαν και οι άλλοι δύο.
«Όλα θα πάνε καλά!», μου είπε ο ψηλός, βλέποντας με να προπορεύομαι αλλά να τρέμω και σα το ψάρι ταυτόχρονα. Παράδιπλα μας τραπέζια που μας έβλεπαν άρχισαν να αδειάζουν.
«Ο κόσμος είναι ένα στρείδι που θ’ ανοίξει με το ξίφος μου, του απάντησα στα κλασσικά μαρξιστικά μου.

Κανείς δε μας εμπόδισε να φτάσουμε ως τη σκηνή. Ίσως επειδή ήμασταν οπλισμένοι σαν αστακοί να δείχναμε πιο απειλητικοί απ’ ότι μπορούσαμε πραγματικά να γίνουμε. Ανεβήκαμε πάνω.

Ο κόσμος είχε πέσει κάτω απ’ τα τραπέζια αλλά συνέχιζε να μας παρακολουθεί με τα μάτια και τα αυτιά του. Σκέφτηκα για λίγο να τους μιλήσω για το Χέγκελ, για τον Ακινάτη, για το ότι δεν είναι ντροπή να μην συγκρατείς το που σπουδάζει η άλλη, ούτε σημαίνει πως δεν την προσέχεις όταν μιλά. Να πω για τον Κάφκα, τον Ντεμπόρ, τον Κουζάνους, τους νεκρούς του Εμφυλίου, τα ντέρμπι του χάθηκαν από γαμημένα σφυρίγματα, από ανίκανες διοικήσεις, τους προπονητές που άξιζαν να μείνουν στην ομάδα, τον Σελίν και τη μιζέρια που δεν αποβάλλεται εύκολα όσους τίτλους κι αν πάρεις…

«ΣΑΣ ΕΧΩ ΟΛΟΥΣ ΓΡΑΜΜΕΝΟΥΣ ΣΤΑ ΑΡΧΙΔΙΑ ΜΟΥ!», είπα τελικά. Άνοιξα το κλουβί πυροβολώντας την πόρτα. Εκείνη τη στιγμή γύριζε κι ο Κόπρος που δεν είχε πάρει πρέφα τι είχε συμβεί.

«Εμείς φεύγουμε!», του ανακοίνωσα. Με κοίταξε, με αναγνώρισε. Σίγουρα φοβήθηκε μην τον σκοτώσω, κάτι που σίγουρα μπορούσα να κάνω, αλλά τέτοια σκουπίδια δε τα σκοτώνεις, είναι ήδη νεκρά, ζούνε νεκρά και πεθαίνουν νεκρά. Αν κανένας τριγύρω τους δεν προσέχει ότι είναι σκουπίδια δεν έχει καμία σημασία και τόσο το χειρότερο για δαύτους. Μια πόλη που είναι περήφανη για το ότι δε μαζεύει τα σκατά της, δε τη βοηθάς να φτιάξει ομάδες καθαριότητας, την αφήνεις στη μοίρα της και καλή τύχη. Άλλωστε κατά βάθος γούσταρα που η μόνη σφαίρα που έριξα σε όλο τον πόλεμο ήταν για να σπάσω ένα κλουβί. Μέχρι στιγμής φυσικά.

«Θα τα πούμε Κόπρε, μια οικογένεια ήμαστε!», πρόσθεσα. Και με γοργό βήμα, οι τέσσερεις μας πλέον, το σκάσαμε απ’ την πίσω πόρτα του μαγαζιού. Εκεί είχε διάφορα παρκαρισμένα αμάξια. Κλέψαμε το πρώτο που είχε κλειδιά πάνω του.
«Κι αν κάποιο είναι συντρόφου;», με ρώτησε ο Νικ και κατουρηθήκαμε σχεδόν στα γέλια. Πραγματικά στα παπάρια μας. Οι τύποι οριακά θα άρχιζαν να κάνουν ανθρωποθυσίες αν τους άφηνες κάνα χρόνο ακόμα».

«Αν όμως ήταν κανονικός φασίστας στη θέση του θα είχες πρόβλημα;».

Δεν απάντησα τίποτα. Συνέχισα να οδηγάω. «Πού πάμε τώρα;» ρώτησε ο νέος μας καλεσμένος όταν πια είχαμε βγει απ’ την μικρή πόλη. Σταμάτησα το αμάξι. «Φοβάμαι πως εσύ κατεβαίνεις εδώ φίλε μου», του είπα και χαμογέλασα ευγενικά. Οι φίλοι μου έδειχναν να συμφωνούν.

«Μα…», έκανε αυτός, «Τέλος πάντων… ναι καταλαβαίνω, εντάξει».

Κατέβηκε.
Συνεχίσαμε.

«Αλήθεια, όντως που πάμε τώρα;», ρώτησε ο ψηλός. «Είμαστε ταπί τελείως».
«Πάμε κάπου, να μην έχει πολύ πόλεμο, να πουλήσουμε το αμάξι και να ζήσουμε καλά λίγο καιρό, έχω κουραστεί με όλα αυτά τα καμένα σκηνικά, χρειάζομαι ξεκούραση», απάντησα.
«Πάμε Θράκη; Κομοτηνή για παράδειγμα που έχω ακούσει τα καλύτερα».
«Όχι μη του βάζεις ιδέες», πετάχτηκε ο Νικ, «Γιατί θα πίνει πάλι τον κώλο του και θα φαντάζεται κοκκινομάλλες που γνωρίζει από παλία στα μπαρ που θα πηγαίνουμε».
«Υπόσχομαι ότι δε θα συμβεί κάτι τέτοιο», είπα κοκκινίζοντας ελαφρά και κοιτάζοντας τον δρόμο που ξανοιγόταν μπροστά μας.
«Μα, αφού είσαι πρεζάκιας ντράμα κουίν ρε μαλάκα».
«Αυτές είναι».
«Κι αυτές».
«Άρα που πάμε;».
«Πάμε Ροδόπη; Είναι ήσυχα. Και με τη ΜΕΚΑ μπορούμε να στήσουμε μια μικρή ένοπλη μουσουλμανική κίνηση ανεξαρτησίας βασισμένη στη ζωγραφική. Αν πάει πολύ άσχημα φεύγουμε».
«Ακούγεται ό,τι πρέπει ρε φίλε για να ηρεμίσουμε, μέσα».
«Ναι κομπλέ, μέσα και εγώ. Να σου πω, παίζει να σταματήσουμε κάπου να κατουρήσω όμως;».
«Βασικά σταματάμε τώρα; Γιατί θέλω να γράψω κάτι να ανεβάσουμε στο ΙΝΤΕΡΝΕΤ».
«Ωραία ναι, παρκάρω. Τι θες να γράψεις;».
«Ένα κείμενο για όσα έγιναν με τίτλο…

Ανάληψη Ευθύνης Για Την Απελευθέρωση Ενός Φασίστα.

«Οκεί σταματάω εδώ».
«Λίγο πιο εκεί, εδώ μπορεί να με δει κάποιος να κατουράω».
«Είμαστε στη γαμημένη εθνική οδό και έχουμε εμφύλιο ρε μαλάκα».
«Σταμάτα να με κρίνεις».

Ματωμένα ντόνατς (Σιλουάν Κ.)

H αλήθεια είναι πως αυτή η ιστορία θα μπορούσε να ξεκινήσει με πολλούς τρόπους. Ένας από αυτούς: άντρας γύρω στα πενήντα μιλάει για τον Φλωμπέρ ενώ σκουπίζει αίματα απ’το πουκάμισο του. Έξω βρέχει. Ο τύπος μιλάει για καμιά ώρα ακατάπαυστα. Ένας μικρός κόκκινος λεκές παραμένει στον γιακά του. Ο τύπος λέει πως ο Φλωμπέρ στο τέλος της ζωής του έπασχε από σχιζοειδή διαταραχή. Έπειτα ο τύπος φεύγει και επιστρέφει με μια καραμπίνα. Ένας άλλος τρόπος: μια γυναίκα χαστουκίζεται εξαιτίας μιας κατσαρίδας. Η γυναίκα κλαίει και κεινη την ώρα η κατσαρίδα πεθαίνει. Και ένας τελευταίος: δυο φίλοι βγάζουν μαχαίρια για ένα ντόνατ. Πριν απ’όλα όμως, η ιστορία αυτή ξεκινάει με εμένα να ψάχνω για δουλειά.

Είχα κάνα δίμηνο που είχα μετακομίσει στην Τ. και τα λεφτά που είχα στην άκρη εξαφανίζονταν. Αργά ή γρήγορα το πήρα απόφαση: δεν ωφελεί σε τίποτα· έπρεπε να βρω τρόπο να βγάζω το ψωμί και τις μπύρες μου. Οτιδήποτε θα μου έκανε, αρκεί να πλήρωνε στην ώρα του, αρκεί να μην ήταν δουλειά σε κομμωτήριο: μισώ τα κομμωτήρια. Αποδείχτηκε πως ήταν πιο δύσκολο απ’ότι φανταζόμουν. Η Τ. ήταν νεκρή από δουλειές και εκτός από δυο καφετέριες που δεν είχαν ανάγκη προσωπικού και ένα σουβλατζίδικο το οποίο ήταν πάντα άδειο και έρημο, οι άλλες μου επιλογές ήταν σχεδόν κωμικές. Και εξίσου αποτυχημένες. Ένα ανθοπωλείο, ένα γραφείο τελετών, μια εταιρεία ηλεκτρικών συσκευών. Α, και φυσικά ένα γαμημένο κομμωτήριο.

Στις αρχές της άνοιξης είχα αρχίσει να συμβιβάζομαι με την ιδέα πως θα ‘πρεπε να κοιτάξω και σε άλλες περιοχές. Κανείς δε γουστάρει να κάνει μεγάλες διαδρομές απλώς για να δουλέψει, όμως οι επιλογές μου ήταν περιορισμένες, ή για να το πω καλύτερα, ανύπαρκτες. Περπατούσα προς το σπίτι μου κάπως προβληματισμένος, όχι ότι έσκαγα κιόλας, σκεφτόμενος ότι η Τ. ήταν αυτό που λέμε μια πόλη-φάντασμα, μια πόλη που δε περιμένεις να υπάρχει στ’αλήθεια στις μέρες μας. Και να που υπήρχε και να που απ’όλη την χώρα εγώ είχα καταλήξει σε αυτήν. Τέλος πάντων, σημασία έχει ότι όπως περπατούσα ξαφνικά είδα ένα μέρος που δεν το είχα προσέξει, ένα μέρος που έμοιαζε με μαγαζί, του οποίου η βιτρίνα ήταν από μαύρο φιμέ τζάμι και το οποίο ήταν όλο αυτόν τον καιρό εκεί! Πώς στα κομμάτια δεν το’χα προσέξει, αυτό είναι απ’τα άγραφτα! Δεν είχα και τίποτα να χάσω, ούτως ή άλλως δεν περίμενα και πολλά και έτσι άνοιξα την πόρτα φουριόζος. Ήταν όντως μαγαζί, ήταν ένα όμορφο μπαρ, με ξύλινα πατώματα και καθαρά τραπέζια. Επίσης ήταν άδειο από πελάτες. Υπήρχε μονάχα ένας κοντοστούπης νέος πίσω απ’την μπάρα, ένας τύπος που περισσότερο έμοιαζε με μαθητευόμενο λογιστή παρά με μπάρμαν. Πλησίασα και τον ρώτησα αν υπάρχει κάποια θέση εργασίας ελεύθερη, οτιδήποτε. Μου απάντησε με εξαιρετικά σοβαρό ύφος, πως δεν γνώριζε. Ο υπεύθυνος θα ερχόταν σε λίγο. Ταλαντευτικά για λίγο αν θα τον περίμενα ή όχι, το όλο σκηνικό μύριζε φιάσκο και μύριζε φορμόλη. Τελικά έκατσα σ’ένα τραπέζι και παρήγγειλα μια κόκα κόλα. Παρατήρησα τον χώρο. Αν προσπερνούσες το αφιλόξενο της απουσίας άλλων ανθρώπων, το μπαρ ήταν -αν μη τι άλλο- περιποιημένο. Και με υποφερτή αισθητική. Στους τοίχους υπήρχαν πορτραίτα από διάφορους μαύρους -υποθέτω τζαζίστες ή κάτι τέτοιο- και στο τοίχο πίσω απ΄την μπάρα ένα ολόχρυσο σαξόφωνο. Υπήρχε επίσης το σκίτσο μιας γυναίκας η όποια έμοιαζε με πρεζού σε απόγνωση και υπήρχαν γραμμένες κλισεδιάρικες μαλακίες για αλκοολικούς. Τραβηγμένο απ’τα μαλλιά, σκέφτηκα. Κόντευε να περάσει μισή ώρα και ο υπεύθυνος δεν είχε φανεί. Ο νεαρός μπάρμαν καθόταν και χάζευε στο κινητό του. Κάθε τόσο μου έριχνε ένα βαριεστημένο βλέμμα και συνέχιζε να ασχολείται με το κινητό του. Μόλις τέλειωσα την κόκα-κόλα έβγαλα να καπνίσω ένα τσιγάρο· ο μαθητευόμενος λογιστής μου είπε πως απαγορεύεται το κάπνισμα στο μαγαζί και’γω αποφάσισα πως είχε έρθει η ώρα να φύγω. Εκείνη την στιγμή άνοιξε η πόρτα και μπήκε ο υπεύθυνος: κρατούσε μια αναμμένη πουράκλα στο δεξί του χέρι και έναν χαρτοφύλακα στο αριστερό. Ήταν ένας μεσήλικας άντρας, γεροδεμένος, παρόλα αυτά με ευγενική φυσιογνωμία. Πλησίασε στο μπαρ, ακούμπησε τον χαρτοφύλακα σ’ένα σκαμπό και μίλησε για λίγο με τον μπάρμαν. Εκείνος του σέρβιρε ένα ουίσκι. Όταν τον κοίταξα μου έκανε ένα νόημα με τα φρύδια για να μου υποδείξει το προφανές. Πλησίασα τον υπεύθυνο και του είπα τα λόγια μου. Εκείνος με περιεργάστηκε για λίγο και μετά μίλησε: «Και με τι ασχολείσαι φίλε μου;»
«Με τίποτα. Απλώς ψάχνω δουλειά.»
«Πώς τίποτα; Όλοι με κάτι περνάμε τον χρόνο μας.»
«Εγώ δεν κάνω τίποτα.»
«Κάνα χόμπι δεν έχεις ρε ψηλέ;»
«Ε ας πούμε πως διαβάζω»
«Λογοτεχνία;»
«Ας πούμε ναι.»
«Ας πούμε. Καπνίζεις;»
«Ναι αλλά αν με πάρετε στην δουλειά, αυτό δεν θα’ναι πρόβλημα.»
«Χαίρομαι. Τα πρόστιμα είναι γαμήσι.»
Άρχισε να γελάει και μετά από λίγο άρχισε να γελάει και ο τύπος πίσω απ’την μπάρα. Μου είπε πως και ‘κεινου του αρέσει η λογοτεχνία. Μου είπε πως ίσως να υπάρχει δουλειά για ‘μενα στο μαγαζί. Κατάλαβα πως για κάποιον δικό του λόγο με είχε συμπαθήσει. Θα άλλαζα τον νεαρό μπάρμαν. Μέχρι τότε έκανε διπλές βάρδιες και ήταν καιρός να ξεκουραστεί. Toν κοίταξα: o νεαρός μπάρμαν χαμογελούσε σαν μαλάκας.

Προσαρμόστηκα γρήγορα στα νέα μου καθήκοντα, τα όποια κάθε άλλο παρά απαιτητικά ήταν. Και ο μισθός μου, ωωω ο μισθός μου ήταν πολύ καλός. Θέλω να πω: o μισθός μου ήταν από άλλο πλανήτη. Δεκαπέντε ευρώ την ώρα δεν παίζουν πουθενά εκεί έξω. Αυτό και αν ήταν ευλογία. Έπιανα δουλειά στις οχτώ το βράδυ. Συνήθως μέχρι τις δώδεκα ήμουν ολομόναχος στο μαγαζί αν και ορισμένες φορές καθόταν ο νεαρός μπάρμαν και μιλούσαμε για ποδόσφαιρο. Ήταν έξυπνο παιδί και με ωραίες ιδέες για το άθλημα. Αν είχαμε τέτοιους τύπους στο υπουργείο, σίγουρα δε θα’μασταν στα χάλια που είμαστε τώρα. Ο νεαρός μπάρμαν πίστευε πως είχε έρθει η ώρα να απαγορευτεί το κάπνισμα στα γήπεδα της χώρας. Καιρός ήταν. Πίστευε ακόμα πως το ξύλο μεταξύ των οπαδών έπρεπε με κάποιο τρόπο να θεσμοθετηθεί, στη τελική είναι μέρος της κουλτούρας μας. Σε φάση επίσημα, να υπάρχει κάποια ειδική βαθμολογία γι’αυτό. Να υπάρχουν και γαμημένοι κανόνες. Για παράδειγμα: όχι πιστόλια. Έντιμο εκ μέρους του, όπως και να το δεις. Ο νεαρός μπάρμαν είχε φίλους σε συνδέσμους της ομάδας του, αλλά ο ίδιος δεν ήταν συνδεσμίτης. Έτσι έλεγε. Ήταν απλώς ένας παθιασμένος υποστηρικτής. Του άρεσε το ιταλικό πρωτάθλημα περισσότερο απ’το αγγλικό, και του άρεσε ο Μπάτζιο περισσότερο απ’τον χοντρό Ρονάλντο. Περισσότερο απ’ολα όμως, του άρεσε το αργεντίνικο πρωτάθλημα και η Σαν Λορέντζο. Μου έβαζε βιντεάκια στο γιουτιούμπ με τους οπαδούς της, ήξερε τα συνθήματα της κερκίδας απ’έξω. Από τακτική πάντως δε σκάμπαζε και πολλά: αδυνατούσε να κατανοήσει τον θαυμασμό του κόσμου για τον Γκουαρντιόλα, θεωρούσε πως το πρώτο καθήκον μιας ομάδας είναι η άμυνα και το πάθος. Ίσως να’χε και δίκιο, γούστα είναι αυτά. Όταν πάντως έφευγε και έμενα μόνος στο μπαρ, είχα χρόνο για το οτιδήποτε. Έπινα κάνα ποτό, έβαζα μουσική και κυρίως περίμενα. Μπορεί να διάβαζα και κάνα βιβλιαράκι ή να σκεφτόμουν καμιά ιστορία για γράψιμο. Δε θα διστάσω να πω ότι ήταν η δουλειά των ονείρων μου. Μια στο τόσο έμπαινε και κάποιος πελάτης, αλλά αυτό ήταν μονάχα μια στο τόσο και χωρίς πολλά-πολλά. Έπινε-πλήρωνε- έφευγε.

Τα μεσάνυχτα ερχόταν το αφεντικό. Τον σέρβιρα ένα ουίσκι και συνήθως αμίλητος πήγαινε σ’ένα δωματιάκι που υπήρχε στο υπόγειο. Υποθέτω πως έκανε τα λογιστικά της επιχείρησης. Γύρω στις δύο ανέβαινε πάνω για να πιει άλλο ένα ουίσκι και τότε, αρκετά σπάνια πάντως, μπορεί να πιάναμε καμιά κουβέντα. Είχε ένα πατρικό ύφος όταν μου μιλούσε, που αν και στην αρχή με εκνεύριζε, μετά το συνήθισα και μετά ίσως το εκτίμησα. Του άρεσε όντως η λογοτεχνία, είχε πολλές γνώσεις επί του θέματος και έτσι η συζήτηση μαζί του, απέφευγε τον κίνδυνο να γίνει πληκτική. Εκτός απ’όταν έπιανε την προσωπική ζωή των συγγραφέων, που οι αναλύσεις του δεν είχαν τέλος. Και συνήθως δεν είχαν και καμιά λογική βάση. Ήξερε κουτσομπολιά για όλους, πράγματα που δύσκολα θα αναφέρονταν σε κάποια βιογραφία, αλλά όπως έλεγε και ο ίδιος συχνά-πυκνά, άμα διάβαζες το έργο τους προσεχτικά θα τα καταλάβαινες. Για παράδειγμα, o Μπορίς Βιαν ήταν πούστης (με τον αρχαιοελληνικό τρόπο) και ο Κάφκα βουτηγμένος στο όπιο μέχρι τα φρύδια. Δεν έβγαζα άκρη.
Δυο φορές τον μήνα, έρχονταν δυο παλικάρια και φέρνανε μια κλειστή κούτα με ντόνατς. Την έβαζα στην άκρη και όταν έφτανε το αφεντικό την έπαιρνε στο λογιστήριο. Δυσκολευόμουν να πιστέψω ότι η κούτα είχε στ’αλήθεια ντόνατς μέσα, αλλά αφού έτσι έλεγαν δεν είχα λόγο να το ψάξω παραπάνω. Ποιος νοιάζεται; Κάποιο απόγευμα, το αφεντικό μπήκε μέσα φανερά ταραγμένο. Απόδειξη γι’αυτό είναι ότι ήπιε δυο ουίσκια αντί για ένα, και ότι είχε κέφια για κουβέντα απ’την αρχή. Επίσης, αν και αυτό μπορεί να’ταν συμπτωματικό, το πουκάμισο του είχε δυο-τρεις φανερούς λεκέδες αίματος. Ή σάλτσας ντομάτας. Ίσως να’τρωγε κοκκινστό πιο πριν, δε μ’αρέσει να είμαι απόλυτος. Όπως και να’χει, μιλήσαμε για γαλλική λογοτεχνία, μιλήσαμε για τον Μπαλζάκ και τις σχέσεις του με την κηπουρική. Κάποια στιγμή, σαν κάτι να θυμήθηκε, το αφεντικό σηκώθηκε και πήγε στο υπόγειο. Όταν επέστρεψε κρατούσε μια καραμπίνα και μου ζήτησε να την βάλω στο ράφι κάτω απ’την μπάρα. Είπε: καλού κακού, και συνεχίσαμε την συζήτηση μας.
Κατά καιρούς σκάγανε και κάτι άλλοι τύποι στο μαγαζί, φίλοι του νεαρού μπάρμαν ή του αφεντικού, και μια στο τόσο έφευγα νωρίτερα γιατί ήθελαν να μιλήσουν. Και όταν μιλούσαν δε μπορούσα να’μαι μπροστά. Εντάξει δεν είμαι μαλάκας, καταλάβαινα ότι κάτι έτρεχε με το μέρος, απ’την πρώτη στιγμή το είχα ψιλιαστεί. Αλλά ξαναλέω: ποιος νοιάζεται; Έπαιρνα δεκαπέντε ευρώ την ώρα για να κάθομαι· δε πα να πουλούσαν και τα όργανα των παιδιών τους; Το κρίμα στα κεφάλια τους. Εγώ είχα την συνείδηση μου ήσυχη, και καμία διάθεση να μπλεχτώ παραπάνω. Και τότε ήρθε ο Δεκέμβρης.

Ο νεαρός μπάρμαν την παρουσίασε σαν γκόμενα του. Δεν ήταν. Ο νεαρός μπάρμαν είπε πως είχε καταγωγή απ’την Ιταλία. Δεν είχε. Όμως εμείς την φωνάζαμε Ιταλίδα και ο νεαρός μπάρμαν πολύ θα ήθελε να την είχε για γκόμενα. Έπιασε δουλειά στο μπαρ σαν σερβιτόρα· στην πραγματικότητα απλώς καθόταν και κοίταζε τους καλοβαμμένους τοίχους όπως όλοι μας. Ήταν κοντούλα, μελαχρινή, δυναμίτης κανονικός. Όταν χαμογελούσε δε μπορούσες να μη χαμογελάσεις και συ. Και ας μην υπήρχε λόγος. Ήταν ξεκάθαρο απ’την πρώτη στιγμή ότι είχα μπλέξει άσχημα, έπρεπε όμως να δείξω χαρακτήρα. Τα δύσκολα του επαγγέλματος, σκέφτηκα.

Η Ιταλίδα παρ’όλα αυτά είχε δυο κουσούρια: τραγουδούσε κάτι παράφωνα λαϊκά που σου τρύπαγαν το μυαλό και δεν γούσταρε τον νεαρό μπάρμαν. Κυρίως το τελευταίο. Σε κάθε περίπτωση, η Ιταλίδα δούλευε στα ωράρια του νεαρού μπάρμαν και καθόταν κάνα δίωρο μετά με εμένα. Και ο νεαρός μπάρμαν καθόταν. Προσπαθούσε να την στριμώξει σε κάθε ευκαιρία, όμως εκείνη με πολύ στυλ τον απέφευγε, τον έκανε να καίγεται πάνω στα σκατά του. Σχεδόν τη θαύμαζα για τον τρόπο της, μου φαινόταν πανέξυπνος και ταυτόχρονα αυθόρμητος. Ο νεαρός μπάρμαν διατηρούσε τις ελπίδες του αλλά στην πραγματικότητα ήταν χαμένος από χέρι. Απ’την άλλη, με’μένα η Ιταλίδα ήταν πολύ πιο ζεστή, όμως εγώ πάλευα να κάνω τον αδιάφορο. Ίσως αυτό την έλκυε στα μούτρα μου, ποιος ξέρει. Την σκεφτόμουν συνέχεια, την ήθελα δική μου, όμως ένας άντρας πρέπει να βάζει τις προτεραιότητες του σε τάξη: άντεξα ελάχιστα. Λίγο καιρό αργότερα άρχισε να υπάρχει ξεκάθαρο φλερτ μεταξύ μας, πράγμα που δεν άργησε να πάρει είδηση ο νεαρός μπάρμαν. Η συμπεριφορά του προς εκείνη άλλαξε. Της φερόταν απότομα, σαν να’ταν ο γαμημένος ιδιόκτητης του μπαρ, και ορισμένες φορές την διέταζε με ύφος δε ξέρω τι. Εκείνη με ευκολία τα κατάπινε και συνέχιζε. Με εμένα παρέμενε ο ίδιος μαλάκας που ήξερα. Και όταν του έλεγα πως το κατενάτσιο δεν έχει θέση στο σύγχρονο ποδόσφαιρο, έβαζε τα γέλια.

Ένα βράδυ που ο νεαρός μπάρμαν είχε φύγει εξαιτίας κάτι δουλειών τρέχα-γύρευε, η Ιταλίδα και’γω βάλαμε να πιούμε. Και αφού ήπιαμε, μερικές στιγμές αργότερα φιλιόμασταν. Και λίγο αργότερα το κάναμε πάνω στο τραπέζι. Και μετά στο πάτωμα. Και μετά πάλι στο τραπέζι. Ήταν το κάτι άλλο. Της είπα πως ο νεαρός μπάρμαν δε πρέπει να καταλάβει το παραμικρό και συμφώνησε. Της είπα πως καλό θα ήταν να μην ξαναγίνει και έδειξε σκεπτική. Το ίδιο και’ γω. Πιάσαμε να κοροιδεύουμε τον νεαρό μπάρμαν και να δοξολογούμε την τύχη μας. Απ’οτι φαίνεται η Ιταλίδα τον είχε γνωρίσει στην προηγούμενη δουλειά της, σ’ενα ιταλικό εστιατόριο. Εξ’ου και το παρατσούκλι. Ήταν τακτικός θαμώνας και της είχε προτείνει μια εργασία με πολύ λιγότερο κόπο και πολύ περισσότερα λεφτά. Μέχρι να της εξηγήσει περί τίνος πρόκειται, νόμιζε πως την προόριζε για πουτάνα. Ευτυχώς τα πράγματα ήταν πολύ καλύτερα. Για μια στιγμή ένιωσα κάπως άσχημα: o τύπος ήταν στ’αλήθεια καψουρεμένος.
Την ίδια νύχτα το αφεντικό και’γω είχαμε μια συζήτηση για τον Ντοστογιέφσκι. Του είπα πως κατά την γνώμη μου εκείνο που τον ξεχώριζε ήταν η νηφαλιότητα του, η διαύγεια του. Το αφεντικό διαφώνησε. Κατά την γνώμη του εκείνο που τον ξεχώριζε απ’τους υπόλοιπους ήταν η ενσυναίσθηση του. «Αυτό μικρέ. Η ενσυναίσθηση. Έπαιρνε της αμαρτίες των άλλων πάνω του, σαν ένας άγιος.» Στα λόγια του υπήρχε μια βαθιά κατανόηση· μου έδωσε την εντύπωση ότι μιλούσε για τον εαυτό του, ότι και ο ίδιος κουβαλούσε ένα φορτίο βαρύτερο απ’το τομάρι του. Ίσως πάλι να ‘ταν και ιδέα μου· όλα όσα είχαν γίνει με την Ιταλίδα προηγουμένως είχαν αλλοιώσει την αίσθηση της πραγματικότητας. Ήμουν σαν υπνοβάτης.

Έτσι λοιπόν φτάνουμε στην παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Θα πήγαινα στο μπαρ στις οχτώ και θα το έκλεινα στις δέκα. Ανεξαρτήτως των συνθηκών, παραμένει υπερβολικά μίζερο να αλλάζεις χρόνο εν ώρα εργασίας και ευτυχώς το αφεντικό ήθελε οι υπάλληλοι του να το διασκεδάζουν. Και απ’οτι φαίνεται ο νεαρός μπάρμαν – σαν πιστό σκυλί- το’χε ρίξει έξω από νωρίς, γιατί όταν έφτασα στο μαγαζί, ήταν ξεκάθαρο πως είχε ρουφήξει το κατιτίς του. Και άλλες φορές μου έλεγε να σνιφάρουμε καμιά γραμμή, αλλά δεν τον θυμάμαι ποτέ σε αυτήν την κατάσταση. Απ’την άλλη, Πρωτοχρονιά ήταν, μην γίνομαι και μαλάκας. Η Ιταλίδα έβαζε μουσική, κάτι εορταστικό, έναν τύπο που προσπαθούσε να μιμηθεί τον Σινάτρα. Έβαλα να πιω μια μπύρα, τσουγκρίσαμε τα ποτήρια και οι τρεις μας, ανταλλάξαμε μερικές ευχές. Ο νεαρός μπάρμαν έκανε βόλτες μόνος του χαμογελαστός, προσπαθούσε να πείσει την Ιταλίδα να χορέψουνε. Της φερόταν πάλι όπως πρώτα μετά από καιρό, η σκόνη τον είχε κάνει πραγματικά ευδιάθετο. Εκεί έγινε το πρώτο λάθος: η Ιταλίδα τον απέρριπτε εμφατικά, συζητούσε μαζί μου σαν μην τον άκουγε. Εν’ολίγοις, τον έφτυνε στα μούτρα. Κάποια στιγμή πήγα να κατουρήσω, και όταν γύρισα το σκηνικό είχε αλλάξει ολοκληρωτικά. Είχαν έρθει τα πάνω-κάτω. Ο νεαρός μπάρμαν ούρλιαζε στ’αυτιά της Ιταλίδας. Της έλεγε ότι ήταν μια άχρηστη πουτάνα, που δε μπορεί να κάνει ούτε τα βασικά. Η πρόφαση γι’αυτόν τον χαμό ήταν μια κατσαρίδα που είχε πάρει το μάτι του να κόβει βόλτες κάτω απ’τα τραπέζια. Την χαστούκισε και η Ιταλίδα ξέσπασε σε κλάματα. Εγώ τα είχα χάσει· είπα στο νεαρό μπάρμαν να κάνει στην άκρη, γιατί το παρατράβηξε. Του φώναξα: αρκετά ρε! Εκείνη την ώρα εμφανίστηκε το αηδιαστικό έντομο. Ήταν χοντρό σαν αρουραίος και για να το λιώσω χρειάστηκε να το πατήσω δυο φορές. Του τινάχτηκαν τ’ άντερα έξω. Ο νεαρός μπάρμαν είπε στην Ιταλίδα να εξαφανιστεί, και εκείνη αφού πήρε την τσάντα και το παλτό της έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω. Έκλαιγε και ψέλλιζε κάτι ακατανόητες κατάρες. Μείναμε οι δυο μας. Ο τύπος που πάλευε να μοιάσει στον Σινάτρα ήταν αφόρητος, η φωνή του έμοιαζε να βγαίνει από ένα πηγάδι με σκατά. Αυτό δεν πτόησε τον νεαρό μπάρμαν που γρήγορα ξαναβρήκε το κέφι του, εγώ όμως ένιωθα τα μηνίγγια μου να τρέμουν απ’τα νεύρα. Με είχε πιάσει ένας απίστευτος πονοκέφαλος: προσπάθησα να ηρεμήσω. Ο νεαρός μπάρμαν τριγυρνούσε πέρα-δώθε και μονολογούσε ότι αυτός ήθελε απλώς να χορέψει. Κάθε τόσο έβριζε την Ιταλίδα, και έφτυνε στο πάτωμα· ήταν ξεκάθαρο πως είχε πάθει κάποια κρίση θιγμένου εγωισμού. Έβαλα να πιω ένα ουίσκι. Ο νεαρός μπάρμαν συνέχιζε τις αόρατες απειλές του, και’γω όταν σήκωσα το ποτήρι, παρατήρησα πως τα χέρια μου έτρεμαν σαν παλαβά. Δε σταματούσε να μιλάει ο τύπος, το κεφάλι μου ήταν έτοιμο να εκραγεί. Τι εκνευριστικός βλάκας! Ο νεαρός μπάρμαν μου χαμογέλασε και μου είπε πως θα την έβρισκε και θα την σκότωνε. Δεν ήξερε με ποιον είχε μπλέξει το τσουλάκι! Θόλωσα, ένιωθα πως ο μαλάκας θα με κανε να εκραγώ. Τα αυτιά μου βούιζαν και ο νεαρός μπάρμαν δεν είχε σταματημό: κάποιος έπρεπε να το κάνει να το βουλώσει. Και αφού δεν ήταν κανείς άλλος εκεί γύρω, και αφού ο Μαστουρωμένος Τιμωρός συνέχιζε να ρωτάει “ξέρεις ποιος είμαι εγώ’’ φλίπαρα για τα καλά· έδρασα ενστικτωδώς. Όταν γύρισε την πλάτη του, έβγαλα την καραμπίνα απ’το ράφι και τον πυροβόλησα. Το λέω ξεκάθαρα: με όλη μου την ψυχή τον πυροβόλησα. Και ευτυχώς η καραμπίνα ήταν γεμάτη. Η σφαίρα τον βρήκε στο σβέρκο και ο νεαρός μπάρμαν αφού τρέκλισε για λίγα εκατοστά, έπεσε στο έδαφος σαν ένα τσουβάλι με χώμα. Το κοντοστούπικο πτώμα του προσγειώθηκε πάνω στην κατσαρίδα. Κοίταξα τον τοίχο: το σκίτσο της πρεζούς σε απόγνωση, είχε γεμίσει αίματα. Σκατά και απόσκατα, είπα. Ωστόσο ήδη ένιωθα πολύ καλύτερα. Κατάλαβα πως έπρεπε να την κάνω απ’το μέρος στα γρήγορα. Δεν ένιωσα καμία διάθεση φιλανθρωπίας, δεν πήγα καν να τσεκάρω αν ζούσε ή ήταν ψόφιος. Σημασία είχε να φύγω. Παρ’όλα αυτά, είχα να κάνω μια τελευταία δουλειά. Κατέβηκα στο υπόγειο και βρήκα τις κούτες με τα ντόνατς. Άνοιξα μια και σοκαρίστηκα με το θέαμα: είχε στ’αλήθεια μερικούς μπαγιάτικους λουκουμάδες εκεί μέσα. Οι οποίοι όμως ήταν τυλιγμένοι με χαρτί. Και γύρω από αυτό το χαρτί, υπήρχε μια δέσμη με κατοστάρικα. Άρπαξα έναν και τον έχωσα στη τσέπη μου. Έπειτα ξανάκλεισα την κούτα. Ανέβηκα πάνω και είδα για μια τελευταία φορά τον χώρο. Ο νεαρός μπάρμαν ούτε που σάλευε. Έκλεισα την μουσική και τα φώτα, τελείωσα με μια γουλιά το ουίσκι μου και βγήκα έξω. Κλείδωσα το μπαρ και έβαλα τα κλειδιά στην τσέπη μου. Άρχισα να περπατάω, στην αρχή βιαστικά, μετά πιο ήρεμα. Ο κρύος αέρας με συνέφερε, με έκανε να χαμογελάσω. Ένιωθα πάλι κύριος του εαυτού μου. Όχι και άσχημα σκέφτηκα: τρία χιλιάρικα και ένα ντόνατ βανίλια. Και η νύχτα έξω ήταν παγωμένη και γιορτινή. Το επόμενο πρωί έφυγα απ’την χώρα.

Πορσελάνες (Ε. Kάτη)

Εμείς στο σπίτι μας δεν είχαμε ποτέ πορσελάνες -μας έλειπε η αριστοκρατική καταγωγή- ή μάλλον δεν έλειπε, είχε χαθεί κάπου στα χρόνια -ο προπάππους ήταν πλούσιος και μορφωμένος, έχασε τα λεφτά του για να σωθεί -στις γκόμενες τα έφαγε μην λες ψέματα στα παιδιά. Στο σπίτι μας ήταν πάντα κακό να λέμε ψέματα εκτός αν ήταν ψέματα που αγκαλιάζουν και γλύφουν τις πληγές. και κάτι Χριστούγεννα σπάσαμε όλες τις μπάλες για το δέντρο -η έλλειψη πορσελάνης σήμαινε και έλλειψη καλών τρόπων, αν και πάντα μας φαίνονταν αντιαισθητικά τα σπασμένα πιάτα πάνω σε πίστες- κι είπαμε ψέματα πως καμία δεν στεναχωρήθηκε που μείναμε χωρίς στολίδια. Ήταν μια κίνηση εκδίκησης φυσικά, ευνουχίσαμε το χριστουγεννιάτικο δέντρο και μετά στολίσαμε μια μήτρα από κόκκινη γιρλάντα στην βιβλιοθήκη. Την βγάλαμε αργότερα, αισθάνονταν άβολα οι επισκέπτες, οι άντρες κυρίως, βέβαια και μετά όποιος άντρας έμπαινε στο σπίτι καθόταν στην άκρη του καναπέ ή έμπαινε μόνο σε ένα δωμάτιο και πάντα μίλαγε χαμηλόφωνα. Εμάς το σπίτι μας έδιωχνε τους άντρες αφού πρώτα τους πιπίλαγε τον λαιμό και τους έκανε να κλαίνε, κι εμείς, στεκόμασταν στο κατώφλι της πόρτας, πάντα με μια μικρή χαρά, μόνο καμιά φορά κάποια από εμάς δάκρυζε λίγο και μετά είχε νεύρα – δεν της μιλάγαμε τότε, την αφήναμε, και έπειτα σφίγγαμε τα χέρια μας και σαν όρκο λέγαμε θα τα καταφέρουμε, πάντα τα καταφέρνουμε, και η Θεά πάνω από το κεφάλι μας γέλαγε και έβαζε τα κλάματα από τα γέλια. Εμείς στο σπίτι μας μετράγαμε τις χρονιές με την δουλειά ή και με την ανεργία και πάντα λέγαμε “του χρόνου θα πάρουμε πορσελάνες και κολονάτα ποτήρια και κηροπήγια” “να βγάλεις το καλό σερβίτσιο” και γελάγαμε γιατί εμείς στο σπίτι μας δεν είχαμε ποτέ καλό σερβίτσιο μόνο πάντα κάποια άνεργη ή κάποια στο όριο της ανεργίας ή κάποια συμβασιούχα ή κάποια που δεν τις κόλαγαν ένσημα ή κάποια με πρησμένα πόδια ή κάποια με κρίσεις πανικού ή κάποια που δεν ξέρει τι θέλει να κάνει στην ζωή της. Εμείς στο σπίτι μας δεν είχαμε πορσελάνες μόνο μια συναδέλφισσα κάποια στιγμή μας είχε φέρει κάτι κούπες δώρο από την Βουλγαρία, ήταν άρρωστος ο εγγονός της ή κάτι τέτοιο και κάτι πόδια με σπασμένες φλέβες φρόντισαν να πάρει άδεια, όμως ποτέ δεν τα χρησιμοποιούμε είναι στο πάνω ντουλάπι γιατί εμείς στο σπίτι μας ότι χρησιμοποιούμε το σπάμε, το πετάμε κάτω με δύναμη, του φωνάζουμε, εμείς στο σπίτι μας μάθαμε πως δεν είναι κακό να σπας, παρά μόνο να προσέχεις τα μικρά μικρά γυαλιά που μένουν κάτω από το χαλί, που κρύβονται δίπλα στα ντουλάπια της κουζίνας, πάντα να προσέχεις τα γυαλιά όταν σπας αλλιώς σπάσ’ τα όλα, σπάσε μέχρι και τις πορσελάνες που δεν έχουμε, σπάσε την ιστορία του προπάππου σου που ήρθε από τον Πόντο και η κάθε εγγονή λέει άλλη ιστορία -ξεπεσμένες μαρκησίες- καμιά δεν παραδέχεται πως η ιστορία μας είναι ραγισμένη όπως θα ήταν και οι πορσελάνες μας, αλλά ποτέ σκονισμένη πάντα την φυσάμε και την ξεσκονίζουμε, εμείς στο σπίτι μας έχουμε για ξεσκονόπανα ληγμένες συμβάσεις και απολύσεις, άγριες ματιές αφεντικών και κυβερνήσεων εμείς στο σπίτι μας γλείφουμε την σκόνη με την γλώσσα και μετά δοκιμάζουμε το γλυκό πριν τελειώσει, πάντα ανυπόμονες, εμείς στο σπίτι μας πάντα βιαζόμαστε και πάντα αργούμε, έχουμε πάντα πολλές δουλειές, εμείς στο σπίτι μας ποτέ δεν προλαβαίνουμε κι όμως βρίσκουμε μια στιγμή να αναρωτηθούμε αν ο προπάππους μας είχε πορσελάνες αν η γιαγιά μας ήξερε τι πάει να πει προλετάρια αν η μητέρα μας, μας αγαπάει στ’ αλήθεια, αν κάνει να πιούμε το γάλα που έχει λήξει. Εμείς στο σπίτι μας γρατζουνάμε τα χέρια μας και λέμε πως φταίει η γάτα, ξεχνάμε πως δεν έχουμε γάτα και νιαουρίζουμε το βράδυ, δαγκώνουμε το μαξιλάρι μας και κλαίμε στα κρυφά, παρακαλάμε την Θεά να είναι καλή μαζί μας, να βγουν καλές οι εξετάσεις, να πάει καλά η συνέντευξη, να πετύχει το παιδί στις πανελλήνιες.
εμάς
στο σπίτι μας
πιο πολύ μας λείπουν οι πορσελάνες
παρά η Θεά

Πρωτοχρονιά ενός σπιντάκια (Φώντας Φ.)

Ήταν απογευματάκι προς βράδυ και καθώς ο Χρήστος γύριζε, ως συνήθως με το μετρό, σπίτι του, ακούμπησε για λίγο το κεφάλι του στο τζάμι του βαγονιού και κουρασμένος καθώς ήταν, αποκοιμήθηκε.

Η ιστορία φυσικά δεν τελειώνει εδώ, όμως κάλλιστα θα μπορούσε να τελειώσει η αφήγηση της και να ασχοληθούμε όλοι μας με πιο σημαντικά πράγματα. Παρόλα αυτά δε συμβαίνει έτσι. Αυτό σε πρώτη φάση γιατί ο ύπνος του Χρήστου έφτασε στο τέλος του, μόλις λίγα δεκάλεπτα μετά τη βύθιση του στην αγκαλιά του Μορφέα. Μια βροντερή φωνή, που είχε πάντως και μια νότα λύπησης μέσα στις λέξεις που άρθρωνε τον είχε ταράξει:

«Σηκωθείτε κύριε! Τέρμα!»

Ήταν ο οδηγός του συρμού που διέκοπτε βίαια τον ύπνο του. Δεν είχε άλλη επιλογή απ’ το να μουρμουρίσει ένα «συγνώμη» κι ένα «ευχαριστώ» και να εξαφανιστεί όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Καθώς ανέβαινε τις κυλιόμενες ένιωσε για λίγο το βλέμμα του υπαλλήλου που τον ξύπνησε καρφωμένο πάνω του. Λυπήθηκε για την εικόνα που έδινε, αλλά αποφάσισε να μη δώσει σημασία.

«Σκατά!», σκέφτηκε τελικά όταν βγήκε έξω απ’ το σταθμό. Τον είχε πάρει ο ύπνος και εξαιτίας αυτού κατέληξε στο τέρμα της γραμμής. Τη σιχαινόταν αυτή τη στάση εδώ και χρόνια και αν και πέρναγαν από εκεί λεωφορεία που τον πήγαιναν σπίτι του, αυτός την απέφευγε όποτε μπορούσε. Προτιμούσε τις δυο προηγούμενες που του κόστιζαν μια ελαφριά καθυστέρηση κάθε φορά, αλλά δεν συνεπάγονταν πικρές αναμνήσεις.

«Εμ, βέβαια», μίλησε πάλι στον εαυτό του. «Τέτοιο σκουπίδι που έχω καταντήσει είναι λογικό να κοιμάμαι συνέχεια στο μετρό. Δε θα αργήσει η μέρα που αντί να κοιμάμαι, θα κλέβω ή ακόμα χειρότερα θα ζητιανεύω απ’ τους υπόλοιπους επιβάτες. Ή το πιο χείριστο! Θα μουρμουρίζω μόνος μου, ενημερώνοντας με κραυγές τους υπόλοιπους στο βαγόνι για το ποιο ιστορικό πρόσωπο μιλάει διαμέσου μου σε αυτό το δρομολόγιο».

Μικρότερος και σα φοιτητής ο Χρήστος τους έκανε χάζι τους τρελούς του μετρό. Με τα χρόνια όμως άρχισαν να τον απωθούν και να τον φοβίζουν. Δεν είχε περάσει άλλωστε ούτε βδομάδα από τότε που είχε πετύχει, στο Σύνταγμα και σε ώρα αιχμής μια καλοκάγαθη γριούλα που τον πλησίασε κι άρχισε να του μιλάει, να του φωνάζει περισσότερο, για το Θεό, που όλα τα έβλεπε και δε θα άφηνε τα παιδιά του, τους Έλληνες, να πάνε χαμένα. Το μίλησε επίσης για το πόσο πίστευε στο “Πας μη Έλλην, βάρβαρος” που ήταν και η αγαπημένη της φράση απ’ την αρχαιότητα.

«Μα υπάρχει τίποτα πιο σοφό να πει κανείς, μετά από αυτό;», τον είχε ρωτήσει.
«Και γιατί το πιστεύετε;», είχε απαντήσει αυτός ξεχνώντας για λίγο πως αυτό που κάνεις στο συγκεκριμένο μέσο είναι να βαδίζεις έναν Γολγοθά, γεμάτο προσπάθεια να αγνοήσεις τους παρανοϊκούς, διαγνωσμένους και μη επιβάτες του συρμού. Σε περίπτωση αποτυχίας έβαζες υποψηφιότητα για να γίνεις εσύ ο επόμενος, ολοκαίνουργιος τρελός του μετρό.

«Το “Πας μη Έλλην, βάρβαρος” είναι η πιο σοφή φράση στον κόσμο!», είχε επιμείνει τότε η κυριούλα.
«Δε διαφωνώ, αλλά γιατί;», είχε ρωτήσει ξανά ο Χρήστος.
«Μα φυσικά γιατί το είπαν οι αρχαίοι Έλληνες! Άντε αγόρι μου, στο καλό και καλές γιορτές εύχομαι, ο Θεός μαζί σου». Και είχε χωθεί στον επόμενο συρμό λήγοντας τη συζήτηση.

Περπατούσε λοιπόν ο Χρήστος στο δρόμο για το σπίτι του μιας και βαρέθηκε να περιμένει λεωφορείο και θυμόταν αυτό το περιστατικό.

«Άνθρωποι που τεκμηριώνουν το άριστο μιας άποψης με επίκληση στην αυθεντία, κάποιου, όλως τυχαίως αυτού που την είπε; Τελείως παλαβό!», σχολίασε ο Χρήστος. «Όμως…», συνέχισε, «…αυτή η τρελή ήταν η μοναδική που μου ευχήθηκε μέχρι τώρα για τις γιορτές, ποιος ξέρει; Ίσως να υπάρχει κάτι μέσα τους που τους κάνει πιο καλούς από τους φυσιολογικούς ανθρώπους».

Όπως και να είχε όμως, ο Χρήστος είχε ξενερώσει για τα καλά μετά τη ενθύμηση του συμβάντος.

«Άλλη μια πρωτοχρονιά που έρχεται και εγώ είμαι μόνος!», κλαψούρισε.

Κι έτσι φτάνουμε στο δεύτερο και πιο σημαντικό απ’ τους δύο λόγους που η αφήγηση της ιστορίας συνεχίζεται. Πλησίαζε πρωτοχρονιά του 2018, λίγες ώρες είχαν μείνει για την αλλαγή του χρόνου κι ο Χρήστος ένιωθε να τον κατακλύζει ένα συναίσθημα μοναξιάς και εγκατάλειψης.

Κύρια προέλευση του εν λόγω συναισθήματος ήταν φυσικά η προσωπική του ζωή. Για λίγο καιρό όλα έμοιαζαν να του πηγαίνουν καλά, καθώς είχε αρχίσει να τραβιέται πάλι με μια πρώην του, που όπως λίγοι και καλοί ήξεραν δεν είχε σταματήσει ποτέ να του αρέσει. Για να λέμε την αλήθεια το κορίτσι τον είχε διεκδικήσει με σθένος κι αποφασιστικότητα και μετά από μήνες στενής πολιορκίας (στην οποία, όπως έλεγε ο ίδιος, αντιστεκόταν για ιδεολογικούς λόγους) ενέδωσε. Το τι ακολουθεί, το φαντάζεται εύκολα ο καθένας. Πλέον δεν υπήρχε περίπτωση να δει κάποιος τον Χρήστο χωρίς να είναι γεμάτος δαγκωματιές, τσιμπήματα, σημάδια από ζώνη και κυρίως όλα αυτά που αφήνουν πίσω τους τα γυναικεία χέρια όταν σε γδέρνουν.

Τι είχε πάει στραβά λοιπόν; Ε, για να είμαστε ειλικρινείς ο Χρήστος είχε αποφασίσει να φύγει λίγο πριν τα Χριστούγεννα απ’ την Αθήνα, για να περάσει λίγες μέρες με την αγαπημένη του. Δεν περίμενε τίποτα συναρπαστικό, ούτε είχε και τρομαχτικά μεγάλα σχέδια, μιας και είχε επιτέλους (και πολύ αργά στη ζωή του μάλλον) μάθει πως για μερικά πράγματα δεν πρέπει να καταβάλεις, στα φανερά τουλάχιστον, την οποιαδήποτε προσπάθεια αλλά να περιμένεις να ωριμάσουν μόνα τους. Ο Χρήστος ήθελε απλά να περάσει μερικές όμορφες στιγμές με την καλή του.

Φυσικά οι απόψεις και οι επιθυμίες δεν ταυτίζονται πάντα.

Μετά λοιπόν από ένα πολύωρο, πολυέξοδο (γιατί ήταν και λίγο γύφτος και τα σκεφτόταν κάτι τέτοια ο φίλος μας) ταξίδι ο Χρήστος είχε φτάσει ως την πόρτα που έμενε το πολύ αγαπημένο του εκείνο πρόσωπο και την είχε χτυπήσει.

«Πρέπει να μιλήσουμε!», ήρθε η απάντηση, αντί για κάτι όπως «Γεια σου!» ή «Καλημέρα».
«Να μιλήσουμε, ξέρω γω…», είχε απαντήσει και καλά άνετα ο Χρήστος.
«Γενικά την όλη φάση με το κέρατο πως τη βλέπεις;», τον ρώτησε εκείνη με τη μία.
«Εεε…», έκανε να απαντήσει αυτός συνειδητοποιώντας αυτόματα το λάθος του να κουβαληθεί ως εκεί.

Στη συνέχεια ακολούθησε μια συζήτηση πάνω στην οποία υποτίθεται το ζευγάρι θα εξομολογούταν, ο ένας στο άλλο, τι παραβάσεις είχε κάνει την περίοδο που ήταν μαζί, ως προς το μονογαμικό του πράγματος. Ο Χρήστος δε θέλησε να μιλήσει για τον εαυτό του, μόνο κάθισε και απορημένος άκουγε την αγαπημένη του να του μιλάει για τις δικές της μικρές, τόσες δα, ατασθαλίες. «Κρίμα», σκέφτηκε ο Χρήστος. «Νόμιζα ότι είχαμε χωρίσει επειδή έκανα κάτι εγώ κι όχι για αυτό το λόγο».

Ασχέτως ηθικής ή όχι κρίσης, για διάφορους λόγους ο φίλος μας είχε επιλέξει τότε να μη το κάνει μεγάλο ζήτημα άσχετα αν, σαν αγοράκι κι αυτός, ένιωθε τον εγωισμό του να βαράει κόκκινο. Από καιρό σκεφτόταν άλλωστε ορισμένα θλιβερά τέλματα που έχουν δυνάμει οι σχέσεις και στα οποία καταλήγουν αν τις αντιμετωπίσεις όντως σα σχέσεις κι όχι σαν κατοικίδια σκαντζοχοιράκια για παράδειγμα. Όλα αυτά τον έκαναν να πει εντέλει:

«Ε γενικά είσαι τελείως για τα μπάζα, αλλά μπορούμε να το ξεχάσουμε».
«Αλήθεια το λες;», είπε εκείνη με ειλικρινή εκτίμηση στη φωνή της.
«Ναι μωρέ», πρόσθεσε κατόπιν σκέψης και ενός νεοαποκτηθέντα πόνου στο στομάχι ο Χρήστος. «Δεν τρέχει τίποτα για τέτοια ψιλοπράγματα, εφόσον υπάρχει αγάπη, διάθεση για προσπάθεια…».

Τέλος πάντων για να μην μακρηγορούμε, το ζευγάρι μας έμεινε τελικώς κάποιες μέρες μαζί, πέρασε πολύ καλύτερα σε σχέση με τότε που ήταν κανονικό ζευγάρι και γενικώς αν και υπήρχε κάτι δυσάρεστο στην ατμόσφαιρα, όλα πήγαιναν καλά.

Μέχρι που η κοπέλα ξεκαθάρισε πως καμία διάθεση δεν είχε να προσπαθήσει για τίποτα. Όχι για σχέσεις και τέτοια… γενικά να προσπαθήσει για το οτιδήποτε.

«Μα…», σχολίαζε ξανά και ξανά απορημένος ο Χρήστος. «Τότε για ποιο λόγο όλα αυτά; Για ποιο λόγο τόση διεκδίκηση, τόσες αχρείαστες εξομολογήσεις, τόση ψυχική ταλαιπωρία; Γιατί απλά δε τα αφήναμε όπως ήταν τα πράγματα; Τι κερδίσαμε; Γιατί έπρεπε να συμβεί όλο αυτό το τσίρκο;»

Η κοπέλα δεν ήξερε να απαντήσει στις κάπως φορτικές και πιεστικές ερωτήσεις του Χρήστου και το είχαν αφήσει εκεί το θέμα. Χώρισαν για πάντα οι δρόμοι τους.

Λυπηρό.

Για εκείνον ήταν δε λυπηρό σε βαθμό που να πάει λίγο καιρό μετά μέχρι το σταθμό του τραίνου μήπως και πετύχει το εν λόγω “πρόσωπο”. Θα χρησιμοποιούσε οπωσδήποτε τραίνο περνώντας απ’ την Αθήνα και «αν ο Θεός είναι μαζί μου, θα την πετύχω όταν θα ετοιμάζεται να επιβιβαστεί».

Φυσικά ο Θεός καθώς προετοιμαζόταν σε πυρετώδεις ρυθμούς για τον 2016ο εορτασμό των γενεθλίων του υιού του και για την αρχή του 2017ου έτους από αυτή την πολύ σημαντική για όλη την Αγία Οικογένεια επέτειο, αδιαφόρησε τελείως για το αίτημα του Χρήστου, ο οποίος τελικώς, αντί να βρει το κορίτσι, συνάντησε μόνο αγχωμένους σεκιουριτάδες, που για κάποιο λόγο έδειχναν να τον έχουν βάλει στο μάτι μετά την εικοστή πέμπτη φορά που έκανε πάνω κάτω τις αποβάθρες των τρένων.

Απογοητευμένος απ’ την αποτυχία του λοιπόν, το μόνο που έκανε ήταν να μπει στο μετρό και να γυρίσει σπίτι του. Ούτε σε αυτό τα πήγε πολύ καλά όμως, διότι όπως είδαμε και παραπάνω, τον πήρε ο ύπνος μες το συρμό. Ήταν παραμονή πρωτοχρονιάς και δεν έμοιαζε να του πάνε πολύ καλά τα πράγματα.

«Στο διάολο!», σκέφτηκε ενώ περπατούσε. «Θα κλειστώ σπίτι μέχρι να αλλάξει η χρονιά, στα τσακίδια οι κοινωνικές υποχρεώσεις, είμαι χάλια. θέλω να ανοίξει η γη να με καταπιεί!», αποφάσισε κι έπειτα κάθισε να στρίψει ένα τσιγάρο στο παγκάκι του δήμου που ήταν μπροστά του.

