Αναλόγιο

Θα ‘ρθεις; (Edward Thomas)

Θα ‘ρθεις;
Θα ‘ρθεις;
Θα καλύψεις την απόσταση
Τόσο αργά
Για να ‘σαι στο πλευρό μου;
Ω, θα ‘ρθεις;

Θα ‘ρθεις;
Θα ‘ρθεις;
Αν απόψε το βράδυ
Έχει ολόγιομο
Και φωτεινό φεγγάρι;
Ω, θα ‘ρθεις;

Θα ‘ρθεις;
Θα ‘ρθεις
Αν φέγγει ήλιος
Μεσημβρινός
Κι όχι σελήνης φως;
Ομορφιά μου, θα έρθεις;

Θα ‘χες έρθει;
Θα ‘χες έρθει
Χωρίς να με περιφρονείς
Αν ήταν ακόμη
Ώρα πρωινή;
Αγάπη μου, θα ‘ρθείς;

Άμα ‘ρθείς
Βιάσου και μην αργείς.
Οι κουκουβάγιες έχουν ουρλιάξει.
Ολόγυρα απλώνεται σκοτάδι.
Και πώς να πεταχτείς εδώ.
Όμορφη μου, έλα, σ’ αγαπώ.

μετάφραση: Οδυσσέας Διαμάντης

Αυτό σκότωσε τον Ντύλαν Τόμας (Charles Bukowski)

Μπήκα στο αεροπλάνο μαζί με την κοπέλα μου, τον ηχολήπτη, τον κάμεραμαν και τον παραγωγό. Η κάμερα γράφει. Ο ηχολήπτης έχει συνδέσει πάνω σε μένα και την κοπέλα μου μικροσκοπικά μικρόφωνα. Κατευθύνομαι προς το Σαν Φρανσίσκο, οπού πρόκειται να απαγγείλλω τα ποιήματά μου. Είμαι ο Χένρι Τσινάσκι, ποιητής. Είμαι καταπληκτικός, είμαι μεγαλειώδης. Αρχίδια. Ε, όντως, έχω μεγαλειώδη αρχίδια.
Το κανάλι 15 σκέφτεται να γυρίσει ένα ντοκυμαντέρ για μένα. Φοράω ένα καινούριο, καθαρό μπλουζάκι, και η κοπέλα μου είναι ζωηρή, καταπληκτική, ίσα που έχει πατήσει τα 30. Είναι γλύπτρια, συγγραφέας και κάνει απίστευτο έρωτα. Η κάμερα πλησιάζει στα μούτρα μου. Κάνω πως δεν είναι κει. Οι επιβάτες κοιτάνε, οι αεροσυνοδές λάμπουν, η χώρα κλάπηκε απ’ τους Ινδιάνους, ο Τομ Μιξ είναι νεκρός, και είχα ένα εξαιρετικό πρωινό γεύμα.
Μα δε μπορώ να σταματήσω να σκέφτομαι όλα εκείνα τα χρόνια σε έρημα δωμάτια όταν οι μόνοι άνθρωποι που μου χτυπούσαν την πόρτα ήταν οι σπιτονοικοκυρές που ζητούσαν το νοίκι και το FBI. Ζούσα ανάμεσα σε αρουραίους και ποντίκια και κρασί και το αίμα μου έτρεχε πάνω σε τοίχους σ’ έναν κόσμο που δεν μπορούσα να καταλάβω και ακόμα δε μπορώ. Κι αντί να κάνω τη ζωή που κάνουν αυτοί, εγώ πείνασα: έτρεξα μέσα στο ίδιο μου το μυαλό και κρύφτηκα. Έκλεισα όλες τις κουρτίνες και κοίταγα στο ταβάνι. Έβγαινα έξω μόνο για να πάω σε κάποιο μπαρ να ζητιανέψω λίγο ποτό, να κάνω τίποτα θελήματα, να φάω ξύλο σε κάποιο σοκάκι από μερικούς χορτασμένους κι ασφαλείς άντρες, μερικούς βαρετούς και βολεμένους άντρες. Ε, κέρδισα μερικούς καβγάδες, αλλά μόνο και μόνο επειδή ήμουν τρελός. Πέρασα χρόνια χωρίς γυναίκες, τρεφόμουν με φυστικοβούτηρο και μπαγιάτικο ψωμί και βραστές πατάτες. Ήμουν ο τρελός, ο βλάκας, ο ηλίθιος. Ήθελα να γράψω αλλά είχα βάλει τη γραφομηχανή ενέχυρο. Τα παράτησα κι άρχισα να πίνω…

Το αεροπλάνο απογειώθηκε και η κάμερα συνέχιζε να γράφει. Η κοπέλα μου κι εγώ αρχίσαμε να μιλάμε. Έφτασαν τα ποτά. Είχα την ποίηση, και μια εξαίρετη γυναίκα. Η ζωή μου στρωνόταν. Αλλά οι παγίδες, Τσινάσκι, πρόσεχε τις παγίδες. Πάλεψες πολύ σκληρά για να τα φέρεις όλα βόλτα όπως τα ήθελες. Μην αφήσεις τις κολακείες και την κάμερα να σε βγάλουν εκτός θέσης μάχης. Θυμήσου αυτό που είπε ο Τζέφερς -ακόμα και οι δυνατότεροι άντρες μπορούν να παγιδευτούν, όπως ο Θεός, όταν μια φορά περπάτησε στη γη.
Ε, δεν είσαι δα κι ο Θεός, Τσινάσκι, χαλάρωσε και βάλε άλλο ένα ποτό. Μήπως θα πρεπε να πεις κάτι βαθύ για να το καταγράψει ο ηχολήπτης; Μπα, άστον να ιδρώσει. Άστους όλους να ιδρώσουν. Το δικό τους φιλμ χαλάνε. Κοίταξε στα σύννεφα. Είσαι στο ίδιο αεροπλάνο μαζί με στελέχη της ΙΒΜ, της Τέξακο, της…
Είσαι στο ίδιο αεροπλάνο μαζί με τον εχθρό.
Στις κυλιόμενες σκάλες στο αεροδρόμιο ένας άντρας με ρωτάει, «Τι κάνουν εδώ όλες αυτές οι κάμερες; Τι συμβαίνει;»
«Είμαι ποιητής,» του λέω.
«Ποιητής;» ρωτάει, «πώς σε λένε;»
«Γκαρθία Λόρκα,» απαντάω…

Λοιπόν, εδώ στο Νορθ Μπιτς όλα είναι διαφορετικά. Είναι όλοι νέοι και φοράνε τζινς και περιμένουν κάτι να γίνει. Εγώ είμαι γέρος. Που πήγαν τα νιάτα, πώς πέρασαν 20 χρόνια; Που πήγε ο Τζόλτιν Τζο; Και τα λοιπά. Λοιπόν, είχα πάει πάλι στο Σαν Φρανσίσκο πριν 30 χρόνια και είχα αποφύγει να περάσω απ’ το Νορθ Μπιτς. Και τώρα είμαι εδώ και το περπατάω. Βλέπω αφίσες με τα μούτρα μου παντού. Πρόσεχε, γέρο, η ρουφήχτρα έχει πάρει μπρος. Θέλουν το αίμα σου.
Η κοπέλα μου κι εγώ περπατάμε μαζί με τον Μαριονέττι. Λοιπόν, εδώ είμαστε, και περπατάμε μαζί με τον Μαριονέττι. Είναι ωραία να είσαι με τον Μαριονέττι, έχει ευγενικά μάτια και στον δρόμο τον σταματάνε νεαρά κορίτσια και του πιάνουνε κουβέντα. Τώρα, σκέφτομαι, θα μπορούσα να ζήσω στο Σαν Φρανσίσκο… μα το ξέρω καλά: για μένα υπάρχει μόνο το Λος Άντζελες κι εκείνο το πολυβόλο στημένο στο μπροστινό παράθυρο του δικαστηρίου. Αυτοί μπορεί να έχουν πιάσει το Θεό, μα ο Τσινάσκι παίρνει συμβουλές από το διάβολο.
Ο Μαριονέττι φεύγει και βρισκόμαστε μπροστά από ένα μπίτνικ καφέ. Δεν έχω πάει ποτέ σε μπίτνικ καφέ. Βρίσκομαι μέσα σ’ ένα μπίτνικ καφέ. Το κορίτσι μου κι εγώ παίρνουμε το καλύτερο -60 σεντς μια κούπα καφέ. Μεγάλες στιγμές. Δεν τ’ αξίζει τα λεφτά του. Τριγύρω στα τραπέζια κάθονται πιτσιρίκια και πίνουν τους καφέδες τους και περιμένουν να συμβεί. Δεν πρόκειται να συμβεί.
Διασχίζουμε τον δρόμο και πάμε σε μια ιταλική ταβέρνα. Ο Μαριονέττι έχει επιστρέψει κι είναι μαζί με τον τύπο απ’ το περιοδικό “San Fransisco Chronicle”, που έγραψε στη στήλη του πως ήμουν ο καλύτερος συγγραφέας διηγημάτων μετά τον Χεμινγουέι. Του λέω πως κάνει λάθος: δεν ξέρω ποιος είναι ο καλύτερος μετά τον Χεμινγουέι, αλλά σίγουρα δεν είναι ο Χένρι Τσινάσκι. Είμαι πολύ απρόσεκτος. Δεν προσπαθώ αρκετά. Είμαι κουρασμένος.
Έρχεται το κρασί. Κακό κρασί. Η σερβιτόρα φέρνει σούπα, σαλάτα, ένα μπολ ραβιόλια. Άλλο ένα μπουκάλι κακό κρασί. Έχουμε ήδη χορτάσει μέχρι να έρθει το κυρίως πιάτο. Η κουβέντα είναι χαλαρή. Δεν προσπαθούμε να φτάσουμε την τελειότητα. Ίσως δεν μπορούμε καν. Βγαίνουμε έξω.
Στέκομαι πίσω τους, ανηφορίζουμε ένα λόφο. Περπατάω μαζί με την πανέμορφη κοπέλα μου. Αρχίζω και ξερνάω. Κακό κόκκινο κρασί. Σαλάτα. Σούπα. Ραβιόλια. Πάντα ξερνάω πριν τις απαγγελίες. Είναι καλό σημάδι. Είμαι πλέον στο χείλος. Το μαχαίρι είναι στην κοιλιά μου όσο ανεβαίνω το λόφο.
Μας βάζουν σ’ ένα δωμάτιο, μας αφήνουν μερικά μπουκάλια μπύρα. Ξεφυλλίζω τα ποιήματά μου. Είμαι τρομοκρατημένος. Ξερνάω στο νιπτήρα, ξερνάω στην τουαλέτα, ξερνάω στο πάτωμα. Είμαι έτοιμος.

Το μεγαλύτερο κοινό από τότε που ήρθε ο Γεφτουσένκο… Ανεβαίνω στη σκηνή. Σπουδαίο πράμα. Το σπουδαίο πράμα που λέγεται Τσινάσκι. Υπάρχει ένα ψυγείο γεμάτο μπύρες ακριβώς πίσω μου. Απλώνω το χέρι μου και πιάνω μία. Κάθομαι και ξεκινάω το διάβασμα. Πλήρωσαν 2 δολάρια το άτομο. Καλοί άνθρωποι. Mερικοί φαίνονται εχθρικοί απ’ την αρχή. Το 1/3 απ’ αυτούς με μισεί, το άλλο 1/3 με λατρεύει και το τρίτο 1/3 δεν έχει ιδέα τι στο διάολο συμβαίνει. Έχω μερικά ποιήματα που ξέρω πως θα μεγαλώσουν το μίσος. Είναι καλό να είσαι επιθετικός, κρατάει το κεφάλι χαμηλά.
«Μπορεί παρακαλώ η Λόρα Ντέι να σηκωθεί όρθια; Μπορεί παρακαλώ η αγάπη μου να σηκωθεί;»
Σηκώνεται, κουνάει τα χέρια, με χαιρετάει.
Η μπύρα αρχίζει να μου τραβάει πιο πολύ το ενδιαφέρον απ’ ότι η ποίηση. Μιλάω μεταξύ των ποιημάτων, λέω στεγνά και μπανάλ πράματα, μονότονες βλακείες. Είμαι ο Μπόγκαρτ. Είμαι ο Χέμινγουει. Είμαι σπουδαίο πράμα.
«Διάβασε τα ποιήματα, Τσινάσκι!» φωνάζουν.
Έχουν δίκιο, ξέρεις. Προσπαθώ να επικεντρωθώ στην ποίηση. Αλλά περνάω και αρκετή ώρα στην πόρτα του ψυγείου επίσης. Κάνει την δουλειά πιο εύκολη, κι εξάλλου έχουν ήδη πληρώσει. Κάποιος μου ‘πε κάποτε πως ο Τζον Κέιτζ βγήκε στη σκηνή, έφαγε ένα μήλο, κατέβηκε και πληρώθηκε χίλια δολάρια. Είχα μερικές μπύρες ακόμα.
Λοιπόν, τελείωσε. Μαζεύτηκαν γύρω μου. Αυτόγραφα. Είχαν έρθει απ’ το Όρεγκον, το Λος Άντζελες, τη Γουάσινγκτον. Όμορφα κοριτσάκια επίσης. Αυτό σκότωσε τον Ντύλαν Τόμας.
Πίσω στο δωμάτιο, πίνουμε μπύρα και μιλάμε με τη Λόρα και τον Τζο Κρίζιακ. Χτυπάνε την πόρτα στον κάτω όροφο. «Τσινάσκι! Τσινάσκι!». Ο Τζο κατεβαίνει κάτω να τους συγκρατήσει. Είμαι ένας ροκ σταρ. Τελικά κατεβαίνω κάτω και αφήνω μερικούς να μπούνε μέσα. Κάποιους τους ξέρω. Ποιητές της πείνας. Συντάκτες μικρών περιοδικών. Μπαίνουν μέσα και μερικοί που δεν ξέρω. Εντάξει, εντάξει -κλείδωσε την πόρτα!
Πίνουμε. Πίνουμε. Πίνουμε. Ο Αλ Μασάντικ σωριάζεται στο πάτωμα και ανοίγει το κεφάλι του. Πολύ καλός ποιητής, αυτός ο Αλ.
Λοιπόν, όλοι μιλάνε. Είναι απλώς άλλη μια τσαπατσούλικη, μεθυσμένη κουβέντα. Και μετά, ο συντάκτης ενός μικρού περιοδικού αρχίζει και βαράει έναν πούστη. Δεν το εγκρίνω. Προσπαθώ να τους χωρίσω. Ένα παράθυρο σπάει. Τους σπρώχνω κάτω στη σκάλα. Τους σπρώχνω όλους κάτω στη σκάλα, εκτός απ’ τη Λόρα. Το πάρτι τελείωσε. Ε, όχι ακριβώς. Εγώ κι Λόρα το συνέχιζουμε. Εγώ κι η αγάπη μου το συνεχίζουμε. Έχει όρεξη, κι έχω κι εγώ όρεξη. Είναι για το τίποτα, όπως πάντα. Της λέω να φύγει και να πάει στο διάβολο. Φεύγει.
Ξυπνάω μετά από ώρες και στέκεται στη μέση του δωματίου. Πετάγομαι απ’ το κρεβάτι και τη βρίζω. Μου ορμάει.
«Πουτάνας γιε, θα σε σκοτώσω!»
Είμαι μεθυσμένος. Μ’ έχει καβαλήσει κι έχουμε πέσει στο πάτωμα της κουζίνας. Το πρόσωπό μου έχει ματώσει. Μου δαγκώνει το χέρι. Δε θέλω να πεθάνω. Δε θέλω να πεθάνω! Γαμημένο πάθος. Τρέχω στην κουζίνα και ρίχνω μισό μπουκάλι ιώδιο πάνω στο χέρι μου. Πετάει τα σορτς και τα μπλουζάκια μου έξω απ’ τη βαλίτσα της, αρπάζει το εισιτήριο του αεροπλάνου. Παίρνει το δρόμο της πάλι. Τελειώσαμε οριστικά, πάλι. Γυρνάω στο κρεβάτι κι ακούω τους κρότους απ’ τα τακούνια της όσο κατεβαίνει το λόφο.

