Αναλόγιο

Μια διαβολική πόλη (Charles Bukowski)

Ο Φρανκ κατέβηκε απ’ τα σκαλοπάτια. Δεν του άρεσαν τα ασανσέρ. Πολλά πράγματα δεν του άρεσαν. Πάντως, αντιπαθούσε τις σκάλες λιγότερο απ’ ότι τα ασανσέρ.
Ο υπάλληλος στη ρεσεψιόν τον φώναξε: «Κύριε Έβανς! Μπορείτε να ρθετε από δω, σας παρακαλώ;»
Η φάτσα του υπαλλήλου έμοιαζε σαν χυλός καλαμποκιού. Αυτό ήταν το μόνο που μπορούσε να συγκρατήσει τον Φρανκ και να μην τον χτυπήσει. Ο ρεσεψιονίστ κοίταξε τριγύρω στο λόμπι, και μετά έσκυψε προς τη μεριά του.
«Κύριε Έβανς, σας παρακολουθούμε.»
Ο ρεσεψιονίστ κοίταξε ξανά τριγύρω στο λόμπι, είδε πως δεν υπήρχε κανείς κοντά τους, και μετά έσκυψε μπροστά πάλι.
«Κύριε Έβανς, σας παρακολουθούμε και πιστεύουμε ότι χάνετε το μυαλό σας.»
Ο ρεσεψιονίστ τραβήχτηκε πίσω και κοίταξε τον Φρανκ στα μάτια.
«Λέω να πάω να δω καμιά ταινία,» είπε ο Φρανκ. «Ξέρεις που παίζει καμιά καλή ταινία εδώ στην πόλη;»
«Ας μείνουμε στο θέμα, κύριε Έβανς.»
«Οκέι, χάνω το μυαλό μου. Τίποτ’ άλλο;»
Ο ρεσεψιονίστ έσκυψε κάτω απ’ τον πάγκο, κι όταν σηκώθηκε κρατούσε κάτι τυλιγμένο μέσα σε σελοφάν.
«Ορίστε, κύριε Έβανς.»
Ο Φρανκ το πήρε, το έριξε μέσα στην τσέπη του παλτού του και βγήκε έξω. Ήταν μια δροσερή φθινοπωρινή νύχτα και περπάτησε το δρόμο προς τα δυτικά. Σταμάτησε σ’ ένα στενό και προχώρησε προς τα κει. Έβαλε το χέρι την τσέπη του παλτού, έβγαλε το τυλιγμένο πράγμα και το ξετύλιξε. Έμοιαζε με τυρί. Μύριζε σαν τυρί. Δάγκωσε ένα κομμάτι. Είχε γεύση τυριού. Το έφαγε όλο, και μετά βγήκε απ’ το στενό και περπάτησε στο δρόμο πάλι.
Σταμάτησε στο πρώτο σινεμά που βρήκε, αγόρασε ένα εισιτήριο και προχώρησε στη σκοτεινή αίθουσα. Κάθισε σε μια θέση πίσω-πίσω. Δεν υπήρχε πολύς κόσμος. Το μέρος μύριζε κάτουρο. Οι γυναίκες στο πανί του κινηματογράφου ήταν ντυμένες με ρούχα της δεκαετίας του 20 και οι άντρες είχαν βάλει βαζελίνη στα μαλλιά τους και τα είχαν χτενίσει προς τα πίσω. Οι μύτες τους φαίνονταν τεράστιες, κι επίσης οι άντρες έμοιαζαν σαν να φοράνε μέικ-απ κάτω απ’ τα μάτια τους. Η ταινία ήταν βουβή. Μόνο λέξεις εμφανίζονταν: Η ΜΠΛΑΝΣ ΗΤΑΝ ΚΑΙΝΟΥΡΙΑ ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΠΟΛΗ. Ένας άντρας με λαδωμένα, ίσια μαλλιά έδωσε στη Μπλανς να πιει από ένα μπουκάλι τζιν. Η Μπλανς φάνηκε να μεθάει. Η ΜΠΛΑΝΣ ΑΡΧΙΣΕ ΝΑ ΖΑΛΙΖΕΤΑΙ. ΞΑΦΝΙΚΑ, ΤΗ ΦΙΛΗΣΕ!