Ενώ κοίταζε με γουρλωμένα μάτια το κενό ένιωσε μια παρουσία, μια φιγούρα να κινείται κοντά του. Αρχικά αδιαφόρησε, όμως έπειτα η φιγούρα ήρθε και κάθισε δίπλα του. «Κανάς παλαβός θα είναι πάλι!», σκέφτηκε, αλλά γύρισε να δει από περιέργεια.

Και τότε την είδε.

***

Δεν ήταν βεβαίως η κοπέλα που περίμενε να βρει στο σταθμό του τρένου. Μακάρι στη ζωή να υπήρχαν όντως τέτοια ρομαντικά πλοτ-τουιστ, αλλά κάτι τέτοιο απλά δε συνέβαινε. Επρόκειτο τελικά για ένα κορίτσι που ήξερε κάποια χρόνια τώρα. Μάλιστα τον τελευταίο, σχεδόν ολόκληρο χρόνο αποτελούσε ένα απ’ τα λίγα πλατωνικά (στο βαθμό που υπάρχει κάτι τέτοιο), τσιμπήματα που είχε καταφέρει να αισθανθεί στην καρδιά του. Είχαν ωστόσο να μιλήσουν πολύ καιρό, πόσο μάλλον από κοντά. Για την ακρίβεια, όπως και με πολλές φίλες και φίλους του, ο Χρήστος είχε ξοδέψει το μεγαλύτερο διάστημα της σχέσης του με το άτομο που είχε τώρα δίπλα του, με το να μη του μιλάει επειδή το θεωρούσε τελείως παλαβό. Όποτε πάλι άλλαζε γνώμη κι ήταν πιο δεχτικός μαζί της, εκείνη αποφάσιζε να πιστέψει γι’ αυτόν τα χειρότερα. Το αποτέλεσμα ήταν να μην υπάρχει καμία ουσιαστική επικοινωνία.

Ήταν βέβαια όμορφη και φυσικά, τελείως πειραγμένη στα μυαλά της. Υπάρχει τίποτα καλύτερο;

«Πλάκα μου κάνεις…», της είπε ο Χρήστος, που δεν περίμενε να την ξαναδεί για κάνα χρόνο τουλάχιστον.
«Γεια σου Χρήστο», του είπε κι εκείνη χαμογελώντας. «Τι κάνεις;»
«Εεε… εδώ… Ξέρω γω; Καλά είμαι», απάντησε αυτός που είχε ολίγον τι, χαζέψει.
«Γρατζουνιές βλέπω…», παρατήρησε κοιτάζοντας τον.
«Ε…», απάντησε και αυτός αμήχανα. Κάποια μέρα θα γινόταν κι αυτός σα τα άλλα αγοράκια που διατυμπανίζουν τις υπαρκτές ή (πιο συχνά, ιδιαίτερα για εκείνον) φανταστικές επιτυχίες τους με το άλλο φύλο. Όμως η μέρα αυτή δε θα ήταν με τίποτα η σημερινή.
«Άσε καλά», συνέχισε η κοπέλα. «Για πες, παίζει κάνα καινούργιο φλερτ;», ρώτησε και του έκλεισε το μάτι.
«Μα», έκανε αυθόρμητα ο Χρήστος που συνήλθε λίγο στο μεταξύ. «Αφού ξέρεις πολύ καλά πως εσύ είσαι το φλερτ μου».

Αμηχανία και χαμόγελα κατανόησης κι απ’ τις δύο πλευρές.

«Έχω και εγώ γρατζουνιές πάντως!», τον πληροφόρησε εκείνη. «Αμέ! Να, δες!», είπε και σήκωσε τα μανίκια της.
«Τι τραβάω Θεέ μου;», αναρωτήθηκε ο Χρήστος χωρίς να χάσει το αποβλακωμένο χαμόγελο που είχε καρφωθεί στη φάτσα του. Κοιτάζοντας όμως πιο προσεκτικά τις γρατζουνιές, διαπίστωσε πως δεν προέρχονταν από άνθρωπο.
«Πήρες γάτα;», ρώτησε τέλος.
«Ε, ναι!», του απάντησε αυτή. «Τη λένε […] Δεν είναι υπέροχο όνομα;», τον ρώτησε.

Ο Χρήστος πίστευε πως τέτοια ονόματα ήταν χαζά, ωστόσο λιγότερο χαζά απ’ αυτά που στη γλώσσα της πιάτσας ή και στην επίσημη ιατρική ορολογία, σήμαιναν κάποιο ναρκωτικό, κάποιο δηλητήριο και γενικώς την κουλ χημική ένωση του μήνα. Ένα αποτέλεσμα τέτοιου βαπτίσματος ήταν για παράδειγμα ο “Μπούμπλε”, γάτος μιας νεαρής γειτόνισσας του Χρήστου που είχε καταφέρει να γίνει φοιτήτρια και το γιόρταζε κάνοντας κάθε πιθανή ανοησία. Ο καημένος ο “Μπούμπλε” αγνοούσε φυσικά πως το όνομα του ήταν το γνωστό ψευδώνυμο των υπνωτικών χαπιών “Vublegal”, που ήταν εξαιρετικά στη δουλειά τους, όμως η χαμηλή τους τιμή τα καθιστούσε την αγαπημένη προτίμηση των χρηστών ηρωίνης. Αυτό το τάργκετ γκρουπ, μοιραία στιγμάτιζε και τα ίδια τα χάπια και όσους τα αγοράζανε για άλλους λόγους πλην της… διασκέδασης.

«Ναι ωραίο είναι», της είπε.
«Χαίρομαι πολύ που σου αρέσει! Γενικά ήταν πολύ όμορφα που σε πέτυχα σήμερα… Λοιπόν… σε φιλώ… και να βρεθούμε!», του είπε εκείνη χαιρετώντας τον και συνεχίζοντας το δρόμο της με μικρούλικα, πεταχτά βήματα που θύμιζαν κουνέλι.

Ο Χρήστος έπαιξε μηχανικά με τον αναπτήρα του και έπειτα πήρε κι αυτός το δρόμο του.

***

Όταν πια έφτασε σπίτι, το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να ξαπλώσει στον καναπέ του σαλονιού και να στρίψει ένα καλό μπάφο. Προσπαθούσε να μην πίνει γενικά, καθώς είχε παρελθόν κατάχρησης των περισσότερων ουσιών που κυκλοφορούν στις 4-5 μεγαλύτερες πόλεις της Ελλάδας. Όμως σα ξαφνικά να είχε όρεξη για χαβαλέ μέσα του.

Έφταιγε η απελπισία για την ερωτική ιστορία που μόλις είχε κλείσει στη ζωή του; Μπορεί.
Έφταιγε που συνάντησε την άλλη κοπέλα κι αυτό είχε επηρεάσει για κάποιο λόγο θετικά τη διάθεση του; Δεν ήταν κι απίθανο.

Το θέμα ήταν πως ο Χρήστος είχε αρχίσει στα σοβαρά να αναθεωρεί την ιδέα του να μείνει σπίτι, μόνος με την αλλαγή του χρόνου. Κι έτσι αποφάσισε εντέλει να ενταχθεί στη συνομοταξία εκείνη που περιλαμβάνει όσους και όσες κανονίζουν τελευταία στιγμή τι θα κάνουν στις γιορτές, αφού έχουν ξοδέψει βδομάδες να πρήζουν τους γύρω τους για το εμπορικό, θεαματικό χαρακτήρα της Πρωτοχρονιάς και την καταναλωτική υστερία της.

***

Μετά από πολλά αποτυχημένα τηλεφωνήματα, η λύση είχε τελικώς βρεθεί. Θα πέρναγε την Πρωτοχρονιά του στο Γνωστό, ένα μαγαζί αρκετά μακριά απ’ το σπίτι του που όμως είχε γίνει πλέον κάτι στα στέκι του. Θα είχε μαζί του τον φίλο του τον Πέτρο, τη Μαίρη, που ήταν δυστυχώς επίσης –μόνο- φίλη του και κάποια ακόμα παιδιά. Καθώς όμως όλοι οι παραπάνω θα έκαναν αλλαγή με τις οικογένειες τους, ο Χρήστος αναζήτησε παρέα για να μη μείνει μόνος του στο μεταξύ. Η μόνη που ανταποκρίθηκε ήταν η Λίζα, μια φίλη, που κάποτε ήταν φίλος του. Η Λίζα ήταν ένα υπέροχο άτομο, καμία σχέση με τον Χρήστο και την παρέα του αφού ήταν εξόχως παραγωγική στη ζωή της. Το μόνο αξιοπρόσεχτο πάνω της ήταν το γεγονός πως πριν ένα χρόνο είχε αλλάξει φύλο καθώς και κάτι κρίσεις άγχους που πέρναγε κατά τις οποίες ζούσε τελείως όπως ‘ναι.

«Ψήνεσαι;», την είχε ρωτήσει ο Χρήστος. «Πες μου σε παρακαλώ ναι, αλλιώς θα αναγκαστώ να μείνω μέσα!»
«Ναι ρε, εννοείται», του είχε πει αυτή και είχανε δώσει ραντεβού κάπου κεντρικά

***

Όταν βρεθήκανε, η ώρα είχε πάει 9 το βράδυ. Η Λίζα τον περίμενε έξω απ’ το μετρό.

«Έλα ρε τι κάνεις; Τι γίνεται;», τον είχε ρωτήσει.
«Που να στα λέω…», είχε ξεκινήσει ο Χρήστος και σε λιγότερο από μισή ώρα, είχε καταφέρει, μιλώντας ακατάπαυστα, να εξιστορήσει μήνες και μήνες της ζωής του.
«Μάλιστα, εγώ τι να σου πω από νέα… Kαλά είμαι!», είπε εκείνη.
«Από λεφτά πως πάς;»
«Κομπλέ! Πήραμε και ένα επίδομα που δίνει ο ΣΥΡΙΖΑ με τη μάνα μου κι είμαστε μια χαρούλα».
«Τέλεια, άντε μπράβο… Για τον Πέτρο έχεις κανά νέο να μου πεις; Να προετοιμαστώ πριν τον δούμε».

Η Λίζα αναστέναξε. «Φαίνεται πως έχει πέσει με τη μούρη στην πρέζα».
«Σκατά…»
«Ε ναι, αλλά τι να κάνεις, προσπάθησες, του είπες δύο κουβέντες, δεν είναι δικιά σου ευθύνη από εκεί και πέρα».

Ο Χρήστος διαφωνούσε αναφορικά με το μερίδιο ευθύνης που είχε απέναντι στον Πέτρο. Ο Πέτρος μπορεί να σκόπευε να γίνει κανονικός πρεζάκιας, όμως ο Χρήστος ήταν αυτός που τον είχε βάλει να δοκιμάσει πρώτη φορά, κι όσο να ‘ναι, ένιωθε τύψεις.

«Δεν ξέρω ρε Λίζα…»
«Αν θες τη γνώμη μου Χρήστο, το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να ξεκόψεις από αυτή την παρέα, δε θα σου βγει σε καλό, κι ούτε τους βοηθάς και σε τίποτα με την παρουσία σου, θα καταλήξεις ακόμα ένας που την πίνει παρέα με άλλους που την πίνουν, ό,τι χειρότερο.
«Ναι ίσως να κάνω κι έτσι».

Πες-πες, αφού περπατήσανε κάμποσο, βρέθηκαν στην Πατησίων. Με την κουβέντα ο Χρήστος είχε ηρεμίσει λιγάκι και είχε πάρει ακόμα περισσότερο τα πάνω του.

«Να είχαμε να πιούμε και τίποτα όμως ε; Καλή φάση θα ήταν για απόψε».
«Ναι, αλλά τι; Άσε που έχουμε ελάχιστα λεφτά, κρατάω είκοσι ευρώ και δε θέλω να τα δώσω όλα».
«Χμ, ναι και εγώ το ίδιο, αλλά απ’ την άλλη είναι Πρωτοχρονιά απόψε».
«Μάλιστα…»
«Άσε με να κάνω μερικά τηλέφωνα», ζήτησε ο Χρήστος και η Λίζα, χωρίς πολύ όρεξη, δέχτηκε.

***

Λίγα τηλέφωνα μετά, το αποτέλεσμα ήταν τζίφος. Κανείς δεν είχε σταφ πάνω του κι όσοι λίγοι είχαν, σκόπευαν να το καταναλώσουν με την αλλαγή του χρόνου. Καμία όρεξη δεν είχαν να το μοιραστούν με τον Χρήστο.

«Λίγο σπιντάκι ζητάω ρε γαμώτο, μια-δυο καλές γραμμές να αλλάξει η χρονιά».
«Απ’ ότι φαίνεται, θα πρέπει να τη βγάλουμε με αλκοόλ…»
«Όχι απαραίτητα!», απάντησε ο Χρήστος.
«Δηλαδή τι θα κάνουμε;»
«Υπάρχει πάντα η λύση να πάμε μέχρι το Πεδίον να γίνουμε».
«Μα είναι τελείως σκατά το Πεδίον, κι είναι βράδυ. Άσε που και δεν έχει καν σπιντ εκεί».
«Ναι το ξέρω», έκανε ο Χρήστος, «Όμως μπορούμε κάλλιστα να πάρουμε ένα δεκάευρω σίσα».
«Όχι ρε φίλε, ας το αποφύγουμε σε παρακαλώ».
«Δεν έχει καμία διαφορά το σίσα απ’ το σπίντ!», αντέτεινε ο Χρήστος. Κι ό,τι διαφορά υπάρχει είναι υπέρ του σίσα και μόνο.

Ο Χρήστος μπορεί να είχε σταματήσει νωρίς-νωρίς την πρέζα, αλλά το σίσα είχε έρθει για να μείνει στη ζωή του. Με τα πολλά έπεισε τη φίλη του.

«Εντάξει», είπε η Λίζα, «Αλλά δε θα πάρεις πρέζα, το υπόσχεσαι;»
«Φυσικά», δεσμεύτηκε κάπως δυσαρεστημένα είναι η αλήθεια ο Χρήστος.

Κι έτσι ανηφόρησαν προς το πεδίον. Γιορτινές μέρες κι η πιάτσα αντί να έχει στηθεί μέσα στο πάρκο σε κάποια σκοτεινή γωνία, καταλάμβανε όλη την εξωτερική πλευρά του, ενώ ξεκινούσε απ’ το μέρος που βρισκόταν η στάση των ΚΤΕΛ.

«Σκατά!», σχολίασε ο Χρήστος βλέποντας όλο αυτό το πλήθος, που έμοιαζε με καραβάνι νεκροζώντανων να μαζεύεται σε πηγαδάκια, να καπνίζει και να μιλάει σε δεκάδες γλώσσες, συμπεριλαμβανομένων των ελληνικών. «Είναι στα αλήθεια το πιο απαίσιο μέρος του κόσμου εδώ».
«Μπορούμε πάντα να φύγουμε», σχολίασε η Λίζα.
«Μπα, αφού ήρθαμε…», απάντησε ο Χρήστος και πλησίασε έναν τύπο που στεκόταν μπροστά από μια παρέα ζάκια.

«Τι θες φίλε;», τον ρώτησε εκείνος.
«Σίσα! Δέκα ευρώ».
«Εντάξει», είπε ο τύπος κι άρχισε να γεμίζει το σακουλάκι που κουβαλούσε απ’ το σπίτι του ο Χρήστος. Κάποια στιγμή σταμάτησε να γεμίζει.

«Ναι…», σχολίασε αμήχανα ο Χρήστος. Ήταν εμφανές πως ο τύπος τον έκλεβε, όμως ήθελε να φύγει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα από εκείνο το μέρος.
«Μισό λεπτό!», πετάχτηκε ένας κατάχλωμος, αδύνατος από το βάθος. «Φτου σου ρε γαμώτο! Θα φάμε φέρμα», σκέφτηκε η Λίζα.

Ο τύπος που είχε φωνάξει, έφτασε δίπλα στη Λίζα και στο Χρήστο. Έπειτα έπιασε τον τύπο που έκανε το ντιλ απ’ τον ώμο και τον πήρε παραδίπλα.

Θεωρητικά θα ήταν μια καλή ευκαιρία να το σκάσουν χωρίς να πληρώσουν. Πρακτικά ήταν τελείως ηλίθιο σχέδιο, που πιθανότατα θα κατέληγε σε μαχαιριές και έτσι δεν έγινε ποτέ πραγματικότητα.

Έπειτα από λίγο, ο ντίλερ και ο τύπος που τον είχε πάρει παράμερα επέστρεψαν.
«Άκου φίλε», είπε στον Χρήστο εκείνος που έδινε το σίσα. «Αυτό που αγόρασες, αξίζει 7 ευρώ, όχι 10».

Ο Χρήστος έδωσε το δεκάευρω. Παρόλα αυτά δεν έγινε καμία κίνηση για να του επιστραφούν τα τρία ευρώ. Κυριάρχησε για λίγο η αμηχανία και κανείς δε μιλούσε σε κανέναν.

«Ωραία…», είπε εντέλει ο Χρήστος. «Δώσε μου και λίγο πρέζα και είμαστε εντάξει». Το πρόσωπο του ντίλερ φωτίστηκε και έδωσε γρήγορα-γρήγορα ένα μικρό καφέ βραχάκι στον πελάτη του. Έπειτα έφυγε σχεδόν τρέχοντας.

Προτού προλάβουν όμως να κάνουν το ίδιο ο Χρήστος με τη Λίζα, πετάχτηκε μπροστά τους εκείνος ο τύπος που είχε κρατήσει στο πλάι τον ντίλερ.

«Να σου μιλήσω λίγο ιδιαιτέρως φίλε;», ρώτησε. «Αμάν, θα μας φάνε λάχανο», σκέφτηκε ο Χρήστος. Ο τύπος μπροστά του είχε εμφανή χαρακτηριστικά από ανατολικό μπλοκ, πιθανότατα Ρουμάνος και έδειχνε καλοστεκούμενος για πρεζόνι.
«Ναι… Ξέρω γω; Εντάξει», είπε ο Χρήστος. Ο Ρουμάνος τους τράβηξε προς μια παρέα που καθόταν κοντά στη στάση των ΚΤΕΛ. Έπειτα άρχισε να μιλάει.
«Εμένα με λένε Φρανκ», είπε. «Αυτό που αγόρασες είναι για 5 ευρώ, όχι για 10. Αν δεν είχα επέμβει δε θα σου έδινε καν την πρέζα που αγόρασες».
«Αγόρασες πρέζα;», ρώτησε η Λίζα αηδιασμένη, αλλά αμέσως το σκέφτηκε καλύτερα και σταμάτησε.
«Να τον ακούς τον Φρανκ», πετάχτηκε ένας απ’ την παρέα μπροστά τους. Ήταν ένας μεσήλικας νέγρος που κρατούσε περασμένη στον ώμο του μια πατερίτσα. «Αυτή τη φορά δε σε κλέψανε πολύ, όμως στο μέλλον…».

Και ξαφνικά η Λίζα και ο Χρήστος περικυκλώθηκαν από μια παρέα πρεζονιών που όλα τους ήθελαν να μαλώσουν τον Χρήστο για το γεγονός πως άφησε εκείνον τον τύπο να τον κλέψει. «Πρόσεχε τα λεφτά σου αγόρι μου!», του είπε ο Φίλ, ένας γέρος με μούσια που έφταναν ως το πάτωμα.

«Προσέχω, αλλά ξέρετε…», έκανε να δικαιολογηθεί ο Χρήστος. «Πάντα όταν ψωνίζω εδώ, έχω σα δεδομένο ότι κάποιος θα με κλέψει λιγάκι».
«Και γιατί; Δεν υπάρχει λόγος!», του απάντησε με γουρλωμένα μάτια ο Φρανκ που τελικά ήταν όντως Ρουμάνος.
«Έεε…», έκανε με αμηχανία ο Χρήστος.
«Τέλος πάντων!», μεσολάβησε ο νέγρος με την πατερίτσα. «Εντάξει, απλά άλλη φορά να προσέχεις. Κι αφού σε κλέψανε, θα σε κεράσουμε εμείς», σχολίασε και γέμισε ένα κρακ πάιπ. Έπειτα το πρόσφερε.

Ο Χρήστος μισούσε τα κρακ πάιπ και δεν καταλάβαινε γιατί δεν το πίνανε από τη μύτη. Δέχτηκε όμως.

«Εσύ γιατί δε θες;», ρώτησε ο Φρανκ τη Λίζα. «Αδερφή είσαι;»
«Τι να σου πω και σένα τώρα…», απάντησε εκείνη.

Με τα πολλά το πάιπ πήρε φωτιά και ο Χρήστος άρχισε να ρουφάει τον καπνό.

«Όχιιιιιι!», ούρλιαξε ο Φρανκ. «Το κάνεις λάθος!»
«Δεν πειράζει», είπε ήρεμα ο νέγρος, «Το παιδί είναι μικρό και κάνει λάθη, πρώτη του φορά είναι».
«Ε όχι και πρώτη μου φορά!», έκανε να πει ο Χρήστος αλλά τελικώς δε μίλησε.
«Φαίνεσαι καλό παιδί…», σχολίασε ο νέγρος. «Είσαι από εξωτερικό;»
«Όχι… Έλληνας είμαι».
«Αποκλείεται! Σίγουρα θα έχεις ζήσει στο εξωτερικό».
«Όχ… Βασικά ναι! Έχω ζήσει μερικά χρόνια στην Τσεχία», απάντησε ο Χρήστος. Ψέμματα φυσικά για να κλείσει η συζήτηση.
«Φαίνεται! Είδες που στο είπα. Εγώ που με βλέπεις, έχω γυρίσει το μισό κόσμο, Αφρική, Γαλλία, Τουρκία… Μόνο στην Ελλάδα βρήκα το Θεό όμως».
«Μάλιστα».
«Να σε ρωτήσω κάτι, πως σε λένε φίλε μου;»
«Χρήστο».
«Και μήπως έχεις αμάξι Χρήστο να με πετάξεις μέχρι το σπίτι, γιατί πονάνε πολύ τα πόδια μου;»
«Ε… βασικά όχι και εμείς θέλουμε να φύγουμε, με τα πόδια πάντα»
«Κρίμα, πολύ κρίμα. Λοιπό αντίο σας!»
Και ο νέγρος αγκάλιασε τον Χρήστο, ψιθυρίζοντας του στο αυτί: «Καλή Χρονιά!».

Η Λίζα και ο φίλος της, ευχήθηκαν και αυτοί για τη νέα χρονιά στην παρέα που κάθονταν και έπειτα κατηφόρισαν μακριά.

***

Φτάνοντας κοντά στο «Γνωστό», το μαγαζί που ήταν να κάνουν πρωτοχρονιά, η Λίζα και ο Χρήστος διαπίστωσαν πως ήταν κλειστό και θα άνοιγε κατά τις 12 30-1 παρά.
«Ας κάτσουμε καλύτερα πλατεία», πρότεινε ο Χρήστος κι αφού πήραν καφέ από ένα σάπιο, ανοιχτό 24/7 μαγαζί, ξαπόστασαν σε ένα παγκάκι.

«Περίεργα πράγματα ρε συ», σχολίασε ο Χρήστος.
«Ναι. Νομίζω ότι δεν έπρεπε να αγοράσεις πρέζα όμως», απάντησε η Λίζα.
«Ω, δε βαριέσαι τώρα. Πάει, τέλειωσαν τα κουλά περιστατικά, πες μου τα υπόλοιπα νέα σου».
«Το μόνο ιδιαίτερο που έχω να σου πω, είναι πως δε μου μιλάει πια ο Λευτέρης»
«Και γιατί; Σου έχει θυμώσει επειδή δε του κάθισες;»
«Όχι δεν είναι αυτό, απλά όπως ξέρεις τα έχει με μια φίλη μου».
«Ωραία και που είναι το κακό;»
«Μου κρατάει κακία επειδή της είπα να μη κάνει κάτι μαζί του».
«Και γιατί έκανες κάτι τέτοιο;»
«Ε ξέρεις, η πρώην του ήταν επίσης γνωστή μου, μου είχε πει πως έχει πολλά κόμπλεξ και θεώρησα σωστό να τα μάθει κι αυτή προτού το προχωρήσει σοβαρά μαζί του».
«Χαχαχα! Κακώς ανακατεύτηκες, αλήθεια τι της είπες ακριβώς;»
«Ε, να», σχολίασε κάπως πιο ένοχα τώρα η Λίζα. «Της είπα ότι την έχει μικρή κι αυτό του δημιουργεί κάποια θέματα».
«Σοβαρά τώρα;»
«Ναι»
Ο Χρήστος ξέσπασε στα γέλια. «Είσαι τυχερή που απλώς δε σου μιλάει. Που ακούστηκε να πηγαίνεις στην κοπέλα του άλλου ή ακόμα χειρότερα, σε αυτή που θέλει να γίνει κοπέλα του και να σχολιάζεις για την πούτσα του».
«Ίσως να έχεις δίκιο αλλά…»
«Καλά-καλά, δε με ενδιαφέρει και τόσο. Πολύ αστείο πάντως, πάντα τέτοια!»

Η Λίζα χαμογέλασε και έκανε να πει κάτι, όμως την πρόλαβαν.

«Συγνώμη, μήπως ξέρετε πως μπορώ να πάω Σύνταγμα;», ακούστηκε μια φωνή. Η Λίζα και ο Χρήστος γύρισαν προς το μέρος της κι αντίκρισαν έναν περίεργο τύπο, με αλβανόφατσα και μπουκλωτά μαύρα μαλλιά, που φορούσε λευκό πουκάμισο, ανοιχτό στο στήθος. Στα χέρια του κρατούσε μια κιθάρα.

«Στο Σύνταγμα;», επανέλαβε ο Χρήστος την ερώτηση.
«Ναι εκεί. Δε με νοιάζει να βγάλω πολλά λεφτά, ίσα-ίσα ένα εικοσάευρο, δε τα θέλω όλα δικά μου, καταλαβαίνετε».

Η Λίζα και ο Χρήστος που δεν καταλάβαιναν τίποτα, χρειάστηκαν πολύ ώρα για να βγάλουν άκρη με αυτόν τον νέο τους επισκέπτη. Απ’ ότι φαίνεται ήταν περιπλανώμενος οργανοπαίχτης απ’ την Κέρκυρα που είχε έρθει να μείνει λίγες μέρες στην Αθήνα και τον φιλοξενούσε ο γαμπρός του.

«Μη νομίζετε πως επιβαρύνω και πολύ, είμαι διακριτικό άτομο. Τρεις βδομάδες μόνο έχω που μένω σε αυτόν», είχε πει.

Με τα πολλά, αφού του εξήγησαν πως τέτοια ώρα, το μετρό έχει πια κλείσει για Πρωτοχρονιά, ο τύπος κάθισε παραδίπλα κι άρχισε να τραγουδάει γρατζουνώντας την κιθάρα.

Προτού προλάβει να σχολιάσει κάτι ο Χρήστος, χτύπησε το κινητό του. Άγνωστο νούμερο.

«Παρακαλώ;»
«Ναι Χρήστο εσύ; Είμαι ένας φίλος της Μαίρης που θα ερχόταν μαζί της αλλά τελικά μου το ακύρωσε τελευταία στιγμή και δε τη βρίσκω στο τηλέφωνο, μήπως μπορώ να έρθω να σας βρω κάπου γιατί είμαι ήδη στο σημείο που είχαμε δώσει ραντεβού».
«Ναι αμέ, είμαστε…».

***

Τώρα βέβαια ο Χρήστος δεν την πολυέτρωγε αυτή την ιστορία με το φίλο της Μαίρης. Στανταράκι θα ήταν γκόμενος της ή τύπος που ήθελε να γίνει γκόμενος της. Με τη Μαίρη αυτές οι δύο κατηγορίες δε ξεχώριζαν και πολύ μεταξύ τους, εκτός αν επρόκειτο για τον ίδιο το Χρήστο.

Με τα πολλά είχαν τελικώς κινήσει να τον βρούνε. Τους περίμενε σε μια στάση λεωφορείων κοντά στο «Γνωστό».

«Χρήστος».
«Λίζα».
«Χάρηκα που σας γνωρίζω παιδιά!», είχε πει χαμογελώντας ο τύπος. «Εγώ είμαι ο Πλάτωνας».
«Ο γνωστός φιλόσοφος;», χαμογέλασε ο Χρήστος.
«Χαχα, μου το λένε συνέχεια όμως όχι, λοιπόν που κάθεστε;»
«Πουθενά ακόμα, σε μια πλατεία είμαστε εδώ κοντά, έλα».

Με το που κάθισαν, κοντά πάντα στον περιπλανώμενο οργανοπαίχτη, ο Πλάτωνας έστριψε ένα τσιγάρο και το πρόσφερε στην παρέα. Στρίβοντας το, έπεσε απ’ την τσέπη του μια υπερβολικά γεμάτη ζελατίνα χόρτο».

«Να τα μας», σκέφτηκε ο Χρήστος, ενώ ο Πλάτωνας ζητούσε συγνώμη και τη μάζευε.
«Να σου πω ρε φίλε», πετάχτηκε ο τύπος που έπαιζε την κιθάρα. «Το πίνεις όλο αυτό ή το πουλάς;»
«Κυρίως το δίνω σε φίλους, αλλά επίσης καπνίζω, πουλάω λίγο, ξέρεις. Eίναι πολύ σωστό χορταράκι δικέ μου», απάντησε ο Πλάτωνας με ψυχραιμία και γύρισε το τσιγάρο στον οργανοπαίχτη. Αυτός τράβηξε μια γερή τζούρα.
«Δεν είναι κακό», είπε χαμογελώντας μέχρι τα αυτιά. «Όμως ξέρετε τι λείπει; Τι θα ήθελα;»
«Τι;», αναρωτήθηκαν όλοι.
«Λίγη πρέζα ρε παιδιά».

Κανείς δεν απάντησε.

«Μη μου πείτε πως δεν έχετε δοκιμάσει ζουζού Πελοποννήσου!»
«Και τι είναι αυτό ρε φίλε;», ρώτησε γελώντας ο Πλάτωνας.
«Η ζουζου Πελοποννήσου, είναι η καλύτερη πρέζα στην Ελλάδα, μόνο στην Πελοπόννησο μπορείς να τη βρεις».
«Εντάξει, αν ποτέ περάσω από εκεί θα ζητήσω», απάντησε ο Πλάτωνας.
«Δηλαδή δεν έχετε ε;»
«Δεν έχουμε τέτοια εδώ, όχι».

Ο τύπος αναστέναξε και παράτησε την κιθάρα. «Και ξέρετε τι μου λείπει εδώ τόσες μέρες Αθήνα;», είπε κοιτώντας τον Χρήστο.

«Καμιά ένεση;», ρώτησε αυτός νευρικά.
«Καλέ όχι, πουτάνες φίλε μου! Μπουρδέλα! Ψάχνω να γαμήσω πουτάνες και δε βρίσκω!»
«Τι να σου πούμε και εμείς…»
«Μπορείς να δοκιμάσεις στο Μεταξουργείο», πρότεινε ο Πλάτωνας.
«Τι είναι αυτό;»
«Είναι το μέρος που βρίσκεις πουτάνες!»
«Είναι εδώ κοντά;»
«Όχι», έκανε με λύπηση ο Πλάτωνας που προφανώς θα ήθελε πολύ να δει τον τύπο να πηγαίνει στο μπουρδέλο. «Είναι μερικές στάσεις μετρό μακριά μας, Μεταξουργείο λέγεται ο σταθμός».
«Ώχου!», διαμαρτυρήθηκε ο πλανόδιος, «Όλα στην Αθήνα είναι πολύ μακριά από μένα, τίποτα δε βρίσκω. Στο σπίτι μου όλα είναι κοντά και αρκεί να περπατήσεις λιγάκι για να τα βρεις».
«Έχετε μπουρδέλα στην Κέρκυρα;», ρώτησε ο Χρήστος.
«Παντού υπάρχουν μπουρδέλα!», απάντησε αυτός και γύρισε το τσιγάρο.

***

Στο μεταξύ, είχαν μαζευτεί και οι υπόλοιποι που περιμένανε, έφτασαν νωρίς σχετικά, αφού δεν είχαν κάνει τελικά αλλαγή του χρόνου στα σπίτια τους. Έτσι το παρεάκι όπως είχε σχηματιστεί, άρχισε να μιλάει και να ασχολείται διασκεδάζοντας κυρίως με τον πλανόδιο κιθαρίστα που είχε βγει για να βγάλει το νυχτοκάματο.

«ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ!», ακούστηκε μια φωνή που δεν ήταν κανενός απ’ την παρέα.

Γύρισαν όλοι προς τα εκεί αγχωμένοι. Άλλος γιατί πούλαγε χόρτο, άλλος γιατί είχε πάνω του, άλλος γιατί είχε πάνω του πρέζα και σίσα. «Μπορεί να πάει τόσο σκατά η φάση;», αναρωτήθηκε ενδόμυχα ο Χρήστος.

Όμως αντί για μπάτσος, πηγή της φωνής ήταν ένας μαυρούλης, πιθανώς πακιστανός που στεκόταν μπροστά τους. Ήταν αρκετά αποκρουστικός ως θέαμα, καθώς τα ρούχα του ήταν σκισμένα, φόραγε παντόφλες και έσταζαν σάλια απ’ το στόμα του. Το κεφάλι του απ’ τις ντάγκλες αδυνατούσε να κρατηθεί σε μια θέση για πάνω από δύο δευτερόλεπτα. Έμοιαζε όντως με μπάτσο κατά κάποιον τρόπο.

«ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ!», ξαναείπε.

Όλοι βάλανε τα γέλια, ακόμα κι ο ίδιος ο Πακιστανός.

«Τσιγάρο!», ζήτησε. Του έδωσε ένα ο Πλάτωνας και του το άναψε. Αμέσως όμως του έπεσε κάτω. Τα χέρια και το στόμα του Πακιστανού τρέμανε. Ο Πλάτωνας το σήκωσε και του το έδωσε, όμως και πάλι έπεσε κάτω μιας και ο τύπος δε μπορούσε να καταφέρει και πολλά πράγματα.

«Ας μη του δώσουμε άλλο», σχολίασε ο Χρήστος, που διασκέδαζε. Το σκηνικό του θύμιζε διάφορους φίλους του άλλωστε.
«Ναι», συμφώνησε ο Πλάτωνας, «Τσάμπα θα πάει».

Κι ενώ γελούσανε, ο Πακιστανός ήρθε και στάθηκε κολλητά μπροστά τους.
Αμέσως έκανε το σταυρό του εμφατικά και κοιτάζοντας το ρολόι της εκκλησιάς, είπε:

«CAPTAIN-POLICE-PAKISTAN!»

Και έκανε να απομακρυνθεί προς το μέρος που ήταν παρατημένη η κιθάρα του οργανοπαίχτη. Εκείνος πετάχτηκε και την κράτησε στα χέρια του. Τελικώς ο Πακιστανός απομακρύνθηκε τόσο που δε μπορούσαν πια να τον δουν.

«Συγνώμη, αποκάλεσε τον εαυτό του αξιωματικό της αστυνομίας του Πακιστάν στα αγγλικά;», ρώτησε η Λίζα.
«Απ’ ό,τι φαίνεται, άκουσες πολύ σωστά».
«Και έκανε το σταυρό του;»
«Ναι», απάντησε ο Χρήστος.
«Μισό λεπτό παιδιά!», πετάχτηκε ο Πλάτωνας. «Είναι 12 και 2 λεπτά, άλλαξε ο χρόνος! Ευτυχισμένο 2017 σε όλους!».

Ακολούθησαν μερικά σφυρίγματα και τσουγκρίσματα μπύρας. Έπειτα η παρέα αποφάσισε να κατηφορίσει σιγά σιγά προς το μαγαζί που θα πέρναγε το βράδυ της.

«Αντίο!», είπε ο τύπος με την κιθάρα προς το μέρος του Χρήστου. Εκείνος τον κοίταξε λυπημένα. Ήξερε πως η χρονιά που μόλις ξεκινούσε θα ήταν άσχημη, δε μπορούσε να είναι οτιδήποτε άλλο παρά άσχημη κι όμως εξακολουθούσαν να υπάρχουν μέσα στους δρόμους της Αθήνας, οι πιο άκυροι, μυστήριοι κι αστείοι χαρακτήρες που πέντε πάνω, πέντα κάτω, υποφέρανε περισσότερο απ’ ότι αυτός.

«Να σου πω ρε φίλε λίγο», του είπε ο Χρήστος. «Έλα μαζί μου».

Αυτός τον ακολούθησε και καθίσανε μόνοι τους σε μια άκρη όπου κανείς δε τους έβλεπε.

«Πώς σε λένε λοιπόν;», ρώτησε ο Χρήστος. «Νίκο», του απάντησε ο άλλος.
«Λοιπόν Νίκο…», είπε ο Χρήστος και αφού έβγαλε απ’ την τσέπη του τις ζελατίνες με την πρέζα και το σίσα τις πρόσφερε στο χέρι του τύπου που αποχαιρετούσε. «Σου εύχομαι καλή χρονιά!».

Ο Νίκος τον αγκάλιασε με ευγνωμοσύνη.

«Εγώ», του είπε, «Θα είμαι κάθε μέρα εδώ αν θες να μου φέρεις τίποτα».
Ο Χρήστος γέλασε, «Εντάξει, θα το δούμε!», είπε εντέλει και πήγε προς το μέρος των άλλων για να ξεκινήσουν για το «Γνωστό».

«Λοιπόν θα πιούμε τίποτα καλό απόψε παιδιά;», ρώτησε ο Πλάτωνας. Η Λίζα και ο Χρήστος κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, χαμογέλασαν συνωμοτικά και έψαξαν να δουν τι λεφτά τους περισσεύανε για μπίρες».

«Μπα!», απαντήσανε και οι δυο τους μαζί.

ΤΖΑΝΚ ΦΙΞΙΟΝ (Άλεξ Κοάν)

