Άλεξ Κοάν

Για ένα συκώτι

Με πήρε τηλέφωνο μετά από τέσσερα χρόνια. Ούτε τον είχα δει, ούτε τον είχα ακούσει τόσο καιρό, αλλά εκείνη την Κυριακή με πήρε τηλέφωνο. Δεν απάντησα, το άφησα να χτυπάει. Το καθίκι είχε εξαφανιστεί από προσώπου γης και τώρα ξαφνικά με θυμόταν. Αλλά δεν πάει έτσι, όποτε του καυλώσει, όχι. Ούτε στην κηδεία της μάνας μας δεν είχε έρθει. Και τώρα τι; Να με πάρει να μου πει τι δηλαδή; Να μου ζητήσει δανεικά; Με τίποτα, δεν του δίνω φράγκο. Να πα να γαμηθεί, είναι Κυριακή και θέλω να ξεκουραστώ, και στο κάτω-κάτω δε θέλω καμιά σχέση μαζί του. Αφού αυτός μας παράτησε και μας διέγραψε, τότε κι εγώ δεν έχω να του πω τίποτα, ούτε και θέλω να τον ακούω.

Αργότερα το μετάνιωσα. Στην τελική ήταν ο μικρός μου αδερφός. Κι αν είχε πραγματικά κάποια μεγάλη ανάγκη, τότε έπρεπε τουλάχιστον να τον αφήσω να μου την πει. Ναι, αυτός μπορεί να μας είχε γράψει στ’ αρχίδια του, αλλά εγώ δεν ήμουν σαν κι αυτόν. Τον πήρα πίσω.

«Στέλιο;» ρώτησα αμήχανα όταν το σήκωσε.
«Ερρίκο, εσύ;» έκανε εξίσου αμήχανα.
«Εγώ. Με πήρες τηλέφωνο;»
«Ναι, ναι, σε πήρα.»
«Α… Όλα καλά;»
«Καλά… ε, δηλαδή… όχι και τόσο… άκου, πρέπει να βρεθούμε. Πρέπει να σου μιλήσω.»
Δανεικά θα ήθελε το λαμόγιο, ήμουν σίγουρος, ποιος ξέρει που σκατά είχε μπλέξει πάλι. Αλλά έκανα το κορόιδο. Ήθελε μπινελίκι κανονικά, έπρεπε να του ρίξω πολύ βρισίδι, αλλά το μάσησα. Ούτε καν ρώτησα που είχε χαθεί τόσα χρόνια. Είπα μόνο:
«Εντάξει, να βρεθούμε. Πότε και που;»
Κανονίσαμε για Τετάρτη βράδι, σ’ ένα παρακμιακό μπαράκι κοντά στην παλιά μας γειτονιά, στα κάτω Πατήσια.

Για τον Στέλιο να σας πω τι παραπάνω; Όπως είπα τον είχα χάσει εντελώς για τέσσερα χρόνια, ούτε ήξερα που βρισκόταν, τι έκανε, τίποτα. Φαντάζομαι τα ίδια που έκανε όλη του τη ζωή, θα έπινε, θα εθιζόταν σε όποια μαλακία έβρισκε, θα έχανε τα λεφτά του στο τζόγο, θα έκανε τίποτα μικροκλοπές και μικροαπατεωνιές για να επιβιώσει και τα λοιπά. Γενικότερα θα συνέχιζε να καταστρέφει τη ζωή του με όποιον τρόπο μπορούσε και θα πλήγωνε όποιον νοιαζόταν πραγματικά για κείνον. Όπως πχ τη μάνα μας, που πέθανε πριν μια τριετία. Και ούτε καν εμφανίστηκε στην κηδεία της. Ούτε καν αυτό. Στ’ αρχίδια του όλα.

Συναντηθήκαμε στο μπαρ και ήταν, πραγματικά, σε κακό χάλι. Αξύριστος, άπλυτος, βρωμοκοπούσε λίγδα, τσιγάρο και αλκοόλ, με ρούχα κουρέλια και κάτι μάτια λες κι είχε γυρίσει από βομβιστική επίθεση στη Βαγδάτη, λες κι είχε δει πεντακόσια διαμελισμένα πτώματα να πέφτουνε στα πόδια του, με μαύρους κύκλους και γεμάτα απελπισία κι απόγνωση. Σκέφτηκα ότι θα χε χάσει πολλά, πάρα πολλά, θα χε μπλέξει με τοκογλύφους και ποιος ξέρει τι άλλους απατεώνες, θα χρωστούσε τα κέρατά του και ίσως και να απειλούταν ακόμα κι η ζωή του. Σ’ αυτό το τελευταίο μόνο είχα πέσει μέσα.

Στην αρχή η κουβέντα ήτανε άβολη, πολύ άβολη. Ήθελα να τον βρίσω, αλήθεια, ήθελα να του πω “ρε μαλακιστήρι, τέσσερα χρόνια είχες εξαφανιστεί, ο πατέρας μας είχε τρελαθεί μέχρι που τελικά τον έπεισα να σε διαγράψει, και τώρα ξαφνικά με θυμήθηκες να μου ζητήσεις λεφτά; Όταν πέθαινε η μάνα μας που ήσουν;”. Αλλά βλέποντας τον σ’ αυτήν την κατάσταση δε μου πήγε η καρδιά. Δε μιλούσε καθόλου, κι ούτε τολμούσε να με κοιτάξει στα μάτια, μόνο έπινε γουλιά-γουλιά τη μπύρα του και περίμενε. Περίμενε την κατάλληλη στιγμή, μα, μην έχοντας τι να συζητήσω μαζί του, δεν τη βρήκε. Οπότε μου το πε έτσι, απότομα και δίχως πρόλογο:
«Ερρίκο, άκου… χρειάζομαι το συκώτι σου.»
«Τι;»
«Χρειάζομαι το συκώτι σου. Άκου, έχω καρκίνο. Στο ήπαρ, σε πολύ προχωρημένο στάδιο. Θα πεθάνω, Ερρίκο, άκου, πρέπει να με βοηθήσεις.»
«Καρκίνο;»
«Ναι, στο ήπαρ, στο συκώτι. Σε τελικό στάδιο. Δεν έχω πολύ χρόνο, ο γιατρός μου είπε έξι μήνες το πολύ. Το πολύ έξι μήνες, Ερρίκο, ακούς; Πρέπει να με βοηθήσεις.»
«Πώς; Πότε το μαθες;»
«Δεν έχει σημασία, πρόσφατα. Άκου, δε θα ζήσω. Πρέπει να κάνω μεταμόσχευση είπε ο γιατρός, μόνο έτσι θα έχω ελπίδες. Μου είπε πρέπει να βρω δότη, πρέπει να βρω ένα συκώτι συμβατό με τον οργανισμό μου. Αλλιώς θα πεθάνω, είναι σίγουρο.»
«Θεέ μου, τι είν’ αυτά που λες;»
«Αυτό που σου λέω, Ερρίκο, πεθαίνω! Πρέπει να με βοηθήσεις, πρέπει να μου δώσεις το συκώτι σου, δε γίνεται αλλιώς!»
«Ηρέμησε, Στέλιο, ηρέμησε. Ας τα πάρουμε απ’ την αρχή. Έχεις καρκίνο του ήπατος.»
«Ναι, και πεθαίνω.»
«Περίμενε. Σε προχωρημένο στάδιο.»
«Ναι, πολύ προχωρημένο.»
«Σε ποιόν γιατρό πήγες;»
«Σ’ έναν, σε δημόσιο.»
«Στον Άγιο Σάββα;»
«Τι σημασία έχει;»
«Έχει.»
«Ναι.»
«Και τι σου πε ο γιατρός;»
«Ότι πεθαίνω.»
«Πιο συγκεκριμένα.»
«Ότι έχω καρκίνο στο συκώτι, σε πολύ προχωρημένο στάδιο. Μου έδωσε περίπου έξι μήνες ζωής αν δεν κάνω άμεσα μεταμόσχευση. Αν κάνω έχω ελπίδες, πολλές. Έτσι είπε. Και μετά βέβαια χημειοθεραπείες και λοιπά. Αλλά θα χω πολλές ελπίδες.»
«Και ψάχνεις δότη;»
«Ναι, συμβατό δότη.»
«Και σκέφτηκες εμένα, ε;»
«Ερρίκο, άκου, το ξέρω, τα χω κάνει σκατά, ναι, εντάξει. Αλλά τώρα σου μιλάω σοβαρά, θα πεθάνω. Άκου, εσύ θα σαι εντάξει, δε θα πάθεις τίποτα. Μου εξήγησε ο γιατρός, ο δότης ποτέ δεν βγάζει πρόβλημα. Δεν θα πάρουν καν όλο σου το συκώτι, μόνο ένα κομμάτι, ένα μικρό κομμάτι μόνο, κι έπειτα το υπόλοιπο θα ξαναβγεί. Και θα αντικαταστήσουν μ’ αυτό το κομμάτι το δικό μου συκώτι. Κι εγώ θα σωθώ, κι εσύ θα σαι εντάξει, δε θα πάθεις τίποτα.»
Του ζήτησα λίγο χρόνο να το σκεφτώ, μου είπε δεν έχει χρόνο, του απάντησα ότι θα του πω οριστικά σε τρεις μέρες, δε μπορούσα νωρίτερα. Με πίεσε και του πα να πάει να γαμηθεί, αν βιαζόταν τόσο να έψαχνε άλλο δότη ή απλά να περίμενε να πεθάνει με τον ίδιο τρόπο που χε ζήσει όλη του τη ζωή – μόνος του και εξαθλιωμένος. Το δέχτηκε. Μου είπε θα περιμένει. Και να μην πω τίποτα στο μπαμπά. Δε θα του έλεγα ούτως ή άλλως.
Το σκέφτηκα, το σκέφτηκα πολύ, έψαξα στο ίντερνετ να βρω πληροφορίες, ρώτησα και το γιατρό μου, πως γίνεται η μεταμόσχευση, ποιες οι πιθανότητες επιτυχίας για τον ασθενή, ποιοι οι κίνδυνοι για τον δότη. Δεν ήταν αλήθεια ότι δε θα πάθαινα τίποτα, αντιθέτως θα ταν σχεδόν εξίσου επικίνδυνο για μένα όσο και για τον Στέλιο. Υπήρχε 70% πιθανότητα να παρουσιάσω επιπλοκές στην υγεία μου, κι ένα, μικρό μα όχι αμελητέο, 10% ακόμα και να πεθάνω, από ηπατική ανεπάρκεια ή κάτι παρόμοιο. Κι όσο το σκεφτόμουν τόσο πιο πολύ κατέληγα πως δεν υπήρχε λόγος να ρισκάρω τη ζωή μου γι’ αυτό το ρεμάλι. Κι ας ήταν ο αδερφός μου. Φοβόμουνα.

Κι έπειτα, απολύτως αναμενόμενα, μου ήρθε η ιδέα – το πιο λογικό πράγμα που θα σκεφτόταν ο οποιοσδήποτε στη θέση μου. Πήρα το Στέλιο να βρεθούμε στο μπαρ, να το συζητήσουμε.