Ο Φρανκ κοίταξε γύρω του. Παντού εμφανίζονταν κεφάλια να πηγαίνουν πάνω-κάτω. Δεν υπήρχαν καθόλου γυναίκες στην αίθουσα. Έμοιαζε λες και οι τύποι τσιμπούκωναν ο ένας τον άλλο. Του ‘διναν να καταλάβει. Ακούραστοι. Αυτοί που κάθονταν μόνοι τους φαίνονταν σαν να τραβάνε μαλακία. Το τυρί ήταν καλό. Μακάρι ο ρεσεψιονίστ να του χε δώσει λίγο παραπάνω.
ΑΡΧΙΣΕ ΝΑ ΓΔΥΝΕΙ ΤΗΝ ΜΠΛΑΝΣ.
Και κάθε φορά που κοιτούσε γύρω του, ένας τύπος πλησίαζε όλο και πιο κοντά του. Όποτε ο Φρανκ γύριζε το κεφάλι του να δει την ταινία, ο τύπος μετακινούνταν δυο ή τρεις θέσεις πιο κοντά.
ΕΚΑΝΕ ΕΡΩΤΑ ΣΤΗ ΜΠΛΑΝΣ ΟΤΑΝ ΕΚΕΙΝΗ ΗΤΑΝ ΑΒΟΗΘΗΤΑ ΝΑΡΚΩΜΕΝΗ.
Κοίταξε πάλι. Ο τύπος ήταν μόλις τρεις θέσεις μακριά. Ανάσαινε βαριά. Και μετά βρισκόταν στη διπλανή θέση.
«Ω, γαμώτο!» είπε ο τύπος. «Ω, γαμώτο μου, ωωω, ωωω, ωωωωω. Α, α! Άιιιι! Ωχ!»
ΟΤΑΝ Η ΜΠΛΑΝΣ ΞΥΠΝΗΣΕ ΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΠΡΩΙ, ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΣΕ ΠΩΣ ΕΙΧΕ ΒΙΑΣΤΕΙ.
Ο τύπος βρωμούσε λες και δεν είχε σκουπίσει ποτέ τον κώλο του. Έσκυψε προς τη μεριά του, σταγόνες σάλιου έτρεχαν απ’ τις άκρες του στόματός του.
Ο Φρανκ άνοιξε το σουγιά του.
«Πρόσεχε!» του είπε. «Αν πλησιάσεις λίγο ακόμα μπορεί να χτυπήσεις.»
«Ω, θεέ μου!» είπε ο τύπος. Σηκώθηκε και έτρεξε κάτω στο διάδρομο, και μετά γρήγορα στη μπροστινή σειρά. Δυο τύποι του δίνανε να καταλάβει. Ο ένας τραβούσε μαλακία στον άλλον, καθώς ο δεύτερος του παιρνε πίπα. Ο τύπος που ενοχλούσε τον Φρανκ κάθισε εκεί δίπλα να τους παρακολουθήσει.
ΛΙΓΟ ΑΡΓΟΤΕΡΑ, Η ΜΠΛΑΝΣ ΔΟΥΛΕΥΕ ΣΕ ΟΙΚΟ ΑΝΟΧΗΣ.
Και μετά, ο Φρανκ ήθελε να κατουρήσει. Σηκώθηκε και προχώρησε προς την πινακίδα: Άντρων. Μπήκε μέσα. Πραγματικά βρωμούσε το μέρος. Ξερόβηξε, άνοιξε την πόρτα της τουαλέτας, προχώρησε μέσα. Έβγαλε έξω το πουλί του κι άρχισε να κατουράει. Μετά άκουσε φασαρία.
«Ωωωωω, ωωωωω, βρωμιάρη!» είπε κάποιος. «Ωωω, σατανικέ πούστη!»
