Αναλόγιο

Επίσκεψη στον Ασθενή (Roberto Bolaño)

Είναι το 1976 και η Επανάσταση έχει ηττηθεί
αλλά ακόμα δεν το ξέρουμε.
Είμαστε 22, 23 ετών.
O Μάριο Σαντιάγο και γω περπατάμε έναν ασπρόμαυρο δρόμο.
Στο τέλος του δρόμου, σε μια γειτονιά κατευθείαν βγαλμένη από ταινία του πενήντα
βρίσκεται το σπίτι των γονιών του Νταρίο Γκαλισίας.
Είναι το έτος 1976 και έχουν τρυπανίσει το κρανίο του Νταρίο Γκαλισίας.
Είναι ζωντανός, η Επανάσταση έχει ηττηθεί, είναι μια ωραία μέρα
παρά τα βροχερά σύννεφα που έρχονται απ’ τον βορρά διασχίζοντας την κοιλάδα.
O Νταρίο μας δέχεται ανασηκωμένος σ’ ένα ντιβάνι.
Όμως πρώτα μιλάμε με τους γονείς του, δυο ηλικιωμένους ανθρώπους,
τον κύριο και την κυρία Σκίουρο, που μελετάνε πως το
δάσος
καίγεται από ένα πράσινο κλαδί αιωρούμενο στ’
όνειρο.
Και η μητέρα μας κοιτάζει και δε μας βλέπει ή βλέπει πράγματα για εμάς που εμείς ούτε καν τα ξέρουμε.
Είναι το 1976 και παρόλο που όλες οι πόρτες μοιάζουν ανοιχτές,
στην πραγματικότητα, αν δίναμε προσοχή, θα μπορούσαμε να ακούσουμε
πως μία-μία οι πόρτες κλείνουν.
Οι πόρτες: μεταλλικά τμήματα, πλάκες από ενισχυμένο χάλυβα,
που μία προς μία κλείνουν στην ταινία του απείρου.
Όμως είμαστε 22 ή 23 ετών και το άπειρο δε μας τρομάζει.
Έχουν τρυπανίσει το κρανίο του Νταρίο Γκαλισίας. Δυο φορές!
Και ένα απ’ τα ανευρύσματα σκάει στη μέση του Ονείρου.
Έτσι λοιπόν, ο Μάριο και γω περνάμε μέσα από μεξικάνικες ταινίες του σαράντα
και φτάνουμε στ’ αδύνατα χεριά του που στηρίζονται στα γόνατα του
σε στάση
χαλαρής αναμονής
Είναι το 1976, και είναι το Μεξικό, και οι φίλοι του λένε πως ο Νταρίο έχει ξεχάσει τα πάντα, μαζί και την δική του ομοφυλοφιλία.
Και ο πατέρας του Νταρίο λέει ότι όλα τ’ άσχημα συμβαίνουν για κάποιο λόγο.
Και έξω βρέχει καρεκλοπόδαρα:
στην αυλή της γειτονιάς η βροχή σαρώνει τις σκάλες
και τους διάδρομους
και γλιστράει στα πρόσωπα του Τιν Tαν, του Ραζόρτες και του Καλάμπρες
που καλύπτονται στην ημιδιαφάνεια το έτος 1976.
Και ο Νταρίο αρχίζει να μιλά. Είναι συγκινημένος.
Είναι χαρούμενος που χουμε έρθει να τον επισκεφτούμε.
Η φωνή του, όπως αυτή ενός πουλιού: αιχμηρή, μια διαφορετική φωνή,
σαν να του είχαν πειράξει τις φωνητικές χορδές.
Τα μαλλιά του έχουν αρχίσει να ξαναβγαίνουν, αλλά ακόμα μπορείς να δεις τα σημάδια απ’ τον τρυπανισμό.
Είμαι καλά, λέει.
Μερικές φόρες τ’ όνειρο είναι τόσο μονότονο.
Γωνίες, ανεξερεύνητες περιοχές, αλλά πάντα απ’ το ίδιο όνειρο.
Φυσικά δεν έχει ξεχάσει ότι είναι ομοφυλόφιλος (γελάμε)
όπως δεν έχει ξεχάσει να αναπνέει.
Ήμουν έτοιμος να πεθάνω, λέει αφού το σκέφτηκε για λίγο.
Για μια στιγμή πιστεύουμε πως θ’ αρχίσει να κλαίει.
Όμως δεν είναι αυτός που κλαίει.
Και δεν είναι ούτε ο Μάριο, ούτε εγώ.
Ωστόσο, κάποιος κλαίει ενώ το σούρουπο πέφτει με μια πρωτοφανή βραδύτητα.
