Άννα Ντακ

σαλοου μι

Αν μ’αφήσεις, θα καταπιώ
μία μία τις νύχτες που σ’αφησα
στην εξώπορτα-πώς γίνεται πάντα
έτσι απλά
να σ’αφήνω να φύγεις;

Ή που θα πάω σπίτι να γράψω
καυλωμένες ρίμες
ή θα μ’αφήσεις

Υπόσχομαι πως μετά από τόσες
υγρές έρη(ι)μες, ρηχότητες
….. …………………
[συμπλήρωσε ώστε να είναι
ομοιοκατάληκτο με το «αφήσεις»‘]

χου αμ αι κιντινγκ

Ανάμεσα στο
«η ομορφιά σου με εξουθενώνει»
και στο «απόψε θα γαμηθώ
με τον τάδε»
υπάρχει
ένα κακοσερβιρισμένο
τζιν τόνικ γλυκερό
σαν ποίημα ερωτικό
με ομοιοκαταληξία και φεγγάρια

Δεν θέλω να δω το πρόσωπό σου
να το φωτίζουν τ’άστρα
Δεν θέλω να σ’αγαπάω τις Κυριακές
Δεν θέλω να σε ταΐσω πανκέικς στο κρεβάτι
Δεν θέλω να σε πάω στην εκκλησία καβάλα στο λευκό μου άτι

Θέλω το χρόνο να μετρή-
σουμε που μένει
με τις γλώσσες μας
και να τελειώνεις
απανωτά
μέχρι το στόμα σου
να μετατραπεί
σε επιφώνημα

γιου κειμ

Ήξερα πως θα’ρθεις
γιατί τα μάγουλά μου καίγανε
ο λαιμός μου είχε στεγνώσει
και το κεφάλι μου έτριζε
μέχρι που το ξύλινο πάτωμα
άρχιζε να τρίζει κι αυτό
απ’τα βήματά σου

κι εσύ έρεες,
έρεες από τις κόχες των ματιών μου
-πύρινη, κοφτερή- στο λαιμό μου,
πιο κοφτερή απ’τα δόντια σου,
πιο ανεξίτηλη απ’τα σημάδια που αφήσαν

Όλες αυτές οι περιγραφές, περί κεκομμένων ανασών, αυξομείωσης των καρδιακών παλμών και
καυλο-βερμπαλισμών,
δεν χωράνε την απλή κατακόκκινη αλήθεια:
Σε θέλω, δεν έχω ξανανιώσει έτσι
και ακούγεσαι υπέροχα όταν λες «χυύνω».

Πειραιώς

Κορίτσι μου,

τ’ αστέρια κάποτε θα πέσουν στη γη
και θα’ναι χωμάτινα

Στις πελώριες τρύπες που θα σχηματιστούν
θα βουτάν’οι άνθρωποι
γιατί στην κορυφή του Έβερεστ
το έτος διαρκεί 15 μικροσεκόντ λιγότερο
απ’ότι στην επιφάνεια της θάλασσας

Kαμιά φορά περνάω από την Πειραιώς
κι η ύπαρξή μου χάνει το νόημά της στα φανάρια ∙
τόσο εύκολα
σκέφτομαι πως θα ‘ταν να ζωντάνευαν τα χέρια της τοιχογραφίας
πως θα’ταν λες να υπήρχαν δυο πελώρια χέρια που προσεύχονται σε μας
πέρα από κείνα της μητέρας μας;

Oι φίλοι μου σε μετράνε σε λεπτά
είσαι λένε τόσες το πλήθος λέξεις

Εγώ λένε σε μετράω σε ήττες
και σε μερίδες των εξήντα εμ ελ

Αθροίζω πρωινές πρώτες σκέψεις,
εφηβικές παρορμήσεις που αναδύονται
μουσκεμένες
απ’την παχιά ρευστή σκοτεινιά του
μελλοντικού μου μεσοβδόμαδου
εαυτού

Άρα αν τα βάλουμε κάτω
δεν επιτρέπεται να σε σκεφτώ μεσημέρι

Εσένα

Θέλω
να μου περιγράψεις
το πρωί της ημέρας που
αποφάσισες
πως η μαμά σου δεν είναι
ο αγαπημένος σου άνθρωπος στη γη

Θέλω να μάθω αν φοβάσαι,
πως όταν
μεθάς και ψευδίζεις,
λιγάκι,
σταματάς να είσαι εντυπωσιακή

Θέλω να με μάθεις να ερμηνεύω την στιγμιαία αμηχανία σου όταν με βλέπεις

Θέλω να μου διηγηθείς τη μέρα σου, ξεκουμπώνοντας τα κουμπιά
εκείνου του
πράσινου-πετρόλ
πουκαμίσου,
που τόσο σου πάει

Θέλω την πρώτη σου σκέψη όταν ξυπνάς,
τα κυριακάτικα μεσημέρια σου,
τα πρωινά που ξυπνάς με χανγκόβερ

[Θέλω να θέλεις την πρώτη μου σκέψη όταν ξυπνάω,
τα κυριακάτικα μεσημέρια μου,
τα πρωινά που ξυπνάω με χανγκόβερ]

Θέλω να σου αφιερώσω όλο τον γιώργο δομιανό

Θέλω να μάθω
ποιο είναι το αγαπημένο σου σημείο να σε χαϊδεύουν στην πλάτη
και αν
όταν τελειώνεις
θέλεις
να σε κοιτάζω
στα μάτια.