Άκουσε τον τύπο να κόβει ένα κομμάτι κωλόχαρτο και να σκουπίζει το πρόσωπό του. Μετά, άρχισε να κλαίει. Ο Φρανκ βγήκε απ’ την τουαλέτα κι έπλυνε τα χέρια του. Δεν ήθελε να δει άλλο την ταινία. Και μετά βγήκε στο δρόμο, στο δρόμο για το ξενοδοχείο. Και μετά βρισκόταν στο λόμπι. Ο ρεσεψιονίστ του έκανε νόημα.
«Ναι;» ρώτησε ο Φρανκ.
«Κοιτάχτε, κύριε Έβανς, ζητώ συγγνώμη. Απλώς αστειευόμουν.»
«Για ποιο πράγμα;»
«Ξέρετε.»
«Όχι, δεν ξέρω.»
«Για το… Για το ότι χάνετε το μυαλό σας. Πίνω πολύ τελευταία, ξέρετε. Μην το πείτε σε κανέναν γιατί θα χάσω τη δουλειά μου. Αλλά πίνω. Το ξέρω ότι δεν χάνετε το μυαλό σας, απλά έκανα ένα αστείο.»
«Κι όμως, το χάνω το μυαλό μου,» έκανε ο Φρανκ, «κι ευχαριστώ για το τυρί.»
Μετά έστριψε κι ανέβηκε τη σκάλα. Όταν έφτασε στο δωμάτιο του, κάθισε στο γραφείο. Έβγαλε το σουγιά, τον άνοιξε, κοίταξε τη λεπίδα. Ήταν πολύ καλά ακονισμένη από τη μια μεριά. Θα μπορούσε να σκίσει σάρκα. Έκλεισε το σουγιά και τον έβαλε πίσω στην τσέπη του. Και μετά βρήκε χαρτί και μολύβι κι άρχισε να γράφει.
«Αγαπητή μητέρα,
Αυτή είναι μια διαβολική πόλη. Ο Διάβολος κάνει κουμάντο. Το σεξ είναι παντού και δεν χρησιμοποιείται ως όργανο της Ομορφιάς, όπως ο Θεός το όρισε, αλλά ως όργανο του Κακού. Ναι, σίγουρα, έπεσε στα χέρια του Διαβόλου, στα χέρια του Κακού. Νεαρά κορίτσια πιέζονται να πιουν τζιν, και μετά διακορεύονται απ’ αυτά τα τέρατα και οδηγούνται σε οίκους ανοχής. Είναι φρικτό. Είναι απίστευτο. Η καρδιά μου σπαράζει.
Προχώρησα κατά μήκος της ακτής εχθές. Όχι κατά μήκος της ακτής ακριβώς, αλλά από πάνω, από τις κορυφές των γκρεμών, και μετά σταμάτησα και ξαπόστασα, ανασαίνοντας την Ομορφιά. Η θάλασσα, ο ουρανός, η άμμος. H ζωή έγινε η Αιώνια Ευτυχία. Και μετά συνέβη το πιο απίστευτο πράγμα. Τρεις μικροί σκίουροι με είδαν από χαμηλά και σκαρφάλωσαν στο γκρεμό. Είδα τις μικρές φατσούλες τους να μου ρίχνουνε ματιές πίσω απ’ τους βράχους καθώς ανέβαιναν προς το μέρος μου. Τελικά έφτασαν στα πόδια μου. Κοίταξαν στα μάτια μου. Ποτέ, μητέρα, ποτέ δεν έχω ξαναδεί πιο όμορφα μάτια – ανέγγιχτα από την αμαρτία: όλος ο ουρανός, όλη η θάλασσα, όλη η Αιωνιότητα ήταν μέσα σε κείνα τα μάτια. Τελικά σηκώθηκα και…»