«Το καταλαβαίνω,» μου είπε. «Φοβάσαι. Δίκιο έχεις. Εξάλλου γιατί να ρισκάρεις για να σώσεις εμένα; Εγώ δεν αξίζω τίποτα. Τα χω κάνει σκατά, έχω καταστρέψει τη ζωή μου, σας έχω παρατήσει πόσα χρόνια, γιατί να με βοηθήσεις; Καταλαβαίνω, δεν υπάρχει λόγος.»
«Έλα, ηρέμησε. Τα χεις κάνει σκατά, ναι, αλλά δε θα σ’ αφήσω έτσι. Αδερφός μου είσαι στην τελική. Υπάρχει κι άλλη λύση.»
«Τι άλλη λύση ρε Ερρίκο; Τι μου λες τώρα; Ξέρεις πόσοι περιμένουν στην ουρά για ένα μόσχευμα; Από ζωντανό, από νεκρό, δεν έχει σημασία. Δε βρίσκεις έτσι απλά ένα συκώτι. Άστο, γάμα το, δεν πειράζει. Άσε με να πεθάνω, δίκιο θα χεις.»
«Χαλάρωσε ρε μαλάκα Στέλιο. Το ξέρω ότι δε βρίσκεις έτσι απλά ένα συκώτι, αλλά αν το θέλεις πραγματικά τότε μπορεί και να βρεις.»
«Τι θες να πεις;»
«Δεν καταλαβαίνεις;»
«Όχι.»
«Μαύρη αγορά, Στέλιο.»
«Τι; Συκώτι απ’ τη μαύρη;»
«Ακριβώς. Κοστίζει πολύ βέβαια, ναι, αλλά χαλάλι. Αν μου υποσχεθείς ότι θα σοβαρευτείς και θα κάνεις προσπάθεια να στρώσεις τη ζωή σου θα πληρώσω.»
«Το ρωτάς; Ήδη το έχω υποσχεθεί στον εαυτό μου, αν σωθώ απ’ αυτό θα αλλάξω, αλήθεια λέω αδερφέ μου, θα αλλάξω.»
«Ωραία. Τότε θα πληρώσω και θα σου πάρω ένα νέο συκώτι.»
«Πώς θα γίνει αυτό;»
«Το έψαξα λίγο, πλέον με το ίντερνετ φαίνεται πολύ απλό. Υπάρχει ένα μέρος, μια ιστοσελίδα ή κάτι τέτοιο, που λέγεται deep web. Εκεί μπορείς να ψωνίσεις ό,τι θες, έχει τα πάντα, μέσω bitcoin.»
«Μέσω τι;»
«Bitcoin, ένα ψηφιακό νόμισμα, δεν το χεις ακούσει;»
«Όχι, ποτέ.»
«Ναι, τέλοσπάντων, ούτε εγώ ξέρω πολλά απ’ αυτά, δεν τα πολυκαταλαβαίνω κιόλας, άλλα έχω έναν φίλο κομπιουτερά που μπορεί να με βοηθήσει, δε θα ναι και τόσο δύσκολο. Λοιπόν, τι λες; Το κάνουμε έτσι;»
«Τι να σου πω ρε Ερρίκο; Αν υπάρχει περίπτωση να τη γλιτώσω έτσι τότε είμαι μέσα.»
«Ωραία, εντάξει, θα το βάλω μπρος λοιπόν.»
«Ναι, αλλά σύντομα, ε; Δεν έχω πολύ χρόνο.»
«Μέχρι μεθαύριο θα το χω κανονίσει.»
«Εντάξει. Σ’ ευχαριστώ ρε Ερρίκο. Αλήθεια, σ’ ευχαριστώ.»
«Έλα, ντάξει τώρα.»
«Όχι, αλήθεια, μου σώζεις κυριολεκτικά τη ζωή. Αλήθεια, αν βγω ζωντανός θα αλλάξω, το ορκίζομαι.»
«Εντάξει, σε πιστεύω, φτάνει τώρα. Λοιπόν, έφυγα, θα είμαστε σε επικοινωνία.»
«Κάτσε, περίμενε, τα λεφτά που θα τα βρεις;»
«Μη σε απασχολεί αυτό.»
«Θα ναι πολλά.»
«Μη σε απασχολεί σου λέω.»
«Άκου, έχω ένα σιγουράκι για την επόμενη βδομάδα, στα άλογα, παίζεις ένα παίρνεις εφτά, μπορούμε να βγάλουμε πολύ χρ…»
«Ρε μαλάκα Στέλιο, τι είπαμε; Δεν είπαμε θα αλλάξεις;»
«Ναι, θ’ αλλάξω, αλλά αυτό είναι σίγουρο, τελευταία φορά, ίσα-ίσα να βγάλουμε τα απαραίτητα και μετά τέλος.»
«Όχι, ξεκόλλα. Σου είπα, μη σε απασχολούν τα λεφτά, θα τα βρω.»
«Καλά, όπως θες.»
«Τα λέμε.»
«Ναι, ευχαριστώ. Τα λέμε.»
Η διαδικασία ήταν η εξής: πρώτα έπρεπε να κατεβάσω το tor browser, ένα πρόγραμμα περιήγησης όπως το firefox κι όλα αυτά, μέσω του οποίου όμως θα αποκτούσα πρόσβαση σ’ αυτό που λέμε deep web. Έπειτα έπρεπε να βρω τη σωστή ιστοσελίδα, το σωστό μάρκετ, απ’ όπου θα αγόραζα το ήπαρ. Βρήκα ένα στην τύχη, το οποίο είχε μέσα τόση ποικιλία (από ανθρώπινα όργανα μέχρι όπλα και παιδική πορνογραφία) και τόσους χρήστες που μου φάνηκε έμπιστο. Μπήκα στην κατηγορία των συκωτιών. Είχε αρκετά, κι οι τιμές τους κυμαίνονταν από 20 μέχρι 21 bitcoins. Περίεργο, σκέφτηκα, μου φάνηκαν πολύ φτηνά. Μετά κατάλαβα ότι σε ευρώ αυτό σήμαινε από 140 μέχρι 150 χιλιάδες. Πιο λογικό αυτό, κάπου εκεί τα χα υπολογίσει κι εγώ.

Το ν’ αγοράσεις ένα bitcoin ή λιγότερο ήταν σχετικά εύκολο, αλλά όταν μιλούσαμε για τόσα πολλά δυσκόλευε το πράμα. Δε γινόταν απλά να βγάλω απ’ το λογαριασμό μου 140 χιλιάρικα (που, παρεμπιπτόντως, ήταν σχεδόν όλες οι οικονομίες εμένα και της γυναίκας μου) και να τ’ αγοράσω σε bitcoins, θα φαινόταν τέρμα ύποπτο. Έπρεπε να σπάσω κάπως τα λεφτά. Κι έπρεπε, κανονικά, να γίνει αυτό σταδιακά. Μα δεν υπήρχε πολύς χρόνος.
Οπότε, μέσα σε τρεις μέρες, έβγαλα όλο το χρήμα και αγόρασα bitcoins αξίας 10 χιλιάδων ευρώ σε 14 διαφορετικά sites-wallets (ψηφιακό πορτοφόλι δηλαδή, όπου θα κρατούσα τα λεφτά μέχρι να τα στείλω στη μαύρη αγορά για το συκώτι). Ε, κι έπειτα μπήκα στο μάρκετ, βρήκα έναν πωλητή αγνώστων στοιχείων και το παρήγγειλα. Στο μήνυμα του έγραψα μόνο τη διεύθυνση και το όνομα του Στέλιου, τίποτε άλλο. Μου απάντησε δυο μέρες αργότερα για να μ’ ενημερώσει ότι παρέλαβε τα φράγκα και την επόμενη θα φευγε το δέμα. Ναι, θα στελνε ένα ανθρώπινο συκώτι μέσω ταχυδρομείου. Μέσα σε φορμόλη ή κάτι τέτοιο, για να συντηρηθεί όσο γίνεται. Μου φαινόταν – και ήταν – τίγκα επικίνδυνο, αλλά δε μπορούσα να κάνω κάτι άλλο. Τουλάχιστον το πακέτο θα ταν εξπρές.

Και όντως, έφτασε μετά από μόλις πέντε μέρες. Σε μια χαρτόκουτα με κάτι γραμματόσημα με τη φάτσα του Γκάντι. Και τότε αρχίσαν τα μισόλογα. Είχα μόλις μπει στο σπίτι του Στέλιου – μια τρώγλη στην πλατεία Αμερικής.

«Έφτασε;» του φώναξα.
«Ναι,» απάντησε λάμποντας.
«Και; Είναι εντάξει;»
«Ναι, έτσι φαίνεται, μέσα στη φορμόλη. Να, δες το.» Άνοιξε το κουτί και μου το δειξε.
«Ωραία, ναι, εντάξει φαίνεται. Κομπλέ, πάμε στο γιατρό;»
«Ποιο γιατρό;»
«Όπου θες, και στον Άγιο Σάββα, και στον δικό μου, όπου προτιμάς.»
«Κάτσε ρε Ερρίκο, πώς θα γίνει αυτό; Θα πάμε έτσι στο γιατρό και θα του πούμε σου φέραμε ένα συκώτι, εγχείρησε με;»
«Ε, περίπου, ναι. Πώς αλλιώς;»
«Άκου, μην ασχοληθείς άλλο εσύ, ήδη έκανες αρκετά για μένα και το εκτιμώ πολύ. Θα το αναλάβω εγώ. Θα πάρω τηλέφωνο το γιατρό και θα κανονίσω την εγχείρηση για μια μέρα που θα μπορεί. Δε γίνονται έτσι απλά αυτά, είναι πολύ χρονοβόρα επέμβαση, πρέπει να βρεις μια μέρα που θα είναι ελεύθερος ο γιατρός.»
«Τι; Τι λες τώρα; Θα σαπίσει το συκώτι μέχρι να μπορέσει ο γιατρός!»
«Όχι, μην ανησυχείς, διατηρείται μια χαρά εδώ μέσα.»
«Μαλάκα Στέλιο, ξεκόλλα. Τώρα θα πάμε.»
«Ρε Ερρίκο, άκου λίγο, δε γίνεται έτσι απλά. Καταρχάς αυτό εδώ είναι ένα συκώτι απ’ τη μαύρη, που ένας Θεός ξέρει ποιο πιτσιρίκι σκότωσαν για να το πάρουν. Δε μπορώ να πάω σ’ έναν οποιονδήποτε γιατρό και να του το δώσω, θα με πάνε φυλακή. Άκου, έχω έναν δικό μου γιατρό, θα το κανονίσω μ’ αυτόν.»
«Τι μαλακίες μου λες ρε Στέλιο; Καταρχάς οι γιατροί δε μπορούν να σου κάνουν τίποτα, υπάρχει το απόρρητο.»
«Δεν έχει σημασία, είναι ρίσκο.»
«Και ποιος είναι αυτός ο γιατρός που ξέρεις;»
«Ένας, δικός μου άνθρωπος, έμπιστος, που κάνει τέτοιες δουλείες.»
«Μεταμοσχεύσεις συκωτιών;»
«Ναι, κι άλλα τέτοια.»
«Ρε πας καλά; Το χεις χάσει τελείως;»
«Ρε Ερρίκο, ηρέμησε σου λέω, ξέρω τι κάνω. Εμπιστεύσου με μια φορά στη ζωή σου.»
«Τι λες ρε βλαμμένε, τι να σ’ εμπιστευτώ; Παίζεται η ζωή σου κορώνα-γράμματα, το χεις καταλάβει; Κάθε λεπτό που περνάει σε φέρνει πιο κοντά στον τάφο κι εσύ μου λες άραξε, θα πάμε αύριο, σ’ έναν γιατρό δικό μου; Είσαι στα καλά σου;»
«Ρε γαμώτο, άκουσε με, φοβάμαι. Φοβάμαι να πάω με ένα συκώτι από τη μαύρη σ’ έναν οποιονδήποτε γιατρό και να του πω εγχείρησε με. Φοβάμαι.»
«Μα… Ουφ, δεν έχει νόημα. Τσάμπα το συζητάμε τόση ώρα, αφού την έχεις πάρει την απόφαση σου. Εντάξει ρε Στέλιο, όπως θες. Κάντο όπως νομίζεις εσύ.»
«Το ξερα ότι θα καταλάβεις, αδερφέ μου.»
Όντως είχα καταλάβει. Την είχα πια ψιλιαστεί την όλη φάση. Τα μάσαγε. Τις προάλλες με πίεζε για χρόνο και τώρα, που χε ένα ολοκαίνουριο συκώτι μπροστά του, στη φορμόλη, μου λεγε θα πάει στον γιατρό αύριο. Δε φοβότανε. Όχι. Όταν κρέμεται όλη σου η ζωή από μια κλωστή δε σκέφτεσαι έτσι. Ότι τι δηλαδή θα έκανε ένας κανονικός γιατρός; Θα τον κάρφωνε επειδή του φερε μαύρο συκώτι; Που και να τον κάρφωνε, τι σημασία είχε; Τουλάχιστον θα χε σώσει τη ζωή του. Και ποιος στον πούτσο να ταν αυτός ο γιατρός που έλεγε, ο ‘δικός του’; Ποιος ξέρει τι κωλολαμόγιο θα τανε κι αυτός. Κάτι ύποπτο παιζόταν, ήμουν σίγουρος.

