Αναλόγιο

Αν πληρωνόμουν για τη συναισθηματική μου εργασία (Melissa Lozada-Oliva)

Αν πληρωνόμουν για τη συναισθηματική μου εργασία
θα είχα, πως το να το πω, παραπάνω από αρκετά χρήματα,
θα έπαιρνα εκατό διαφορετικές περούκες
φτιαγμένες από μαλλί εξωτικών αλόγων για να ταιριάζουν
με κάθε αλλαγή στη διάθεση μου. Θα αντικαθιστούσα όλα τα δόντια μου
με μικρά iPhone. Θα πλήρωνα όλους τους ψηλούς ανθρώπους
κι όσους φιλιούνται
για να σταθούνε λιγάκι πιο πίσω μου, επειδή είμαι πικρόχολη!
Θα φόραγα κραγιόν με σκόνη χρυσού, θα
σχεδίαζα ένα ολόσωμο τατουάζ
με το σχήμα του κορμιού μου
και θα το βάραγα στο σώμα μου. Θα πήγαινα για ψυχανάλυση.
Θα έπαιρνα φάρμακα. Θα αγόραζα επιτέλους ένα πόνι!
Θα προσλάμβανα κάποιον να προσέχει το πόνι μου,
θα καβαλούσα το πόνι μου στη μέση του δρόμου,
ώστε όλοι να το ζηλέψουν. Θα έστελνα
χίλιες πίτες σε σχήμα μισοφέγγαρου, γεμάτες
καρφιά στο σπίτι του Mike Pence. Θα προσλάμβανα έναν
σεμνό –σχετικά όμορφο- λευκό άντρα
να με ακολουθεί από πίσω, ώστε κάθε φόρα
που δεν με πιστεύεις, αυτός θα επαναλαμβάνει
ό,τι είπα,  κι έπειτα, όπως είναι φυσικό, θα με πιστεύεις.
Θα αντικαθιστούσα το λαρύγγι μου με μια μεγάλη
παστίλια για το λαιμό και έτσι δε θα κουραζόμουν
ποτέ να ουρλιάζω. Θα το έκανα επιστημονικά εφικτό!
Θα αγόραζα στη μητέρα μου κάτι
όμορφο να φοράει, θα αγόραζα στη μητέρα μου ένα σπίτι
σε ένα μέρος που θα μυρίζει πορτοκάλια,
θα φρόντιζα να τελειώσει το σχολείο η μικρή μου αδερφή.
Δεν θα πείναγα ποτέ, θα έδινα στην γιαγιάκα μου
όλες τις τηλεκάρτες που υπάρχουν στον κόσμο.

Αν είχα ένα κέρμα για κάθε φορά που έμεινα ξύπνια
ως αργά, για κάποιον που δε θα ξαγρυπνούσε ποτέ για μένα,
αν είχα ένα δολάριο για κάθε λεπτό
που προσπάθησα να κάνω έναν λυπημένο άντρα, λιγότερο λυπημένο,
αν είχα μια πένα για κάθε φόρα που έπρεπε να λυγίσω
και να τεντωθώ, για να αποδείξω σε κάποιον
ότι είμαι εδώ, ότι υπάρχω,
η καρδιά μου θα κουδούνιζε
και θα έτρεμε απ’ όλα τα κέρματα που θα έπεφταν
μέσα της. Θα σταματούσα να ψάχνω
μέσα στις τσέπες μου για κομμάτια του εαυτού μου
καλυμμένα με γάζες.
Θα επιδιόρθωνα το γουρουνάκι-κουμπαρά της ψυχής μου
θα του έδινα ένα φιλί,
θα το έβαζα πίσω στο ράφι,
θα νοιαζόμουν να φυλάξω μονάχα τον εαυτό μου
και δε θα ένοιωθα ποτέ ξανά
πως κάτι απ’ όλα αυτά είναι δικό μου λάθος
ή πως, για ακόμη μια φορά,
σου χρωστάω.

Μετάφραση: Φώντας Φ.