Κάποιος χτυπούσε την πόρτα. Ο Φρανκ σηκώθηκε, προχώρησε και άνοιξε. Ήταν ο ρεσεψιονίστ.
«Κύριε Έβανς, συγγνώμη, πρέπει να σας μιλήσω.»
«Μίλα μου.»
Ο ρεσεψιονίστ έκλεισε την πόρτα και στάθηκε μπροστά στον Φρανκ. Ο ρεσεψιονίστ βρώμαγε κρασί.
«Κύριε Έβανς, παρακαλώ μην πείτε τίποτα στη διεύθυνση για την παρεξήγηση μας.»
«Δεν ξέρω για τι πράγμα μιλάς.»
«Είστε σπουδαίος τύπος, κύριε Έβανς. Ξέρετε, τελευταία πίνω πολύ.»
«Σε συγχωρώ. Άντε, πήγαινε.»
«Κύριε Έβανς, υπάρχει κάτι που πρέπει να σας πω.»
«Εντάξει. Τι;»
«Είμαι ερωτευμένος μαζί σας, κύριε Έβανς.»
«Α, εννοείς με το πνεύμα μου, έτσι, αγόρι μου;»
«Όχι, με το σώμα σας, κύριε Έβανς.»
«Πώς;»
«Με το σώμα σας, κύριε Έβανς. Παρακαλώ μην προσβληθείτε, αλλά θέλω να με ξεσκίσετε.
ΞΕΣΚΙΣΤΕ ΜΕ, κύριε Έβανς! Μ’ έχει ξεσκίσει το μισό ναυτικό των Ηνωμένων Πολιτειών! Αυτά τα αγόρια ξέρουν καλύτερα, κύριε Έβανς. Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από μια καθαρή κωλοτρυπίδα!»
«Φύγε απ’ το δωμάτιό μου αμέσως.»
Ο ρεσεψιονίστ γράπωσε το λαιμό του Φρανκ, και μετά το στόμα του ήταν στο δικό του. Το στόμα του ρεσεψιονίστ ήταν πολύ υγρό και κρύο, βρωμούσε. Ο Φρανκ τον έσπρωξε μακριά.
«Σιχαμένε μπάσταρδε! ΜΕ ΦΙΛΗΣΕΣ!»
«Σ’ αγαπώ, κύριε Έβανς!»
«Σιχαμένο γουρούνι!»
Ο Φρανκ άρπαξε το σουγιά, τον άνοιξε, η λεπίδα πετάχτηκε έξω και την κάρφωσε στο στομάχι του ρεσεψιονίστ. Μετά την τράβηξε πίσω.
«Κύριε Έβανς – ω θεέ μου.»
Ο ρεσεψιονίστ έπεσε στο πάτωμα. Κρατούσε την πληγή και με τα δυο του χέρια για να σταματήσει την αιμορραγία.
«Μπάσταρδε! ΜΕ ΦΙΛΗΣΕΣ!»
Ο Φρανκ έσκυψε κάτω και ξεκούμπωσε το παντελόνι του ρεσεψιονίστ. Μετά έπιασε το πουλί του, το τράβηξε προς το μέρος του και το έκοψε λίγο πιο κάτω απ’ τη μέση.
«Ω θεέ μου, θεέ μου, θεέ μου,» είπε ο ρεσεψιονίστ.
Ο Φρανκ περπάτησε μέχρι το μπάνιο, και πέταξε το πράμα στην τουαλέτα. Μετά τράβηξε το καζανάκι. Και μετά έπλυνε τα χέρια του πολύ καλά με νερό και σαπούνι. Βγήκε έξω, ξανακάθισε στο γραφείο. Έπιασε το μολύβι.