Μπήκα στο αμάξι μα δεν έφυγα. Όχι, δε θα τον άφηνα έτσι τον πούστη, κάτι βρώμικο μαγείρευε και θα το ανακάλυπτα. Έκανα μια γύρα στη γειτονιά και πάρκαρα σ’ ένα στενό από πίσω. Περπάτησα και μπήκα σ’ ένα μίνι μάρκετ απ’ όπου είχα θέα στο σπίτι του Στέλιου. Αγόρασα μια μπύρα και ζήτησα απ’ τον Πακιστανό πωλητή να με αφήσει να κάτσω λίγο μέσα, να την πιω. Μου είπε εντάξει. Και κάθισα. Και περίμενα. Κι ήπια κι άλλη μια μπύρα. Κι ύστερα τον είδα να βγαίνει. Και κρατούσε στα χέρια του το πακέτο με το ήπαρ. Προχώρησε προς το παλιό Τογιότα Στάρλετ της μάνας μας. Τι σαράβαλο Θεέ μου, 30 χρονών αμάξι. Κι όμως, ακόμα πήγαινε. Και μάλιστα ο Στέλιος ζήτημα να το χε πάει πέντε φορές για σέρβις τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια που το χρησιμοποιούσε, και πάλι, δεν καταλάβαινε τίποτα αυτό το αυτοκίνητο. Τέλοσπάντων, πετάχτηκα και έτρεξα προς το δικό μου αμάξι (ένα Αϊγκο πενταετίας, παρεμπιπτόντως) κι έβαλα γρήγορα μπρος να προλάβω να τον ακολουθήσω.

Μετά από κάνα εικοσάλεπτο έφτασε έξω από μια μεζονέτα σ’ ένα περίεργο σημείο, κάπου μεταξύ Μενιδιού κι Άνω Λιοσίων, δεν είμαι σίγουρος, δεν τις ξέρω καθόλου αυτές τις περιοχές. Σταμάτησε και κατέβηκε. Το ίδιο έκανα κι εγώ, αρκετά μέτρα πιο πίσω, σε απόσταση ασφαλείας. Στάθηκα και τον είδα να μπαίνει μέσα, κρατώντας πάντα το δέμα με το ήπαρ στα χέρια. Πλησίασα λίγο. Τρομερά κιτς μεζονέτα, βαμμένη με έντονα χρώματα, κίτρινο και κόκκινο κυρίως, και με κάτι αγάλματα, απομιμήσεις αρχαιοελληνικών γλυπτών, στην αυλή και τα μπαλκόνια του πάνω ορόφου. Και χρυσά κάγκελα. Τέλοσπάντων, περίμενα εκεί, δεν πήγα πιο κοντά, φοβήθηκα μήπως με δει κανείς απ’ το παράθυρο. Ύστερα από λίγη ώρα άνοιξε η πόρτα κι ο Στέλιος βγήκε. Χωρίς το δέμα. Κι αμέσως το κατάλαβα τι είχε παιχτεί. Αλλά δεν αντέδρασα σωστά. Θόλωσα.

«Που είναι το συκώτι ρε μαλακισμένε;»
«Ωχ! Ερρίκο; Πώς βρέθηκες εδώ;»
«ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΣΥΚΩΤΙ ΡΕ ΠΟΥΣΤΗ;»
«Όπα, ηρέμησε, Ερρίκο, χαλάρωσε.»
«Ωραία ρε χαμένε, ηρεμώ, να, ηρέμησα. Μίλα τώρα.»
«Τι να πω;»
«Ρε θα σε γαμήσω ρε!»
«Όχι, Ερρίκο, μη, κάτσε, άκου, θα σου εξηγήσω.»
«Ακούω.»
«Έκανα την εγχείρηση.»
«Τι;»
«Αυτός ήταν ο γιατρός μου, με εγχείρησε.»
«Με δουλεύεις ρε καργιόλη; Μέσα σε πέντε λεπτά; Θα σε σκοτώσω!»
«Όχι, Ερρίκο, είναι γρήγορος αυτός, άκου, είναι καλός.»
«ΜΙΛΑ ΡΕ ΘΑ ΣΕ ΣΚΟΤΩΣΩ!»
«Εντάξει, εντάξει, θα σου πω. Πάμε λίγο πιο κει.»
«Πάμε στο αμάξι μου.» Πήγαμε.
«Ωραία, εντάξει, άκου. Θα στα πω όλα. Ήταν όντως ζήτημα ζωής και θανάτου, δεν σου πα ψέμματα γι’ αυτό. Είχα μπλέξει, είχα μπλέξει άσχημα. Χρώσταγα, πολλά λεφτά, πάρα πολλά.»
«Στο τζόγο τα χες χάσει;»
«Όχι. Δηλαδή έχασα κάποια κι εκεί, αλλά τα περισσότερα όχι.»
«Αλλά;»
«Πήγα να στήσω μια μπίζνα. Μπήκα μέσα, έχασα πολλά.»
«Τι μπίζνα;»
«Μια καφετέρια.»
«Άντε γαμήσου ρε, πες την αλήθεια.»
«Πουτάνες. Εμπόριο λευκής σαρκός, πώς το λένε; Τράφικινγκ.»
«Είσαι σιχαμένος.»
«Είμαι, το ξέρω, ναι.»
«Και τι έγινε;»
«Εγώ είχα αναλάβει να τις φέρω. Νοίκιασα ένα φορτηγάκι, ανέβηκα πάνω, Βαλκάνια, Ρουμανία, Σερβία και τέτοια. Και φόρτωσα μπόλικες, δέκα συγκεκριμένα. Μη ρωτήσεις για το πως και το τι, που βρήκα τις άκρες κι όλα αυτά, δε μπορώ να σου πω. Δεν έχει και σημασία. Και τις έφερα τέλοσπάντων στην Αθήνα. Κι έπρεπε μετά να τις παραδώσω σ’ έναν δικό μου, νταβατζή, ξέρεις.»
«Αυτόν εδώ με τα αγάλματα και τα χρυσά κάγκελα;»
«Όχι, όχι, άλλο αυτός. Θα σου πω. Τέλοσπάντων, η παράδοση κανονικά έπρεπε να γίνει άμεσα, αλλά ξέρεις τώρα, είχα δέκα γκόμενες στο φορτηγό, μουνάρες όλες τους, ε, είπα να περάσω κι εγώ λίγο χρόνο μαζί τους.»
«Και με τις δέκα;»
«Ε, ναι, αφού ήταν τ’ όνειρο μου από μικρός.»
«Να πας με δέκα;»
«Με περισσότερες από μια. Ε και τι να κάνω; Δέκα είχα εκείνη τη στιγμή, γιατί να πάω μόνο με τις τρεις πχ; Καταλαβαίνεις.»
«Ας πούμε.»
«Και τέλοσπάντων τις έφερα σπίτι και, ε…»
«Τι έγινε;»
«Μου τη φέρανε.»
«Το σκάσανε;»
«Όχι απλά το σκάσανε, με δείρανε κιόλας και μου κλέψανε και την προκαταβολή για τη δουλειά, εφτά χιλιάρικα κολλαριστά! Με κατέστρεψαν οι πουτάνες! Και ξύλο σου λέω, άσε, ακόμα κι οι δεκαπεντάχρονες μου ρίχνανε κάτι κλωτσίδια γάμησε τα!»
«Δεκαπεντάχρονες;»
«Α, δεν στο πα αυτό;»
«Τι λες ρε μαλακισμένο; Ακόμα και ανήλικες;»
«Ε, ήταν και κανα-δυο ανήλικες…»
«Κανα-δυό;»
«Εντάξει, όλες ανήλικες ήταν, εκτός από μια. Αυτή απ’ ότι κατάλαβα έκλεισε τα 18 στο φορτηγό της επιστροφής, τις άκουσα όλες πίσω ένα βράδι να τραγουδάνε το χάπι μπέρθντεϊ.»
«Τι λες ρε σιχαμένε άνθρωπε;»
«Αλλά ήταν όλες νταβραντισμένες, Ερρίκο, αλήθεια, τις έκανες τουλάχιστον για 20. Εκτός από δυο-τρεις που φαίνονταν τελείως πιτσιρίκες.»
«Θεέ μου! Είσαι τέρας!»
«Είμαι, ναι, το ξέρω. Αλλά το χειρότερο δεν είναι ότι είμαι τέρας, είναι ότι είμαι μαλάκας. Γιατί αν δεν τις κράταγα και τις παρέδιδα αμέσως θα πληρωνόμουν μια χαρά κι όλα κομπλέ.»
«Και τελικά;»
«Ε τι τελικά; Αφού τις έχασα έπρεπε να τις πληρώσω. Δώδεκα χιλιάρικα η κάθε μια, συν τα εφτά της προκαταβολής που μου κλεψαν, σύνολο 127 χιλιάδες. Που να τα βρω;»
«Κι έφτιαξες έτσι την ιστορία με τον καρκίνο στο συκώτι.»
«Ναι, ακριβώς.»
«Καλά ρε γαμημένε, κι αν εγώ τελικά σου έδινα το συκώτι μου τι θα έκανες; Θα το πούλαγες για να ξεπληρώσεις τις πουτάνες;»
«Μη γίνεσαι βλάκας ρε Ερρίκο, είναι δυνατόν; Αν δεχόσουν να μου δώσεις το συκώτι σου θα έπρεπε να πάμε μαζί στα νοσοκομεία, να κανονίσουμε με γιατρούς κι όλα αυτά. Θα χάλαγε όλο το σχέδιο έτσι, θα το καταλάβαινες. Όχι, ήμουνα σίγουρος ότι δε θα το κανες, αλλά από την άλλη ήξερα επίσης ότι δε θα με παρατούσες έτσι, θα βοηθούσες. Και βοήθησες. Και σ’ ευγνωμονώ γι’ αυτό, αδερφέ μου.»
«Ρε άσε τις μαλακίες σε μένα. Έδωσα 150 χιλιάρικα για τι; Για να ξεχρεώσεις;»
«Μα θα με σκότωναν αλλιώς ρε Ερρίκο, τι να έκανα; Ήταν όντως ζήτημα ζωής και θανάτου! Δεν αστειεύονται αυτοί οι τύποι, αν τους κάνεις πουστιά σε γαμάνε.»
«Και γιατί δε μου έλεγες εξαρχής την αλήθεια;»
«Θα μου τα δινες τα λεφτά;»
«Όχι.»
«Ε να γιατί.»
«Και τι θα πω ρε μαλάκα Στέλιο εγώ στην Κατερίνα για τα 150 χιλιάρικα που λείπουν απ’ το λογαριασμό μου; Ότι τα δωσα γιατί ο αδερφός μου έχασε κάτι ανήλικες πουτάνες που έφερε από τη Ρουμανία;»
«Ποια είναι η Κατερίνα;»
«Η γυναίκα μου!»
«Α, ναι, ναι, σόρι, το ξέχασα. Ε, θα της πεις αυτό που σου πα κι εγώ, για το συκώτι.»
«Α, οκέι, το λυσες κι αυτό το πρόβλημα.»
«Ρε Ερρίκο, δεν καταλαβαίνεις;»
«Καταλαβαίνω ρε Στέλιο. Καταλαβαίνω. Αλλά κι εμένα με γάμησες με τις μαλακίες σου.»
«Το ξέρω ρε αδερφέ, το ξέρω, και ειλικρινά σου ζητάω συγγνώμη. Αλλά κάτι έπρεπε να κάνω.»
«Και τώρα;»
«Τώρα… τώρα τίποτα, τώρα οι δρόμοι μας χωρίζουν, μ’ αφήνεις στο αμάξι μου, φεύγω, φεύγεις, και δεν ξανασυναντιόμαστε ποτέ.»
«Έτσι απλά, ε;»
«Έτσι απλά.»
Αυτό ήτανε. Έφυγε και τον έχασα. Δεν τον ξανάδα ποτέ. Τι έκανε και που πήγε, δεν έχω ιδέα. Μπορεί να μην πλήρωσε καν τα σπασμένα του, να πήρε τα λεφτά και να φυγε για κανένα νησί του Ειρηνικού. Μπορεί να μου λεγε και μαλακίες, πάλι, να ήταν όλη η ιστορία με τις πουτάνες απ’ το μυαλό του για να μου τα φάει, και να σκόρπισε ήδη όλα τα λεφτά στο τζόγο. Δε θα μου κανε εντύπωση με το κωλοκαθίκι. Αλλά δεν ξέρω. Δεν με νοιάζει πια. Εγώ ό,τι είχα να σας πω το είπα. Από κει και πέρα κάντε ό,τι καταλαβαίνετε. Κι αν ποτέ τον πιάσετε, εγώ θα μαι μαζί σας.