Στο αεροπλάνου του γυρισμού η κάμερα τραβάει. Αυτοί οι τύποι απ’ το κανάλι 15 θα μάθουν τι πάει να πει ζωή. Η κάμερα ζουμάρει στη δαγκωματιά στο χέρι μου. Κρατάω ένα διπλό σφηνάκι.
«Κύριοι,» λέω, «ποτέ δε μπορείς να τα βγάλεις πέρα με τα θηλυκά. Ποτέ».
Όλοι γνέφουν καταφατικά. Ο ηχολήπτης συμφωνεί, ο κάμεραμαν συμφωνεί, ο παραγωγός συμφωνεί. Ακόμα και μερικοί επιβάτες συμφωνούν. Πίνω ασταμάτητα, απολαμβάνω την θλίψη μου, όπως λένε. Τι είναι ένας ποιητής χωρίς τον πόνο; Τον χρειάζεται όσο χρειάζεται τη γραφομηχανή του.
Φυσικά, προλαβαίνω το μπαρ του αεροδρομίου ανοιχτό. Θα το προλάβαινα ούτως ή άλλως. Η κάμερα με ακολουθεί μέσα στο μπαρ. Οι τύποι στο μπαρ κοιτάζουν τριγύρω, σηκώνουν τα ποτήρια τους και συζητάνε για το πόσο αδύνατο είναι να τα βγάλεις πέρα με τα θηλυκά.
Το μερίδιο μου για την απαγγελία είναι 400 δολάρια.
«Τι κάνει εδώ η κάμερα;» ρωτάει ο τύπος δίπλα μου.
«Είμαι ποιητής,» του λέω.
«Ποιητής;» ρωτάει. «Πώς σε λένε;»
«Ντύλαν Τόμας,» απαντάω.
Σηκώνω το ποτήρι μου, το κατεβάζω μονορούφι, κοιτάω ευθεία μπροστά. Είμαι καθ’ οδόν.

μετάφραση: Άλεξ Κοάν

Ήδη μακριά απ’ το δρόμο (Mario Santiago)

Δονήσεις / δονήσεις μαστιγώνουν /
ένας ήχος έρχεται απ’ την σκιά / γρήγορα
σχηματίζει μια σφαίρα / μια φάρμα / μια ομάδα /
μια αρμάδα / ένα σύμπαν των σύμπαντων
Ανρί Μισώ

Στη μνήμη του Υπορεάλ

1
Μερικά βρώμικα παντελόνια & ο θάνατος στο στήθος
Έγινε φίλε!
Tα λέμε εκεί στο τείχος
/ ακριβώς μετά το πέρασμα /
οι άνεμοι κρυσταλλώνουν στ’ αριστερά
τα πτερύγια της σκόνης : τα πτερύγια σου
1 όαση καμακώνει την ξηρασία μέσα μας
στη θυγατέρα του ματιού σου / το νεκροταφείο
: Μεσκάλ ρίχνοντας λουλούδια :
H Γη & το αντίθετο της : 2 ελάφια
σιωπηλά όπως oι θόρυβοι στον γάμο τους
Δεν πρέπει να πας / αλλά πρέπει να πας

2
(Σ’ αυτήν τη σκιά το σπάνιο φρούτο που φωλιάζει
είναι η καρδιά του αμφίβιου & πρωίμου υπορεαλιστή που έρχεται)

Γιοι του Πάμπλο ντε Ροκά είμαστε
Πριν γραφτεί αυτό / ήδη πετούσαμε
Τότε η συγγραφή ήταν λιγότερο φρουρούμενη
Η ανάσα χόρευε στην άκρη της γλωσσάς
Μεταμορφώσαμε απαλά το αουαου κάθε πληγής

Είμαστε ποιητές
Κύμβαλα του μαύρου ηλίου
που μας μαγνητίζει

3
Ούτε λούμπεν ούτε προλετάριοι
οι μισθωτοί ημίθεοι
ούτε 1 πένα δε διαλύεται στην άβυσσο μας
: Οι αυγές του υπορεάλ στην αράχνη του Οίκου των Άσερ :
Γλυκιά κλειτορίδα που παίζει μπάλα / ξεκινάει για τα 5 βουνά μέσα σε
2 λαούτα
με τρυφερό καλπασμό & χαίτη που ανεμίζει

τα Ρουμπαγιάτ ερωτεύτηκαν
το
Ραμαγιάνα

4
Η γλωσσά μας έχει ακίδες
Είναι καρπούζι / στάζει ξεκαρδισμένο γέλιο άστεγο
Περιπέτεια που ’χει ανοίξει τις γρατζουνιές μας
Αυτό που ήμασταν είμαστε στο κρεσέντο των αντίλαλων
Σε τέτοιους ωμούς: τέτοιoι μηροί
Γι’ αυτούς τους αστραγάλους: αυτά τα βήματα.
Μαθήματα καθαρισμού απ’το νυστέρι

5
Γκρι είναι η Θεωρία…
Κόκκινο το χνούδι της Κάνναβης / της Ασύρματης

6
Η μάχη; Ενάντια στην εξουσία των φαρι$αϊκών $τοιχείων
(μάσκα vs μακριά μαλλιά)
10 χρόνια αργότερα παραμένουμε φυλετικοί
(χυδαίοι οπουδήποτε)
σε Τζαλάπα, Μινεάπολις, Iκίτος, Ιβρύ-συρ-Σεν, Xερόνα
στο Μπαράνκο & στον Καναδά
Σκυλιά κατοικούμενα απ’ τις φωνές της ερήμου
Αζτέκοι ιερείς τυφλωμένοι
απ’την φλόγα του τραγουδιού του σώματος
& η φλόγα του σώματος που είναι το τραγούδι

Σάντουιτς πραγματικότητας!

7
Τα καλάμια της γλωσσάς δεν βλασταίνουν
αν δεν είναι στ’ αλήθεια αγλωσσία ενσαρκωμένη

O θρίαμβος των Μαραμπού στα εδάφη των Νάουα
– Πόσο κοστίζει ο τραγουδιάρης λαγός; / Mε φτερά;
– Χαρούμενα ξε-Γενέθλια
Ο υπορεαλισμός δεν είναι 1 λέξη-γυαλόχαρτο:
έχουμε ανθολογηθεί απ’ τις νύχτες μας
κάθε κειμενάκι στη θέση του / μπορούσε να ’ναι το νομαδικό μας θαύμα.

8
Είναι η Ώρα Μηδέν και πάλι
O Χεσούς Λουίς γρατζουνάει στο φως του “ Τραγούδια για αλήτες”

υπάρχουν άστρα όπως υπάρχουν επιθυμίες
υπάρχουν άβυσσοι & υπάρχουν δρόμοι

Τα προχθεσινά πιράνχας
είναι τα ιγκουάνα του μέλλοντος
Κύματα, κύματα, κύματα της διψάς.

9
– Tι έλεγαν αυτοί οι υπάλληλοι της τηλεόρασης για μας;
/ γιοι της ευτυχισμένης υπηρεσίας & της ευημερούσας αμοιβής /
– Ω Ιερό Μοχθηρό Γέλιο
– O Μπίλυ Μπάροουζ ούτε που το ξέρει;
Το λεχρίτικο άλμα προς την χαρά
/ Υπάρχουν πυγολαμπίδες στην αυγή /

Θα είναι αυτό 1 συριακό χαϊκού;
Ένας ναυτικός ποιητής σε μια οροσειρά;
Ο οργασμός του παραληρήματος;

10
Ποίηση ενδεκασυλλάβουσα
η αδερφούλα του Έντγκαρ Άλαν & των Black Sabbath
καριόληδες & πουσταράδες
σε χαρακώματα
σπαρμένα με την Kαρδιά των Kαρδιών

11
Αγγίζω τον άνεμο
: πρησμένη τύχη:
H δική μας ρίζα μιλάει
/ όχι για το ξέπλυμα της Εξουσίας & των θυρίδων της
των φόρων της: των τιμωριών της

oχι για τις κυνικές γκριμάτσες:
των επιθανάτιων ρόγχων της ματαιοδοξίας της /

12
Άσε τον Τιν-Ταν να κάψει το φανταχτερό κουστούμι του
Οι δρόμοι είναι γεμάτοι με άλλες υπάρξεις
/ όχι το γραφειάκι ούτε η θέση /

Θυμήσου σώμα πόσο πολύ έζησες
πόσο ευαγγέλιο των ανοιχτών ουρανών υπήρξες
/ Υπόγεια: κυρίαρχα /
Γιατί δε θα ναι ο φόβος κανενός φόβου
αυτό που θα μας κάνει να βάλουμε στη μίση ένταση
τον πυριγενή γκέιζερ της αγανάκτησης μας

& είναι το νούμερο 13 λοιπόν

Που λέει:
H Μεξικάνικη Ποίηση είναι χωρισμένη στα 2
στην μεξικάνικη ποίηση & στον υπορεαλισμό
/ Ο Ρίο Τούλα προς αφαίρεση /

μετάφραση: Σίλουαν Κ.

Μικρό μοτέρ της Αραβίας (Michel Bulteau)

Μικρό μοτέρ της Αραβίας
δεν είναι το παράπονο σου
που λες στα φοινικόδεντρα
δεν είναι ούτε οι έγνοιες σου
που θες να τα κάνεις να τις μοιραστούν
Μικρό μοτέρ της Αραβίας
απλά
όταν βρίσκεις τη γη πολύ ξερή
κάνεις ν’ ακουστεί η φωνή σου
Μικρό μοτέρ
ήταν όταν χάραζε στο Μαρίμπ
που θέλησες να ξυπνήσεις τη Μπαλκίς

Μικρό ήρεμο μοτέρ της Αραβίας
αναγκάζεις τα πνεύματα να περιμένουν στην ουρά
τοποθετείς τα βουνά
στο σωστό τους μέρος
συνθέτεις γκαζάλ
προς τιμήν νταλικιέρηδων-σουλτάνων
Μικρό μοτέρ
δε σε κοροϊδεύω
Μικρό μοτέρ
θα πρεπε να σε μισώ
οι χτίστες των παλατιών με αλαβάστρινες σκεπές
δε γνωρίζουνε το χτύπο της καρδιάς σου
Μικρό μοτέρ
το εκμεταλλεύεσαι
δε θες να σκεφτώ
τον ιμάμη συλλέκτη πράσινων παραθύρων