Και ο Νταρίο λέει: το απόλυτο τριπάρισμα και μιλάει για την Βέρα που ήταν μαζί του στο νοσοκομείο
και για άλλα πρόσωπα που ο Μάριο και γω δε γνωρίζουμε και που τώρα,
ούτε εκείνος αναγνωρίζει.
Το ασπρόμαυρο τριπάρισμα των ταινιών του σαράντα και του πενήντα.
O Πέδρο Ινφάντε και ο Τόνυ Αγκιλάρ ντυμένοι σαν αστυνομικοί
ταξιδεύοντας με τις μηχανές τους στο ατελείωτο ηλιοβασίλεμα του Μεξικού.
Και κάποιος κλαίει όμως δεν είμαστε εμείς.
Αν ακούγαμε προσεκτικά θα μπορούσαμε να διακρίνουμε τον γδούπο απ’ τις πόρτες της ιστορίας ή
του πεπρωμένου.
Όμως ακούμε μονάχα το λαχάνιασμα κάποιου που κλαίει
σε κάποιο μέρος.
Και ο Μάριο αρχίζει να διαβάζει ποιήματα.
Διαβάζει ποιήματα στον Νταρίο, η φωνή του Μάριο τόσο ευχάριστη, ενώ έξω η βροχή πέφτει,
και ο Νταρίο ψιθυρίζει ότι του αρέσουν οι Γάλλοι ποιητές.
Ποιητές που μόνο εκείνος και ο Μάριο και’γω γνωρίζουμε.
Αγόρια απ’ την αδιανόητη τότε πόλη του Παρισιού, με τα μάτια ματωμένα
απ’ την αυτοκτονία.
Πόσο του αρέσουν!
Όπως μου άρεσαν οι δρόμοι του Μεξικού το 1968.
Ήμουν δεκαπέντε χρονών τότε και μόλις είχα φτάσει.
Ήμουν ένας δεκαπεντάχρονος μετανάστης όμως το πρώτο πράγμα που μου λένε
οι δρόμοι του Μεξικού
είναι ότι εδώ είμαστε όλοι μετανάστες, μετανάστες του Πνεύματος.
Αχ, οι όμορφοι, οι απερίσκεπτοι, οι απαίσιοι
δρόμοι του Μεξικού κρέμονται απ’ την άβυσσο
ενώ οι άλλες πόλεις του κόσμου
βυθίζονται στην ομοιομορφία και την σιωπή.
Και τα αγόρια, τα γενναία ομοφυλόφιλα αγόρια σημαδεμένα σαν φωσφορίζοντες άγιοι
όλα αυτά τα χρόνια, απ’ το 1968 έως
το 1976.
Σαν ένα τούνελ του χρόνου που η τρύπα του εμφανίζεται εκεί που δε το περιμένεις,
η μεταφυσική τρύπα των εφήβων πούστηδων που αντιμετωπίζουν – γενναιότεροι απ’ όλους! –
την ποίηση και τις αντιξοότητες.
Όμως είναι το έτος 1976 και το κεφάλι του Νταρίο Γκαλισίας έχει τα ανεξίτηλα σημάδια ενός τρυπανισμού.
Είναι το έτος πριν τους αποχαιρετισμούς
που προχωράει σαν ένα γιγάντιο μαστουρωμένο πουλί
στα τυφλά σοκάκια μιας γειτονιάς
που έχει παγώσει στον χρόνο.
Όπως ένας ποτάμι μαύρων ούρων που περιβάλλει την κεντρική αρτηρία του Μεξικού,
ένα ποτάμι φημισμένο και κατευθυνόμενο απ’ τους μαύρους αρουραίους του Τσαπουλτέπεκ,
ένα ποτάμι-λέξη,
ένα υγρό δαχτυλίδι των γειτονιών που χάθηκαν στο χρόνο.
Και παρόλο που η φωνή του Μάριο και η σημερινή φωνή του Νταρίο
αιχμηρή σαν ένα καρτούν
γεμίζουν τον αντίξοο αέρα μας με ζεστασιά,
ξέρω ότι στις εικόνες που με ευσέβεια λογαριάζουμε
στις διαφανείς εικόνες του μεξικάνικου πάθους
κρύβονται η μεγάλη προειδοποίηση και η μεγάλη συγγνώμη,
το ακατονόμαστο πράμα, μέρος του ονείρου, που πολλά χρόνια αργότερα
θα το αποκαλέσουμε με διάφορα ονόματα που σημαίνουν ήττα.
Η ήττα της αληθινής ποίησης, εκείνης που γράφουμε με το αίμα.
Και το σπέρμα και τον ίδρωτα, λέει ο Νταρίο.
Και τα δάκρυα, λέει ο Μάριο.
Παρόλο που κανείς απ’ τους τρεις δεν κλαίει.