Βροχή σε Ειρήνη

Περίεργο είναι
πως η κάθε γλώσσα σου
θυμίζει τον πιο σπουδαίο
και πιο αιώνιο τρομπετίστα,
τον σπάνιο εκείνο μουσικό
που παίζει μονάχα χάραμα, πρωί
και ποτέ δεν έχει μάθει θεωρία και νότες.
Το ξημέρωμα κείνης της άχρονης στιγμής,
γαλάζιο φως από τα μάτια μου
που φτάνει στο παντζούρι.
Μια άτονη κραυγή,
ένα βλέμμα από χαλάζι,
χαμογελάς στο διάδρομο αμυδρά,
τα δόντια σου φράουλες σ’ άγονη γη,
σε ξερή εξοχή και άμμο,
έρημο πλημμυρισμένη σε μαύρη πληγή Αράβων,
κόκκινη σαν κρασί φτιαγμένο σ’ ένα κάστρο,
με ήλιο και βλέφαρα χωμάτινα,
και μια θνητή κι αδύναμη ψυχή
κάποιου σχεδόν αγγέλου ψηλά, πάνω.
Η θάλασσα
στα πόδια σου
σε γλείφει
γυμνή
μ’ αλάτι
κι όστρακα
που λαμπυρίζουν
και κάτι κοχύλια μικρά
που φέγγουν
μόνα
σα φωτιά
σα στάχτη
σε φυτά, ελιές και κέδρους.
Δεν ακούς;
Είναι ένα κλάμα ευτυχίας,
μια γαλήνη απόγνωσης,
μια φλόγα στο βωμό
του παγανιστικού κι αδιάφορου θεού
που από πάντα σπινθηρίζει.
Γελάει.
Εκείνος ο θεός κι εσύ μαζί του.
Σπουργίτι που χτίζει τη φωλιά του,
νόστιμο αυτάκι και γλυκό,
τα χρυσαφένια σπίτια,
νερό, νερό να πιω, να κλείσω
τούτη τη γκρίζα καγκελόπορτα,
να σπάσω όλα τα σίδερα που τη στηρίζουν,
να πνίξω τον κάθε δείκτη ρολογιού,
για να περάσεις μέσα.
Στους στάβλους του Αυγεία
θα μπω να καθαρίσω
να μη σου μυρίσει η κοπριά,
ν’ ακουμπήσεις πάνω στ’ άλογα
τα κεραμιδένια δάχτυλα σου –
μα να προσέχεις μη σου σπάσουνε,
ακούς;
Μες σ’ έναν άτακτο ρυθμό,
μια προσευχής της πείνας,
μια σπιθαμή στο διάστημα,
σπιθαμή ξανθή σαν τα μαλλιά σου,
στάσου μέχρι να βγει
η πρώτη ακτίδα ηλίου,
από τον λόφο πίσω
κι ας μη μιλήσω ποτέ ξανά
στην κοφτερή σου ανάσα.
Δεν πειράζει.
Μαθαίνουμε κι οι δυο.
Κι ας είναι όλα τόσο απλά,
και τόσο χάρτινα σα φίδια,
σαν άγαρμπα και φτερωτά πουλιά
που ακόμα δεν ξέρουν να πετάξουν.
Κι ας είναι.
Μα κι όμως,
περίεργο είναι,
πως κάθε λάμψη μέσα σου
φτάνει τόσο πολύ να με φωτίζει.

Αμερική

1.
Λεωφόρος με τέσσερις λωρίδες
και στην άκρη δεξιά μια στάμπα σάλτσας μπάρμπεκιου
απ’ το απέναντι φαστ-φουντ.
Ένα δολάριο και δεκαοχτώ σεντς,
κομματάκια από μυαλό χυμένα εδώ κι εκεί στην άσφαλτο
και γύρω γύρω οι μπάτσοι,
κι ένα σταματημένο SUV με τον οδηγό δεμένο
να ξερνάει από αλκοόλ και αηδία·
εμετός φτιαγμένος από κόλα και ουίσκι
κι άνοστα νουντλς από βιετναμέζικο.
Λεωφορείο Greyhound στον Ι 90
με προορισμό την Τσαϊνατάουν της Νέας Υόρκης,
κι ένα φτηνό, συνοικιακό μπαράκι
για δυο σφηνάκια τζιν,
μια παγωμένη λάγκερ,
και δυο κλεφτές ματιές στην κοριτσοπαρέα
που γελάει δυνατά στο γωνιακό τραπέζι.
Ο μπάρμαν με κοιτά και με κερνά άλλο ένα,
κι έπειτα επιβάλλεται και τον κερναώ κι εγώ.
Στο σταθμό ένας μαύρος ζητιανεύει,
κι ένας άλλος τσακώνεται με έναν γκρίζο τοίχο.
Δυο δολάρια να σου πω την ιστορία μου:
Είμαι ο Μάλκολμ Χ, ο Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ,
η Ρόζα Πάρκερ, ο Χιούι Νιούτον,
ο γιός των σκλάβων, ο απόγονος των συλλεκτών καλαμποκιού,
αυτός που μάτωσε τα ούλα του και τις γροθιές του,
που έφαγε ξύλο από ένστολους λευκούς,
που του ρίξαν στην καρδιά με μολυβένια βόλια,
που τον έστειλαν να βομβαρδίσει ξένους κόσμους,
και που τον βάλαν φυλακή επειδή έκλεψε να φάει.
Είμαι αυτός που κρέμασαν πάνω σε μια βελανιδιά
κάποιοι που τα πρόσωπα τους κρύβονταν
μέσα σε κάτασπρες και μυτερές κουκούλες,
και που στις φυτείες της Λουιζιάνα και της Νότιας Καρολίνας
μάτωσε τα χέρια του στ’ άγρια αγκάθια
που βγαίναν μέσα απ’ τα μπαμπάκια,
και που στο Λος Άντζελες όρμηξε σα μανιακός
για να τους κάψει όλους,
κι είδε τ’ αδέρφια του να πέφτουνε στο δρόμο,
πληγωμένα από πυρά δαιμόνων δίχως φάτσες,
και που ύψωσε την γεμάτη αίματα μπουνιά του
στον κατάμαυρο ουρανό της νύχτας
για να διώξει τα φαντάσματα της μέρας,
και γύρω του οι καπνοί πνίγανε τους ουρανοξύστες
και τα ήσυχα, ξύλινα σπίτια των ανιαρών προαστίων.
Κι είμαι κι αυτός που παιζε το σαξόφωνο
στη Νέα Ορλεάνη και το Μπάτον Ρουζ,
κι ο κόσμος χειροκρόταγε και χόρευε σε τζaζι μελωδίες,
κι αυτός που δε σηκώθηκε απ’ τη θέση του στο λεωφορείο,
και που πλήρωσε για κάθε του έγκλημα με την ίδια του τη σάρκα
και τα κόκαλα,
αυτός που δεν πλήρωσε τις αμαρτίες του πατέρα του,
μα τις αμαρτίες του ιδιοκτήτη του,
αυτός που βρίσανε και περιγελάσαν,
και που έπρεπε να τρέχει σα θεριό της ζούγκλας
για να μην προλάβουν να τον ρίξουν κάτω,
που τρεφόταν για αιώνες με φασόλια και μπαγιάτικο ψωμί,
που στην πλάτη του είχε κόκκινες ουλές απ’ το μαστίγιο του αφέντη,
και που είδε με μάτια πρησμένα και ανήμπορα
– τα ίδια μάτια που κοίταξαν μέσα στην κάνη του ριβόλβερ –
να πουλάνε τις ίδιες του τις κόρες για μια χούφτα δολάρια
στα μπουρδέλα της Νεβάδα και της Αριζόνας,
να χτυπάνε με μένος τα αποστεωμένα τους μάγουλα
οι νταβάδες με τα καουμπόικα καπέλα
και τις μπότες από δέρμα αλιγάτορα και κροταλία.
Είμαι αυτός που του δώσαν ξιφολόγχη στον εμφύλιο,
μα δεν τον μάθανε να τραβάει σκανδάλη,
και που τον ονόμασαν κτήνος και άγριο
επειδή έσκισε τα κορμιά των στρατιωτών με τα ίδια του τα νύχια.
Είμαι αυτός που γεννήθηκε από τις στάχτες των νεκρών
κι απ’ την τέφρα του πολέμου και του μίσους,
αυτούς που αρνήθηκε να στραφεί κατά των αδερφών του,
μα στάθηκε πάντα όρθιος στο πλευρό τους,
κι αυτός που έσπειρε τη σοδειά του σε χωράφια που ανήκαν σε ληστές
και καταπατητές των ξένων κόσμων.
Είμαι αυτός ο κατά τρία πέμπτα άνθρωπος
και κατά δυο πέμπτα ζώο,
αυτός ο νέγρος,
αυτός που αγωνίστηκε μέχρι το τέλος
και ηττήθηκε περήφανος κι ελεύθερος
κι έμεινε το πτώμα του εκεί, στο χώμα, για να θυμίζει σ’ όλους
τη φρίκη και τον τρόμο που τανε η μάνα κι ο πατέρας
αυτής της διαολεμένης γης μας.

2.
Ακούγεται απ’ έξω το κουδούνισμα ενός παγωτατζή.
Απ’ το Νορθ Στέισιον το σφύριγμα των τραίνων,
απ’ το Φένγουεϊ Παρκ οι ιαχές των οπαδών,
απ’ το Κούινσι Μάρκετ τα βήματα των καταναλωτών,
κι απ’ τα μπαρς του Όλστον τα ουρλιαχτά των μεθυσμένων φοιτητών.
Ένα τσίζμπεργκερ κι ένα αναψυκτικό,
ένα κομμάτι πίτσα με τυρί με των ενάμισι,
ένας πλανώδιος μουσικός με μια ξεκούρδιστη κιθάρα
που παίζει τα μπλουζ φάλτσα.
Δυο κονσέρβες τόνου κι ένα τυποποιημένο σάντουιτς
απ’ τα Seven and Eleven.
Οι ράγες έχουν καλυφθεί από την παγωμένη πάχνη της αυγής.
Στη λιμνούλα και στον Τσάρλς γόπες από βιομηχανικά τσιγάρα
και χάρτινες σακούλες απ’ τις κάβες
που κάποτε είχαν μέσα τους μπουκάλια με φτηνό, λευκό κρασί.
Οι καθεδρικοί γεμάτοι κάθε Κυριακή με τους πιστούς
να ψέλνουν ύμνους σε ρυθμούς της γκόσπελ.
Φορτηγά σερβίρουν τάκος και μπουρίτος
έξω απ’ την εβραϊκή συναγωγή,
κι οι Μεξικάνοι λαντζέρηδες απ’ τα ακριβά εστιατόρια
σταματάνε να τσιμπήσουν πριν γυρίσουνε στη φτωχογειτονιά,
για να πλύνουν τα παιδιά τους και να τα βάλουνε για ύπνο,
κι οι παλάμες τους μυρίζουνε σαπούνι και αστακό,
κι οι ποδιές τους είναι βρώμικες από κέτσαπ και από λάδια.
Στα κόκκινα τούβλα των βικτωριανών κτιρίων
κάποιος έχει γράψει τ’ όνομα του μ’ ένα μαρκαδόρο,
και στα προαύλια των νεογοτθικών ναών
πιτσιρικάδες κάνουν κόλπα με τα σκέητμπορντς,
κι ένας άντρας με παλιά φεντόρα Στέτσον
και μαύρη καμπαρντίνα μάλλινη, ξεθωριασμένη,
περπατάει βιαστικά και μουρμουρίζει ένα τραγούδι κάουντρι,
και το τσιγάρο στο χέρι του καίει χωρίς να το καπνίζει.
Ένας ζωγράφος στην πλατεία του Χάρβαρντ
ρίχνει με σπρέι κόκκινο επάνω στον καμβά της αστερόεσσας
και τριγύρω χαζεύει μια παρέα νεανική με γυαλιά χοντρά, κοκάλινα,
πετά στο πλαστικό ποτήρι του δυο κουόρτερς
κι έπειτα συνεχίζει τη βόλτα της στο μαγαζί με το ταμπάκο
και στο βιβλιοπωλείο.
Οι ταξιτζήδες πιάνουν την κουβέντα έξω απ’ το Προυντένσιαλ,
και οι περαστικοί στο Κόμμον δένουν τα κασκόλ τους στο λαιμό γερά
γιατί έχει αρχίσει και χιονίζει,
κι όλα τα δέντρα γέρνουνε λοξά και μελαγχολικά
για ν’ αποφύγουν την οργή του αέρα.
Στην Πανεπιστημιούπολη τζιβάνες
κι απ’ τα κλειστά παράθυρα των εστιών
ακούγονται συρτά
ηλεκτρικές κιθάρες ροκ και μπιτς χιπ χοπ λατίνων,
κι ο ήχος από τσίγκινα κουτάκια μπύρας που τσουγκρίζουν,
κι από τον δρόμο το τρίξιμο απ’ τα λάστιχα του τελευταίου λεωφορείου
που πάει στην πλατεία της Κένμορ,
όπου κάτω απ’ τα φώτα μιας αρχέγονης ταμπέλας βενζινάδικου
ένας άστεγος κοιμάται σε χαρτόνι,
εκεί ακριβώς που κάποτε κοιμόταν ένας άλλος άστεγος
που πλέον δεν υπάρχει.
Στην Κόπλεϊ έχουν βγει τα τεθωρακισμένα
κι έχει κλείσει τους δρόμους ο στρατός,
και δεν αφήνει τα πιτσιρίκια με τα μαυρισμένα μάτια να περάσουν,
και τέλος,
οι γλάροι από τον Ωκεανό
που πετούν και κρώζουνε ψηλά,
πέρα απ’ τα φανάρια αυτής της πόλης,
και κουτσουλάνε τα πανάκριβα μπουφάν
των υπέροχων, κατάξανθων και κάτασπρων, γλυκών υπάρξεων
με τα ψηλά τακούνια τους και τις κοντές τους φούστες,
με τα γαλατένια μπούτια τους και τα σιέλ τους μάτια.