Σ’ αυτό το καφέ στο Άντεν οι ανεμιστήρες στο ταβάνι αναδεύουν τη θερμή συζήτηση,
αυτό το καφέ με τα μπλε πλακάκια
όπου νεαροί απ’ την Αβησσυνία τρώνε παγωτά μοντέρνας τέχνης.
Ο νεαρός στο τραπέζι μου αφήνει κάτω τα κλειδιά του,
έκοψε το αριστερό του μάγουλο στο ξύρισμα το πρωί.
Άντεν, παρηκμασμένο λιμάνι, ξεπερασμένο απ’ τη Χοντέιντα,
κόκκινη καρέκλα στέκεται με τρύπες,
εδώ δε νιώθω πως το Άντεν έχασε τον πόλεμο,
τ’ όνομα του Αλλάχ αντηχεί καθώς περπατώ μέσα απ’ τα κουρασμένα αποικιοκρατικά σπίτια,
τα αμάξια γέρνουνε επώδυνα,
τι μπορούν να κάνουν οι μάταιες λέξεις μπρος στην υπέρτατη άρνηση του Άντεν;
Στο Άντεν που τα κοράκια κουνάνε τα κεφάλια τους και τα κεφάλια τους δεν πέφτουν.
Το Άντεν δε δέχεται καμία θεωρία.
Δε σου ζητά να του επαναλάβεις πως ποτέ δεν κάνει λάθος.
Τ’ αυτοκίνητα κυκλώνουν το μαύρο βουνό, εξαφανίζονται σαν τις λέξεις του τέλους.
Γιγάντια δάχτυλα περνούν μπροστά απ’ τα μάτια μου,
αρχαίοι καπνιστές, καυχησιάρηδες χωμένοι σε πολυθρόνες, δάχτυλα χτυπούν τα μπράτσα,
τα κίτρινα ταξί του Άντεν μεταφέρουν μακριά την ανία μου μεγεθυμένη σε φιλμ των 35 mm.
Διακίνηση όπλων κάτω απ’ το νεκρό νερό του καλοκαιριού,
χρονολογημένα απ’ τον καιρό του θυμού μου, έναν θυμό που δε μπορώ να κατευνάσω ούτε καν μέσα σε τέμενος.
Λάθος δρόμος της βραδύτητας, μπλε πέρασμα, με, σαν προφύλαξη: να μην αφήνεις το πτώμα κάποιου στα ερωτικά γράμματα,
οι καμήλες κάθονται στη βρώμα σαν εικόνες της ζέστης,
στις δεξαμενές του Άντεν δυο έφηβοι γυμνοί μέχρι τη μέση κάνουν πόζες του Κουνγκ Φου,
εδώ το χαρτί βρωμίζει γρήγορα, λίγο πιο σκισμένο,
απ’ τους διανοούμενους της στρογγυλής Δύσης,
σ’ έναν δρόμο χωρίς άδειες κοιλιές, οι εναέριοι άντρες έχουν χάσει τη μπλε Κάρτα,
δεν τους έχουνε μείνει βλέφαρα για να τους προστατέψουν από
τα αφιλόξενα σχόλια και τις συμπτώσεις,
όπου εδώ τολμούν να μπουν οι γυναίκες μπρούμυτα, τα φωτοστέφανα που δάγκωσαν οι σκύλοι,
τα γυαλισμένα παπούτσια των μεταφραστών που πια δεν έχουν καταφύγιο,
εσύ με οδηγείς, με την πραγματεία σου πάνω στη στίξη ανά χείρας,
εσύ με οδηγείς στο κέντρο των άλλων,
εσύ με οδηγείς,
έχουμε γυρίσει όλο το Άντεν,
πώς να στο πω;
να μην αγαπάς πια τα γλυκά νάζια,
να μην αγαπάς κανέναν,
ν’ αγαπάς,
μα ναι
ν’ αγαπάς τις αιχμηρές γωνίες, τους μάγους που δεν ξέρουν πια πως να μιλούν,
πόλεμε, έχεις αφήσει στην άκρη τ’ αεροπλάνα σου, τα πολυβόλα σου, τους αγράμματους στρατιώτες σου με τα μπλουζάκια σε χρώμα κουτσουλιάς,
Άντεν, σ’ έχουν λεηλατήσει, εσένα που καμία αθωότητα δε σου χε απομείνει.

μετάφραση: Άλεξ Κοάν

Επαναστατικό γράμμα #8 (Diane di Prima)

Κάθε φορά που επιλέγεις το σημείο για ένα γεγονός
μια διαμαρτυρία, μια πορεία, μια συγκέντρωση, επιλέγεις το έδαφος
για μια ενδεχόμενη μάχη.
Εσύ ακόμα καθορίζεις την επιρροή τους.
Διάλεξε το γήπεδο σου με αυτό το κριτήριο.
Θυμήσου τους κανόνες από τις παλιές παρέες:
μείνε στον κοντινό σου, μην τους αφήνεις να σε παρασύρουν
κάθε φορά στην ίδια πλατεία*, θα το ‘βρισκα απαίσιο
να σέρνομαι ματωμένη έξω από την πλατεία για να βρω βοήθεια:
κεντρική πλατεία δυτικά, ή μια λεωφόρο παρακάτω, τι απ’ τα δυο θα
επέλεγες;
//
πάνε στις μαζώξεις**
με λιβάνι, λουλούδια, φαί, και μια πλαστική σακούλα
με ένα πατσαβούρι μέσα της, για τα δακρυγόνα, μη φοράς κοσμήματα
φόρα ρούχα που μπορούν να βγουν εύκολα, μη φοράς γυαλιά
φακούς επαφής
τα σκουλαρίκια στα τρυπημένα αυτιά είναι εξαιρετικά επικίνδυνα
//
προσπάθησε να σαι καθαρή
από πριν, αυτό που θα κάνεις ίσως να οδηγήσει
σε μπλέξιμο
αν προσπαθήσεις να απομακρυνθείς απ’ το πλήθος μείνε εκτός κέντρου
μην ποδοπατάς ή πανικοβάλλεις άλλους
μην ταλαντεύεσαι μεταξύ ενεργητικής και παθητικής αντίστασης
να ξέρεις τα όριά σου, να αντέχεις την καταφρόνηση
ούτε για σένα, ούτε για κάποιο από τ’ αδέρφια σου
//
ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟΔΡΟΜΟΣ ΔΟΥΛΕΥΕΙ, θα χρειαστούμε όλοι μας
να το χτυπάμε από όλες τις μεριές
για να το καταστρέψουμε

*χρησιμοποιεί το Central Park και τα πέριξ σημεία, η μετάφραση προσπαθεί να είναι υπερτοπική
**https://www.thefreedictionary.com/love-ins, για τις [αγάπες] περισσότερα στο link (εδώ μεταφράζονται μαζώξεις για να μη σταθούμε στην «ιστορική διάσταση του ποιήματος»)

μετάφραση: Τρία Έπσιλον

Αγάπη (George Herbert)

H αγάπη με υποδέχτηκε θερμά,
μα η ψυχή μου αποτραβήχτηκε
ένοχη καθώς ήταν απ’ την σκόνη και τα αμαρτήματα.
Κι όμως τάχιστα
βλέποντας με να καθυστερώ
την πρώτη μου είσοδο.
Ήρθε κοντά
με κουβέντες γλυκές με ρώτησε
αν τάχα βλέπω κάτι που λείπει .
«Ένας επισκέπτης» απάντησα
«που να αξίζει
η παρουσία του εδώ.»
Κι η αγάπη απάντησε
«Γίνε εσύ αυτός ο Επισκέπτης λοιπόν.»
«Εγώ, ο άτιμος και θλιβερός;
Όχι Κύριε δεν τολμούν
τα μάτια μου να σε κοιτάξουν.»
Κι αγάπη ξάφνου κράτησε
τα χέρια μου και χαμογελώντας
απάντησε,
«Ποιος άραγε έφτιαξε
αυτά τα μάτια, αν όχι εγώ;»
«Αλήθεια είναι, εσύ το έπραξες
μα είμαι εγώ
που τα βεβήλωσα
άσε εμένα και τη ντροπή μου
να καταλήξουν όπου αξίζει.»
«Και ξέρεις άραγε», ρώτησε η Αγάπη
«ποιος φέρει την ευθύνη
για όλα αυτά;»
«Θα είμαι ο ταπεινός σου υπηρέτης.»
«Αν καθίσεις μαζί μου και το σώμα μου γευτείς.»

Και έτσι κάθισα.
Και Έφαγα.

μετάφραση: Φώντας Φ.

Το Τσίρκο (Leopoldo María Panero)

Δύο αθλητές πετούν απ’ την μια πλευρά της ψυχής μου στην άλλη
ρίχνοντας φωνές και γέλια για τη ζωή:
και δεν ξέρω τα ονόματα τους. Kαι στην άδεια μου ψυχή
ακούω πάντα
την ταλάντευση της ακροβατικής κούνιας. Δύο
αθλητές πετούν απ’ τη μια πλευρά της ψυχής μου στην άλλη
χαρούμενοι που είναι τόσο άδεια.
Και ακούω·
ακούω τους ήχους του διαστήματος,
ξανά και ξανά
το τρίξιμο της εναέριας κούνιας
ξανά και ξανά
Μια απρόσωπη γυναίκα τραγουδά, στέκοντας όρθια
στη ψυχή μου,
μια απρόσωπη γυναίκα στην ψυχή μου,
κατάκοιτη στο πάτωμα,
ψυχή μου,
ψυχή μου: και επαναλαμβάνω αυτή τη λέξη,
χωρίς να ξέρω, όπως ένα παιδί που καλεί τη μητέρα του στο φως,
με μπερδεμένους ήχους και με δάκρυα,
ή για να φανεί απλώς
ότι δεν έχει νόημα.
Ψυχή μου. Ψυχή μου.
Είναι σαν σκληρή γη που την καταπατούν
δίχως να το βλέπουν
άλογα και καρότσες και πόδια και όντα
που δεν υπάρχουν και που απ’ τα μάτια τους
το αίμα μου ρέει σήμερα
χθες
αύριο.
Ακέφαλα όντα που θα τραγουδήσουν στον τάφο μου
ένα ακατανόητο τραγούδι.
Και θα χωρίσουν τα οστά της ψυχής μου. Ψυχή μου.
Ψυχή μου.
Ο νεκρός αδελφός μου καπνίζει ένα τσιγάρο
δίπλα μου.

μετάφραση: Σίλουαν Κ.

Η Παραλία (Roberto Bolaño)