«αυτά έτρεξαν μακριά, αλλά εγώ είχα δει την Αιωνιότητα.
Μητέρα, πρέπει να φύγω απ’ αυτή την πόλη, απ’ αυτό το ξενοδοχείο – ο Διάβολος κάνει κουμάντο σχεδόν σε κάθε σώμα. Θα σου γράψω ξανά απ’ την επόμενη πόλη – ίσως το Σαν Φρανσίσκο, το Πόρτλαντ ή το Σιάτλ. Θέλω να μετακομίσω βόρεια. Σε σκέφτομαι συνέχεια κι ελπίζω να είσαι υγιής κι ευτυχισμένη, κι ο Θεός να είναι μαζί σου.
Με αγάπη,
Ο γιός σου,
Φρανκ»

Έγραψε τη διεύθυνση στο φάκελο, τον σφράγισε, κόλλησε ένα γραμματόσημο και μετά προχώρησε και τον έβαλε στην εσωτερική τσέπη του παλτού του, που κρεμόταν στην ντουλάπα. Έπιασε μια βαλίτσα, την ακούμπησε στο κρεβάτι, κι άρχισε να πακετάρει.

μετάφραση: Άλεξ Κοάν

Επίσκεψη στον Ασθενή (Roberto Bolaño)

Είναι το 1976 και η Επανάσταση έχει ηττηθεί
αλλά ακόμα δεν το ξέρουμε.
Είμαστε 22, 23 ετών.
O Μάριο Σαντιάγο και γω περπατάμε έναν ασπρόμαυρο δρόμο.
Στο τέλος του δρόμου, σε μια γειτονιά κατευθείαν βγαλμένη από ταινία του πενήντα
βρίσκεται το σπίτι των γονιών του Νταρίο Γκαλισίας.
Είναι το έτος 1976 και έχουν τρυπανίσει το κρανίο του Νταρίο Γκαλισίας.
Είναι ζωντανός, η Επανάσταση έχει ηττηθεί, είναι μια ωραία μέρα
παρά τα βροχερά σύννεφα που έρχονται απ’ τον βορρά διασχίζοντας την κοιλάδα.
O Νταρίο μας δέχεται ανασηκωμένος σ’ ένα ντιβάνι.
Όμως πρώτα μιλάμε με τους γονείς του, δυο ηλικιωμένους ανθρώπους,
τον κύριο και την κυρία Σκίουρο, που μελετάνε πως το
δάσος
καίγεται από ένα πράσινο κλαδί αιωρούμενο στ’
όνειρο.
Και η μητέρα μας κοιτάζει και δε μας βλέπει ή βλέπει πράγματα για εμάς που εμείς ούτε καν τα ξέρουμε.
Είναι το 1976 και παρόλο που όλες οι πόρτες μοιάζουν ανοιχτές,
στην πραγματικότητα, αν δίναμε προσοχή, θα μπορούσαμε να ακούσουμε
πως μία-μία οι πόρτες κλείνουν.
Οι πόρτες: μεταλλικά τμήματα, πλάκες από ενισχυμένο χάλυβα,
που μία προς μία κλείνουν στην ταινία του απείρου.
Όμως είμαστε 22 ή 23 ετών και το άπειρο δε μας τρομάζει.
Έχουν τρυπανίσει το κρανίο του Νταρίο Γκαλισίας. Δυο φορές!
Και ένα απ’ τα ανευρύσματα σκάει στη μέση του Ονείρου.
Έτσι λοιπόν, ο Μάριο και γω περνάμε μέσα από μεξικάνικες ταινίες του σαράντα
και φτάνουμε στ’ αδύνατα χεριά του που στηρίζονται στα γόνατα του
σε στάση
χαλαρής αναμονής
Είναι το 1976, και είναι το Μεξικό, και οι φίλοι του λένε πως ο Νταρίο έχει ξεχάσει τα πάντα, μαζί και την δική του ομοφυλοφιλία.
Και ο πατέρας του Νταρίο λέει ότι όλα τ’ άσχημα συμβαίνουν για κάποιο λόγο.
Και έξω βρέχει καρεκλοπόδαρα:
στην αυλή της γειτονιάς η βροχή σαρώνει τις σκάλες
και τους διάδρομους
και γλιστράει στα πρόσωπα του Τιν Tαν, του Ραζόρτες και του Καλάμπρες
που καλύπτονται στην ημιδιαφάνεια το έτος 1976.
Και ο Νταρίο αρχίζει να μιλά. Είναι συγκινημένος.
Είναι χαρούμενος που χουμε έρθει να τον επισκεφτούμε.
Η φωνή του, όπως αυτή ενός πουλιού: αιχμηρή, μια διαφορετική φωνή,
σαν να του είχαν πειράξει τις φωνητικές χορδές.
Τα μαλλιά του έχουν αρχίσει να ξαναβγαίνουν, αλλά ακόμα μπορείς να δεις τα σημάδια απ’ τον τρυπανισμό.
Είμαι καλά, λέει.
Μερικές φόρες τ’ όνειρο είναι τόσο μονότονο.
Γωνίες, ανεξερεύνητες περιοχές, αλλά πάντα απ’ το ίδιο όνειρο.
Φυσικά δεν έχει ξεχάσει ότι είναι ομοφυλόφιλος (γελάμε)