μετάφραση: Σιλουάν Κ.

Αν πληρωνόμουν για τη συναισθηματική μου εργασία (Melissa Lozada-Oliva)

Αν πληρωνόμουν για τη συναισθηματική μου εργασία
θα είχα, πως το να το πω, παραπάνω από αρκετά χρήματα,
θα έπαιρνα εκατό διαφορετικές περούκες
φτιαγμένες από μαλλί εξωτικών αλόγων για να ταιριάζουν
με κάθε αλλαγή στη διάθεση μου. Θα αντικαθιστούσα όλα τα δόντια μου
με μικρά iPhone. Θα πλήρωνα όλους τους ψηλούς ανθρώπους
κι όσους φιλιούνται
για να σταθούνε λιγάκι πιο πίσω μου, επειδή είμαι πικρόχολη!
Θα φόραγα κραγιόν με σκόνη χρυσού, θα
σχεδίαζα ένα ολόσωμο τατουάζ
με το σχήμα του κορμιού μου
και θα το βάραγα στο σώμα μου. Θα πήγαινα για ψυχανάλυση.
Θα έπαιρνα φάρμακα. Θα αγόραζα επιτέλους ένα πόνι!
Θα προσλάμβανα κάποιον να προσέχει το πόνι μου,
θα καβαλούσα το πόνι μου στη μέση του δρόμου,
ώστε όλοι να το ζηλέψουν. Θα έστελνα
χίλιες πίτες σε σχήμα μισοφέγγαρου, γεμάτες
καρφιά στο σπίτι του Mike Pence. Θα προσλάμβανα έναν
σεμνό –σχετικά όμορφο- λευκό άντρα
να με ακολουθεί από πίσω, ώστε κάθε φόρα
που δεν με πιστεύεις, αυτός θα επαναλαμβάνει
ό,τι είπα,  κι έπειτα, όπως είναι φυσικό, θα με πιστεύεις.
Θα αντικαθιστούσα το λαρύγγι μου με μια μεγάλη
παστίλια για το λαιμό και έτσι δε θα κουραζόμουν
ποτέ να ουρλιάζω. Θα το έκανα επιστημονικά εφικτό!
Θα αγόραζα στη μητέρα μου κάτι
όμορφο να φοράει, θα αγόραζα στη μητέρα μου ένα σπίτι
σε ένα μέρος που θα μυρίζει πορτοκάλια,
θα φρόντιζα να τελειώσει το σχολείο η μικρή μου αδερφή.
Δεν θα πείναγα ποτέ, θα έδινα στην γιαγιάκα μου
όλες τις τηλεκάρτες που υπάρχουν στον κόσμο.

Αν είχα ένα κέρμα για κάθε φορά που έμεινα ξύπνια
ως αργά, για κάποιον που δε θα ξαγρυπνούσε ποτέ για μένα,
αν είχα ένα δολάριο για κάθε λεπτό
που προσπάθησα να κάνω έναν λυπημένο άντρα, λιγότερο λυπημένο,
αν είχα μια πένα για κάθε φόρα που έπρεπε να λυγίσω
και να τεντωθώ, για να αποδείξω σε κάποιον
ότι είμαι εδώ, ότι υπάρχω,
η καρδιά μου θα κουδούνιζε
και θα έτρεμε απ’ όλα τα κέρματα που θα έπεφταν
μέσα της. Θα σταματούσα να ψάχνω
μέσα στις τσέπες μου για κομμάτια του εαυτού μου
καλυμμένα με γάζες.
Θα επιδιόρθωνα το γουρουνάκι-κουμπαρά της ψυχής μου
θα του έδινα ένα φιλί,
θα το έβαζα πίσω στο ράφι,
θα νοιαζόμουν να φυλάξω μονάχα τον εαυτό μου
και δε θα ένοιωθα ποτέ ξανά
πως κάτι απ’ όλα αυτά είναι δικό μου λάθος
ή πως, για ακόμη μια φορά,
σου χρωστάω.

Μετάφραση: Φώντας Φ.