Έκοψα απ’ την ηρωίνη και πήγα σπίτι και ξεκίνησα την θεραπεία μεθαδόνης που μου χορηγήθηκε απ’ την κλινική εξωτερικών ασθενών, και δεν είχα τίποτα άλλο να κάνω, πέρα απ’ το να σηκώνομαι και να παρακολουθώ τηλεόραση κάθε πρωί και να παλεύω να κοιμηθώ κάθε νύχτα, όμως δε τα κατάφερνα, κάτι έκανε αδύνατο το να κλείσω τα μάτια μου και να ξεκουραστώ, και αυτή ήταν η ρουτίνα μου, μέχρι που μια μέρα δε μπορούσα να το αντέξω άλλο, και πήγα και αγόρασα ένα μαύρο μαγιό από ένα μαγαζί στο κέντρο της πόλης και πήγα στην παραλία φορώντας το μαγιό και πήρα και μια πετσέτα και ένα περιοδικό, και άπλωσα την πετσέτα αρκετά κοντά στο νερό και έπειτα ξάπλωσα και ξόδεψα λίγη ώρα προσπαθώντας να αποφασίσω αν ήθελα να μπω στο νερό ή όχι, μπορούσα να σκεφτώ πολλούς λόγους για να μπω αλλά και μερικούς για να μην το κάνω (τα παιδιά που παίζανε στην ακρογιαλιά για παράδειγμα), μέχρι που στο τέλος ήταν πολύ αργά πια, και έτσι πήγα σπίτι, και το επόμενο πρωί αγόρασα ένα μπουκάλι αντηλιακό και πήγα στην παραλία ξανά, και κατά τις δώδεκα η ώρα πήγα στην κλινική και πήρα την δόση μου από μεθαδόνη και χαιρέτησα κάποιες γνωστές φάτσες, όχι φίλους, απλώς κάποιες γνωστές φάτσες απ’ την θεραπεία της μεθαδόνης που ξαφνιάστηκαν που με είδαν να φοράω μαγιό, αλλά εγώ συμπεριφέρθηκα σα να μην υπήρχε τίποτα το παράξενο με αυτό, και μετά περπάτησα πίσω στην παραλία και αυτή την φορά βούτηξα στο νερό και προσπάθησα να κολυμπήσω, παρότι δε μπορούσα, και αυτό ήταν αρκετό για μένα, και την επόμενη μέρα πήγα πάλι στην παραλία και έβαλα αντηλιακό σε όλο μου το σώμα και μετά με πήρε ο ύπνος στην άμμο, και όταν ξύπνησα ένιωσα ότι είχα ξεκουραστεί πολύ, και ότι δεν είχα καεί στην πλάτη ή οπουδήποτε αλλού, και αυτό συνέχισε να γίνεται για μια βδομάδα ή ίσως δυο, δε μπορώ να θυμηθώ, το μόνο πράγμα για το οποίο είμαι σίγουρος είναι ότι κάθε μέρα μαύριζα και περισσότερο και παρόλο που δε μίλαγα σε κανέναν, κάθε μέρα αισθανόμουν καλύτερα, ή αισθανόμουν διαφορετικά, κάτι που δεν είναι το ίδιο πράγμα όμως στην περίπτωση μου έμοιαζε να είναι, και μια μέρα ένα ζευγάρι ηλικιωμένων εμφανίστηκε στη παραλία, το θυμάμαι καθαρά, έμοιαζαν να βρίσκονται μαζί για πολλά χρόνια, εκείνη ήταν χοντρή, ή εύσωμη, και πρέπει να ‘ταν περίπου στα εβδομήντα, και αυτός ήταν αδύνατος, ή μάλλον περισσότερο από απλά αδύνατος, εκείνος ήταν ένας όρθιος σκελετός, αυτός νομίζω ήταν και ο λόγος που τον παρατήρησα, αφού συνήθως δε παρατηρούσα και πολύ τον κόσμο στην παραλία, όμως εκείνους τους παρατήρησα, και ήταν επειδή εκείνος ο τύπος ήταν πολύ λεπτός, τον είδα και τρόμαξα, γαμώτο, είναι ο θάνατος που ‘ρχεται για μένα, σκέφτηκα, όμως τίποτα δεν ερχόταν για μένα, ήταν απλά δυο ηλικιωμένοι άνθρωποι, ο άντρας ίσως ήταν εβδομήντα πέντε και η γυναίκα γύρω στα εβδομήντα, ή ανάποδα, και εκείνη έμοιαζε να ‘χει καλή υγεία, όμως αυτός ήταν σαν να ανάσαινε κάθε φορά την τελευταία του ανάσα ή σαν να ζούσε το τελευταίο του καλοκαίρι, και στην αρχή, αφού ξεπέρασα τον ενστικτώδη φόβο μου, ήταν δύσκολο για μένα να σταματήσω να κοιτάω το πρόσωπο του γέρου, το κρανίο του που καλυπτόταν ίσα-ίσα απ’ το δέρμα του, όμως μετά συνήθισα να τους κοιτάζω στα κρυφά, ξαπλωμένος στην άμμο, με το κεφάλι κάτω, με το πρόσωπο μου χωμένο μέσα στους ώμους μου, ή απ’ τον πεζόδρομο, καθισμένος στο παγκάκι αντίκρυ στην παραλία, καθώς προσποιούμουν ότι καθάριζα την άμμο απ’ τα πόδια μου, και θυμάμαι ότι η ηλικιωμένη γυναίκα ερχόταν πάντα στην παραλία με μια ομπρέλα, κάτω απ’ την οποία γρήγορα κούρνιαζε, και δε φορούσε κολυμβητική στολή ή μαγιό, αν και κάποιες φορές την είδα με μαγιό, αλλά συνήθως φορούσε ένα πολύ φαρδύ καλοκαιρινό φόρεμα που την έκανε να δείχνει ακόμα πιο χοντρή απ’ ότι ήταν, και κάτω από αυτήν την ομπρέλα η ηλικιωμένη γυναίκα καθόταν και διάβαζε, είχε ένα πολύ χοντρό βιβλίο μαζί της, ενόσω ο σκελετός που είχε για σύζυγο, έμενε ξαπλωμένος στην άμμο, φορώντας μονάχα ένα μικροσκοπικό μαγιό, σχεδόν στρινγκ, και μεθούσε απ’ τον ήλιο μ’ ένα σφρίγος που μου ‘φερε μακρινές αναμνήσεις από πρεζάκια παγωμένα σε μια ευλογημένη ακινησία, από πρεζάκια συγκεντρωμένα σε αυτό που κάνανε, στο μόνο πράγμα που μπορούσαν να κάνουν, και μετά το κεφάλι μου πόνεσε και έφυγα απ’ την παραλία, πήγα να φάω κάτι στο Πασέο Μαρίτιμο, ένα μικρό πιάτο με σαρδέλες και μια μπύρα, και μετά κάπνισα ένα τσιγάρο και χάζευα την παραλία μέσα απ’ το παράθυρο του μπαρ, και έπειτα πήγα πίσω και ο ηλικιωμένος άντρας και η ηλικιωμένη γυναίκα ήταν ακόμα στο ίδιο μέρος, εκείνη κάτω απ’ την ομπρέλα, εκείνος εκτεθειμένος στις ακτίνες του ηλίου, και μετά, ξαφνικά, χωρίς κανένα λόγο, ένιωσα πως έκλαιγα, και μπήκα μέσα στο νερό και κολύμπησα και όταν πλέον βρισκόμουν πολύ μακριά απ’ την ακτή κοίταξα τον ήλιο και μου φάνηκε παράξενο ότι βρισκόταν εκεί, αυτό το μεγάλο πράμα τόσο διαφορετικό από εμάς και μετά άρχισα να κολυμπάω προς την ακτή (δυο φορές παραλίγο να πνιγώ) και όταν έφτασα πίσω σωριάστηκα δίπλα στην πετσέτα μου και έμεινα εκεί λαχανιασμένος για αρκετή ώρα, χωρίς όμως να χάνω ποτέ απ’ τα μάτια μου το ζευγάρι των ηλικιωμένων, και μετά ίσως να αποκοιμήθηκα στην άμμο, και όταν ξύπνησα η παραλία είχε αρχίσει να αδειάζει, αλλά ο ηλικιωμένος άντρας και η ηλικιωμένη γυναίκα ήταν ακόμα εκεί, αυτή με το βιβλίο της κάτω απ’ την ομπρέλα και εκείνος ξαπλωμένος μπρούμυτα με τον ήλιο να χτυπάει την πλάτη του, με τα μάτια του κλειστά και με μια περίεργη έκφραση στο κρανίο-πρόσωπο του, λες και μπορούσε να αισθανθεί κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε και το απολάμβανε, παρ’ ότι οι ακτίνες του ήλιου ήταν αδύναμες πια, παρ’ ότι ο ήλιος είχε ήδη αρχίσει την κατάδυση του πίσω απ’ τα κτήρια που έζωναν την παραλία, πίσω απ’ τους λόφους, αλλά αυτό δεν έδειχνε να τον ενοχλεί, και έπειτα τον είδα και είδα τον ήλιο, και μερικές φορές η πλάτη μου με έξυνε λίγο, σαν εκείνο το απόγευμα να είχα καεί, και τους κοίταζα λοιπόν και μετά σηκώθηκα, τύλιξα την πετσέτα πάνω απ’ τους ώμους μου σαν κάπα και πήγα και κάθισα σ’ ένα απ’ τα παγκάκια του Πασέο Μαρίτιμο, και παρίστανα ότι καθάριζα την ανύπαρκτη άμμο απ’ τα πόδια μου, και από κει πάνω, που είχα μια διαφορετική θέα του ζευγαριού, είπα στον εαυτό μου ότι ίσως τελικά εκείνος δεν επρόκειτο να πεθάνει, είπα στον εαυτό μου ότι ίσως ο χρόνος δεν υπήρχε με τον τρόπο που νόμιζα ότι υπήρχε, στοχαζόμουν πάνω στον χρόνο καθώς η απόσταση του ήλιου μάκραινε τις σκιές των κτηρίων, και μετά πήγα σπίτι και έκανα ένα ντουζ και εξέτασα την κόκκινη πλάτη μου, μια πλάτη που δε φαινόταν να ανήκει σε εμένα αλλά σε κάποιον άλλο, κάποιον που θα περνούσαν χρόνια μέχρι να γνωρίσω, και έπειτα άνοιξα την τηλεόραση και παρακολούθησα εκπομπές που δε καταλάβαινα καθόλου, ώσπου αποκοιμήθηκα στην καρεκλά μου, και η επόμενη μέρα ήταν πάλι τα ίδια, η παραλία, η κλινική, η παραλία ξανά, μια ρουτίνα που καμιά φορά σταμάταγε από καινούριους ανθρώπους στην παραλία, μια γυναίκα, για παράδειγμα, που στεκόταν πάντα όρθια, που ποτέ δε ξάπλωνε στην άμμο, που φορούσε ένα μπικίνι από κάτω και μια μπλε μπλούζα από πάνω, και που όταν πήγαινε στο νερό προχώραγε μονάχα μέχρι να φτάσει το νερό στα γόνατα της, και που διάβαζε ένα βιβλίο, όπως η ηλικιωμένη γυναίκα, όμως αυτή η γυναίκα το διάβαζε όρθια, και μερικές φορές έσκυβε κάτω, μ’ ένα πολύ περίεργο τρόπο όμως, και έπαιρνε ένα μεγάλο μπουκάλι Pepsi και έπινε, στεκούμενη όρθια φυσικά, και μετα άφηνε το μπουκάλι πάλι κάτω στην πετσέτα, που δε ξέρω γιατί την έφερνε μαζί της αφού ποτέ δε ξάπλωνε σε αυτή, αφού ποτέ δεν έμπαινε να κολυμπήσει, και ώρες-ώρες αυτή η γυναίκα με τρόμαζε, έμοιαζε τόσο αλλόκοτη, όμως την περισσότερη ώρα απλώς την λυπόμουν, και είδα και άλλα παράξενα πράματα επίσης, όλων των ειδών τα πράματα συνέβαιναν στην παραλία, μάλλον επειδή είναι το μόνο μέρος που όλοι είμαστε ημίγυμνοι, ωστόσο τίποτα το πολύ σημαντικό δε συνέβαινε ποτέ, μια φορά περπάταγα μόνος μου στην ακτή και νόμιζα ότι είδα ένα πρώην πρεζόνι σαν εμένα, να κάθεται σ’ έναν λόφο με άμμο μ’ ένα μωρό στην αγκαλιά του, και μια άλλη φορά είδα κάποια κορίτσια απ’ την Ρωσία, τρεις Ρωσίδες ήταν, που μάλλον ήταν πουτάνες και που μίλαγαν πάνω από ένα και μοναδικό τηλέφωνο και γέλαγαν, και οι τρεις μαζί, όμως αυτό που με ενδιέφερε περισσότερο ήταν το ζευγάρι των ηλικιωμένων, κυρίως επειδή είχα το προαίσθημα ότι ο ηλικιωμένος άντρας μπορεί να πεθάνει ανά πάσα στιγμή, και όταν το σκέφτηκα αυτό ή όταν συνειδητοποίησα ότι το σκεφτόμουν αυτό, τρελές ιδέες ερχόντουσαν στο μυαλό μου, όπως η σκέψη ότι μετά τον θάνατο του ηλικιωμένου θα ερχόταν ένα τσουνάμι και η πόλη θα καταστρεφόταν από ένα γιγάντιο κύμα, ή ότι η γη θα άρχιζε να τρέμει και ένας ισχυρός σεισμός θα κατάπινε ολόκληρη την πόλη σ’ ένα σύννεφο σκόνης, και όταν τα σκέφτηκα αυτά που μόλις περιέγραψα, έκρυψα το κεφάλι μου στα χέρια μου και άρχισα να κλαίω με λυγμούς, και ενόσω έκλαιγα ονειρεύτηκα ( ή φαντάστηκα) ότι είχε νυχτώσει, ας πούμε ήταν τρεις η ώρα τα ξημερώματα, και εγώ έφυγα απ’ το σπίτι μου και πήγα στην παραλία, τα ξημερώματα, και στην παραλία βρήκα τον ηλικιωμένο άντρα ξαπλωμένο στην άμμο, και στον ουρανό, ψηλά, δίπλα στα αστέρια, όμως πιο κοντά στη γη απ’ ότι βρίσκονταν τα αστέρια, εκεί, ψηλά, έλαμπε ένας μαύρος ήλιος, ένας τεράστιος ήλιος, σιωπηλός και μαύρος, και τότε κατέβηκα στην παραλία και ξάπλωσα στην άμμο και γω, οι μόνοι δυο άνθρωποι στην παραλία ήταν ο ηλικιωμένος και εγώ, και όταν άνοιξα τα μάτια μου ξανά συνειδητοποίησα πως οι πουτάνες απ’ την Ρωσία και το κορίτσι που στεκόταν πάντα όρθιο, και το πρώην πρεζόνι με το μωρό στην αγκαλιά του, με κοιτούσαν όλοι, γεμάτοι περιέργεια, ίσως αναρωτιόντουσαν ποιος ήταν αυτός ο παράξενος τύπος, ο τύπος με τους ηλιοκαμένους ώμους και την ηλιοκαμένη πλάτη και ακόμα και η ηλικιωμένη γυναίκα με χάζευε κάτω απ’ την ομπρέλα της, διακόπτοντας το διάβασμα του ατελείωτου βιβλίου της για κάποια δευτερόλεπτα, ίσως να αναρωτιόταν ποιος ήταν αυτός ο νεαρός τύπος, αυτός ο τύπος με τα σιωπηλά δάκρυα που τρέχουν στο πρόσωπο του, ένας τύπος στα τριανταπέντε του που δεν είχε τίποτα στη ζωή του, αλλά που ανακτούσε την θέληση του και το κουράγιο του και που ήξερε πως θα ζούσε λιγάκι παραπάνω.

μετάφραση: Σίλουαν Κ.

Αϋπνία (Franco Osorio Paredes)

Νωθρότητα στην τελευταία γωνία της αυγής

διασχίζω την διαστολή των δευτερολέπτων

όπως ο προσκυνητής που διασχίζει την έρημο των ωκεανών –

ένα χαλυβουργείο εκρύγνει τ’ αστέρια της Ανδρομέδας

βιαστικό να κοιμηθεί

και το ουρλιαχτό του καπνού διανέμεται

απ’ τα πνευμόνια των βιομηχανιών

μέχρι την όξινη βροχή που χτυπά την Μαδρίτη/

αστραπή βυθισμένη στη ρώσικη ρουλέτα

αυξάνοντας τη σκόνη που ρυτιδώνει

υπεριώδεις σκιές κρυμμένες

στο νεφέλωμα αυτής της αίθουσας όπου έχει εγκατασταθεί η σχιζοφρένεια

γλιστρώντας ανάμεσα στους νευρώνες μου

που γίνεται μια κάμπια στο νωτιαίο μυελό

από αυτόν τον ιστό που ονομάζεται αϋπνία, αϋπνία!

παγιδευμένοι στα δίχτυα της

o ήχος των αιχμηρών σταγόνων

πέφτει σαν ένα άδειο βήμα στην πέτρα

η μοναξιά που απελπίζει τα πάντα στο μονοπάτι της: ως ορυχείο

όλα σε αυτό το παράλληλο σύμπαν

σ’ έναν ανεμοστρόβιλο καθρεφτών που οδηγεί στο διάστημα//

οι θολωτοί θρόμβοι της κρύπτης στην οποία ήμουν κάποτε παιδί

όπου έφερα τα κακάδια του πατέρα μου/ καρκίνο του γαλαξία με τις ηλιακές πόρτες

και οι πάνθηρες με μάτια από διαμάντια

προς το τέλος αυτής της νύχτας-κρατήρα

ένα ιριδίζον καρουζέλ στο οποίο με περιμένει

μια χούφτα σφήκες για να με συντρίψει:

εναντίον της εκατόμβης που τυλίγεται στο σκοτάδι.

μετάφραση: Σίλουαν Κ.

Ο Γιατρός κάνει μια βόλτα (Tony O’Neill)

Ο Γιατρός κάθεται μέσα σε μια τουαλέτα σ’ ένα εμπορικό κέντρο, κάτω από ένα βραχυκυκλωμένο, τρεμάμενο μπλε φως που τοποθετήθηκε εκεί για να τον εμποδίσει να σουτάρει, πράμα εντελώς άχρηστο για ένα έμπειρο πρεζάκι που χει περάσει τόσα χρόνια τελειοποιώντας την τέχνη του. Αυστηρά και μόνο για αρχάριους και πιτσιρίκια που σουτάρουν την πρώτη τους ψιλή από δεξτρομεθορφάνη, Robitussin MD, σκέφτεται, ειρωνικά, καθώς βγάζει τη γεμάτη σύριγγα από τη βρώμικη τσέπη του παλτού του. Πλέον ξέρει τις φλέβες του τόσο καλά όσο θα ήξερε κάποιος κάτοικος της Νέας Υόρκης ή του Λονδίνου το δίκτυο των γραμμών του μετρό. Ακόμα και κάτω από το φως αυτή της κουραστικής μπλε λάμπας μπορεί να τις δει να απλώνονται όπως σε μια απ’ αυτές τις γραφικές αναπαραστάσεις στις αίθουσες αναμονής των ιατρείων. Δένει το μαντίλι του στο μπράτσο και σηκώνει το μανίκι. Συγκεντρώνεται, θέλει να καθοδηγήσει το αίμα του διαμέσου του ασθενικού του συστήματος μέσα στην εκτροπή που δημιουργεί η βελόνα. Το κόλπο πιάνει: το αίμα ρέει μες στη σύριγγα και, σκίζοντας με τα δόντια το μαντήλι απ’ το χέρι του, απελευθερώνει τη δόση στις φλέβες και το κυκλοφορικό του σύστημα. Κατακλύζεται απ’ τη συνηθισμένη του, στωική γαλήνη. Σήμερα είναι μια ειδική μέρα -είναι τα γενέθλια της εγγονής του.