όπως δεν έχει ξεχάσει να αναπνέει.
Ήμουν έτοιμος να πεθάνω, λέει αφού το σκέφτηκε για λίγο.
Για μια στιγμή πιστεύουμε πως θ’ αρχίσει να κλαίει.
Όμως δεν είναι αυτός που κλαίει.
Και δεν είναι ούτε ο Μάριο, ούτε εγώ.
Ωστόσο, κάποιος κλαίει ενώ το σούρουπο πέφτει με μια πρωτοφανή βραδύτητα.
Και ο Νταρίο λέει: το απόλυτο τριπάρισμα και μιλάει για την Βέρα που ήταν μαζί του στο νοσοκομείο
και για άλλα πρόσωπα που ο Μάριο και γω δε γνωρίζουμε και που τώρα,
ούτε εκείνος αναγνωρίζει.
Το ασπρόμαυρο τριπάρισμα των ταινιών του σαράντα και του πενήντα.
O Πέδρο Ινφάντε και ο Τόνυ Αγκιλάρ ντυμένοι σαν αστυνομικοί
ταξιδεύοντας με τις μηχανές τους στο ατελείωτο ηλιοβασίλεμα του Μεξικού.
Και κάποιος κλαίει όμως δεν είμαστε εμείς.
Αν ακούγαμε προσεκτικά θα μπορούσαμε να διακρίνουμε τον γδούπο απ’ τις πόρτες της ιστορίας ή
του πεπρωμένου.
Όμως ακούμε μονάχα το λαχάνιασμα κάποιου που κλαίει
σε κάποιο μέρος.
Και ο Μάριο αρχίζει να διαβάζει ποιήματα.
Διαβάζει ποιήματα στον Νταρίο, η φωνή του Μάριο τόσο ευχάριστη, ενώ έξω η βροχή πέφτει,
και ο Νταρίο ψιθυρίζει ότι του αρέσουν οι Γάλλοι ποιητές.
Ποιητές που μόνο εκείνος και ο Μάριο και’γω γνωρίζουμε.
Αγόρια απ’ την αδιανόητη τότε πόλη του Παρισιού, με τα μάτια ματωμένα
απ’ την αυτοκτονία.
Πόσο του αρέσουν!
Όπως μου άρεσαν οι δρόμοι του Μεξικού το 1968.
Ήμουν δεκαπέντε χρονών τότε και μόλις είχα φτάσει.
Ήμουν ένας δεκαπεντάχρονος μετανάστης όμως το πρώτο πράγμα που μου λένε
οι δρόμοι του Μεξικού
είναι ότι εδώ είμαστε όλοι μετανάστες, μετανάστες του Πνεύματος.
Αχ, οι όμορφοι, οι απερίσκεπτοι, οι απαίσιοι
δρόμοι του Μεξικού κρέμονται απ’ την άβυσσο
ενώ οι άλλες πόλεις του κόσμου
βυθίζονται στην ομοιομορφία και την σιωπή.
Και τα αγόρια, τα γενναία ομοφυλόφιλα αγόρια σημαδεμένα σαν φωσφορίζοντες άγιοι
όλα αυτά τα χρόνια, απ’ το 1968 έως
το 1976.
Σαν ένα τούνελ του χρόνου που η τρύπα του εμφανίζεται εκεί που δε το περιμένεις,
η μεταφυσική τρύπα των εφήβων πούστηδων που αντιμετωπίζουν – γενναιότεροι απ’ όλους! –
την ποίηση και τις αντιξοότητες.
Όμως είναι το έτος 1976 και το κεφάλι του Νταρίο Γκαλισίας έχει τα ανεξίτηλα σημάδια ενός τρυπανισμού.
Είναι το έτος πριν τους αποχαιρετισμούς
που προχωράει σαν ένα γιγάντιο μαστουρωμένο πουλί
στα τυφλά σοκάκια μιας γειτονιάς
που έχει παγώσει στον χρόνο.
Όπως ένας ποτάμι μαύρων ούρων που περιβάλλει την κεντρική αρτηρία του Μεξικού,
ένα ποτάμι φημισμένο και κατευθυνόμενο απ’ τους μαύρους αρουραίους του Τσαπουλτέπεκ,
ένα ποτάμι-λέξη,
ένα υγρό δαχτυλίδι των γειτονιών που χάθηκαν στο χρόνο.
Και παρόλο που η φωνή του Μάριο και η σημερινή φωνή του Νταρίο
αιχμηρή σαν ένα καρτούν
γεμίζουν τον αντίξοο αέρα μας με ζεστασιά,
ξέρω ότι στις εικόνες που με ευσέβεια λογαριάζουμε
στις διαφανείς εικόνες του μεξικάνικου πάθους
κρύβονται η μεγάλη προειδοποίηση και η μεγάλη συγγνώμη,
το ακατονόμαστο πράμα, μέρος του ονείρου, που πολλά χρόνια αργότερα
θα το αποκαλέσουμε με διάφορα ονόματα που σημαίνουν ήττα.
Η ήττα της αληθινής ποίησης, εκείνης που γράφουμε με το αίμα.
Και το σπέρμα και τον ίδρωτα, λέει ο Νταρίο.
Και τα δάκρυα, λέει ο Μάριο.
Παρόλο που κανείς απ’ τους τρεις δεν κλαίει.