3.
Στην πίσω τσέπη του μπλουτζίν έχω το εισιτήριο μου,
και την ταυτότητα στο μάρσιπο του τζάκετ.
Ένας άνεμος φυσά απ’ το Βορρά, απ’ το Σικάγο ,
απ’ το Ντετρόιτ, το Κλίβελαντ και τις μεγάλες λίμνες,
και τράβα μαζί του το τραίνο με το βαγόνι των κατακτητών,
παράλληλα στον ποταμό Μισσισσιππή,
ως την Ατλάντα και τον ξαγρυπνισμένο Νότο.
Μια Buick LaCrosse κόκκινη και νοικιασμένη τρέχει
στους δρόμους που διέσχισαν ο Κέρουακ,
ο Κάσσαντυ κι ο Γκίνσμπεργκ,
και πέφτει και διαλύεται πάνω σ’ ένα σταματημένο Ford,
κι ο οδηγός της εκτοξεύεται πενήντα μίλια πιο μπροστά
και ξεψυχάει.
Το πιάνο παίζει ένα θλιμμένο ρέκβιεμ,
κι όσοι πήγαν στην κηδεία τώρα κλαίνε και κατεβάζουνε γουλιές κονιάκ,
κι η ασφαλιστική δεν έχει κανέναν να μηνύσει,
να βγάλει κατιτίς απ’ την καταστροφή στ’ αμάξι.
Κι έπειτα, στο λεωφορείο των εντεκάμισι ωρών,
με μια στάση μοναχά στα σύνορα Αλαμπάμας-Τενεσσί,
για δυο αυγά τηγανητά, ένα λουκάνικο, έναν μαύρο καφέ
και μερικά τσιγάρα,
κι έξω απ’ το τζάμι να βγαίνει κόκκινος ο ήλιος της Ανατολής,
να ρίχνει φως επάνω στην απέραντη λεωφόρο για τη Δύση,
ως το Σρίβπορτ της Λουιζιάνα,
για δυο γάρα χοντρά και μια μυτιά κοκό
στην τουαλέτα που μοιράζονται μια στριπτιτζού και δυο κράκχεντς,
κι έξω απ’ το παλιόσπιτο με τα χαρτόνια αντί για τζάμια
βρωμάει βενζίνη και ψοφίμι και φωτιά,
και τα πιτμπούλ με τα κομμένα αυτιά σέρνουν με τα δόντια τους σακούλες σκουπιδιών,
και γεμίζουνε τις χωμάτινες αυλές με απορρίμματα και νάιλον μαύρα,
με κουτάκια και κονσέρβες, ζελατίνες, τσόφλια από αυγά, κωλόχαρτα, καπότες, αποτσίγαρα
κι όλον τον σύγχρονο πολιτισμό του πλαστικού και της σαβούρας,
και σε κάθε τους γάβγισμα γυρνάει πίσω ένας αντίλαλος,
που τρομάζει τους κρυμμένους πίσω απ’ τις κουρτίνες γείτονες της περιοχής,
κι εκείνοι κλείνουνε τα φώτα.

4.
(Ένα παλιό και σκονισμένο αγροτικό τσουλά ως το κέντρο της πόλης.
Παρκάρει κι ο οδηγός βγαίνει και γύρω του δεν κυκλοφορεί ψυχή.
Παίρνει ένα πακέτο τσιγάρα των τριών δολαρίων.
Βγάζει ένα και το καπνίζει.
Έπειτα μπαίνει στο καζίνο, παίζει τρεις παρτίδες πόκερ και τα χάνει όλα.
Έχει όμως καβάτζα ένα εικοσάρικο, για δυο-τρία ποτά στο μαγαζί.
Μπαίνει μέσα, βγάζει τα γάντια, κάθεται σ’ ένα ψηλό σκαμπό στη μπάρα.
Ο μπάρμαν τον ρωτάει τι έπαθαν τα χέρια του και έχουν κοκκινίσει.
Απαντάει πως δεν είναι τίποτα, απλά κόπηκε και πάει στο μπάνιο να πλυθεί.
Έπειτα γυρνά και παίρνει ένα διπλό ουίσκι.
Ο μπάρμαν τον ρωτάει αν ενδιαφέρεται απόψε για μια απ’ τις κοπελιές.
Του απαντάει όχι, δεν έχει όρεξη απόψε.
Ο μπάρμαν ρωτάει τα συνηθισμένα, μα για κάποιο λόγο σήμερα φαίνεται παράξενος.
Πίνει βιαστικά το ποτό του, πληρώνει χωρίς να χαιρετήσει και γυρνάει στο αυτοκίνητο.
Στο πίσω κάθισμα τα ψώνια από τη Γουόλμαρτ.
Στο πορτμπαγκάζ η γυναίκα του νεκρή.
Τα παιδιά στο σπίτι, λογικά κοιμούνται, ή βλέπουνε τηλεόραση.
Ποιος ξέρει;
Βάζει μπρος και ξεκινάει.
Έχει δουλειά.)

5.
Στους φωτισμένους αυτοκινητόδρομους του Τέξας με τις αμέτρητες λωρίδες
κατεβαίνει σιωπηλά ένα μεταμεσονύχτιο λεωφορείο,
και μαζί με τα μπαγκάζια κάτω βρίσκεται μια μπόμπα,
μα ο οδηγός μας βεβαιώνει πως δε θα σκάσει πριν να φτάσουμε στο Χιούστον,
και γυρνάμε όλοι ήρεμοι στα βιβλία μας και στον ύπνο.
Μια στάση για χέσιμο σ’ ένα βενζινάδικο στη μέση του πουθενά,
κι έπειτα ξανά στη διαδρομή μας.
Το ολόγιομο και κάτασπρο φεγγάρι του καλοκαιριού βυθίζεται πίσω από το Μεξικό.
Χαράζει. Γλυκοχαράζει.
Η ζέστη κι η υγρασία αφήνουν στάμπες από ιδρώτα
στις μασχάλες και τα στήθη των περαστικών.
Τα κούτελα τους κατακόκκινα, ηλιοκαμένα.
Σ’ έναν θάλαμο για ένα τηλεφώνημα με 75 σεντς – μα βγάζει κατειλημμένο.
Τριγυρνώ σε δρόμους που δεν τριγύρισε ποτέ κανείς σπουδαίος.
Ένας χαλέος πιτσιρικάς μου πιάνει την κουβέντα και μου προσφέρει pcp,
ευχαριστώ, δε θέλω, βιάζομαι και φεύγω,
μόνο μήπως έχεις αναπτήρα;
Οι άδειοι δρόμοι των προαστίων,
μια τριανταφυλλιά σ’ έναν καλοκουρεμένο κήπο με πράσινο γκαζόν,
ένα κόκκινο φανάρι μα δεν περιμένει κάτω του κανένας,
ένα σάντουιτς με ζαμπόν και αμερικάνικο τυρί και πίκλες
και μια σακούλα τσιπς,
σε κάποιο μικρό εμπορικό
που μοιάζει πιο πολύ με γιγαντιαίο πάρκινγκ,
κι έχει γύρω γύρω μαγαζιά,
κι έπειτα τσιγάρο και μια μπύρα lone star,
μια βόλτα στο μουσείο για χάζεμα ευρημάτων προκολομβιανών·
χρυσαφένιες μάσκες των Αζτέκων με μάτια από φωτιά
και αρχαία σκουλαρίκια σα βαρίδια στα αυτιά και τα ρουθούνια,
πλάκες πέτρινες απ’ την κορφή των Άνδεων σκαλισμένες με τετράγωνες μορφές
που στους ώμους τους σηκώνουνε όλα τα μυστικά του αρχαίου κόσμου,
ξεχασμένοι θεοί του παρελθόντος με στολίδια στα κορμιά τους,
καφεκόκκινα κεραμικά των Ίνκας με ρωγμές που ψιθυρίζουν,
και διάφορα σπασμένα αγγεία των Μάγιας που στέκουνε βουβά,
δίσκοι χαραγμένοι με σύμβολα που ακόμα και τώρα κανείς δεν ξέρει τι σημαίνουν,
ζώα που εξαφανίστηκαν,
όντα περίεργα και τρομερά φτιαγμένα από πηλό,
βέλη των Απάτσι,
δόρια των Ναβάχο,
τόξα των Τσερόκι,
πολύτιμα πετράδια και κοσμήματα απ’ το αιώνιο Ελ Ντοράντο,
κλοπιμαία των γενναίων κονκισταδόρων,
τα λάφυρα των νικητών –
κι όταν πια βραδιάσει και κατέβει απ’ τα βόρεια η δροσιά,
με ωτοστόπ έξω απ’ τα όρια της απέραντης ετούτης πόλης
για ένα χοτ ντογκ φτηνό,
και ύπνο πέντε ωρών σ’ ένα μικρό μοτέλ φτιαγμένο για γαμήσια και φυγάδες.

6.
Στην αρένα
οι μαχητές όλοι βαριούνται,
μα το ξέρουνε καλά πως στ’ όνομα του Καίσαρα
πρέπει ή να σκοτώσουνε ή να πεθάνουν.

7.
Κύκλοι ραδιενέργειας σε κολεγιακό πάρτι.
Φούντα και βόντκα και κουβέντες με άγνωστους, γυμνούς ανθρώπους,
και τα τασάκια ξεχειλίζουνε,
κι όταν τελειώνουν τα τσιγάρα
– σχεδόν πάντα τελειώνουν τα τσιγάρα –
λιγάκι απελπιζόμαστε.
Παγάκια γίνονται στο δάπεδο νερό,
στο δάπεδο που φλέγεται απ’ τα παπούτσια όλων των καλεσμένων,
που χορεύουν απροσάρμοστα και δίχως αίσθηση ρυθμού,
και στα πεταμένα πλαστικά και κόκκινα ποτήρια στο τραπέζι
έχει υπολείμματα αναψυκτικού ή μπορεί και ξερατά να είναι.
Στο μπαλκόνι για μια τράκα,
κι ύστερα στον καναπέ,
με φωνές και μουσικές κακές και δυνατές μ’ άνοστους στίχους,
και κάποιος ξενερωμένος με ρωτά αν παίζει καθόλου κοκαΐνη,
μα κάνω πως δεν τον ακούω (παίζει).
Κι έπειτα τη βρίσκω μοναχή της,
να σιγοπίνει με μικρές γουλιές τη μπύρα
– είναι σίγουρα ήδη μεθυσμένη –
της χαμογελώ και μου χαμογελά και πλησιάζω ντροπαλά
και τη ρωτάω πως περνάει απόψε και μου λέει όλα καλά,
κι οι καφέ ίριδες μέσα στα σχιστά της μάτια γίνονται υγρές,
οι κόρες μεγαλώνουν,
κι όσο μου μιλά αόριστα και γενικά
και μου εξηγεί τη σημασία του φωτός στις τέχνες,
παίζει ασυναίσθητα με μια τούφα απ’ τα μακριά μαλλιά της,
και την προσκαλώ στο δωμάτιο που έχει ησυχία,
και ξαπλώνει στο κρεβάτι μου ανάσκελα,
κι απ’ το κορμί της αναδύονται αρώματα της Άπω Ανατολής,
λιβάνι και ξύλο κερασιάς και σόγια,
και δίχως να βγάλει τη λουλουδένια, από μετάξι φούστα της,
κατεβάζει και πετάει το βρακί της μακριά,
πιο έτοιμη από ποτέ για μια νυχτερινή ξεπέτα,
και μου ζητά να κλείσω το φως που την τυφλώνει
και το κλείνω κι ανεβαίνω στο μικρό της σώμα,
το μυρίζω και το γεύομαι
κι έχει γεύση αλκοόλ και ζάλης και ηδονής και πίκρας,
και το περιδέραιο στο λαιμό της τρέμει,
το στήθος της επίσης,
κι απ’ τα χείλια της οι ανάσες βγαίνουνε βαριές, ανάμικτες με δαγκωμένα βογκητά,
τα σκληρά και καστανά μαλλιά της χαϊδεύουνε το πρόσωπό μου,
τα κάτασπρα, λεπτά της μπούτια ανοιχτά μόνο για μένα,
και μέσα της το αιώνιο μυστήριο,
η λειτουργία της δημιουργίας και της ζωής και της απόλαυσης,
και κάποια στιγμή τα ηχεία ησυχάζουνε κι οι νότες σταμάτανε,
κι η μουσική τελειώνει και κανείς δε βάζει άλλο τραγούδι,
κι εκείνη λέει ανακατεύεται και φεύγει για την τουαλέτα να ξεράσει,
κι εγώ στο σκοτεινό μου υπνοδωμάτιο
κλέβω από την τσάντα της το τελευταίο τσιγάρο,
το καπνίζω και χαζεύω τις δερμάτινες τις μαύρες μπότες της,
πλάι στο πεταμένο μαξιλάρι.