Έχει μια διεύθυνση μα τίποτα παραπάνω. Την τελευταία φορά που χε μιλήσει με την κόρη του του είχε πει ότι δε θελαν να χουν καμιά σχέση μαζί του. Μα μπορεί να τη φανταστεί καθαρά, ένα γελαστό μικρό κοριτσάκι με μαύρα μαλλιά και μεγάλα, στρογγυλά ματιά, να χορεύει στον κήπο ενός προαστιακού σπιτιού, ντυμένη μ’ ένα καλοκαιρινό φορεματάκι….. Κάθε χρόνο της στέλνει ένα δώρο και κάθε χρόνο δεν παίρνει απάντηση καμία. Δεν έκανε ποτέ κάποια πιο άμεση απόπειρα να ρθει σ’ επαφή μαζί της. Είναι πολύ μεγάλος, και, κατά κάποιο τρόπο, του αρέσουν τα πράματα ως έχουν, ακόμα κι αν νιώθει σκατά μερικές φορές, τις νύχτες. Η αλληλεπίδραση με άλλους ανθρώπους είναι μια βρώμικη και δύσκολη δουλειά, κι αυτή η σχέση μ’ ένα πεντάχρονο κορίτσι που ούτε καν που έχει δει ποτέ έχει αποδειχτεί μια απ’ τις μεγαλύτερες της ζωής του. Ο Γιατρός είναι μεγάλος, γέρος άνθρωπος, και με τα στάνταρ των πρεζέων είναι ένα θαύμα της επιστήμης. Δεν έχει πια το χρόνο για δραστικές αλλαγές.

Το εμπορικό κέντρο είναι ένα πρωτοφανές πολιτισμικό σοκ για το Γιατρό. Οι εικόνες ξανθών, χαμογελαστών σελέμπριτι που δεν γνωρίζει τον κάνουν να αισθάνεται άβολα. Αρώματα με τα ονόματα ποπ τραγουδιστών ή προμοταρισμένα από διαγωνιζόμενους τηλεπαιχνιδιών και ριάλιτι τον μπερδεύουν. Όλοι εδώ μέσα μοιάζουν λες κι έχουν ναρκωθεί απ’ τους ιδιοκτήτες των επιχειρήσεων του εμπορικού, χτυπημένοι από μια βλακώδη παθητικότητα. Είναι τέλοσπάντων ο μοναδικός πλέον που δεν τον ενδιαφέρει η Τζένιφερ Λόπεζ, η Πάρις Χίλτον ή ο Ντόναλντ Τραμπ; Μήπως, ενώ βρισκότανε στους δρόμους περιμένοντας τον μαν, ή στο μπάνιο σουτάροντας, ή στο κρεβάτι χαζεύοντας, ο κόσμος κατακτήθηκε απ’ αυτά τα ηλιομαυρισμένα, ασπροδόντικα τέρατα με κάποιου είδους αναίμακτο πραξικόπημα; Θα πρεπε να ξέρει ποιος είναι ο Τόμμυ Χίλφιγκερ ή ο Σεν Τζον, ή έστω γιατί οι άνθρωποι φοράνε τα ονόματα τους στα στήθη τους λες κι είναι μαρκαρισμένα βόδια; Όχι, το εμπορικό κάνει πάντα το Γιατρό να αισθάνεται άβολα και νευρικά, κι είναι πάντα χαρούμενος όταν γυρνάει στα μέρη του, μαζί με τους δικούς του ανθρώπους.

Στο παιχνιδάδικο διαλέγει μια κούκλα, φιγούρα που προέρχεται από κάποιο σόου της τηλεόρασης που δεν έχει δει ποτέ. Αναρωτιέται αφηρημένα αν εκείνη το βλέπει. Ποια να ναι τ’ αγαπημένα της φαγητά; Να φοβάται το σκοτάδι; Αυτές οι σκέψεις θα μπορούσαν να κάνουν το κεφάλι του να γυρνά και να ζαλίζεται αν συνέχιζε έτσι, οπότε σταματά και προχωράει προς το ταμείο. Χοντρές Αμερικανίδες με μακριά μαλλιά και μεγάλους κώλους περιφέρονται γύρω του, σπρώχνοντας καρότσια γεμάτα προϊόντα, σε κάποιου είδους συγχρονισμένη μέθη. Πληρώνει τη νεαρή μαυρούλα στο ταμείο, χαμογελά με το μισοφαγωμένο του χαμόγελο, και παίρνει το δρόμο του. Ξέρει ότι πιθανότατα θα μπορούσε πολύ εύκολα να την είχε κλέψει αυτή την κούκλα -οι σεκιουριτάδες ήταν νωθροί και βαριεστημένοι. Αλλά όχι, όχι σήμερα. Αν το κάνε θα δικαίωνε την κόρη του που τον αποκαλεί τέρας.

Ο Γιατρός ξέρει πως δεν είναι τέρας. Απλά του τέλειωσε ο χρόνος. Είχε περάσει όλη του τη ζωή σ’ αυτό το παιχνίδι -τι θα γινόταν στην τελική αν με κάποιο τρόπο κατάφερνε τώρα να ξεμπλέξει; Θα χε μια νορμάλ ζωή; Θα άρχιζε να βλέπει τηλεόραση, ν’ ακούει ποπ και ν’ ασχολείται με την πολιτική (φυσικά, όχι τίποτα πολύ ΑΛΗΘΙΝΟ -μονάχα τα σκατά που μας ταΐζει η τιβί) και να διαλέγει τις μάρκες των ρούχων του; Πώς θα μπορούσε να το κάνει αυτό; Έχει ακόμα την αξιοπρέπεια του. Όχι, παρ’ όλη την καταστροφή που προξένησε αυτή η συνήθεια στο σώμα του και την ψυχή του, αυτή είναι η ζωή του Γιατρού και δε μπορεί ν’ αλλάξει. Στα γεράματά του έχει αποδεχτεί κι έχει βρει ειρήνη μ’ αυτή την κατάσταση κι έχει συνειδητοποιήσει πως όλες εκείνες οι ευφάνταστες σκέψεις που έκανε -πως θα πήγαινε για αποτοξίνωση και θα καθάριζε μια για πάντα- δε θα γίνονταν ποτέ πραγματικότητα, και πλέον μπορεί ν’ αφήσει αυτές τις σκέψεις να χαθούν για τα καλά. Αιωρούνται στον υπέροχο, μπλε, έρημο ουρανό σα χαμένα μπαλόνια γενεθλίων και πια δεν τον βαραίνουν.

Ο Γιατρός ρίχνει στο ταχυδρομικό κουτί το γενέθλιο δώρο χωρίς σημείωμα και προχωράει στη γωνία, όπου έχει κανονίσει να βρεθεί μ’ έναν τυπά, τον Τζόνι Ντι, τον οποίο γνωρίζει από την κλινική μεθαδόνης.

«Εεεέλα…» φωνάζει ο Τζόνι Ντι καθώς ο Γιατρός πλησιάζει αργά προς το μέρος του, «Που σαι μαν μου, Γιατρέ; Πώς πάει;»
«Ε…. Δύσκολη μέρα, Τζόνι, δύσκολη.» στενάζει ο Γιατρός.
«Όλες έτσι είναι, φίλε, όλο και πιο δύσκολες, όλο και πιο κουραστικές.»
«Τι μου φερες;»

Ο Τζόνι Ντι έχει ένα γέρικο, φθαρμένο πρόσωπο, σαν μια πέτρα που τη σπάσανε και τη διαβρώσαν τα στοιχεία των καιρών. Τα δόντια που του χουν απομείνει είναι λιγδιασμένα, κίτρινα, και το κενό μεταξύ τους στην πάνω σειρά κάνει έναν σφυριχτό ήχο όταν μιλάει. Φοράει την ίδια βρώμικη φανέλα και το ίδιο μίζερο ριγέ κουστούμι που φοράει πάντα, και αναβλύζει μια απαίσια, ζωώδη μυρωδιά. Βάζει το χέρι του μες στο παλτό και βγάζει από την τσέπη του μια λωρίδα χάπια, του τα δίνει.

«Χμμμ,» λέει ο Γιατρός, αξιολογώντας το εμπόρευμα με το έμπειρο του μάτι. «Χάπια Physeptone, των δέκα μιλιγκράμ. Δηλαδή μεθαδόνη, από τη Βρετανία ή τον Καναδά. Για να δούμε, έχουμε δέκα χάπια…. Τι λες για τριάντα δολάρια;»
«Τριάντα δολάρια; Ω, θεέ μου, έλα τώρα Γιατρέ, μην πας να μου τη φέρεις. Σαράντα, κι είναι ειδική τιμή για σένα, επειδή είσαι φίλος.»
«Σαράντα;» Ο Γιατρός δαγκώνεται κι αναστενάζει, αναλογιζόμενος. Είναι κουρασμένος, τα κόκαλα του πονάνε. Σαράντα δολάρια είναι καλή τιμή.
«Εντάξει, σαράντα δολάρια, αλλά θέλω αν παραλάβεις κι άλλο απ’ αυτό το σταφ να μαι ο πρώτος που θα ενημερώσεις.»
«Προς θεού, Γιατρέ» λέει ο Τζόνι καθώς χώνει τα δυο εικοσάρικα στην τσέπη του. «Πάντα, φίλε μου, πάντα. Εσύ δεν είσαι πελάτης, είσαι φίλος. Θα τα πούμε, αδερφέ.»
«Ναι, ναι…. Τα λέμε, Τζόνι.»
«Έγινε, είσαι ωραίος Γιατρέ, γεια σου.»

Ο Γιατρός χαμογελάει καθώς γυρίζει σπίτι του. Φίλος. Κανένας δεν έχει φίλους σ’ αυτό το πρεζοπεριβάλλον, μονάχα ανθρώπους που γαμάς πιο δύσκολα από άλλους. Παίρνει εφτά χάπια των 10 μιλιγκράμ και τα κατεβάζει μ’ ένα ποτήρι με νερό απ’ τη βρύση πριν πέσει να διαβάσει λίγο. Το βράδι πέφτει και ήδη νιώθει τη μεθαδόνη να ζεσταίνει τα κόκαλά του….

….Γυρνά πίσω σ’ ένα ιατρείο, κάπου στις αρχές της δεκαετίας του 50. Τότε ήταν κάτι σαν συμφωνία κυρίων, και πολλές φορές ο γιατρός ήξερε ότι τον δουλεύανε για να τους γράφει συνταγές, αλλά δεν έμοιαζε να πτοείται. Ήταν σαφές γι’ αυτούς ότι είχε κάποιες ιατρό-φαρμακευτικές γνώσεις και τον λυπόντουσαν, υπέθετε ο Γιατρός, θεωρώντας τον απλά ως ένα θύμα μιας απλής, ανθρώπινης αδυναμίας. Όταν πήγαινε μ’ ένα απ’ τα συνηθισμένα του, εξεζητημένα παράπονα, απαριθμώντας ένα-ένα όλα του τα συμπτώματα σαν επαγγελματίας, οι γιατροί καμιά φορά χαμογελούσαν. Απ’ τη στιγμή που μπορούσαν να συνεχίσουν να προσποιούνται και να κρατάνε τα προσχήματα, μπορούσαν και να φύγουν με τη συνείδηση τους καθαρή. Ο γιατρός συνέχιζε να νιώθει ως ο επαγγελματίας που βοηθάει τους αδύναμους της κοινωνίας, ενώ ο Γιατρός εξασφάλιζε αρκετή μορφίνη για τις επόμενες μέρες. Αλλά αυτός ο τύπος με το κοστούμι, πίσω απ’ το γραφείο, αυτός γιατί βρίσκεται τώρα στη σκέψη του Γιατρού; Είναι θολή η ανάμνηση, ο τύπος απλά τον έφτιαξε λίγες φορές με συνταγές, τίποτα παραπάνω. Το γραφείο του ήταν στη Λεωφόρο Μαριπόσα…. Τίποτα πια δεν υπάρχει. Σήμερα ίσως να χει γίνει μαγαζί ή στέκι τοκογλύφων. Ο τύπος ήταν συνομήλικος του. Θυμάται όμως ότι ο συγκεκριμένος έσπασε την σιωπηλή “συμφωνία” τους και μίλησε ευθέως για το πρόβλημα.

«Αυτή, εχμ, θα είναι η τελευταία συνταγή που σου γράφω. Μην το παίρνεις προσωπικά. Απλά δε μπορώ… κρατώντας καθαρή τη συνείδησή μου… να συνεχίσω να σου γράφω τέτοια φάρμακα, γνωρίζοντας την… κατάστασή σου. Μετά απ’ αυτή τη συνταγή, αν θες να ζητήσεις… βοήθεια… θα μπορούσα ευχαρίστως να σε παραπέμψω κάπου αλλού. Αλλιώς, πολύ φοβάμαι, αυτή θα είναι η τελευταία φορά… που συναντιόμαστε.»

Ο Γιατρός απλά πήρε τη συνταγή του, φόρεσε το αντιανεμικό του μπουφάν, κι έφτιαξε το καπέλο του.
«Ευχαριστώ,» είπε, «Ήταν χαρά μου.»

Ο Γιατρός πιάνει τον εαυτό του, ασυναίσθητα, να τον σκέφτεται. Που να ναι τώρα; Να ζει ή να πέθανε; Ίσως να πεθαίνει από φυσικά αίτια καθώς τα παιδιά του και μια γελαστή, μελαχρινή εγγονή με μεγάλα, στρογγυλά μάτια στέκονται γύρω απ’ το κρεβάτι του, σ’ ένα ωραίο, μεσο-αστικό σπίτι στα προάστια. Οι σκιές εισχωρούν μέσα στη θλιβερή γκαρσονιέρα του Γιατρού στο Ανατολικό Χόλιγουντ, μα η μεθαδόνη τον προστατεύει. Μερικές φορές, για έναν εθισμένο τα ναρκωτικά είναι ό,τι κοντινότερο μπορεί να νιώσει στο αίσθημα της οικογενειακής θαλπωρής, που ανά καιρούς βιώνει όλος ο υπόλοιπος κόσμος. Είναι μεν μια μοναχική, εσωστρεφής ζωή, μα ευδοκιμεί μέσω της εξάρτησης. Ίσως γι’ αυτό είναι τόσο δύσκολο να ξεκόψεις -η τυχαιότητα και το απρόβλεπτο της ζωής χωρίς πρέζα γίνονται αβάσταχτα σε κάποιον που χει περάσει μεγάλες περιόδους χωρίς να τα βιώσει. Σα να βγαίνεις στο εκτυφλωτικό φως του ηλίου μετά από χρόνια ζωής κάτω απ’ τη γη -με τη διαφορά πως, σ’ αυτήν την περίπτωση, τα μάτια δεν προσαρμόζονται ποτέ πλήρως στο επώδυνο φως. Ο πόνος μειώνεται όσο περνάν τα χρόνια, μα ακόμα χτυπά σαν ωρολογιακή βόμβα μέσα στο κεφάλι, προγραμματισμένη να σκάσει και να σου διαλύσει το κρανίο…

Λίγο αργότερα, ένα χτύπημα στην πόρτα τον σηκώνει.