μετάφραση: Σιλουάν Κ.

Αν πληρωνόμουν για τη συναισθηματική μου εργασία (Melissa Lozada-Oliva)

Αν πληρωνόμουν για τη συναισθηματική μου εργασία
θα είχα, πως το να το πω, παραπάνω από αρκετά χρήματα,
θα έπαιρνα εκατό διαφορετικές περούκες
φτιαγμένες από μαλλί εξωτικών αλόγων για να ταιριάζουν
με κάθε αλλαγή στη διάθεση μου. Θα αντικαθιστούσα όλα τα δόντια μου
με μικρά iPhone. Θα πλήρωνα όλους τους ψηλούς ανθρώπους
κι όσους φιλιούνται
για να σταθούνε λιγάκι πιο πίσω μου, επειδή είμαι πικρόχολη!
Θα φόραγα κραγιόν με σκόνη χρυσού, θα
σχεδίαζα ένα ολόσωμο τατουάζ
με το σχήμα του κορμιού μου
και θα το βάραγα στο σώμα μου. Θα πήγαινα για ψυχανάλυση.
Θα έπαιρνα φάρμακα. Θα αγόραζα επιτέλους ένα πόνι!
Θα προσλάμβανα κάποιον να προσέχει το πόνι μου,
θα καβαλούσα το πόνι μου στη μέση του δρόμου,
ώστε όλοι να το ζηλέψουν. Θα έστελνα
χίλιες πίτες σε σχήμα μισοφέγγαρου, γεμάτες
καρφιά στο σπίτι του Mike Pence. Θα προσλάμβανα έναν
σεμνό –σχετικά όμορφο- λευκό άντρα
να με ακολουθεί από πίσω, ώστε κάθε φόρα
που δεν με πιστεύεις, αυτός θα επαναλαμβάνει
ό,τι είπα,  κι έπειτα, όπως είναι φυσικό, θα με πιστεύεις.
Θα αντικαθιστούσα το λαρύγγι μου με μια μεγάλη
παστίλια για το λαιμό και έτσι δε θα κουραζόμουν
ποτέ να ουρλιάζω. Θα το έκανα επιστημονικά εφικτό!
Θα αγόραζα στη μητέρα μου κάτι
όμορφο να φοράει, θα αγόραζα στη μητέρα μου ένα σπίτι
σε ένα μέρος που θα μυρίζει πορτοκάλια,
θα φρόντιζα να τελειώσει το σχολείο η μικρή μου αδερφή.
Δεν θα πείναγα ποτέ, θα έδινα στην γιαγιάκα μου
όλες τις τηλεκάρτες που υπάρχουν στον κόσμο.

Αν είχα ένα κέρμα για κάθε φορά που έμεινα ξύπνια
ως αργά, για κάποιον που δε θα ξαγρυπνούσε ποτέ για μένα,
αν είχα ένα δολάριο για κάθε λεπτό
που προσπάθησα να κάνω έναν λυπημένο άντρα, λιγότερο λυπημένο,
αν είχα μια πένα για κάθε φόρα που έπρεπε να λυγίσω
και να τεντωθώ, για να αποδείξω σε κάποιον
ότι είμαι εδώ, ότι υπάρχω,
η καρδιά μου θα κουδούνιζε
και θα έτρεμε απ’ όλα τα κέρματα που θα έπεφταν
μέσα της. Θα σταματούσα να ψάχνω
μέσα στις τσέπες μου για κομμάτια του εαυτού μου
καλυμμένα με γάζες.
Θα επιδιόρθωνα το γουρουνάκι-κουμπαρά της ψυχής μου
θα του έδινα ένα φιλί,
θα το έβαζα πίσω στο ράφι,
θα νοιαζόμουν να φυλάξω μονάχα τον εαυτό μου
και δε θα ένοιωθα ποτέ ξανά
πως κάτι απ’ όλα αυτά είναι δικό μου λάθος
ή πως, για ακόμη μια φορά,
σου χρωστάω.

Μετάφραση: Φώντας Φ.

Η ζωή μου μέσα στους σωλήνες της επιβίωσης (Roberto Bolaño)