Ήτανε ένα όμορφο, ηλιόλουστο φθινοπωρινό απόγευμα κάποιας Πέμπτης και, όπως κάθε Πέμπτη, ο Πέτρος ο Χάλιας είχε ξεχυθεί στα κακόφημα στενά του κέντρου προς αναζήτηση ενός γραμμαρίου πρέζας.
Ήτανε κάμποσοι μήνες τώρα που ο Πέτρος είχε μπλέξει μ’ αυτά. Ξες τώρα, αφραγκίες, ανεργίες, καυγάδες με γονείς και συγγενείς, αγαμίες, φρίκες, καταθλίψεις, κακές παρέες και λοιπά. Ε δε θες και πολύ. Μια ευκαιρία σου δίνεται, σου λέει ένας φίλος ή ένας φίλος φίλου αυτό κι αυτό, θα παίξει στουφ, ψήνεσαι έτσι για μια δοκιμή, λες ντάξει, σιγά, και τι θα γίνει με μια φορά, κλάιν, ρουφάς τις πρώτες μυτιές και συνειδητοποιείς ότι δεν υπάρχει τίποτα στον κόσμο που μπορεί να συγκριθεί μ’ αυτό που μόλις ήπιες. Λες και ανακάλυψες το νόημα της ζωής, το νόημα της ζωής σου, διότι καταλαβαίνεις, όσο κι αν δεν ψήνεσαι να γίνεις ζέος, πώς καμία εμπειρία, κανένα σκηνικό, καμία άλλη ουσία δε θα σε κάνει να νιώσεις τόσο υπέροχα όσο η πρέζα. Ξέρεις πως, ό,τι κι αν γίνει από δω και στο εξής, η εμπειρία εκείνη της ζουζούς θα παραμείνει για πάντα η ομορφότερη εμπειρία της ζωής σου. Ξέρεις πως τίποτα δε θα την ξεπεράσει, ξέρεις πως η ηδονή και η απόλαυση που σου δωσε δε θα ξεχαστεί ποτέ. Ε, κι όσο τα σκέφτεσαι και τα ξανασκέφτεσαι όλα αυτά πέφτεις στα κλασσικά τριπάκια – τι είχα και τι έχασα, και ντάξει, μπορώ να πίνω μια στο τόσο χωρίς να εθιστώ, και υπάρχουν τόσα και τόσα πρεζάκια που μια χαρά έζησαν και πέθαναν και σε μεγάλη ηλικία κι όλα αυτά. Ε και τυχαίνει κι ένα ακόμα σκηνικό με την παρέα και παίζει πάλι στουφ, και την επόμενη βρίσκεσαι στην πλατεία να κανονίζεις με το κονέ του φίλου του φίλου σου, που σας έφτιαξε εκείνη την πρώτη φορά.
Ε και κάπως έτσι είχε κυλήσει κι ο Πέτρος ο Χάλιας. Το να είχε φέρει τ’ άλλο, και πλέον ο Πετράκης είχε γίνει ζάκιας. Αν και ντάξει, για να είμαι δίκαιος δεν ήτανε τόσο ακραία χωμένος στη φάση, όχι ακόμα τουλάχιστον. Δηλαδή είχε θέσει ένα πρόγραμμα στον εαυτό του και γενικά το τηρούσε. Συγκεκριμένα, έπινε μόνο ένα γραμμάριο τη βδομάδα – κάθε Πέμπτη γινόταν το ρεφίλ – κάνοντας μάλιστα και αποχή κάθε Τετάρτη. Επίσης, δεν έπινε ποτέ πριν τις τρεις το μεσημέρι και ποτέ μετά τις πέντε το χάραμα, και, το σημαντικότερο, είχε ορκιστεί πως ποτέ δε θα μπηγε βελόνι μες στις φλέβες του. Αυτός ήταν ο βασικός και απαράβατος κανόνας. Ποτέ σουτ, μόνο μύτη. Από μικρός τις φοβότανε εξάλλου τις ενέσεις και, παρόλο που χε ακούσει για τρελά σκηνικά με σύριγγες και βελόνια κι είχε πιάσει τον εαυτό του να σκέφτεται να κάνει και μια τέτοια δοκιμή, συγκρατιότανε. Όχι, αυτόν τον κανόνα θα τον τηρούσε μέχρι το τέλος, δεν υπήρχε περίπτωση. Μύτη και πάλι μύτη. Εξάλλου, δε θα χε και καμιά μεγάλη διαφορά, σιγά, αυτά τώρα που λένε για τα βελόνια είναι οι κλασσικές υπερβολές των πρεζέων. Πάνω κάτω το ίδιο θα ταν, απλά λίγο πιο άμεσο. Ε κλάιν μάιν δηλαδή.
Και τελοσπάντων, εκείνη την Πέμπτη είχε φάει πακέτο απ’ το κλασσικό κονέ κι ήταν σε μια κατάσταση λίγο περίεργη. Εντωμεταξύ ο άλλος ο μαλάκας ενώ ήξερε ότι ο Πέτρος ψωνίζει κάθε Πέμπτη απόγεμα από ένα τζικάκι, εκείνη την Πέμπτη είχε αποφασίσει να το σπρώξει όλο λίγο νωρίτερα και να μην κρατήσει ούτε δυο γραμμούλες καβάτζα – έτσι, μόνο για να του τη σπάσει, για να τον ρίξει στη χαρμάνα. Αλλά ντάξει τώρα, τι περίμενες δηλαδή κι απ’ τον πρεζέμπορα; Στ’ αρχίδια του όλα. Του τα ζητήσανε και τα δωσε, τόσο απλά. Ας έπαιρνε να κανονίσει πιο νωρίς, δεν του φταίει ο τύπος που τον πήρε τηλ τελευταία στιγμή. Κι έτσι λοιπόν ο Πέτρος είχε φάει όλες τις πιάτσες να βρει λίγο σταφάκι να γιάνει – διότι, μην ξεχνάμε, ήταν και η δεύτερη μέρα αποχής και είχε ήδη αργήσει πολύ να γίνει και να επιστρέψει στο πρόγραμμα του, και τα στερητικά είχαν ήδη αρχίσει να βαράνε. Λίγο ιδρώτας, λίγο άγχος, λίγο καρδιοχτύπι, μια μαυρίλα ψυχολογική και τα λοιπά. Όχι τόσο άσχημα ακόμα, αλλά τα πράματα θα ζόριζαν πολύ αν δε γινόταν σύντομα. Αλλά, του πούστη, τι διάολο συνέβαινε σήμερα; Τι Νομική είχε πάει, τι Τοσίτσα, τι Βάθης, τι Ομόνοια, τι Πεδίον – τίποτα. Δεν έβρισκε ΤΙ-ΠΟ-ΤΑ! Μόνο έναν μαύρο είχε πετύχει, μια κλασσική φάτσα εκεί στα Εξάρχεια, κι αυτός είχε βιαστεί να του ξεκαθαρίσει πως «μόνο κόκα εγκώ φίλο, μόνο κόκα.» Τι στον πούτσο; Λες να χε γίνει καμιά επιχείρηση σκούπα στην Αθήνα και να μην είχε πάρει χαμπάρι; Δε μπορούσε να καταλάβει. Πραγματικά, ήταν λες και βρισκότανε ξαφνικά στο δεκαπενταύγουστο, παρέα με τον Τσίου. Μα ήταν Νοέμβρης! Τι στον πούτσο;..
Είχε αρχίσει να βαράει μπιέλα, κι η παράνοια έμπαινε όλο και πιο βαθιά μέσα του, έφτανε σχεδόν στο κέντρο του εγκεφάλου. Τα μάτια του βουρκώνανε, κι όταν κάθισε σ’ ένα παγκάκι να ξεκουραστεί ένιωσε να τον διαπερνά μέχρι το κόκκαλο ένα τρομερό κρύο, μια παγωνιά, ένα ψύχος. Έβγαλε το κινητό του από την τσέπη κι άρχισε να ψάχνει τις επαφές του. Είναι απίστευτο πόσες άχρηστες επαφές μπορεί να χει ένας άνθρωπος στο κινητό του, άτομα που ούτε που θυμόταν ποια ήταν η τελευταία φορά που χε μιλήσει, μα θα χαν περάσει μήνες, χρόνια, δεκαετίες. Κάτι παλιοί συμμαθητές, κάτι παλιές γκόμενες, κάτι παλιές άκρες για φούντα, κάτι άκυροι, κάτι ονόματα που τα χε διαγράψει τελείως απ’ τη μνήμη του, ούτε που του έλεγαν πια τίποτα, ούτε που είχε ιδέα ποιοι ήταν όλοι αυτοί. Ακόμα και τον αριθμό του παππού του είχε μέσα, που χε πεθάνει προ τριετίας. Μα τουλάχιστον είχε και κάποια χρήσιμα τηλέφωνα, όπως πχ το τηλέφωνο του Χρήστου.
Ο Χρήστος ήταν κι αυτός μέλος της αρχικής πρεζοπαρέας. Και μάλιστα, αρκετά πιο ακραίος απ’ τον Πέτρο, μιας και για μια περίοδο είχε πέσει κυριολεκτικά με τα μούτρα, έπινε κάθε μέρα, όλη μέρα, αύξανε συνεχώς την ποσότητα, είχε σουτάρει και μερικές φορές, κυριολεκτικός πρεζέος δηλαδή. Παρόλα αυτά, τον τελευταίο καιρό, θα ταν κανάς μήνας τώρα, είχε ξεκόψει. Και απ’ τη ζούζου και απ’ την παρέα, κατ’ ανάγκη, μιας και το ένα έφερνε πάντα το άλλο. Οπότε είχανε πολύ καιρό να μιλήσουν οι δυο τους. Θα μου πεις τώρα, γιατί τότε ο Πέτρος να πάρει τηλ τον Χρήστο που χε ξεκόψει και όχι κάποιον άλλον από την παρέα; Και θα σου πω κι εγώ ότι με τους άλλους δυο της παρέας που συνέχιζαν να πίνουν είχε σπάσει, μετά από έναν άσχημο καυγά, όταν ανακάλυψε συγκεκριμένα ότι του χαν ψειρίσει ένα πενηντάρικο απ’ το σπίτι, μια φορά που αράζανε και την πίνανε μαζί. Ε και δεν έψηνε να μιλήσει με κάποιον απ’ αυτούς. Επιπλέον, ο Χρήστος ήταν ο πιο κοινωνικός της παρέας και ο πιο χωμένος στη φάση, τότε τουλάχιστον, οπότε είχε περισσότερες πιθανότητες, ακόμα και τώρα που χε κόψει, να χει κάποια άκρη που δεν ήξερε κανείς άλλος. Δεν έχανε και τίποτα δηλαδή αν του κανε μια κλήση.
Το τηλέφωνο άρχισε να δονείται – το είχε πάντοτε στη δόνηση ο Χρήστος, για να χρησιμοποιεί σαν δικαιολογία το ότι δεν το άκουσε, όποτε δεν ψηνόταν ν’ απαντήσει. Μα, παραδόξως, ενώ εκείνη την ώρα καθότανε στο μισοσκόταδο του παιδικού του δωματίου, στο πατρικό του, και χάζευε φωτογραφίες ανήλικων κορασίδων στο φέησμπουκ, μόλις είδε το όνομα στην οθόνη το σήκωσε.
«Έεεελα ρε Πέτρακη, τι γίνεται;»
«Έλα ρε Χρήστο, καλά ρε, εσύ;»
«Καλά μωρέ κι εγώ, εδώ. Τι λέει, που χάθηκες;» – ερώτηση παγίδα ήταν αυτή, αφού δεν ήταν ο Πέτρος που χε χαθεί, αλλά ο ίδιος.
«Ε, εδώ μωρέ, ξέρεις, χαλαρά…»
«Ναι, ναι, ξέρω… Και για πες.»
«Να ρε συ, απλά παίχτηκε ένα πακέτο σήμερα, και… ξέρεις…»
«Πακέτο, ε;»
«Ναι, κι έλεγα μήπως, ξες, παίζει καμιά άκρη…»
«Ρε μαλάκα Πέτρο, σοβαρά τώρα; Με παίρνεις για να με ρωτήσεις αυτό το πράμα; Έχω ξεκόψει 27 μέρες τώρα από την πρέζα και με ρωτάς αν παίζει καμιά άκρη;»
«Σςςς, μην την λες αυτή τη λέξη απ’ το κινητό ρε φίλε… Εντάξει, απλά ρωτάω.»
«Τελοσπάντων, όχι ρε φίλε, δεν παίζει.»
«Α…»
«Νομική πήγες;»
«Και Νομική και Εξάρχεια και παντού, όλη την Αθήνα έχω φάει.»
«Και δε βρήκες τίποτα ρε μαλάκα;»
«Δε βρήκα ρε φίλε, δεν ξέρω τι έχει γίνει, δε βρήκα τίποτα.»
«Τι λες ρε; Περίεργο.»
«Πολύ περίεργο, δεν ξέρω τι έχει παιχτεί.»
«Μενίδι;»
«Στους τσιγγάνους;»
«Εκεί, στους γύφτους, ναι.»
«Ουφ, όχι, εκεί δεν πήγα ρε φίλε…»
«Ε δεν πας να δοκιμάσεις;»
«Λες, ε;»
«Ε ναι.»
«Ουφ, δεν ξέρω ρε φίλε. Το φοβάμαι λίγο να σου πω την αλήθεια, δεν έχω πάει ποτέ να γίνω από Μενίδι. Δεν ξέρω. Τι φάση είναι εκεί;»
«Ε τι φάση ρε μαλάκα; Καταυλισμός φάση. Τσαντίρια και λοιπά.»
«Αχά… Δεν ξέρω ρε…»
«Ε τι να σου πω ρε φίλε; Εγώ αυτό ξέρω. Αλλιώς πήγαινε από καναν Χουίτη να πάρεις καναν αλβανό.»
«Όχι ρε Χρήστο, τι λες; Ποιόν Χουίτη, ποιόν αλβανό; Τι είναι αυτά που λες ρε φίλε; Τι να μου κάνει ο αλβανός ρε, σου λέω εδώ έχω βγάλει πρόβλημα ρε φίλε, δεν είμαι καλά.»
«Ρε συ Πετράκη, σε καταλαβαίνω ρε φίλε, αλλά δε μπορώ να κάνω κάτι. Σου λέω, πήγαινε στο Μενίδι, κι εκεί λογικά θα γίνεις. Δε μπορώ να σκεφτώ κάτι άλλο.»
«Καλά ρε φίλε, εντάξει, έχεις δίκιο. Αυτό θα κάνω. Και πως θα τον βρω τον τύπο εκεί;»
«Λοιπόν, θα σου στείλω ένα μήνυμα σε πέντε λεπτά και θα σου εξηγήσω ακριβώς τι και πως. Οκέι;»
«Οκέι ρε Χρήστο, να σαι καλά, σ’ ευχαριστώ, το εκτιμώ.»
«Τίποτα ρε Πετράκη, μην το συζητάς. Λοιπόν, τα λέμε.»
«Έγινε ρε, να μιλήσουμε να κανονίσουμε να πάμε και για καμιά μπύρα καμιά μέρα.»
«Ναι ρε, θα το κανονίσουμε. Έλα, γεια.»
«Γεια. Το μήνυμα, ε! Μη με ξεχάσεις.»
«Ναι ρε, σε πέντε λεπτά. Άντε γεια.»
«Γεια.»
Και το κλεισε. Ρε τον κακομοίρη τον Πετράκη, πολύ είχε στεναχωρηθεί που τον είχε ακούσει έτσι. Είχε μπλέξει για τα καλά. Κι η αλήθεια είναι πως είχε κι αυτός μερίδιο ευθύνης γι’ αυτό. Αυτός τον είχε κεράσει τη δεύτερη φορά που ήπιε, κι ήταν μαζί και την πρώτη, και παρόλο που εκείνη την πρώτη φορά δεν είχε κανονίσει ο ίδιος ο Χρήστος, ε και πάλι έφταιγε γιατί ήξερε κάτι παραπάνω, ήταν πιο ψαγμένος. Εξάλλου, όταν πρωτοήπιε ο Πέτρος, εκείνος έκλεινε ήδη σχεδόν μήνα κατάχρησης – έπρεπε να τον είχε προφυλάξει καλύτερα, δεν έπρεπε να τον αφήσει καν να δοκιμάσει. Μα τελοσπάντων, δε μπορούσε ν’ αναλάβει την ευθύνη και για την κατάντια του Πέτρου. Αρκετά προβλήματα είχε ο ίδιος για τον εαυτό του, δεν την πάλευε να σηκώσει και τα προβλήματα αλλονών στην πλάτη του.
Έγραψε το μήνυμα – ποιο λεωφορείο έπρεπε να πάρει, που να κατέβει, που ακριβώς να πάει, το όνομα του τύπου κλπ – το στειλε, κι επέστρεψε στο στόκινγκ δεκαπεντάχρονων του φουμπού. Τράβηξε μια καλή μαλακία με μια πρόχειρη συλλογή λίγων εικόνων που χε μαζέψει, κι έπειτα έβγαλε κι έστριψε και κάπνισε ένα τσιγάρο. Χάζεψε τον ήλιο που όλο και βυθιζόταν στον ορίζοντα από το παράθυρο. Η ώρα ήταν πέντε και κάτι. Άλλη μια μέρα που χε αφήσει να χαθεί δίχως να κάνει απολύτως τίποτα έφτανε προς το τέλος της. Άλλη μια κενή και βαρετή μέρα. Ούτε καν τις αγγελίες δεν είχε κοιτάξει σήμερα. Μα κι όταν τις κοιτούσε, τι καταλάβαινε; Τέσσερις θέσεις σερβιτόρας για νέες κι εμφανίσιμες κοπέλες, μια για ντελιβερά με δικό του μηχανάκι, δυο για λάντζα, η μια στο Μαραθώνα κι η άλλη στην Κερατέα. Ποιος καριόλης πάει για φαΐ στην Κερατέα; Και μερικές άλλες δουλείες τελοσπάντων που ο Χρήστος δε μπορούσε να κάνει καν αίτηση γιατί απαιτούσαν πτυχίο πανεπιστημίου, που δεν είχε, αφού τη σχολή την είχε παρατήσει στο δεύτερο έτος. Στ’ αρχίδια του. Σκότωσε τη γόπα στο τσίγκινο κουτάκι των καπρίς που χρησιμοποιούσε για τασάκι κι έβγαλε να στρίψει άλλο ένα.
«Τουρούν!» ακούστηκε κάποια στιγμή ο ήχος του μέσσεντζερ. «Ελα ρε τι κανεις? Παμε για κανα καφε?» έγραφε το μήνυμα. Ήταν ο παλιόφιλος του ο Μάικ, που τώρα τελευταία, που ο Χρήστος έκανε την προσπάθεια του να ξεκόψει μια και καλή απ’ αυτό το διάολο τη ζουζού, είχε γίνει κολλητός του. Απ’ το γυμνάσιο κάνανε παρέα, συμμαθητές στο ίδιο τμήμα και τα ρέστα. Ε, και κλασσικά όπως γίνεται σ’ αυτές τις περιπτώσεις, μια χάνονταν, μια βρίσκονταν, και πάλι απ’ την αρχή. Γενικά, δηλαδή, ήταν απ’ αυτές τις φιλίες που ντάξει, σίγουρα υπάρχει μια χημεία, κάποια κοινά ενδιαφέροντα, κάποιες κοινές εμπειρίες, κάποια κοινά χαρακτηριστικά κλπ, αλλά ο κύριος λόγος που διατηρούταν ακόμα και κράταγε στα χρόνια ήταν η γεωγραφική ευκολία. Δηλαδή ο Μάικ έμενε ένα τέταρτο μακριά απ’ τον Χρήστο – στο πατρικό του κι αυτός. Ε, κι απλά αν κάποιος απ’ τους δυο μετακόμιζε σε άλλη περιοχή, πιθανότατα εκεί θα τέλειωνε και η μεταξύ τους σχέση.
Αλλά ντάξει, ήταν ωραίος τύπος ο Μάικ, συμπαθητικός, ενδιαφέρων άνθρωπος, και, κατά κανόνα, ευχάριστος. Λίγο περίεργος βέβαια – μα και ποιος δεν είναι περίεργος τη σήμερον ημέρα; Ήτανε πάντως λίγο μπερδεμένο τυπάκι, λίγο αναρχοφασέος, λίγο χασίκλας, λίγο σταρχιδιστής και ταυτόχρονα και λίγο πολιτικοποιημένος, λίγο σταλίνας, λίγο διαβασμένος, έγραφε που και που στα κρυφά και κανα ποίημα, γενικά λίγο απ’ όλα. Αλλά ωραίος τύπος. «Ne re,» απάντησε ο Χρήστος. «Pame sto gnosto?»
«Στο γνωστο σε μιση ωρα.»
«Egine ta leme ekei.»
Μπήκε λοιπόν ο Μάικ για ένα γρήγορο ντουζάκι, βούρτσισε και τα δόντια του, στέγνωσε, φόρεσε ένα σώβρακο, ένα τζιν, ένα μπλουζάκι και το καλό του το φούτερ του το μαύρο και ξεκίνησε για το γνωστό καφέ – που βασικά δεν ήταν καν καφέ, αλλά ένας φούρνος, που χε και τραπεζάκια να κάτσεις κι έδινε το φρέντο 1,40 και τον διπλό ελληνικό 1,20. Ο Μάικ έφτασε ακριβώς στην ώρα του και πήρε έναν ελληνικό σκέτο, ο Χρήστος ένα τέταρτο πιο μετά, και το παιξε νες μέτριο. Είχε βάλει λίγη ψύχρα απόψε και δεν ψήθηκε κανείς τους για κρύο καφέ. Χαιρετηθήκανε και τα λοιπά. Βγάλανε τα καπνοσύνεργα απ’ τις τσέπες τους και στρίψανε ταυτόχρονα τσιγάρο. Πήραν γουλιά απ’ τους καφέδες τους και τ’ άναψαν.
«Και για πες ρε κανά νέο,» έσπασε σε κάποια φάση τη σιωπή ο Μάικ.
«Ε τι να πω ρε φίλε; Δεν έχω και κανα νέο. Όπως τα ξέρεις, πάντα. Ηρεμία.»
«Καμιά δουλειά μήπως βρήκες;»
«Μπα… Εσύ;»
«Μπα, τίποτα… Και να σου πω την αλήθεια ρε Χρήστο έχω σταματήσει πια και να ψάχνω. Έχω απελπιστεί.»
«Κι εγώ το ίδιο ακριβώς ρε φίλε. Καμία ελπίδα.»
Για να λέμε πάντως και την όλη αλήθεια, η φαμίλια του Μάικ ήταν σε πολύ καλύτερη μοίρα απ’ τη φαμίλια του Χρήστου. Και ναι, σίγουρα, τ’ άκουγε κι αυτός τα μπινελίκια του που δεν είχε βρει ακόμα μια δουλειά να ξεκουμπιστεί επιτέλους απ’ το σπίτι – λες και ήταν στο χέρι του ξέρω γω – αλλά γενικά οι δικοί του την πάλευαν καλύτερα, δεν τους ήταν ιδιαίτερο βάρος να συντηρούν ακόμα το μοναχογιό τους.
«Χάλια ο νες,» είπε σε κάποια φάση ο Χρήστος. “Μέτριο λες, γλυκό τον κάνουνε…»
«Πόσο τον έχουνε το νες;»
«1,20.»
«Α, ντάξει, καλά είναι. Όσο και τον ελληνικό.»
«Ναι.»
Ο Μάικ δεν ήξερε τίποτα για την πρέζα, δεν του χε πει πότε τίποτα. Δεν ήταν ότι θα φρίκαρε ή τίποτα τέτοιο, ήταν ανοιχτόμυαλος άνθρωπος, θα καταλάβαινε, απλά δεν υπήρχε και κάποιος ιδιαίτερος λόγος να το μάθει. Ειδικά τώρα που χε κόψει.
«Έχεις κανονίσει τίποτα γι’ απόψε;» ρώτησε ο Μάικ.
«Μπα. Γιατί;»
«Θα βγω μωρέ με μια φίλη πιο μετά, κι έλεγα αν θες να ρθεις παρέα.»
«Φίλη; Για πες ρε,» έκανε και χαμογέλασε.
«Ναι, δεν την ξέρεις.»
«Φίλη ή;..»
«Όχι, φίλη, φίλη…»
«Α. Μπα, σ’ ευχαριστώ ρε φίλε, αλλά δεν ψήνω, προτιμώ να γυρίσω σπίτι να δω καμιά ταινιούλα, χαλαρά. Δεν είμαι και για πολλά έξοδα γενικά.»
«Όπως θες ρε, πάντως κι εμείς, μη φανταστείς, πλατεία θ’ αράξουμε, θα πιούμε καμιά μπύρα, κανα τσιγάρο, χαλαρή φάση, όχι πολλά πολλά.»
«Ναι, κατάλαβα. Μπα, άσε ρε φίλε, δεν είμαι σε φάση. Θ’ αράξω σπίτι.»
«Όπως θες ρε Χρήστο… Και για πες, είδες καμιά καλή ταινία;..»
«Είδα μια του Κουροσάβα, ναι, άκου…»
Και τελοσπάντων, μες στην κουβέντα η ώρα πέρασε, οι καφέδες τελείωσαν, το τασάκι παραγέμισε με γόπες και οι δυο φίλοι, αφού πρώτα κοίταξαν τα ρολόγια των κινητών τους, αποχαιρετήθηκαν και σπάσανε. Ο Χρήστος πήρε το δρόμο για το σπίτι του, ο Μάικ για την πλατεία, όπου σύντομα θα συναντιόταν με τη φίλη του τη Μαίρη.
Η αλήθεια πάντως είναι πως, ανεξάρτητα απ’ το τι έλεγε, τη Μαίρη δεν την έβλεπε σα φίλη. Εκείνη τον έβλεπε σα φίλο. Η Μαίρη ήταν το μεγάλο του κόλλημα. Δεν τολμούσε να το πει βέβαια, αλλά ναι, μέσα του το ήξερε, η Μαίρη ήταν ο έρωτας της ζωής του. Κι όπως συμβαίνει συνήθως με τους έρωτες, έτσι κι αυτός ήταν απόλυτα μονόπλευρος. Όσο και να της την έπεφτε, άλλο τόσο αυτή τον χίωνε. Έτσι απλά και βασανιστικά. Έτσι απλά. Και το χειρότερο δεν ήταν η απόρριψη, όχι, αυτό μπορούσε να το καταπιεί. Όσο την είχε δίπλα του, έστω και σα φίλη, όσο μπορούσε να αγγίζει την ομορφιά της, έστω και μόνο με τα μάτια του, όσο άκουγε την τόσο γλυκιά φωνή της, όσο την είχε, έστω κι έτσι, στη ζωή του, την άντεχε την ερωτική απόρριψη. Αρκούσε που ήταν δίπλα του, αυτό του ήταν αρκετό. Αλλά όχι, δεν ήταν και για κείνη. Εκείνη ήθελε να τον βασανίσει κι άλλο. Εκείνη ήθελε να τον βλέπει να υποφέρει.
Εξάλλου δε γινόταν να μην το είχε καταλάβει, ήταν αδύνατο να μην το βλεπε στα μάτια του, το πόσο την αγαπούσε. Σίγουρα ήξερε. Αλλά δεν την ένοιαζε. Γι’ αυτό και κάθε φορά το κύριο θέμα της κουβέντας της ήταν οι διάφοροι γκόμενοι που την πηδούσαν κάθε τόσο. Κάθε φορά και κάποιος άλλος. Κάθε φορά η ίδια ιστορία με διαφορετικό πρωταγωνιστή. Και ντάξει, οκέι, ως ένα βαθμό το δεχότανε – ελεύθερο πνεύμα, αναρχική στον έρωτα, λίγο χίπισσα, ναι, ήταν ανυπότακτος άνθρωπος η Μαίρη, το καταλάβαινε, αν δεν ήταν εξάλλου έτσι δε θα την αγαπούσε τόσο, εντάξει. Αλλά δεν μπορούσε να το χωνέψει ότι κάθε φορά έπρεπε να του εξηγεί πως ήταν ο γκόμενος, και πόση την είχε, σε τι στάση την πήρε, και πως την έγλειφε, και αν του δωσε κώλο ή όχι κι όλα αυτά, λες κι ήταν ο γκέι φίλος της. Ε όχι ρε πούστη! Ε όχι κι έτσι ρε γαμώτο! Θα μου πεις βέβαια τώρα, γιατί καθότανε ο Μάικ και το περνούσε όλο αυτό το μαρτύριο και δεν ξέκοβε απ’ την τύπισσα μια και καλή να ηρεμήσει; Και θα σου πω κι εγώ ότι, αφενός, άμα έχεις φάει τέτοιο κόλλημα το να ξεκόψεις είναι απλά μια κουβέντα και σε καμία περίπτωση δεν είναι τόσο εύκολο όσο μπορεί ν’ ακούγεται. Και αφετέρου, επειδή ο Μάικ, παρόλο που αυτό δεν ήθελε να το παραδεχτεί ούτε στον εαυτό του, βαθιά μέσα του ήλπιζε πώς κάποτε η Μαίρη θα σοβάρευε, θα καταλάβαινε πως δεν μπορεί να συνεχίσει τη ζωή της έτσι. Ε και πια θα το βλεπε, πως ο μόνος άνθρωπος που πραγματικά την αγαπούσε και που μπορούσε να σταθεί δίπλα της και να τη στηρίξει στα δύσκολα, ήταν αυτός. Ναι, κάποια στιγμή θα το καταλάβαινε.
Η Μαίρη έπιασε το κινητό της κι έστειλε ένα μήνυμα στο Μάικ, του είπε πως θ’ αργούσε λίγο. Είχε γίνει ένα ατύχημα στη Μεσογείων και το λεωφορείο είχε κολλήσει στην κίνηση. Έφτασε στην πλατεία είκοσι λεπτά αργοπορημένη. Παρ’ ότι είχε αρχίσει να βάζει ψύχρα τις τελευταίες νύχτες υπήρχε ακόμα αρκετός κόσμος που άραζε στις εξέδρες και τα παγκάκια. Ο Μάικ την περίμενε στα σκαλάκια, μοναχός του, πίνοντας μια Βεργίνα. Είδε τη Μαίρη να πλησιάζει και της χαμογέλασε αυθόρμητα. Εκείνη έφτασε δίπλα του και τον αγκάλιασε.
«Τι κάνεις;» τον ρώτησε γλυκά.
«Καλά μωρέ, εσύ;»
«Καλά κι εγώ. Περιμένεις ώρα;»
«Εε, όχι τόσο, κανά δεκάλεπτο.»
«Α. Πολύ γρήγορα την ήπιες τη μπύρα τότε.»
«Ε, ναι, ντάξει, ξέρεις, άμα πίνεις μόνος πίνεις πιο γρήγορα… Και τώρα που το πες, θα πάω να πάρω άλλη μια. Θες;»
«Άσε, πάω εγώ, θέλω να πάρω και καπνό. Βεργίνα;»
«Ναι. Κάτσε, μισό.» Έκανε να βγάλει τα ψιλά απ’ την τσέπη του.
«Μου τα δίνεις μετά,» είπε η Μαίρη κι έφυγε για το περίπτερο. Ένιωθε το βλέμμα του Μάικ καρφωμένο στα καστανά και μακριά μαλλιά της όσο περπατούσε. Πήρε τις μπύρες από το ψυγείο και έναν ολντ χόλμπορν άσπρο. Ο περιπτεράς την κόζαρε και χαμογέλασε. Της είπε κάτι – δεν κατάλαβε καλά τι. Την ήξερε. Σχεδόν κάθε βράδι την έβλεπε, και κάθε φορά κάτι της έλεγε, κάποιο αστειάκι, κάτι, μα εκείνη ποτέ δεν καθόταν λίγο παραπάνω να του πιάσει την κουβέντα, εκτός από μερικές φορές που ταν μαζί της ο Μάικ. Επέστρεψε, έδωσε τη μπύρα στο φίλο της, κάθισε δίπλα του, βγάλανε κι οι δυο τους αναπτήρες τους και τις ανοίξανε. Έπειτα του ζήτησε ένα φιλτράκι κι έστριψε ένα τσιγάρο. Ακολούθησε κι ο Μάικ. Τ’ ανάψανε.
«Και για πες,» της έκανε, «τι λέει;»
«Ε, καλά μωρέ, τα κλασσικά, τίποτα καινούριο.»
«Τίποτα;»
«Ε, τίποτα… Εκτός από ένα παιδί, τις προάλλες…»
«Ωχ, καλά, άσε.»
«Ε, εσύ με ρώτησες…»
«Η σχολή πώς πάει;» Η Μαίρη σπούδαζε στο ΦΠΨ, στο Καποδιστριακό.
«Ε, ντάξει, καλά. Λογικά, αν πάει καλά σ’ αυτή την εξεταστική τώρα που έρχεται, το επόμενο εξάμηνο παίρνω πτυχίο.»
«Έκτο έτος είσαι, ε;»
«Έκτο, ναι.»
«Και πόσα χρωστάς;»
«Εννιά.»
«Α, ντάξει, μια χαρά είσαι.»
«Ναι. Και θα δώσω τώρα τα πέντε, και άλλα τέσσερα τον Ιούνιο.»
«Και γιατί δεν τα δίνεις όλα μαζί τώρα;»
«Γιατί δε θα τα περάσω όλα. Τώρα θα συγκεντρωθώ στα πέντε, θα περάσω, κι έπειτα άλλα τέσσερα και τέλος. Άσε που ένα εξάμηνο ακόμα στη σχολή δεν με χαλάει, δε θα ναι κι άσχημα.»
«Χαχα, ε αυτό να μου πεις, και που θα τελειώσεις δηλαδή τι θα καταλάβεις; Σάμπως θα βρεις δουλειά;»
«Σέρβις σε κανά καφέ, στην καλύτερη.»
«Ε, αυτό ακριβώς… Πάντως, να ξέρεις, εγώ σε σένα θα ρχομαι να πίνω τον καφέ μου και θα σου αφήνω και καλά τιπς.»
«Μμμ, σ’ ευχαριστώ πολύ…»
«Έλα, πλακίζω.» Η Μαίρη σκότωσε το τσιγάρο κι έβγαλε καπάκι να στρίψει άλλο ένα. Ο Μάικ της έδωσε δυο μπάρες από τα φιλτράκια του, για να χει.
«Λέω μήπως προς χριστούγεννα πάω καμιά εκδρομούλα, κανά τριήμερο, κανά Παρνασσό ξερώ γω.»
«Παρνασσό; Για σκι;»
«Ε, και για σκι, ναι, γιατί όχι;»
«Κάνεις σκι;»
«Έκανα πιο παλιά, ναι, ξέρω να κάνω. Εσύ;»
«Μπα, δεν έχω δοκιμάσει ποτέ;»
«Ψήνεις να ρθεις μαζί μου;»
«Στον Παρνασσό;»
«Ε ναι, τι λέμε;»
«Με τι λεφτά;»
«Έλα μωρέ Μαίρη τώρα, σιγά τα λεφτά που θέλει για Παρνασσό.»
«Ε δε θέλει για να πας, αλλά που θα μείνεις; Θα κάνεις κάμπινγκ μες στα χιόνια;»
«Ε ντάξει μωρέ, κανά ξενοδοχείο, για δυο νύχτες, σιγά.»
«Πανάκριβα θα ναι!»
«Ε ντάξει ρε Μαίρη, στα βάζω εγώ τα λεφτά, σιγά.»
«Μπα, δε νομίζω, δύσκολο…»
«Καλά, μια ιδέα είπα… Μπορούμε να πάμε και πουθενά αλλού, δε χρειάζεται να πάμε Παρνασσό ντε και καλά, μπορούμε να τσεκάρουμε κανά φθηνότερο μέρος.»
«Καλά ρε συ Μάικ, θα δούμε, κάτσε να ρθουν πρώτα τα χριστούγεννα καταρχάς, και βλέπουμε μετά… Δεν είναι πάντως τώρα καιρός για ταξίδια…»
«Γιατί, τι έχει ο καιρός;»
«Κρύο, αυτό έχει.»
«Καλά, ντάξει, ό,τι θες… Απλά, λέω… Να πιούμε κανά τσιγάρο;»
«Αμέ. Έχεις;»
«Έχω, πώς δεν έχω; Ο Μάικ να μην έχει σταφ;»
«Χαχα, ναι, σωστά, ο Μάικ δεν ξεμένει ποτέ.»
«Εμ, τι;» Έβγαλε τα σύνεργα, κόλλησε μια διφυλλιά, η Μαίρη του φτιαξε μια τζιβάνα, έριξε μέσα λίγο ταμπάκο και λίγο φου, το στριψε, το γλειψε, το κόλλησε, το χτύπησε στην πέτρινη επιφάνεια που καθόντουσαν να το στουμπώσει και το σκασε. Το ήπιαν, το σκότωσαν, ο Μάικ σηκώθηκε να φέρει άλλες δυο μπύρες, γύρισε και συνεχίσαν την κουβέντα τους περί ανέμων και υδάτων. Κάθε φορά πάντως που η Μαίρη πήγαινε να μιλήσει για κάποιο γκόμενο, ο Μάικ την έκοβε γρήγορα γρήγορα – φαινόταν αποφασισμένος αυτή τη φορά. Κι εκείνη λοιπόν μετά από δυο-τρεις προσπάθειες δεν ξανανέφερε τίποτα γκομενικό, φοβούμενη μην του γυρίσει κανένα λαμπάκι και της κάνει καμιά ερωτική εξομολόγηση μες στο βράδι. Έπειτα ήπιανε ένα ακόμη. Η ώρα περνούσε, η Μαίρη θα χε καπνίσει καμιά εικοσαριά τσιγάρα μέσα σε δυο ώρες, ο Μάικ κάπως λιγότερα. Κάποια στιγμή της τελειώσαν και τα χαρτάκια. Πήγε πάλι περίπτερο, πήρε κι άλλες δυο μπύρες.
«Τελευταία για μένα,» είπε του φίλου της καθώς την άνοιγε. «Πρέπει να φύγω όπου να ναι.»
«Που θα πας;»
«Παίζει ένα πάρτι στο Πολυτεχνείο.»
«Πάρτι; Τρανσοφάση;»
«Δεν είμαι σίγουρη, φαντάζομαι ναι. Ψήνεις να ρθεις;»
«Ποιός άλλος θα ναι;»
«Κάτι φίλοι, δε νομίζω ότι τους ξέρεις.»
«Α, φίλοι…»
«Ναι… Α, θα ναι κι ο Πλάτωνας.»
«Ο φιλόσοφος;»
«Χαχα, γελάσαμε κι απόψε.»
«Έλα, ποιος Πλάτωνας; Τον ξέρω;»
«Νομίζω τον είχες γνωρίσει μια φορά, σ’ ένα πάρτι πάλι.»
«Χμμ, ίσως… Τώρα που το λες κάτι μου λέει τ’ όνομα. Αλλά δε θυμάμαι καλά.»
«Ναι, τελοσπάντων. Τι λες, θα ρθεις;»
«Μπα, άσε μωρέ. Είμαι και λίγο κουρασμένος σήμερα, καλύτερα να πάω σπίτι.»
«Καλά, ό,τι θες. Παίζει να βρούμε και μουντού πάντως.»
«Μουντού, ε; Μπα, όχι, δεν ψήνομαι για κραιπάλες απόψε, άσε. Δεν έχω και φράγκα για μουντού κιόλας.»
«Α, για να πας εκδρομή Παρνασσό έχεις φράγκα, για μουντού όχι, ε;»
«Ε δεν έχω τώρα πάνω μου εννοώ ρε Μαίρη.»
«Καλά ντε, μην τσαντίζεσαι.»
«Ε δεν τσαντίζομαι… Απλά, λέω…»
Τελοσπάντων, τελείωσαν τις μπύρες, κάπνισαν και κάμποσα τσιγάρα ακόμα, ο Μάικ έδωσε και δυο μπάρες εξτρά στη Μαίρη, της έδωσε κι ένα παπαδάκι να το στρίψει αργότερα, όταν θέλει, κι αποχαιρετήθηκαν, και τραβήξανε δρόμους αντίθετους.
Η Μαίρη έφτασε στη στάση. Τι περίεργο παιδί κι αυτός ο Μάικ… Ο ορισμός του ανθρώπου που όσο τον φτύνεις τόσο κολλάει. Τι κι αν του μιλούσε για γκόμενους, για γαμήσια, τι κι αν δεν τον έπαιρνε τηλέφωνο, δεν του απαντούσε καν τις μισές φορές στα μηνύματα του, τίποτα. Δεν έπαιρνε χαμπάρι. Και ντάξει, καλό παιδί ήτανε, συμπαθητικός και γλυκούλης πολύ, ωραίος για παρέα, αλλά ερωτικά δε μπορούσε να τον δει, τι να κάνει; Κι εξάλλου αυτός ήθελε σχέση, φαινότανε, φαινότανε πως είχε κολλήσει άσχημα, αλλά η Μαίρη δεν ήταν σε τέτοια φάση, που και να ήτανε, και πάλι δε θα μπορούσε να δει έτσι τον Μάικ. Απλά δε μπορούσε. Γιατί να μην έλεγε να το καταλάβει αυτό, γιατί να μη μπορούσε να ερμηνεύσει τα σημάδια; Εντάξει, ήξερε γιατί. Ήξερε πως καταλάβαινε, απλά δε μπορούσε να ξεκολλήσει, όσο κι αν προσπαθούσε. Αλλά και πάλι. Γιατί να είναι τόσο ερωτευμένος πια μαζί της, τι της έβρισκε τελοσπάντων;.. Κι αυτή τι να κάνει δηλαδή; Δε μπορούσε να του το πει ευθέως, ήταν πολύ δύσκολο. Αλλιώς τι; Να κόψει έτσι ξαφνικά κάθε επαφή μαζί του; Μπλοκ και ντιλίτ; Ούτε καλημέρα άμα τον δει τυχαία στο δρόμο; Όχι, με τίποτα. Θα το παιρνε πολύ βαριά. Δε μπορούσε…
Σήκωσε το χέρι της, το λεωφορείο σταμάτησε και μπήκε μέσα. Δεν είχε πολύ κόσμο, ήταν πολλές οι άδειες θέσεις. Πήγε και κάθισε σε μια πίσω πίσω. Τελοσπάντων. Δεν ήθελε να σκέφτεται άλλο τον Μάικ. Είχε κουραστεί. Θα σκεφτότανε τον Πλάτωνα. Αυτός… Εντάξει… Ήτανε λίγο μαλάκας εδώ που τα λέμε, αλλά ήταν πιο κουλ άτομο. Στον κόσμο του τελείως μεν, ναρκωτικά, γκόμενες, πάρτι, κι ιστορίες τέτοιες, αλλά δούλευε το μυαλό του, στρόφαρε, καταλάβαινε πότε του λέγανε όχι και πότε ναι. Ήταν πιο συνεννοήσιμος άνθρωπος, απ’ τον Μάικ τουλάχιστον, σίγουρα. Εντάξει, με τα ελαττώματα του, οκέι. Αλλά στο βάθος, η Μαίρη το ήξερε, είχε καλή ψυχή.
Έφτασε Πολυτεχνείο – ήταν νωρίς ακόμα, δεν είχε έρθει ακόμα κόσμος. Μετά από δυο τσιγάρα έστειλε του Πλάτωνα ένα μήνυμα. Σιγά μην απαντούσε…
Bάραγε το κινητό ασταμάτητα, κλήσεις, μηνύματα, η Μαίρη, ο ένας, ο άλλος, στ’ αρχίδια του. Να περιμένανε, δε θ’ αργούσε. Στο δρόμο ήτανε, τι να κάνει, να τρέχει; Ηρεμία ρε γαμημένοι. Προπάντων ηρεμία. Τσιλ άουτ. Κάθισε ένα λεπτό σ’ ένα παγκάκι να ξαποστάσει, να στρίψει κι ένα τσιγάρο. Το κεφάλι του είχε αρχίσει να νιώθει λίγο περίεργα, το σώμα του επίσης. Είχε αρχίσει και του τα σκαγε. Ε, ώρα ήταν… Άναψε το τσιγάρο και συνέχισε το μακρύ και δύσκολο ταξίδι του για το Πολυτεχνείο. Είχε επίσης αρχίσει να χάνει λίγο και τον προσανατολισμό του, μα ευτυχώς γρήγορα άκουσε τα υπόκωφα τρανσίδια που βαρούσαν από μακριά, και άφησε τη μουσική να τον οδηγήσει ως τον προορισμό του. Ε και μετά από λίγο ήταν εκεί.
Σήκωσε το γυαλί του ηλίου και προσπάθησε, χορεύοντας παράλληλα, να εντοπίσει κανάν άνθρωπο μες στα σκοτάδια και τις μουσικές – μουσικάρες όμως, ε; Πρώτα βρήκε τον Κοσνί – χαιρετήθηκαν και τα λοιπά. Έπειτα βρήκε το Νοσμά – το ίδιο. Έπειτα την πλάτη της Μαίρης. Την πλησίασε από πίσω και της έκλεισε με τα χέρια του τα μάτια.
«Που σαι Μαιρούλα μου;» Την γύρισε, την αγκάλιασε και της έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο.
«Άντε ρε μαλάκα Πλάτωνα, που είσαι; Σε περιμένω τόση ώρα!»
«Σόρρυ ρε Μαιρούλα, έπεσα σε κίνηση.»
«Ασ’τις μαλακίες ρε Πλάτωνα, τόσα τηλέφωνα σε πήρα!»
«Έχεις δίκιο ρε συ Μαίρη, σόρρυ, μαλακία μου, δίκιο έχεις. Απλά, να, ήμουνα πριν στου Στέλιου και πίναμε κάτι μπαφίδια κι είχαμε γίνει ζάντες, ε, και ξεχάστηκα. Ε και τον ξέρεις τώρα το μαλάκα το Στέλιο πως είναι, όλη μέρα σπίτι και φούντες και δεν ξεκουνάει. Μια ώρα τον έπρηζα να ρθει απόψε εδώ και τίποτα. Ε και τι να κάνω, να τον αφήσω μόνο του; Δε μου πάει η καρδιά.»
«Καλά…»
«Έλα ρε αγάπη, συγχώρεσε με.»
«Καλά είπα…»
«Τα παιδιά τα ξέρεις; Για ελάτε εδώ, μάγκες. Μαίρη, ο Νίκος κι ο Μάνος, Νίκο, Μάνο, η Μαίρη.»
«Γεια.»
«Γεια.»
«Τι λέει;»
«Καλά, εσύ;»
«Μια χαρά.»
Είπανε λοιπόν δυο κουβέντες η Μαίρη με τα παιδιά, κι έπειτα τα παιδιά πήγανε λίγο παραπέρα να τα σπάσουν με την ησυχία τους. Η Μαίρη γύρισε στον Πλάτωνα.
«Πλάτωνα;» του φώναξε – ε, μες στο πάρτι έπρεπε να φωνάζεις γενικά για ν’ ακούγεσαι., μ’ όλο αυτό το ντάπα ντούπα δηλαδή.
«Έλα.»
«Βρήκες τελικά τίποτα;»
«Σαν τι να βρω;»
«Ε, ξέρεις, για να πιούμε.»
«Ααα, Μαιρούλα, ώστε έτσι, ε; Πάλι για πιώμα είσαι;»
«Πες ρε.»
«Κάτι βρήκα, κάτι ζειπαί.»
«Μουντού;»
«Μπα, κάτι άλλο.»
«Τι;»
«Μάντεψε.»
«Κο;»
«Όχι, άλλο, άλλο.»
«Ε άντε, πες μου!»
«Για δες λίγο τα μάτια μου,» είπε και κόλλησε πάνω στη φάτσα της.
«Δε βλέπω καλά μες στο σκοτάδι ρε Πλάτωνα, πες μου.»
«Παίζουν κάτι πάκιατρι, Μαιρούλα.»
«Τριπάκια;»
«Αχα, ακριβώς. Κι είναι μπόμπα!»
«Έχεις φάει εσύ;»
«Ε τι σου λέω;»
«LSD;»
«A γεια σου.» Η Μαίρη στάθηκε λίγο σιωπηλή να το καλοσκεφτεί. Ο Πλάτωνας χόρευε σα μανιακός. Σε κάποια φάση γυρνάει και τη ρωτά αν τελικά ψήνεται να φάει ένα χαρτάκι.
«Μπα, όχι, άσε καλύτερα… Δεν είμαι σε φάση για ψυχεδέλεια, όχι απόψε.»
«Τι έγινε Μαιρούλα, κωλώσαμε;»
«Απλά δε θέλω απόψε ρε.»
«Καλά μωράκι μου, μη δαγκώνεις, δε σε πιέζω… Πάντως χάνεις.»
«Δεν πειράζει, ας χάνω.»
Έπειτα αφοσιωθήκαν και οι δυο στο χορό, μπλεγμένοι μαζί μ’ ένα σωρό άλλους τύπους και τύπισσες μέσα στην αποπνικτική εκείνη αίθουσα – ρέηβερς, κάγκουρες, χιπχοπάδες, αναρχοφασέοι, διαφόρων ειδών καμμένοι κλπ, και ντουμάνια, ντουμάνια παντού, ντουμάνια να μη μπορείς να πάρεις ανάσα. Η Μαίρη κάθε τόσο έβγαινε λίγο έξω, έκανε κανά τσιγάρο, καμιά βόλτα στην περιοχή, έπαιρνε και καμιά μπυρίτσα να δροσίζει το στόμα της. Ο Πλάτωνας στ’ αρχίδια του όλα, δεν καταλάβαινε τίποτα, τα σπαγε ανελέητα δίχως σταματημό. Είχε γίνει ένα με το μπιτ και με τα κύματα του ήχου της τρανς που δονούσανε το χώρο και ολόκληρο το σύμπαν. Η συνείδηση του ήταν πλέον μια πανανθρώπινη συνείδηση, και ως τέτοια μεταδιδόταν και μέσω της μόνης πανανθρώπινης γλώσσας – αυτή της μουσικής.
Και τελοσπάντων, η ώρα πέρναγε, ο Πλάτωνας χόρευε, τους άλλους τους είχε χάσει, η Μαίρη είχε φύγει με το πρώτο πρωινό, και στο πάρτι είχαν μείνει πλέον καμιά δεκαριά τύποι, πιο καμμένοι κι απ’ τον ίδιο τον Πλάτωνα. Η επήρεια του τριπ είχε αρχίσει να περνά, είχε ακόμα ενέργεια μεν, αλλά το νιώθε πως του βγαινε σιγά σιγά η κούραση, τα πόδια του αρχίζαν κάπως και βαραίναν. Και ντάξει, τα σπαγε όλο το βράδι, χτυπιόταν σα σουπιά, λογικό κι επόμενο ήτανε. Χόρεψε λίγο ακόμα, κι έπειτα βγήκε έξω, στον καθαρό αέρα.
Αμέσως ένιωσε άλλος άνθρωπος. Ένας θεός ξέρει πόσα κυβικά ντουμάνια είχε κατεβάσει στα πνεμόνια του εκεί μέσα όλη τη νύχτα. Πλέον ο ήλιος είχε βγει κι ακούμπαγε απαλά τις αχτίδες του πάνω στην πόλη, κι η πρωινη δροσιά χτυπούσε τον Πλάτωνα στη μούρη και τον αναζωογονούσε. Αυτό ακριβώς χρειαζότανε. Ξαφνικά, ένιωσε το λαιμό του να καίει. Προσπάθησε να καταπιεί το ελάχιστο σάλιο που του χε μείνει, κι ούτε κι αυτό δεν κατέβαινε κάτω. Ήταν ξερός σαν άμμος. Συνειδητοποίησε πως δεν είχε πιεί τίποτα εδώ και ώρες, τίποτα εκτός από μπύρες και τσιγάρα. Δίψαγε. Έψαξε στις τσέπες του και βρήκε ένα δίευρο. Αρκετά για ένα μπουκαλάκι νερό. Έτρεξε ως το κοντινότερο περίπτερο και πήρε ένα, το κατέβασε σχεδόν όλο μονορούφι. Του μέναν αρκετά και για ένα καφεδάκι. Έβγαλε το κινητό του. Τέσσερις αναπάντητες, δυο μηνύματα, κι η ώρα ήταν εφτά και δέκα. Κομπλέ. Προχώρησε προς τον Γρηγόρη για ένα φρέντο.
«ΕΕΕ ΝΙΚΟ!» φώναξε σε κάποια φάση όπως περπάταγε. Ο φίλος του ο Νίκος, που τον είχε χάσει όλο το βράδι, περνούσε όλως τυχαίως από κει. Ο μαλάκας είχε ξεμείνει κι αυτός στο πάρτι – ο Μάνος την είχε κάνει με το πρωινό – και δεν είχε πάρει χαμπάρι ούτε αυτός τον Πλάτωνα, ούτε κι ο Πλάτωνας αυτόν. Ε το μαλάκα, σκέφτηκε. Εντωμεταξύ κι ο Νίκος τρίπιος ήτανε. Στάθηκαν λίγο να βριστούνε που χάσανε ο ένας τον άλλο όλη τη νύχτα, κι έπειτα συμφώνησαν να πάνε μαζί για καφεδάκι.
Ε και τέλοσπαντων, καμιά ώρα αργότερα, όταν η επήρεια του LSD πέρασε τελείως και οι δυο φίλοι είχαν φτάσει στο σημείο που βαρούσαν διάλυση, σκοτώσαν τα τσιγάρα, πετάξαν και τα πλαστικά ποτήρια σ’ έναν κάδο και σπάσανε και την κάναν για τα σπίτια τους. Ο Πλάτωνας ευτυχώς έμενε εκεί κοντά στα Εξάρχεια, οπότε θα ταν στο κρεβάτι του στο τσακ μπαμ. Στο γλυκό του κρεβατάκι…
Κι έφτασε λοιπόν μετά από λίγο στην πολυκατοικία του, πήρε το ασανσέρ, ανέβηκε στον τέταρτο, μπήκε στο διαμέρισμα του και προχώρησε προς την τουαλέτα, να κατουρήσει. Κι όπως κάνει κι ανοίγει την πόρτα ακούγεται από μέσα ένα «ΕΕΕΕΕ!» Ήταν η συγκάτοικος του, η Καίτη. «Σόρρυ,» είπε ο Πλάτωνας και την έκλεισε. Τι σκατά; Τι ώρα ήτανε; Κοίταξε το ρολόι στην κουζίνα. Οχτώμισι. Η καφετιέρα επίσης ήταν γεμάτη μέχρι τη μέση. Γιατί διάολο είχε σηκωθεί τόσο νωρίς σήμερα; Δούλευε; Δεν είχε ρεπό τα σαββατοκύριακα;
H Καίτη που λες ήταν, εκτός από συγκάτοικος, και πολύ καλή φίλη με τον Πλάτωνα. Στο πρώτο έτος είχαν γνωριστεί. Ο Πλάτωνας – επειδή είναι ωραίο γκομενάκι η Καίτη γενικά – είχε πάει να χωθεί κι έφαγε ένα μεγαλοπρεπέστατο Χι, όχι όμως επειδή δεν της άρεσε ή κάτι τέτοιο. Απλά η Καίτη ήταν σκληροπυρηνική λεσβία, τόσο που ούτε έχει πάει, ούτε ενδιαφερόταν να πάει ποτέ με άντρα. Ε κι εντάξει, αφού ξεκαθαρίστηκε αυτό και ο αντρισμός του Πλάτωνα δεν πλήχθηκε, γίνανε φιλαράκια. Κι ευτυχώς δηλαδή, γιατί αν δεν υπήρχε η Καίτη ο Πλάτωνας θα ήταν, λογικά, άστεγος, αφού οι γονείς του τον είχαν διώξει από το σπίτι πριν δυο χρόνια και κανένας φίλος του δε δεχότανε να τον φιλοξενήσει τσάμπα σπίτι του για περισσότερο από μήνα. Και φυσικά δουλειά δεν υπήρχε περίπτωση να βρει – δεν έψαχνε καν. Μόνο που και που, αν καθότανε η φάση, έσπρωχνε κανα ντρόγκι. Καμιά φούντα, κανα μουντού, κανα λουσουδού, καμιά κο, ό,τι έπεφτε στα χέρια του τελοσπάντων. Κι αυτά που έβγαζε βέβαια απ’ αυτή τη μπίζνα ίσα ίσα φτάνανε για να καλύψουν τα έξοδα του – δηλαδή καπνούς, πιοτά, καφέδες και σουβλάκια. Η Καίτη λοιπόν τον είχε σώσει κυριολεκτικά που τον άφηνε να μένει σπίτι της στο τσάμπα.
Φυσικά, τον τελευταίο καιρό δε βλέπονταν σχεδόν ποτέ οι δυο τους, αφού η Καίτη δούλευε μέχρι το βράδι, σερβιτόρα σ’ ένα καφέ στα βόρεια, κι ο Πλάτωνας τα βράδια δεν έμενε ποτέ στο σπίτι. Ε και τα σαββατοκύριακα που είχε ρεπό, και πάλι σπάνια αράζανε μαζί – δεν είχανε και πολλές κοινές παρέες.
Τελοσπάντων, η πόρτα της τουαλέτας άνοιξε κι ο Πλάτωνας πήγε προς τα κει. Τα μάτια του ήταν κατακόκκινα και γεμάτα μαύρους κύκλους και κούραση. Η Καίτη τα κοίταξε με μια μικρή δόση απέχθειας, τόσο μικρή όμως που κανείς δε θα μπορούσε να την αναγνωρίσει.
«Επ,» έκανε ο συγκάτοικος της προτού συρθεί μέχρι τη χέστρα. «Πώς και τόσο νωρίς;»
«Δουλεύω,» απάντησε κοφτά η Καίτη, προχωρώντας προς την κουζίνα και την καφετιέρα της.
«Σαββατιάτικα;»
«Παρασκευή είναι.»
«Α ναι. Ε άντε, καληνύχτα.»
«Καλημέρα…»
«Ναι, ναι…» Κι έκλεισε την πόρτα πίσω του κι άφησε το κάτουρο να κυλήσει στην παλιά λεκάνη.
Η Καίτη γέμισε μια κούπα με καφέ, έριξε μια κουταλιά ζάχαρη, ανακάτεψε, ήπιε μια γουλιά, έβγαλε κι άναψε ένα τσιγάρο. Μισάνοιξε το παράθυρο και κάθισε στο τραπεζάκι. Νύσταζε ακόμα – χθες έβλεπε σειρές στο πισί της μέχρι αργά και με το ζόρι θα χε κοιμηθεί κανά τετράωρο. Κοίταξε το ρολόι. Εννιά παρά τέταρτο. Είχε ακόμα πάνω κάτω ένα μισάωρο. Ήπιε την πρώτη κούπα τσάκα τσάκα και γέμισε τη δεύτερη. Το μυαλό της άρχιζε να παίρνει μπρος. Θεέ μου πως βαριότανε σήμερα. Καμία όρεξη δεν είχε να τρέχει στου διαόλου τη μάνα να σερβίρει καφέδες και μπύρες σε ποιος ξέρει τι μαλάκες μέχρι το βράδι. Αλλά η δουλειά είναι δουλειά, και μέσα της το ξερε πως έπρεπε να είναι και ευγνώμων που την είχε βρει. Εξάλλου και η πληρωμή καλή ήτανε, και τα ωράρια παλέψιμα, και το αφεντικό της σχετικά κομπλέ άνθρωπος. Εντάξει, καλά ήταν. Δεν είχε λόγο να παραπονιέται. Άναψε ένα ακόμα τσιγάρο. Γέμισε και μια τρίτη κούπα. Δέκα λεπτά ακόμα. Κοίταξε την Αθήνα που απλωνόταν έξω απ’ το παράθυρό της. Ήταν πιο γκρίζα απ’ ότι συνήθως, γιατί ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος. Ίσως και να βρεχε πιο μετά. Ίσως και να χε αρχίσει να ψιχαλίζει ήδη. Δε μπορούσε να πει με σιγουριά μέσα απ’ το γυαλί. Ένα τελευταίο τσιγάρο παρέα στις τελευταίες γουλιές καφέ. Έπειτα σηκώθηκε, φόρεσε το παλτό και τα παπούτσια της, άνοιξε την πόρτα κι έφυγε.
Το λεωφορείο ήταν εκεί στην ώρα του, κι η Καίτη επίσης. Έφτασε στην καφετέρια λίγο πριν τις δέκα κι έπιασε ένα βετέξ να καθαρίσει τα τραπέζια. Έπειτα σκούπισε και σφουγγάρισε το πάτωμα. Κανά μισάωρο αργότερο, κι ενώ είχαν καθίσει και οι πρώτοι πελάτες, έσκασε το αφεντικό. Πήγε χαμογελαστός να της πιάσει την κουβέντα, μα η Καίτη δεν είχε όρεξη. Απάντησε μονολεκτικά στις ερωτήσεις του και τον άφησε για να κάνει μια βόλτα στα δυο τραπέζια που χαν κόσμο, να ρωτήσει αν θέλουν τίποτε άλλο. Ήταν σαφές πως το αφεντικό της της την έπεφτε, παρόλο που το γνώριζε ότι ήτανε λεσβία. Μα εντάξει, τουλάχιστον ήταν ευγενικός…
Ανθρώποι έρχονταν, πίναν τους καφέδες τους και έφευγαν. Με κανέναν δεν έπιανε κουβέντα, κανέναν δε γνώριζε, κανέναν δε θα μάθαινε ποτέ της. Εξάλλου και όσοι είχανε όρεξη και κάνανε να της μιλήσουν το κάνανε μόνο και μόνο επειδή τους άρεσε σα γκομενάκι. Δεν προσπαθούσαν να το κρύψουνε. Γι’ αυτό και απλά σέρβιρε και δε μιλούσε σε κανέναν.
Το απογεματάκι, κατά τις πέντε, έσκασε κι ο Μάικ, μαζί μ’ ένα φίλο του. Καθίσαν σ’ ένα τραπεζάκι κοντά στην έξοδο και βγάλανε να στρίψουν δυο τσιγάρα. Η Καίτη τους πλησίασε και τους ρώτησε τι θέλουν να πάρουν.
«Έναν ελληνικό, διπλό, σκέτο για μένα,» είπε ο Μάικ.
«Κι έναν φρέντο εσπρέσσο μέτριο,» είπε ο φίλος του.
Η Καίτη πήγε στη μπάρα κι έβαλε τους καφέδες, ο Μάικ, επηρεασμένος απ’ το άνιμε που χε αρχίσει να βλέπει το προηγούμενο βράδι, βάλθηκε να εξηγήσει στο φίλο του γιατί οι Γιαπωνέζοι πολεμίστες ήταν ανώτεροι από τους Κινέζους.
«Δεν είναι μόνο η κάστα των Σαμουράι φίλε, είναι ότι γενικότερα οι Γιαπωνέζοι είναι πιο πειθαρχημένοι σα λαός κι έχουν πολεμική παιδεία. Δηλαδή ας πούμε οι καμικάζι στον Β’ παγκόσμιο – αυτοί οι τύποι θυσίαζαν κυριολεκτικά τη ζωή τους για την Ιαπωνία και τον Αυτοκράτορα τους.»
«Και τι, καλό είναι αυτό;»
«Όχι, δε λέω αυτό, λέω ότι είναι λαός πειθαρχημένος και μαθημένος στον πόλεμο. Σαν τους Σπαρτιάτες που γνωρίζοντας ότι θα σκοτωθούν όλοι στις Θερμοπύλες μείνανε και πολεμήσανε. Το ίδιο είναι. Κι αυτό, το γεγονός ότι είναι διατεθειμένοι να χάσουν τη ζωή τους ανά πάσα στιγμή αν τους ζητηθεί, σημαίνει ότι είναι καλοί πολεμιστές. Αυτό λέω. Ενώ οι Κινέζοι δεν το έχουν αυτό στην κουλτούρα τους.»
Ο φίλος του φαινόταν να χει χάσει το ενδιαφέρον του για το αντικείμενο της κουβέντας, κι αυτή διακόπηκε μια και καλή όταν ήρθε η σερβιτόρα και τους άφησε τους καφέδες. Έπειτα από κάμποσα λεπτά σιωπής, ο φίλος γύρισε και ρώτησε τον Μάικ για το νταραβέρι που χε κανονίσει.
«Ε σου πα ρε μαλάκα, στις εφτά μου είπε. Πίνουμε τους καφέδες και φεύγουμε.”
«Εξάρχεια, ε;»
«Ναι.»
«Και πως τον είπες τον τύπο;»
«Την άκρη;»
«Ναι.»
«Δεν ξέρω ρε, δε θυμάμαι. Σου πα δεν έχω ξαναπάρει απ’ αυτόν. Αλλά μου τον πρότεινε ένας φίλος και μου πε ότι είναι έμπιστος και φέρνει καλό σταφ. Χέηζ. Θα γίνουμε, άραξε.»
«Και δε θυμάσαι το όνομα του ρε μαλάκα;»
«Δεν το ξέρω καν ρε, δε μου το πε ο φίλος μου. Μου πε απλά ότι είναι ένας μαλλιάς με μούσια.»
«Α οκέι ρε, στα Εξάρχεια θα ναι ο μόνος μαλλιάς με μούσια, θα τον βρούμε εύκολα.»
«Σιγά ρε φίλε, λες κι αν ξέραμε το όνομα του θα βγαίναμε και θα το φωνάζαμε με τη ντουντούκα μες στην πλατεία να μας ακούσει.»
«Καλά, τελοσπάντων…»
Και τελοσπάντων η ώρα πέρασε, οι καφέδες τέλειωσαν, το τασάκι γέμισε με γόπες, και κόντευε εξίμιση. Ο Μάικ έκανε νόημα, η Καίτη ήρθε, της δώσαν τα γκαφρά – σε ψιλά και ακριβώς – τους ευχαρίστησε, χαμογέλασαν και σηκώθηκαν να πάρουν το μετρό να πάνε κέντρο.
Φτάσανε Εξάρχεια, ο Μάικ εντόπισε εύκολα τον τύπο – καθόταν μοναχός του σε μια άκρη στο πεζούλι και φορούσε γυαλιά ηλίου μες στο βράδι – και έκανε στο φίλο του να του δώσει το χρήμα και να τον περιμένει. Προχώρησε προς τον τύπο. Ο Πλάτωνας σηκώθηκε και χαμογέλασε.
«Γεια χαρά,» του πε ο Μάικ.
«Που σαι μαν;» απάντησε ο Πλάτωνας και του δωσε το χέρι του. Η χειραψία βέβαια αυτή ήταν απλά καμουφλαρισμένο ντιλ, αφού ουσιαστικά την έκανε για να του δώσει το σακούλι με τα δυο τζι. Ο Μάικ το κοίταξε λίγο στα κλεφτά και το χωσε στην τσέπη του.
«Είναι πολύ σωστό χεηζάκι μαν μου, θα το δεις, αξίζει.»
«Κομπλέ, σε πιστεύω. Τριάντα ε;»
«Τριάντα, ναι.»
Έβγαλε τα λεφτά από την άλλη τσέπη και του τα δωσε. Ο Πλάτωνας τα μέτρησε στα γρήγορα και τα χωσε στη μπανάνα του. Χαιρετήθηκαν κι ο Μάικ την έκανε.
Έπειτα ο Πλάτωνας έβγαλε το κινητό του και πήρε ένα τηλέφωνο.
«Που είσαι ρε μαλάκα;»
«Έρχομαι ρε,» ακούστηκε η φωνή απ’ το ακουστικό, «σε πέντε λεπτά είμαι εκεί.»
«Ε άντε.»
Κι όντως, σύντομα έσκασε μύτη ο Χρήστος, κρατώντας δυο βεργίνες στο χέρι. Άραξε δίπλα στον Πλάτωνα και του δωσε τη μία. Εκείνος την άνοιξε με τον αναπτήρα του. Τσουγκρίσανε και κατεβάσανε από δυο γουλιές.
«Και τι λέει ρε μαν; Καιρό έχω να σε δω,» έκανε τότε ο Πλάτωνας.
«Ναι, όντως… Ε τι να λέει ρε; Τα ίδια.»
«Σαπίλα;»
«Σαπίλα μόνο.»
«Γιατί έτσι ρε Χρηστάκο;»
«Ε ντάξει ρε, τι να σου πω; Τα κλασσικά. Γιατί δεν παίζει δουλειά, δεν παίζουν φράγκα, γενικά δεν παίζουν και πολλά.»
«Κανά γκομενάκι;»
«Ε αυτό ίσως…»
«Ωπ! Ε άντε πες ρε μαλάκα.»
«Τίποτα ρε, απλά κανόνισα με μια τύπισσα να πάμε για καμιά μπύρα πιο μετά. Θα δούμε, δεν ξέρω.»
«Για κάτσε ρε, τι έννοεις πιο μετά;»
«Ε σε κανά δίωρο.»
«Τι; Τι λες ρε μαλάκα; Έχουμε ν’ αράξουμε τόσο καιρό κι απόψε που βρισκόμαστε μου λες ότι θα φύγεις σε δυο ώρες να βγεις με γκόμενα;»
«Εντάξει ρε μαλάκα, μην κάνεις έτσι, σιγά, τι να κάνω; Αφού σήμερα μπορούσε.»
«Καλά ρε Χρηστάκο, δεν ξηγίεσαι σωστά αλλά χαλάλι σου. Για πες, καλό;»
«Καλό είναι, ναι.»
«Ποιά είναι ρε; Την ξέρω;»
«Μπα, δεν παίζει. Μια κοπέλα από την περιοχή μου κοντά, βόρεια. Τη γνώρισα τελοσπάντων πριν μερικές μέρες σ’ ένα στέκι εκεί, ε κι είπαμε να βγούμε.»
«Ε άντε, άντε να χωθείς κι εσύ σε κανά μουνάκι μπας και ξεμιζεριάσεις λίγο.»
«Ναι, άντε να δούμε.»
«Κανά καπνό έχεις;»
«Έχω ρε, να, στρίψε.»
Ε και με τα πολλά, τρεις μπύρες και κάμποσες τράκες αργότερα, ήρθε και η ώρα του του Χρήστου. Αποχαιρέτησε τον Πλάτωνα, αφού πρώτα δώσανε ραντεβού για την επόμενη βδομάδα στο ίδιο μέρος, κι έφυγε για το μπαρ που θα συναντιόταν με την κοπελιά.
Έφτασε και δεν την εντόπισε πουθενά στο μαγαζί. Είχανε πει στις δέκα, κι ήταν ήδη δέκα και εφτά. Εντάξει, θα περίμενε λίγο, θα πινε καμιά μπύρα, κι αν δεν ερχόταν σε κανά τέταρτο θα της τηλεφωνούσε. Πήρε μια μικρή, φτηνή ντράφτ, πλήρωσε επί τόπου κι άραξε σ’ ένα γωνιακό τραπεζάκι. Μην τα πολυλογώ, μετά από λίγο έσκασε και η Μαίρη στο μπαρ. Κι ήταν τόσο απλή κι υπέροχη. Φορούσε ένα στενό τζιν κι ένα μαύρο ζιβάγκο κάτω απ’ το παλτό της, και το λεπτό της σώμα σχηματιζότανε πανέμορφο μέσα από τα ρούχα, και τα καστανά της μακριά μαλλιά πέφτανε ατημέλητα στις πλάτες της και τα καφετιά της μάτια παίρναν μια απόχρωση μελί, σχεδόν πράσινη, κάτω από τα φώτα. Προχώρησε και κάθισε στο τραπέζι, απέναντι στο Χρήστο.
«Γεια, συγγνώμη που άργησα, περιμένεις ώρα;»
«Όχι μωρέ, πριν λίγο ήρθα.»
«Α…»
«Τι κάνεις;»
«Καλά, εσύ;»
«Καλά κι εγώ.»
«Κάτσε να πάω να πάρω μια μπύρα. Θες;»
«Άσε, πάω εγώ, να πάρω μια και για μένα.»
«Οκέι.»
Ο Χρήστος σηκώθηκε και πήγε στη μπάρα. Ένιωθε, και φαινόταν, αγχωμένος. Είχε τόσο καιρό να βγει με γυναίκα που δε θυμότανε τι έπρεπε να πει, πως να φερθεί, τι να κάνει. Παρήγγειλε τις μπύρες. Ηρεμία. Δεν υπήρχε λόγος να το πολυσκέφτεται και να το περιπλέκει το θέμα. Απλό ήταν. Θα του βγαινε φυσικά. Γκόου γουίθ δε φλόου. Πήρε τις μπύρες, πλήρωσε και γύρισε στο τραπέζι χαμογελαστός. Έπειτα έβγαλε κι έστριψε ένα τσιγάρο, η Μαίρη έκανε το ίδιο. Για κάμποση ώρα το μόνο που ακουγόταν ήταν η μουσική και η βαβούρα απ’ τους άλλους θαμώνες που φωνάζαν και γελούσανε. Έπειτα η Μαίρη κάτι είπε, μα ο Χρήστος δεν άκουσε τι. Έσκυψε κοντά της. Και πάλι δεν κατάλαβε τι του πε. Χαμογέλασε αμήχανα. Γιατί ρε γαμώτο είχανε έρθει σε τέτοιο μέρος, με τόση βαβούρα, που δε μπορούσε να ακούσει ούτε τη σκέψη του; Χάθηκαν οι πλατείες, οι πεζόδρομοι, τα καφέ, τα σινεμά – ειδικά τα σινεμά, που δε χρειαζόταν καν να μιλήσουνε καθόλου. Θα μου πεις, είχε λεφτά για σινεμά; Όχι. Είχε όμως για μπύρες και μπαρς; Ούτε, αλλά και πάλι εκεί ήταν και ξόδευε τα τελευταία του.
Η Μαίρη σκέφτηκε πως έπεσε σε μαλάκα, κι έβγαλε καπάκι να στρίψει ένα τσιγάρο. Έπειτα έβγαλε και το κινητό της και χάζεψε.
«Και για πες.» ρώτησε, όσο πιο δυνατά μπορούσε, σε κάποια φάση ο Χρήστος.
«Τι να πω;» έκανε η Μαίρη.
«Ε, ξέρεις… Σπουδάζεις;»
«Σπουδάζω, ναι. Στο ΦΠΨ.»
«Τι;»
«ΣΠΟΥΔΑΖΩ ΛΕΩ!» Κουφός ήταν ο άνθρωπος, δεν παίζει κάτι άλλο.
«Α! Που;»
Και τελοσπάντων, η συζήτηση συνεχίστηκε έτσι, αμήχανη και άβολη και με πολλές επαναλήψεις, για κάμποση ώρα. Μέχρι που ο Χρήστος σηκώθηκε να πάει να κατουρήσει. Όταν γύρισε, η Μαίρη δεν ήταν εκεί. Στο τραπέζι βρίσκονταν τρία ευρώ σε ψιλά. Έχεις βρεθεί ποτέ σε τέτοια θέση, φίλε; Μπορείς να καταλάβεις πώς ένιωσε ο Χρήστος, φίλε; Σαν ένα κομμάτι σκατά ένιωσε. Σαν κουράδα σκύλου στο πεζοδρόμιο. Αλλά, η αλήθεια είναι, η Μαίρη δεν είχε φύγει επειδή είχε ξενερώσει τόσο πολύ μαζί του. Ήταν άλλος ο λόγος. Πιο τίμιος.
Περπάτησε βιαστικά και σε μερικά λεπτά ήτανε στον Ευαγγελισμό. Στο νοσοκομείο εννοώ, όχι στο σταθμό του μετρό. Μπήκε μέσα κι έτρεξε στα επείγοντα. Βρήκε τους γονείς της καθισμένους σε μια γωνία. Η μάνα της έκλαιγε, ο πατέρας της κοιτούσε το πάτωμα ανέκφραστος. Προχώρησε ταραγμένη προς το μέρος τους. Η μάνα της την είδε και σηκώθηκε να την αγκαλιάσει όσο πιο σφιχτά μπορούσε.
«Τι έγινε; Πώς είναι;» ρώτησε η Μαίρη. Για λίγο το μόνο που ακούστηκε ήταν οι λυγμοί της μάνας. Έπειτα ο πατέρας της.
«Μαίρη, τον χάσαμε…» Σιωπή.
«Τι;» Τα μάτια της αρχίσαν να βουρκώνουν.
«Ο Πέτρος πέθανε.»
Έτρεξε στην κοντινότερη αίθουσα κι έσπρωξε την πόρτα. Δεν ήταν εκεί. Έπειτα πήγε στην παραδίπλα. Ούτε εκεί.
«Που είναι; Που τον έχουν;» φώναξε.
«Τον πήρανε,» είπε ο πατέρας, κομπιάζοντας. «Πριν λίγο… Τελείωσε, Μαίρη. Πέθανε…» Η Μαίρη έπεσε δίπλα στη μητέρα της και την αγκάλιασε, πιο σφιχτά τώρα. Βάλανε τα κλάματα κι οι δυο. Έπειτα κι ο πατέρας το ίδιο, δεν άντεξε.
Υπερβολική δόση. Όχι, ψέμματα. Απλά κακό στάφ. Νοθευμένο. Η δόση ήταν η ίδια. Απλά η πρέζα είχε κοπεί με χίλιες δυο μαλακίες μέσα. Ποιος ξέρει τι. Δεν είχε σημασία. Το μόνο που χε σημασία ήταν ο Πέτρος. Ο Πέτρος που ταν πια νεκρός. Ο Πέτρος που δε θα πινε ποτέ ξανά ηρωίνη, που δε θα βλεπε ποτέ ξανά τη μάνα του, τον πατέρα του, την αδερφή του, τους φίλους του. Ο Πέτρος που δε θα τον ξανάβλεπε ποτέ κανείς. Ο Πέτρος που σε λίγες μέρες θα θαβότανε κάτω από το χώμα. Τόσο απλά. Κι όλα τελείωσαν εκεί.
Για τον Πέτρο. Τον Πέτρο που η παρέα του τον φώναζε “Χάλια,” γιατί αυτό ήτανε. Ο Πέτρος ο Χάλιας. Και γι’ αυτόν τελείωσαν όλα. Γι’ αυτόν και μόνο.
Σε λίγο θα ξημέρωνε Σάββατο. Η ζωή στην Αθήνα συνεχίστηκε κανονικά. Σα να μην άλλαξε τίποτα. Και όντως. Δεν άλλαξε και τίποτα…

Η κοπέλα, η αφίσα, το χάος (Οδυσσέας Διαμάντης)

Η θεία μου η Ελένη ήταν και είναι ένας ιδιαίτερα καλός και ευγενικός τύπος ανθρώπου. Ποτέ δεν θα φωνάξει ή θα τσακωθεί με κάποιον άλλον άνθρωπο, παρά θα επιδιώξει να σταματήσει την κουβέντα. Αν, πάλι, το κακό έχει συμβεί, τότε θα φροντίσει ως πνεύμα πρακτικό που είναι, να επωφεληθεί της καταστάσεως ή έστω να μην προκληθεί περαιτέρω ζημία σωματική, οικονομική, συναισθηματική, ηθική σε καμία πλευρά. Τούτο, σημαίνει ότι η εκδίκηση και τα αντίποινα ξενίζουν ως ιδέες την θεία μου. Ίσως να αποτελεί ένδειξη υγιούς ανατροφής μια τέτοια στάση ζωής. Όμως, οι καιροί είναι σκληροί και οι άνθρωποι τα αγριότερα των θηρίων. Σε πιο παλιές εποχές όμως, μια τέτοια στάση είχε το νόημά της. Μια τέτοια εποχή ήταν και αυτή της πρώτης κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ το 1981-1985. Τότε οι άνθρωποι αναζητούσαν πολύ πιο απλές χαρές από ό,τι σήμερα: ήθελαν λίγο κρασί, λίγο ήλιο, λίγη θάλασσα και κοινοβουλευτικό δρόμο για τον σοσιαλισμό, νοούμενο ως ταυτόσημο με την διόγκωση των κομματικών στρατών και του –πάντα ταξικού- κράτους. Πόσο πιο απλά και όμορφα μπορούσαν να είναι τα πράγματα; Καμία αγωνία, κανένα Χρηματιστήριο, ούτε μεγάλα έργα και τέταρτος δρόμος για τον σοσιαλισμό και κρίση: ήτο μια εποχή για αρχόντους…

Η θεία Ελένη είχε μεγαλώσει στην Καρδίτσα. Τα παιδικά της χρόνια μύριζαν τυρί, γάλα από την φάρμα όπου δούλευαν οι γονιοί της και κοπριά. Το 1977, ενώ η Ελένη ήταν ακόμη στην δευτέρα τάξη του γυμνασίου, μετακόμισε με τους γονείς της στην Αθήνα, κοντά στην Πλατεία Κύπρου στην Καλλιθέα, στην οδό Κρέμου, αριθμός 99. Οι γονείς της είχαν πέσει έξω με τις δουλειές στα χωράφια και επειδή ως πρώην πολιτικοί εξόριστοι δεν είχαν καλά προηγούμενα με αρκετούς από τους γνωστούς τους σε εκείνα τα μέρη, αποφάσισαν ότι έπρεπε να πάνε στο κλεινόν άστυ. Μέσα σε αυτά τα τέσσερα χρόνια μέχρι το 1981 προσπάθησαν πολύ σκληρά για να ορθοποδήσουν ως οικογένεια. Αλλά, τελικά τα κατάφεραν. Ο κυρ Θωμάς δούλευε σερβιτόρος σε μια καφετέρια στην Ομόνοια, όπου έπρεπε να ανεβοκατεβαίνει τους ορόφους των γύρω πολυκατοικιών σαν σίφουνας για τις παραγγελίες, ενώ η κυρά Φρόσω έκανε την μοδίστρα για να βοηθάει όσο μπορούσε. Στα 1981 η ζωή τους άλλαξε: από δύο ταλαίπωροι μεροκαματιάρηδες, στιγματισμένοι από τους δεξιούς ότι είχαν περάσει από την Μακρόνησο και τους άλλους τόπους μαρτυρικής εξορίας παντός αριστερού και κομμουνιστή, οι γονείς της θείας μου μπόρεσαν και έστησαν μια δική τους βιοτεχνία ρούχων. Η κυρά Φρόσω είχε αναλάβει να βοηθάει τον άνδρα της στα ραψίματα, τα μπαλώματα και στην ύφανση πουκαμίσων και φανελών στο χέρι, ενώ παράλληλα κρατούσε και τα φορολογικά βιβλία της επιχείρησης, απόφοιτος ούσα της Ανωτάτης Εμπορικής Σχολής.