«Ποιος είναι;» ρωτά ο Γιατρός, προσπαθώντας να προσδιορίσει την ώρα, χωρίς επιτυχία. Μοιάζει να χει πέσει απόλυτη μαυρίλα έξω απ’ το παράθυρο, λες και τίποτα πια δεν υπάρχει πέρα απ’ το δωμάτιο του.
«Ξέρεις ποιος είναι,» λέει μια φωνή που μοιάζει να προέρχεται απ’ τα βάθη του εγκεφάλου του. «Με περίμενες.»

Ο Γιατρός καταλαβαίνει. Φυσικά και περίμενε. Όλη του τη ζωή περίμενε, όπως και κάθε άλλος που γεννήθηκε σ’ αυτόν τον πλανήτη.
«Καλύτερα να μπεις μέσα,» απαντά ο Γιατρός στο εισβάλλων κενό.

μετάφραση: Άλεξ Κοάν

Παπαρούνες τον Ιούλιο (Sylvia Plath)

Μικρές παπαρουνίτσες, μικρές φλόγες της κόλασης,
δεν κάνετε κακό;

Τρεμοσβήνετε. Δε μπορώ να σας αγγίξω.
Βάζω τα χέρια μου μέσα στις φλόγες. Τίποτα δεν καίει.

Και με κουράζει να σας βλέπω.
Να τρεμοσβήνετε έτσι, με ζάρες και κατακόκκινες, σαν το πετσί ενός στόματος.

Ένα στόμα μες στα αίματα.
Μικρές ματωμένες φούστες!

Υπάρχουν καπνοί που δε μπορώ ν’ αγγίξω.
Που είναι τα οπιούχα σας, οι κάψουλες σας που ζαλίζουν;

Αχ να μπορούσα να ματώσω, ή να κοιμηθώ!–
να μπορούσε το στόμα μου να ταιριάξει μ’ ένα τέτοιο τραύμα!

Ή τα ποτά σας να τρέξουν μέσα μου, σ’ αυτή τη γυάλινη κάψουλα,
βαριεστημένα κι ακίνητα.

Αλλά χωρίς χρώμα. Χωρίς χρώμα.

μετάφραση: Άλεξ Κοάν

Ο θάνατος είναι ένα όνειρο (William Wantling)

Ο θάνατος
είναι ένα όνειρο γεμάτο
γέλιο
κάπου εκεί
τρελά αντικείμενα που ονομάζονται
“ζωή”
εισβάλλουν.

μετάφραση: Φώντας Φ.

Ευτυχία (Raymond Carver)

Τόσο νωρίς που ακόμα είναι σχεδόν σκοτάδι έξω.
Είμαι κοντά στο παράθυρο μ’ έναν καφέ,
και με τα συνηθισμένα πρωινά πράματα
που μοιάζουν με σκέψεις.
Τότε βλέπω το αγόρι και το φίλο του
ν’ ανηφορίζουνε το δρόμο
για να παραδώσουν τις εφημερίδες.
Φορούν σκουφιά και πουλόβερ,
και το ένα αγόρι έχει μια τσάντα στον ώμο του.
Είναι τόσο ευτυχισμένα
που δε μιλάνε καθόλου, αυτά τ’ αγόρια.
Νομίζω πως αν μπορούσαν, θα έπιανε ο ένας
το χέρι του άλλου.
Είναι νωρίς το πρωί
και κάνουν αυτή τη δουλειά παρέα.
Προχωράνε, αργά.
Ο ουρανός αρχίζει να γεμίζει φως,
παρόλο που το φεγγάρι κρέμεται χλωμό ακόμα πάνω απ’ το νερό.
Τέτοια ομορφιά που για μια στιγμή
ο θάνατος και η φιλοδοξία, ακόμα κι η αγάπη,
δεν έχουν σχέση.
Ευτυχία. Έρχεται εκεί
που δεν την περιμένεις. Και, πραγματικά, ξεπερνά
κάθε κουβέντα που κάνουμε χαράματα γι’ αυτήν.

μετάφραση: Άλεξ Κοάν

Κυριακή πρωί (Raúl Zurita)

XXXVIII
Στους βράχους της πλαγιάς: o ήλιος
στη συνέχεια κάτω στην κοιλάδα
η γη που καλύπτεται με λουλούδια
ο Σουρίτα ερωτευμένος φίλος
συλλέγει τον ήλιο της φωτοσύνθεσης
ο Σουρίτα δε θα ναι ποτέ ξανά φίλος
αφού πήγε 7μμ και άρχισε να σκοτεινιάζει.

Η νύχτα είναι το παρανοϊκό άσυλο των φυτών

XLII
Κλεισμένος στους τέσσερις τοίχους
ενός μπάνιου: κοίταξα στο ταβάνι
και άρχισα να πλένω τους τοίχους και
το πάτωμα την τουαλέτα ολόκληρο το μπάνιο
Βλέπεις: έξω ο ουρανός ήταν ο Θεός
και ρούφαγε την ψυχή μου – ναι άνθρωπε!
Σκούπισα τα δακρυσμένα μάτια μου.

LVII
Στο στενό σπασμένο κρεβάτι
άυπνος όλη τη νύχτα
όπως ένα λιωμένο κερί ανάβει ξανά
νόμιζα ότι είδα τον Βούδα πολλές φορές
δίπλα μου ένιωσα το λαχάνιασμα μιας γυναίκας

όμως ο Βούδας ήταν απλώς τα μαξιλάρια
και η γυναίκα κοιμάται τον αιώνιο ύπνο.

LXIII
Σήμερα ονειρεύτηκα ότι ήμουν Βασιλιάς
με ντύνανε σε δέρμα με ασπρόμαυρες βούλες
σήμερα μουγκρίζω με το κεφάλι μου να πέφτει
ενώ οι καμπάνες της εκκλησίας πένθιμα χτυπάνε
λέγοντας ότι το γάλα πάει στην αγορά.

LXXXV
Ξυρίσαν το κεφάλι μου
μ’ έντυσαν σ’ αυτά τα γκρι μάλλινα κουρέλια
– η μαμά συνεχίζει να καπνίζει
είμαι η Ιωάννα της Λωραίνης

Με καταγράφουν σε μικροφίλμ

XCII
Το γυαλί είναι διαφανές όπως το νερό
Κίνηση από πρίσματα και γυαλιά
Κύκλωσα το φως για να μη χαθώ μέσα του

μετάφραση: Σίλουαν Κ.

Ηρωίνη (William Wantling)

τι
θυμάμαι απ’ τους παλιούς καλούς καιρούς…

μαστουρωμένος, μια φορά έφαγα τρεις μπάλες παγωτό
μαστουρωμένος και ήταν ό,τι καλύτερο
καλύτερο απ’ τον πύργο του Άιφελ
καλύτερο από ζεστό σεξ, μισοκοιμισμένος
νωρίς κάποιο πρωινό.

και μια φορά, μαστουρωμένος…
τόσο μαστουρωμένος που δεν έφτασα αυτό το πικ
ποτέ ξανά. ευτυχισμένοι, η γυναίκα μου & εγώ
να κειτόμαστε ξαπλωμένοι μέσα σε μια λιμνούλα
σε ένα απίστευτα πράσινο πάρκο
κάτω από ένα θεϊκά μπλε ουρανό
τα πουλιά να κάνουν
σχήματα κολυμπώντας πάνω στο νερό,
ο ήλιος να κεντάει σημάδια πάνω στα φύλλα, μικρές σκιές
να κολυμπάνε στο πρόσωπο & στα χέρια της & αυτή να λέει – Μωρό μου, Νιώθω
τόσο όμορφα.

τόσο όμορφα…
αυτά συνέβησαν δύο φορές
τα υπόλοιπα ήταν τίποτα, ή και
ακόμα λιγότερο.
και ο πόνος είναι ακόμα εδώ.

μετάφραση: Φώντας Φ.

Μια διαβολική πόλη (Charles Bukowski)