8.
Σ’ ένα δρομολόγιο πρωινό
πάνω στις παλιές και ξύλινες ράγες της Amtrak,
κι οι απέραντες πεδιάδες του Βορρά είναι κάτασπρες και χιονισμένες και επίπεδες,
και μόνο που και που προβάλλει απ’ το βάθος κάποιο κυπαρίσσι
σ’ έναν θλιμμένο λόφο,
κι ο καφές στο χάρτινο ποτήρι ζεματάει,
και μουδιάζει ο ουρανίσκος,
και τα γκρίζα σύννεφα στον ουρανό ρίχνουν συνεχώς χοντρές νιφάδες,
και μετά στο άδειο κέντρο του Μπάφαλο της Νέας Υόρκης,
με τα πολύχρωμα σπιτάκια,
τα τατουατζίδικα των χίπστερς,
τα πεταμένα ποδήλατα στο χιόνι με τις αλυσίδες τους σπασμένες,
και το μικρό καφενεδάκι με τα μπέιγκελς με την κρέμα από τυρί,
και το wifi δωρεάν,
κι οι λιγοστοί θαμώνες του έχουνε μπει μέσα στα λάπτοπς,
και μ’ ένα φίλο παλιό πάμε μια βόλτα ως το παρκάκι για ένα μπάφο,
κι έπειτα με το αμάξι του, το τζιπ, μέχρι το Ρότσεστερ το βράδι,
στο ξεχασμένο σινέμα με τις κόκκινες κουρτίνες για ένα μοντέρνο γουέστερν
όπου πάντα στο τέλος θα κερδίζει ο καλός,
κι ας έχει και το πιο αργό ριβόλβερ,
και τέλος μες στον αχυρώνα με το χρώμα των κεραμιδιών
και τα ζεστά τοιχώματα και τα παράθυρα κλειστά,
για τσιγάρα, ουίσκι, χαρτιά και ζάρια.
Κι όταν έρθει το πρωί και βγει επιτέλους ο τεράστιος ήλιος
και ποτίσει με το φως του τα παγωμένα δέντρα και σπαρτά
και μετατρέψει το χιόνι σε νερό,
τότε γεμίζει ο δρόμος της επιστροφής με άνθη και φυτά,
και άγριους ταράνδους λαβωμένους που ψάχνουνε να φάνε,
και σταματάμε λίγο πιο έξω απ’ το καζίνο στη Μπατάβια,
σ’ ένα μαγαζάκι στα σύνορα της Tonawanda,
για μια κούτα αφορολόγητα τσιγάρα
κι ένα τυποποιημένο πρωινό,
κι εγώ έχω ακόμα λόξυγκα από χθες,
το κεφάλι μου το νιώθω σα να βράζει απ’ το χανγκόβερ,
μα ο πωλητής έχει όρεξη και πιάνει την κουβέντα:
Είμαι ο Τζερόνιμο, ο Σίτινγκ Μπουλ,
ο Βέρνον Μπελεκούρτ κι ο Κλάιντ,
ο γιός του ανέμου και της γης αυτής της ιερής
που γεννηθήκαν και πεθάνανε όλοι οι πρόγονοι μου,
αυτός που του κλεψαν το σπίτι και τα ζώα,
που του σκοτώσαν τον πατέρα και τη μάνα τη βιάσαν,
και που στείλανε τους γιους του να πεθάνουν σε πόλεμο αλλονών,
και τις κόρες του σ’ αρχοντικά πλούσιων ευρωπαίων,
αυτός που πάλεψε να μην εξαλειφθεί,
παρέα με τους βούβαλους της άγριας Δύσης,
αυτός που του αλλάξαν με το ζόρι τη γλώσσα του και τη μιλιά,
τη θρησκεία και την κατοικία,
που του άρπαξαν απ’ τα χέρια ότι είχε πιο πολύτιμο και ιερό
και γι’ αντάλλαγμα του δώσαν χάντρες και καθρέφτες,
αυτός που πολεμήσανε με μένος
κι αυτός που τους πολέμησε επίσης,
που του πήρανε την πίπα και του αφήσανε μονάχα τον καπνό,
και μια στοίβα κούτσουρα υγρά για μια μικρή φωτιά τα κρύα βράδια,
που βάλαν στ’ άλογα του σέλες για να μπορέσουν να τα καβαλήσουν,
που ξεθάψαν τα οστά των παππούδων του απ’ το χώμα για να τα μελετήσουν,
αυτή η καρικατούρα
με το δέρμα το κόκκινο και τα φτερά γύρω από τα αυτιά του.
Αυτός που τον αφήσανε γυμνό
και κάνανε τα ρούχα του σουβενίρ για τους τουρίστες,
που προσβάλλαν τους θεούς του και γελάσαν με το πρόσωπό του,
και τ’ όνομα του το αλλάξανε γιατί δε μπορούσανε να το προφέρουν,
αυτός που είπαν άγριο κι απολίτιστο και βάρβαρο,
και του συμπεριφέρθηκαν σα να ταν κάποιο ζώο,
αυτός που τους πολέμησε και μερικούς τους σκότωσε,
μερικούς απ’ τους λευκούς αυτούς διαβόλους,
στα μεγάλα υψίπεδα, στη Ντακότα και στο Γουαϊόμινγκ,
στο ποτάμι του Γουομπάς και του Λιτλ Μπίγκχορν της Μοντάνα,
στις πεδιάδες της Γιούτα και στα βουνά του Κολοράντο,
στο Τέξας και στη σφαγή του Σαντ Κρικ.
Αυτός που του πήρανε τη γη,
που τον οδηγήσανε στην πείνα, τη φτώχεια, το λιμό,
που τον κολλήσανε ξένες ασθένειες και τον αφήσαν να πεθάνει,
αυτός που επέζησε της ατελείωτης γενοκτονίας
και που αντιστάθηκε,
και πάλεψε με νύχια και με δόντια να κρατήσει αυτά που του ανήκαν,
αυτός που πρόδωσαν πολλοί
και λίγοι μείνανε στ’ αλήθεια φίλοι,
που του κόψαν τα τοτέμς και τα ξύλα που κρατούσαν τη σκηνή του όρθια
για να τα ρίξουν στην πυρά τους,
αυτός που κάποιοι ηλίθιοι ονόμασαν Ινδιάνο,
πιστεύοντας πως βρίσκονται στα βάθη της Ασίας,
πρώην περήφανο μέλος των Σενέκα,
που τώρα βγάζει το ψωμί του κλέβοντας από κατεστραμμένους τζογαδόρους στα καζίνα
και πουλώντας τους φτηνά τσιγάρα και αλκοόλ.

9.
(Μετά τα γεγονότα του μαραθωνίου)
Βόμβες μες στα αυτιά μου!
Βόμβες στην πλατεία Κένμορ!
“Είναι τα τζιχάντια.”
“Είναι τα κομμούνια.”
“Είναι οι αδερφές.”
“Ίσως τελικά και να ναι απλά το αλκοόλ…”
Ναι, αγάπη μου, το ξέρω,
μα σου πα τι έκανα εγώ;
Εγώ που λες έσυρα με κόπο το κορμί μου ως την Κόπλεϊ,
ελπίζοντας να βρω στο πεζοδρόμιο κάποιο χέρι
ή κάποιο πόδι,
κι αντ’ αυτού
βρήκα μονάχα καμιά εκατοστή χοντρόκωλα μπατσάκια,
κάμποσα τεθωρακισμένα του στρατού
και μπόλικους στρατιώτες με τα κεφάλια ξυρισμένα
να με κοιτάνε στραβωμένοι
και να μου ζητάν να δούνε ID.
Ναι, οκέι, εντάξει,
τίποτα το συνταρακτικό…
Εξάλλου το ξέρεις και μου το χες κιόλας ξαναπεί
πως είμαι βαρετός άνθρωπος,
και πως θα πρεπε να μιλάω περισσότερο,
ν’ ανοίγομαι στους άλλους,
να τους λέω αυτό που αλήθεια σκέφτομαι,
να φωνάζω αν νιώθω ότι έχω δίκιο,
να μην το κρατάω μέσα μου, μονάχα για τον εαυτό μου.
Μα κοίτα,
κοίτα έξω απ’ το παράθυρο,
κοίτα τ’ αστέρια του ουρανού, το φεγγάρι, τα μαύρα συννεφάκια που περνάν σποραδικά,
κοίτα τα,
είναι πιο όμορφα στους νέους τούτους τόπους,
πιο καινούρια,
πιο ζωηρά,
να λοιπόν, κοίτα τα,
και δες πως κι αυτά, όπως κι εγώ,
δεν έχουν λόγο να φωνάξουν,
τίποτα σπουδαίο να πουν.
Όμορφα, δεν είναι;

10.
Το τελευταίο μου ταξίδι, αγάπη μου,
το άφησα για σένα φυλαγμένο,
σαν εισιτήριο για το τελευταίο λεωφορείο της νύχτας,
ένα μικρό δωράκι για να με θυμάσαι
μέσα στον ψυχρό αγέρα του Μαρτίου
και την πράσινη παρέλαση στη νότια μεριά της πόλης,
με τα ημίψηλα καπέλα, τα τριφύλλια και τις μπύρες,
προς τιμήν του Άγιου Πάτρικ.
Εγώ εδώ τελείωσα.
Εγώ εδώ θα φύγω.
Και μέσα από το στόμα μου θα βγαίνουνε πνιχτοί,
όπως θα γυρνώ μονάχος σπίτι,
οι στίχοι και οι νότες του Τομ Γουέιτς
κι όλων των αιώνιων ποιητών της άγριας Δύσης.
Εγώ, ο παρατηρητής, ο ξένος,
αυτός που ήρθε κι είδε και δε θέλησε να κατακτήσει
μα μονάχα να γευτεί το υγρό χώμα απ’ τους ψηλούς καρπούς,
να ξεδιψάσει, να γνωρίσει και να μάθει.
Αντίο λοιπόν.
Ήρθε η ώρα μου να χαιρετήσω.
Να κλείσω τις κουρτίνες πίσω μου.
Εγώ εδώ τελείωσα.
Εγώ εδώ θα φύγω.