Ήταν η περίοδος που κανένας κόπος, καμία αφισοκόλληση, καμία στάλα ιδρώτα δεν πήγαινε στράφι για τους υποστηρικτές, τους οπαδούς, τους εραστές της μεγάλης σοσιαλιστικής παράταξης. Ο Ήλιος ανέτελλε πράσινος και τούτο σήμαινε πάρα πολλά, όπως έλεγε μια ταινία της δεκαετίας του 1980. Ακόμη και οι μη ψηφοφόροι, βολεύονταν από σπόντα. Η σύνταξη Εθνικής Αντίστασης, ήταν μια ωφέλεια την οποία χαίρονταν όλοι οι πρώην εξόριστοι –και ορισμένοι μη εξόριστοι που περνούσαν να παίρνουν την σύνταξη από την τράπεζα, βεβαίως- καθότι οι σοσιαλιστές αγωνιστές της εποχής χαρακτηρίζονταν κυρίως από άμιλλα, ανθρωπιά και ανυστεροβουλία και ας ψήφιζαν ΚΚΕ και όχι το παλαιό, καλό, γλυκό, παπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ. Στα 45 του χρόνια ο κυρ Θωμάς μπόρεσε να βγάλει δίπλωμα αυτοκινήτου για να παίρνει τις παραγγελίες: πιο πριν η επάρατος Δεξιά δεν του επέτρεπε να έχει δίπλωμα, λόγω «φακέλου κοινωνικών φρονημάτων». Στα 1981, η Ελένη μπήκε στο Πανεπιστήμιο, στο Χημικό Τμήμα. Τότε έκλειναν οι βιομηχανίες, αλλά ήξερε ότι το πιο πιθανό ήταν να γίνει καθηγήτρια σε κάποιο γυμνάσιο ή λύκειο. Αγαπούσε το αντικείμενο της, αλλά ήθελε να ζήσει: και αυτό σήμαινε ότι και τις βόλτες της έκανε, που της είχε στερηθεί λόγω του κάπως αυταρχικού τρόπου και της πεισματικής εμμονής και ιδιοτροπίας του πατέρα της σε ηθικά ζητήματα, και το χαρτζιλίκι της μόνη το έβγαζε και για κάποια πράγματα που κάνουν τα κορίτσια όταν ξενυχτάνε δεν έλεγε ποτέ στους γονιούς της. Ήταν σε όλα της τύπος και υπογραμμός η θεία μου η Ελένη. Μέχρι που πήρε εκείνον τον λιμοκοντόρο τον δεξιό το σπουδαγμένο στο Αμέρικα με τα λεφτά του μπαμπά, την αστική λινάτσα και έφυγε για το Μονμπλάνς στην Ελβετία με όσα πρόλαβαν και άρπαξαν από τις μετοχικές φούσκες στο Χρηματιστήριο. Ακόμη και τώρα, εν καιρώ κρίσεως και απουσίας της μεγάλης σοσιαλιστικής παράταξης της ουσιαστικής αλλαγής και της προόδου αυτού του έρμου τόπου, χαίρονται τα εγκληματικά λεφτά του χρηματιστηριακού χάους.

Τότε όμως ήταν άλλα χρόνια, αγνά και όμορφα! Η θεία Ελένη, το «Λενιώ» όπως την έλεγε ο πατέρας της, έκανε κατά καιρούς διάφορες δουλειές. Είχε περάσει από ταμίας σε φούρνο, είχε μοιράσει φυλλάδια διαφημιστικά σε σταθμούς του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου, είχε περάσει ως σερβιτόρος σε καφετέρια και, σποραδικά, πήγαινε και σε κάστινγκ για κομπάρσος σε διαφημιστικά. Τα κάστινγκ δεν ήταν σίγουρη πηγή εισοδήματος τότε, πόσο μάλλον στην σημερινή εποχή. Αλλά, με μία ή δύο ημέρες παρουσίας στα γυρίσματα, μπορούσε να βγάλει τα λεφτά για όλες τις βόλτες και τα έξοδα που μπορούσε να έχει μια φοιτήτρια μέσα σε έναν μήνα: ήταν πολύ σημαντικό για αυτήν να είναι ανεξάρτητη. Ο αρτηριοσκληρωτικός κομμουνιστής πατέρας της την έλεγε «ατομικίστρια» επειδή δεν ήθελε να ασχολείται με την πολιτική, καθώς η ίδια ήθελε να κάνει απλά την ζωή της. Εκείνη δεν έβρισκε λόγο να του απαντήσει. Ήξερε πως όταν μεγαλώνουν οι άνθρωποι δεν μετακινούνται από τις θέσεις τους.

Η θεία Ελένη δεν πτοείτο. Αποφάσιζε μόνη της τι θεωρούσε σημαντικό για αυτήν. Έτσι, μια ανοιξιάτικη μέρα, έχοντας μόλις αφήσει μια δουλειά στο ταμείο ενός συνοικιακού φούρνου, πήρε την εφημερίδα με της αγγελίες δουλειάς. Βρήκε μια που την βρήκε αρκετά συμπαθητική, αν και κάπως αόριστη. Δίνανε καλά λεφτά για φωτογράφηση, σε νέες και νέους μέχρι τριάντα χρονών. Το γραφείο κάστινγκ που είχε αναλάβει την συγκεκριμένη διαφήμιση, της οποίας το περιεχόμενο αγνοούσε η θεία μου, ήταν ένα από τα πιο γνωστά της εποχής. Πήγε, πέρασε, απάντησε σε ερωτήσεις σχετικές με τα χόμπι της και –παραδόξως- αν ασχολούταν με την πολιτική και τα κόμματα. Μίλησε για τις ασχολίες της και τα ενδιαφέροντα της και απάντησε ότι δεν ασχολούταν τόσο με την πολιτική. Ο συνεντευκτής την κοίταξε λίγο σκεφτικός και της είπε ότι δεν πειράζει και όλα είναι εντάξει. Έδωσε το σταθερό του σπιτιού της και τα στοιχεία της σε ένα έντυπο που της χορηγήθηκε μετά την συνέντευξη και έφυγε. Την επομένη κιόλας μέρα την πήραν τηλέφωνο και της ανακοίνωσαν ότι τους ταίριαζε με βάση τα όσα είπε στην συνέντευξη και την συνολική της παρουσία. Της είπαν ότι τα γυρίσματα δεν θα διαρκέσουν και πολύ, ήταν πολύ συγκεκριμένες οι λήψεις που θα γίνονταν. Εκείνη χάρηκε που θα έβγαζε καλά λεφτά με λίγο κόπο και έκλεισε το τηλέφωνο. Την επομένη, ξεκίνησε για την διεύθυνση που της είχαν ορίσει, κάπου κοντά στο Πανεπιστήμιο.

Έφτασε στην ορισμένη διεύθυνση ελαφρώς ιδρωμένη, αλλά ευδιάθετη και κομψή. Ένας νεαρός, γύρω στα είκοσι, με γενάκι δέκα ημερών και μαλλί βαμμένο έτσι που θύμιζε τον Τζωρτζ τον Μάικλ αλλά σε ετεροφυλοφιλική εκδοχή, της χαμογέλασε γλυκά και την ρώτησε αν είχε έρθει και αυτή για τα γυρίσματα. Εκείνη του απάντησε θετικά και αυτός πέταξε το τσιγάρο που κάπνιζε εκείνη την ώρα και μπήκαν μαζί. Ο νέος- αφού συστήθηκε ως Λάμπης- πήγε μαζί της μέσα. Πέρασαν τον στενό διάδρομο και ένας τύπος με πράσινο ελεκτρίκ πουκάμισο του υπέδειξε την πόρτα στο βάθος του διαδρόμου δεξιά, «ποτέ την αριστερή», όπως είπε. Έστριψαν δεξιά, έχοντας ανταλλάξει πολλά λάγνα βλέμματα, και μπήκαν. Είδαν πολλούς νέους ανθρώπους, κοντά εικοσιπέντε άτομα, άντρες γυναίκες, ο καθένας ντυμένος όπως του είχε έρθει να ντυθεί. Δεν υπήρχε κανένας ενδυματολογικός κώδικας μεταξύ όλων όσων παρευρίσκονταν για τα γυρίσματα. Άλλος είχε ανοιχτό πουκάμισο με σταυρό στο στήθος και μουστάκι, άλλος ξυρισμένος κόντρα με μαλλί χτενισμένο πίσω έτσι που να έχει έναν όγκο μπροστά, κοπέλες με μίνι και έντονο βάψιμο στα χείλη, άλλες με παντελόνια καμπάνα και μεγάλα σκουλαρίκια στα αυτιά και κάπου μια πανκ γκόμενα και ένας ροκάς με μούσια και μπότες.

Ο Λάμπης είπε στην τότε νέα και όμορφη θεία Ελένη να πιάσουν την κουβέντα μέχρι να ξεκινήσει το γύρισμα για να περάσει η ώρα. Γνώρισαν την Ρίτα, μια φοιτήτρια της Νομικής, η οποία είχε έρθει από επαρχία να σπουδάσει. Πριν το 1981 και τις ευρωπαϊκές επιδοτήσεις, η Ρίτα δεν θα είχε ξεκολλήσει ποτέ από την στάνη του πατέρα της. Τώρα, ο πατέρας της είχε πάρει επιδοτήσεις με το τσουβάλι για να βελτιώσει την κτηνοτροφική του μονάδα και να φέρει καλό εξοπλισμό, αλλά εννοείται ότι σαν πνεύμα ανυπότακτο και επαναστατημένο δίχως αιτία προτίμησε να τα κάνει εξοχικό στην θάλασσα και να στείλει την κόρη για σπουδές. Γνώρισαν τον Γιάννη, ένα παιδί μάλαμα, ο οποίος δούλευε σερβιτόρος κυρίως, είχε πάει και στρατό στα 18 και τώρα ήταν σε μια επαγγελματική σχολή ειδικευόμενος υδραυλικός. Είχε πολύ πικάντικό χιούμορ και πείραζε την πανκ κοπέλα με τα βαμμένα πράσινα μαλλιά και τα γαλάζια μάτια όπου παραδόξως μπορούσες να χαθείς μέσα τους. O σκηνοθέτης ήταν ένας φαλακρός με φαρδιά κοιλιά και πούρο στο στόμα. Όλο μουρμούραγε, θα έλεγε κανείς ότι βρίσκεται σε κάποιο παραλήρημα αν δεν είχε και ανθρώπους από το επιτελείο να απαντούν στα ακατανόητα μουρμουρητά του. Ο σκηνοθέτης ζήτησε από όλους να ησυχάσουν για να πάρει τον λόγο. Είπε πως σήμερα είναι μια σημαντική μέρα και όλοι κοιτάχτηκαν περίεργα καθώς δεν καταλάβαιναν τι εννοούσε. Η νέα γενιά είναι που ανοίγει τους δρόμους για το αύριο και τα νιάτα έχουν ψυχή, έχουν μπέσα, έχουν όνειρα, έχουν καύλα και αλητεία και φιλοσοφία, όρεξη για τέχνη, καυγάδες, μπελάδες και παιδικά αστεία, έλεγε ο σκηνοθέτης. Πάλι, όλοι έμοιαζαν να μην καταλαβαίνουν.

Ζητήθηκε από τους παρευρισκόμενους κομπάρσους να κρατάνε άλλοι ο ένας το χέρι κάποιας από τις κοπέλες, άλλοι να κοιτούν αριστερά σαν να δείχνουν κάτι, άλλοι να κοιτούν σκεφτικοί δεξιά, άλλοι κι άλλες να αγκαλιάζονται και άλλοι πάλι να γελάνε ή να κοιτούν σοβαροί μπροστά στον φακό. Κανείς δεν ήξερε ποια ήταν η βασική ιδέα της φωτογράφησης. Η θεία Ελένη κι ο Λάμπης είχαν ρωτήσει τον φωτογράφο τι συμβαίνει. Εκείνος τους ρώτησε αν τους ενοχλούσε κάτι ή αν δεν τους άρεσε το ποσό που θα πληρώνονταν. Εκείνοι του απάντησαν ότι δεν τους ενοχλούσε κάτι· απλά ήθελαν να ξέρουν τι σκατά θα γινόταν με αυτές τις φωτογραφίες. Ο φωτογράφος δεν απάντησε. Τους κοίταξε με ένα μυστήριο βλέμμα και τους είπε ότι καλό είναι να μην ρωτούν, αφού θα πληρώνονταν καλά και πώς η περιέργεια έφαγε την γάτα. Ο φωτογράφος πετάχτηκε για λίγο, αφήνοντας το τσούρμο να τον περιμένει για λίγο. Είπε ότι ήθελε να πάει στην τουαλέτα του προσωπικού, η οποία βρισκόταν στην αριστερή πόρτα του διαδρόμου, η οποία ήταν αποκλειστικά και μόνο για το προσωπικό. Οι δύο νέοι δεν άντεξαν να μείνουν με την απορία. Σκέφτηκαν ότι αν άνοιγαν την πόρτα λογικά θα βρισκόντουσαν σε τίποτα γραφεία ή κάτι παρόμοιο, θα έβρισκαν κάποιον άνθρωπο να τους πει τι συμβαίνει και όχι να τους αμολά μυστήριες φράσεις και αινιγματικές ατάκες της κακιάς ώρας βγαλμένες από φθηνιάρικες βιντεοταινίες. Ανέβηκαν τα σκαλιά και βγήκαν πάλι στον διάδρομο. Η απαγορευμένη πόρτα έγραφε «ΜΟΝΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ». «Τι μας λες;» , είπε σκωπτικά ο Λάμπης και συγκατάνευσε η θεία Ελένη.

Ο Λάμπης πιάνει το χερούλι της πόρτας και την ανοίγει. Άπλετο φως. Για λίγα δεύτερα χάνουν την αίσθηση των πραγμάτων γύρω τους. Νιώθουν κάτι γλιστερό να τους ακουμπάει. Η φωτεινότητα επιστρέφει στα κανονικά της επίπεδα και μπορούν να δουν. Ο φωτογράφος στέκεται απέναντι τους με ένα μαύρο χιτώνιο. Ο σκηνοθέτης είναι επίσης εκεί, αλλά φοράει ένα χαβανέζικο πουκάμισο και πράσινα γυαλιά ηλίου. Τους γυροφέρνουν κάτι παράξενα όντα ντυμένα σαν διαστημάνθρωποι που βγάζουν άναρθρες κραυγές. Και οι δύο έχουν κλάσει μέντες. Η θεά Ελένη κοντεύει να χεστεί ενώ ο Λάμπης έχει ήδη κάνει μούσκεμα το βρακί του. Νιώθουν κάτι κολλώδες πάνω τους. Συνειδητοποιούν όταν δύο μεγάλο σαλιγκάρια με πλοκάμια τους κρατάνε ακίνητους και η κολλώδης ουσία είναι το σάλιο που βγαίνει με το τουλούμι από τις βεντούζες στα πλοκάμια τους. Από το ταβάνι ανοίγει μια τρύπα τηλεμεταφοράς και εμφανίζεται ακόμη ένας μαυροφορεμένος, του οποίου το πρόσωπο κρύβεται κάτω από μια μαύρη μάσκα. Δεν τους γελούν τα μάτια τους: είναι ο Νταρθ Βέιντερ, ο μέγας Σηθ που θα φέρει το σκότος στον γαλαξία. Τους πλησιάζει και τους λέει ότι μπορεί επιτέλους να δείξει σε όλους το πρόσωπό του. Ο σκηνοθέτης με τα χαβανέζικα ρούχα τον ρωτάει αν είναι βέβαιος. Εκείνος απαντά «ναι, θέλω πολύ να δεις». Βγάζει την μάσκα. Ακούγεται ο ακόλουθος διάλογος:

-Μπαμπά;
-Γιε μου!
-Μπαμπά, έλα να σε αγκαλιάσω!
-Όλοι θα αγκαλιαστούμε. Φέρε το αρκουδάκι σου…
Τα φώτα, έσβησαν παντελώς…

Λίγους μήνες μετά έχει αρχίσει η προεκλογική περίοδος. Η μεγάλη δύναμη της ανθρωπιάς, της προόδου, του δημοκρατικού σοσιαλισμού και της εθνικής ανεξαρτησίας, το ΠΑΣΟΚ της καρδιάς μας, πολεμάει εναντίον της επαράτου «Δεξάς», όπως προφερόταν συχνά, και κατά των διασπαστικών δυνάμεων της κομπλεξικής και μη αυτοδύναμης Αριστεράς που μιλάει για επαναστάσεις χωρίς να υπολογίζει τους ξενοδόχους. Το ΠΑΣΟΚ είναι σοσιαλιστικό και έτοιμο να τα δώσει όλα. Οι διαφημίσεις, οι καβγάδες στα τηλεπαράθυρα, οι εμπρηστικοί τίτλοι των εφημερίδων της κάθε πλευράς έδιναν και έπαιρναν. Η θεία Ελένη είχε κάνει τελικά κάτι με τον ωραίο Λάμπη αλλά δεν φτούρησε το νταλαβέρι και το έσπασαν. Ωστόσο, κάτι είχε μείνει: η αφίσα του ΠΑΣΟΚ που τους έδειχνε αγκαλιά με σλόγκαν «Η Νεολαία ψήφισε Αλλαγή, τώρα θα ψηφίσει την Συνέχεια». Έπαιρναν φίλοι και γνωστοί τον κυρ Θωμά και του έλεγαν ότι η Ελενίτσα είναι σε αφίσα του ΠΑΣΟΚ. Αυτός τους σιχτίριζε και τους έλεγε ότι δεν θα είδαν καλά και πως η Ελένη είναι πολύ καλό κορίτσι για να κάνει τέτοια. Για όσα είδε με τον Λάμπη και όσα έγιναν το μόνο που σκέφτεται είναι ότι με τόση μαστούρα που είχε πέσει δεν θυμόταν την τύφλα της αυτός και αυτή, παρά μόνο κάτι τύπους με μαύρα χιτώνια. Δεν ήθελε να μάθει περαιτέρω. Τουλάχιστον είχε βγει μια σκέτη κουκλίτσα και θα την είχε να την θυμάται την αφίσα.

ΠΑΣΟΚ-ΑΛΛΑΓΗ-ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ

Η Μακεδονία και ο Βάτραχος (Φώντας Φ.)

Στη ζωή μου από παλιά είχα βάλει έναν στόχο, «Ακόμα κι αν καταλήξεις αποτυχημένος αγόρι μου» έλεγα, «πρέπει να καταβάλεις κάθε προσπάθεια να είσαι ξεχωριστός απ’ τους υπόλοιπους ανθρώπους». Στο πρώτο μέρος τα είχα πάει θαυμάσια, ήμουν δηλαδή εξαιρετικά αποτυχημένος. Είχα ωστόσο κάτι θεματάκια να πετύχω το δεύτερο.

Εν πάση περιπτώσει με τα πολλά και με πολύ πρήξιμο απ’ την οικογένεια μου είχα καταφέρει να τελειώσω το χημικό μιας απ’ τις μεγάλες επαρχιακές πόλεις της χώρας και να κάνω ένα σχετικό μεταπτυχιακό. Όπως ήταν επόμενο όλοι περίμεναν τα καλύτερα από εμένα, μα όταν γύρισα στην Αθήνα αποκαλύφθηκε η αλήθεια. Ήμουν δηλαδή, ένας απλώς λίγο πιο εύστροφος απ’ τους αυτιστικούς που περνάνε με τις χούφτες στα ελληνικά πανεπιστήμια και αυτός ήταν και ο μόνος λόγος που κατάφερα να μαζέψω ένα-δυο χαρτιά. Κατά τα άλλα, δεν ήξερα τίποτα για το αντικείμενο μου παρά τον περιοδικό πίνακα, λίγα μαθηματικά, μια συνταγή κατασκευής MDMA που αγόρασα στο ίντερνετ από έναν κινέζο και το θεώρημα της μη-πληρότητας του Γκέντελ που είχα αποστηθίσει μια μικρή περίοδο που έπινα πρέζα, επειδή μου είχε φανεί κομβικό σημείο για την παγκόσμια φιλοσοφία. Φυσικά δεν είχα καμία ειδίκευση ή προϋπηρεσία έστω και σα σερβιτόρος, ούτε καμία διάθεση να δουλέψω πάνω σε τίποτα.

Η οικογένεια μου βέβαια, γερασμένοι και άρρωστοι άνθρωποι πλέον, αφού έδειξαν κατανόηση τον πρώτο χρόνο, ιδιαίτερα με τα τρεχάματα μου ώστε να εξασφαλίσω την πολυπόθητη απαλλαγή από τις στρατιωτικές μου υποχρεώσεις, εντέλει μου ανακοίνωσαν:

«Κοίτα να δεις Τέλη, εμείς κάναμε ό,τι μπορούσαμε, σε μεγαλώσαμε… σε σπουδάσαμε…»
«…Τώρα πρέπει να τα καταφέρεις μόνος σου!»

Και μου άφησαν το σπίτι, κάπου χίλια ευρώ ως αρχή, τακτοποίησαν τους λογαριασμούς και έφυγαν μόνιμα για το χωριό.

***

Ήμουν γενικά ένας άνθρωπος που δεν ξόδευε πολλά, έπινε καφέ σε θερμός, μπύρα από περίπτερα, το φαγητό του ήταν κυρίως μακαρόνια. Παρόλα αυτά συνειδητοποίησα πως έπρεπε να βρω μια δουλειά. Πίστευα ανέκαθεν πως τα χρήματα είναι πολύ χρήσιμα στον καπιταλισμό ώστε να σου εξασφαλίσουν τη δυνατότητα να μην έχεις πολλές επαφές με κανίβαλους, δηλαδή με ανθρώπους. Όσο λιγότερα χρήματα έχεις τόσο πιο πολύ πρέπει να μιλάς και να εξηγείς τα αυτονόητα. Ένας φτωχός πρέπει να εξηγεί γιατί θέλει να πιεί καφέ, γιατί είναι κουρασμένος, γιατί θέλει να κοιτάξει τον ουρανό, γιατί υπάρχει σε τελική ανάλυση. Ο πλούσιος όχι απλά έχει αιτιολογημένη επαρκώς την παρουσία του αλλά είναι και περιζήτητος σε κάθε λογής παρέες και κύκλους. Γενικώς οι άνθρωποι είναι ένα πλήρως διεφθαρμένο από τον καπιταλισμό είδος κι επειδή δεν είχα καμία πρόθεση, ούτε δυνατότητα να τους αλλάξω μυαλά, χρειαζόμουν χρήματα ώστε να μην έχω σχέσεις μαζί τους. Φαντάζεστε να είσαι άστεγος και να πρέπει να αιτιολογήσεις την ανάγκη να σου να πας σε νοσοκομείο ή να κοιμηθείς έξω από μια τράπεζα, ενώ ο σεκιουριτάς που θα σε διώχνει θα λέει «Τι να κάνω φίλε, αυτή είναι η δουλειά μου!». Να μην την διάλεγες αυτή τη δουλειά καραγκιόζη!

Όπως και να έχει ήταν προφανές πως το μόνο πράγμα που είχα μάθει στα φοιτητικά μου χρόνια ήταν να ασχολούμαι με τα ναρκωτικά. Δεν υπήρχε μαλακία που δεν ήπια, ψυχεδελικά, οπιούχα, διεγερτικά, ηρεμιστικά, κεταμίνες… Ομολογουμένως όμως, μόνο στα πολύ κακομαθημένα φοιτητούδια της μεσαίας τάξης φαινόμουν «φρικιό» και «πρεζάκιας». Οι λίγο πιο χωμένοι ήξεραν ότι περισσότερο είχα ως κίνητρο μια διάθεση για πειραματισμό κι ίσως μια κάποια ορμή προς θάνατο που όλως τυχαίως με έπιανε κάθε φορά που χώριζα, με χώριζαν ή δε μου κάθονταν καν εξαρχής και φρόντιζαν να το τονίσουν με τον πιο κάθετο τρόπο. Αυτή η τελευταία κατηγορία είχε φυσικά και τους πιο όμορφους.

Τα παραπάνω όμως ήταν λίγο ή πολύ περασμένα ξεχασμένα. Ήμουν ο Αριστοτέλης Βαμπιράκης, ετών 25, ερασιτέχνης αν και κάτοχος πτυχίου, χημικός, κάτοικος Αθήνας και έπρεπε να βρω κάτι να κάνω για να επιβιώσω.

Η λύση βρέθηκε στο MDMA. Όχι, δεν αποφάσισα να πιώ τόσο ώστε να πεθάνω. Μου είχαν μείνει ωστόσο μερικές γνωριμίες στην Αθήνα που μπορεί να ενδιαφέρονταν να αγοράσουν κι εφόσον μπορούσα να τους προμηθεύσω, γιατί όχι; Έπεσα με τα μούτρα στη δουλειά.

***

Έμεινα κλεισμένος μέρες στο σπίτι ξοδεύοντας ό,τι λεφτά είχα στο να παραγγείλω τα απαραίτητα υλικά που χρειαζόμουν από αμφιλεγόμενης εμπιστοσύνης εργαστήρια στην Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας και του Βιετνάμ, μέρη που ο σοσιαλισμός γαμούσε κι έδερνε τώρα τελευταία! Μοναδική μου παρέα ήταν η τηλεόραση και το ραδιόφωνο που με ενημέρωναν για τις εξελίξεις στο σκοπιανό:

«Βράζει η Θεσσαλονίκη για το όνομα της Μακεδονίας!»

«Εκατομμύρια ΠΑ-ΤΡΙ-Ω-ΤΕΣ θα υπερασπιστούν την Ελλάδα από τους Σλάβους!»

«Προκαλούν οι δηλώσεις των Σκοπιάνων: “Θέλουμε και εμείς να υπάρχουμε” δήλωσε ο υπουργός εξωτερικών του κρατιδίου»

«Πρόταση νόμου καταθέτει στη βουλή η Εκκλησία της Ελλάδος!»

Κι άλλα τέτοια που επιβεβαίωναν την άποψη μου πως εγώ, ένας κακομοίρης, ημίτρελος, ημι-πρεζάκιας ήμουν ότι πιο λογικό κυκλοφορούσε σε αυτή τη χώρα…

Η αλήθεια είναι βέβαια πως τα προηγούμενα χρόνια δεν με είχε απασχολήσει και πολύ το όλο θέμα. Το λεγόμενο «σκοπιανό» ή «μακεδονικό», ανάλογα με ποια πλευρά ήσουν ήταν η πικρή ιστορία ενός ηλίθιου κράτους, του δικού μας, που εκτός από πολιτικό θέμα είχε και πολιτισμικές διαστάσεις. Το να καταλάβει το ελληνικό κράτος το δικαίωμα ενός άλλου κράτους να ονομάζεται όπως θέλει, θα ήταν σα να ζητάγαμε από έναν απ’ τους χιλιάδες επιφανείς μικροαστούς-νταβατζήδες-κωλομπαράδες της ελληνικής επαρχίας να καταλάβουν το τρίτο ρεύμα φεμινισμού. Δεν επρόκειτο να γίνει ποτέ, παρά μόνο με το ζόρι.

Εμένα όμως δε με ένοιαζαν όλα αυτά γιατί ήξερα καλά πως οι συμπατριώτες μου ήταν μοσχάρια με λαλιά ανθρώπου. Οι γείτονες μας ήθελαν να λέγονταν Μακεδόνες επειδή… πάνω σε αυτό συγκροτήθηκε η εθνική τους ταυτότητα. Φυσικά και ήταν ψέματα, όλα αυτά τα πράγματα είναι ψέματα, η ιστορία με τα έθνη είναι ένα συλλογικό ρόουλ-πλέινγκ που παίζουμε με σκοπό να σφάξουμε ο ένας τον άλλο.

Τουλάχιστον θα ήταν χρήσιμο να αναγνωρίζουμε το δικαίωμα του άλλου να παίξει κι αυτός πριν τον σκοτώσουμε.

***

Κάτι μέρες μετά και ενώ οι συζητήσεις για το σκοπιανό συνεχίζονταν, η πρώτη παρτίδα MDMA είχε τελειώσει. Ήταν πεντακόσια γραμμάρια και υπολόγιζα την καθαρότητα τους στο 84%. Αν είχα κάνει λάθος, πιθανότατα θα σκότωνα πάνω από εκατό άτομα. Έπρεπε να βρω κάποιον να τη δοκιμάσει. Κι αυτός ο κάποιος δεν θα ήμουν εγώ. Χριστιανικές τάσεις είχα από παλιά, αλλά τάσεις αυτοθυσίας δεν είχα ποτέ.

Δυστυχώς όμως δε μου ερχόταν κανένας στο μυαλό ο οποίος αν πάθαινε κάτι να μην είχα τις προφανείς νομικές συνέπειες. Καθώς αναρωτιόμουν πως θα μπορούσε να λυθεί αυτό το πρόβλημα, χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν η πρώτη φορά που χτυπούσε εδώ και μήνες. Να ήταν άραγε κάποιος πρώην;

Φυσικά και όχι. Άγνωστο νούμερο.

Εγώ συνήθως δε σήκωνα ούτε τα γνωστά βέβαια, γι’ αυτό και ο κόσμος είχε γενικότερα σταματήσει να με παίρνει τηλέφωνο. Μα κάτι μέσα μου με έσπρωξε, κάτι σουρεαλιστικό αν θες, να αποδεχτώ την κλήση.

«Παρακαλώ;» είπα.
«Είστε ο κύριος Βαμπιράκης;» ακούστηκε μια φωνούλα στην άλλη άκρη της γραμμής.
«Ο ίδιος…» απάντησα διστακτικά. Δεν είχα συνηθίσει να μου μιλάνε όμορφα.
«Ξέρετε ανακάλυψα ένα κείμενο σας στο ίντερνετ, το “Ο μυστικός Χριστιανισμός και η χρήση ψυχεδελικών ναρκωτικών μετά την Άλωση” »

Χαμογέλασα. Που σκατά το είχε βρει άραγε; Νόμιζα ότι οι αποδείξεις πως κάποτε σκόπευα να γίνω θεολόγος είχαν καταστραφεί οριστικά.

«Μάλιστα» απάντησα «Και πώς μπορώ να σας βοηθήσω σχετικά;»
«Ενδιαφέρομαι για ναρκωτικά, πιστεύω ότι είστε ο άνθρωπος μου, κανένας άλλος δε μπορεί να καταλάβει τις ιδιαίτερες συνθήκες της ιδιαίτερης κατάστασης μου… αν μπορείτε να με προμηθεύσετε λοιπόν…»

«Γκλουπ!» σκέφτηκα «Αυτός ο καμένος νομίζει ότι έτσι απλά παίρνουμε τηλέφωνο και ζητάμε ό,τι θέλουμε, ποιος ξέρει σε τι σπίτι μεγάλωσε. Ωστόσο… Είναι μια καλή ευκαιρία να δοκιμάσει κάποιος αυτό που έφτιαξα».

«Ακούστε κύριε μου, ελάτε σας παρακαλώ να συζητήσουμε όλες τις ανησυχίες σας από το σπίτι, δεν υπόσχομαι τίποτα όμως, σημειώστε τη διεύθυνση μου..»
«Είμαι ακριβώς από κάτω!»
«Τι σκατά!»
«Μπορώ να ανεβώ ε;»
«…Πώς ονομάζεστε;»
«Οι φίλοι μου με λένε Λουίτζι, ο κούνελος»
«… εντάξει Λουίτζι θα σου ανοίξω»

***

Η μεγαλύτερη έκπληξη μου ήταν ωστόσο όχι το τηλεφώνημα, μα το γεγονός πως όταν άνοιξα την πόρτα, δεν αντίκρισα κάποιον ιταλό γκάνγκστερ από τη Σικελία, αλλά ένα… γλυκύτατο κουνελάκι.

«Είναι κάποιο αστείο;» ρώτησα το κουνέλι
«Όχι» μου απάντησε εκείνο. «Ενδιαφέρομαι να αγοράσω ναρκωτικά, κανένας δεν παίρνει στα σοβαρά τις ανάγκες των ζώων. Ακόμα κι οι βίγκαν, ζωή να χουν οι άνθρωποι, νομίζουν πως θέλουμε απλώς να μη ζούμε σε κλουβιά. Τώρα όμως με το μακεδονικό οι περισσότεροι Έλληνες ξεχνάνε ακόμα να φάνε κι έτσι πολλοί από εμάς το σκάσαμε από τις φάρμες που ζούσαμε. Θέλω λοιπόν να αγοράσω ναρκωτικά. Έχεις ναρκωτικά;»

Είχα ναρκωτικά κι έτσι κάπως ζαλισμένος οδήγησα το κουνέλι μέσα στο σπίτι μου.

«Κάτσε όπου βρεις» του είπα, αν και το είχε ήδη κάνει, πάνω στον καλό καναπέ της μάνας μου.
«Θα έπρεπε να καθαρίζεις συχνότερα» σχολίασε το κουνέλι χαζεύοντας την ακαταστασία γύρω του «Εργένης είσαι ε;».

«Ομολογουμένως…» απάντησα εγώ κοφτά. «Για πες τώρα… πόσο θες να αγοράσεις; Πρέπει να σου πω επίσης, έχω μόνο μουντού».
«Εντάξει δεν είναι πρόβλημα αυτό» είπε ο Λουίτζι, το κουνέλι. «Να σου πω την αλήθεια δεν ξέρω τίποτα από ναρκωτικά, επαφίεμαι στα χέρια σου…»

«Τι γλυκούλης!» σκέφτηκα. Κανείς ποτέ δε με εμπιστευόταν σε τίποτα μέχρι τώρα.

«Εντάξει» του είπα χωρίς να το ψάξω και πολύ-πολύ «Σε κερνάω εγώ αυτή τη φορά» πρόσθεσα.
«Εξαιρετικά γιατί δεν έχω λεφτά».
«Μάλιστα» σχολίασα και του γέμισα μια ζελατίνα.

***

Καμιά ώρα αργότερα κανείς απ’ τους δυο μας δεν είχε πεθάνει, παρά καθόμασταν στο σαλόνι μου και γελούσαμε ανταλλάζοντας ιστορίες απ’ τη ζωή μας.

«Ώστε όλα τα ζώα μπορούν να μιλήσουν όπως και οι άνθρωποι ε;» έλεγα εγώ χαρούμενος αλλά κλαίγοντας ταυτόχρονα.
«Ώστε όλοι οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τα ονόματα των κρατών τους πιο κτητικά απ’ ότι εμείς τις φωλιές μας την περίοδο της ανατροφής των μικρών μας;» απάνταγε εκείνος γελώντας τσιριχτά.

«Τι έχεις σκοπό να κάνεις στη ζωή σου λοιπόν;» με ρώτησε. Εγώ με το κεφάλι τίγκα στο MDMA απάντησα με κάθε ειλικρίνεια.

«Θα πουλάω ναρκωτικά για να ζήσω κι όπου με βγάλει».
«Τέλεια ιδέα!» είπε ο Λουίτζι χοροπηδώντας σαν κουνέλι, ίσως επειδή ήταν κουνέλι. «Θες να σε βοηθήσω;» με ρώτησε «Ξέρω πολύ κόσμο στην Αθήνα που ενδιαφέρεται να πάρει ναρκωτικά και με όλη αυτή τη φασαρία που γίνεται με τη Μακεδονία αποκλείεται οι μπάτσοι να ασχοληθούν μαζί μας».
«Δεν είναι κακή ιδέα» απάντησα εγώ, «Τι αμοιβή θες για κάτι τέτοιο;».
«Α, τίποτα σπουδαίο» μου αποκρίθηκε ο Λουίτζι «Το νερό μου, τα καρότα μου, το μουντού μου…».
«Ε φυσικά, εννοούνται αυτά».
«Και να μένω με κάποιον που θα με αγαπά και θα με φροντίζει».
«Εννοείς εδώ;»
«Ακριβώς»

Αναστέναξα. Το κουνέλι αυτό μου ήταν πολύ πιο συμπαθές απ’ τον εαυτό μου και δεν άντεχα πια άλλη μοναξιά σε αυτό το σπίτι.

«Εντάξει Λουίτζι, μπορείς να μείνεις μαζί μου αλλά περιμένω να εργαστείς σκληρά…».
«Μην ανησυχείς αφεντικό!» μου είπε εκείνος κλείνοντας μου το μάτι.

Η συμφωνία επικυρώθηκε. Καθότι ήμουν πολύ σαλταρισμένος απ’ το ναρκωτικά που πετυχημένα είχα φτιάξει, θεώρησα καλό να λήξω εκεί τη μέρα και να πάω για ύπνο. Έριξα ένα χασμουρητό και σηκώθηκα απ’ τον καναπέ.

Ο Λουίτζι με ακολούθησε.

«Τι θέλεις πάλι;» τον ρώτησα.
«Δε θα κοιμηθούμε μαζί δηλαδή;» μου είπε κοιτάζοντας με στα μάτια με νόημα.

«Θεέ μου!» σκέφτηκα και κοίταξα το ταβάνι. «Πώς φτάσαμε ως εδώ;»

«Η αλήθεια είναι αφεντικό…» είπε ο Λουίτζι ο κούνελος «…Ότι δεν ήθελα τόσο να αγοράσω ναρκωτικά, όσο να σε γνωρίσω, το κείμενο που έγραψες για τον Χριστιανισμό ήταν το πιο όμορφο κείμενο που έχω διαβάσει ποτέ, πιστεύω πως είσαι απ’ τους πιο σπουδαίους θεολόγους του 21ου αιώνα. Είμαι ερωτευμένος μαζί σου!»
«Έλα Χριστέ και Παναγιά» είπα εγώ «Άκου αγόρι μου, εγώ δεν είμαι αυτής της φάσης γενικά, εντάξει; Εγώ δε θέλω να ζήσω όμορφα πράγματα και τέτοια ούτε να την ψάξω και τόσο. Γενικά δε θέλω να ζήσω πολύ, το να ζήσεις πολύ είναι άκρως επικίνδυνο πράγμα για την επιβίωση του ανθρώπου. Δεν ξέρω πως συμβαίνει σε εσάς, αλλά εμένα με νοιάζει η επιβίωση μου και η ησυχία μου προτού κάποιος ψυχάκιας καταστρέψει τον πλανήτη με πυρηνικές βόμβες και επιπλέον…»

Τότε το κουνέλι με αγκάλιασε.

«Ναι…» είπα, κόβοντας τη φράση μου στη μέση. Είχα πολύ καιρό να νιώσω την οποιαδήποτε συναισθηματική, πόσο μάλλον ερωτική στοργή. Ένιωθα την καρδιά μου να χτυπάει. Το ίδιο και το παντελόνι μου.

Κι άλλωστε, ο Κύριος είχε φτιάξει όλα τα πλάσματα αυτού του κόσμου ίσα ώστε να ζήσουν μαζί αγαπημένα εν’ ειρήνη και αγάπη. Ποιος ήμουν εγώ στο κάτω-κάτω της γραφής για πάω κόντρα στον Κύριο;

«Πάμε να ξαπλώσουμε Λουίτζι» του είπα και του χάιδεψα τα αυτιά.

***

Ήταν πια κάτι μήνες που συγκατοικούσαμε με τον Λουίτζι. Λεφτά βγαίνανε αρκετά για να μπορούμε να έχουμε ό,τι χρειαζόμαστε χωρίς να δουλεύουμε, ενώ στον ελεύθερο μας χρόνο, που ήταν ο περισσότερος, διαβάζαμε βιβλία, βλέπαμε ταινίες, μαστουρώναμε και πηδιόμασταν. Είχα να περάσω τόσο καλά από τότε που… βασικά δεν είχα περάσει ποτέ τόσο καλά.

Ωστόσο δεν ήταν όλα ρόδινα. Το πολιτικό κλίμα της χώρας όλο και χειροτέρευε και η άκρα δεξιά δυνάμωνε. Το ζήτημα του ονόματος της Μακεδονίας, αντί να θαφτεί ως ζήτημα όπως όλα τα πολιτικά θέματα και να μείνει στη μνήμη όλων απλά ως μια θεματική για memes, συνέχιζε να απασχολεί τους πολίτες της χώρας. Εν’ όψη μάλιστα των διαπραγματεύσεων της ελληνικής κυβέρνησης με εκείνης των γειτόνων μας όλοι είχαν βαλθεί να προετοιμάζουν τους δικούς τους τρόπους να πείσουν τον πρωθυπουργό, αν όχι να πάει σε πόλεμο (κάτι που ίσως και να υποψιάζονταν πως ήταν υπερβολικό), έστω να μην δεχτεί καμία πρόταση και κανένα συμβιβασμό, για κανένα λόγο.

Εμένα όλα αυτά δε με ενδιέφεραν ιδιαίτερα, το ότι ο ελληνικός λαός ήταν πρόθυμος να κάνει μαζικές γενοκτονίες για μια θέση στο δημόσιο το είχε αποδείξει πάρα πολλές φορές στην ιστορία του. Το θέμα ήταν πως θα γλύτωνα εγώ, χωρίς να με αγγίξουν όλα αυτά.

Δυστυχώς όμως αποδείχτηκε πως δεν υπήρχε τέτοια δυνατότητα. Στις αρχές της κρίσης του «Μακεδονικού ζητήματος» οι περισσότεροι Έλληνες αντιμετώπιζαν το πρόβλημα ως πανηγυράκι, μαζεύονταν στους συνδέσμους του Ολυμπιακού, στις ταβέρνες, στις ταράτσες και σε λοιπά μέρη και κουβέντιαζαν για αυτό. Όλη αυτή η χαλαρότητα είχαν βοηθήσει τις πωλήσεις του MDMA και είχαν φέρει χρήματα σε εμένα και τον Λουίτζι. Όταν όμως τα πράγματα σοβάρεψαν και οι συμπατριώτες μου δημιούργησαν πολεμική ατμόσφαιρα, έπαψαν πια να θέλουν να θέλουν να μαστουρώνουν. Αντιθέτως άρχισαν να έχουν κακή γνώμη για τα ναρκωτικά και όσους τα πούλαγαν, κάτι που δε βοήθησε καθόλου τα οικονομικά μας.

«Πάλι δεν έδωσα τίποτα» είπε ο Λουίτζι γυρίζοντας σπίτι ένα μεσημέρι.
«Κουράγιο!» του είπα εγώ, ενώ ετοίμαζα να φάμε «Θα έρθουν και καλύτερες μέρες».
«Δε θα έρθουν μόνες τους όμως» παρατήρησε ο σύντροφος μου.

Η αλήθεια ήταν πως τώρα τελευταία ήταν κάπως επικριτικός μαζί μου.

«Δεν φταίω εγώ για τον εθνικισμό και το ρατσισμό βρε Λουίτζι μου» του είπα ήρεμα.

Εκείνος δεν συγκινήθηκε.

«Θα μπορούσες πάντως να φτιάξεις και τίποτα άλλο να πουλήσουμε αντί να κάθεσαι όλη μέρα εδώ μέσα, να κοιτάς το ταβάνι και να τρως».
«Μα, βρε αγάπη μου… δεν ξέρω να φτιάχνω άλλα ναρκωτικά»
«Πφ… Απορώ ώρες-ώρες τι χημικός σπούδασες… Το καλύτερο για σένα θα ήταν να τα παρατήσεις και να πας να σπουδάσεις τίποτα άλλο που να έχει δουλειά, τουριστικά πχ»

«Ναι, αλλά αν τα παρατήσω, πως θα φτιάχνουμε MDMA…» του είπα φοβισμένα.

Τότε ο Λουίτζι, ο κούνελος που είχα μοιραστεί τα ναρκωτικά, το κρεβάτι μου και την καρδιά μου, πήρε το βλέμμα του από πάνω μου και έπειτα μίλησε.

«Ε όλο και κάποιος θα βρεθεί να το φτιάχνει».

Απόρησα.

«Δηλαδή;»
«Δηλαδή… σκεφτόμουν μήπως μέχρι να είσαι σε θέση να προσφέρεις κάποια βασικά πράγματα σε αυτή τη σχέση, να συνεργαζόμουν με κάποιον άλλο χημικό, καθαρά επαγγελματικά φυσικά, μιας και ξέρεις ότι εσένα αγαπάω και θα αγαπάω για πάντα»
«Ααα» έκανα εγώ με μια κάποια αμηχανία «Και γιατί να με πειράζει κάτι τέτοιο;»
«Γιατί θα χρειαστεί να μετακομίσω»
«Ε; Γιατί να μετακομίσεις;»
«Διότι ο νέος μου συνεργάτης είναι κάπως ζηλιάρης και πλέον δεν ανέχεται να έχω ερωτικές σχέσεις με άλλους…»

Τα χρειάστηκα.

«Μα Λουίτζι… δεν είπες ότι εμένα αγαπάς, ότι το άλλο είναι καθαρά επαγγελματικό και… πως γίνεται να υπάρχει ήδη αυτό το άλλο;»
«Τον γνώρισα σε μια συνάντηση της ΕΝΩΣΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΚΟΥΝΕΛΙΩΝ ΧΩΡΙΣ ΣΠΙΤΙ, ήταν πολύ όμορφος, κατάλαβε τις δυσκολίες που περνάω μαζί σου και…»
«Μα… εσύ είχες σπίτι… και τότε είχε μόλις αρχίσει η κρίση του MDMA, μπορούσαμε κάλλιστα να την είχαμε ξεπεράσει αν σε ανησυχούσε τόσο και…»
«…Και τέλος πάντων» με διέκοψε ο Λουίτζι «Δεν έχω κανένα πρόβλημα να μιλάμε όποτε θες, άλλωστε ξέρεις ότι σε αγαπάω, δεν πιστεύω ότι θα αγαπήσω ποτέ άνθρωπο όσο εσένα».

Να λοιπόν που το κουνέλι, που τόσο ήθελε να με γνωρίσει επειδή ήμουν ο μεγαλύτερος θεολόγος του 21ο αιώνα, που ζούσε μαζί μου, πούλαγε τα ναρκωτικά μου, με αγαπούσε όσο κανέναν άλλον κι αγκαλιαζόμασταν μαζί τα βράδια, με είχε κερατώσει με έναν άγνωστο σε μένα τύπο, στα πλαίσια της οικονομικής κρίσης που βάρεσε η παράνομη επιχείρηση που είχαμε στήσει και της επίπτωσης που είχε το σχεδόν κλείσιμο της πάνω μου. Αυτό το τελευταίο δηλαδή δε μου το είπε δηλαδή αλλά έκανε μπαμ. Κι όχι μόνο με είχε κερατώσει, αλλά φρόντισε να μου πει κι όλες τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες ενώ μάζευε τα πράγματα του για να πάει να μείνει εκεί όπου η ζωή του θα ήταν προφανώς καλύτερη απ’ ότι μπορούσα να του εξασφαλίσω εγώ.

Φυσικά τι χριστιανική ηθική μπορεί να περιμένει κανείς από ένα κουνέλι που θεωρεί έναν αποτυχημένο χημικό που πουλάει MDMA, τον μεγαλύτερο θεολόγο του 21ου αιώνα; Έπρεπε να το περιμένω.

Όταν έκλεισε η πόρτα πίσω, το μόνο για το οποίο είχα όρεξη ήταν να βάλω τα κλάματα. Ωστόσο είχα ένα ελάττωμα από μικρός να μην κλαίω εύκολα. Το μουντού δε θα μου έλεγε κάτι σε αυτή τη φάση. Γέμισα μια μικρή κανάτα κρασί και την ήπια όλη μονορούφι μέχρι που παραλίγο να πνιγώ.

Έπειτα κοίταξα τα κουζινομάχαιρα.
Πήρα ένα.

Είχα ανέκαθεν την υποψία πως ήμουν μια κατώτερη μορφή ζωής αλλά απεχθανόμουν να βλέπω την υποψία αυτή να γίνεται βεβαιότητα. Ήμουν πεπεισμένος επίσης πως ο καθένας μας θα μπορούσε να κάνει ό,τι ήθελε στην προσωπική του ζωή, χωρίς να διαλέγει το δρόμο του αθεράπευτου σαδισμού, κι άλλο τόσο ήμουν πεπεισμένος πως από αυτό τον σαδισμό λογικά θα πρέπει να αντλείται κάποια παράλογη ευχαρίστηση σε βάρος του άλλου, αλλιώς δε βγαίνει κανένα νόημα από τέτοιες συμπεριφορές όπως αυτή που δέχτηκα.

Αντιλαμβανόμουν τέλος πως οι σκέψεις μου απ’ τη σύγχυση κι απ’ το κρασί είχαν μπει σε περίεργα μονοπάτια κι έπρεπε κάπου να ξεσπάσω.

Κράταγα ακόμα το μαχαίρι.

Πρώτα κοίταξα τις φλέβες του χεριού μου. «Ακραίο!» σκέφτηκα.

Έπειτα κοίταξα το πάνω μέρος του χεριού μου, εκεί που δεν είχε και πολλά να σκοτώσει κανείς. «Μια χαρά φαίνεται» αποφάσισα.

Ακούμπησα το μαχαίρι και το τράβηξα με δύναμη. Κόκκινο. Ανακούφιση.
Έπειτα το ίδιο πάλι, μονάχα λίγο πιο πάνω.
Έπειτα το ίδιο ξανά και ξανά.

Το βράδυ μπόρεσα να κοιμηθώ σα πουλάκι.

***DONT***TRY***THIS***AT***HOME***

Είχαν περάσει πάνω από δύο βδομάδες και στη Θεσσαλονίκη είχε προκηρυχθεί συλλαλητήριο ενάντια στην ονομασία της γειτονικής χώρας ως «Μακεδονία». Το εντυπωσιακό είναι πως οι Έλληνες χρησιμοποιούνε ακόμα όρους όπως βόρεια Ήπειρος, ανατολική Θράκη, Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Έφεσος, Αλικαρνασσός και τα σχετικά για να μιλήσουνε για περιοχές άλλων χωρών και το θεωρούν αναφαίρετο δικαίωμα τους. Ορισμένες φουκαριάρικες φωνές τα έλεγαν αυτά και στην Ελλάδα αλλά πνίγονταν (κυριολεκτικά πολλές φορές) από τον κυρίαρχο λαό.

Εγώ δεν έκανα τίποτα. Ήμουν κλεισμένος σπίτι. Δε μίλαγα σε κανέναν κι ούτε ήθελα να μου μιλήσει κανένας. Είχα σταματήσει τους αυτοτραυματισμούς, αλλά δεν είχα καμία πρόθεση να αντιμετωπίσω τον κόσμο. Συνέχιζα να φτιάχνω MDMA και να διαβάζω κανένα βιβλίο κυρίως για να σκοτώνω την ώρα μου και για να μην σκοτώσω τίποτα άλλο, όπως πχ τον πρώην μου.

«ΝΤΡΙΝ!» ακούστηκε το κινητό μου (παλιό μοντέλο, για να μην μας παρακολουθούν και πολύ). Ήταν ο πρώην μου! Ήταν η αγάπη μου, ο έρωτας μου, ο Λουίτζι! Σίγουρα είχε μετανιώσει πικρά για όσα μου είχε κάνει.

Το σήκωσα.

«Λουί;» έκανα δειλά.
«Έλα τρελέ τι κάνεις;» μου απάντησε αυτός «Ακούς λίγο γρήγορα γιατί δεν έχω πολύ κάρτα;»
«…»
«Έλα δε σε ακούω Τέλη; Ελπίζω να μην κάνει παράσιτα, λοιπόν έρχεται ένας φίλος μου Αθήνα αύριο, που μόλις βγήκε από πρόγραμμα του ΚΕΘΕΑ και χρειάζεται κάπου να μείνει. Του είπα ότι μπορεί να έρθει σε εσένα, τον λένε Κορνήλιο και του έδωσα το τηλέφωνο σου, θα σε πάρει σε κάνα δεκάλεπτο να συναντηθείτε στον φούρνο που είναι κοντά στο σπίτι σου, μη άσε με καλέ, χιχιχιχι, κλικ!»