Ο Φρανκ κατέβηκε απ’ τα σκαλοπάτια. Δεν του άρεσαν τα ασανσέρ. Πολλά πράγματα δεν του άρεσαν. Πάντως, αντιπαθούσε τις σκάλες λιγότερο απ’ ότι τα ασανσέρ.
Ο υπάλληλος στη ρεσεψιόν τον φώναξε: «Κύριε Έβανς! Μπορείτε να ρθετε από δω, σας παρακαλώ;»
Η φάτσα του υπαλλήλου έμοιαζε σαν χυλός καλαμποκιού. Αυτό ήταν το μόνο που μπορούσε να συγκρατήσει τον Φρανκ και να μην τον χτυπήσει. Ο ρεσεψιονίστ κοίταξε τριγύρω στο λόμπι, και μετά έσκυψε προς τη μεριά του.
«Κύριε Έβανς, σας παρακολουθούμε.»
Ο ρεσεψιονίστ κοίταξε ξανά τριγύρω στο λόμπι, είδε πως δεν υπήρχε κανείς κοντά τους, και μετά έσκυψε μπροστά πάλι.
«Κύριε Έβανς, σας παρακολουθούμε και πιστεύουμε ότι χάνετε το μυαλό σας.»
Ο ρεσεψιονίστ τραβήχτηκε πίσω και κοίταξε τον Φρανκ στα μάτια.
«Λέω να πάω να δω καμιά ταινία,» είπε ο Φρανκ. «Ξέρεις που παίζει καμιά καλή ταινία εδώ στην πόλη;»
«Ας μείνουμε στο θέμα, κύριε Έβανς.»
«Οκέι, χάνω το μυαλό μου. Τίποτ’ άλλο;»
Ο ρεσεψιονίστ έσκυψε κάτω απ’ τον πάγκο, κι όταν σηκώθηκε κρατούσε κάτι τυλιγμένο μέσα σε σελοφάν.
«Ορίστε, κύριε Έβανς.»
Ο Φρανκ το πήρε, το έριξε μέσα στην τσέπη του παλτού του και βγήκε έξω. Ήταν μια δροσερή φθινοπωρινή νύχτα και περπάτησε το δρόμο προς τα δυτικά. Σταμάτησε σ’ ένα στενό και προχώρησε προς τα κει. Έβαλε το χέρι την τσέπη του παλτού, έβγαλε το τυλιγμένο πράγμα και το ξετύλιξε. Έμοιαζε με τυρί. Μύριζε σαν τυρί. Δάγκωσε ένα κομμάτι. Είχε γεύση τυριού. Το έφαγε όλο, και μετά βγήκε απ’ το στενό και περπάτησε στο δρόμο πάλι.
Σταμάτησε στο πρώτο σινεμά που βρήκε, αγόρασε ένα εισιτήριο και προχώρησε στη σκοτεινή αίθουσα. Κάθισε σε μια θέση πίσω-πίσω. Δεν υπήρχε πολύς κόσμος. Το μέρος μύριζε κάτουρο. Οι γυναίκες στο πανί του κινηματογράφου ήταν ντυμένες με ρούχα της δεκαετίας του 20 και οι άντρες είχαν βάλει βαζελίνη στα μαλλιά τους και τα είχαν χτενίσει προς τα πίσω. Οι μύτες τους φαίνονταν τεράστιες, κι επίσης οι άντρες έμοιαζαν σαν να φοράνε μέικ-απ κάτω απ’ τα μάτια τους. Η ταινία ήταν βουβή. Μόνο λέξεις εμφανίζονταν: Η ΜΠΛΑΝΣ ΗΤΑΝ ΚΑΙΝΟΥΡΙΑ ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΠΟΛΗ. Ένας άντρας με λαδωμένα, ίσια μαλλιά έδωσε στη Μπλανς να πιει από ένα μπουκάλι τζιν. Η Μπλανς φάνηκε να μεθάει. Η ΜΠΛΑΝΣ ΑΡΧΙΣΕ ΝΑ ΖΑΛΙΖΕΤΑΙ. ΞΑΦΝΙΚΑ, ΤΗ ΦΙΛΗΣΕ!
Ο Φρανκ κοίταξε γύρω του. Παντού εμφανίζονταν κεφάλια να πηγαίνουν πάνω-κάτω. Δεν υπήρχαν καθόλου γυναίκες στην αίθουσα. Έμοιαζε λες και οι τύποι τσιμπούκωναν ο ένας τον άλλο. Του ‘διναν να καταλάβει. Ακούραστοι. Αυτοί που κάθονταν μόνοι τους φαίνονταν σαν να τραβάνε μαλακία. Το τυρί ήταν καλό. Μακάρι ο ρεσεψιονίστ να του χε δώσει λίγο παραπάνω.
ΑΡΧΙΣΕ ΝΑ ΓΔΥΝΕΙ ΤΗΝ ΜΠΛΑΝΣ.
Και κάθε φορά που κοιτούσε γύρω του, ένας τύπος πλησίαζε όλο και πιο κοντά του. Όποτε ο Φρανκ γύριζε το κεφάλι του να δει την ταινία, ο τύπος μετακινούνταν δυο ή τρεις θέσεις πιο κοντά.
ΕΚΑΝΕ ΕΡΩΤΑ ΣΤΗ ΜΠΛΑΝΣ ΟΤΑΝ ΕΚΕΙΝΗ ΗΤΑΝ ΑΒΟΗΘΗΤΑ ΝΑΡΚΩΜΕΝΗ.
Κοίταξε πάλι. Ο τύπος ήταν μόλις τρεις θέσεις μακριά. Ανάσαινε βαριά. Και μετά βρισκόταν στη διπλανή θέση.
«Ω, γαμώτο!» είπε ο τύπος. «Ω, γαμώτο μου, ωωω, ωωω, ωωωωω. Α, α! Άιιιι! Ωχ!»
ΟΤΑΝ Η ΜΠΛΑΝΣ ΞΥΠΝΗΣΕ ΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΠΡΩΙ, ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΣΕ ΠΩΣ ΕΙΧΕ ΒΙΑΣΤΕΙ.
Ο τύπος βρωμούσε λες και δεν είχε σκουπίσει ποτέ τον κώλο του. Έσκυψε προς τη μεριά του, σταγόνες σάλιου έτρεχαν απ’ τις άκρες του στόματός του.
Ο Φρανκ άνοιξε το σουγιά του.
«Πρόσεχε!» του είπε. «Αν πλησιάσεις λίγο ακόμα μπορεί να χτυπήσεις.»
«Ω, θεέ μου!» είπε ο τύπος. Σηκώθηκε και έτρεξε κάτω στο διάδρομο, και μετά γρήγορα στη μπροστινή σειρά. Δυο τύποι του δίνανε να καταλάβει. Ο ένας τραβούσε μαλακία στον άλλον, καθώς ο δεύτερος του παιρνε πίπα. Ο τύπος που ενοχλούσε τον Φρανκ κάθισε εκεί δίπλα να τους παρακολουθήσει.
ΛΙΓΟ ΑΡΓΟΤΕΡΑ, Η ΜΠΛΑΝΣ ΔΟΥΛΕΥΕ ΣΕ ΟΙΚΟ ΑΝΟΧΗΣ.
Και μετά, ο Φρανκ ήθελε να κατουρήσει. Σηκώθηκε και προχώρησε προς την πινακίδα: Άντρων. Μπήκε μέσα. Πραγματικά βρωμούσε το μέρος. Ξερόβηξε, άνοιξε την πόρτα της τουαλέτας, προχώρησε μέσα. Έβγαλε έξω το πουλί του κι άρχισε να κατουράει. Μετά άκουσε φασαρία.
«Ωωωωω, ωωωωω, βρωμιάρη!» είπε κάποιος. «Ωωω, σατανικέ πούστη!»
Άκουσε τον τύπο να κόβει ένα κομμάτι κωλόχαρτο και να σκουπίζει το πρόσωπό του. Μετά, άρχισε να κλαίει. Ο Φρανκ βγήκε απ’ την τουαλέτα κι έπλυνε τα χέρια του. Δεν ήθελε να δει άλλο την ταινία. Και μετά βγήκε στο δρόμο, στο δρόμο για το ξενοδοχείο. Και μετά βρισκόταν στο λόμπι. Ο ρεσεψιονίστ του έκανε νόημα.
«Ναι;» ρώτησε ο Φρανκ.
«Κοιτάχτε, κύριε Έβανς, ζητώ συγγνώμη. Απλώς αστειευόμουν.»
«Για ποιο πράγμα;»
«Ξέρετε.»
«Όχι, δεν ξέρω.»
«Για το… Για το ότι χάνετε το μυαλό σας. Πίνω πολύ τελευταία, ξέρετε. Μην το πείτε σε κανέναν γιατί θα χάσω τη δουλειά μου. Αλλά πίνω. Το ξέρω ότι δεν χάνετε το μυαλό σας, απλά έκανα ένα αστείο.»
«Κι όμως, το χάνω το μυαλό μου,» έκανε ο Φρανκ, «κι ευχαριστώ για το τυρί.»
Μετά έστριψε κι ανέβηκε τη σκάλα. Όταν έφτασε στο δωμάτιο του, κάθισε στο γραφείο. Έβγαλε το σουγιά, τον άνοιξε, κοίταξε τη λεπίδα. Ήταν πολύ καλά ακονισμένη από τη μια μεριά. Θα μπορούσε να σκίσει σάρκα. Έκλεισε το σουγιά και τον έβαλε πίσω στην τσέπη του. Και μετά βρήκε χαρτί και μολύβι κι άρχισε να γράφει.
«Αγαπητή μητέρα,
Αυτή είναι μια διαβολική πόλη. Ο Διάβολος κάνει κουμάντο. Το σεξ είναι παντού και δεν χρησιμοποιείται ως όργανο της Ομορφιάς, όπως ο Θεός το όρισε, αλλά ως όργανο του Κακού. Ναι, σίγουρα, έπεσε στα χέρια του Διαβόλου, στα χέρια του Κακού. Νεαρά κορίτσια πιέζονται να πιουν τζιν, και μετά διακορεύονται απ’ αυτά τα τέρατα και οδηγούνται σε οίκους ανοχής. Είναι φρικτό. Είναι απίστευτο. Η καρδιά μου σπαράζει.
Προχώρησα κατά μήκος της ακτής εχθές. Όχι κατά μήκος της ακτής ακριβώς, αλλά από πάνω, από τις κορυφές των γκρεμών, και μετά σταμάτησα και ξαπόστασα, ανασαίνοντας την Ομορφιά. Η θάλασσα, ο ουρανός, η άμμος. H ζωή έγινε η Αιώνια Ευτυχία. Και μετά συνέβη το πιο απίστευτο πράγμα. Τρεις μικροί σκίουροι με είδαν από χαμηλά και σκαρφάλωσαν στο γκρεμό. Είδα τις μικρές φατσούλες τους να μου ρίχνουνε ματιές πίσω απ’ τους βράχους καθώς ανέβαιναν προς το μέρος μου. Τελικά έφτασαν στα πόδια μου. Κοίταξαν στα μάτια μου. Ποτέ, μητέρα, ποτέ δεν έχω ξαναδεί πιο όμορφα μάτια – ανέγγιχτα από την αμαρτία: όλος ο ουρανός, όλη η θάλασσα, όλη η Αιωνιότητα ήταν μέσα σε κείνα τα μάτια. Τελικά σηκώθηκα και…»

Κάποιος χτυπούσε την πόρτα. Ο Φρανκ σηκώθηκε, προχώρησε και άνοιξε. Ήταν ο ρεσεψιονίστ.
«Κύριε Έβανς, συγγνώμη, πρέπει να σας μιλήσω.»
«Μίλα μου.»
Ο ρεσεψιονίστ έκλεισε την πόρτα και στάθηκε μπροστά στον Φρανκ. Ο ρεσεψιονίστ βρώμαγε κρασί.
«Κύριε Έβανς, παρακαλώ μην πείτε τίποτα στη διεύθυνση για την παρεξήγηση μας.»
«Δεν ξέρω για τι πράγμα μιλάς.»
«Είστε σπουδαίος τύπος, κύριε Έβανς. Ξέρετε, τελευταία πίνω πολύ.»
«Σε συγχωρώ. Άντε, πήγαινε.»
«Κύριε Έβανς, υπάρχει κάτι που πρέπει να σας πω.»
«Εντάξει. Τι;»
«Είμαι ερωτευμένος μαζί σας, κύριε Έβανς.»
«Α, εννοείς με το πνεύμα μου, έτσι, αγόρι μου;»
«Όχι, με το σώμα σας, κύριε Έβανς.»
«Πώς;»
«Με το σώμα σας, κύριε Έβανς. Παρακαλώ μην προσβληθείτε, αλλά θέλω να με ξεσκίσετε.
ΞΕΣΚΙΣΤΕ ΜΕ, κύριε Έβανς! Μ’ έχει ξεσκίσει το μισό ναυτικό των Ηνωμένων Πολιτειών! Αυτά τα αγόρια ξέρουν καλύτερα, κύριε Έβανς. Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από μια καθαρή κωλοτρυπίδα!»
«Φύγε απ’ το δωμάτιό μου αμέσως.»
Ο ρεσεψιονίστ γράπωσε το λαιμό του Φρανκ, και μετά το στόμα του ήταν στο δικό του. Το στόμα του ρεσεψιονίστ ήταν πολύ υγρό και κρύο, βρωμούσε. Ο Φρανκ τον έσπρωξε μακριά.
«Σιχαμένε μπάσταρδε! ΜΕ ΦΙΛΗΣΕΣ!»
«Σ’ αγαπώ, κύριε Έβανς!»
«Σιχαμένο γουρούνι!»
Ο Φρανκ άρπαξε το σουγιά, τον άνοιξε, η λεπίδα πετάχτηκε έξω και την κάρφωσε στο στομάχι του ρεσεψιονίστ. Μετά την τράβηξε πίσω.
«Κύριε Έβανς – ω θεέ μου.»
Ο ρεσεψιονίστ έπεσε στο πάτωμα. Κρατούσε την πληγή και με τα δυο του χέρια για να σταματήσει την αιμορραγία.
«Μπάσταρδε! ΜΕ ΦΙΛΗΣΕΣ!»
Ο Φρανκ έσκυψε κάτω και ξεκούμπωσε το παντελόνι του ρεσεψιονίστ. Μετά έπιασε το πουλί του, το τράβηξε προς το μέρος του και το έκοψε λίγο πιο κάτω απ’ τη μέση.
«Ω θεέ μου, θεέ μου, θεέ μου,» είπε ο ρεσεψιονίστ.
Ο Φρανκ περπάτησε μέχρι το μπάνιο, και πέταξε το πράμα στην τουαλέτα. Μετά τράβηξε το καζανάκι. Και μετά έπλυνε τα χέρια του πολύ καλά με νερό και σαπούνι. Βγήκε έξω, ξανακάθισε στο γραφείο. Έπιασε το μολύβι.

«αυτά έτρεξαν μακριά, αλλά εγώ είχα δει την Αιωνιότητα.
Μητέρα, πρέπει να φύγω απ’ αυτή την πόλη, απ’ αυτό το ξενοδοχείο – ο Διάβολος κάνει κουμάντο σχεδόν σε κάθε σώμα. Θα σου γράψω ξανά απ’ την επόμενη πόλη – ίσως το Σαν Φρανσίσκο, το Πόρτλαντ ή το Σιάτλ. Θέλω να μετακομίσω βόρεια. Σε σκέφτομαι συνέχεια κι ελπίζω να είσαι υγιής κι ευτυχισμένη, κι ο Θεός να είναι μαζί σου.
Με αγάπη,
Ο γιός σου,
Φρανκ»

Έγραψε τη διεύθυνση στο φάκελο, τον σφράγισε, κόλλησε ένα γραμματόσημο και μετά προχώρησε και τον έβαλε στην εσωτερική τσέπη του παλτού του, που κρεμόταν στην ντουλάπα. Έπιασε μια βαλίτσα, την ακούμπησε στο κρεβάτι, κι άρχισε να πακετάρει.

μετάφραση: Άλεξ Κοάν

Επίσκεψη στον Ασθενή (Roberto Bolaño)