Η ζωή μου μέσα στους σωλήνες της επιβίωσης (Roberto Bolaño)

Eπειδή ήμουν πυγμαίος και κίτρινος και με ευχάριστα χαρακτηριστικά.
Και επειδή ήμουν έξυπνος και απρόθυμος να βασανιστώ
σε ένα στρατόπεδο εργασίας ή σ’ενα κελί ψυχιατρείου,
με έχωσαν σ’αυτόν τον ιπτάμενο δίσκο
και μου είπαν: πέτα και βρες τον προορισμό σου. ‘Ομως ποιον προορισμό
θα’πρεπε να βρω;
To στοιχειωμένο πλοίο έμοιαζε με τον Ολλανδό που περιπλανιέται
στους ουρανούς του κόσμου,
και’γω
σαν να ήθελα να ξεφύγω απ’την ανικανότητα μου, απ’τον μοναδικό μου
Σκελετό:
μια σουβλιά στο πρόσωπο της Θρησκείας,
μια μεταξένια μαχαιριά στην πλάτη της Ευτυχίας,
η διατήρηση της Ηθικής και της Δεοντολογίας
η επικείμενη απόδραση
απ’τους εκτελεστές αδερφούς μου
και απ’τους άγνωστους αδερφούς μου. Στο τέλος,
όλοι ανθρώπινοι και περίεργοι,
όλοι ορφανοί και τυφλοί παίχτες
στην άκρη της αβύσσου. Όμως όλα αυτά
μέσα στον ιπτάμενο δίσκο με άφηναν αδιάφορο.
Ή απόμακρο. Ή δευτερεύον. H σπουδαιότερη αρετή του προδοτικού μου είδους
είναι το θάρρος, ίσως το μόνο πράγμα που είναι αληθινό, oρατό ακόμα και
σε δάκρυα
και σε αντίο. Και το θάρρος ήταν αυτό που χρειαζόμουν κλειδωμένος
στο δίσκο, ρίχνοντας σκιές έκπληξης σε χωρικούς και μεθυσμένους,
σπρώχνοντας τους σε αρδευτικά κανάλια. Eπικαλέστηκα το θάρρος λοιπόν, ενώ
το στοιχειωμένο πλοίο
περνούσε μέσα απo γκέτο και πάρκα που για κάποιον πεζό
θα ήταν τεράστια, όμως για ‘μένα ήταν απλά ένα άσκοπο τατουάζ,
λόγια μαγνητικά και ανεξηχνίαστα, μετά βίας μια χειρονομία
που αχνοφαινόταν
κάτω απ’τον κουναβίσιο μανδύα του πλανήτη. Είχα γίνει
ο Στέφαν Τσβάιχ και έβλεπα το πλησίασμα της αυτοκτονίας μου;
Σχετικά μ’αυτό,
το τσουχτερό κρύο του πλοίου ήταν αναμφισβήτητο. Κιόμως,
μερικές φορές
ονειρευόμουν μια ζεστή χώρα, μια βεράντα
και μια πιστή, απελπισμένη αγάπη.
Τα χυμένα μου δάκρυα θα παρέμεναν στην επιφάνεια του δίσκου για μέρες,
μαρτυρία όχι για τον πόνο μου
αλλά για ένα είδος δοξασμένης ποίησης
που έσφιγγε το στήθος μου, τους κροτάφους
και τα μπούτια μου. Μια βεράντα
μια ζεστή χώρα
και μια αγάπη με μεγάλα πιστά μάτια,
πλησιάζοντας αργά μέσα απ’τα όνειρα μου, ενώ το πλοίο άφηνε
βραδυφλεγή μονοπάτια
στην άγνοια των αδερφών μου
και στην αθωότητα τους. Και ήμασταν μια σφαίρα φωτός -ο δίσκος και’γω-
στους αμφιβληστροειδείς των φτωχών αγροτών,
μια φθαρμένη εικόνα που ποτέ δε θα περιγράψει επαρκώς
τη λαχτάρα μου
και το μυστήριο της αρχής και του τέλους
αυτού του ακατανόητου
τεχνουργήματος. Έτσι και μέχρι το τέλος των ημερών μου, που υποβλήθηκαν
στη βούληση των ανέμων,
ονειρευόμενος καμιά φορά ότι ο δίσκος
έσπαγε σε κάποια οροσειρά της Αμερικής
και το πτώμα μου, σχεδόν χωρίς γρατζουνιά, αναδυόταν για να ιδωθεί
από παλιούς ορειβάτες και ιστορικούς:
ένα αυγό σε μια φωλιά από στριμμένα σίδερα. Oνειρευόμενος
ότι ο δίσκος και΄γω
είχαμε τελειώσει τον περιπαικτικό χορό μας,
τη ταπεινή μας κριτική της Πραγματικότητας
με μια ανώδυνη
και ανώνυμη συντριβή
σε κάποια απ’τις έρημους του πλανήτη. Ο θάνατος αυτός
δε μου’φερε καμία ειρήνη
γιατί αφού η σάρκα μου
σάπισε,
εγώ συνέχισα να ονειρεύομαι.

μετάφραση: Σιλουάν Κ.