Η ζωή μου μέσα στους σωλήνες της επιβίωσης (Roberto Bolaño)

Eπειδή ήμουν πυγμαίος και κίτρινος και με ευχάριστα χαρακτηριστικά.
Και επειδή ήμουν έξυπνος και απρόθυμος να βασανιστώ
σε ένα στρατόπεδο εργασίας ή σ’ενα κελί ψυχιατρείου,
με έχωσαν σ’αυτόν τον ιπτάμενο δίσκο
και μου είπαν: πέτα και βρες τον προορισμό σου. ‘Ομως ποιον προορισμό
θα’πρεπε να βρω;
To στοιχειωμένο πλοίο έμοιαζε με τον Ολλανδό που περιπλανιέται
στους ουρανούς του κόσμου,
και’γω
σαν να ήθελα να ξεφύγω απ’την ανικανότητα μου, απ’τον μοναδικό μου
Σκελετό:
μια σουβλιά στο πρόσωπο της Θρησκείας,
μια μεταξένια μαχαιριά στην πλάτη της Ευτυχίας,
η διατήρηση της Ηθικής και της Δεοντολογίας
η επικείμενη απόδραση
απ’τους εκτελεστές αδερφούς μου
και απ’τους άγνωστους αδερφούς μου. Στο τέλος,
όλοι ανθρώπινοι και περίεργοι,
όλοι ορφανοί και τυφλοί παίχτες
στην άκρη της αβύσσου. Όμως όλα αυτά
μέσα στον ιπτάμενο δίσκο με άφηναν αδιάφορο.
Ή απόμακρο. Ή δευτερεύον. H σπουδαιότερη αρετή του προδοτικού μου είδους
είναι το θάρρος, ίσως το μόνο πράγμα που είναι αληθινό, oρατό ακόμα και
σε δάκρυα
και σε αντίο. Και το θάρρος ήταν αυτό που χρειαζόμουν κλειδωμένος
στο δίσκο, ρίχνοντας σκιές έκπληξης σε χωρικούς και μεθυσμένους,
σπρώχνοντας τους σε αρδευτικά κανάλια. Eπικαλέστηκα το θάρρος λοιπόν, ενώ
το στοιχειωμένο πλοίο
περνούσε μέσα απo γκέτο και πάρκα που για κάποιον πεζό
θα ήταν τεράστια, όμως για ‘μένα ήταν απλά ένα άσκοπο τατουάζ,
λόγια μαγνητικά και ανεξηχνίαστα, μετά βίας μια χειρονομία
που αχνοφαινόταν
κάτω απ’τον κουναβίσιο μανδύα του πλανήτη. Είχα γίνει
ο Στέφαν Τσβάιχ και έβλεπα το πλησίασμα της αυτοκτονίας μου;
Σχετικά μ’αυτό,
το τσουχτερό κρύο του πλοίου ήταν αναμφισβήτητο. Κιόμως,
μερικές φορές
ονειρευόμουν μια ζεστή χώρα, μια βεράντα
και μια πιστή, απελπισμένη αγάπη.
Τα χυμένα μου δάκρυα θα παρέμεναν στην επιφάνεια του δίσκου για μέρες,
μαρτυρία όχι για τον πόνο μου
αλλά για ένα είδος δοξασμένης ποίησης
που έσφιγγε το στήθος μου, τους κροτάφους
και τα μπούτια μου. Μια βεράντα
μια ζεστή χώρα
και μια αγάπη με μεγάλα πιστά μάτια,
πλησιάζοντας αργά μέσα απ’τα όνειρα μου, ενώ το πλοίο άφηνε
βραδυφλεγή μονοπάτια
στην άγνοια των αδερφών μου
και στην αθωότητα τους. Και ήμασταν μια σφαίρα φωτός -ο δίσκος και’γω-
στους αμφιβληστροειδείς των φτωχών αγροτών,
μια φθαρμένη εικόνα που ποτέ δε θα περιγράψει επαρκώς
τη λαχτάρα μου
και το μυστήριο της αρχής και του τέλους
αυτού του ακατανόητου
τεχνουργήματος. Έτσι και μέχρι το τέλος των ημερών μου, που υποβλήθηκαν
στη βούληση των ανέμων,
ονειρευόμενος καμιά φορά ότι ο δίσκος
έσπαγε σε κάποια οροσειρά της Αμερικής
και το πτώμα μου, σχεδόν χωρίς γρατζουνιά, αναδυόταν για να ιδωθεί
από παλιούς ορειβάτες και ιστορικούς:
ένα αυγό σε μια φωλιά από στριμμένα σίδερα. Oνειρευόμενος
ότι ο δίσκος και΄γω
είχαμε τελειώσει τον περιπαικτικό χορό μας,
τη ταπεινή μας κριτική της Πραγματικότητας
με μια ανώδυνη
και ανώνυμη συντριβή
σε κάποια απ’τις έρημους του πλανήτη. Ο θάνατος αυτός
δε μου’φερε καμία ειρήνη
γιατί αφού η σάρκα μου
σάπισε,
εγώ συνέχισα να ονειρεύομαι.

μετάφραση: Σιλουάν Κ.