Έμεινα με το ακουστικό στο χέρι. Ταλαντεύτηκα για λίγο να πάρω τα κουζινομάχαιρα πάλι και να σφάξω ό,τι κουνέλι υπάρχει στην Αθήνα μέχρι να έρθει η σειρά του Λουίτζι αλλά τελικά συγκρατήθηκα. Αποφάσισα να ντυθώ και να πάω να πάρω τον Κορνήλιο από τον φούρνο. Θα του εξηγούσα ότι δε μπορεί να μείνει σε μένα και ότι αν ο Λουίτζι του είπε πως οι σχέσεις μας είναι τόσο καλές ώστε να φιλοξενώ και φίλους του είπε ψέματα.

Σε λίγα λεπτά ήμουν στο μέρος που συμφωνήθηκε. Εκεί δεν ήταν κανείς και μάλιστα ο φούρνος ήταν κλειστός. «Πρεζόνια!» σκέφτηκα. «Αν με στήσει δεν υπάρχει περίπτωση να περιμένω».

Τότε χτύπησε το κινητό μου. Άγνωστο νούμερο. Το σήκωσα.

«Λέγετε!»
«Ναι… συγνώμη αν ενοχλώ, είστε ο κύριος Αριστοτέλης Βαμπιράκης;»
«Ο ίδιος»
«Ονομάζομαι Κορνήλιος. Τι κάνετε; Είμαι φίλος του Λουίτζι και έχουμε μαζί ένα ραντεβού…»
«Ναι κοίταξε δεν ξέρω τι σου έχει πει εκείνος ο… όμως…»
«Μισό λεπτό να μου τα πείτε από κοντά καλύτερα» είπε και έκλεισε το κινητό.
«Περίεργο!» σκέφτηκα.

Τότε ένα «ΤΣΑΦ!» ακούστηκε. Με έναν πήδο ένα τεράστιο βατράχι προσγειώθηκε μπροστά μου.

«Καλησπέρα σας» μου είπε ευγενικά και μάλλον χαμηλόφωνα. «Ονομάζομαι Κορνήλιος, μιλήσαμε πριν στο τηλέφωνο. Μήπως μπορούμε να κουβεντιάσουμε κάπου πιο ζεστά γιατί κρυώνω πάρα πολύ;»

***

Ο Κορνήλιος ήταν ένα βατράχι ξηράς από αυτά που μιλάνε. Ναι ούτε εγώ το ήξερα ότι υπάρχουν. Ήταν τουλάχιστον πέντε φορές μεγαλύτερος απ’ τα συνηθισμένα βατράχια και έμοιαζε με λούτρινο. Το πιο όμορφο πάνω του ήταν τα χρώματα του. Ήταν κατακόκκινος με κίτρινες γραμμούλες, σα τη σημαία της Μακεδονίας καλή ώρα.

Μου διηγήθηκε για τη ζωή του. Ήταν από καλή και πλούσια οικογένεια αλλά τα είχε απαρνηθεί όλα αυτά. Δεν άντεχε την ηθική του καπιταλισμού και τους ανθρώπους που παρήγαγε το σύστημα. Αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη του στη νύχτα. Πίστευε ότι το περιθώριο θα ήταν διαφορετικό, με διαφορετικούς κανόνες, με μια άτυπη ηθική, με πνευματικότητα. Φυσικά όπως μου παραδέχτηκε, έκανε λάθος. Οι άνθρωποι με τους οποίους μπλέχτηκε ήταν μεγάλα καθάρματα, εξίσου μεγάλα με αυτά που θα έμπλεκε αν ακολουθούσε τον φυσιολογικό δρόμο της εκπαίδευσης, της εργασίας, της πολιτικής, της επίσημης θρησκείας και τα σχετικά. Εντέλει απογοητεύτηκε και βρήκε διέξοδο στην ηρωίνη. Όχι πως είπε συνειδητά «Εγώ τώρα αποσύρομαι και θα αρχίσω την ηρωίνη» Κανείς δε το λέει αυτό, είναι από τα πράγματα που τα κάνεις αλλά δε τα λες. Όσοι το είπαν, άντε να ήπιαν κάνα μπουκάλι ούζο μόνοι τους.

Βάλαμε να πιούμε μουντού και μιλάγαμε για ώρες, ούτε που το καταλάβαμε πως πέρασε τόσος χρόνος. Έπειτα μας πήρε ο ύπνος στο σαλόνι. Δε νύσταζα όμως πολύ αυτή τη φορά και μου τα είχε σκάσει περίεργα. Δυο ώρες μετά ξύπνησα. Ήταν καταμεσής της νύχτας. Μαζί μου ξύπνησε και ο Κορνήλιος.

«Μήπως πεινάς ρε συ;» του είπα.
«Ε, όσο να ‘ναι»
«Συγχώρεσε με» του είπα χαμογελώντας «Είμαι χάλια οικοδεσπότης, τι να σου βάλω;»
«Ένα ποτήρι χυμός αρκεί, τρώω σπάνια»
«Όμως ρε συ» του είπα ενώ του ετοίμαζα το χυμό του «Σου κάνω καλό που σε κερνάω ναρκωτικά τώρα που έχεις βγει από την απεξάρτηση;»
«Μη στεναχωριέσαι, πρέζα να μην είναι κι όλα τα άλλα τα έχω»
«Τέλεια»

Τσιμπολογούσαμε κάτι μαλακίες μέσα στην άκρη της νύχτας κι εντέλει αποφασίσαμε να βάλουμε λίγο μουντού ακόμα πριν ξαναπέσουμε για ύπνο.

«Και για πες» με ρώτησε «περίπου πως είναι η ζωή σου;»
«Πώς να είναι; Χάλια, κανείς δεν αγοράζει mdma, άρα δεν έχω καν λεφτά» απάντησα στεναχωρημένος κι ωστόσο γελώντας. Είχα καιρό να γελάσω. «Εσύ τι σκέφτεσαι να κάνεις στο εξής;».
«Θα φύγω για βόρεια μάλλον. Υπάρχουν πολλές δουλειές για μένα εκεί. Θα πάρω το τρένο αύριο κιόλας.
«Φεύγεις αύριο;» ρώτησα.
«Ναι. Δε χαίρεσαι που με ξεφορτώνεσαι τόσο γρήγορα τελικά;»
«Ε βασικά ναι… ή μάλλον όχι… θέλω να πω… σε συμπαθώ πολύ»

«Κουάξ κουάξ!» έκανε ο βάτραχος και πήδηξε πάνω μου. Πόνεσα λίγο γιατί ήταν βαρύς. Τον χάιδεψα τρυφερά στη μέση κι αυτός γουργούρισε. Δεν ήξερα ότι οι βάτραχοι μπορούν να γουργουρίσουν.

«Και τώρα;» με ρώτησε.
«Και τώρα…» είπα και εγώ κλείνοντας τα μάτια μου… «Θεέ μου» σκέφτηκα «Γιατί όλα να είναι τόσο περίπλοκα σε αυτή τη ζωή, γιατί το μυαλό μου να είναι τόσο άρρωστο;»

«Θεέ μου» πρόσθεσα πάλι κοιτάζοντας τον μεγαλόσωμο κιτρινοκόκκινο βάτραχο «Με ξέρεις καλύτερα απ’ τον καθένα, δεν έκανα τίποτα κακό και η ψυχούλα μου είναι αγνή. Γενηθήτω το θέλημά Σου».

Την τελευταία πρόταση την είπα δυνατά.

«Και τώρα τι ρε Κορνήλιε;» του είπα ακουμπώντας τα χείλη μου στα δικά του.

Χτύπαγε η καρδούλα μου από άγχος, μα ευτυχώς ανταπέδωσε.

Αρχίσαμε να φιλιόμαστε. Το μυαλό μου ήταν γεμάτο ερωτηματικά, ούτε που καλοκαταλάβαινα πια τι συνέβαινε. Όταν όμως είδα τον Κορνήλιο από πάνω μου και άρχισα να χαϊδεύω την πλάτη του, κατάλαβα ότι το ψάχνω πάρα πολύ το θέμα. Ήμουν τυχερός που ήταν εδώ. Ήμουν τυχερός για την ειλικρίνεια των συναισθημάτων μου. Ήμουν τυχερός που δεν υπήρχε τίποτα το σαδιστικό σε όλο αυτό.

«Κάπου πρέπει να έχω αφήσει μια δερμάτινη ζώνη, μισό λεπτό» του είπα φιλώντας τον στο μάγουλο.

Και κάπως έτσι αφήσαμε την υπόλοιπη νύχτα και κάποιες ώρες τις μέρας να πάνε στο διάολο.

***

Ξύπνησα αργά την επόμενη μέρα. Ο Κορνήλιος είχε φύγει να προλάβει το τρένο του, μου άφησε όμως ένα σημείωμα στο οποίο με αποχαιρετούσε, μου έλεγε ότι πέρασε πολύ όμορφα μαζί μου και λυπόταν που δεν ήταν εφικτό να κάτσει παραπάνω.
Όσο περίεργο κι αν ακούγεται, δεν στεναχωρήθηκα καθόλου που έφυγε, διάβασα το σημείωμα του κι αμέσως προχώρησα χαμογελώντας να φτιάξω τον καφέ μου. Η αίσθηση της πληρότητας που μου είχε δώσει η επαφή με αυτό το βατράχι ήταν άνευ προηγουμένου και οπωσδήποτε δεν ήταν καθαρά σεξουαλικοί οι λόγοι. Ανέκαθεν πίστευα πως υπάρχουν μερικά άτομα που άπαξ’ και τα συναντήσεις στη ζωή σου και γνωριστείτε το οποιοδήποτε άγγιγμα μεταξύ σας φέρνει μια άλλου τύπου φόρτιση, ενεργειακή, μεταφυσική, οτιδήποτε. Δεν ήθελα προφανώς να το πω έρωτα, ήξερα τις ποιοτικές διαφορές. Αν ο έρωτας είναι μια πνευματική κατάσταση τόσο δυνατή που μόνο μέσα στον υλικό κόσμο μπορεί να πραγματωθεί, αυτό που ένιωθα εγώ ήταν σα να με τράβαγε πάνω του ο μόνος μαγνήτης που εκπέμπει θερμότητα, ενώ βρισκόμουν για πεζοπορία στο βόρειο πόλο. Μια καθαρά υλική κατάσταση που μόνο μέσα στο πνεύμα μπορεί να πραγματωθεί δηλαδή.

Αφού συμμάζεψα λίγο το σπίτι από ό,τι τέλος πάντων είχαμε χρησιμοποιήσει το προηγούμενο βράδυ, άναψα ένα τσιγάρο, ήπια μια γουλιά καφέ και χάζεψα έξω απ’ το παράθυρο.

«Σκατά!» είπα με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά και πρόσθεσα «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται» μιλώντας πάντα μόνος μου. Αν ο Θεός ήταν εκεί για να με ακούσει καλώς. Αν δε ήταν, μπορούσα να ζήσω και μόνος μου για την ώρα.

***

Μπορεί να είχα ισορροπήσει επιτέλους στην ψυχολογία μου, ωστόσο εξακολουθούσα να έχω αντικειμενικά προβλήματα στη ζωή μου. Το πρώτο και το κύριο ήταν το οικονομικό. Δεν υπήρχε φράγκο και δεν ήξερα κανέναν που να θέλει να αγοράσει MDMA. Για λίγο, σε μια κρίση απελπισίας, ταλαντεύτηκα να πάρω τηλέφωνο τον Λουίτζι μήπως είχε ανακαλύψει κανέναν πελάτη, αλλά αμέσως ήρθα στα συγκαλά μου.

«Πφφ» φύσαγα και ξεφύσαγα. Στο τέλος άρχισα να ψάχνω τις μικρές αγγελίες.

«Ζητείται σερβιτόρος, εμφανίσιμος». Απορρίπτεται. Με είχε παρατήσει μέχρι και το κουνέλι με το οποίο ζούσα. Πόσο εμφανίσιμος ήταν δυνατόν να ήμουν δηλαδή;

«Ζητείται υπάλληλος γραφείου, για τακτοποίηση χρεών, με πυγμή και αποφασιστικότητα». Η τελευταία φορά που είχα δείξει αποφασιστικότητα εγώ ήταν όταν ένας βλαμμένος, κάγκουρας αναρχοσυνδικαλιστής είχε απειλήσει έναν φίλο μου. Είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε, πάντως είχαμε μαζευτεί μια παρέα ετερόκλητων ατόμων, πρεζάκια, χριστιανοί, ψυχοπαθείς, χαπάκηδες, κομμουνιστές κλπ που είχαμε όμως φιλίες μεταξύ μας κι είχαμε συμφωνήσει πως στην πρώτη φασαρία, όσες συμπάθειες κι αν έχουμε προς τον αναρχοσυνδικαλισμό, του τύπου θα του καίγαμε το σπίτι, την οικογένεια και τα κατοικίδια του.

Είχα μετανιώσει πολύ για τα κατοικίδια. Με εξαίρεση αυτό το περιστατικό πάντως, ήμουν ό,τι πιο φλώρικο υπήρχε στην ελληνική επικράτεια. Απορρίπτεται.

Τέλος είδα και μια αγγελία που ζητούσαν καθηγητή χημείας «Με άνεση στην
επικοινωνία». Έβαλα τα γέλια και έκλεισα την εφημερίδα.

Ήμουν άχρηστος και έπρεπε να το αποδεχτώ.

Χτύπησε το τηλέφωνο. Νούμερο άγνωστο.

«Παρακαλώ;» είπα δειλά.
«Τέλη;» άκουσα μια γνώριμη φωνή «Τι κάνεις;»
«Κορνήλιε!» απάντησα όλο χαρά. «Σπίτι είμαι, εσύ τι κάνεις; Πού βρίσκεσαι;»
«Τέλη, μου έλειψες πάρα πολύ. Άκουσε με σε παρακαλώ γιατί είναι σημαντικό…»

Έκανα ησυχία και περίμενα να ακούσω, χωρίς να είμαι ιδιαίτερα συγκεντρωμένος. Αχ πόσο ευτυχής ήμουν που ξαναμίλαγα με τον αγαπημένο μου κιτρινοκόκκινο βάτραχο.

«Σου έχω έναν τρόπο να βγάλεις λεφτά» είπε ο Κορνήλιος. Εκεί συνήλθα απ’ την ονειροπόληση μου.
«Πες μου λεπτομέρειες!» τον προέτρεψα.
«Άκου, αύριο πρόκειται να γίνει στη Θεσσαλονίκη το συλλαλητήριο για το όνομα της Μακεδονίας…»
«Εκεί είσαι;» τον ρώτησα «Είναι πολύ επικίνδυνο!»
«Μη με διακόπτεις, εκατοντάδες χιλιάδες, ίσως εκατομμύρια Έλληνες θα ανέβουν στη Θεσσαλονίκη για τη συγκέντρωση, είναι η ευκαιρία σου να βγάλεις χοντρά λεφτά»
«Πώς δηλαδή; Να τους πουλάω ελληνικές σημαίες και κοκορέτσι σε ταπεράκια;» απόρησα.
«Μ’ αρέσει ο τρόπος που σκέφτεσαι, αλλά όπως καλά ξέρεις ο λαός δε μαστουρώνει μόνο με εθνικά σύμβολα, τη βρίσκει και με κανονικά ναρκωτικά. Είναι μεγάλη ευκαιρία το συλλαλητήριο. Μέσα στην έξαψη τους οι Έλληνες θα μετατρέψουν σίγουρα το πολεμικό κλίμα σε πανηγυράκι, όπως παλιότερα με τις αντιμνημονιακές συγκεντρώσεις στην πλατεία Συντάγματος… Σε αυτό το πανηγυράκι θα υπάρχει έλλειψη προϊόντος την οποία εσύ, ο Αριστοτέλης Βαμπιράκης θα μπορείς να καλύψεις».

Το σκέφτηκα.
«Δηλαδή πιστεύεις ότι…»
«Μπορείς να σπρώξεις άνετα πάνω από δύο κιλά, ίσως ακόμα και δέκα αν είμαστε τυχεροί. Πάρε το βραδινό τρένο και έλα. Τηλεφώνησε μου. Κλικ!»

***

Τώρα βέβαια πρέπει να πούμε πως κανένας σοβαρός άνθρωπος δε θα γέμιζε δύο βαλίτσες με κρυστάλλους MDMA για να πάει να τους πουλήσει σε φασίστες που θα μαζεύονταν απ’ όλη την Ελλάδα στη συμπρωτεύουσα για να απαιτήσουν να διατηρήσουμε τα αποκλειστικά πνευματικά δικαιώματα του Μέγα-Αλέξανδρου και του βασιλείου του για τα επόμενα δέκα χιλιάδες χρόνια και βλέπουμε. Κι αν ακόμα κάποιος το έκανε, σίγουρα δε θα το έκανε κατόπιν πρότασης ενός γλυκούλη, ακραία σαγηνευτικού κιτρινοκόκκινου βατράχου που έμοιαζε με λούτρινο μα μίλαγε σαν άνθρωπος.

Ευτυχώς εγώ δεν ήμουν σοβαρός άνθρωπος.

Το ταξίδι ήταν πολύ κουραστικό, μιας και εκτός απ’ τις βαλίτσες που έπρεπε να προσέχω σα τα μάτια μου για οχτώ ώρες τουλάχιστον, είχα να αντιμετωπίσω και την ενοχλητική παρουσίας μιας γάτας σε κλουβί στο μπροστινό από εμένα κάθισμα. Το γατάκι ήταν μαύρο και μικρό σε ηλικία και ούρλιαζε μέχρι την άφιξη μας στην Θεσσαλονίκη για την ελευθερία του.

«Μα γιατί το κάνετε αυτό στη γάτα;» ρώτησα την κοπέλα που το κουβάλαγε.
«Δεν είναι καν δικό μου εντάξει;» μου απάντησε αυτή ξερά. «Το πηγαίνω στον πρώην της φίλης μου. Δεν είμαι υποχρεωμένη να ξέρω τίποτα από γάτες, παράτα με!»

Αναγνωρίζοντας πως η κοπέλα μάλλον γρατζουνούσε περισσότερο απ’ τη γάτα, έβγαλα το σκασμό, ανέχτηκα τα νιαουρίσματα που μεταφράζονταν σε απελπισμένα «ΒΟΗΘΕΙΑ! ΣΩΣΤΕ ΜΕ!» και κάποια ώρα έφτασα, όταν είχε για τα καλά χαράξει πλέον, έφτασα στον προορισμό μου αρκετά ζαλισμένος.

Ήταν πολύ νωρίς ακόμα για να επικοινωνήσω με τον Κορνήλιο. Μπήκα σε μια καφετέρια κοντά στον σταθμό της Θεσσαλονίκης. Παραδίπλα μου όλα τα τραπέζια γεμάτα με κόσμο που κρατούσε ελληνικές, βυζαντινές, ρωσικές, σέρβικες και άλλες σημαίες και φώναζε για τη Μακεδονία. Σε κάποια φάση ορισμένοι Έλληνες που δεν αναγνώρισαν τη σημαία της Σερβίας και την πέρασαν για κάποια άλλη εχθρική σε αυτούς χώρα, επιτέθηκαν σε αυτούς που την κράταγαν, σπάζοντας ορισμένες καρέκλες, πόδια και κεφάλια.

«Τι θα πάρετε;» με ρώτησε η σερβιτόρα. Πρέπει να τα είχα τελείως χαμένα γιατί αν και γυναίκα μου φάνηκε αρκετά ελκυστική. Είχε κάτι ωραία μπουκλάκια στα μαλλιά που άξιζε να κάτσεις να τα χαζέψεις. Παραδίπλα μια παρέα διαφωνούσε για το πώς θα μοιραστούν τα εδάφη των Κοσοβάρων μετά την κατάκτηση τους από εμάς και τους αδερφούς Σέρβους.

«Νες, μέτριο, χωρίς, με ζαχαρίνη!»
«Βασικά έχουμε μόνο στέβια»
«Χμμ» το ξανασκέφτηκα κοιτάζοντας το μαγαζί που γέμιζε κι άλλο, συγκεκριμένης ποιότητας κόσμο, όσο πέρναγε η ώρα. «Βάλε μου ένα τριπλό ουίσκι με κόκα κόλα λάιτ καλύτερα, ξηρούς καρπούς δε θέλω»

Η σερβιτόρα μου έριξε ένα βλέμμα κατανόησης και πήγε να φέρει την παραγγελία μου.

***

«Θα βρεθούμε στον Άγιο Δημήτριο» μου είχε πει ο Κορνήλιος. Κι εγώ ήμουν κάτω από τον Άγιο Δημήτριο ανάμεσα σε χιλιάδες ανθρώπους που είχαν αρχίσει να μαζεύονται για το συλλαλητήριο, να φωνάζουν συνθήματα και να τραγουδάνε Ξυλούρη. Την απαίσια αυτή ατμόσφαιρα επιβάρυνε το γεγονός πως εκείνη τη μέρα είχε πολύ ήλιο και εγώ και με το μυαλό καμένο λιγάκι από τις καταχρήσεις και την αϋπνία αναγκαζόμουν να κυκλοφορώ συνέχεια με γυαλιά καθώς με που έπεφταν οι αχτίνες του ηλίου στα μάτια μου ένιωθα να πονάω.

Ο Κορνήλιος είχε αργήσει και μάλιστα δε με είχε πάρει τηλέφωνο απ’ την ώρα που δώσαμε το ραντεβού. Δεν πίστευα πως δε θα εμφανιζόταν. Δεν είχε δώσει τέτοια δείγματα αναισθησίας και σκατανθρωπιάς. Ωστόσο καλού-κακού πλησίασα έναν πατριώτη που τώρα τραγούδαγε Παπακωνσταντίνου (Βασίλη) και τον ρώτησα:

«Συγνώμη, μήπως έχετε δει έναν βάτραχο;»
«Έναν βάτραχο;»
«Ναι έναν βάτραχο, είναι ο πιο όμορφος βάτραχος του κόσμου, είναι κίτρινος και κόκκινος και μοιάζει με λούτρινο και…»
«Παλικάρι μου, ένα θα σου πω… αυτοί οι προδότες φταίνε που κατέστρεψαν την χώρα, μολύνανε τον αέρα μας και φτάσανε εσάς τους νέους να κυκλοφορείτε τρελοί στους δρόμους»
«Δεν είμαι τρελός βρε πατερούλη, υπάρχει ο βάτραχος. Τον λένε Κορνήλιο, έχουμε κοιμηθεί μαζί, δεν φαντάζεσαι πως είναι να κάθεσαι να τον κοιτάς. Πιστεύω με όλη μου την καρδιά πως αν τον είχαν σε ζωολογικό κήπο, θα του είχαν βάλει και ταμπέλα -Χάιδεψε με- »

«Είσαι τρελός!» μουρμούρισε ο πατριώτης και έκανε να φύγει προς μια παρέα που άκουγε στη διαπασών Σφακιανάκη.

Τότε, στο βάθος πίσω από αυτή την παρέα, είδα έναν, κίτρινο-κόκκινο βάτραχο να μου κουνάει το χέρι του. Ήταν ο Κορνήλιος.

Χωρίς να συνειδητοποιώ τι μαλακία κάνω, τράβηξα τον τύπο που μίλαγα πριν και του έδειξα με το χέρι μου τον βάτραχο της ζωής μου, τον πιο όμορφο βάτραχο, στην εθνική ή γεωγραφική ή οτιδήποτε περιοχή της Μακεδονίας.

«Να τος! Στο είπα ότι υπάρχει, δεν είναι υπέροχος;» τον ρώτησα.

Ο πατριώτης, ο εθνικός σύντροφος, ο φρουρός της πατρίδας, σάστισε βλέποντας τον Κορνήλιο. Μη μπορώντας να πιστέψει στα μάτια του έβγαλε απ’ την τσέπη του ένα ζευγάρι γυαλιά και τα φόρεσε, πιθανώς για να βεβαιωθεί ότι δεν επρόκειτο περί οφθαλμαπάτης.

«Ώστε είναι αλήθεια…» μουρμούρισε.
«Εμ, φυσικά, τι σου λέω τόση ώρα…» είπα εγώ. Κι αφού τον άφησα, περπάτησα ως τον Κορνήλιο. Τον πήρα μια τρυφερή αγκαλιά και δώσαμε ένα γρήγορο φιλί στο στόμα.
«Ομόρφυνες» μου είπε.
«Άσε τις βλακείες τώρα» απάντησα χαμογελώντας μέχρι τα βάθη της ψυχής μου.

Αυτά τα πλάσματα που σε κάνουν ευτυχισμένο με την παρουσία τους και μόνο πρέπει να βρούμε γρήγορα τον τρόπο να τα κλωνοποίησουμε ή έστω να μεταδώσουμε επακριβώς το συναίσθημα που αισθανόμαστε παρέα τους. Το πιο λυπηρό είναι βέβαια πως αυτά τα ίδια δε θα μάθουν ποτέ ακριβώς τι σημαίνει να βρίσκεται κάποιος μαζί τους στον ίδιο χώρο κι αν ακόμα μπαίναμε στον κόπο να τους το εξηγήσουμε μάλλον τρελούς θα μας λέγανε ή ερωτευμένους. Αλλά εμείς δεν είμαστε τίποτα από τα δύο φυσικά και ως εκ’ τούτου δεν υπάρχει κανένας λόγος να μάθουν τίποτα απολύτως.

«Συγνώμη» γύρισα προς το πατριωτάκι «Θα μας βγάλετε μια φωτογρ…»

Το πατριωτάκι είχε βγάλει πιστόλι.

«Δεν είναι γκόμενος σου έτσι δεν είναι;» ρώτησα τον Κορνήλιο.
«Πας καλά μωρέ;» μου απάντησε.

Ο …πατριώτης πυροβόλησε τότε στον αέρα. Οι μουσικές σταμάτησαν και όλοι γύρισαν τρομαγμένοι προς το μέρος μας.

«ΕΛΛΗΝΕΣ!» φώναξε «ΔΩΣΤΕ ΚΑΛΑ ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΤΑ ΛΟΓΙΑ ΜΟΥ» αλλά είχε ήδη πυροβολήσει ανάμεσα σε πλήθος χιλιάδων ατόμων επομένως όλοι τον πρόσεχαν, αντί για παράδειγμα να τον αφοπλίσουν.
«Οι Σκοπιανοί είναι σήμερα εδώ με πράκτορες τους, ζηλεύουν τη χώρα μας, θέλουν τα εδάφη μας, λεηλατούν την ιστορία μας…»
«Προσέχεις ότι χρησιμοποιεί μια συγκεκριμένη δομή στο λόγο του όταν μιλάει για το τι θέλουν οι Σκοπιανοί ε;» με ρώτησε ο Κορνήλιος. Έβαλα τα γέλια.

Ο εθνικός μας σύντροφος πυροβόλησε πάλι στον αέρα αλλά αυτή τη φορά σημαδεύοντας αισθητά προς το μέρος μας.

«Είσαι τελείως ψυχάκιας έτσι;» του είπα «Εντάξει έχω γνωρίσει πολύ κόσμο με προβλήματα, με τους περισσότερους από αυτούς είχα σχέση κιόλας, αλλά εσύ έχεις ξεφύγει».
«Κι εσύ…» μου είπε ψυχρά εκείνος «Είσαι ένας προδότης που πούλησε την πατρίδα μας στα Σκόπια»

Α στο καλό. Πότε το είχα κάνει πάλι αυτό;

«Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΑΥΤΟΣ» συνέχισε να μιλάει για μένα ο παλαβιάρης εθνικιστής δείχνοντας εμένα, «Είναι σήμερα εδώ ως πράκτορας της κυβέρνησης των Σκοπίων, σκόπευε να παραδώσει όλες τις πληροφορίες για το συλλαλητήριο στον εκπρόσωπο τους, σε αυτό το θλιβερό εκφυλισμένο πλάσμα, με το οποίο διατηρούν ερωτική σχέση» είπε και έδειξε τον Κορνήλιο.

«Βασικά δεν έχουμε ορίσει τι έχουμε!» είπε αυτός.
«Κι είμαστε πολύ περήφανοι για αυτό!» πρόσθεσα εγώ.

Κι άλλος πυροβολισμός πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Η μονογαμία αντεπιτίθεται.

«Αποδεικνύονται όλα αυτά απ’ την ομοφυλοφιλία τους, γνωστή ασθένεια των απάτριδων και των μη-Ελλήνων και απ’ το γεγονός πως το μεταλλαγμένο πλάσμα είναι βαμμένο στα χρώματα της σημαίας των Σκοπιών. Χρειάζεται κανείς άλλη απόδειξη;»
«ΌΧΙ!» απάντησε όλο το πλήθος με απόλυτο συγχρονισμό. Ούτε ο Ιωάννης Μεταξάς να ήταν. Βασικά τώρα που το ξανασκέφτομαι ήταν.

Ένιωθα την κατάσταση να αγριεύει επικίνδυνα. Έπρεπε να απαντήσω κάτι.

«Μισό λεπτό ρε φίλε» του είπα «Εδώ πέρα σήμερα θα μαζευτεί πάνω από ένα εκατομμύριο κόσμος που αγαπάει την πατρίδα του, σωστά;»
«Λογικά περισσότεροι» απάντησε ανόρεχτα ο ένοπλος συνομιλητής μου.
«Ε είναι δυνατόν να μου λες, ότι στο ένα εκατομμύριο ή στα δύο εκατομμύρια που θα έρθουν, που είναι όλοι σίγουρα πατριώτες, βαμμένοι δεν αμφιβάλλω, να μην υπάρχει ένας ομοφυλόφιλος; Από πότε είναι ένδειξη η ομοφυλοφιλία για την απουσία εθνικής συνείδησης, πως μηδενίζεις έτσι τον κόσμο που θέλει να αγωνιστεί για το έθνος του;»

Είχα μάθει τέτοια επιχειρήματα από τότε που σπούδαζα στο χημικό και ήθελα να πείσω την ενορία της γειτονιάς μου να φτιάξουμε χριστιανική LGBTQI+ ομάδα.

Φυσικά τότε είχα αποτύχει. Οι παπάδες είναι συντηρητικοί και πολλές φορές, τις περισσότερες μάλλον, μισάνθρωποι και σκοταδιστές. Όσο να πεις όμως, αναγκάζονται να μάθουν λίγο από θεολογία και δεν πείθονται εύκολα. Ο τύπος απέναντι μου ωστόσο είχε σκαλώσει με αυτά που του είπα.

«Ναι χμμμ…» έκανε. Λίγα σαλάκια έφυγαν απ’ το στόμα του.
«Μόνο ένας τρόπος υπάρχει να μάθουμε την αλήθεια!» πετάχτηκε τότε ένας απ’ το πλήθος. «Γιατί Θεέ μου;» σκέφτηκα με απελπισία και περίμενα να ακούσω τι είχε να πει. Ο δεύτερος πατριώτης όμως, που προερχόταν απ’ την παρέα που προηγουμένως άκουγε Σφακιανάκη, αντί να προτείνει το οτιδήποτε έτρεξε απότομα προς το μέρος μου και τράβηξε τη μια βαλίτσα απ’ το χέρι μου.

Ούτε που πρόλαβα να αντιδράσω.

«Για να δούμε με τι σκοπό ήρθε στη Θεσσαλονίκη ο κύριος από εδώ» είπε θριαμβευτικά ο φαν του Νοτη και άνοιξε τη βαλίτσα.

Δεκάδες μικρά σακουλάκια με μια απ’ τις πικρότερες για τη γλώσσα, πιο γλυκές για το μυαλό και την καρδιά σκόνες έπεσαν έξω και χύθηκαν στην άσφαλτο της συμπρωτεύουσας του ελληνικού κράτους.

«Ναρκωτικά!» είπε το πλήθος.
«Ναρκωτικά!» είπε κι αυτός.

Τι να απαντήσω και εγώ σε όλα αυτά… «Με των σαράντα ευρώ το γραμμάριο παιδιά, όποιος προλάβει!» φώναξα κι αρπάζοντας τον Κορνήλιο στην αγκαλιά μου, αρχίσαμε να τρέχουμε.

***

«Πιάστε τους! Τους πληρώνουν οι Σλάβοι για να πουλάνε στα παιδιά μας ναρκωτικά! Φώναζε ένα πλήθος χιλιάδων ατόμων, που κυνηγούσε εμένα, έναν κακομοίρη χημικό με κλίση στη θεολογία, 25 χρονών παλικάρι, και το πλασματάκι που αγαπούσα. Ο παλαβός με το όπλο στο μεταξύ προπορευόταν του όχλου που έτρεχε στο κατόπι μας και που και που έριχνε καμία σφαίρα προς το μέρος μας. Για καλή μας τύχη το πιο κοντινό σε άνθρωπο που είχε πετύχει ήταν ένας κάδος σκουπιδιών.

«Κι οι Σέρβοι που γουστάρεις Σλάβοι είναι ρε καθυστερημένε!» του φώναξα. Βρισιές για τη μάνα μου, για εμένα, για πράγματα που μου αρέσει να βάζω στον κώλο μου και ένας πυροβολισμός ακόμα ήταν η απάντηση.

«Τι σκατά θα κάνουμε;» ρώτησα τον Κορνήλιο που ήταν σκαρφαλωμένος στον ώμο μου, «Κάνουμε κύκλους μέσα στην πόλη, έχω κουραστεί, θα μας πιάσουν!»
«Πρέπει να μπούμε κάπου για να γλυτώσουμε» απάντησε ο σύντροφος μου. Κοίταξα τριγύρω. Όλα κλειστά. Σε σπίτια δε θα μας άνοιγε κανείς.

«Δυστυχώς ούτε με θαύμα δε σωζόμαστε» είπα και άρχισα να προετοιμάζομαι για το λυντσάρισμα στα χέρια του ελληνικού όχλου. Όμως αμέσως μου ήρθε σαν επιφοίτηση κάτι στο μυαλό.
«Κι όμως ίσως με ένα θαύμα να σωθούμε» μουρμούρισα.
«Σε παρακαλώ μην αρχίσεις να προσεύχεσαι» μου είπε ο Κορνήλιος, «Απλά τρέχα»
«Προσευχήσου εσύ για εμάς γλυκούλη» του απάντησα, «Εγώ θα κάνω κάτι άλλο».

Με τις τελευταίες μου δυνάμεις έτρεξα προς την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου κουβαλώντας μαζί μου τον Κορνήλιο, από πίσω το πλήθος μας κυνηγούσε, μας έβριζε, μας πυροβόλαγε, οτιδήποτε.

Χτύπησα την πόρτα της εκκλησίας.
Καμία απάντηση.

«Κοιτάχτε να δείτε!» φώναξα «Δεν είναι δυνατόν να είμαι ο μόνος χριστιανοκομμουνιστής στην Ελλάδα. Δε μπορεί να μην υπάρχει ένας άνθρωπος εδώ μέσα που να κρίνει πως είναι καλύτερα να μας σώσει απ’ ότι να μας αφήσει να γίνουμε κομματάκια στα χέρια του κάθε ψυχοπαθή!».

Η πορτούλα άνοιξε και ένας ιερέας μεγάλης ηλικίας, αλλά αρκετά καλοστεκούμενος φάνηκε στην είσοδο.

«Ο χριστιανοκομμουνισμός είναι αίρεση!» μου είπε αυστηρά.

Χαμογέλεσα.

«Τις ευλογίες σας πάτερ!» του είπα και μην περιμένοντας την άδεια του μπούκαρα μέσα στο ναό μαζί με τον Κορνήλιο. Ο κληρικός, κοίταξε λίγο σκεφτικός προς το μέρος μας και έπειτα κοίταξε προς το μέρος του πλήθους που ερχόταν προς την εκκλησία.

«Κι αν τους αφήσει να μπουν;» ρώτησε ο Κορνήλιος.
«Τότε ήρθε το τέλος…» του είπα απλά.

Κανείς μας δε μίλησε.

«Πάμε κάπου οι δύο μας;» με ρώτησε.
«Πάμε» του είπα. Τον κατέβασα απ’ τους ώμους μου και τον κράτησα απ’ το χέρι.
«Ψηλά στο καμπαναριό;» πρότεινα δειλά.
«Θα μπορούμε να βλέπουμε τι γίνεται με αυτούς τους τρελούς και να είμαστε μονάχα εμείς»
«Εντάξει»

Ανεβήκαμε ως το πιο ψηλό καμπαναριό του Άγιου Δημητρίου, φύλακα και προστάτη της Θεσσαλονίκης. Στηρίχθηκα σε κάτι κάγκελα κι αυτός πήδησε στην καμπάνα.

«Δεν καταλαβαίνω τίποτα πια» μου εξομολογήθηκε.
«Εγώ πάλι» του είπα γλυκά «Καταλαβαίνω όλο και περισσότερα όσο περνάει ο καιρός».
Χαμογέλασε. «Εσύ είσαι περίεργος» απάντησε, «Γι’ αυτό σου αρέσω κιόλας».
«Είμαι σίγουρος ότι αρέσεις σε πολύ κόσμο» είπα όχι χωρίς έναν τόνο ζήλειας στη φωνή μου.
«Ναι αλλά με εσένα είναι διαφορετικά, δεν θες ούτε απλά να έχεις κάτι να βρίσκεται στη ζωή σου, ούτε το περιορίζεις στο σεξουαλικό, ούτε είσαι ερωτευμένος μαζί μου, μόνο στέκεσαι συνέχεια και με κοιτάς με ένα βλέμμα, που αν δεν ήξερα ότι με γουστάρεις θα έλεγα ότι το προορίζεις για κάποιο αυτιστικό ξαδερφάκι σου»

Δεν είπα τίποτα.

«Είσαι τρελός;» με ρώτησε.
«Σοβαρά το ρωτάς;»
«Ναι… το ρωτάω σοβαρά»
«Έχει μαζευτεί κόσμος Κορνήλιε… έχουμε πιο σοβαρά προβλήματα απ’ την ψυχική μου υγεία»
«Θα ήθελα να το λήξουμε»

Αναστέναξα.

«Δεν είμαι τρελός Κορνήλιε» του είπα λυπημένα «Ελπίζω να μη σε απογοητεύω»
«Τότε» απάντησε εκείνος «Εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω τίποτα, αλλά δεν έχει σημασία!»

Και πήδηξε απ’ την καμπάνα πάνω μου.
Αγκαλιασμένοι αρχίσαμε να φιλιόμαστε.

«ΛΟΙΠΟΝ ΓΙΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΟΡΑ ΣΑΣ ΤΟ ΛΕΩ…» ακούσαμε μια δυνατή φωνή κι αναγκαστήκαμε να διακόψουμε για να δούμε τι ήταν.

Ήταν ο ιερέας που απευθυνόταν στο πλήθος.

«ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΘΑ ΠΕΙΡΑΞΕΙ ΚΑΝΕΝΑΝ ΟΣΟ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ ΠΑΠΑΣ ΣΤΟ ΝΑΟ, ΤΑ ΜΑΖΕΥΕΤΕ ΚΑΙ ΦΕΥΓΕΤΕ ΑΛΛΙΩΣ ΘΑ ΖΗΤΗΣΩ ΕΓΩ ΑΥΤΟΠΡΟΣΩΠΩΣ ΑΠ’ ΤΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΝΑ ΑΦΟΡΙΣΤΕΊΤΕ ΕΝΑΣ ΠΡΟΣ ΕΝΑΣ!».

Το πλήθος, αφού πρώτα τον έλουσε βρισιές με πρώτη και κύρια την αναφορά στην φανταστική πιθανότητα εβραϊκή καταγωγή του, άρχισε να διαλύεται και να επιστρέφει εκεί που ήταν αρχικά να πραγματοποιηθεί το συλλαλητήριο του.

Είχαμε γλυτώσει.

«Δόξα σοι ο Θεός!» αναστέναξα.
«Ω, σκάσε επιτέλους» είπε ο Κορνήλιος και μου πέταξε ένα γρήγορο φιλί στο στόμα.

Έπειτα με κοίταξε παιχνιδιάρικα.

«Να σου πω ρε Τέλη…»
«Έλα»
«Τελικά με αυτό το θέμα της Μακεδονίας, ποιος έχει δίκιο;»
«Ρε φίλε» είπα εγώ σκάζοντας στα γέλια «Πραγματικά δεν έχω ιδέα πλέον»

Ο σύντροφος μου όμως επέμενε.

«Αν έπρεπε να πεις ότι έχει δίκιο κάποιος, ποιόν θα διάλεγες;»
«Θα έλεγα ότι η Μακεδονία ανήκει στο Θεό» είπα πολύ σοβαρά.
«Ωραία!» είπε ο βάτραχος που αγαπούσα και πετάχτηκε προς το σκοινί που έθετε την καμπάνα σε λειτουργία.
«Ας τον ρωτήσουμε κι αυτόν μια γνώμη, τι λες;» μου είπε κρατώντας το από την άκρη.

Στην αρχή μου φάνηκε κακή ιδέα, ίσως και να φοβήθηκα λίγο. Έπειτα είπα: «Δε γαμιέται, εδώ που φτάσαμε…». Σηκώθηκα απ’ τη θέση μου και κράτησα και εγώ το σκοινί της καμπάνας.

Το επόμενο δευτερόλεπτο το τραβούσαμε ταυτοχρόνως μαζί. Οι μελωδίες του Αγίου Δημητρίου ακούγονταν σε όλη τη Σαλονίκη και το βατραχάκι που αγαπούσα ακουμπούσε το κεφάλι του στοργικά στους ώμους μου απολαμβάνοντας τις μαζί μου.

Ήμουν πολύ ευτυχισμένος και ούτε που μπορούσα να φανταστώ εκείνη τη στιγμή πως ενώ εμείς ακούγαμε απλές μελωδίες καμπάνας, όλος ο υπόλοιπος πληθυσμός της πόλης άκουγε κάτι διαφορετικό… πως μου είπανε ότι πήγαινε… κάπως έτσι:

Денес над Македонија се раѓа,
ново сонце на слободата!
Македонците се борат,
за своите правдини!
Македонците се борат,
за своите правдини!

Не плачи Македонијo мајко мила,
Крени глава гордо, Високо,
Старо, младо, машко и женско,
На нозе се кренало!
Старо, младо, машко и женско,
На нозе се кренало!

Одново сега знамето се вее,
на Крушевската република!
Гоце Делчев, Питу Гули,
Даме Груев, Сандански!
Гоце Делчев, Питу Гули,
Даме Груев, Сандански!

Горите македонски шумно пеат,
нови песни, нови весници!
Македонија слободна,
слободно живее!
Македонија слободна,
слободно живее!

H κρυφή καταδίωξη (Σιλουάν Κ.)

1

Είμαστε ντετέκτιβ. Στα 60 δευτερόλεπτα της Αγωνίας στεκόμαστε πίσω απ’τον ιδρώτα, πίσω απ’το τρέμουλο των χεριών, κάτω απ’την καρδιά που πάλλεται μανιασμένη. Είμαστε ντετέκτιβ και δεν δεχόμαστε τα προφανή ως δεδομένα. Τα 60 δευτερόλεπτα της Αγωνίας είναι απλώς το πεντανόστιμο τυρί της φάκας, την ωρα που η Πραγματικότητα βρισκεται κρυμμένη πίσω απ’την μωβ κουρτίνα. Ο ήχος του πιάνο φτάνει στις πιο υψηλές νότες και έπειτα χάνεται στο σκοτεινό δάσος. Ευτυχώς δεν είμαστε μόνοι, η Εμπειρία μας βοηθάει. Είναι το μοναδικό μας όπλο, το άλογο που ποτέ δεν μας εγκαταλείπει. Τα φώτα μιας κάντιλακ πέφτουν στο σκοτεινό δρόμο και η Εμπειρία στέκεται εκεί ακλόνητη ως φακός της αφόρητης Πραγματικότητας. Οι λέξεις με την βοήθεια της αποκτάνε βάθος, η αμφιβολία γίνεται μια κατεύθυνση, το ίδιο και ο φόβος. Η γλώσσα αισθάνεται την ολοκλήρωση της, η Αλήθεια φανερώνεται σαν φωτιά.

2

Είμαστε ντετέκτιβ και η μωβ κουρτίνα ξεθωριάζει αφού πρώτα πέσουμε στο έδαφος σφαδάζοντας. Η Εμπειρία είναι ο αδερφός μας απ’την κόλαση και ο μοναδικός δρόμος προς την διελευκανση του Εγκλήματος. Απ’τον τέταρτο όροφο μιας πολυκατοικίας ακούγεται 1 ψίθυρος: οι ντετέκτιβ πρέπει να σκάψουν με ψυχραιμία και οργάνωση. Οι σπασμωδικές κινήσεις βοηθάνε τον Εχθρό, σηκώνουν χώμα που τον κρύβει. Το μωβ γίνεται παχύ κόκκινο και η Πραγματικότητα χαχανίζει γεμάτη αυταρασκεια. Η Εμπειρία μας καλεί να φανούμε γενναίοι: τo πτώμα θα ξεβραστεί μόνο του στην στεριά αρκεί να πιέσουμε με όλη μας την δύναμη. Η Εμπειρία θα σταθεί δίπλα μας αρκεί να την αγαπήσουμε. Έτσι λοιπόν εγκαταλείπουμε τα σπίτια μας, τις δουλειές, τις πατρίδες μας. Στεκόμαστε κάτω απ’τον απέραντο ουρανό και βρεχόμαστε απ’την ηλεκτρική καταιγίδα. Εγκαταλείπουμε τα όρια για να μπορέσουμε να ανταποκριθούμε στο καθήκον. Τότε η Εμπειρία μας ευγνωμονεί και τραντάζει τα δάχτυλα μας ακόμα και όταν συλλαμβάνουμε 1 διαστημικό καουμπόι. Η μωβ κουρτίνα της ομίχλης διαλύεται, το πτώμα κυλιέται στις πέτρες. Καρδιές τυλιγμενες με ατσάλι αντέξτε!

3

Είμαστε ντετέκτιβ. Στο σκοτεινό δωμάτιο δεν προχωράμε ψηλαφώντας. Βαδίζουμε με την σιγουριά ενός τυφλού, γνωρίζουμε τα πόμολα, τα έπιπλα, τις απρόσμενες παγίδες. Βαδίζουμε προς την Αποκάλυψη παρά τις φωνές που την αρνούνται. Βουτάμε στο πηγάδι της αβύσσου, γνωρίζοντας πως αυτό δεν είναι αρκετό. Η Εμπειρία μας καθοδηγεί. Οι ντετέκτιβ αντιλαμβάνονται πως ο μοναδικός ρεαλισμός είναι ο βιωμένος. Τα στοιχεία καταγράφονται με προσοχή: είναι χειμώνας και η Πραγματικότητα πίνει κονιάκ σε 1 μπαρ. Τα χνώτα της βρωμάνε. Ο Ντετέκτιβ ξαναδιαβάζει το χαρτί με προσοχή και δε χάνει ούτε λεπτό. 1000 χαρακιές απλώνονται στο μέτωπο του, όμως πλέον βρίσκεται πιο κοντά: η Ζωή πέφτει πολύ βαριά στους ωμούς του, παρ’ολα αυτά αντιστέκεται σαν λύκος. Η Πραγματικότητα ουρλιάζει φοβισμένη, την ώρα που ο ντετέκτιβ σπάει με μια κλωτσιά την πόρτα του μαγαζιού. .

4

Είμαστε ντετέκτιβ και φτύνουμε στην μούρη τον ρεπόρτερ. Μας είναι άχρηστος και είναι επικίνδυνος, γιατί διαστρέφει την Ζωή προς την Απλότητα. Μπλέκεται στα πόδια μας και μας εμποδίζει. Εμείς του λέμε: η Απλότητα είναι 1 ψέμα φορτωμένο με ένοχες. Η Απλότητα είναι η άμυνα των φοβισμένων και εμείς παλεύουμε να εκτεθούμε. Μια αυτονόητη μωβ κουρτίνα, ένας αόρατος θάμνος. Ο δήθεν ρεαλισμός της καταγραφής, είναι μια γαμημένη διαδήλωση από ζόμπι. Η Πραγματικότητα καταφέρνει να ξεφύγει, όμως η Εμπειρία μας δίνει 1 γερο χαστούκι και μας υπενθυμίζει: οι ντετέκτιβ δε δέχονται το μακιγιάζ του δολοφόνου, αποκλείουν την μηχανική του συναισθήματος. Οι συμβάσεις ξεπερνιούνται μονάχα με την βοήθεια του πιστού μας φίλου. Η μεγάλη υπέρβαση μυρίζει αίμα, και αλκοόλ και σπέρμα και ανάσα μιας καταδίωξης μέσα στην χειμωνιάτικη πόλη. Είμαστε ντετέκτιβ και πρέπει να σκάψουμε, να σκάψουμε με οργάνωση και ψυχραιμία. Στη μέση διασταυρωμένων πυρών. Στο μέτωπο.

5

Είμαστε ντετέκτιβ και γνωρίζουμε πως ο δολοφόνος είναι γεμάτος από κόλπα αντιπερισπασμού: το Όνειρο μας σαγηνεύει, όμως εμείς γνωρίζουμε πως είναι μια ακόμη φλούδα. Ο δολοφόνος το χρησιμοποιεί για να μας κάνει να χαθούμε, όμως εμείς το εκμεταλευομάστε όπως μπορούμε. Τίποτα δε πάει χαμένο. Το Όνειρο δεν είναι εχθρός μας, αλλά 1 στοιχείο, 1 βοηθητικό καθρεφτάκι. Βρίσκεται εκεί αλλά από μόνο του μας κάνει να ξερνάμε με την υποκρισία του. Πρέπει να το καλοπιάσουμε, να το βασανίσουμε, να το κάνουμε να μαρτυρήσει. Δεν πρέπει ποτέ να ξεχάσουμε πως εκείνο δεν είναι ο δολοφόνος, πως εκείνο την ώρα του φόνου κοίταζε μέσα απ’την κλειδαρότρυπα. Ένας μάρτυρας είναι το Όνειρο, ένας μάρτυρας! Πρέπει να το χρησιμοποιήσουμε με εξυπνάδα και σύνεση, πρέπει να το αφήσουμε εκεί ως κομμάτι του σκηνικού. Πρέπει να το καταγράψουμε με δυσπιστία.

6

Είμαστε ντετέκτιβ και ο δολοφόνος σύντομα θα βρίσκεται στα χέρια μας. Μια μελαχρινή χορεύει στο γκρουβ μπιτάκι και το μυστήριο τρυπώνει στον κώλο μας. Δεν έγινε αυτό και εκείνο, δεν έγινε ούτε το άλλο. Ο περιπλανώμενος ντετέκτιβ που αιμορραγεί, βυθίζεται στην άσφαλτο χαμογελώντας. Κρατάει το χέρι της όμορφης γυναίκας και ψελλίζει 1 ακόμη στοιχειό.