Είναι το 1976 και η Επανάσταση έχει ηττηθεί
αλλά ακόμα δεν το ξέρουμε.
Είμαστε 22, 23 ετών.
O Μάριο Σαντιάγο και γω περπατάμε έναν ασπρόμαυρο δρόμο.
Στο τέλος του δρόμου, σε μια γειτονιά κατευθείαν βγαλμένη από ταινία του πενήντα
βρίσκεται το σπίτι των γονιών του Νταρίο Γκαλισίας.
Είναι το έτος 1976 και έχουν τρυπανίσει το κρανίο του Νταρίο Γκαλισίας.
Είναι ζωντανός, η Επανάσταση έχει ηττηθεί, είναι μια ωραία μέρα
παρά τα βροχερά σύννεφα που έρχονται απ’ τον βορρά διασχίζοντας την κοιλάδα.
O Νταρίο μας δέχεται ανασηκωμένος σ’ ένα ντιβάνι.
Όμως πρώτα μιλάμε με τους γονείς του, δυο ηλικιωμένους ανθρώπους,
τον κύριο και την κυρία Σκίουρο, που μελετάνε πως το
δάσος
καίγεται από ένα πράσινο κλαδί αιωρούμενο στ’
όνειρο.
Και η μητέρα μας κοιτάζει και δε μας βλέπει ή βλέπει πράγματα για εμάς που εμείς ούτε καν τα ξέρουμε.
Είναι το 1976 και παρόλο που όλες οι πόρτες μοιάζουν ανοιχτές,
στην πραγματικότητα, αν δίναμε προσοχή, θα μπορούσαμε να ακούσουμε
πως μία-μία οι πόρτες κλείνουν.
Οι πόρτες: μεταλλικά τμήματα, πλάκες από ενισχυμένο χάλυβα,
που μία προς μία κλείνουν στην ταινία του απείρου.
Όμως είμαστε 22 ή 23 ετών και το άπειρο δε μας τρομάζει.
Έχουν τρυπανίσει το κρανίο του Νταρίο Γκαλισίας. Δυο φορές!
Και ένα απ’ τα ανευρύσματα σκάει στη μέση του Ονείρου.
Έτσι λοιπόν, ο Μάριο και γω περνάμε μέσα από μεξικάνικες ταινίες του σαράντα
και φτάνουμε στ’ αδύνατα χεριά του που στηρίζονται στα γόνατα του
σε στάση
χαλαρής αναμονής
Είναι το 1976, και είναι το Μεξικό, και οι φίλοι του λένε πως ο Νταρίο έχει ξεχάσει τα πάντα, μαζί και την δική του ομοφυλοφιλία.
Και ο πατέρας του Νταρίο λέει ότι όλα τ’ άσχημα συμβαίνουν για κάποιο λόγο.
Και έξω βρέχει καρεκλοπόδαρα:
στην αυλή της γειτονιάς η βροχή σαρώνει τις σκάλες
και τους διάδρομους
και γλιστράει στα πρόσωπα του Τιν Tαν, του Ραζόρτες και του Καλάμπρες
που καλύπτονται στην ημιδιαφάνεια το έτος 1976.
Και ο Νταρίο αρχίζει να μιλά. Είναι συγκινημένος.
Είναι χαρούμενος που χουμε έρθει να τον επισκεφτούμε.
Η φωνή του, όπως αυτή ενός πουλιού: αιχμηρή, μια διαφορετική φωνή,
σαν να του είχαν πειράξει τις φωνητικές χορδές.
Τα μαλλιά του έχουν αρχίσει να ξαναβγαίνουν, αλλά ακόμα μπορείς να δεις τα σημάδια απ’ τον τρυπανισμό.
Είμαι καλά, λέει.
Μερικές φόρες τ’ όνειρο είναι τόσο μονότονο.
Γωνίες, ανεξερεύνητες περιοχές, αλλά πάντα απ’ το ίδιο όνειρο.
Φυσικά δεν έχει ξεχάσει ότι είναι ομοφυλόφιλος (γελάμε)
όπως δεν έχει ξεχάσει να αναπνέει.
Ήμουν έτοιμος να πεθάνω, λέει αφού το σκέφτηκε για λίγο.
Για μια στιγμή πιστεύουμε πως θ’ αρχίσει να κλαίει.
Όμως δεν είναι αυτός που κλαίει.
Και δεν είναι ούτε ο Μάριο, ούτε εγώ.
Ωστόσο, κάποιος κλαίει ενώ το σούρουπο πέφτει με μια πρωτοφανή βραδύτητα.
Και ο Νταρίο λέει: το απόλυτο τριπάρισμα και μιλάει για την Βέρα που ήταν μαζί του στο νοσοκομείο
και για άλλα πρόσωπα που ο Μάριο και γω δε γνωρίζουμε και που τώρα,
ούτε εκείνος αναγνωρίζει.
Το ασπρόμαυρο τριπάρισμα των ταινιών του σαράντα και του πενήντα.
O Πέδρο Ινφάντε και ο Τόνυ Αγκιλάρ ντυμένοι σαν αστυνομικοί
ταξιδεύοντας με τις μηχανές τους στο ατελείωτο ηλιοβασίλεμα του Μεξικού.
Και κάποιος κλαίει όμως δεν είμαστε εμείς.
Αν ακούγαμε προσεκτικά θα μπορούσαμε να διακρίνουμε τον γδούπο απ’ τις πόρτες της ιστορίας ή
του πεπρωμένου.
Όμως ακούμε μονάχα το λαχάνιασμα κάποιου που κλαίει
σε κάποιο μέρος.
Και ο Μάριο αρχίζει να διαβάζει ποιήματα.
Διαβάζει ποιήματα στον Νταρίο, η φωνή του Μάριο τόσο ευχάριστη, ενώ έξω η βροχή πέφτει,
και ο Νταρίο ψιθυρίζει ότι του αρέσουν οι Γάλλοι ποιητές.
Ποιητές που μόνο εκείνος και ο Μάριο και’γω γνωρίζουμε.
Αγόρια απ’ την αδιανόητη τότε πόλη του Παρισιού, με τα μάτια ματωμένα
απ’ την αυτοκτονία.
Πόσο του αρέσουν!
Όπως μου άρεσαν οι δρόμοι του Μεξικού το 1968.
Ήμουν δεκαπέντε χρονών τότε και μόλις είχα φτάσει.
Ήμουν ένας δεκαπεντάχρονος μετανάστης όμως το πρώτο πράγμα που μου λένε
οι δρόμοι του Μεξικού
είναι ότι εδώ είμαστε όλοι μετανάστες, μετανάστες του Πνεύματος.
Αχ, οι όμορφοι, οι απερίσκεπτοι, οι απαίσιοι
δρόμοι του Μεξικού κρέμονται απ’ την άβυσσο
ενώ οι άλλες πόλεις του κόσμου
βυθίζονται στην ομοιομορφία και την σιωπή.
Και τα αγόρια, τα γενναία ομοφυλόφιλα αγόρια σημαδεμένα σαν φωσφορίζοντες άγιοι
όλα αυτά τα χρόνια, απ’ το 1968 έως
το 1976.
Σαν ένα τούνελ του χρόνου που η τρύπα του εμφανίζεται εκεί που δε το περιμένεις,
η μεταφυσική τρύπα των εφήβων πούστηδων που αντιμετωπίζουν – γενναιότεροι απ’ όλους! –
την ποίηση και τις αντιξοότητες.
Όμως είναι το έτος 1976 και το κεφάλι του Νταρίο Γκαλισίας έχει τα ανεξίτηλα σημάδια ενός τρυπανισμού.
Είναι το έτος πριν τους αποχαιρετισμούς
που προχωράει σαν ένα γιγάντιο μαστουρωμένο πουλί
στα τυφλά σοκάκια μιας γειτονιάς
που έχει παγώσει στον χρόνο.
Όπως ένας ποτάμι μαύρων ούρων που περιβάλλει την κεντρική αρτηρία του Μεξικού,
ένα ποτάμι φημισμένο και κατευθυνόμενο απ’ τους μαύρους αρουραίους του Τσαπουλτέπεκ,
ένα ποτάμι-λέξη,
ένα υγρό δαχτυλίδι των γειτονιών που χάθηκαν στο χρόνο.
Και παρόλο που η φωνή του Μάριο και η σημερινή φωνή του Νταρίο
αιχμηρή σαν ένα καρτούν
γεμίζουν τον αντίξοο αέρα μας με ζεστασιά,
ξέρω ότι στις εικόνες που με ευσέβεια λογαριάζουμε
στις διαφανείς εικόνες του μεξικάνικου πάθους
κρύβονται η μεγάλη προειδοποίηση και η μεγάλη συγγνώμη,
το ακατονόμαστο πράμα, μέρος του ονείρου, που πολλά χρόνια αργότερα
θα το αποκαλέσουμε με διάφορα ονόματα που σημαίνουν ήττα.
Η ήττα της αληθινής ποίησης, εκείνης που γράφουμε με το αίμα.
Και το σπέρμα και τον ίδρωτα, λέει ο Νταρίο.
Και τα δάκρυα, λέει ο Μάριο.
Παρόλο που κανείς απ’ τους τρεις δεν κλαίει.

μετάφραση: Σίλουαν Κ.

Αν πληρωνόμουν για τη συναισθηματική μου εργασία (Melissa Lozada-Oliva)

Αν πληρωνόμουν για τη συναισθηματική μου εργασία
θα είχα, πως το να το πω, παραπάνω από αρκετά χρήματα,
θα έπαιρνα εκατό διαφορετικές περούκες
φτιαγμένες από μαλλί εξωτικών αλόγων για να ταιριάζουν
με κάθε αλλαγή στη διάθεση μου. Θα αντικαθιστούσα όλα τα δόντια μου
με μικρά iPhone. Θα πλήρωνα όλους τους ψηλούς ανθρώπους
κι όσους φιλιούνται
για να σταθούνε λιγάκι πιο πίσω μου, επειδή είμαι πικρόχολη!
Θα φόραγα κραγιόν με σκόνη χρυσού, θα
σχεδίαζα ένα ολόσωμο τατουάζ
με το σχήμα του κορμιού μου
και θα το βάραγα στο σώμα μου. Θα πήγαινα για ψυχανάλυση.
Θα έπαιρνα φάρμακα. Θα αγόραζα επιτέλους ένα πόνι!
Θα προσλάμβανα κάποιον να προσέχει το πόνι μου,
θα καβαλούσα το πόνι μου στη μέση του δρόμου,
ώστε όλοι να το ζηλέψουν. Θα έστελνα
χίλιες πίτες σε σχήμα μισοφέγγαρου, γεμάτες
καρφιά στο σπίτι του Mike Pence. Θα προσλάμβανα έναν
σεμνό –σχετικά όμορφο- λευκό άντρα
να με ακολουθεί από πίσω, ώστε κάθε φόρα
που δεν με πιστεύεις, αυτός θα επαναλαμβάνει
ό,τι είπα,  κι έπειτα, όπως είναι φυσικό, θα με πιστεύεις.
Θα αντικαθιστούσα το λαρύγγι μου με μια μεγάλη
παστίλια για το λαιμό και έτσι δε θα κουραζόμουν
ποτέ να ουρλιάζω. Θα το έκανα επιστημονικά εφικτό!
Θα αγόραζα στη μητέρα μου κάτι
όμορφο να φοράει, θα αγόραζα στη μητέρα μου ένα σπίτι
σε ένα μέρος που θα μυρίζει πορτοκάλια,
θα φρόντιζα να τελειώσει το σχολείο η μικρή μου αδερφή.
Δεν θα πείναγα ποτέ, θα έδινα στην γιαγιάκα μου
όλες τις τηλεκάρτες που υπάρχουν στον κόσμο.

Αν είχα ένα κέρμα για κάθε φορά που έμεινα ξύπνια
ως αργά, για κάποιον που δε θα ξαγρυπνούσε ποτέ για μένα,
αν είχα ένα δολάριο για κάθε λεπτό
που προσπάθησα να κάνω έναν λυπημένο άντρα, λιγότερο λυπημένο,
αν είχα μια πένα για κάθε φόρα που έπρεπε να λυγίσω
και να τεντωθώ, για να αποδείξω σε κάποιον
ότι είμαι εδώ, ότι υπάρχω,
η καρδιά μου θα κουδούνιζε
και θα έτρεμε απ’ όλα τα κέρματα που θα έπεφταν
μέσα της. Θα σταματούσα να ψάχνω
μέσα στις τσέπες μου για κομμάτια του εαυτού μου
καλυμμένα με γάζες.
Θα επιδιόρθωνα το γουρουνάκι-κουμπαρά της ψυχής μου
θα του έδινα ένα φιλί,
θα το έβαζα πίσω στο ράφι,
θα νοιαζόμουν να φυλάξω μονάχα τον εαυτό μου
και δε θα ένοιωθα ποτέ ξανά
πως κάτι απ’ όλα αυτά είναι δικό μου λάθος
ή πως, για ακόμη μια φορά,
σου χρωστάω.

Μετάφραση: Φώντας Φ.

Η ζωή μου μέσα στους σωλήνες της επιβίωσης (Roberto Bolaño)

Eπειδή ήμουν πυγμαίος και κίτρινος και με ευχάριστα χαρακτηριστικά.
Και επειδή ήμουν έξυπνος και απρόθυμος να βασανιστώ
σε ένα στρατόπεδο εργασίας ή σ’ενα κελί ψυχιατρείου,
με έχωσαν σ’αυτόν τον ιπτάμενο δίσκο
και μου είπαν: πέτα και βρες τον προορισμό σου. ‘Ομως ποιον προορισμό
θα’πρεπε να βρω;
To στοιχειωμένο πλοίο έμοιαζε με τον Ολλανδό που περιπλανιέται
στους ουρανούς του κόσμου,
και’γω
σαν να ήθελα να ξεφύγω απ’την ανικανότητα μου, απ’τον μοναδικό μου
Σκελετό:
μια σουβλιά στο πρόσωπο της Θρησκείας,
μια μεταξένια μαχαιριά στην πλάτη της Ευτυχίας,
η διατήρηση της Ηθικής και της Δεοντολογίας
η επικείμενη απόδραση
απ’τους εκτελεστές αδερφούς μου
και απ’τους άγνωστους αδερφούς μου. Στο τέλος,
όλοι ανθρώπινοι και περίεργοι,
όλοι ορφανοί και τυφλοί παίχτες
στην άκρη της αβύσσου. Όμως όλα αυτά
μέσα στον ιπτάμενο δίσκο με άφηναν αδιάφορο.
Ή απόμακρο. Ή δευτερεύον. H σπουδαιότερη αρετή του προδοτικού μου είδους
είναι το θάρρος, ίσως το μόνο πράγμα που είναι αληθινό, oρατό ακόμα και
σε δάκρυα
και σε αντίο. Και το θάρρος ήταν αυτό που χρειαζόμουν κλειδωμένος
στο δίσκο, ρίχνοντας σκιές έκπληξης σε χωρικούς και μεθυσμένους,
σπρώχνοντας τους σε αρδευτικά κανάλια. Eπικαλέστηκα το θάρρος λοιπόν, ενώ
το στοιχειωμένο πλοίο
περνούσε μέσα απo γκέτο και πάρκα που για κάποιον πεζό
θα ήταν τεράστια, όμως για ‘μένα ήταν απλά ένα άσκοπο τατουάζ,
λόγια μαγνητικά και ανεξηχνίαστα, μετά βίας μια χειρονομία
που αχνοφαινόταν
κάτω απ’τον κουναβίσιο μανδύα του πλανήτη. Είχα γίνει
ο Στέφαν Τσβάιχ και έβλεπα το πλησίασμα της αυτοκτονίας μου;
Σχετικά μ’αυτό,
το τσουχτερό κρύο του πλοίου ήταν αναμφισβήτητο. Κιόμως,
μερικές φορές
ονειρευόμουν μια ζεστή χώρα, μια βεράντα
και μια πιστή, απελπισμένη αγάπη.
Τα χυμένα μου δάκρυα θα παρέμεναν στην επιφάνεια του δίσκου για μέρες,
μαρτυρία όχι για τον πόνο μου
αλλά για ένα είδος δοξασμένης ποίησης
που έσφιγγε το στήθος μου, τους κροτάφους
και τα μπούτια μου. Μια βεράντα
μια ζεστή χώρα
και μια αγάπη με μεγάλα πιστά μάτια,
πλησιάζοντας αργά μέσα απ’τα όνειρα μου, ενώ το πλοίο άφηνε
βραδυφλεγή μονοπάτια
στην άγνοια των αδερφών μου
και στην αθωότητα τους. Και ήμασταν μια σφαίρα φωτός -ο δίσκος και’γω-
στους αμφιβληστροειδείς των φτωχών αγροτών,
μια φθαρμένη εικόνα που ποτέ δε θα περιγράψει επαρκώς
τη λαχτάρα μου
και το μυστήριο της αρχής και του τέλους
αυτού του ακατανόητου
τεχνουργήματος. Έτσι και μέχρι το τέλος των ημερών μου, που υποβλήθηκαν
στη βούληση των ανέμων,
ονειρευόμενος καμιά φορά ότι ο δίσκος
έσπαγε σε κάποια οροσειρά της Αμερικής
και το πτώμα μου, σχεδόν χωρίς γρατζουνιά, αναδυόταν για να ιδωθεί
από παλιούς ορειβάτες και ιστορικούς:
ένα αυγό σε μια φωλιά από στριμμένα σίδερα. Oνειρευόμενος
ότι ο δίσκος και΄γω
είχαμε τελειώσει τον περιπαικτικό χορό μας,
τη ταπεινή μας κριτική της Πραγματικότητας
με μια ανώδυνη
και ανώνυμη συντριβή
σε κάποια απ’τις έρημους του πλανήτη. Ο θάνατος αυτός
δε μου’φερε καμία ειρήνη
γιατί αφού η σάρκα μου
σάπισε,
εγώ συνέχισα να ονειρεύομαι.

μετάφραση: Σίλουαν Κ.