Άνα Γκραμ

Τεχνητό

Τα μάτια της φυλλωσιάς δακρύζουν
και απ’το χώμα αναβλύζει πράσινο υγρό.
Το τοπίο γεμίζει ασφυκτικά με χρώμα
κρυστάλλινο, ρευστό και κρύο
κοκκινόχρωμο, σκληρό και πέτρινο,
λερωμένες ανάσες απ’το έδαφος
λασπωμένη μυρωδιά άγριας Γης.
Γιγάντια χέρια απλώνονται πάνω στο σκληροτράχηλο χαλί
δεν αφήνεις ούτε μια σταγόνα κενή,
ούτε ένα σημείο να λάμψει δίχως τεχνητό φως.
Όλο το ατόφιο χρυσάφι μυρίζει πια τσιμέντο
και οι άσπρες κουκκίδες γεννιούνται μέσα απ’το γκριζωπό πλακάκι.
Ο,τι κινείται πια μυρίζει σαν και σένα, είναι ντυμένο με κεντημένα ρούχα,
φτιαγμένα απ’την δική σου την κλωστή.
Βαμμένο χρυσαφένια απ΄το δικό σου το πινέλο
και πνιγμένο απ’τα ατσάλινα παιδιά σου.