Το νησί των προβάτων (Άλεξ Κοάν)

Όταν μπήκε εκείνο το καλοκαίρι είχα ήδη αποφασίσει πως θα έφευγα μερικές μέρες για ένα ταξιδάκι. Δεν ήταν ότι ένιωθα σκασμένος ή ότι έπρεπε οπωσδήποτε να ξεφύγω απ’ τη φρίκη της πόλης ή κάτι παρόμοιο. Εξάλλου, είχα μόλις ένα μήνα που χα επιστρέψει στην Αθήνα, μετά από περίπου έξι μήνες σπουδών στην ξενιτιά. Βέβαια εντάξει, κι αυτός ο ένας μήνας ήταν αρκετός για να παίζουν και αυτά που προανέφερα, μα η αλήθεια είναι ότι αυτό το σκάσιμο κι αυτή η τάση να ξεφύγω είναι ούτως ή άλλως η συνηθισμένη μου κατάσταση, οπότε όχι, δε μπορώ να πω πως έπαιξαν κάποιον ιδιαίτερο ρόλο στην απόφασή μου. Απλά, μιας και είχα την οικονομική άνεση (ευχαριστώ, πατέρα) και δεν είχα κάτι καλύτερο να κάνω, τότε γιατί όχι; Εξάλλου πάντα μου αρέσαν τα ταξίδια – όπως φαντάζομαι και στον περισσότερο κόσμο – κι όποτε μου δινόταν η ευκαιρία μάζευα το σάκο μου και την έκανα απ’ την πίσω πόρτα.
Ήθελα να διαλέξω κάποιον σχετικά άγνωστο και, όσο γινόταν, εξωτικό προορισμό. Όσο λιγότεροι τουρίστες τόσο το καλύτερο. Κι αυτό όχι μόνο λόγω της αγοραφοβίας μου και της απέχθειας που τρέφω γι’ αυτό το ανθρώπινο υποείδος των τουριστών, μα επίσης και γιατί ήθελα να το παίζω ψαγμένος και αλτέρνατιβ στα γκομενάκια. Το να πεις ότι πήγες στο Παρίσι σίγουρα θα σηκώσει κάποια βλέμματα και θα εγείρει κάποιες ερωτήσεις του τύπου “πώς ήτανε;” ή “πώς πέρασες;” ή ακόμα και “τι έκανες εκεί;”, μα το να πεις ότι πήγες πχ στο Ελ Σαλβαδόρ σημαίνει αυτόματα τουλάχιστον τις διπλάσιες ερωτήσεις. “Που είναι αυτό;” “Πώς πήγες εκεί;” “Και τι συμβαίνει σ’ αυτή τη χώρα;” “Γιατί διάλεξες να πας εκεί;” “Ισχύει ότι μέχρι πρόσφατα είχανε εμφύλιο;” κλπ. Οπότε, εκτός από τα τετριμμένα, σου δίνεται και η ευκαιρία να αναπτύξεις τις ιστορικές/ γεωγραφικές/ πολιτικές σου γνώσεις.
Τελοσπάντων, δεν πήγα στο Ελ Σαλβαδόρ, μου έπεφτε κομμάτι μακριά. Έψαξα στο χάρτη και βρήκα ένα νησάκι στον Ατλαντικό, λίγο έξω απ’ την Πορτογαλία, με το παράξενο όνομα “Isle des ovejas” (Νησί των Προβάτων). Το γκούγκλαρα και βρήκα πως επρόκειτο περί ενός μικρού νησιού με πληθυσμό γύρω στις 30 χιλιάδες νοματαίους, που τυπικά άνηκε στην Ισπανία, μα το διεκδικούσε κι η Πορτογαλία, και ουσιαστικά ήταν αυτοδιοίκητο, με δικιά του κυβέρνηση. Επίσης, το όνομα του το είχε πάρει, προφανώς, απ’ τον τεράστιο πληθυσμό προβάτων που υπήρχε στο νησί – τα πρόβατα ήταν περίπου εφταπλάσια απ’ τους ανθρώπους. Ωραία ως εδώ.
Κατέβηκα λίγο πιο κάτω και διάβασα για το πυρηνικό ατύχημα του 1979. Θα μου πεις, πυρηνικά σ’ ένα τόσο μικρό νησάκι; Και όμως, η Ισπανία λέει είχε εγκαταστήσει εκεί το πρώτο της εργοστάσιο πυρηνικής ενέργειας το 1965. Οι λόγοι δεν ήταν μόνο η απομακρυσμένη θέση του νησιού και ο μικρός πληθυσμός του, μα και το γεγονός ότι ήθελε να εδραιώσει πως το νησί της ανήκει για να αποφύγει τυχόν επεισόδια με την Πορτογαλία, και να δημιουργήσει και το αίσθημα της Ισπανικής εθνικής ταυτότητας στους κατοίκους δίνοντας τους θέσεις εργασίας. Πριν απ’ αυτό, οι μόνες δουλείες που υπήρχαν ήταν αυτή του βοσκού κι αυτή του ψαρά και τίποτε άλλο – αφού ακόμα κι ο τουρισμός ήταν τελείως υποανάπτυκτος, ούτε καν οι ίδιοι οι Ισπανοί δεν πήγαιναν εκεί.
Το 1979 λοιπόν, κατά τη διάρκεια μιας δοκιμής, έγινε μια έκρηξη σ’ έναν απ’ τους αντιδραστήρες. Η καταστροφή, για κάποιο επιστημονικό λόγο που δεν πολυκατάλαβα, ήταν πολύ μικρότερη από άλλες αντίστοιχες όπως αυτή του Τσέρνομπιλ, και οι νεκροί ήταν πολύ λίγοι σε σχέση με όσους θα περίμενε κανείς – περίπου το ένα τρίτο του προσωπικού και μερικές κατοστάρες πρόβατα που βόσκανε στην περιοχή. Μετά τα κλασσικά, η περιοχή εκκενώθηκε, οι περισσότεροι κάτοικοι του νησιού φύγανε, και διάφορες ομάδες Ισπανών επιστημόνων κατέφθασαν για να κάνουν μια αποτίμησή του μεγέθους και των αιτιών του ατυχήματος. Παραδόξως, ανακοίνωσαν πως το νησί ήταν ασφαλές – η ραδιενέργεια που εκκρίθηκε στην ατμόσφαιρα ήταν ελάχιστη, οι άνθρωποι και τα ζώα δεν διατρέχανε κανένα κίνδυνο υγείας, και ακόμα και οι εκτάσεις μπορούσαν να καλλιεργηθούν (ή καλύτερα, να βοσκηθούν). Οι περισσότεροι κάτοικοι λοιπόν γύρισαν πίσω μέσα σε δυο μήνες.
Οι επιστήμονες όμως είχαν κάνει λάθος. Λίγο καιρό αργότερα αναπτύχθηκαν τα πρώτα συμπτώματα μιας πυρηνικής μετάλλαξης που θα έπληττε ένα πολύ μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού. Αρχικά, μερικοί απ’ τους εργάτες, άντρες και γυναίκες, που είχαν σωθεί άρχισαν να εμφανίζουν τριχοφυΐα σε περίεργα μέρη του σώματος, όπως στην πλάτη, στην κοιλιά, στα μπούτια κλπ. Με τον καιρό, όλο τους το κορμί άλλαζε. Έβγαζαν ουρά, οι πατούσες κι οι παλάμες τους γίνονταν σαν οπλές μηρυκαστικού ζώου, οι τρίχες όλο και αυξάνονταν και ασπρίζανε και γινόντουσαν μπούκλες. Μόνο το κεφάλι τους και καμιά φορά κάποιο άλλο άκρο, κάποιο χέρι ή κάποιο πόδι, παρέμενε ανθρώπινο. Το μυαλό τους δούλευε κανονικά, μιλούσανε και είχανε συνείδηση και όλα, μα που και που, χωρίς κανέναν λόγο, έβγαζαν κάτι μουγκρητά σα να βελάζουνε. Είχαν μετατραπεί σε προβατάνθρωπους. Σε λίγα χρόνια, γύρω στους δυο χιλιάδες ανθρώπους είχαν προσβληθεί απ’ αυτήν την περίεργη μετάλλαξη – όχι μόνο οι εργάτες.
Η κυβέρνηση της Ισπανίας πρότεινε μερικές ακραίες λύσεις, όπως πχ η ευθανασία ή ο εγκλεισμός σε ψυχιατρικά και ιατρικά κέντρα για μελέτη, μα τα όντα αυτά που είχαν ακόμα ανθρώπινη συνείδηση προφανώς δεν το δέχτηκαν. Και ούτε οι υπόλοιποι κάτοικοι του νησιού το δέχτηκαν, γιατί παρ’όλο που είχαν φρίξει με το θέαμα αυτών των πλασμάτων, αναγνώριζαν ότι επρόκειτο για τους ίδιους ανθρώπους που γνωρίζαν τόσα χρόνια, τους συγγενείς τους, τους φίλους τους. Η Ισπανία υποχώρησε. Σύντομα ανακαλύψανε πως το πρόβλημα ήταν ακόμη μεγαλύτερο, διότι αυτά τα πλάσματα μπορούσαν και να αναπαραχθούν – μεταξύ τους βέβαια μόνο. Η στείρωση που προτάθηκε έφερε και πάλι ακραίες αντιδράσεις, κι έτσι αποφασίστηκε να γίνεται μόνο με συναίνεση του μεταλλαγμένου. Οι μισοί περίπου το δέχτηκαν και στειρώθηκαν, μα το πρόβλημα παρέμενε. Παιδιά γεννιόντουσαν μισά πρόβατα-μισά άνθρωποι, κι έπειτα δεν είχαν τίποτα να κάνουν εκτός απ’ το να ζητιανεύουν για να ζήσουν, αφού παραγωγικά ήταν εντελώς άχρηστα και δε μπορούσαν σε καμία περίπτωση να δουλέψουν. Ο μέσος όρος ζωής αυτών των ανθρώπων ήταν γύρω στα είκοσι χρόνια, μα και πάλι απ’ τη στιγμή που συνεχίζανε να αναπαράγονται ο πληθυσμός τους δεν μειωνόταν. Αντιθέτως, κατά περιόδους αυξανόταν, φτάνοντας στο ζενίθ στις αρχές του 2002, όταν ο πληθυσμός τους έφτασε σχεδόν τις τέσσερις χιλιάδες. Εκείνο το καλοκαίρι που πήγα εγώ υπολογίζονταν στις τρισίμησι χιλιάδες.
Ε, σκέφτηκα αφού τα χα διαβάσει όλα αυτά, αν αυτό δεν είναι ένα μέρος που αξίζει να επισκεφτώ, τότε ποιο είναι; Έκλεισα τα φτηνότερα εισιτήρια – γενικά όλα ήταν φτηνά μιας και δεν πήγαινε παρά ελάχιστον κόσμος στο νησί – ετοίμασα το σακίδιο μου και μετά από μια βδομάδα ξεκίνησα κατά κει. Αθήνα-Μαδρίτη, Μαδρίτη-Βίλα Τράνκα (η πρωτεύουσα του νησιού). Κατέβηκα απ’ το μικρό αεροπλάνο και βγήκα έξω απ’ το αεροδρόμιο, πήρα μια τζούρα καθαρό αέρα κι έστριψα τσιγάρο.
Πανέμορφο τοπίο. Μπροστά μου απλώνονταν μερικοί καταπράσινοι λόφοι γεμάτοι ζωή (και πρόβατα), δεξιά μου αχνοφαινότανε μια καταπράσινη σα σμαράγδι θάλασσα και γύρω της, πάνω σε χρυσαφένια άμμο, ένα σωρό φοίνικες, κι αριστερά μου μια μικρή γλυκούλα πόλη, σα χωριουδάκι, ανισόπεδη και με μικρά, πολύχρωμα σπιτάκια. Από κεινη την κατεύθυνση με πλησίασε και το πρώτο προβατόμορφο πλάσμα, και πίσω του καμιά δεκαριά άλλα τέτοια να πηγαίνουν σε όποιον απ’ τους λιγοστούς τουρίστες βλέπανε. Είχα δει κάτι φωτογραφίες, μα το να το βλέπεις από κοντά είναι τελείως άλλη εμπειρία. Φρικτό και σιχαμένο, μες στη βρώμα, περπάταγε στα τέσσερα παρ’ όλο που το δεξί του χέρι ήταν ανθρώπινο. Η φάτσα του ήταν γλοιώδης και παράξενη, ανθρώπινη μεν μα τόσο άσχημη που δε μπορούσα καν να την κοιτάω. Φαινόταν πρόωρα γερασμένη, μα και πάλι μπορούσα να καταλάβω ότι δεν ήταν πάνω από 15 χρονών. Τα δόντια του ήταν κατακίτρινα ή και μαύρα, η μύτη του πλακουτσωτή σα σπασμένη, τα χείλη του μικρά και ξερά. Άπλωσε το χέρι του, βέλασε και είπε κάτι σε μια διάλεκτο ισπανοπορτογαλική. Δεν είμαι βέβαιος τι ακριβώς ήταν αυτό που ψέλλισε, μα σίγουρα κάτι σε στυλ “μπεεε, δώσε κανά ευρώ να φάω.” Κούνησα το χέρι για να του δείξω ότι δεν είχα, και κατευθύνθηκα προς το μοναδικό ταξί που περίμενε.
Μπήκα μέσα και είπα στον ταρίφα το όνομα της παραλίας που θα κατασκήνωνα, τουλάχιστον γι’ απόψε. Χαμογέλασε και ξεκίνησε.
«Πρώτη φορά στο νησί μας;» με ρώτησε. Μιλούσε κάτι κουτσοαγγλικά – και κάτι κουτσογαλλικά όποτε χρειαζόταν – και μπορούσαμε να συνεννοηθούμε.
«Ναι, πρώτη.»
«Α, ωραία! Θα το λατρέψεις! Είναι υπέροχο, με τα βουνά, τη θάλασσα, τις παραλίες! Το πιο όμορφο νησί στον κόσμο… Από που είσαι;»
«Απ’ την Ελλάδα.»
«Α, Ελλάδα! Δεν έχω πάει ποτέ. Πρέπει να χετε και κει ωραία νησιά όμως, ε;»
«Ε, έχουμε, σίγουρα.»
«Πώς είναι τα πράματα στην Ελλάδα; Εννοώ, ξέρεις, με την οικονομία κι όλ’ αυτά.»
«Ε… πώς να ναι; Κάθε φέτος και χειρότερα.»
«Έτσι ε; Πφφ, τι να πεις; Αυτή η Γερμανία σας έχει διαλύσει.»
«Ναι, ντάξει…»
«Και όχι μόνο εσάς. Όλη την Ευρώπη. Ακόμα κι εμείς κρίση έχουμε. Τα τελευταία χρόνια είναι πολύ χειρότερα απ’ ότι παλιότερα. Αλλά εντάξει, τι να κάνεις; Θα περάσει και αυτό. Εμείς εδώ εξάλλου δε θέλουμε πολλά, ζούμε και με τα λίγα. Είμαστε απλοί άνθρωποι.»
«Ναι, το φαντάζομαι…»
Περίμενα να πει κάτι και για τους προβατανθρώπους, κάποιο σχόλιο, κάτι, αλλά δεν έγινε ποτέ, κι εγώ ντρεπόμουνα να τον ρωτήσω. Δε φαινόταν όμως να το κρύβει, να μη θέλει να το πει για να μη δυσφημίσει το νησί του. Απλά δεν του περνούσε καν απ’ το μυαλό ως κάτι αξιοσημείωτο. Γι’ αυτούς η κατάσταση ήταν έτσι εδώ και τόσα χρόνια και δεν τους φαινόταν πια και τόσο περίεργο.
Ο ταξιτζής μου πρότεινε εντωμεταξύ και κάποια μέρη να επισκεφτώ – χωρίς βέβαια να τον έχω ρωτήσει. Κάτι φαγάδικα, κάτι μνημεία, κάτι μπαρς και τέτοια. Κι επίσης ένα ξενοδοχείο, μα του είπα ότι θα κάνω κάμπινγκ και τότε μου πρότεινε ένα οργανωμένο. Τελοσπάντων, φτάσαμε στην παραλία, τον πλήρωσα, κατέβηκα και έφυγε. Στην παραλία είχε λίγους λουόμενους, μα, ευτυχώς, ούτε έναν προβατάνθρωπο. Έστησα τη σκηνή κάπου λίγο απόμερα και την άραξα.

Είχανε περάσει δυο μέρες, χωρίς τίποτα το αξιόλογο πέρα από κάτι βόλτες στην πρωτεύουσα κι ένα χωριουδάκι (συνοδευόμενο από καμιά δεκαριά προβατανθρώπους που χαν συρθεί πάνω μου να μου πουν την ιστορία τους και τελικά να με παρακαλέσουν για ψιλά, χωρίς αποτέλεσμα) κι είχε έρθει επιτέλους η ώρα για ένα σωστό ξενύχτι στη Βίλα Τράνκα. Το βραδάκι λοιπόν φόρεσα τα καλά μου και ξεκίνησα για πόλη. Ήταν περίπου ένα σαραντάλεπτο με τα πόδια, αλλά ντάξει, δεν υπήρχε λόγος να χρυσοπληρώσω όλους τους ταρίφες του νησιού (τρεις-τέσσερις δηλαδή, έστω).
Έφαγα ένα παραδοσιακό φαστφούντ, – ένα πράμα που έμοιαζε με τάκος ψαριού, καλό ήταν – έκανα μια βόλτα στην πόλη μέχρι να μπει για τα καλά η νύχτα, κι έπειτα τράβηξα για το πρώτο τυχαίο μπαρ που βρήκα. Δεν ξέρω αν το χετε κάνει ποτέ, αλλά κατά κανόνα το να πηγαίνεις μόνος σου σε άγνωστο μπαρ, αν είσαι άντρας ειδικά και μάλιστα αντικοινώνας σαν εμένα, είναι απ’ τα πιο καταθλιπτικά πράματα που μπορείς να κάνεις. Κάθεσαι, στη μπάρα αν έχει θέση, παραγγέλνεις, πίνεις, κοζάρεις τους θαμώνες κι ελπίζεις ότι θα έρθει κανας μεθυσμένος να σου μιλήσει ή ότι θα σκάσει κάποια γκόμενα μόνη της να πας να την κεράσεις κανά σφηνάκι. Συνήθως δε συμβαίνει τίποτα απ’ τα δυο. Στην καλύτερη μπορεί να σου πιάσει την κουβέντα ο μπάρμαν, κι αυτό περισσότερο γιατί σε λυπάται που σαι έτσι μόνος παρά γιατί του φάνηκες τυπάκι ενδιαφέρον ή γιατί είναι μεθυσμένος κι έχει όρεξη να γνωρίσει κόσμο. Όχι, ο μπαρμάν μπορεί να πίνει, μα σχεδόν ποτέ δε μεθάει. Γι’ αυτό και η κουβέντα μαζί του μπορεί να είναι εξίσου θλιβερή με τη μοναξιά σου, και συνήθως δεν κρατάει πάνω από δυο λεπτά. Στην περίπτωση μου τουλάχιστον κράτησε λίγο παραπάνω, κι αυτό γιατί πάντα βρίσκεις κάτι να πεις με κάποιον ξένο. Τον ρωτάς από που είναι, πώς είναι η χώρα του, πώς βρέθηκε εδώ κλπ.
Στο τέταρτο μπαρ που πήγα μπήκα αποφασισμένος να πιω μια τελευταία μπύρα και να φύγω για την καβάτζα μου στην παραλία. Έτσι κι αλλιώς, δεν υπήρχαν και πολλά ακόμα μπαρς στην περιοχή, νομίζω μόνο άλλα δυο κι ένα κλαμπ – και σε κλαμπς εγώ δεν πάω. Μα όπως λέει και το κλισέ, η μοίρα παίζει παράξενα παιχνίδια.
Κάθισα στη μπάρα και παρήγγειλα, ο μπάρμαν γέμισε το ποτήρι απ’ το βαρέλι και μου το δωσε. Ήπια μια γουλιά. Γύρισα το κεφάλι μου. Λίγο παραδίπλα στεκόταν μια μικρή παρέα με δυο τύπους και μια κοπελίτσα. Θα ταν πάνω κάτω στην ηλικία μου και οι τρεις τους. Η κοπελίτσα ήταν μια πετίτ, αιθέρια ύπαρξη με υπέροχα κατάμαυρα μαλλιά, αφέλειες, και κάτι μεγάλα, καστανά μάτια. Το δέρμα της ήταν ολόασπρο, μα και πάλι ακτινοβολούσε με μια μεσογειακή τσαχπινιά. Δε μπορώ να περιγράψω ακριβώς τα χαρακτηριστικά των Ισπανίδων, μα σίγουρα θα αναγνώριζα την εθνικότητα της ακόμα κι αν την έβλεπα να περπατάει στην Αθήνα. Φορούσε ένα στενό αμάνικο που σχημάτιζε υπέροχα το στήθος της, κι ένα φαρδύ, γκρι παντελόνι, χιπχοπάδικο στυλ. Την χάζευα αρκετή ώρα, και κάποια στιγμή με πρόσεξε και τα βλέμματα μας συναντήθηκαν και μου σκασε ένα πλατύ χαμόγελο. Πήγα να ανταποδώσω, μα κατάφερα μόνο έναν αμήχανο μορφασμό που δε νομίζω ότι έμοιαζε και τόσο με χαμόγελο, και γύρισα απότομα και ντροπαλά το κεφάλι μου απ’ την άλλη.
Έπινα τη μπύρα αργά, που και που κοιτούσα πάλι προς το μέρος της και την έπιανα καμιά φορά να με κοιτάει κι αυτή, μα δεν τόλμησα να κάνω κίνηση. Η μπύρα σχεδόν τελείωνε κι είχα ήδη βγάλει και μετρούσα τα ψιλά μου να πληρώσω. Ο μπάρμαν ήρθε προς τα μένα χαμογελώντας, αλλά αυτή τη φορά δεν ήταν αυτό το κακό χαμόγελο της λύπησης. Όχι, φαινότανε αυθεντικό. Μου πιασε κουβέντα, με ρώτησε από που ήμουνα.
«Απ’ την Ελλάδα;! Τι λες ρε φίλε; Πρώτη φορά βλέπω Έλληνα στο νησί. Έλα, πάρε άλλη μια μπύρα, κερασμένη από εμένα. ΕΕΕ, ΠΑΙΔΙΑ,» φώναξε στα ισπανικά, «ΑΥΤΟΣ ΕΔΩ Ο ΤΥΠΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΠ’ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ!»
Αμέσως τότε κάμποσοι μεθυσμένοι τρεκλίσανε και ήρθαν προς το μέρος μου, φωνάζοντας και κάνοντας μου ερωτήσεις τη μια μετά την άλλη – μισές στα ισπανικά, μισές στ’ αγγλικά. Προσπαθούσα ν’ απαντάω σ’ όσες μπορούσα, μα τις περισσότερες δεν τις καταλάβαινα καν. Σύντομα πλησίασε και η κοπελίτσα, μαζί με τον έναν τύπο απ’ την παρέα της. Έστρεψα κατευθείαν την προσοχή μου πάνω της και της χαμογέλασα – αυτή τη φορά κανονικά. Δε μου μίλησε αμέσως, ούτε αυτή ούτε ο φίλος της, περίμεναν λίγο να σπάσει ο κλοιός των μεθυσμένων. “ΕΕΕ, ΗΡΕΜΙΑ,” φώναξε ο μπάρμαν, “ΘΑ ΤΟΝ ΠΝΙΞΕΤΕ!” Σύντομα οι περισσότεροι με βαρέθηκαν και γυρίσαν στα τραπέζια τους. Η κοπελίτσα, ο φίλος της και άλλοι δυο άκυροι έμειναν δίπλα μου. Της έδωσα το χέρι μου.
«Αλέξανδρος.»
«Κάρμεν. Κι από δω ο φίλος μου, ο τάδε.»
«Χάρηκα. Κάρμεν, ε; Πολύ πρωτότυπο ισπανικό όνομα.» Χαζογέλασε.
Ο φίλος της μου είπε κάτι που δεν κατάλαβα, κι απάντησα “ναι.”
«Από ποιο μέρος της Ελλάδας είσαι;» με ρώτησε η Κάρμεν.
«Απ’ την Αθήνα. Αλλά η καταγωγή μου είναι από ένα νησί του Αιγαίου. Είμαι κι εγώ νησιώτης, δηλαδή.»
«Αλήθεια; Ποιο;»
«Κάρδαμος λέγεται, στα νότια, κοντά στην Αφρική. Είναι πανέμορφη.»
«Αχ, το πιστεύω! Θα θέλα τόσο πολύ να έρθω στην Ελλάδα!»
«Θα την λάτρευες, είναι υπέροχη χώρα. Ντάξει, η Αθήνα είναι λίγο σκατούπολη εδώ που τα λέμε, αλλά υπάρχουν τόσα άλλα όμορφα μέρη. Όπως η Κάρδαμος. Ντάξει, τραβάει και τα ζόρια της όπως θα χεις ακούσει τελευταία η όλη χώρα, αλλά και πάλι. Είναι πολύ όμορφη… Εσύ, από δω είσαι;»
«Ναι, απ’ τη Βίλα Τράνκα.»
«Και με τι ασχολείσαι, τι κάνεις;»
«Διακοπές!” Χαζογελάσαμε κι οι δυο. “Τελείωσα πριν λίγο καιρό τις σπουδές μου στη Μαδρίτη και επέστρεψα.»
«Τι σπούδαζες;»
«Κοινωνιολογία… Ναι, και τώρα δεν ξέρω. Θέλω να φύγω, να ταξιδέψω, να γνωρίσω τον κόσμο, να γυρίσω όλες τις χώρες.»
«Ουφ, άρα σιγά σιγά πρέπει να ετοιμάζεις βαλίτσες αν θες να προλάβεις…»
Ούτε που κατάλαβα πόση ώρα συζητούσαμε έτσι περί ανέμων και υδάτων, γενικά κι αόριστα, για όνειρα και μέρη και φιλοσοφίες κι όλα τα ωραία. Εντωμεταξύ είχε σκάσει και ο δεύτερος τύπος της παρέας της, μα καθόταν λίγο πιο δίπλα με τον άλλον και τα λέγανε, και που και που σκουντούσανε την Κάρμεν και της λέγανε κάτι στα ισπανικά κι αυτή απαντούσε και γύριζε πάλι προς το μέρος μου. Ήθελα να τη ρωτήσω αν έπαιζε κάτι με κάποιον απ’ τους δυο (ή και τους δυο), αλλά ντρεπόμουν, και στην τελική δεν είχε και καμία σημασία, ήταν σαφές πως μόνο εγώ είχα την προσοχή της.
«Με τα παιδιά θα πάμε σε λίγο στο κλαμπ,» μου είπε σε κάποια φάση. «Θες να ρθεις;» Σφίχτηκα λίγο, μα πώς μπορούσα ν’ αρνηθώ;
«Εντάξει, όποτε θέλετε πάμε.»
Και πήγαμε στο κλαμπ. Μαγκώθηκα όσο να ναι με τα φώτα και τις κακές, δυνατές μουσικές και με τον κόσμο (που ντάξει, εδώ που τα λέμε δεν ήταν και τόσος πολύς). Η Κάρμεν ήθελε να χορέψει, και της έκανα για λίγο το χατήρι και χόρεψα αμήχανα ως συνήθως, μα κάποια στιγμή την πήρα και πήγαμε στο μπαρ. Την κέρασα κάτι σφηνάκια τεκίλα, και μετά με κέρασε κι αυτή. Εντωμεταξύ οι τύποι που τανε μαζί της είχαν σπάσει και μας είχαν αφήσει επιτέλους μόνους. Πιάσαμε λίγο πάλι την κουβέντα, μα με τόση φασαρία εκεί μέσα δε μπορούσα να συγκεντρωθώ, με το ζόρι άκουγα τι μου λεγε. Πήγαμε ξανά να χορέψουμε. Πριν καν το καταλάβω μ’ είχε πιάσει από το χέρι και βγαίναμε έξω από κεινη τη βαβούρα, έξω στους ήσυχους δρόμους της πόλης. Λογικά πηγαίναμε σπίτι της.
Δεν άντεξα, την τράβηξα πάνω μου και κόλλησα τα χείλη μου στα δικά της σαν αφηνιασμένος. Ήθελα να τη ρουφήξω ολόκληρη. Γέλασε, μ’ έσπρωξε λίγο πίσω κι έτρεξε παιχνιδιάρικα μπροστά.
«Περίμενε,» μου είπε, μα δε μπορούσα να περιμένω. Την ήθελα εδώ και τώρα. Περπάτησα γρήγορα πίσω της και την ξανατράβηξα, μα κείνη την ώρα πετάχτηκε ένας προβατάνθρωπος από ένα στενό και μπουσούλησε προς το μέρος μας να ζητιανέψει. Ξαφνιάστηκα και πήρα τα χέρια μου από πάνω της, κι εκείνη έβγαλε και του δωσε ένα ευρώ.
«Εντάξει,» είπα μόλις έφυγε το άσχημο πλάσμα, «θα περιμένω.»
Φτάσαμε στο σπίτι της, άνοιξε την πόρτα και με το που μπήκαμε την άρπαξα και την κόλλησα στον τοίχο.
«Σςςς,» έκανε, «κοιμούνται οι γονείς μου.»
Πήγαμε στο δωμάτιο της, και τώρα δε μπορούσε να μου ξεφύγει. Την έπιασα, τη φίλησα, με τράβηξε και πέσαμε στο κρεβάτι. Φιλιόμασταν για ώρα, χάιδευα το κορμί της απαλά και προσεχτικά έκανα να ξεκουμπώσω το παντελόνι της.
«Κάτσε;» έκανε και με απώθησε ελαφρά. Το βλέμμα της σοβάρεψε.
«Τι τώρα;»
«Πρέπει να σου πω κάτι.» Την κοίταξα απορημένος. Μετά άρχισα να καταλαβαίνω.
«Κάτι παίζει με κάποιον από κείνους τους τύπους, έτσι;»
«Όχι, όχι, δεν είναι αυτό, τα παιδιά είναι απλά φίλοι μου.»
«Αλλά;»
«Αλλά… να…»
«Πές το!»
«Είμαι αλτερνάτε.»
«Τι είσαι;»
«Να… μεταλλαγμένη.»
Ένιωσα λες και μου έπεσε μια μπάλα του μπόουλινγκ στο κεφάλι.
«Θες να πεις ότι είσαι…»
«Ναι.»
«Είσαι δηλαδή…»
«Αχά.»
«Προβατάνθρωπος;»
«Μη με λες έτσι!»
«Όχι, συγγνώμη, δεν το ήθελα. Μα… Μα πώς; Αφού φαίνεσαι…» έψαξα να βρω τη σωστή λέξη. Δεν τη βρήκα. «Φαίνεσαι κανονική.»
«Είμαι κανονική!»
«Σε παρακαλώ, κατάλαβες τι θέλω να πω.»
«Δε σου φαίνομαι για κανονική;»
«Μα μου φαίνεσαι, γι’ αυτό είμαι μπερδεμένος.»
«Να, έχω μια ουρίτσα.»
«Ουρίτσα;»
«Ναι.»
«Να δω;»
Γύρισε, κατέβασε λίγο το παντελόνι της και μου έδειξε. Ήταν μια μικρή, άσπρη, φουντωτή ουρά. Πώς σκατά δεν την είχα προσέξει όλο το βράδι; Όσο φαρδύ κι αν είναι ένα παντελόνι, πώς διάολο μπορεί κάποιος να κρύψει μια ουρά; Πάντως, θα μπορούσες να την πεις και γλυκούλα, μα εκείνη τη στιγμή δεν το σκέφτηκα έτσι.
«Κι επίσης,» συνέχισε, «η μια μου πατούσα είναι σαν οπλή.»
Έβγαλε τη μπότα της και τα μπαμπάκια και τους πάτους που τη στηρίζανε στο πόδι, έβγαλε και την κάλτσα και μου έδειξε την οπλή της. Πρέπει να τανε πολύ άβολο να κυκλοφορεί έτσι, μ’ ένα παπούτσι σε μια τέτοια πατούσα-οπλή. Το κοίταγα για κάμποση ώρα, σκαλωμένος. Δεν ήξερα τι να πω.
«Άμα θες μπορείς να φύγεις,» είπε τελικά η Κάρμεν.
Να φύγω; Ήθελα να φύγω; Τι σκατά ήθελα, δεν ξέρω. Κι αν έμενα; Θέλω να πω… Ήμουν αρκετά μεθυσμένος (και αρκετά αγάμητος) ώστε να μη με νοιάζει και τόσο. Όχι, ντάξει, με ένοιαζε. Το μυαλό μου είχε κολλήσει στην οπλή και την ουρά της και δε μπορούσα να αρθρώσω λέξη. Θεέ μου, πώς ήταν δυνατόν; Η Κάρμεν είχε σχεδόν αρχίσει να βουρκώνει. Λογικό, την κοιτούσα λες και έβλεπα κάποιο τέρας.
«Εντάξει,» είπε, «φύγε, άντε!»
Και τότε την άρπαξα και πάλι και την ξαναφίλησα.
«Δε γαμιέται, είσαι πανέμορφη όπως και να χει.»
Άρχισα να τη χαϊδεύω πάλι, μα ασυναίσθητα το χέρι μου έπεσε πάνω στην ουρά της. Πετάχτηκα, χωρίς να το θέλω, πίσω.
«Απλά, να…» είπα προσπαθώντας να καλύψω την αμηχανία μου. «Εεε, έχεις ξαναπάει με… με…»
«Με ‘κανονικό’;»
«Ναι.»
«Ναι, έχω ξαναπάει.»
«Και…»
«Μη φοβάσαι, δε θα πάθεις τίποτα.» Ξεροκατάπια. Θυμήθηκα πως δεν είχα μαζί μου καπότες.
«Δεν έχω προφυλακτικό.»
«Δεν έχεις;»
«Όχι… και ξέρεις, να…»
«Εντάξει, κατάλαβα.»
«Όχι, άκουσε με, προσπάθησε λίγο να καταλάβεις τη θέση μου, πως νιώθω εγώ τώρα, τόσο μπερδεμένος.»
«Καταλαβαίνω σου λέω.»
«Πάω ν’ αγοράσω.»
«Δεν υπάρχει τίποτα ανοιχτό τέτοια ώρα.»
«Τίποτα;»
«Τίποτα.»
Τι επιλογές είχα; Τι να έκανα; Χωρίς προφυλακτικό; Όχι, αγάμητος μεν, αλλά δε μπορούσα να διανοηθώ καν να πάρω τέτοιο ρίσκο. Δεν υπήρχε περίπτωση.
«Άκου,» είπα τελικά. «Χρειάζομαι λίγο χρόνο. Δε μπορώ να το κάνω χωρίς προφυλακτικό.»
«Εντάξει, καταλαβαίνω. Εξάλλου, έχεις δίκιο.»
«Αύριο.»
«Αύριο;»
«Ναι, αύριο. Αύριο το βράδι θα συναντηθούμε πάλι εδώ, στην πόλη. Θα πάμε για μερικές μπύρες, χαλαρά, και μετά θα ρθουμε πάλι σπίτι σου. Πες μου το κινητό σου.»
Το γραψα και της έκανα αναπάντητη.
«Θα φύγω τώρα.»
«Εντάξει.»
«Αύριο θα σε πάρω.»
«Καλά.»
«Αλήθεια λέω.»
«Εντάξει. Αύριο;»
«Ναι, αύριο βραδάκι.»
«Εντάξει.»
«Γειά.»
«Γειά.»
Έφυγα και κίνησα για την παραλία μου. Περπατούσα και σκεφτόμουνα όλα αυτά που είχα ακούσει, όλα αυτά που είχα δει. Τι παράξενη κι ετούτη η βραδιά. Ένιωθα απορημένος, μπερδεμένος, κουρασμένος, μεθυσμένος. Ένα ψυχολογικό και σωματικό ράκος. Θεέ μου, κι ήταν τόσο όμορφη! Τόσο όμορφη ρε πούστη μου.
Κατάφερα κι έφτασα αλώβητος μέσα απ’ τα σκοτάδια στην παραλία και τη σκηνή μου. Μπήκα μέσα και ξάπλωσα, και ξαφνικά, ενώ οι ίδιες σκέψεις περνούσαν και ξαναπερνούσαν από το μυαλό μου, συνειδητοποίησα ότι έλειπε ο σάκος μου. Πετάχτηκα όρθιος κι έριξα λίγο φως με το φακό του κινητού μου. Ω ναι, ο σάκος έλλειπε, και μαζί του και όλα τα ρούχα που χα φέρει, τα τετράδια μου, τα βιβλία μου και κάμποσα χρήματα. Τουλάχιστον είχα προνοήσει και είχα καβατζώσει αρκετά στην τσέπη του παντελονιού μου, αρκετά για να βγάλω το φαγητό μου και μερικά πιοτά ακόμα, και δεν τα χα χάσει όλα – κι επίσης είχα μαζί μου και το διαβατήριο. Όλα τ’ άλλα μου τα πήρανε. Δε μπορούσα να το σκέφτομαι κι αυτό, δεν είχα τις αντοχές. Ξάπλωσα πάλι μέσα στον υπνόσακο, έκλεισα τα μάτια και κάποια στιγμή κοιμήθηκα.
Το πρωί όταν ξύπνησα, χαλέος ακόμα από το χθεσινό μεθύσι, βρήκα πάνω στον πάτο της σκηνής κάτι σγουρές άσπρες τρίχες. Τι σκατά θα τα κάναν τόσα ρούχα αυτοί οι προβατόμορφοι μπάσταρδοι;

Δυο μέρες αργότερα γυρνούσα Αθήνα. Δεν περίμενα ότι θα το πω – όχι τόσο σύντομα τουλάχιστον – μα μου χε λείψει. Απλά ήθελα να γυρίσω σπίτι και να τα ξεχάσω όλα. Αυτό το νησί ήταν μια σκέτη φρίκη και δεν ήταν τυχαίο που δεν πατούσε άνθρωπος. Τουλάχιστον γάμησα…

Πώς επέστρεψαν τα κοπάδια απ’ τα βοσκοτόπια τους. (Φώντας Φ.)

Ήταν ακόμα μια άσχημη μέρα για τον Φρόγκι, ετών 25 μεσήλικας Νεάντερνταλ που κατοικούσε σε μια σπηλιά στην κεντρική Ευρώπη μαζί με την οικογένεια του που αποτελούταν από αυτόν, την γυναίκα του Χμα και τις δυο του κορούλες Χαλά και Ιώ.
Ο Φρόγκι ήταν ένας άνθρωπος, όσο άνθρωποι τέλος πάντων ήταν οι Νεάντερνταλ, πολύ κουρασμένος. Είχε δουλέψει σκληρά για να κερδίσει αυτή τη σπηλιά απ’ τα αγρίμια που την κατοικούσαν πριν από αυτόν κι όταν τέλος πάντων τα εξόντωσε και έφτιαξε απ’ το δέρμα τους πολύτιμα ρούχα για τους χειμώνες που μέλλονταν να ‘ρθουν, αποφάσισε να στήσει οικογένεια. Αυτό δεν ήταν βέβαια τόσο απλό. Στην εποχή των μακρινών προγόνων του, όπως του είχε εξιστορήσει ο πατέρας του, χτυπώντας τον παράλληλα με ένα μεγάλο κόκκαλο για να του το μάθει να φτιάχνει πήλινα αγγεία, κάπου στο 100.000 προ Χριστού (κανείς δεν ήξερε τι ήταν αυτός ο Χριστός αλλά όλοι τον περιμένανε για κάποιο λόγο) οι γυναίκες ήταν άφθονες, όπως τα χορτάρια στο χώμα και το σεξ ήταν τόσο εύκολο σα να πίνει κανείς νερό.

«Θα ξανάρθουν αυτές οι εποχές μπαμπά;» είχε ρωτήσει ο Φρόγκι τον πατέρα του.
«Ίσως στο μέλλον αγόρι μου, όταν παραδειγματιστεί κάποιος απ’ τους προγόνους μας!»
«Μα γιατί δε το κάνουμε εμείς που τα έχουμε και πιο πρόσφατα;»
«Γιατί πρέπει να περάσουμε πρώτα το στάδιο της δουλείας, της δουλοκτησίας και κυρίως γιατί δεν καίγομαι κιόλας. Έχουμε ήδη τη μάνα σου να πηδάω και να καθαρίζει τη σπηλιά, τράβα να βγάλεις έξω τις γίδες να βοσκήσουν τώρα!»

Ο Φρόγκι λοιπόν που δεν έλαβε σωστή διαπαιδαγώγηση απ’ τη σπηλιά του ως προς το πώς να προσεγγίζει το άλλο φύλο, είχε θέμα να βρει σύζυγο. Ένα άλλο πρόβλημα ήταν η γενικότερη μείωση του γυναικείου πληθυσμού. Νοτίως της κεντρικής Ευρώπης είχε κάνει την εμφάνιση του ένα νέο είδος νοήμον πιθήκου, ο λεγόμενος και «Χόμο-Σάπιενς». Οι Σάπιενς, αν και έμοιαζαν πολύ με τους πιθήκους της ράτσας του Φρόγκι ήταν πιο μικρόσωμοι, λιγότεροι μαλλιαροί και για να πατσίσουν για την έλλειψη αρρενωπότητας τους, πιο έξυπνοι. Επειδή καμιά γυναίκα ποτέ δεν θα τους ακολουθούσε μονάχα επειδή ήταν έξυπνοι, έκαναν επιθέσεις συνέχεια στους πληθυσμούς των Νεάντερταλ και απήγαγαν τα θηλυκά. Έτσι οι διαθέσιμες παρτενέρ είχαν μειωθεί πολύ και δεν έφταναν για όλους τους “συνανθρώπους” του Φρόγκι με αποτέλεσμα το ζευγάρωμα να εξελιχθεί σε ένα παιχνίδι τύπου «μουσικές καρέκλες».

Συνήθως ο Φρόγκι έχανε.

Έτσι τα πρώτα χρόνια της εφηβικής του ζωής είχαν κυλήσει πολύ μοναχικά. Όταν όμως μεγάλωσε αρκετά και βαρέθηκε να φροντίζει τις γίδες της οικογένειας, αποφάσισε να ζήσει μόνος του και να μαζέψει το δικό του κοπάδι. Κάθε μέρα ξεκίναγε με το πρώτο φως του ηλίου και οδηγούσε τις γίδες στο πιο κοντινό βοσκοτόπι. Το δειλινό τις οδηγούσε πίσω στη σπηλιά όπου κοιμόντουσαν όλοι μαζί.

Έπειτα γνώρισε την Χμα.

Η Χμα ήταν μια Νεαντερνταλίνα λίγο μικρότερη του Φρόγκι και αρκετά πιο όμορφη από αυτόν. Ήταν 13 χρονών όταν παντρεύτηκαν ενώ εκείνος στην ώριμη ηλικία των 15. Το ίδιο έτος απέκτησαν την πρώτη τους κόρη την Χαλά και τον αμέσως επόμενο χρόνο την Ιώ. Η καθημερινότητα του ζευγαριού δεν άλλαξε και πολύ. Η Χμα, συνέχισε τη ζωή που έκανε στη σπηλιά της οικογένεια της, πρόσεχε τα παιδιά, καθάριζε, μαγείρευε και καθώς ο σύζυγος της ήταν αρκετά πιο μαλθακός απ’ τον πατέρα της που τουλάχιστον είχε συμμετάσχει σε πολλές μάχες με τους Χόμο Σάπιενς, γκρίνιαζε ασταμάτητα απ’ το πρωί ως το βράδυ:

«Πάλι βρώμικος είσαι…»
«Είχα βγάλει τις γίδες να βοσκήσουν»
«Όλοι οι άντρες βγάζουν τις γίδες να βοσκήσουν αλλά πηγαίνουν στο ποτάμι να πλυθούν μετά, μόνο εσύ γυρίζεις βρώμικος!»
«Σου έχω εξηγήσει τόσες φορές ότι λερώνομαι επειδή σκάβω στο χώμα…»
«Α, ναι… είχα ξεχάσει αυτή την τρέλα που έχεις, πρέπει να σταματήσεις να το κάνεις, εκτός του ότι λερώνεις τη σπηλιά συνέχεια, μας κουτσομπολεύουν οι γείτονες. Λένε ότι είσαι δαιμονισμένος, ότι έχεις γεννηθεί με αίμα γίδας μέσα σου και άλλα πράγματα που δε θέλω να πιστέψω για σένα Φρόγκι…»
«Οι γείτονες είναι ηλίθιοι, θα έπρεπε να με ευχαριστούν γι’ αυτό που κάνω!»
«Πού κλέβεις τους νεκρούς κάθε οικογένειας όποτε δε σε βλέπουν;»
«ΜΑ ΤΟΥΣ ΤΡΩΝΕ! ΤΟΥΣ ΤΡΩΝΕ!» ούρλιαξε τώρα ο Φρόγκι με ειλικρινή αγανάκτηση στα μάτια του.
«Και εσένα τι σε νοιάζει;» ρώτησε η Χμα «Δεν είναι δική σου δουλειά, σταμάτα να ανακατεύεσαι. Κι έπειτα τι άλλο να κάνανε; Χιλιάδες χρόνια τώρα τρώμε τους νεκρούς μας, τι πιο λογικό; Γιατί να πάει χαμένο το κρέας όταν μπορεί να θρέψει τόσα στόματα;»
«Να κάτι τέτοια με κάνουν να σιχαίνομαι το είδος μας» είπε με στόμφο ο Φρόγκι «Ώρες ώρες σκέφτομαι μήπως έχουν δίκιο οι Χόμο-Σάπιενς που μας λένε τέρατα, μα όπως και να ‘χει είναι απαράδεχτο να τρως αυτούς που έζησες μαζί τόσα πράγματα, θα μπορούσες δηλαδή να με φας όταν πεθάνω;»
«Με τίποτα, μου αρκεί που σε τρώω στη μάπα όσο ζεις!» είπε νευριασμένη η Χμα και συνέχισε «Και για να τελειώνουμε με αυτή την ιστορία, συνέχισε να κάνεις τα παιχνιδάκια σου, αρκεί να μην κινδυνεύσουν τα παιδιά, η σπηλιά και οι γίδες μας. Κατά τα άλλα κλέβε όσα πτώματα θες και συνέχιζε να τα θάβεις πίσω από αυτόν τον λόφο που έχεις βρει και να καρφώνεις πάνω απ’ τους λάκκους που σκάβεις αυτά τα κλαδάκια που ανάθεμα κι αν ξέρει κανείς τι σημαίνουν…»
«Εντάξει…» έκανε δειλά ο Φρόγκι κι σηκώθηκε να φύγει.
«Πάντως!» είπε η Χμα «Μη νομίζεις πως δεν ξέρω ποιος σου έχει βάλει αυτές τις ιδέες στο κεφάλι, σε έχω δει πως την κοιτάς…σιγά που είχες εσύ “μεταφυσικές ανησυχίες” και τι σημαίνει τέλος πάντων μεταφυσικές ανησυχίες;»

Ο Φρόγκι κοκκίνισε σαν παντζάρι και βγήκε έξω απ’ τη σπηλιά.
Ήταν η ώρα να βοσκήσουν οι γίδες.

Προτού προλάβει να τις μαζέψει όλες, ήδη η μία του κορούλα είχε έρθει από κοντά κι είχε αρχίσει να κλαίει και να παρακαλάει τον πατέρα της να την πάρει μαζί του. Μην αντέχοντας τα ουρλιαχτά της μικρής ο Φρόγκι συναίνεσε.

«Εντάξει Χαλά, αλλά μόνο για σήμερα, εντάξει;»
«Νι!» απάντησε εκείνη χαρούμενη και αγκάλιασε τον πατέρα της.

Ο Φρόγκι ξεκίνησε μαζί με την Χαλά και το κοπάδι για τα βοσκοτόπια, μαζί την ίδια ώρα ξεκινούσαν και οι υπόλοιποι άντρες Νεάντερταλ που έβγαζαν τις δικές τους γίδες. Ο ήλιος φώτιζε για τα καλά την κεντρική Ευρώπη. Υπήρχε φαγητό για όλους κι όλοι έμοιαζαν χαρούμενοι.

«Θα είναι ωραία χρόνια φέτος ε;» ρώτησε κάποιος τον Φρόγκι.
«Πώς πάει η γυναίκα;» ρώτησε άλλος
«Είναι αλήθεια ότι θάβεις τους νεκρούς αντί να τους τρως;» του είπε ψιθυριστά ένα τρίτος.
«Πφ!» σχολίασε μέσα απ’ το δόντια του ο Φρόγκι και πήρε τη Χαλά και απομακρύνθηκαν μαζί με το κοπάδι μακριά απ’ τους υπόλοιπους.

Καθώς η κόρη του έτρεχε μαζί με τις γίδες ο Φρόγκι σκεφτόταν διάφορα, καθόλου ευχάριστα πράγματα. Πρώτα απ’ όλα για τη ζωή του. Ο γάμος του δεν τον ευχαριστούσε ιδιαίτερα, η γυναίκα του και ο ίδιος τσακώνονται διαρκώς και δε συμφωνούσαν ποτέ και σε τίποτα. Αυτή προερχόταν βέβαια από καλή σπηλιά και ο Φρόγκι είχε αναγκαστεί να παλέψει με έναν τεράστιο, τριχωτό Νεάντερταλ για να την κερδίσει. Όλοι το είχαν σίγουρο πως ο Φρόγκι θα πέθαινε τη μέρα της μάχης, αλλά είχε καταφέρει να επικρατήσει του αντιπάλου του, χάρη στη μεγάλη απελπισία που είχε κυριεύσει την ψυχή του εξαιτίας της σιγουριάς του πως ποτέ δε θα βρει θηλυκό. Αυτή η ψυχική κατάσταση νίκησε τους μύες του διπλάσιου σε μέγεθος αντιπάλου του και ο πατέρας της Χμα, έστω και ανόρεχτα έδωσε την κόρη του στον νικητή μεν ελαφρώς ιδιόρρυθμο και εκκεντρικό δε Φρόγκι.

Ο Φρόγκι όμως δεν ήταν ευτυχισμένος. Προσπαθούσε να πείσει τη Χμα να σηκώνονται κάθε πρωί και να στέκονται στην είσοδο της σπηλιάς κοιτώντας τον ήλιο και να μουρμουρίζουν μεγάλες, περίπλοκες λέξεις που εξέφραζαν ευχαριστίες για όσα καλά είχαν γίνει και παρακλήσεις για όσα ήθελαν να συμβούν. Εκείνη το έβρισκε ηλίθιο και προτιμούσε να κοιμάται. Μια μέρα πάλι που ένας αρσενικός Νεάντερταλ ήρθε να διεκδικήσει την Χμα για γυναίκα του, ο Φρόγκι προσπάθησε να αποφύγει τη μάχη:

«Κατά τη γνώμη μου, απ’ τη στιγμή που δυο άνθρωποι είναι μαζί δε θα έπρεπε να μπορούν να είναι και με κάποιον άλλο ή αυτός ο άλλος να αναμειχθεί στο ζευγάρι, παρά μόνο αν και ο διεκδικούμενος του ζευγαριού επιθυμεί να χωρίσει!»

Αυτά τα λόγια ακούστηκαν πολύ περίεργα.

«Δεν καταλαβαίνω» είπε η Χμα «Δεν θα παλέψετε;»
«Ναι!» συμφώνησε και αυτός που την διεκδικούσε «Δεν έβγαλα άκρη με όσα είπες, γιατί δεν το λύνουμε όπως πρέπει, σαν άντρες;»

Ο Φρόγκι τότε είχε ρωτήσει την Χμα αν ήθελε να τον αφήσει για τον άλλον άντρα. Η Χμα ξέσπασε σε λυγμούς.

«Με φοβίζουν αυτά που λες, σταμάτα σε παρακαλώ, μπου-χου-χου» είπε και τα δάκρυα της κυλούσαν σα το Ρήνο ποταμό. «Απλά πολεμήστε μεταξύ σας και θα πάω με τον καλύτερο πολεμιστή, δε μου αρέσουν αυτά που λες, δε μου αρέσουν καθόλου!»

Κι έτσι ο Φρόγκι είχε αναγκαστεί να σκοτώσει τον αντίζηλο του με ένα μαχαίρι που είχε φτιάξει. Σπανίως χρησιμοποιούνταν μαχαίρια ή εργαλεία γενικότερα σε μάχες αλλά ο Φρόγκι το είχε κάνει.

«Δε θα τον φάμε;» είχε ρωτήσει η μία κορούλα του ζεύγους.
«Όχι θα τον θάψουμε, παραλίγο να ήταν ο μπαμπάς σας τώρα» είπε με σεβασμό και ειρωνεία ανάμεικτα ο Φρόγκι.
«Θα ήταν καλύτερος μπαμπάς από εσένα;» ρώτησε η μικρή
«Το πιθανότερο!» είχε απαντήσει κοφτά η μητέρα της.

Αλλά η κύρια αναποδιά για τη ζωή και την ευτυχία του Φρόγκι είχε συμβεί έναν χρόνο πριν, όταν κοντά στις σπηλιές των Νεάντερταλ της Γερμανίας είχε έρθει να μείνει μια γυναίκα, αν ήταν ακριβώς γυναίκα, η οποία αντί για σπηλιά επέλεξε να ζήσει στην κουφάλα ενός χοντρού δέντρου. Πολλοί άντρες της φυλής την επισκέφτηκαν για να ζευγαρώσουν μαζί της και … πράγματι τα κατάφεραν. Αλλά η γυναίκα δεν έλεγε να μείνει έγκυος.

Παραξενεμένος από αυτό ο Φρόγκι είχε πάει να τη γνωρίσει. Η εμφάνιση της του είχε κάνει μεγάλη εντύπωση ήταν πολύ ψηλή, πιο ψηλή απ’ τους περισσότερους άντρες, είχε καθαρό πρόσωπο με πάρα πολύ κοντά μαύρα μαλλιά που ήτα συνεχώς βρεγμένα. Κατά τα αλλά έμοιαζε να μην έχει πλυθεί ποτέ της.

Το πρώτο πράγμα που την είχε δει να κάνει ο Φρόγκι ήταν να κοπανάει ένα μαχαίρι στον κορμό του δέντρου, έπειτα το έκανε ξανά και ξανά. Κατάλαβε έτσι πως η γυναίκα ήξερε να σχεδιάζει. Ο Φρόγκι θεωρούσε τον εαυτό του έξυπνο αλλά δεν ήξερε να σχεδιάζει.

«Θες να γίνεις γυναίκα μου;» της είχε πει, αγνοώντας τελείως το πρωτόκολλο της εποχής. Εκείνη τον κοίταξε καλοσυνάτα κι απάντησε:
«Όχι ρε συ!».
Εκείνος έκανε να φύγει.
«Ωστόσο…» του φώναξε.
«Ναι;» έκανε αυτός με ελπίδα
«Να έρχεσαι με κάθε τέταρτο φεγγάρι να βλέπω αν είσαι καλά, σύμφωνοι;»
«Έχεις πολύ σοβαρό πρόβλημα μου φαίνεται!» είχε πει ο Φρόγκι εκνευρισμένα κι αμέσως είχε φύγει, αν και για κάποια τέταρτα φεγγάρια είχε περάσει απ’ τα μέρη της.

Η γυναίκα αυτή, η τελευταία μάγισσα των Νεάντερταλ της κεντρικής Ευρώπης υπήρξε κι ο μεγάλος έρωτας του Φρόγκι, η σύζυγος του φυσικά που μπορεί να μην είχε κανένα θέμα να τον σφάξει ο κάθε τριχωτός πίθηκος για να την κερδίσει από αυτόν, είχε ζηλέψει και του έκανε τη ζωή κόλαση, τα παιδιά του τον είχαν γραμμένο και οι γίδες δε του πρόσφεραν κανένα εισόδημα και καμία απόλαυση. Τέλος οι προσπάθειες του να πείσει τους άλλους Νεάντερταλ να υιοθετήσουν τις δικές του συνήθειες έπεφταν στο κενό.

«Είμαστε χαμένοι αγάπη μου» είχε πει στη Χμα μια μέρα
«Τι εννοείς, πάλι δε θες να δουλέψεις τεμπέλη;»
«Αγάπη μου, δε το βλέπεις; Έρχονται όλοι αυτοί οι Χόμο Σάπιενς και μας σφάζουν στον ύπνο μας, δεν κάνουμε τίποτα για να αλλάξουμε τις συνήθειες μας, πιστεύουμε ότι είμαστε το κέντρο του κόσμου, οι πιο ισχυροί, πιο δυνατοί, οι καλύτεροι. Αλλά δεν είμαστε. Ξημερώνει ένας κόσμος που δε θα μας χωράει. Θα πεθάνουμε! Θα πουληθούμε σα σκλάβοι! Οι κόρες μας θα βιαστούν! Πρέπει να ξεπεράσουμε την αλαζονεία μας, υπάρχει χρόνος αλλά είναι λιγοστός»
«Είσαι τρελός Φρόγκι, απορώ γιατί δε σε σκοτώνω στον ύπνο σου μερικές φορές…»

Κι έτσι ο Φρόγκι ήταν ένας δυστυχισμένος, απογοητευμένος Νεάντερταλ.

***

Καθώς λοιπόν προχωρούσε με το κοπάδι και την κόρη του την Χαλά, στάθηκαν για λίγο να ξαποστάσουν στην ανατολική πλευρά ενός ποταμού όπου θα ήταν μόνοι τους. Η μικρή έτρεξε να παίξει μακριά απ’ την επίβλεψη του πατέρα της και αυτός ξάπλωσε στο μαλακό χορτάρι.

Τότε συνέβη.

Πρώτα μια μεγάλη σκιά στάθηκε πάνω απ’ τον Φρόγκι. Αυτός δεν έδωσε σημασία, φαντάστηκε πως ήταν απλά ένα σύννεφο. Έπειτα λούστηκε ξανά στο φως «Ευτυχώς όλα καλά!» σκέφτηκε με το αθώο του μυαλό. Τότε ακούστηκε ένα ισχυρό βουητό μες το κεφάλι του Φρόγκι.

Για λίγο όλα σκοτείνιασαν.

Έπειτα ο Φρόγκι μπόρεσε να ανοίξει τα μάτια του. Η κορούλα του ήταν δίπλα του τυλιγμένη πάνω του κι απέναντι τους, εκτός απ’ τις γίδες τους, ήταν και τρεις καινούργιες φιγούρες.

Καθόλου συνηθισμένες.

Οι τρεις φιγούρες με τις κόκκινες φορεσιές που προέρχονταν προφανώς από το δέρμα κάποιου ακαθόριστο ζώου πλησίασαν διερευνητικά αλλά ευδιάθετα τα δύο μέλη της αξιαγάπητης αυτής οικογένειας Νεάντερταλ.

«Συγνώμη είστε όντως άνθρωποι των σπηλαίων;» ρώτησε ο ένας
«ΟΥΑΟΥ! Πρόσεξε Τζεφ, θα τους τρομάξεις και θα φύγουν!» είπε ο δεύτερος
«Προσοχή! Μπορεί να έχουν μικρόβια» πρόσθεσε ο τρίτος.
«Συγνώμη ποιοι είστε; Τι είστε;» ρώτησε ο Φρόγκι
«Εχμ» είπε ο πρώτος, καθάρισε το λαιμό του και έπειτα συνέχισε «Γεια σας αγαπητέ μου, ονομάζομαι Τζεφ, έρχομαι από… δεν έχει σημασία το από πού έρχομαι βασικά, είναι από έναν πολύ μακρινό γαλαξία, δε θα καταλαβαίνατε»
«Δεν ξέρω τι είναι αυτός ο γαλαξίας. Πείτε μου γρήγορα τι θέλετε, τρομάζετε τη μικρή μου κόρη»
«Καλέ μου κύριε, δεν έχουμε τίποτα εναντίον σας, σεβόμαστε πολύ τους πρωτόγονους, θα σας κάνουμε μερικές ερωτήσεις και στο τέλος θα σας δώσουμε την ευκαιρία να κερδίσετε ένα μικρό δώρο. Έπειτα θα φύγουμε, σύμφωνοι;»
«Σύμφωνοι…» είπε διστακτικά ο Φρόγκι.
«Ωραία!» είπε αμέσως ο τρίτος εξωγήινος και έβγαλε έναν υπολογιστή για να κρατάει σημειώσεις. «Πείτε μου αγαπητέ μου, έχετε ιδιοκτησία;»
«Δεν ξέρω τι είναι αυτό»
«Να ανήκει κάτι σε εσάς, μόνο σε εσάς και να μπορείτε να το δώσετε σε κάποιον άλλο μόνο εσείς…»
«Έχω τη σπηλιά, τις γίδες μου, τα εργαλεία μου και τη γυναίκα μου… αλλά αν τα χρειαστεί κάποιος ή τα διεκδικήσει μπορεί να τα πάρει, ειδικά όταν δεν πρόκειται για γυναίκες μοιραζόμαστε τα πράγματα μας»
«Τα παιδιά σας θα κληρονομήσουν τη σπηλιά και τα εργαλεία σας;»
«Αν θέλουν να πάρουν τα εργαλεία μου ναι, αλλά το πιο πιθανό είναι να ψάξουν να βρουν δική τους σπηλιά, τις γίδες θα τις μοιράσω μισές μισές»
«Τι χρειάζεστε τόσες γίδες αν δεν έχετε ιδιοκτησία;»
«Τις γίδες δεν τις έχουμε ακριβώς δικές μας, καθένας έχει το κοπάδι του αλλά στο τέλος τα κοπάδια ζούνε όλα μαζί και όλοι πίνουμε απ’ το γάλα της γίδας του άλλου ή τρώμε απ’ το κρέας της, απλά ο καθένας φροντίζει αυτές που του αναλογούν».
«Θαυμάσια, θαυμάσια… εξαιρετικά. Έχετε γυναίκα;»
«Όσο να ‘ναι»
«Την αγαπάτε;»
«Όσο να ‘ναι»
«Αγαπάτε κάποια άλλη γυναίκα;»
«Θέλετε να απαντήσω για τρίτη φορά το ίδιο πράγμα;»
«Όχι εντάξει κύριε…»
«Φρόγκι!»
«Εντάξει κύριε Φρόγκι, νομίζω πως τελειώσαμε, περιμένετε λίγο».

Ο Φρόγκι κάθισε στη γωνία ενώ οι εξωγήινοι σιγομουρμούριζαν μεταξύ τους. Έπειτα ο πρώτος εξωγήινος, ο Τζεφ, γύρισε στον Φρόγκι.

«Όπως καταλαβαίνω, μπορεί να μην έχετε ιδιοκτησία αλλά απ’ την άλλη τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας σας δεν έχουν κανένα λόγο για τη ζωή τους, εσείς ως ο πατριάρχης της οικογένειας δίνετε τις διαταγές, σωστά;»
«Θεωρητικά…»
«Επίσης έχετε καταλάβει μέχρι τώρα πως ιδιοκτησία σημαίνει να έχεις δικό σου ένα αντικείμενο και να μπορείς να το ανταλλάξεις για ένα άλλο αντικείμενο; Αυτό είναι η ανταλλαγή προϊόντων ή αντικειμένων πιο απλά, το εμπόριο»
«Νομίζω πως κατάλαβα, αλλά όπως σας είπα δεν έχω καθόλου… προϊόντα»
«Εμείς όμως κύριε Φρόγκι έχουμε να σας δώσουμε ένα!» είπε χαμογελαστά ο Τζεφ και άνοιξε το χέρι του αποκαλύπτοντας μια σιδερένια σφαίρα με ένα κόκκινο κουμπί πάνω της. «Είναι απλό και πρακτικό αν και παίζει μόνο ένα τραγούδι, πατήστε αυτό το κόκκινο που προεξέχει κύριε Φρόγκι!»
«Τι όμορφο χρώμα!» σχολίασε ο Φρόγκι και το πάτησε. Απ’ τη σφαίρα ακούστηκε αμέσως μια σαγηνευτική μελωδία που τη συνόδευαν οι παρακάτω στίχοι:

Όταν η νύχτα προχωρά, σε συλλογίζομαι.
Μόλις εσένανε σκεφτώ παραλογίζομαι.

Και θέλω να ’ρθω να σ’ αρπάξω από τον Έλιοτ
να τον ρωτήσω με τα μάτια δακρυσμένα
με ποιο δικαίωμα σε πήρε από μένα
και ποια θυσία, ποια θυσία έχει κάνει ο Τ.Σ. Έλιοτ για σένα.