ΤΖΑΝΚ ΦΙΞΙΟΝ

Ήτανε ένα όμορφο, ηλιόλουστο φθινοπωρινό απόγευμα κάποιας Πέμπτης και, όπως κάθε Πέμπτη, ο Πέτρος ο Χάλιας είχε ξεχυθεί στα κακόφημα στενά του κέντρου προς αναζήτηση ενός γραμμαρίου πρέζας.
Ήτανε κάμποσοι μήνες τώρα που ο Πέτρος είχε μπλέξει μ’ αυτά. Ξες τώρα, αφραγκίες, ανεργίες, καυγάδες με γονείς και συγγενείς, αγαμίες, φρίκες, καταθλίψεις, κακές παρέες και λοιπά. Ε δε θες και πολύ. Μια ευκαιρία σου δίνεται, σου λέει ένας φίλος ή ένας φίλος φίλου αυτό κι αυτό, θα παίξει στουφ, ψήνεσαι έτσι για μια δοκιμή, λες ντάξει, σιγά, και τι θα γίνει με μια φορά, κλάιν, ρουφάς τις πρώτες μυτιές και συνειδητοποιείς ότι δεν υπάρχει τίποτα στον κόσμο που μπορεί να συγκριθεί μ’ αυτό που μόλις ήπιες. Λες και ανακάλυψες το νόημα της ζωής, το νόημα της ζωής σου, διότι καταλαβαίνεις, όσο κι αν δεν ψήνεσαι να γίνεις ζέος, πώς καμία εμπειρία, κανένα σκηνικό, καμία άλλη ουσία δε θα σε κάνει να νιώσεις τόσο υπέροχα όσο η πρέζα. Ξέρεις πως, ό,τι κι αν γίνει από δω και στο εξής, η εμπειρία εκείνη της ζουζούς θα παραμείνει για πάντα η ομορφότερη εμπειρία της ζωής σου. Ξέρεις πως τίποτα δε θα την ξεπεράσει, ξέρεις πως η ηδονή και η απόλαυση που σου δωσε δε θα ξεχαστεί ποτέ. Ε, κι όσο τα σκέφτεσαι και τα ξανασκέφτεσαι όλα αυτά πέφτεις στα κλασσικά τριπάκια – τι είχα και τι έχασα, και ντάξει, μπορώ να πίνω μια στο τόσο χωρίς να εθιστώ, και υπάρχουν τόσα και τόσα πρεζάκια που μια χαρά έζησαν και πέθαναν και σε μεγάλη ηλικία κι όλα αυτά. Ε και τυχαίνει κι ένα ακόμα σκηνικό με την παρέα και παίζει πάλι στουφ, και την επόμενη βρίσκεσαι στην πλατεία να κανονίζεις με το κονέ του φίλου του φίλου σου, που σας έφτιαξε εκείνη την πρώτη φορά.
Ε και κάπως έτσι είχε κυλήσει κι ο Πέτρος ο Χάλιας. Το να είχε φέρει τ’ άλλο, και πλέον ο Πετράκης είχε γίνει ζάκιας. Αν και ντάξει, για να είμαι δίκαιος δεν ήτανε τόσο ακραία χωμένος στη φάση, όχι ακόμα τουλάχιστον. Δηλαδή είχε θέσει ένα πρόγραμμα στον εαυτό του και γενικά το τηρούσε. Συγκεκριμένα, έπινε μόνο ένα γραμμάριο τη βδομάδα – κάθε Πέμπτη γινόταν το ρεφίλ – κάνοντας μάλιστα και αποχή κάθε Τετάρτη. Επίσης, δεν έπινε ποτέ πριν τις τρεις το μεσημέρι και ποτέ μετά τις πέντε το χάραμα, και, το σημαντικότερο, είχε ορκιστεί πως ποτέ δε θα μπηγε βελόνι μες στις φλέβες του. Αυτός ήταν ο βασικός και απαράβατος κανόνας. Ποτέ σουτ, μόνο μύτη. Από μικρός τις φοβότανε εξάλλου τις ενέσεις και, παρόλο που χε ακούσει για τρελά σκηνικά με σύριγγες και βελόνια κι είχε πιάσει τον εαυτό του να σκέφτεται να κάνει και μια τέτοια δοκιμή, συγκρατιότανε. Όχι, αυτόν τον κανόνα θα τον τηρούσε μέχρι το τέλος, δεν υπήρχε περίπτωση. Μύτη και πάλι μύτη. Εξάλλου, δε θα χε και καμιά μεγάλη διαφορά, σιγά, αυτά τώρα που λένε για τα βελόνια είναι οι κλασσικές υπερβολές των πρεζέων. Πάνω κάτω το ίδιο θα ταν, απλά λίγο πιο άμεσο. Ε κλάιν μάιν δηλαδή.
Και τελοσπάντων, εκείνη την Πέμπτη είχε φάει πακέτο απ’ το κλασσικό κονέ κι ήταν σε μια κατάσταση λίγο περίεργη. Εντωμεταξύ ο άλλος ο μαλάκας ενώ ήξερε ότι ο Πέτρος ψωνίζει κάθε Πέμπτη απόγεμα από ένα τζικάκι, εκείνη την Πέμπτη είχε αποφασίσει να το σπρώξει όλο λίγο νωρίτερα και να μην κρατήσει ούτε δυο γραμμούλες καβάτζα – έτσι, μόνο για να του τη σπάσει, για να τον ρίξει στη χαρμάνα. Αλλά ντάξει τώρα, τι περίμενες δηλαδή κι απ’ τον πρεζέμπορα; Στ’ αρχίδια του όλα. Του τα ζητήσανε και τα δωσε, τόσο απλά. Ας έπαιρνε να κανονίσει πιο νωρίς, δεν του φταίει ο τύπος που τον πήρε τηλ τελευταία στιγμή. Κι έτσι λοιπόν ο Πέτρος είχε φάει όλες τις πιάτσες να βρει λίγο σταφάκι να γιάνει – διότι, μην ξεχνάμε, ήταν και η δεύτερη μέρα αποχής και είχε ήδη αργήσει πολύ να γίνει και να επιστρέψει στο πρόγραμμα του, και τα στερητικά είχαν ήδη αρχίσει να βαράνε. Λίγο ιδρώτας, λίγο άγχος, λίγο καρδιοχτύπι, μια μαυρίλα ψυχολογική και τα λοιπά. Όχι τόσο άσχημα ακόμα, αλλά τα πράματα θα ζόριζαν πολύ αν δε γινόταν σύντομα. Αλλά, του πούστη, τι διάολο συνέβαινε σήμερα; Τι Νομική είχε πάει, τι Τοσίτσα, τι Βάθης, τι Ομόνοια, τι Πεδίον – τίποτα. Δεν έβρισκε ΤΙ-ΠΟ-ΤΑ! Μόνο έναν μαύρο είχε πετύχει, μια κλασσική φάτσα εκεί στα Εξάρχεια, κι αυτός είχε βιαστεί να του ξεκαθαρίσει πως «μόνο κόκα εγκώ φίλο, μόνο κόκα.» Τι στον πούτσο; Λες να χε γίνει καμιά επιχείρηση σκούπα στην Αθήνα και να μην είχε πάρει χαμπάρι; Δε μπορούσε να καταλάβει. Πραγματικά, ήταν λες και βρισκότανε ξαφνικά στο δεκαπενταύγουστο, παρέα με τον Τσίου. Μα ήταν Νοέμβρης! Τι στον πούτσο;..
Είχε αρχίσει να βαράει μπιέλα, κι η παράνοια έμπαινε όλο και πιο βαθιά μέσα του, έφτανε σχεδόν στο κέντρο του εγκεφάλου. Τα μάτια του βουρκώνανε, κι όταν κάθισε σ’ ένα παγκάκι να ξεκουραστεί ένιωσε να τον διαπερνά μέχρι το κόκκαλο ένα τρομερό κρύο, μια παγωνιά, ένα ψύχος. Έβγαλε το κινητό του από την τσέπη κι άρχισε να ψάχνει τις επαφές του. Είναι απίστευτο πόσες άχρηστες επαφές μπορεί να χει ένας άνθρωπος στο κινητό του, άτομα που ούτε που θυμόταν ποια ήταν η τελευταία φορά που χε μιλήσει, μα θα χαν περάσει μήνες, χρόνια, δεκαετίες. Κάτι παλιοί συμμαθητές, κάτι παλιές γκόμενες, κάτι παλιές άκρες για φούντα, κάτι άκυροι, κάτι ονόματα που τα χε διαγράψει τελείως απ’ τη μνήμη του, ούτε που του έλεγαν πια τίποτα, ούτε που είχε ιδέα ποιοι ήταν όλοι αυτοί. Ακόμα και τον αριθμό του παππού του είχε μέσα, που χε πεθάνει προ τριετίας. Μα τουλάχιστον είχε και κάποια χρήσιμα τηλέφωνα, όπως πχ το τηλέφωνο του Χρήστου.
Ο Χρήστος ήταν κι αυτός μέλος της αρχικής πρεζοπαρέας. Και μάλιστα, αρκετά πιο ακραίος απ’ τον Πέτρο, μιας και για μια περίοδο είχε πέσει κυριολεκτικά με τα μούτρα, έπινε κάθε μέρα, όλη μέρα, αύξανε συνεχώς την ποσότητα, είχε σουτάρει και μερικές φορές, κυριολεκτικός πρεζέος δηλαδή. Παρόλα αυτά, τον τελευταίο καιρό, θα ταν κανάς μήνας τώρα, είχε ξεκόψει. Και απ’ τη ζούζου και απ’ την παρέα, κατ’ ανάγκη, μιας και το ένα έφερνε πάντα το άλλο. Οπότε είχανε πολύ καιρό να μιλήσουν οι δυο τους. Θα μου πεις τώρα, γιατί τότε ο Πέτρος να πάρει τηλ τον Χρήστο που χε ξεκόψει και όχι κάποιον άλλον από την παρέα; Και θα σου πω κι εγώ ότι με τους άλλους δυο της παρέας που συνέχιζαν να πίνουν είχε σπάσει, μετά από έναν άσχημο καυγά, όταν ανακάλυψε συγκεκριμένα ότι του χαν ψειρίσει ένα πενηντάρικο απ’ το σπίτι, μια φορά που αράζανε και την πίνανε μαζί. Ε και δεν έψηνε να μιλήσει με κάποιον απ’ αυτούς. Επιπλέον, ο Χρήστος ήταν ο πιο κοινωνικός της παρέας και ο πιο χωμένος στη φάση, τότε τουλάχιστον, οπότε είχε περισσότερες πιθανότητες, ακόμα και τώρα που χε κόψει, να χει κάποια άκρη που δεν ήξερε κανείς άλλος. Δεν έχανε και τίποτα δηλαδή αν του κανε μια κλήση.
Το τηλέφωνο άρχισε να δονείται – το είχε πάντοτε στη δόνηση ο Χρήστος, για να χρησιμοποιεί σαν δικαιολογία το ότι δεν το άκουσε, όποτε δεν ψηνόταν ν’ απαντήσει. Μα, παραδόξως, ενώ εκείνη την ώρα καθότανε στο μισοσκόταδο του παιδικού του δωματίου, στο πατρικό του, και χάζευε φωτογραφίες ανήλικων κορασίδων στο φέησμπουκ, μόλις είδε το όνομα στην οθόνη το σήκωσε.
«Έεεελα ρε Πέτρακη, τι γίνεται;»
«Έλα ρε Χρήστο, καλά ρε, εσύ;»
«Καλά μωρέ κι εγώ, εδώ. Τι λέει, που χάθηκες;» – ερώτηση παγίδα ήταν αυτή, αφού δεν ήταν ο Πέτρος που χε χαθεί, αλλά ο ίδιος.
«Ε, εδώ μωρέ, ξέρεις, χαλαρά…»
«Ναι, ναι, ξέρω… Και για πες.»
«Να ρε συ, απλά παίχτηκε ένα πακέτο σήμερα, και… ξέρεις…»
«Πακέτο, ε;»
«Ναι, κι έλεγα μήπως, ξες, παίζει καμιά άκρη…»
«Ρε μαλάκα Πέτρο, σοβαρά τώρα; Με παίρνεις για να με ρωτήσεις αυτό το πράμα; Έχω ξεκόψει 27 μέρες τώρα από την πρέζα και με ρωτάς αν παίζει καμιά άκρη;»
«Σςςς, μην την λες αυτή τη λέξη απ’ το κινητό ρε φίλε… Εντάξει, απλά ρωτάω.»
«Τελοσπάντων, όχι ρε φίλε, δεν παίζει.»
«Α…»
«Νομική πήγες;»
«Και Νομική και Εξάρχεια και παντού, όλη την Αθήνα έχω φάει.»
«Και δε βρήκες τίποτα ρε μαλάκα;»
«Δε βρήκα ρε φίλε, δεν ξέρω τι έχει γίνει, δε βρήκα τίποτα.»
«Τι λες ρε; Περίεργο.»