Eπειδή ήμουν πυγμαίος και κίτρινος και με ευχάριστα χαρακτηριστικά.
Και επειδή ήμουν έξυπνος και απρόθυμος να βασανιστώ
σε ένα στρατόπεδο εργασίας ή σ’ενα κελί ψυχιατρείου,
με έχωσαν σ’αυτόν τον ιπτάμενο δίσκο
και μου είπαν: πέτα και βρες τον προορισμό σου. ‘Ομως ποιον προορισμό
θα’πρεπε να βρω;
To στοιχειωμένο πλοίο έμοιαζε με τον Ολλανδό που περιπλανιέται
στους ουρανούς του κόσμου,
και’γω
σαν να ήθελα να ξεφύγω απ’την ανικανότητα μου, απ’τον μοναδικό μου
Σκελετό:
μια σουβλιά στο πρόσωπο της Θρησκείας,
μια μεταξένια μαχαιριά στην πλάτη της Ευτυχίας,
η διατήρηση της Ηθικής και της Δεοντολογίας
η επικείμενη απόδραση
απ’τους εκτελεστές αδερφούς μου
και απ’τους άγνωστους αδερφούς μου. Στο τέλος,
όλοι ανθρώπινοι και περίεργοι,
όλοι ορφανοί και τυφλοί παίχτες
στην άκρη της αβύσσου. Όμως όλα αυτά
μέσα στον ιπτάμενο δίσκο με άφηναν αδιάφορο.
Ή απόμακρο. Ή δευτερεύον. H σπουδαιότερη αρετή του προδοτικού μου είδους
είναι το θάρρος, ίσως το μόνο πράγμα που είναι αληθινό, oρατό ακόμα και
σε δάκρυα
και σε αντίο. Και το θάρρος ήταν αυτό που χρειαζόμουν κλειδωμένος
στο δίσκο, ρίχνοντας σκιές έκπληξης σε χωρικούς και μεθυσμένους,
σπρώχνοντας τους σε αρδευτικά κανάλια. Eπικαλέστηκα το θάρρος λοιπόν, ενώ
το στοιχειωμένο πλοίο
περνούσε μέσα απo γκέτο και πάρκα που για κάποιον πεζό
θα ήταν τεράστια, όμως για ‘μένα ήταν απλά ένα άσκοπο τατουάζ,
λόγια μαγνητικά και ανεξηχνίαστα, μετά βίας μια χειρονομία
που αχνοφαινόταν
κάτω απ’τον κουναβίσιο μανδύα του πλανήτη. Είχα γίνει
ο Στέφαν Τσβάιχ και έβλεπα το πλησίασμα της αυτοκτονίας μου;
Σχετικά μ’αυτό,
το τσουχτερό κρύο του πλοίου ήταν αναμφισβήτητο. Κιόμως,
μερικές φορές
ονειρευόμουν μια ζεστή χώρα, μια βεράντα
και μια πιστή, απελπισμένη αγάπη.
Τα χυμένα μου δάκρυα θα παρέμεναν στην επιφάνεια του δίσκου για μέρες,
μαρτυρία όχι για τον πόνο μου
αλλά για ένα είδος δοξασμένης ποίησης
που έσφιγγε το στήθος μου, τους κροτάφους
και τα μπούτια μου. Μια βεράντα
μια ζεστή χώρα
και μια αγάπη με μεγάλα πιστά μάτια,
πλησιάζοντας αργά μέσα απ’τα όνειρα μου, ενώ το πλοίο άφηνε
βραδυφλεγή μονοπάτια
στην άγνοια των αδερφών μου
και στην αθωότητα τους. Και ήμασταν μια σφαίρα φωτός -ο δίσκος και’γω-
στους αμφιβληστροειδείς των φτωχών αγροτών,
μια φθαρμένη εικόνα που ποτέ δε θα περιγράψει επαρκώς
τη λαχτάρα μου
και το μυστήριο της αρχής και του τέλους
αυτού του ακατανόητου
τεχνουργήματος. Έτσι και μέχρι το τέλος των ημερών μου, που υποβλήθηκαν
στη βούληση των ανέμων,
ονειρευόμενος καμιά φορά ότι ο δίσκος
έσπαγε σε κάποια οροσειρά της Αμερικής
και το πτώμα μου, σχεδόν χωρίς γρατζουνιά, αναδυόταν για να ιδωθεί
από παλιούς ορειβάτες και ιστορικούς:
ένα αυγό σε μια φωλιά από στριμμένα σίδερα. Oνειρευόμενος
ότι ο δίσκος και΄γω
είχαμε τελειώσει τον περιπαικτικό χορό μας,
τη ταπεινή μας κριτική της Πραγματικότητας
με μια ανώδυνη
και ανώνυμη συντριβή
σε κάποια απ’τις έρημους του πλανήτη. Ο θάνατος αυτός
δε μου’φερε καμία ειρήνη
γιατί αφού η σάρκα μου
σάπισε,
εγώ συνέχισα να ονειρεύομαι.

μετάφραση: Σιλουάν Κ.