Όταν η νύχτα προχωρά, για σένα καίγομαι.
Ξέρω πως ο άλλος σε κρατά, κι εγώ τρελαίνομαι.

Και θέλω να ’ρθω να σ’ αρπάξω από τον Έλιοτ
να τον ρωτήσω με τα μάτια δακρυσμένα
με ποιο δικαίωμα σε πήρε από μένα
και ποια θυσία, ποια θυσία έχει κάνει ο Τ.Σ. Έλιοτ για σένα.

«Υπέροχο!» είπε ο Φρόγκι συγκλονισμένος «Δεν έχω ακούσει ποτέ κάτι τόσο όμορφο στη ζωή μου»
«Είναι όντως πολύ ωραίο» είπε συγκαταβατικά ο Τζεφ «Κύριε Φρόγκι, λυπάμαι που δε μπορώ να σας δώσω και ένα ποίημα του Έλιοτ αλλά φοβάμαι πως αυτό θα περιέπλεκε πολύ τα πράγματα…»
«Τι εννοείτε, ποιο ποίημα; Τι είναι ποίημα;»
«Δεν έχει σημασία… λοιπόν σας αρέσει αυτή η σφαίρα που βγάζει αυτόν τον όμορφο ήχο κύριε Φρόγκι;» ρώτησε ο Τζεφ.

Ο Φρόγκι το σκέφτηκε. Μια τόσο όμορφη μελωδία θα μπορούσε κυριολεκτικά να αλλάξει τον κόσμο, να πείσει τους άλλους Νεάντερταλ να αλλάξουν συνήθειες, τη γυναίκα του να γίνει πιο ευγενική μαζί του, τα παιδιά του να τον σέβονται και άλλα πολλά πράγματα. Αλλά κυρίως κάτι τέτοιο θα μπορούσε επιτέλους να κερδίσει την καρδιά της μάγισσας. Αν της το έκανε δώρο; Ναι αυτό ήταν. Έτσι θα έφευγαν οι δυο τους μαζί, μακριά από τα υπόλοιπα βάρβαρα κτήνη που ούτε μια προσευχή το πρωί δεν ήξεραν να κάνουν.

«Μου αρέσει πάρα πολύ…» ψέλλισε.
«Και μπορεί να γίνει δικό σας» χαμογέλασε ο Τζεφ «Αν μας δώσετε κι εσείς κάτι, θυμάστε όσα είπα για το εμπόριο, θα ανταλλάξουμε ένα προϊόν με ένα άλλο προϊόν»
«Μα δεν έχω τίποτα» έκανε απογοητευμένος ο Φρόγκι
«Έχετε κύριε Φρόγκι, έχετε. Την οικογένεια σας»
«Και συγκεκριμένα την μικρούλα από εδώ!» πετάχτηκε ο τρίτος ερευνητής
«Ανταλλάζουμε τη σφαίρα που παίζει αυτή τη μελωδία με την κόρη σας!»
«Την κόρη μου;» έκανε απορημένος ο Φρόγκι και κοίταξε την Χαλά, την μικρή κορούλα του.
«Όχι μπαμπά δεν θέλω να πάω μαζί τους!» τσίριξε αυτή.
«Τα παιδιά σας ανήκουν!» υπενθύμισε ο Τζεφ.
Ο Φρόγκι κοίταξε απορημένος το κενό. Ποιος να ήταν άραγε ο Έλιοτ;
«Εντάξει» ψέλλισε
«Είμαστε σύμφωνοι;» ρώτησε ο Τζεφ
«ΜΠΑΜΠΑ!» ούρλιαξε η μικρή
«Φυσικά, ανταλλάζω την Χαλά για αυτό εδώ το πράγμα που βγάζει τον ήχο που άκουσα πριν!»
«Τέλεια!» είπε ο Τζεφ και αμέσως μια λάμψη φώτισε τα πάντα. Για λίγο το μόνο που ακουγόταν ήταν οι λυγμοί της μικρής Χαλάς. Έπειτα ο Φρόγκι άνοιξε τα μάτια του. Οι επισκέπτες τους είχαν εξαφανιστεί μαζί με την κόρη του αλλά η σφαίρα που του είχαν υποσχεθεί είχε μείνει εκεί. Την δοκίμασε και δούλευε ακόμα κανονικά. Το τραγούδι ήταν υπέροχο όπως πάντα και η ανάμνηση του παιδιού του, που έκλαιγε και τον παρακαλούσε να μην το ανταλλάξει για ένα άψυχο αντικείμενο ούτε στο ελάχιστο δεν τον ενοχλούσε.

Είχαν όλα τελειώσει.

Άρχισε, χαρούμενος για πρώτη φορά στην ζωή του, να μαζεύει τις γίδες για να τις γυρίσει στη σπηλιά. Το ίδιο έκαναν την ίδια ώρα, σε διαφορετικά μέρη της περιοχής και οι υπόλοιποι Νεάντερταλ που ανυπομονούσαν να γυρίσουν στις γυναίκες τους και σε ένα καλό πήλινο πιάτο με φαγητό. Έτσι ήταν όλοι τους ευτυχισμένοι, χωρίς να καταλαβαίνουν πως το είδος τους σιγά παρήκμαζε και έφτανε στο τέλος του. Λίγες δεκάδες χιλιάδες χρόνια έπειτα, οι Χόμο Σάπιενς θα είχαν σκοτώσει τους περισσότερους από αυτούς, ενώ οι ελάχιστοι, μονάχα θηλυκού γένους, που θα επιβίωναν θα βιάζονταν με αποτέλεσμα να κληροδοτήσουν το ελάχιστο ποσοστό από dna Νεάντερταλ που έχει ο άνθρωπος του 21ο αιώνα. Και μπορεί ο Χόμο Σάπιενς, δηλαδή εμείς, να ξεκίνησε την ιστορία του σε αυτό τον πλανήτη με έναν μαζικό βιασμό και με μια ακόμα πιο μαζική γενοκτονία, πάντως όσον αφορά την ιστορία που διηθηθήκαμε εδώ, υπό τους ήχους μιας μελωδίας που δεν είχε ξανακουστεί στην κεντρική Ευρώπη, μια μελωδία που κόστισε την ανταλλαγή ενός προϊόντος με ένα άλλο προϊόν, τα κοπάδια επέστρεψαν απ’ τα βοσκοτόπια τους.

Ηθική Κατάπτωσις (Αλέξανδρος Οικονομίδης)

Η ώρα έχει φτάσει πέντε το απόγευμα. Ακόμα μία εργάσιμη μέρα έφτασε στο τέλος της. Μαζεύω τα πράγματά μου και φεύγω από το γραφείο. Με το που βγαίνω από το μεγαλοπρεπές κτήριο της πολυεθνικής εταιρίας που αναγνώρισε στο πρόσωπό μου έναν άξιο συνεργάτη, νιώθω το κινητό μου τηλέφωνο να δονείται. Βλέπω στην οθόνη το όνομα που άλλαξε την ζωή μου προς το καλύτερο. Χωρίς να καθυστερήσω, απαντάω στην κλήση.

«Ελεφαντάκο μου, δεν θα προλάβω να περάσω από το αεροδρόμιο να παραλάβω τους φίλους σου. Έχω πολύ δουλειά στο μαγαζί. Έχουν έρθει κάτι παιδιά από τον σύνδεσμο της ομάδας και θέλουν να τους εξυπηρετήσω τώρα. Μπορείς να πας εσύ;».

«Φυσικά, παντσεράκι μου, μην ανησυχείς. Θα πάω εγώ. Φιλιά. Σε αγαπώ!».

Αυτό το όνομα ήταν το εξής: «Ελισάβετ»! Η Ελισάβετ είναι η μέλλουσα γυναίκα μου. Εγώ την φωνάζω «παντσεράκι μου» κι αυτή με φωνάζει «ελεφαντάκι μου», εμπνευσμένοι από τα γερμανικά τεθωρακισμένα του Δεύτερου παγκοσμίου πολέμου, Panzer και Elefant. Φυσικά και δεν υιοθετούμε την ναζιστική ιδεολογία (μακριά από εμάς τα άκρα), αλλά, όπως κάθε άνθρωπος με φιλοδοξίες και ικανότητες, δεν μπορούσαμε παρά να μαγευτούμε από το μεγαλείο που ενέπνεε η Γερμανία του Β’ παγκοσμίου πολέμου.

Την Ελισάβετ την είχα γνωρίσει πριν από δύο χρόνια, σε ένα από τα πολυάριθμα επαγγελματικά ταξίδια που έκανα με την προηγούμενη πολυεθνική εταιρία που είχε αναγνωρίσει στο πρόσωπό μου έναν άξιο συνεργάτη. Εγώ μόνιμος κάτοικος Αθήνας, αυτή μόνιμη κάτοικος Μπρατισλάβας. Κι όμως, ο έρωτας μας έμεινε δυνατός παρά την απόσταση. Έτσι, πήρα την απόφαση πριν από μερικούς μήνες να βρω δουλειά στην Μπρατισλάβα, για να ζήσω μαζί με την γυναίκα της ζωής μου. Φυσικά, ένας άνθρωπος με τα προσόντα μου και την δική μου διάθεση για δουλειά, δεν θα δυσκολευόταν να βρει μια καλοπληρωμένη θέση εργασίας. Έτσι, τους τελευταίους τέσσερις μήνες συζώ με την Ελισάβετ σε ένα πολύ ωραίο διαμέρισμα κοντά στο κέντρο της Μπρατισλάβας. Το σπίτι δεν έχει κάτι το ιδιαίτερο. Είναι, όμως, ένα σπίτι φτιαγμένο με το μεράκι και την όρεξη για δουλειά δύο ανθρώπων που βγάζουν το ψωμί τους μόνοι τους, χωρίς να τους γεμίζει το πορτοφόλι η μαμά και η γιαγιά.

Η Ελισάβετ έχει ένα δικό της μαγαζί που κάνει τατουάζ. Κατά κύριο λόγο, οι πελάτες της ήταν είτε μέλη της νεολαίας του πατριωτικού κόμματος «Η Σλοβακία μας», είτε μέλη του συνδέσμου της Σλόβαν Μπρατισλάβας (της μεγαλύτερης ποδοσφαιρικής ομάδας της χώρας), είτε άτομα που συνδυάζουν και τις δύο αυτές ιδιότητες. Κάποιοι αδαείς κατηγορούν τα μέλη του συνδέσμου ότι είναι νεοναζί κι ότι είναι οι χειρότεροι οπαδοί της Ευρώπης, μαζί με αυτούς της Λέγκια Βαρσοβίας. Προσωπικά δεν παρακολουθώ ποδόσφαιρο, θεωρώ πως αυτά είναι μόνο για κάτι φοιτητές και για κάτι αργόσχολους. Όμως, δεν μπορώ να μην θαυμάζω το πάθος και τον πατριωτισμό αυτών των παιδιών της Σλόβαν.

Σήμερα θα ερχόντουσαν από την Αθήνα για να με δουν δύο φίλοι μου, ο Ντομούζ και ο Καλιγούλας, με σκοπό να κάτσουν μία βδομάδα. Εννοείται πως, ως καλός οικοδεσπότης, τους κάλεσα να μείνουν στο σπίτι μου και να μην πάνε σε κάποιο χόστελ (με τι λεφτά θα πήγαιναν, άλλωστε;). Είχα πει στην Ελισάβετ να πάει να τους πάρει από το αεροδρόμιο, καθώς υπήρχε περίπτωση να μην προλάβω μετά από την δουλειά να πάω μέχρι εκεί. Όμως, δεδομένου πως είχε πολύ δουλειά ακόμα στο μαγαζί, έπρεπε να πάω τρέχοντας. Στην διαδρομή έκανα μια στάση, καθώς τους αγόρασα από δύο εβδομαδιαία εισιτήρια για τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς. Όχι, δεν μου το ζήτησαν αυτοί. Με δική μου πρωτοβουλία τα αγόρασα και, φυσικά, με σκοπό να τους τα κάνω δώρο. Μπορεί αυτά τα 22€ που έδωσα να ήταν 22 μικρές μαχαιριές στα καρδιά μου, αλλά τους λυπήθηκα, καθώς ήταν άνεργοι. Περισσότερο, όμως, το έκανα γιατί λυπήθηκα τους άμοιρους γονείς τους, οι οποίοι ακόμα τους τρέφουν.

Έφτασα στο αεροδρόμιο περίπου μισή ώρα μετά την προγραμματισμένη άφιξη της πτήσης από Αθήνα. Ευτυχώς, η πτήση τους καθυστέρησε, καθώς, λόγω της ισχυρής χιονόπτωσης που έλαβε χώρα στην Μπρατισλάβα, το αεροπλάνο έκανε αναγκαστική προσγείωση στην Βουδαπέστη. Το «ευτυχώς» δεν το λέω προφανώς με την έννοια ότι χάρηκα για την ταλαιπωρία που υπέστησαν οι δύο φίλοι μου, δεν είμαι τέτοιος άνθρωπος σε καμία περίπτωση. Απλά, δεν ήθελα να δώσω δικαιώματα στους εκπροσώπους της Ελλάδας, της «μαύρης τρύπας της Ευρωπαϊκής Ένωσης», όπως την αποκαλεί χαριτολογώντας εδώ σχεδόν σύσσωμος ο σλοβάκικος λαός.

Τελικά, μετά από δύο ώρες αναμονής (δύο ώρες που θα μπορούσα να δουλεύω και να βγάζω χρήματα, αλλά τι να κάνεις…), το αεροπλάνο φτάνει στην Μπρατισλάβα και βγαίνουν σιγά σιγά οι πρώτοι επιβάτες. Εγώ, απίστευτα ταλαιπωρημένος, περιμένω στωικά να βγουν οι δύο φίλοι μου για να πάμε σπίτι μου να ξεκουραστώ, καθώς εγώ το επόμενο πρωί έπρεπε να παώ στην δουλειά μου.

Τελικά, μετά από αρκετά λεπτά, είδα να βγαίνει ο Ντομούζ. Τον Ντομούζ τον είχα γνωρίσει πριν από τρία χρόνια, σε μια βιβλιοπαρουσίαση. Είναι πρόσφυγας στην Ελλάδα, Κουρδικής καταγωγής και είναι 25 χρονών. Ήταν για χρόνια στον ένοπλο στρατό του PKK, συγκεκριμένα στρατολογήθηκε στην τρυφερή ηλικία των 15. Είχε έρθει στην Ελλάδα πριν από τέσσερα χρόνια, κυνηγημένος από την τουρκική κυβέρνηση, όπως μας έλεγε. Εγώ, όμως, ήξερα την αλήθεια. Τον είχαν διώξει από το PKK, όταν τον κατηγόρησαν 4 έφηβες συμπολεμίστριές του για απόπειρα βιασμού. Ο λοχαγός του αποφάσισε να του χαρίσει την ζωή και να μην τον εκτελέσει για εσχάτη προδοσία, όπως όριζε ο όρκος των Κούρδων μαχητών. Έτσι, ήρθε ατιμασμένος στην Ελλάδα και επινόησε την ιστορία του κυνηγητού από την τουρκική κυβέρνηση για να διασώσει ότι μπορούσε από την καταρρακωμένη του αξιοπρέπεια. Ζούσε παρασιτικά στην Ελλάδα, τρώγοντας τα λεφτά των γονιών του, αλλά ήταν καλό παιδί. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα…

«Τι λέει ρε Ντομούζ;», τον ρωτάω. «Ο Καλιγούλας που είναι;».

«Έρχεται τώρα. Καθυστέρησε να βγει η βαλίτσα του», μου είπε ο Ντομούζ. Και όντως, πέντε λεπτά μετά βγήκε και ο Καλιγούλας.

Τον Καλιγούλα τον ήξερα αρκετά περισσότερα χρόνια από τον Ντομούζ, συγκεκριμένα έξι. Ήταν 18 ετών τότε, στο πρώτο έτος. Υπήρξε συνοδοιπόρος μου σε πολλές τρέλες που έκανα ως νέο παιδί. Και στην ένταξή μου στην ΚΝΕ, καθώς και στην ενασχόλησή μου με την συγγραφή μυθιστορημάτων, ο Καλιγούλας ήταν εκεί. Μετά, εξακολουθήσαμε να κάνουμε πολύ στενή παρέα, παρόλο που είχαμε τελείως διαφορετικές πορείες. Εγώ, από την μία, κατάλαβα πως ήμουν πολύ μεγάλος και για να είμαι συγγραφέας, αλλά και για να είμαι στην ΚΝΕ, ή έστω κάπου κοντά σε αυτήν πολιτικά. Αυτός, από την άλλη, συνέχισε το ίδιο μοτίβο. Έμεινε στο πλευρό της ΚΝΕ (ως φίλος πλέον), ενώ συνέχιζε να ασχολείται με την συγγραφή. Ως εκ τούτου, δεν άργησε να πέσει στα ναρκωτικά. Τώρα λέει ότι κάνει περιστασιακή χρήση, αλλά φυσικά καταλαβαίνω ότι λέει ψέματα Ήταν ξεκάθαρα ένα άτομο με το οποίο δεν είχα τίποτα κοινό πλέον. Αλλά με συνέδεε με το παρελθόν, με τα νιάτα μου, με τα χρόνια της ανεμελιάς. Είναι όμως σωστό να κρατάς δεσμούς με το παρελθόν;

«Ρε Καλιγούλα, πόση ώρα έκανε αυτή η βαλίτσα να βγει;», ρώτησα, κάνοντας πως δεν είχα καταλάβει πως είχε πάει σε κάποια γωνιά να πάρει την δόση του.

«Ε, ξέρεις πως είναι αυτά…», μου λέει, προσπαθώντας μάταια να με κοροϊδέψει ότι δεν συμβαίνει τίποτα ύποπτο.

«Ελάτε, πάμε προς την στάση των λεωφορείων να πάμε σπίτι», τους είπα. Έτσι βγήκαμε από το αεροδρόμιο και τους έδωσα τα εισιτήρια που τους είχα αγοράσει (με τα λεφτά που έβγαλα από την δουλειά μου).

Όση ώρα περιμέναμε το λεωφορείο, καθώς και όση ώρα ήμασταν μέσα σε αυτό κατευθυνόμενοι προς το σπίτι, μου έλεγαν τα νέα τους. Φυσικά, ήταν αυτά που περίμενα: ούτε δουλειά, ούτε σχέση, ούτε τίποτα παραγωγικό στην ζωή τους. Μόνο ναρκωτικά, αλκοόλ και έκλυτη ζωή. «Τι θα κάνω με αυτούς εδώ;», σκέφτηκα…

Φτάνουμε στο σπίτι μετά από αρκετή ώρα. Εξηγώ στα παιδιά ότι εδώ δεν μπαίνουμε με τα παπούτσια στο σπίτι και ο Ντομούζ μου λέει πως το ίδιο ισχύει και στην Τουρκία. Η Ελισάβετ συστήνεται με τον Ντομούζ (τον Καλιγούλα τον είχε γνωρίσει μια μέρα που είχε έρθει να με επισκεφτεί στην Αθήνα, όταν ακόμα έμενα εκεί). Νόμιζα ότι είδα κάτι περίεργο στο βλέμμα του όταν την είδε, αλλά ήμουν σίγουρος ότι ήταν ιδέα μου, ότι απλά ήμουν κουρασμένος από την σκληρή μου δουλειά στην πολυεθνική εταιρία.

Το πρώτο πράγμα που ρώτησε ο Ντομούζ ήταν –τι άλλο- το τι θα φάμε. Ο Καλιγούλας δεν πείναγε ιδιαίτερα (η έλλειψη όρεξης για φαγητό είναι βασικό σύμπτωμα της χρήσης ναρκωτικών), αλλά για να μην καρφωθεί μας είπε ότι θα τσιμπήσει λίγο. Κι εγώ κι η Ελισάβετ ήμασταν πολύ κουρασμένοι από την δουλειά για να μαγειρέψουμε, έτσι παραγγείλαμε πίτσες και φάγαμε. Νομίζω πως τους άκουσα να παραπονιούνται μεταξύ τους για το γεγονός πως δεν τους μαγειρέψαμε, αλλά μάλλον θα έκανα λάθος. Η κούραση από την δουλειά μάλλον…

Αφού φάγαμε, πήγαμε για ύπνο. Ο Ντομούζ με τον Καλιγούλα κοιμήθηκαν στο σαλόνι, ο ένας στον καναπέ κι ο άλλος σε ένα σούπερ ανατομικό στρώμα που αγοράσαμε αποκλειστικά και μόνο για αυτούς. Την ώρα που προσπαθούσαμε να κοιμηθούμε, τους ακούγαμε από το δωμάτιό μας να μουρμουρίζουν, χωρίς να μπορούμε να διακρίνουμε τι ακριβώς λένε.

«Μα τι θα γίνει, ρε ελεφαντάκο μου; Εμείς δουλεύουμε αύριο το πρωί και θέλουμε να κοιμηθούμε», μου λέει με παραπονεμένο ύφος η Ελισάβετ.

«Ηρέμησε, παντσεράκι μου», της είπα και την πήρα αγκαλιά. «Μικροί είναι, μόλις βρουν δουλειά θα γίνουν άνθρωποι». Στην συνέχεια, αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά μου, σαν την Εύα στην αγκαλιά του Αδόλφου την ημέρα της αυτοκτονίας τους.

Το επόμενο πρωί ξυπνήσαμε στις 7 ακριβώς και φύγαμε για δουλειά. Μπορεί να κάναμε λίγη φασαρία στο σαλόνι που κοιμόντουσαν τα παιδιά, κυρίως όταν ανταλλάσσαμε τα πρωινά φιλιά και γλυκόλογα με την Ελισάβετ, πριν αποχωρήσουμε για την δουλειά του ο καθένας. Αλλά όταν κοιμάσαι 11 και 12 ώρες την ημέρα, δεν είσαι τόσο ευαίσθητος να ξυπνήσεις με τον παραμικρό θόρυβο.

Λίγες ώρες αργότερα, ενώ βρισκόμουν στην δουλειά, προσπαθώντας να καλύψω την τεμπελιά των περισσότερων εκ των συναδέλφων μου, χτυπάει το κινητό μου τηλέφωνο. Ήταν ο Ντομούζ.

«Έλα ρε. Ψάχνουμε τα κλειδιά να πάμε μια βόλτα στην πόλη. Που τα έχεις;».

Παραξενεύτηκα. Τους είχα πει ότι δύσκολα θα μπορούσα να τους αφήσω αντικλείδια, καθώς υπήρχαν μόνο δύο: εμού και της Ελισάβετ. Φυσικά, δεν ήταν μόνο αυτός ο λόγος. Όσο και να τους αγαπάω κι όσο φίλοι μου και να είναι, δεν παύουν να είναι ένα πρεζόνι κι ένας βιαστής. Ποιος θα τους εμπιστευόταν να τους αφήσει κάτι τόσο πολύτιμο, όπως το κλειδί για το προσωπικό του καταφύγιο; Αντίστοιχα κι αυτοί, όσο φίλοι μου και να ήταν, θα μπορούσαν να καταπιέσουν την αποκλίνουσα συμπεριφορά τους; Ποιος θα μπορούσε να εγγυηθεί ότι ο Καλιγούλας δεν θα πούλαγε τα υπάρχοντά μου, που αγόρασα με τα λεφτά της σκληρής μου δουλειάς, για να αγοράσει τις αγαπημένες του σκόνες, ή ότι ο Ντομούζ δεν θα έφερνε σπίτι τα έφηβα κορίτσια που θα απήγαγε, με συνέπεια να έχω μπλεξίματα με τον νόμο για υπόθαλψη εγκληματία;

«Ε παιδιά, σας είπα ότι μάλλον δεν θα μπορέσω να σας έχω αντικλείδια. Αλλά μην ανησυχείτε, όταν τελειώσει η Ελισάβετ την δουλειά της σε 2 ώρες, θα περάσει να σας ανοίξει και να σας ξεναγήσει στην πόλη. Απλά, αν μπορείτε, να κρατήσετε το σπίτι σε μία σχετικά καλή κατάσταση.».

«Ναι ρε, για ποιους μας πέρασες;», μου λέει άνετος ο Ντομούζ, προσπαθώντας να με καθησυχάσει και κλείνει το τηλέφωνο.

Δύο ώρες μετά, μιλάω με την Ελισάβετ. Μου λέει πως θα πάρει τα παιδιά και θα τα πάει για φαγητό. Της λέω μετά το φαγητό να τους πάει στην μπυραρία στο κέντρο της πόλης που είναι πλέον το στέκι μας και, φυσικά, καθ’ όλη την διάρκεια της βόλτας, να κρατάει σφιχτά την τσάντα της, για να την προστατεύει από τον Καλιγούλα. Τον Ντομούζ δεν τον φοβόμουνα, δεν έχει καθόλου καλό γούστο για να επιτεθεί σε μία κλασσάτη κυρία σαν την Ελισάβετ.

Μόλις τελειώνω την δουλειά στην εταιρεία, πηγαίνω στην μπυραρία να βρω την Ελισάβετ και τα παιδιά, καθώς και να πιω την μπύρα που δικαιούμαι να πιω έπειτα από οχτώ ώρες σκληρής δουλειάς . Πηγαίνω και βλέπω την Ελισάβετ με την παρέα της και τα παιδιά. Ο Ντομούζ με τον Καλιγούλα, αντί να πιάσουν κουβέντα με δύο από τις τόσες φίλες της Ελισάβετ, μιλάνε συνέχεια με το μοναδικό αρσενικό της παρέας. Αυτό ήταν ο Μάρεκ, ένας γκέι φίλος της Ελισάβετ και το άτομο που συμπαθώ λιγότερο από την παρέα της. Δεν έχω τίποτα με τους ομοφυλόφιλους, άνθρωποι σαν κι εμάς είναι κι αυτοί. Αλλά δεν μπορώ να τους ανεχτώ να μου προβάλλουν το πάθος τους σαν κάτι φυσιολογικό, που πρέπει να το δέχομαι αδιαμαρτύρητα.

Βέβαια, δεν καταλαβαίνω γιατί μου έκανε εντύπωση που ένιωσε τόσο οικεία με τον Καλιγούλα και τον Ντομούζ. Ο Μάρεκ τα πρωινά δουλεύει ως χαμηλόμισθος υπάλληλος σε ένα σουπερμάρκετ και τα βράδια μπλέκεται σε λούμπεν καταστάσεις στα καταγώγια που αναζητεί να βρει τους περιοδικούς ερωτικούς του συντρόφους. Μία φορά τον είχαν βρει να κοιμάται σε ένα πάρκο. Ο ίδιος είχε πει τότε πως τον είχαν ληστέψει και τον χτύπησαν, αφήνοντάς τον αναίσθητο. Έκανα πως τον πίστεψα, καθώς δεν ήθελα να μάθω ανατριχιαστικές λεπτομέρειες από τις ομοφυλοφιλικές περιπτύξεις που λαμβάνουν χώρα στις λεωφόρους του περιθωρίου της Μπρατισλάβας. Ως εκ τούτου, σίγουρα θα είχε να μοιραστεί πολλές εμπειρίες με τους δύο περιθωριακούς μου φίλους.

Αργότερα το βράδυ, πάμε για φαγητό. Ήμασταν εγώ, η Ελισάβετ, ο Ντομούζ, ο Καλιγούλας και η Αντριάννα, η κολλητή της Ελισάβετ. Η Αντριάννα είναι λίγο περίεργη, αλλά πολύ καλή κοπέλα και πολύ εργατική Βγάζει τίμια τα προς το ζην δουλεύοντας σαν μαγείρισσα. Μάλιστα, ήταν τόσο ευγενική που προσφέρθηκε να έρθει το επόμενο πρωί από το σπίτι να μαγειρέψει για τα παιδιά. Αυτό σημαίνει πως έπρεπε να τους αφήσω τα κλειδιά. Αρχικά είχα πολλούς ενδοιασμούς, καθώς δεν θα ήθελα να έχουν τα κλειδιά του σπιτιού μου δύο άτομα με παρεκκλίνουσα συμπεριφορά. Τελικά, όμως, σκέφτηκα πως θα είναι η Αντριάννα να τους συγκρατεί. Φυσικά την ενημέρωσα για το ποιόν αυτών των δύο και να είναι πολύ προσεκτική, αλλά  και πως, παρόλα αυτά, είναι πολύ καλά παιδιά κατά βάθος.

Την ώρα που καθόμασταν στο εστιατόριο, η Αντριάννα είπε στην Ελισάβετ ότι βρίσκει ερωτικά ενδιαφέροντες τους δύο φίλους μου. Αυτοί με ρωτάνε τι είπε (καθώς η συζήτηση ανάμεσα στα δύο κορίτσια έγινε στα σλοβάκικα) και τους μετέφερα το ερωτικό ενδιαφέρον της. Είδα μια απέχθεια στο πρόσωπό τους. Δεν το κατάλαβα. Σίγουρα δεν μπορείς να την πεις ωραία, αλλά έχει έναν τύπο. Πράγμα που δεν μπορείς να το πεις ούτε για τις λούμπεν πρεζούδες που μπλέκει ο Καλιγούλας, ούτε για τα έφηβα κοριτσάκια που αποπλανεί ο Ντομούζ.

Στην συνέχεια, τους πάμε για ένα παραδοσιακό αψέντι. Η Αντριάννα κερνάει δύο γύρους και ζητάω πολύ ευγενικά από τα παιδιά να την κεράσουν κι αυτοί από ένα ποτό. Ενδεχομένως κι εγώ να ήμουν διστακτικός να κεράσω, αν με ζούσαν οι γονείς μου, αλλά αυτό ήταν θέμα τυπικής ευγένειας. Έπειτα από αρκετή ώρα, αποφασίζουν να κάνουν το κέρασμα τελικά. Την ώρα που πάμε να φύγουμε, βλέπω την Αντριάννα κάπως κατσουφιασμένη.

«Τι έχεις; Έγινε κάτι;», την ρωτάω.

«Ρε, ξέχασα το πορτοφόλι σπίτι, τώρα πρέπει να τα πληρώσουν όλα τα παιδιά», μου λέει λίγο λυπημένη.

«Δεν πειράζει μωρέ, τους τα δίνεις αύριο τα λεφτά. Τόσα λεφτά θα έχουν πάρει από τους δικούς τους για αυτό το ταξίδι», της λέω. Το μεταφέρω στα παιδιά τα οποία, έπειτα από αρκετή γκρίνια, τελικά έδωσαν τα λεφτά στην σερβιτόρα.

Γυρνάμε στο σπίτι και η Ελισάβετ πάει κατευθείαν για ύπνο. Κι εγώ νύσταζα, καθώς έπρεπε να πάω στην δουλειά την επόμενη μέρα, αλλά τα παιδιά επέμεναν να αράξουμε λίγο. Άρχισαν να με ρωτάνε για το τι παίζει με την πορνεία στην Μπρατισλάβα. Έπρεπε να το περιμένω. Ο Καλιγούλας κατάλαβε ότι εδώ δεν θα έβρισκε τις πρεζούδες που βρίσκει με το κιλό σε λούμπεν περιοχές στην Αθήνα, ενώ ο Ντομούζ κατάλαβε ότι εδώ το τμήμα ηθών δεν αστειεύεται, όπως στην Ελλάδα. Μου είπαν πως ρωτάνε αποκλειστικά για ενημερωτικούς λόγους κι εγώ, σαν καλός φίλος που είμαι, υποκρίθηκα ότι τους πίστεψα.

Μπαίνω μέσα στο δωμάτιο και κατά λάθος ξυπνάω την Ελισάβετ. Της δίνω ένα φιλί και της λέω να κοιμηθεί ξανά. Αυτή, όμως, είχε να μου πει κάτι πριν πέσει και πάλι στην αγκαλιά του Μορφέα.

«Πρόσεξες καθόλου το σαλόνι;», μου λέει με νυσταγμένο ύφος.

«Όχι, δεν το πρόσεξα καθόλου, μου συγχωρείται μετά από την σκληρή μου δουλειά, νομίζω.».

«Έχει κάτι πατημασιές από τα παπούτσια των παιδιών. Φρόντισε να μην επαναληφθεί.».

«Φυσικά, παντσεράκι μου», της λέω και κοιμόμαστε αγκαλιά.

Την επόμενη μέρα ξυπνάμε την ίδια ώρα το πρωί. Η Ελισάβετ μου υπενθυμίζει πως θα έρθει η Αντριάννα για να μαγειρέψει. Εγώ, με πάρα πολλούς ενδοιασμούς, αφήνω τελικά τα κλειδιά στο τραπεζάκι και πάω στην δουλειά. Λίγες ώρες αργότερα, με παίρνει τηλέφωνο ο Ντομούζ.

«Ρε, δεν έχει έρθει η Αντριάννα. Είχες πει ότι θα έρθει στις 10:00 και είναι 11:30. Εμείς παίρνουμε τα κλειδιά και φεύγουμε».

«Ναι, κανένα πρόβλημα. Ελάτε από την δουλειά μου γύρω στις 13:30 που έχω διάλλειμα για να πάμε για φαΐ», του λέω εγώ.

Ένιωσα λίγο άσχημα που δεν πήγε τελικά να τους μαγειρέψει η Αντριάννα. Σκέφτομαι να γυρνάνε στην Ελλάδα και να μας κατηγορούν ότι τους φάγαμε και τα λεφτά, ενώ στην πραγματικότητα συμβαίνει ακριβώς το αντίστροφο. Βέβαια, δεν μπορώ να κατηγορήσω και την Αντριάννα που τελικά δεν πήγε. Μία κοπέλα ανυπεράσπιστη με δύο άτομα σαν αυτά, είναι σαν απόσπασμα από έργο του αγαπημένου μου συγγραφέα, του Μαρκήσιου Ντε Σαντ. Τουλάχιστον, στις 13:30 θα έπαιρνα πίσω τα κλειδιά μου, βάζοντας τέρμα σε οποιαδήποτε βρώμικη σκέψη μπορεί να έκαναν για το σπίτι μου, είτε αφορούσε ναρκωτικά, είτε έφηβα κοριτσάκια.

Συναντιόμαστε στο διάλλειμα μου και πάμε για φαγητό. Τους ρωτάω αν όλα έχουν κυλήσει ομαλά στο ταξίδι τους κι αν έχει υπάρξει κάποιο πρόβλημα. Μου είπαν πως όλα ήταν μια χαρά. Ελπίζω να μου λένε αλήθεια, αν και με αυτούς τους δύο δεν μπορώ να είμαι και πολύ αισιόδοξος για αυτό. Κάποια στιγμή, τους λέω αυτό που μου είπε η Ελισάβετ για τα παπούτσια. Τους βλέπω να στραβώνουν, αλλά αποφασίζω να το καταπιώ. Τελικά, αφού κατάφερα με αρκετή δυσκολία να αποσπάσω τα κλειδιά, πήγα ήρεμος να συνεχίζω την δουλειά μου. Τους είπα να περιμένουν στο στέκι μας την Ελισάβετ μόλις τελειώσει την δουλειά τους και συμφώνησαν. Έτσι, πήγαν στην μπυραρία για να πιουν καμία μπύρα ή κανέναν καφέ, δηλαδή ότι κάνουν και στην υπόλοιπη ζωή τους.

Την ώρα που συνέχιζα την σκληρή δουλειά στο γραφείο μου, προσπαθώντας να καλύψω τα λάθη των άχρηστων συναδέλφων μου, νιώθω το κινητό μου να δονείται. Ήταν η Ελισάβετ.

«Έλα, παντσεράκι μου. Τι έγινε;», της λέω.

«Έλα, ελεφαντάκο μου», μου λέει αυτή, με την φωνή της όμως να μην έχει την γλυκύτητά που έχει συνήθως, αλλά να έχει ένα έντονο συναίσθημα λύπης, συνοδευόμενο από κλάματα που με έκαναν να δυσκολεύομαι να καταλάβω τι λέει.

«Παντσεράκι μου, είσαι καλά; Πες μου τι έγινε. Ποιος σε πείραξε; Πες μου ποιος είναι, για να γνωρίσει την οργή του ιππότη του Έρωτα».

«Μόλις γύρισα σπίτι και το βρήκα σε μαύρο χάλι», μου λέει, με τον ήχο των δακρύων της να χτυπάει την καρδιά μου σαν ρωσικό κνούτο.

«Γιατί, τι έχει;», ρωτάω με την καρδιά μου να είναι έτοιμη να σχιστεί σε χίλια κομμάτια.

«Οι φίλοι σου έχουν ξεχάσει δύο φώτα αναμμένα, έχουν αφήσει το ψωμί εκτός ψυγείου και το αποσμητικό είναι μέσα στην λεκάνη. Πρέπει να κάτσω εδώ να συμμαζέψω την βομβαρδισμένη Δρέσδη.».

«Εντάξει, παντσεράκι μου, όπως θέλεις», της λέω και κλείνω σοκαρισμένος το τηλέφωνο.

Σκέψεις κατακλύζανε το μυαλό μου. Γιατί; Γιατί να μου το κάνουν αυτό; Γιατί να έρθουν μέχρι εδώ για να με εξευτελίσουν έτσι; Τους φέρθηκα με τον καλύτερο τρόπο, τους άνοιξα το σπίτι μου. Γιατί να μου συμπεριφερθούν με αυτόν τον τρόπο; Ίσως τώρα εξηγείται γιατί αυτό το βλέμμα προς την Ελισάβετ την ήμερα που ήρθανε. Ζηλεύουν. Ζηλεύουν την ονειρεμένη σχέση μου με την Ελισάβετ, την ώρα που ο ένας πηγαίνει μόνο με πρεζούδες επειδή τους δίνει τα ¨φάρμακά¨ τους κι ο άλλος έχει καταλήξει βιαστής. Ζηλεύουν την δουλειά μου, την ώρα που αυτοί τρέφονται ακόμα από τους γονείς, τους θείους και τους παππούδες. Ζηλεύουν που εγώ έχω λαμπρές προοπτικές για το μέλλον μου, ενώ αυτοί βρίσκονται μία ανάσα είτε από τον θάνατο, είτε από την φυλακή.

Με τα πολλά, αποφασίζω να πάρω τηλέφωνο τον Ντομούζ.

«Έλα, Ντομούζ. Η Ελισάβετ δεν θα μπορέσει να έρθει τώρα. Συνέβη κάτι φοβερό στο σπίτι, με έχετε απογοητεύσει πολύ. Μείνετε στην μπυραρία και θα έρθω να σας βρω μόλις τελειώσω την δουλειά.».

Είχα σκοπό να μιλήσω σε πολύ ήρεμο ύφος, παρά τον εκνευρισμό μου. Ότι και να μου είχαν κάνει, είναι φίλοι μου. Έπρεπε να δείξω μια κατανόηση. Άλλωστε, έπρεπε να περιμένω ότι δύο λούμπεν άτομα θα ανέπτυσσαν και μια αντίστοιχη συμπεριφορά, μη αντιλαμβανόμενοι την σκληρή δουλειά που έχουμε ρίξει με την Ελισάβετ για να στήσουμε αυτό το νοικοκυριό.

Μόλις τελειώνω, πάω κατευθείαν στην μπυραρία. Βλέπω τον Ντομούζ με τον Καλιγούλα να κάνουν αυτό που κάνουν πάντα: να πίνουν και να μιλάνε για ναρκωτικά και κοπέλες που τους έχουν απορρίψει. Πηγαίνω να κάτσω μαζί τους και τους εξηγώ τι μου είπε η Ελισάβετ στο τηλέφωνο. Η αντίδρασή τους μου προκάλεσε το πιο περίεργο συναίσθημα που ένιωσα στην ζωή μου, πιο περίεργο ακόμα κι από αυτή την μίξη φόβου, δέους και ηδονής που ένιωσα όταν είδα για πρώτη φορά τον «Θρίαμβο της Θέλησης» της Λένι Ρίφενσταλ.

«Κοίτα, νιώσαμε πολύ προσβεβλημένοι με τον τρόπο που μας μίλησες στο τηλέφωνο και αποφασίσαμε ότι δεν μπορούμε να μένουμε στο σπίτι σου πια. Πήγαμε και νοικιάσαμε σε χόστελ για τις επόμενες τέσσερις μέρες που θα μείνουμε εδώ.», μου λένε με ένα στόμα ο Καλιγούλας με τον Ντομούζ.

Ένιωσαν προσβεβλημένοι… Εντάξει, μπορώ να δεχτώ ότι υπάρχει μία μικρή (στα όρια της απειροελάχιστης) πιθανότητα όντως να ήμουν λίγο πιο επιθετικός από όσο έπρεπε στο τηλέφωνο. Αλλά είναι δυνατόν να ένιωσαν προσβεβλημένοι; Με τόσα που έχω κάνει για να περάσουν καλά στο ταξίδι τους; Και στην τελική, από τότε απέκτησαν αυτοί οι δύο λούμπεν τύποι τέτοιες ευαισθησίες; Αλλά ως καλός φίλος, προσπάθησα να τους μεταπείσω.

«Όχι ρε παιδιά, δεν χρειάζεται. Με προσβάλλετε με αυτό που κάνατε.», τους λέω.

«Όχι, το έχουμε αποφασίσει τώρα, δεν αλλάζουμε απόφαση. Αλλά δεν αλλάζει κάτι στην σχέση μας.», μου λένε προσπαθώντας με κάθε τρόπο να με καθησυχάσουν

Δεν κατάφερα τελικά να τους μεταπείσω και πήγαμε από το σπίτι να μαζέψουν τα πράγματά τους. Η Ελισάβετ είχε μαγειρέψει και τους είπα τουλάχιστον να μείνουν να φάμε. Το δεχτήκανε. Ο Ντομούζ –μην μπορώντας να πει όχι σε τζάμπα φαγητό- έφαγε μαζί μας. Ο Καλιγούλας δεν έφαγε τίποτα, επειδή κατά πάσα πιθανότητα είχε πάρει την δόση του όση ώρα με περίμεναν στην μπυραρία και του είχε κοπεί η όρεξη.

Πήραν τα πράγματά τους, πήγαμε στο χόστελ να εγκατασταθούν και μετά βγήκαμε οι τρεις μας για μια μπύρα. Καθώς εκείνη την ημέρα ήταν Παρασκευή, τους πρότεινα ένα σχέδιο για το επερχόμενο σαββατοκύριακο. Σάββατο πρωί να τους πάω στο Mall της Μπρατισλάβας, το Σαββατόβραδο να πάμε σε ένα πάρτι που γινόταν λίγο έξω από την Μπρατισλάβα και την Κυριακή να πάμε ένα μικρό ταξιδάκι στην γειτονική Ουγγαρία, μήπως δούνε κι εκεί τι κακό έκανε ο κρατισμός της Σοβιετικής περιόδου και σταματήσουν να υπερασπίζονται αυτές τις βλακείες. Ο Ντομουζ με ρώτησε αν θα μπορούσαμε να πάμε στην –επίσης γειτονική- Πολωνία, έχοντας την ψευδαίσθηση πως έστω και μία από τις τόσες πανέμορφες Πολωνές θα γυρνούσε να κοιτάξει έναν αποτυχημένο σαν του λόγου του. Εγώ, όμως, σκεπτόμενος πως και στην Πολωνία θα έβγαζαν τα απαραίτητα συμπεράσματα για την τυραννία της ανελευθερίας της αγοράς, του απάντησα ότι θα το συζητήσουμε ξανά αύριο μέσα στην ημέρα.

Με το που μπαίνω στο σπίτι, πάω κατευθείαν στο κρεβάτι. Η Ελισάβετ ήταν ξαπλωμένη, αλλά δεν κοιμόταν, παρόλο που μου είχε πει ότι θα κάτσει σπίτι γιατί είναι κουρασμένη.

«Παντσεράκι μου, δεν κοιμάσαι;», την ρώτησα.

«Δεν με πιάνει ύπνος», μου λέει. «Έχω απογοητευτεί πολύ από τους φίλους σου».

«Μα σου είχα πει πως είναι λούμπεν στοιχεία. Πρέπει να το καταλάβεις κάποια στιγμή. Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι έξυπνοι και δουλευταράδες σαν κι εμάς. Άλλωστε, τώρα δεν τους έχουμε μέσα στα πόδια μας», της εξηγώ.

«Το ξέρω, ελεφαντάκο μου. Αλλά δεν νιώθεις πως έχεις μεγαλώσει για να κάνεις παρέα με τέτοια κατακάθια;», μου λέει, γεμίζοντάς με με σκέψεις, ενώ αυτή αποκοιμιέται γλυκά.

Το επόμενο πρωί ξύπνησα και πήγα στο χόστελ που έμεναν τα παιδιά, για να πάμε στο Mall. Τους περίμενα στην κεντρική είσοδο και παρατηρούσα τους πελάτες. Λούμπεν στοιχεία από όλες τις γωνίες της Ευρώπης έβγαιναν και έμπαιναν στο χόστελ. Άχρηστοι άνεργοι, ναρκομανείς και χαραμοφάηδες φοιτητές χάλαγαν την αισθητική μου με τον σιχαμένο τους αέρα κακομοιριάς. Εγώ τους έβλεπα από την κεντρική είσοδο, όπου περίμενα δύο τέτοια στοιχεία να βγουν.

Κάποια στιγμή, βλέπω ένα τσούρμο από άχρηστα αγόρια και κορίτσια νεαρής ηλικίας που τρώνε τα λεφτά των γονιών τους να κατευθύνονται προς την έξοδο. Φοβήθηκα μήπως έρχονται προς το μέρος μου για να μου ληστέψουν τα λεφτά που έβγαλα με τον τίμιο ιδρώτα μου, με σκοπό ίσως να έχουν λεφτά για να πάρουν ναρκωτικά. Μέσα στο τσούρμο, αναγνωρίζω τον Ντομούζ και τον Καλιγούλα.

«Γκουντμπάι γκάιζ. Θενκς φορ δε λαστ νάιτ. Γουι χαντ ε γουόντερφουλ τάιμ. Γουί χόουπ το ση γιου εγκαίν.», τους άκουσα να λένε στο υπόλοιπο τσούρμο.

«Τι ήταν αυτά τα παιδιά;», τους λέω, τρομαγμένος για το τι θα ακούσω από το στόμα τους.

«Είναι κάτι Ισπανοί που γνωρίσαμε χθες το βράδυ, όταν γυρίσαμε από την μπύρα. Αράξανε στο δωμάτιό μας χθες και περάσαμε πάρα πολύ ωραία», μου είπαν αυτοί.

Δεν μου είπαν λεπτομέρειες. Ούτε εγώ ρώτησα, δεν ήθελα να ακούσω ιστορίες από το λυκόφως της ανθρώπινης κοινωνίας. Ποιος ξέρει τι έκαναν και πέρασαν τόσο καλά. Υπήρχαν άραγε πόρνες; Ναρκωτικά; Έφηβα κοριτσάκια; Μήπως επιδόθηκαν σε άρρωστες σεξουαλικές πράξεις μεταξύ τους; Ποτέ δεν θα μάθω. Το τι συνέβη αυτήν την βραδιά θα μείνει πάντα ένα άλυτο μυστήριο. Και ίσως, να είναι καλύτερα να μείνει για πάντα ένα τέτοιο.

Μετά βγήκαμε έξω στον δρόμο και κατευθυνθήκαμε προς το Mall. Κάποια στιγμή, ο Καλιγούλας σκοντάφτει κάπου και πέφτει λίγος καφές στο φτηνιάρικο μπουφάν του, που μάλλον θα είχε αγοράσει από κάποιο φθηνό μαγαζί με μεταχειρισμένα, σε κάποια φτωχική γειτονιά της Αθήνας. Εγώ του πρότεινα να πάρει ένα καινούργιο μπουφάν από κάποιο φθηνό μαγαζί που βρήκαμε στον δρόμο μας Δυστυχώς, ο κακομοίρης δεν είχε λεφτά να πάρει μπουφάν από κάποιο μαγαζί του Mall.

«Δεν πειράζει, ρε συ. Θα το σκουπίσω λίγο και θα είμαι κομπλέ.», μου είπε ο Καλιγούλας, έχοντας συνηθίσει από τα μέρη με τους ρακένδυτους ναρκομανείς που συχνάζει στην Αθήνα.

Μετά, περάσαμε έξω από το πανεπιστήμιο της πόλης και μου ζήτησαν να μπούμε μέσα να ρίξουμε μια ματιά. Με ρωτάνε διάφορα πράγματα για την ζωή των φοιτητών, καθώς και αν υπάρχουν φοιτητικές παρατάξεις στις σχολές μας.

«Εδώ δεν είναι Ελλάδα.», τους λέω με σοβαρό ύφος. «Οι φοιτητές μας ασχολούνται μόνο με τις σπουδές τους, όχι με αυτές τις βλακείες.».

«Κάτσε ρε.», μου λέει ο Ντομούζ. «Κάνε ότι κριτική θέλεις για τις φοιτητικές παρατάξεις των ελληνικών πανεπιστημίων και για το πώς συμπεριφέρονται μέσα στις σχολές, αλλά δεν είναι βλακείες το να διεκδικούν οι φοιτητές μια βελτίωση τη ζωής τους».

Δεν ήθελα να συνεχίσω την κουβέντα και έκανα πως κατανοούσα την άποψή του. Κι εγώ, ως μικρό παιδάκι που ήμουν, έκανα τις τρέλες μου στο πανεπιστήμιο. Ήμουν κι εγώ μέλος της ΚΝΕ. Αλλά τώρα μεγάλωσα, όπως κι ο Καλιγούλας με τον Ντομούζ, άσχετα που δεν το έχουν αντιληφθεί ακόμα. Δεν ήταν δυνατόν να υποστηρίζω ακόμα αυτές τις ανοησίες. Ήξερα πλέον πως δεν μπορεί να έχει κάποιος πολιτική άποψη, χωρίς να έχει δουλέψει ούτε μια μέρα στην ζωή του. Φυσικά, υπολογίζοντας πως δύο χαραμοφάηδες σαν αυτούς τους δύο δεν θα το καταλάβαιναν, σώπασα και συνεχίσαμε τον δρόμο προς τα Mall.

Κόψαμε δρόμο μέσα από ένα υπέροχο δασάκι, για να τους δείξω τις φυσικές ομορφιές της Μπρατισλάβας. Γκρίνιαξαν αρκετά για το δύσβατο της διαδρομής, με τον Ντομούζ να μου λέει ότι αν πηγαίναμε από τον δρόμο, ήταν μια ευθεία μέχρι τα Mall και τον Καλιγούλα να τον σιγοντάρει. Προσβλήθηκα, καθώς δεν δεχόμουνα από δύο άτομα που δεν ξέρουν τίποτα άλλο εκτός από τα στενά δρομάκια των Εξαρχείων, να μου κάνουν υποδείξεις για τους δρόμους της πόλης όπου χτίζω την νέα μου ζωή ως επιτυχημένο στέλεχος επιχείρησης. Καταπίνω την οργή μου όμως και συνεχίζουμε την διαδρομή μας. Τελικά φτάνουμε στα –ομολογουμένως, ιδιαιτέρως εντυπωσιακά και πολυτελή- Mall.

«Ορίστε η φτώχεια που δήθεν θα έφερνε ο Καπιταλισμός στην χώρα.», τους λέω περιπαικτικά, λίγα λεπτά από την στιγμή που μπήκαμε. Όμως, αυτοί ξεκίνησαν να ειρωνεύονται και να υπερασπίζονται με πάθος το προηγούμενο καθεστώς.

«Από πότε τα Mall είναι δείκτης του βιοτικού επιπέδου μίας χώρας;», μου λέει ο Καλιγούλας. «Ναι, και στα Mall στην Ελλάδα να πας, φαίνεται πως είναι πάμπλουτη χώρα.», συμπληρώνει ο Ντομούζ. Αναρωτήθηκα που στο καλό ξέρει πως είναι τα Mall της Αθήνας ο Ντομούζ. Το έπαιζε και καλά κουλτουριάρης (όπως όλοι οι χαραμοφάηδες αγωνιστές του καναπέ) και δεν είχε και λεφτά να πάει. Αλλά μετά θυμήθηκα πως στα Mall της Αθήνας συχνάζουν πολλά έφηβα κορίτσια.

Μετά από μια βόλτα στο Mall, γυρνάμε στο κέντρο της πόλης και πάμε για φαγητό. Με ρωτάνε αν θα πάω το βράδυ στο πάρτι που τους είχα πει. Δεν είχα αποφασίσει ακόμα τι θα κάνω. Δεν εμπιστευόμουν τον κόσμο που θα πήγαινε εκεί, αλλά δεν ξέρω αν θα έπρεπε να αφήσω αυτούς τους δύο μόνους τους εκεί πέρα. Τους είπα ότι θα το συζητήσουμε και πάλι το απόγευμα και συζητούσαμε για την εικόνα που έχουν αποκομίσει για την ζωή στην Σλοβακία, με βάση αυτά που έχουν δει. Αφού αναπαρήγαγαν όλα τα ψέματα που τους έχουν πει η ΚΝΕ και το PKK για το πόσο καλό ήταν το προηγούμενο καθεστώς, γυρίσαμε σπίτια μας.

Μόλις μπαίνω στο σπίτι, βλέπω την Ελισάβετ να κάθεται στον καναπέ. Δούλευε πριν και ήταν πολύ κουρασμένη. Αρχίσαμε να συζητάμε για το τι θα κάνουμε το βράδυ.

«Εμένα μου έχουν πει τα παιδιά το βράδυ για ένα παρτάκι. Θέλεις να έρθεις;», της λέω, με την ελπίδα να έχω έναν ώμο να στηριχτώ απέναντι στα κατακάθια της σλοβάκικης κοινωνίας.

«Ούτε μέχρι το περίπτερο δεν πάω με αυτούς τους αλήτες!», μου κάνει νευριασμένη η Ελισάβετ. «Εσύ, αν θέλεις, πήγαινε.», μου λέει.

«Αν δεν έρθεις, τι να κάνω μόνος μου εκεί;», της λέω.

«Ε, δες το και αποφάσισε μετά.», μου λέει ενώ πηγαίνει προς την κρεβατοκάμαρά μας.

Το απόγευμα πήγαμε στην κλασσική μπυραρία και τηλεφώνησα στα παιδιά να περάσουν πρώτα από εμάς. Αφού έρχονται, τους λέω πως μάλλον δεν θα μπορέσω να τους ακολουθήσω στο πάρτι. Λίγο μετά, γνωρίζουν μια παρέα τριών αντρών και δύο γυναικών που καθόταν στο διπλανό τραπέζι και θα πήγαιναν κι αυτοί στο πάρτι. Τα ήξερα τα παιδιά, ήταν κάτι άνεργοι που έμεναν σε μια γειτονιά του κέντρου. Μαζεύονταν συχνά σε μια κεντρική πλατεία, κατά πάσα πιθανότητα για να καπνίζουν χόρτο με τα λεφτά των γονιών τους. Δυστυχώς, η κυβέρνηση έχει θεσπίσει αρκετά υψηλά επιδόματα ανεργίας και κάτι χαραμοφάηδες σαν αυτούς τα εκμεταλλεύονται για να μην δουλεύουν και να τεμπελιάζουν.

Όπως ήταν φυσικό, κόλλησαν πολύ καλά με τον Ντομούζ και τον Καλιγούλα και συζητάνε αρκετή ώρα. Κάποια στιγμή, ο Καλιγούλας βγαίνει για λίγα λεπτά έξω από το μαγαζί με μία από τις κοπέλες της παρέας. Δεν ξέρω αν φασώθηκαν ή αν πήγαν έξω για να ανταλλάξουν ναρκωτικά. Αν και μάλλον ο Καλιγούλας, εκμεταλλευόμενος το δεύτερο, προσπάθησε να κάνει και το πρώτο.

Κάποια στιγμή, όλη η παρέα έρχεται να μας χαιρετήσει και να φύγει για το πάρτι. Ξαφνικά, βλέπω την Ελισάβετ να με κοιτάει περίεργα.

«Ελεφαντάκο μου, είσαι σίγουρος ότι πρέπει να τους αφήσεις μόνους τους στο πάρτι;», μου κάνει. «Εδώ δεν είναι Ελλάδα, κάτσε να μην κάνουν τίποτα περίεργο αυτοί οι δύο.».

Είχε δίκιο. Όσο κι αν ήθελα να περάσω την νύχτα με την γυναίκα της ζωής μου, δεν μπορούσα να τους αφήσω μόνους τους. Ακόμα και τα κατακάθια που θα πήγαιναν στο πάρτι, ήταν επιτυχημένα στελέχη επιχειρήσεων μπροστά στους λούμπεν που συναναστρέφονται ο Ντομούζ με τον Καλιγούλα στην Αθήνα. Πως θα μπορούσα να τους εμπιστευτώ μόνους τους; Κι αν ο Καλιγούλας πήγαινε να πουλήσει ναρκωτικά στους θαμώνες; Κι αν ο Ντομούζ παρενοχλούσε κάποιο έφηβο κοριτσάκι; Θα κατέληγαν στο αστυνομικό τμήμα και θα έμπλεκαν και το όνομά μου. Η καριέρα μου στην πολυεθνική εταιρία θα έμπαινε σε κίνδυνο! Δεν μπορούσα να το επιτρέψω αυτό με τίποτα. Το αποφάσισα. Έπρεπε να πάω να τους ελέγχω, πριν κάνουν τίποτα που θα έκανε ανεπανόρθωτη ζημιά στην υπόληψή μου.

Ρίχνω ένα γρήγορο τρέξιμο προς την στάση των λεωφορείων. Ευτυχώς δεν είχε έρθει ακόμα το λεωφορείο που θα τους πήγαινε στο πάρτι.

«Τι έγινε, ρε; Θα έρθεις τελικά; Δεν θα κάτσεις με την Ελισάβετ το αποψινό βράδυ;», μου λέει χασκογελώντας ο Καλιγούλας, προσπαθώντας να ειρωνευτεί την σοβαρή μου σχέση.

«Ναι, θα περάσω για λίγο.», τους λέω. Είπα να προσπεράσω το κακεντρεχές σχόλιο για την σχέση μου. Από ανθρώπους ανίκανους να βρουν δουλειά (πόσο μάλλον μία σοβαρή κοπέλα σαν την Ελισάβετ για σχέση), δεν μπορούσα να περιμένω κάτι άλλο.

Μετά από κάποια ώρα, φτάνουμε επιτέλους στο πάρτι. Η είσοδος ήταν 8 ευρώ. Τα έδωσα με μισή καρδιά. Όχι επειδή μου λείπουν, άλλωστε ένας εργαζόμενος με τις δικές ικανότητες μόνο μεγάλο μισθό θα μπορούσε να έχει. Όμως, τα έδωσα με μισή καρδιά γιατί σκεφτόμουν τους γονείς όλων αυτών των παιδιών (συμπεριλαμβανομένων του Καλιγούλα και του Ντομούζ), που το χαρτζιλίκι που δίνουν στα τεμπέλικα τέκνα τους, πάει σε ναρκωτικά και σε πάρτι σαν κι αυτό.

Με το που μπαίνω μέσα, η ηλεκτρονική μουσική που έπαιζε μου πήρε τα αυτιά. Πιο μικρός, όταν ήμουν κι εγώ φοιτητής κι έκανα τρέλες, είχα πάει σε αρκετά τέτοια πάρτι. Όμως, πλέον είμαι ένας μεγάλος και ώριμος άνθρωπος, με σταθερή καλοπληρωμένη δουλειά και μια σοβαρή σχέση που πάει για γάμο. Μπορεί αυτή η λούμπεν κατάσταση να ταίριαζε απόλυτα στον Ντομούζ και τον Καλιγούλα, αλλά όχι σε μένα. Παρόλα αυτά, ήξερα πως είμαι απόλυτα αναγκασμένος να το υποστώ όλο αυτό, έστω και για λίγο.

Αφού παίρνουμε από μια μπύρα, καθόμαστε σε ένα σημείο στο κέντρο του πάρτι. Κάποια στιγμή βλέπω τον Καλιγούλα και τον Ντομούζ να κοιτάνε προς μία διαφορετική κατεύθυνση ο καθένας. Όταν παρατήρησα προς τα που κοίταζαν, σταμάτησα να παραξενεύομαι. Ο Καλιγούλας κοίταζε προς μια παρέα από λούμπεν νεολαίους, μάλλον βλέποντας στα πρόσωπά τους πιθανούς πελάτες για αγορά ναρκωτικών. Ο Ντομούζ, από την άλλη, κοίταζε έντονα το επόμενο θύμα του, ένα έφηβο ξανθό κοριτσάκι που χόρευε στον ρυθμό της μουσικής, μην μπορώντας να διανοηθεί τα βρώμικα σχέδια που καταστρώνονται για αυτήν. Έπρεπε να τους απασχολήσω, για να μην βάλουν μπροστά τα πλάνα τους.

Δυστυχώς, η φύση με κάλεσε και έπρεπε να επισκεφτώ την τουαλέτα. Τους είπα να με περιμένουν στο ίδιο σημείο, με την δικαιολογία ότι μπορεί και να τους έχανα. Όταν γύρισα, δεν βρήκα τα παιδιά στην θέση που τους άφησα. Τους έψαξα λίγο και, τελικά, έγινε αυτό που φαντάστηκα. Ο Καλιγούλας είχε πιάσει κουβέντα με την παρέα που κοίταζε νωρίτερα, με σκοπό, κατά πάσα πιθανότητα, να τους πουλήσει ναρκωτικά. Ο Ντομούζ ήταν λίγο πιο πέρα. Είχε πιάσει κουβέντα με το ξανθό κοριτσάκι που ήθελε να αποπλανήσει. Έπρεπε να παίξω το τελευταίο μου χαρτί, να τους πως ότι πρέπει να φύγω, με την ελπίδα να μην ξέρουν τον δρόμο της επιστροφής και να αναγκαστούν να με ακολουθήσουν.

«Παιδιά, εγώ πρέπει να φύγω. Η Ελισάβετ είναι μόνη της στο σπίτι και θέλω να πάω να της κάνω παρέα.», τους λέω αφού τους μαζεύω δίπλα μου και τους δύο. Μιλάνε δύο λεπτά μεταξύ τους και, τελικά, με ακολουθούν. Μου φάνηκε λίγο περίεργο, αλλά το δέχτηκα χωρίς ερωτήσεις. Άλλωστε μπορεί πολύ απλά η λούμπεν παρέα να είχε δικά της ναρκωτικά και το ξανθό κοριτσάκι να είχε πατέρα αστυνομικό.

Αφού απομακρυνόμαστε από το πάρτι όσο πρέπει για να μην μπορούν να γυρίσουν, τους αποχαιρετώ και τους λέω ότι θα μιλήσουμε αύριο για το ταξιδάκι στην Ουγγαρία που λέγαμε. Εγώ φτάνω στο σπίτι και βρίσκω την Ελισάβετ ξαπλωμένη.

«Γεια σου, παντσεράκι μου.».

«Γεια σου ελεφαντάκο μου. Όλα καλά με αυτούς τους δύο στο πάρτι;».

«Ναι, μην ανησυχείς. Φρόντισα να μείνουν φρόνιμοι, παρά τις προσπάθειές τους για το αντίθετο. Αύριο λογικά θα πάμε Ουγγαρία, να τους δείξω κι εκεί πόσο καλύτερα είναι τα πράγματα με το σημερινό καθεστώς».

«Κάνε ότι καταλαβαίνεις. Αρκεί να μην με πλησιάζουν.».

Το επόμενο πρωί παίρνω τηλέφωνο τον Ντομούζ να συνεννοηθούμε για το ταξίδι. Μέτα από αρκετά τηλέφωνα, δεν μου απάντησε ποτέ. Θα έπαιρνα και τον Καλιγούλα, αλλά φοβόμουν, καθώς το κινητό του θα μπορούσε άνετα να είναι κλεμμένο. Δεν ξέρω τι μπορεί να κάνανε χθες βράδυ με τους λούμπεν πελάτες του χόστελ χθες βράδυ. Σίγουρα θα κοιμόντουσαν μέχρι αργά, γιατί θα έμειναν απασχολημένοι όλο το βράδυ, κάνοντας ένας θεός ξέρει τι ακριβώς. Σκεπτόμενος ότι θα κοιμόντουσαν με τις ώρες, μπόρεσα με την ησυχία μου να αφιερώσω χρόνο στην γυναίκα της ζωής μου στο σπίτι μας.

Το βράδυ κανονίσαμε με την Ελισάβετ να πάμε για ένα ρομαντικό δείπνο στο εστιατόριο “Valhalla”, το οποίο ανήκε σε έναν πολύ στενό μας φίλο, τον γραμματέα του πυρήνα κεντρικού τομέα Μπρατισλάβας του κόμματος “Η Σλοβακία μας”. Την ώρα του γεύματος, υπό την μουσική της σλοβακικής πατριωτικής πανκ, η Ελισάβετ μου εξέφρασε τα παράπονά της για τους δύο φίλους μου.

«Ωραίους φίλους έχεις στην Αθήνα, ελεφαντάκο μου.», μου λέει με σκωπτικό ύφος.

«Έλα, βρε παντσεράκι μου.», της λέω. «Φοιτητής ήμουν κι έκανα τρέλες. Υπήρχαν στην παρέα μου και δύο λούμπεν στοιχεία. Τι να κάνω, να τους σκοτώσω;», συμπληρώνω.

«Κοίτα, δεν νομίζω ότι ταιριάζει σε ένα άτομο της δικής σου κλάσης και το δικού σου στάτους κβο να κάνει παρέα με τέτοιους περιθωριακούς. Αλλά δικοί σου φίλοι είναι, δεν θα σου πω εγώ τι να κάνεις.».

«Τόσα χρόνια είναι φίλοι μου, καταλαβαίνεις…», λέω εγώ.

«Μα δεν είδες πως συμπεριφέρθηκαν όσο έμεναν στο σπίτι; Ούτε ζώα να φιλοξενούσαμε!», μου λέει εκνευρισμένη η Ελισάβετ.

«Έχεις δίκιο σε αυτό, παντσεράκι μου. Αλλά ας το αφήσουμε εδώ για σήμερα καλύτερα.».

Αφού πληρώσαμε, κατευθυνθήκαμε προς το σπίτι. Το βράδυ δεν μπορούσα να κοιμηθώ, σκεπτόμενος αυτά που μου είπε η Ελισάβετ. Το ήξερα ότι έπρεπε να κλείσω τα μάτια μου, για να είμαι παραγωγικός την επόμενη μέρα στην εταιρία που με αμείβει για να της παρέχω τις πρώτης τάξεως υπηρεσίες μου, απλά δεν μπορούσα. Αλήθεια, τι δουλειά είχα εγώ με αυτούς τους δύο τύπους; Δεν ήμουν πια κανένας χαραμοφάης φοιτητής. Είμαι ένα επιτυχημένο στέλεχος επιχείρησης, με μια σταθερή σχέση που οδεύει για γάμο. Δεν έχω πλέον όρεξη να αράζω σε πεζούλια στα Εξάρχεια με μπύρες όποτε πήγαινα Αθήνα, δεν είχα όρεξη πια να συζητάω για πλάκα με τον Ντομούζ για έφηβα κοριτσάκια, ή με τον Καλιγούλα για ναρκωτικά (αυτοί πάντα μίλαγαν σοβαρά για τα συγκεκριμένα θέματα). Ίσως θα ήταν καλύτερο για εμένα να ξεκόψω τελείως από αυτούς τους δύο.

Ξημερώνει η επόμενη μέρα, η τελευταία που θα ήταν τα παιδιά στην Μπρατισλάβα. Εξακολουθούσα να τηλεφωνώ στον Ντομούζ. Δεν ξέρω αν ήθελα κι αν έπρεπε να τους χαιρετήσω, αλλά μου είχαν δανειστεί έναν φορτιστή και τον ήθελα πίσω. Μέχρι το μεσημέρι, δεν μου είχαν απαντήσει. Σκέφτηκα ότι θα έπρεπε να αποχαιρετήσω μια για πάντα τον φορτιστή μου, καθώς λογικά σε λίγες μέρες θα μετατρεπόταν σε 0,1 γραμμάριο MDMA, σε κάποια πιάτσα των Αθηνών.

Γυρίζω σπίτι το απόγευμα και, λίγο μετά, μπαίνει κι η Ελισάβετ, απόλυτα νευριασμένη.

«Τι έγινε, παντσεράκι μου;», της λέω και την παίρνω αγκαλιά.

«Άσε, είδα πριν μία ώρα έξω από την μπυραρία να περνάνε οι δύο οι φίλοι σου. Έτρεξα να τους προλάβω και τους ρώτησα που έχουν εξαφανιστεί δύο μέρες τώρα. Μου είπαν κάτι ηλίθιες δικαιολογίες, όπως ότι ήταν κουρασμένοι και έφυγαν. Ποιος ξέρει που έχουν μπλέξει…»

Δεν είμαι κανένας ηλίθιος. Ξέρω πολύ καλά ότι δεν ήταν τόσο κουρασμένοι. Κι επίσης, ξέρω ότι όπου κι αν έχουν μπλέξει (σίγουρα θα έμπλεξαν κάπου), δεν ήταν αυτός ο λόγος που εξαφανίστηκαν. Το έκαναν αυτό γιατί είχαν παράπονα από εμένα, ξεγράφοντας μονομιάς την φιλοξενία μου. Είχαν παράπονα που δεν τους μύησα στον υπόκοσμο της πόλης. Έχουν παράπονα που με είδαν να ζω μια φυσιολογική ζωή. Έχουν παράπονα που με είδαν να έχω μια πολύ καλή και αγαπημένη σχέση. Έχουν παράπονα που κατάφερα όσα αυτοί δεν πρόκειται να καταφέρουν ποτέ στην ζωή τους. Ως εδώ, όμως. Το πήρα απόφαση και δεν πρόκειται να έχω ξανά επαφές με αυτούς τους δύο. Η Ελισάβετ για ακόμα μια φορά με έσωσε από το έρεβος του περιθωρίου και για αυτό θα την αγαπάω για πάντα.

Λίγη ώρα μετά, με παίρνει ο Ντομούζ και μου λέει ότι αύριο, πριν φύγουν για το αεροδρόμιο θα αφήσει τον φορτιστή στην ρεσεψιόν του χόστελ. Απορώ που δύο χαραμοφαήδες σαν κι αυτούς τους έπιασε το φιλότιμο. Μάλλον θα φοβήθηκαν πως θα τους κυνηγούσα για έναν φορτιστή, λες και τους έχω δώσει δείγματα ότι είμαι κανένας τρελός. Αλλά όταν είσαι μπλεγμένος με ναρκωτικά και παιδεραστία, είναι λογικό να αναπτύσσεις σύνδρομο καταδίωξης.

Το βράδυ βλέπαμε τηλεόραση με την Ελισάβετ, πίνοντας μπύρες. Κάποια στιγμή γυρνάει και μου λέει με μια φωνή γεμάτη γλύκα:

«Ξεκουμπίζονται αύριο αυτοί οι δύο;».

«Ναι, παντσεράκι μου», της λέω. «Από αύριο, επιστρέφουμε στην κανονική ροή της ζωής μας.».

Το επόμενο πρωί γύρισαν στην Αθήνα. Μία ώρα πριν την πτήση, γύρω στις 12 το μεσημέρι, έστειλα στον Ντομούζ ένα απλό: «καλό ταξίδι». Αυτή έμελλε να ήταν κι η τελευταία μου συνομιλία μαζί τους. Πλέον, μια νέα εποχή ξεκινά, χωρίς τα βαρίδια του παρελθόντος. Όσοι θέλουν να ζουν παρασιτικά και να μένουν κολλημένοι στα ίδια, ας το κάνουν. Εγώ, όμως, αγναντεύω το μέλλον, που με περιμένει να το αρπάξω. Κι όλοι αυτοί που προανέφερα, είτε το θέλουν είτε όχι, θα με κοιτάνε από μακριά, με ένα αίσθημα φθόνου. Αλλά εγώ δεν έχω χρόνο πλέον να ασχολούμαι με όλους αυτούς.

Και συνεχίζω να δουλεύω, διορθώνοντας τα λάθη των άχρηστων συναδέλφων μου…

Τι μπορείτε να κάνετε με ένα πτυχίο φιλοσοφίας (Φώντας Φ.)

Ήταν καλοκαίρι, έβραζα στην Αθήνα και εκτός απ’ την Αθήνα έβραζα και στο ζουμί μου γιατί ένα καλό γκομενάκι που είχα βάλει στο μάτι δεν έλεγε να πει το ναι με τίποτα. Μην κοιτάτε που τα παρουσιάζω απλά και γλυκούλικα εδωπέρα. Δεν ήταν καθόλου. Μιλάμε για γερή καψούρα που με είχε κάνει να τρέχω πάνω-κάτω το κέντρο σαν μανιακός σε κρίση, χωρίς κάποιο σκοπό και νόημα. Κάποιες φορές υπήρχε ανταπόκριση, άλλες όχι και αντίστοιχα άλλαζε και η διάθεση μου, όπως και το είδος του αλκοόλ με το οποίο θα ξεκινούσα τη μέρα μου. Έχοντας αποδεχτεί πως μέσα σε όλο αυτό το παραλήρημα που με είχε πιάσει θα ήταν αδύνατον να βρω τον εαυτό μου, αποφάσισα συνειδητά να τον χάσω τελείως, μήπως κι αυτός ο έρμος αφού αποκοπεί απ’ το πιο τοξικό άτομο που γνώρισε στη ζωή του, εμένα δηλαδή, έβρισκε κάποιαν άκρη στο χάος. Σταμάτησα λοιπόν τα χάπια που έπαιρνα για την κατάθλιψη και ξεκίνησα να πίνω απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ ξοδεύοντας εκεί τα όχι και ιδιαίτερα πολλά χρήματα που μου είχαν αφήσει οι δικοί μου φεύγοντας για το χωριό. Αν ήταν περίοδος που το γκομενάκι με έκανε κέφι ξεκινούσα με βότκα, ουίσκι ή κάτι άλλο βαρύ. Αν πάλι ήταν περίοδος που έκανε οποιονδήποτε άλλο εκτός από εμένα κέφι τότε ξεκινούσα με όλα τα ελαφριά ποτά, μαλαματίνες, κρασιά, μπίρα κλπ αναμειγμένα όπως-όπως μεταξύ τους μπας και με πιάσουν κι αυτό συνεχιζόταν μέχρι να με πάρει ο ύπνος ή να ξεραθώ καλύτερα στο κρεβάτι μου ή κάποιο παγκάκι, θάμνο ή πεζούλι της πρωτεύουσας.

Κατά προτίμηση με παρέα γιατί φοβόμουν.

Αφού λοιπόν αυτή η κατάσταση τράβηξε όλο τον Ιούνη και τον Ιούλη και είχα φτάσει πια σε κατάσταση αποσύνθεσης, κήρυξα άτακτη υποχώρηση και υπέγραψα παράδοση άνευ όρων. Εχθρός δεν υπήρχε ακριβώς βέβαια για να του παραδοθώ αλλά είχα παραδοθεί στο έλεος της φτώχειας μιας και τα λεφτά για το αλκοόλ είχαν τελειώσει και φαί δεν υπήρχε στο σπίτι ούτε για δείγμα. Τις πρώτες μέρες του Αυγούστου την πάλεψα είτε με δανεικά είτε τρώγοντας κατευθείαν στα σπίτια φίλων, όταν όμως άρχισα να χρησιμοποιώ τα δανεικά για να αγοράζω μπύρες και να γυρίζω τα βράδια στο σπίτι από τον πιο μακρύ δρόμο για να μπορέσω να ψάξω όλους τους σκουπιδοντενεκέδες για τίποτα φαγώσιμο κατάλαβα πως δεν είχα και κανένα λαμπρό μέλλον αν συνέχιζα έτσι. Όλο και κάποιος γείτονας θα το σφύριζε στους γονείς μου, αυτοί θα υπέθεταν τα χειρότερα, όπως πχ ότι είχα αρχίσει την ηρωίνη (ενώ εγώ σαν καλό fashion victim του trainspotting, ούτε μήνα δεν έπινα αυτή την αηδία πριν τη σταματήσω εντυπωσιασμένος απ’ την επικινδυνότητα της), αυτοί θα ξαναγύριζαν σπίτι και αυτό ήταν! Όλες μου οι αποτυχίες των προηγούμενων ετών, που δεν ήταν και λίγες, θα χρεώνονταν στις περιστασιακές μου καταχρήσεις και θα κατέληγα σε καμιά ωραιότατα ιδιωτική κλινική απεξάρτησης. Κρίμα και άδικο!

Παρόλα αυτά το είχα παρακάνει και δε θα είχαν άδικο να αντιδράσουν έτσι. Έλεγχο ακριβώς του εαυτού μου δεν είχα. Με κοίταξα από πάνω ως κάτω. Ήμουν πιο βρώμικος από ποτέ, δεν υπήρχε ρούχο που να βρίσκεται στη ντουλάπα μα όλα ήταν πεταμένα όπου να ‘ναι μες το σπίτι και ήταν γεμάτα λεκέδες κρασιού και άλλων αηδιαστικών πραγμάτων. Κουζίνα και μπάνιο προφανώς φιλοξενούσαν πολλούς μικρούς ιάπωνες ειδάλλως δεν εξηγούταν οι ατομικές βόμβες που είχαν πέσει εκεί μέσα και γενικότερα επικρατούσε ένα χάος. Το μόνο ζωντανό πλάσμα μέσα στο σπίτι δεν ήμουν εγώ δυστυχώς αλλά και πολλά άλλα ζωύφια ενώ κάτι ενοχλητικοί ήχοι που έμοιαζαν με μικρά σταθερά βήματα και επαναλαμβάνονταν κάθε βράδυ με είχαν πείσει για τα καλά πως πλέον ήμουν συγκάτοικος με τουλάχιστον μια οικογένεια τρωκτικών. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Είπα «Ρε μαλάκα Διονύση τι χάλια είναι αυτά;» είχα να φάω κάτι που δεν προερχόταν από σκουπιδοντενεκέ κάτι μέρες τώρα και πάλι είχα παχύνει όμως «Βρωμάς και ζέχνεις γαμώ την παναγία σου!» είπα στο είδωλο μου και κάθισα στο κρεβάτι να το σκεφτώ λιγάκι το πράγμα.

Ήμουν σε κατάσταση αποσύνθεσης, είχα βάλει κιλά, βρώμαγα είχα καταστρέψει οτιδήποτε μπορούσε να καταστραφεί και είχα πάει κάτι χρόνια πίσω όποια βελτίωση είχα καταφέρει στην ψυχική μου υγεία τα τελευταία χρόνια. Έπρεπε να κάνω κάτι τώρα, σήμερα. «Αλλά τι;» αναρωτήθηκα. Είχα γίνει από ένας κομψός γλυκούλης πτυχιούχος τμήματος φιλοσοφίας ένα βρωμιάρικο γουρούνι που έπινε τόσο πολύ που δεν άντεχε καν να κάτσει να χτυπήσει στο χαρτί τις σουρεαλιστικές ιστορίες που προκαλούσε η μέθη. Που δεν ήταν καν σουρεαλιστικές, εκτός αν είχε προκύψει στο μεταξύ κάποιο λογοτεχνικό ρεύμα που το λέγανε «Βρώμικο Σουρεαλισμό» και αυτός δε το είχα πάρει χαμπάρι.

«Πρέπει να φύγω απ’ αυτό το μέρος» ξεκίνησα να οργανώνω κάπως τη σκέψη μου «Και που να πάω;» αναρωτήθηκα «Στους γονείς μου μήπως;» έδωσα μια πρώτη απάντηση την οποία και απέρριψα. Χρειάζομουν φροντίδα αλλά όχι γονική σε αυτή τη φάση. «Τι έκανα πριν με πάρει η κάτω βόλτα;» σκέφτηκα «Κυνήγαγες αυτό το παρδαλό θηλυκό τέρας γιατί προφανώς καλό ζώο είσαι και εσύ» μου απάντησα αυστηρά. «Όχι πιο πριν» συνέχισα χωρίς να δώσω σημασία στις επικρίσεις που μου έκανα «Πού είχα αφήσει τη ζωή μου, τι προσδοκίες είχα τέλος πάντων απ’ τη ζωή;»

Η εύκολη απάντηση ήταν βέβαια ότι δεν είχα σχέδια για τη ζωή ούτε κάποιο ιδιαίτερο πλάνο για το μέλλον. Δυστυχώς η ανατροφή μου εκτός από άσχημη ήταν μάλλον και ελαφρώς αποτυχημένη και έτσι δεν είχα σχηματίσει κάποια συγκροτημένη ταυτότητα ή κάποιο όνειρο για το τι θα ήθελα να κάνω τα επόμενα χρόνια. Ή μάλλον, και ενώ τα σκεφτόμουν αυτά χαμογέλασα, είχα σκεφτεί κάτι που θα μου άρεσε. Συγγραφέας ήθελα να γίνω, το έβλεπα ρομαντικά το θέμα μάλιστα, το πρωί θα με συλλαμβάνουν για δημόσια μέθη οι μπάτσοι, στη φυλακή θα γνωρίζω άγριους μα καλόκαρδους, καταπληκτικούς τύπους, θα στέλνω ένα ποίημα σε μια τοπική εφημερίδα κι όταν αποφυλακίζομαι θα γυρίζω σπίτι μου και θα βρίσκω ένα γράμμα να με περιμένει που θα λέει.

«Το ποίημα σας μας άρεσε πολύ, θα θέλαμε να σας προσφέρουμε μια μόνιμη στήλη στην εφημερίδα μας. Η αμοιβή σας θα είναι…» κλπ

Αντ’ αυτού βέβαια διαπίστωσα μεγαλώνοντας πως όλη η χώρα μεθάει, πίνει χάπια, βαράει ενεσούλες και πως πάλι καλά που δεν μαζεύουμε ακόμα κόσμο με καροτσάκια από τους κάδους. Κανένας μπάτσος δε με έλεγχε καν για κανένα λόγο ακόμα κι όταν κυκλοφορούσα με ότι να ‘ναι πάνω μου γιατί ήμουν πολύ γλυκούλης στη φάτσα και ποτέ δεν ήμουν προκλητικά αγενής απέναντι τους χωρίς λόγο, κάτι που θεωρούσα αυτιστικό έτσι κι αλλιώς. Κανά δυο φορές που έμπλεξα με άγριους τύπους, αποδείχτηκαν όχι πολύ καλόκαρδοι μα σίγουρα καταπληκτικοί στο ξύλο. Κάτι καλές ιστορίες με σπασμένα δόντια, ματωμένες μύτες και μαυρισμένα μάτια τις έγραψα. Όταν όμως λάμβανα απάντηση από περιοδικά, διαδικτυακές σελίδες και άλλα μέρη που τα έστελνα το ύφος περίπου ήταν:

«Κάπου το χάσαμε, μπορείτε να μας το ξαναστείλετε;»

«Μα είναι ποίηση αυτό το πράγμα τώρα;»

«Γελάσαμε πάρα πολύ με την ιστορία σας!»

«Σας ευχαριστώ πάρα πολύ γιατί, αν και εμένα προσωπικά δε μου αρέσει καθόλου η λογοτεχνία τυχαίνει να αρέσει πολύ σε μια νεαρή και όμορφη κοπέλα που βγαίνω αυτή την περίοδο η οποία ξετρελάθηκε μαζί σας και με την ιστορία σας και εντυπωσιάστηκε που την στείλατε σε μένα. Η σχέση μας επιτέλους ολοκληρώθηκε!»

Έτσι απογοητεύτηκα και εγώ, από τον τόπο που ζούσα, τους ανθρώπους που αναγκαζόμουν να τον μοιραστώ και πρώτα και κύρια απ’ τον εαυτό μου και έμεινα ρέστος. Ο κύριος Διονύσης Ρακόπουλος, εγώ δηλαδή, δεν είχε πάθος για τίποτα άλλο στη ζωή του, ούτε επιθυμούσε να παλέψει για τίποτα άλλο. Ήθελε να γίνει συγγραφέας, δε του βγήκε και πήγε να σπουδάσει φιλοσοφία μπας και ξεχαστεί.

«Αυτό είναι!» σκέφτηκα και αισθάνθηκα σαν να λειτουργούσε για πρώτη φορά μετά από καιρό το μικρό εκείνο πλασματάκι που είχα μες το κεφάλι μου. «Η φιλοσοφία!», «Θα συνεχίσεις τη φιλοσοφία Διονύση!».

Ήταν μια ωραία ιδέα. Είχα γραφτεί από πριν το καλοκαίρι σε ένα μεταπτυχιακό φιλοσοφίας, είχα καταφέρει να περάσω με επιτυχία και σχετικά απ’ τους πρώτους και τα μαθήματα ξεκινούσαν τον Σεπτέμβρη. «Άρα μπορείς να ξεκινήσεις από τώρα την προετοιμασία, να ξαναπιάσεις την ακαδημαϊκή ζωή, να κάνεις κάτι παραγωγικό» διαβεβαίωσα τον εαυτό μου για τις προθέσεις και την σίγουρη επιτυχία που μας περίμενε «Όμως» μου απάντησε αυτός σκεπτικά «Πώς θα μπορέσω ποτέ να συγκεντρωθώ σε ένα περιβάλλον τόσο άρρωστο όσο αυτό που ζω τώρα;». Το πρόβλημα ήταν φυσικά αληθινό, δεν υπήρχε περίπτωση να μείνω Αθήνα και να κάτω οτιδήποτε θετικό για την πάρτη μου ταυτόχρονα. «Θα φύγω τότε!» είπα «Αλλά για που;» αναρωτήθηκε η άλλη εκδοχή μου «Θα ζητήσω απ’ όσους φίλους έχω στην επαρχεία να με φιλοξενήσουν μερικές μέρες ή ακόμα καλύτερα βδομάδες, δεν μπορεί κάποιος θα με δεχτεί» απάντησα με σιγουριά αλλά χωρίς να είμαι και βέβαιος στην πραγματικότητα. «Ας το δοκιμάσουμε» συμφώνησε και ο Διονύσης.

Λίγες ώρες μετά ήμουν πάνω σε ένα μικρό σάπιο καραβάκι πενταβρώμικος με πενταβρώμικες βαλίτσες γεμάτες από πενταβρώμικα ρούχα αλλά ούτε που έδινα σημασία. Ήμουν πανευτυχής γιατί και έφευγα απ’ τη χειρότερη πόλη που μπορεί να γεννηθεί άνθρωπος στον 21ο αιώνα , την Αθήνα και πήγαινα να περάσω το υπόλοιπο καλοκαίρι σε ένα πολύ καλό φιλαράκι απ’ τη σχολή, που είχε εξοχικό σε ένα νησί απ’ τα κοντινά της πρωτεύουσας. Ακόμα καλύτερα οι γονείς του δε θα ήταν μαζί μας άρα δεν θα έπρεπε να προσπαθώ συνέχεια να κρύψω την θλιβερή κατάσταση μου για να κάνω καλή εντύπωση θα μπορούσα εξ’ αρχής να παραδεχτώ την τραγικότητα της ατμόσφαιρας που αποπνέω (κυριολεκτικά στο καράβι πέταγαν για ώρα δυο μύγες γύρω μου, μέχρι που απομακρύνθηκαν λίγο και τις κατάπιε ένας διερχόμενος γλάρος), να κάνω ένα καλό μπάνιο, να βάλω ένα καλό πλυντήριο, να φάω ένα καλό γεύμα και να στρωθώ στο διάβασμα. Είχα κουβαλήσει και μια σχετικά καθαρή βαλίτσα στην οποία είχα βάλει τα βιβλία μου. Το πιο πολύτιμο πράγμα του σπιτιού μου.

Στο λιμάνι του νησιού με υποδέχτηκε με χαιρετούρες ο Σωτήρης το Μηχανάκι, τον φωνάζαμε έτσι χρόνια τώρα γιατί από μικρός ήθελε να πάρει μηχανή. Τα κατάφερε νωρίς-νωρίς και χωρίς την οικονομική ανάμειξη γονέα. Φυσικά η μηχανή επιτάχυνε τη μετάλλαξη του σε γλοιώδη κάγκουρα που εργάζεται ως DJ σε κλάμπ του νησιού αλλά κανείς δεν είναι τέλειος έτσι;

«Επιτέλους! Που ‘σαι μωρή μαλακία» με χαιρέτησε με μια σφιχτή αγκαλιά το Μηχανάκι «Μαλάκα μου βρωμάς» είπε και αφού με κοίταξε από πάνω ως κάτω πρόσθεσε «Και έχεις βάλει και κιλά, γουρουνάκι κανονικό σα να λέμε»
«Είναι σκληρή η ζωή στην Αθήνα Σωτήρη» του είπα
«Γιατί σας βομβάρδισαν τους αγωγούς του νερού και δε μπορείτε να κάνετε μπάνιο; Χαχαχαχα!» άρχισε να ξεκαρδίζεται αμέσως μόλις τέλειωσε το αστείο του ο Σωτήρης δίνοντας μου ταυτόχρονα μια αγκωνιά στο στομάχι που μου κόψε την αναπνοή λίγο λιγότερο απ’ ότι χρειαζόταν για να μου την κόψει μόνιμα.
«Φιούφ!» είπα ενώ συνερχόμουν «Για πες πώς τα πας; Πώς είναι η ζωή εδώ;»
«Τέλεια φίλε, καλοκαίρι, τουρίστριες, φουλ μουνί, ξέρεις τώρα»
«Ξέρω, γαμάς καλά ε;»
«Κι όμως έχω σχέση όσο περίεργο κι αν σου φαίνεται»
«Έλα, πως προέκυψε κάτι τέτοιο; Δε το περίμενα από εσένα. Νόμιζα πως τα μηχανάκια δεν πέφτουν ποτέ σε λακκούβες».
«Απ’ ότι φαίνεται για όλα υπάρχει αυτή η φορά, βασικά ήθελα να σου μιλήσω λίγο για αυτό, θα πάμε με τη Σύλβια, έτσι τη λένε, λίγες μέρες διακοπές, όχι τόσο λίγες βασικά, ας πούμε δέκα ή δεκαπέντε, έτσι θα είσαι αρκετό καιρό μόνος στο σπίτι αλλά αφού θες και να διαβάσεις δε σε πειράζει υποθέτω έτσι;»

Τελικά αυτό που λένε πως όπου και να πας ο Θεός είναι μέσα σου όχι απλά ισχύει μα όπου και να πας ο Θεός σε πλησιάζει περισσότερο. Με το ζόρι κρατήθηκα να μην του πω να κάτσει όλο τον Αύγουστο με τη Σύλβια και να μου αφήσει εμένα το σπίτι να κάτσω μόνος μου.

«Κοίτα αφού θα σε δω έστω και λίγες μέρες δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα τι λες τώρα»
«Σίγουρα; Γιατί μπορώ να κόψω μερικές μέρες ή να το αναβάλλω…»
«Καλέ τι λες τώρα. Σκέψου τι εντύπωση θα κάνω στην κοπέλα αν με το που ακούσει για μένα αμέσως γίνω η αιτία να χάσει την εκδρομή της»
«Σωστό κι αυτό, δε το είχα σκεφτεί, πάντα σου έκοβε, απ’ το σχολείο ακόμα.
«Εμ… Ήμουν ο πιο έξυπνος με διαφορά»
«Βέβαια ναι, το θυμάμαι σαν χθες πως ξεχώριζες. Για να καταλάβεις, είχα βρεθεί με ένα παλιό μας συμμαθητή πριν καιρό και λέγαμε τι ωραία τότε που όλα τα αγόρια παίζαμε ποδόσφαιρο και οι κοπέλες μας βλέπανε εκστασιασμένες και εσύ που καθόσουν μόνος στην άκρη να μην μιλάς σε κανέναν και κανένας να μη σε κάνει παρέα τις περισσότερες φορές αλλά δε σε ένοιαζε γιατί είχες για φίλους σου τα βιβλία που σε κάνανε και τόσο έξυπνο εν’ τέλει.»
«Ναι-ναι υπέροχα ήταν λυγμ-λυγμ» απάντησα προφέροντας με δυσκολία τις λέξεις
«Μα τι έχεις; Ε βέβαια συγκινήθηκες απ’ τις αναμνήσεις, έλα σκούπισε τα μάτια σου τώρα και πάμε να φύγουμε για το σπίτι, εδώ κοντά είμαστε.

Και πήγαμε. Ο Διονύσης Ρακόπουλος, άνεργος συγγραφέας και ο Σωτήρης το Μηχανάκι, επαγγελματίας DJ.

Λίγες μέρες μετά είχα προσαρμοστεί στο να έχω το σπίτι όλο δικό μου. Πώς να μην προσαρμοστείς άλλωστε και σε κάτι τέτοιο; Πρόσεχα όμως να μην ξανακυλήσω στις συνήθειες που είχα στην Αθήνα. Σηκωνόμουν πρωί. Δεν έπινα καθόλου αλκοόλ, πρόσεχα τη διατροφή μου και διάβαζα από νωρίς το μεσημέρι μέχρι αργά το απόγευμα. Το βράδυ δεν έβγαινα μα καθόμουν στο μπαλκόνι του σπιτιού και κάπνιζα κάνα μπάφο κάνοντας παράλληλα μικρές διορθώσεις σε μια νουβέλα που έγραφα και που κατά βάση ήμουν ακόμα στην αρχή της.

«Τι θέμα έχει;» με είχαν ρωτήσει ο Σωτήρης και η Σύλβια
«Είναι μια ενιαία ιστορία από αυτοτελή κομμάτια που πραγματεύεται το όνειρο και την ψυχεδελική εμπειρία, παράλληλα υπάρχει ως υπόβαθρο μια περίπου ερωτική σχέση μεταξύ του ήρωα και τ…»
«ΑΧ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ ΠΟΛΥ Ο ΕΡΩΤΑΣ» είχε σχολιάσει τότε η Σύλβια και είχαμε λήξει εκεί τη συζήτηση. Το ίδιο βράδυ, αφού έκανα ένα καλό μπάνιο είχαμε βγει έξω για φαγητό. Με σύστησαν ως νεαρό, ταλαντούχο και επιτυχημένο ήδη συγγραφέα απ’ την Αθήνα. Χάρηκαν οι φίλοι τους, χάρηκα εγώ, χάρηκαν και αυτοί και την άλλη μέρα έφυγαν.

Παράλληλα με την σχετικά υγιεινή ζωή που έκανα, ξανάρχισα και τα χάπια που είχα κόψει στην Αθήνα μετά από τηλεφώνημα στον ψυχίατρο μου, ο οποίος αφού με ξέχεσε για τα καλά, με συγχώρεσε γιατι έπρεπε να πάει και για μπάνιο ο καψερός. Βεβαίως όσα μου είπε ήταν σωστά, η διακοπή της αγωγής σε πάει πίσω αλλά το γεγονός ότι αποσταθεροποιείς τον οργανισμός σου με αλκοόλ ή όποια άλλη βλακεία σου γαμάει εκατό φορές τον εγκέφαλο. Ναι συμφωνώ σε όλα γαμώ την επιστήμη σου μέσα γαμώ. Τα υπογράφω ένα προς ένα αλλά τι θα γίνει με τον κόσμο εκεί έξω που μου γαμάει τον εγκέφαλο δεκάδες χιλιάδες φορές καθημερινά; Να βρω άλλους τρόπους να το αντιμετωπίσω είναι η προφανής απάντηση και είναι η σωστή. Καλή τύχη στην εφαρμογή της.

Τέλος πάντων κυλούσαν οι μέρες ήρεμα και το διάβασμα μου πήγαινε αρκετά καλά. Είχα αρχίσει να νιώθω αισιόδοξος πως όχι μόνο θα τα πάω καλά στη σχολή, μα θα γυρίσω και νωρίτερα Αθήνα και θα καθαρίσω και όλο το σπίτι. Το καλοκαίρι έτσι θα γίνει μια κακιά ανάμνηση απ’ την οποία κανείς δε θα θυμάται τίποτα παρά μόνο εγώ. Θα είναι σαν ένα κακό όνειρο, παραμένει το βίωμα του εφιάλτη αλλά κανείς δεν μπορεί να αποδείξει αν έγιναν ή δεν έγιναν τα πράγματα άσχετα απ’ το πώς χτυπάει η καρδιά σου εσένα.

Το μόνο που χάλαγε ή διακωμωδούσε αν θέλετε την ατμόσφαιρα περισυλλογής και αυτοβελτίωσης που είχα στήσει ήταν ο τύπος στο απέναντι μπαλκόνι από εμένα. Δεν είχα δει ποτέ ακριβώς το πρόσωπο του αλλά μου φαινόταν πιτσιρικάς. Είχε σκούρο σχετικά δέρμα μακριά μαλλιά ήταν πολύ αδύνατος, πολύ βλάκας και άξεστος. Καθόταν με τις ώρες εκεί απέναντι μου και έκανε όλα τα ενοχλητικά πράγματα του κόσμου. Ρευόταν. Έκλανε. Ρευόταν. Ξυνόταν. Έκλανε πάλι και μετά έξυνε τα αρχίδια του. Αυτό συνεχιζόταν επί ώρες μαζί με την κατανάλωση άπειρης μπίρας, πάντα σε μικρά κουτάκια βέβαια για να μπορεί να τα πετάει στο δρόμο ανάμεσα στα δύο σπίτια. Που και που πετύχαινε και κανέναν άκυρο και τότε άκουγες κανένα γελάκι όχι ιδιαίτερα επιθετικό πάντως. Αν πετύχαινε όμως καμιά γάτα ή κάνα σκύλο τότε ο τύπος άφηνε να πεταρίσουν απ’ το στοματάκι του κάτι πολεμικές κραυγές νίκης που θα έκαναν τα γερμανικά φύλα δυτικά του Ρήνου που νίκησαν τις ρωμαϊκές λεγεώνες να κάνουν το σταυρό τους νωρίτερα απ’ την ώρα τους. Μια φορά δε, μεσημέρι ντάλα ο ήλιος που είχα κάτσει μέσα και διάβαζα αναγκάστηκα να βγω έξω όταν άκουσα τις ίδιες κραυγές πολλαπλασιασμένες επί εκατό φορές. Τι είχε συμβεί; Πολύ απλά ο τύπος καθόταν εκεί με φορώντας μόνο ένα ψάθινο καπέλο και ένα άσπρο σώβρακο και ούρλιαζε από χαρά γιατί είχε πετύχει με ένα κουτάκι ΆΜΣΤΕΛ τον γάιδαρο ενός γέρου νησιώτη. Πιθανότατα ο γάιδαρος να ήταν το λιγότερο ζώο απ’ όλους τους εμπλεκόμενους πάντως η εικόνα του τύπου να πανηγυρίζει μια τέτοια επιτυχία χωρίς καν να μπαίνει στον κόπο να σηκωθεί απ’ την καρέκλα του έτσι για να δείξει λίγο κίνηση με είχαν συγκλονίσει. Τελείως μικρόβιο σα να λέμε.

Με τις μέρες άρχισα να σκέφτομαι μήπως, έχω να κάνω εντέλει με κάνα φασισταριό του κερατά. Δεν μπορούσα να εξηγήσω αλλιώς τέτοια βαρβαρότητα. Επαρχεία ήμασταν έτσι κι αλλιώς, επιθετικός ήταν με όλους και όλα και τελείως βρωμιάρης και σάπιος. Γενικά μου θύμιζε εμένα στην Αθήνα αν με συνδύαζες με έναν ρεπουμπλικάνο του Τέξας που ζει στο δάσος και βιάζει την κόρη του ενώ παράλληλα μαζεύει κονσέρβες μην τυχόν και μπουκάρουν οι βορειοκορεάτες. Βεβαιώθηκα όμως όταν τον άκουσα να μιλάει στο τηλέφωνο για έναν καταυλισμό τσιγγάνων στην Αθήνα και να ζητάει από κάποιον να πάει εκεί και να τους τσακίσει ‘’όλους’’.

«ΘΕΛΩ ΤΑ ΓΑΜΗΣΕΙΣ ΤΑ ΜΑΛΑΚΙΣΜΕΝΑ ΕΝΤΑΞΕΙ ΠΟΛΛΑ ΜΑΣ ΕΧΕΙ ΚΑΝΕΙ Η ΦΑΡΑ ΤΟΥΣ» είχε πει.

Τώρα εγώ βέβαια τον καταυλισμό τον ήξερα γιατί πηγαίναμε εκεί με κάτι φίλους παλιότερα και παίρναμε πρέζα, κόκα, ηρεμιστικά χάπια και διάφορα άλλα ωραία πράγματα ρε παιδί μου που όντως πουλάνε στους καταυλισμούς αλλά οκέι σκεφτείτε τώρα να πιάσουν έναν συγγενή σας να σπρώχνει χόρτο λόγου χάρη και να σας πουν ότι όλη η οικογένεια είναι ένοχη όπως και οι επόμενες γενιές. Αυτό επί ένα εκατομμύριο φορές γίνεται με τους τσιγγάνους. Όπως και να έχει έχουν καλή πρέζα, απ’ την κόκα τους να μείνετε μακριά όμως αν και, για να έχετε λεφτά να αγοράσετε δεν χρειάζεστε συμβουλές.

Ήταν ξεκάθαρο, ο τύπος ήταν φασίστας εν’ αποστρατεία. Τον είχαν πιθανότατα αποστρατεύσει τσιγγάνοι που αμύνθηκαν και τώρα γύρευε εκδίκηση. Εντάξει λοιπόν, δεν μπορούσα να κάνω και πολλά πράγματα αλλά λίγο δούλεμα το μπορούσα, άλλωστε δεν έμοιαζε για τύπος που θα γινόταν απειλητικός. Το επόμενο βράδυ λοιπόν που τον βρήκα όπως πάντα καθιστό απέναντι απ’ το μπαλκόνι μου, έστριψα το μπάφο μου κάπνισα και περίμενα να αρχίσει τις μαλακίες του. Δέκα λεπτά αργότερα το πρώτο κουτάκι μπίρας προσγειωνόταν στον δρόμο. Αμέσως σηκώθηκα και πλησίασα τα κάγκελα.

«Ε βρωμιάρη!» του φωνάζω και για πρώτη φορά μοιάζει να προσέχει ότι κάποιος μένει απέναντι του.
«Ναι ρε σε σένα λέω, σε τσαντίρι γεννήθηκες και πετάς τα σκουπίδια κάτω βρωμιάρη;»
Ο τύπος ακόμα δεν έχει σηκωθεί απ’ την καρέκλα αλλά κοιτάει προς το μέρος μου, ακούω τη φωνή του να λέει «Και εσύ ποιος είσαι ρε φίλε που θα μου πεις τι θα κάνω;»
«Όποιος θέλω είμαι» του απαντάω χαιρέκακα «Έλληνας είμαι στη Ελλάδα βρίσκομαι και δε θέλω σκουπίδια στη χώρα μου, αν καταλαβαίνεις τι εννοώ!»
«Θα το φας το κεφάλι σου με αυτά που λες» μου απαντάει ο φασιστάκος, φαίνεται του ‘χουμε θίξει το έθνος και προσεβλήθη ο καημένος.
«Άντε βρε κωλόγυφτε που θα μου φας και το κεφάλι» του απαντάω
«Ποιόν έβρισες μωρή αγάμητη λούγκρα;» μου γυρίζει κι αυτός και είμαστε σε μια φάση τώρα που εγώ τεντώνομαι να του φωνάξω κι αυτός δεν έχει καταδεχτεί να βγάλει ούτε τα γυαλιά ηλίου παρόλο που έχει και γαμώ τα φεγγάρια απόψε.
«Εσένα έβρισα ρε αρχίδι γύφτε που έχεις κάνει τον δρόμο λες και ζεις σε καμιά σκηνή σαν αυτές που ζείτε εκατό άτομα μαζεμένα και πηδάει ο καθένας την αδερφή του, γι’ αυτό γαμιολάκο τράβα να βρεις τους φίλους σου τους τσιγγάνους γιατί στην Ελλάδα δε σε θέλει κανείς, εδώ είναι χώρα για ανθρώπους κι όχι για ΖΩΑ» του πετάω τονίζοντας μία μία τις λέξεις.

«Ώστε είμαι γύφτος ε;» με ρωτάει ήρεμα
«Ε ναι;» του απαντάω αλλά τα έχω χάσει λίγο κιόλας απ’ την ψυχραιμία του τύπου
«Και το λες αυτό για να με βρίσεις»
«Αργείς αλλά τα πιάνεις…»
«Καλώς!»

Και τότε βλέπω για πρώτη φορά τον τύπο να σηκώνεται. Άσχημα νέα. Μου ρίχνει τρία με τέσσερα κεφάλια (είμαι και 1,68 εδώ που τα λέμε) και μοιάζει αγριεμένος. Χώνεται μέσα στο σπίτι. Τι σκατά, μπαζούκας θα βγάλει. Πέντε λεπτά αργότερα όμως βγαίνει απ’ την εξώπορτα κρατώντας έναν τεράστιο λοστό, πηδάει τον φράχτη του σπιτιού του Σωτήρη όπου μένω, ενώ παρακολουθώ παγωμένος και αρχίζει να κοπανάει την πόρτα. Μία, δύο , τρεις την σπάει και εκεί προφανώς συνέρχομαι και τρέχω να κλειδώσω την πάνω πόρτα. Προλαβαίνω τελευταία στιγμή και χώνομαι στην άκρη του μπαλκονιού. Δεν σκέφτομαι και τίποτα το ηρωικό. Ενεργώ εντελώς σπασμωδικά σε αυτή τη φάση.

Το τέρας που ξύπνησα από το λήθαργο του τώρα κοπανάει με το λοστό την πάνω πόρτα του σπιτιού. Προσπαθώ να καλέσω την αστυνομία αλλά είμαι τόσο αποσυντονισμένος που δεν καταφέρνω ούτε τα νούμερα τα πατήσω καλά. Αν έπαιζε και η σωστή μουσική θα ήταν η τέλεια σκηνή για θρίλερ. Λίγα λεπτά αργότερα ο τύπος σπάει και την πάνω πόρτα και βγαίνει στο μπαλκόνι. Οπού είμαι και εγώ.

«Βρε, βρε, βρε» μου λέει και πετάει κάτω το λοστό ενώ πλησιάζει προς το μέρος μου. Τώρα που τον βλέπω πιο καλά κι από κοντά μου φαίνεται ακόμα πιο άγριος. Αδύνατος είναι μεν αλλά καλά γυμνασμένος και ζωή να έχει το παλικάρι είναι δυο μέτρα ψηλό. Επίσης, μικρή λεπτομέρεια, τελικά μάλλον δεν είναι φασίστας αλλά είναι ο ίδιος τσιγγάνος. Έκανα ένα μικρό λάθος απ’ ότι φαίνεται.

Προσπαθώ να του υποδείξω με τα χέρια μου να σταματήσει αλλά δεν πιάνει καθώς πλέον στην εποχή μας οι άνθρωποι επικοινωνούν με λέξεις κάτι που για κάποιο λόγο μου διαφεύγει εκείνη τη στιγμή. Ο τύπος φτάνει στο μέρος μου με αρπάζει απ’ το λαιμό και με κολλάει πάνω στα κάγκελα. Στο παραμικρό του σπρώξιμο θα πέσω ή μάλλον , αν δεν αποφασίσει να με τραβήξει προς τα μέσα θα πέσω και αν και το πιθανότερο να επιζήσω θα σπάσω υπερβολικά πολλά πράγματα και μια μόνιμη αναπηρία είναι πιθανή. ΕΠΙΣΗΣ ΔΕ ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΕΣΩ ΚΑΙ ΦΟΒΑΜΑΙ.

«ΓΑΜΗΜΕΝΕ ΦΑΣΙΣΤΑ ΡΑΤΣΙΣΤΗ» μου λέει ο τύπος «ΠΟΣΑ ΑΚΟΜΑ ΘΑ ΤΡΑΒΗΞΟΥΜΕ ΑΠΟ ΕΣΑΣ». Θέλω να του εξηγήσω πως είμαι αθώος αλλά τελικά βγαίνει απ’ το στόμα μου μόνο κάτι σαν «Όχι, δεν». «ΕΙΧΑΜΕ ΕΝΑ ΓΑΜΗΜΕΝΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΨΑΤΕ ΣΤΑ ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΜΑΣ ΑΦΗΝΕΤΕ ΝΑ ΠΗΓΑΙΝΟΥΜΕ ΣΑΣ ΕΧΕΙ ΣΙΧΑΘΕΙ Η ΨΥΧΗ ΜΟΥ» ουρλιάζει ο τύπος αλλά τουλάχιστον πάνω στα νεύρα του αφήνει λίγο το λαιμό μου και μπορώ να μιλήσω κάπως πιο καθαρά «Δεν-Είμαι-Φασίστας-Παρεξήγηση-Λάθος-Άσε-Με». Δεν δείχνει να πείθεται με την καμία αλλά πείθεται να μην με αφήσει να σκοτωθώ. Με τραβάει προς τα μέσα και ενώ είμαι ακόμα κολλημένος πάνω στο κάγκελο δεν κινδυνεύω τα αμέσως επόμενα δευτερόλεπτα.

«Νόμιζα» του εξηγώ με κομμένη ανάσα «Ότι είσαι εσύ φασίστας. Σε άκουσα να μιλάς στο τηλέφωνο και υπέθεσα ότι σχεδιάζεις επίθεση σε κάποιον καταυλισμό…»
«Και αν ήμουν τόσο επικίνδυνος θεώρησες λογικό να μου κάνεις ένα ηλίθιο αστείο που δε θα έκανε ούτε παιδί;» μου λέει και δεν έχει καθόλου άδικο.
«Κοίτα» αρχίζω τώρα όσο πιο ήρεμα μπορώ « Ήταν τελείως χαζό αυτό που έκανα και συγνώμη χίλιες φορές για όσα σου είπα αλλά στην πραγματικότητα ήθελα να υπερασπιστώ τους τσιγγ..τους ρομά»
«Δεν με νοιάζει το όνομα, δε χρειαζόμαστε προστασία, μάλλον εσύ χρειάζεσαι»
«Απλά σου εξηγώ ότι οι προθέσεις μου ήταν καλές. Δεν ήξερα ότι είχατε δεχτεί επίθεση πόσο μάλλον σε σχολείο. Αν ήξερα όλα αυτά που τώρα ξέρω ποτέ μα ποτέ δε θα είχα τέτοια συμπεριφορά»
«Χμ, φαίνεται να λες αλήθεια» μου είπε ο πανύψηλος τσιγγάνος και χαλαρώνει «Δεν ήταν ακριβώς σχολείο μωρέ , μια δημοτική βιβλιοθήκη μας είχαν φτιάξει όπου γινόντουσαν περιστασιακά και κάποια μαθήματα ελληνικών μια φορά τη βδομάδα, τη φτιάξαμε αλλά δεν έρχεται κανείς να κάνει μάθημα τώρα»
«Ωραία άκου» του είπα χωρίς να το σκεφτώ και πολύ «Θέλω να επανορθώσω, γενικά τέλος πάντων χωρίς να θέλω να σου πουλήσω μούρη ή τίποτα άλλο τυχαίνει να έχω ένα δίπλωμα σχετικό με τα μαθήματα που θέλετε»
«Είσαι καθηγητής δηλαδή;» με ρώτησε ο τύπος με ενδιαφέρον
«Ε ας πούμε, όχι ακριβώς, δηλαδή ναι στα χαρτιά αλλά … μεγάλη ιστορία. Τέλος πάντων, επειδή αντιλαμβάνομαι τη σύγχυση που προκάλεσα, εγώ έτσι κι αλλιώς σκόπευα να φύγω από εδώ σε λίγες μέρες και να γυρίσω Αθήνα όπου έχω κάτι δουλειές. Προσφέρομαι να αναλάβω λοιπόν να τα κάνω εγώ αυτά τα εβδομαδιαία μαθήματα αν με βοηθήσεις να μάθω τα κατατόπια εκεί πέρα και να πατσίσουμε έτσι.

Το σκέφτηκε για μερικά δευτερόλεπτα.

«Εντάξει φίλε μου. Φεύγουμε μεθαύριο για Αθήνα. Με λένε Γιαννάκη»
«Εντάξει Γιαννάκη. Με λένε Διονύση. Πολύ ψηλός είσαι Γιαννάκη»
«Ο μικρός μου αδερφός είναι ψηλότερος. Σύμφωνοι για τη μέρα;»
«Σύμφωνοι» του είπα και εγώ. Δώσαμε τα χέρια κι αποχαιρετιστήκαμε. Για τις πόρτες, είπαμε να μοιραστούμε το κόστος και να τις φτιάξουμε την επόμενη μέρα, όπως και έγινε τελικά. Την αμέσως επόμενη της επισκευής φύγαμε για Αθήνα. Ειδοποίησα το Σωτήρη για την ξαφνική αναχώρηση μου.

Ε με το Γιαννάκη λίγο ή πολύ είμαστε ακόμα κάτι σαν φίλοι. Να σας πω την αλήθεια όμως τους τσιγγάνους ομοίως με τους έλληνες δεν τους πολυσυμπαθώ σα λαό, με ενοχλούν λίγο κάτι φορές με ορισμένες συνήθειες τους που τις θεωρώ βάρβαρες και απολίτιστες. Και ο Γιαννάκης γενικά βάρβαρος και απολίτιστος ήταν όπως και τα βλαμμένα κωλόπαιδα στα οποία έκανα μάθημα μια ολόκληρη σεζόν. Αλλά δε βαριέσαι, το σημαντικό είναι να επιβιώσεις το καλοκαίρι,. Διότι υπάρχουν χιλιάδες, εκατομμύρια άνθρωποι, αληθινοί και φανταστικοί, σε χωριά και σε βιβλία, σε πόλεις και σε ταινίες που υποφέρουν, παλεύουν να πάρουν μια ανάσα όλους αυτούς τους μήνες που διαρκεί η ζέστη. Τον χειμώνα όσοι παλεύουμε με τη δυστυχία μας κρυβόμαστε, το καλοκαίρι είμαστε εκτεθειμένοι από παντού, λες και είναι η θλίψη σαν τα φαγητά που σαπίζουν στις υψηλές θερμοκρασίες και κάπως αντέχουν στις χαμηλές. Έτσι κι εμείς μάλλον βρωμάμε πάρα πολύ και μας καταλαβαίνουν με το που πιάνουν οι ζέστες. Δεν ξέρω αν ισχύει το ίδιο και στα πιο βόρεια κλίματα που δεν ζουν μεγάλα καλοκαίρια όπως εμείς. Εγώ εδώ ζω και εδώ καταφέρνω να αποτυγχάνω σα συγγραφέας και να κάνω ευχαριστημένος το σταυρό μου κάθε φθινόπωρο λέγοντας «Πάει κι αυτό!»