«Πολύ περίεργο, δεν ξέρω τι έχει παιχτεί.»
«Μενίδι;»
«Στους τσιγγάνους;»
«Εκεί, στους γύφτους, ναι.»
«Ουφ, όχι, εκεί δεν πήγα ρε φίλε…»
«Ε δεν πας να δοκιμάσεις;»
«Λες, ε;»
«Ε ναι.»
«Ουφ, δεν ξέρω ρε φίλε. Το φοβάμαι λίγο να σου πω την αλήθεια, δεν έχω πάει ποτέ να γίνω από Μενίδι. Δεν ξέρω. Τι φάση είναι εκεί;»
«Ε τι φάση ρε μαλάκα; Καταυλισμός φάση. Τσαντίρια και λοιπά.»
«Αχά… Δεν ξέρω ρε…»
«Ε τι να σου πω ρε φίλε; Εγώ αυτό ξέρω. Αλλιώς πήγαινε από καναν Χουίτη να πάρεις καναν αλβανό.»
«Όχι ρε Χρήστο, τι λες; Ποιόν Χουίτη, ποιόν αλβανό; Τι είναι αυτά που λες ρε φίλε; Τι να μου κάνει ο αλβανός ρε, σου λέω εδώ έχω βγάλει πρόβλημα ρε φίλε, δεν είμαι καλά.»
«Ρε συ Πετράκη, σε καταλαβαίνω ρε φίλε, αλλά δε μπορώ να κάνω κάτι. Σου λέω, πήγαινε στο Μενίδι, κι εκεί λογικά θα γίνεις. Δε μπορώ να σκεφτώ κάτι άλλο.»
«Καλά ρε φίλε, εντάξει, έχεις δίκιο. Αυτό θα κάνω. Και πως θα τον βρω τον τύπο εκεί;»
«Λοιπόν, θα σου στείλω ένα μήνυμα σε πέντε λεπτά και θα σου εξηγήσω ακριβώς τι και πως. Οκέι;»
«Οκέι ρε Χρήστο, να σαι καλά, σ’ ευχαριστώ, το εκτιμώ.»
«Τίποτα ρε Πετράκη, μην το συζητάς. Λοιπόν, τα λέμε.»
«Έγινε ρε, να μιλήσουμε να κανονίσουμε να πάμε και για καμιά μπύρα καμιά μέρα.»
«Ναι ρε, θα το κανονίσουμε. Έλα, γεια.»
«Γεια. Το μήνυμα, ε! Μη με ξεχάσεις.»
«Ναι ρε, σε πέντε λεπτά. Άντε γεια.»
«Γεια.»
Και το κλεισε. Ρε τον κακομοίρη τον Πετράκη, πολύ είχε στεναχωρηθεί που τον είχε ακούσει έτσι. Είχε μπλέξει για τα καλά. Κι η αλήθεια είναι πως είχε κι αυτός μερίδιο ευθύνης γι’ αυτό. Αυτός τον είχε κεράσει τη δεύτερη φορά που ήπιε, κι ήταν μαζί και την πρώτη, και παρόλο που εκείνη την πρώτη φορά δεν είχε κανονίσει ο ίδιος ο Χρήστος, ε και πάλι έφταιγε γιατί ήξερε κάτι παραπάνω, ήταν πιο ψαγμένος. Εξάλλου, όταν πρωτοήπιε ο Πέτρος, εκείνος έκλεινε ήδη σχεδόν μήνα κατάχρησης – έπρεπε να τον είχε προφυλάξει καλύτερα, δεν έπρεπε να τον αφήσει καν να δοκιμάσει. Μα τελοσπάντων, δε μπορούσε ν’ αναλάβει την ευθύνη και για την κατάντια του Πέτρου. Αρκετά προβλήματα είχε ο ίδιος για τον εαυτό του, δεν την πάλευε να σηκώσει και τα προβλήματα αλλονών στην πλάτη του.
Έγραψε το μήνυμα – ποιο λεωφορείο έπρεπε να πάρει, που να κατέβει, που ακριβώς να πάει, το όνομα του τύπου κλπ – το στειλε, κι επέστρεψε στο στόκινγκ δεκαπεντάχρονων του φουμπού. Τράβηξε μια καλή μαλακία με μια πρόχειρη συλλογή λίγων εικόνων που χε μαζέψει, κι έπειτα έβγαλε κι έστριψε και κάπνισε ένα τσιγάρο. Χάζεψε τον ήλιο που όλο και βυθιζόταν στον ορίζοντα από το παράθυρο. Η ώρα ήταν πέντε και κάτι. Άλλη μια μέρα που χε αφήσει να χαθεί δίχως να κάνει απολύτως τίποτα έφτανε προς το τέλος της. Άλλη μια κενή και βαρετή μέρα. Ούτε καν τις αγγελίες δεν είχε κοιτάξει σήμερα. Μα κι όταν τις κοιτούσε, τι καταλάβαινε; Τέσσερις θέσεις σερβιτόρας για νέες κι εμφανίσιμες κοπέλες, μια για ντελιβερά με δικό του μηχανάκι, δυο για λάντζα, η μια στο Μαραθώνα κι η άλλη στην Κερατέα. Ποιος καριόλης πάει για φαΐ στην Κερατέα; Και μερικές άλλες δουλείες τελοσπάντων που ο Χρήστος δε μπορούσε να κάνει καν αίτηση γιατί απαιτούσαν πτυχίο πανεπιστημίου, που δεν είχε, αφού τη σχολή την είχε παρατήσει στο δεύτερο έτος. Στ’ αρχίδια του. Σκότωσε τη γόπα στο τσίγκινο κουτάκι των καπρίς που χρησιμοποιούσε για τασάκι κι έβγαλε να στρίψει άλλο ένα.
«Τουρούν!» ακούστηκε κάποια στιγμή ο ήχος του μέσσεντζερ. «Ελα ρε τι κανεις? Παμε για κανα καφε?» έγραφε το μήνυμα. Ήταν ο παλιόφιλος του ο Μάικ, που τώρα τελευταία, που ο Χρήστος έκανε την προσπάθεια του να ξεκόψει μια και καλή απ’ αυτό το διάολο τη ζουζού, είχε γίνει κολλητός του. Απ’ το γυμνάσιο κάνανε παρέα, συμμαθητές στο ίδιο τμήμα και τα ρέστα. Ε, και κλασσικά όπως γίνεται σ’ αυτές τις περιπτώσεις, μια χάνονταν, μια βρίσκονταν, και πάλι απ’ την αρχή. Γενικά, δηλαδή, ήταν απ’ αυτές τις φιλίες που ντάξει, σίγουρα υπάρχει μια χημεία, κάποια κοινά ενδιαφέροντα, κάποιες κοινές εμπειρίες, κάποια κοινά χαρακτηριστικά κλπ, αλλά ο κύριος λόγος που διατηρούταν ακόμα και κράταγε στα χρόνια ήταν η γεωγραφική ευκολία. Δηλαδή ο Μάικ έμενε ένα τέταρτο μακριά απ’ τον Χρήστο – στο πατρικό του κι αυτός. Ε, κι απλά αν κάποιος απ’ τους δυο μετακόμιζε σε άλλη περιοχή, πιθανότατα εκεί θα τέλειωνε και η μεταξύ τους σχέση.
Αλλά ντάξει, ήταν ωραίος τύπος ο Μάικ, συμπαθητικός, ενδιαφέρων άνθρωπος, και, κατά κανόνα, ευχάριστος. Λίγο περίεργος βέβαια – μα και ποιος δεν είναι περίεργος τη σήμερον ημέρα; Ήτανε πάντως λίγο μπερδεμένο τυπάκι, λίγο αναρχοφασέος, λίγο χασίκλας, λίγο σταρχιδιστής και ταυτόχρονα και λίγο πολιτικοποιημένος, λίγο σταλίνας, λίγο διαβασμένος, έγραφε που και που στα κρυφά και κανα ποίημα, γενικά λίγο απ’ όλα. Αλλά ωραίος τύπος. «Ne re,» απάντησε ο Χρήστος. «Pame sto gnosto?»
«Στο γνωστο σε μιση ωρα.»
«Egine ta leme ekei.»
Μπήκε λοιπόν ο Μάικ για ένα γρήγορο ντουζάκι, βούρτσισε και τα δόντια του, στέγνωσε, φόρεσε ένα σώβρακο, ένα τζιν, ένα μπλουζάκι και το καλό του το φούτερ του το μαύρο και ξεκίνησε για το γνωστό καφέ – που βασικά δεν ήταν καν καφέ, αλλά ένας φούρνος, που χε και τραπεζάκια να κάτσεις κι έδινε το φρέντο 1,40 και τον διπλό ελληνικό 1,20. Ο Μάικ έφτασε ακριβώς στην ώρα του και πήρε έναν ελληνικό σκέτο, ο Χρήστος ένα τέταρτο πιο μετά, και το παιξε νες μέτριο. Είχε βάλει λίγη ψύχρα απόψε και δεν ψήθηκε κανείς τους για κρύο καφέ. Χαιρετηθήκανε και τα λοιπά. Βγάλανε τα καπνοσύνεργα απ’ τις τσέπες τους και στρίψανε ταυτόχρονα τσιγάρο. Πήραν γουλιά απ’ τους καφέδες τους και τ’ άναψαν.
«Και για πες ρε κανά νέο,» έσπασε σε κάποια φάση τη σιωπή ο Μάικ.
«Ε τι να πω ρε φίλε; Δεν έχω και κανα νέο. Όπως τα ξέρεις, πάντα. Ηρεμία.»
«Καμιά δουλειά μήπως βρήκες;»
«Μπα… Εσύ;»
«Μπα, τίποτα… Και να σου πω την αλήθεια ρε Χρήστο έχω σταματήσει πια και να ψάχνω. Έχω απελπιστεί.»
«Κι εγώ το ίδιο ακριβώς ρε φίλε. Καμία ελπίδα.»
Για να λέμε πάντως και την όλη αλήθεια, η φαμίλια του Μάικ ήταν σε πολύ καλύτερη μοίρα απ’ τη φαμίλια του Χρήστου. Και ναι, σίγουρα, τ’ άκουγε κι αυτός τα μπινελίκια του που δεν είχε βρει ακόμα μια δουλειά να ξεκουμπιστεί επιτέλους απ’ το σπίτι – λες και ήταν στο χέρι του ξέρω γω – αλλά γενικά οι δικοί του την πάλευαν καλύτερα, δεν τους ήταν ιδιαίτερο βάρος να συντηρούν ακόμα το μοναχογιό τους.
«Χάλια ο νες,» είπε σε κάποια φάση ο Χρήστος. “Μέτριο λες, γλυκό τον κάνουνε…»
«Πόσο τον έχουνε το νες;»
«1,20.»
«Α, ντάξει, καλά είναι. Όσο και τον ελληνικό.»
«Ναι.»
Ο Μάικ δεν ήξερε τίποτα για την πρέζα, δεν του χε πει πότε τίποτα. Δεν ήταν ότι θα φρίκαρε ή τίποτα τέτοιο, ήταν ανοιχτόμυαλος άνθρωπος, θα καταλάβαινε, απλά δεν υπήρχε και κάποιος ιδιαίτερος λόγος να το μάθει. Ειδικά τώρα που χε κόψει.
«Έχεις κανονίσει τίποτα γι’ απόψε;» ρώτησε ο Μάικ.
«Μπα. Γιατί;»
«Θα βγω μωρέ με μια φίλη πιο μετά, κι έλεγα αν θες να ρθεις παρέα.»
«Φίλη; Για πες ρε,» έκανε και χαμογέλασε.
«Ναι, δεν την ξέρεις.»
«Φίλη ή;..»
«Όχι, φίλη, φίλη…»
«Α. Μπα, σ’ ευχαριστώ ρε φίλε, αλλά δεν ψήνω, προτιμώ να γυρίσω σπίτι να δω καμιά ταινιούλα, χαλαρά. Δεν είμαι και για πολλά έξοδα γενικά.»
«Όπως θες ρε, πάντως κι εμείς, μη φανταστείς, πλατεία θ’ αράξουμε, θα πιούμε καμιά μπύρα, κανα τσιγάρο, χαλαρή φάση, όχι πολλά πολλά.»
«Ναι, κατάλαβα. Μπα, άσε ρε φίλε, δεν είμαι σε φάση. Θ’ αράξω σπίτι.»
«Όπως θες ρε Χρήστο… Και για πες, είδες καμιά καλή ταινία;..»
«Είδα μια του Κουροσάβα, ναι, άκου…»
Και τελοσπάντων, μες στην κουβέντα η ώρα πέρασε, οι καφέδες τελείωσαν, το τασάκι παραγέμισε με γόπες και οι δυο φίλοι, αφού πρώτα κοίταξαν τα ρολόγια των κινητών τους, αποχαιρετήθηκαν και σπάσανε. Ο Χρήστος πήρε το δρόμο για το σπίτι του, ο Μάικ για την πλατεία, όπου σύντομα θα συναντιόταν με τη φίλη του τη Μαίρη.
Η αλήθεια πάντως είναι πως, ανεξάρτητα απ’ το τι έλεγε, τη Μαίρη δεν την έβλεπε σα φίλη. Εκείνη τον έβλεπε σα φίλο. Η Μαίρη ήταν το μεγάλο του κόλλημα. Δεν τολμούσε να το πει βέβαια, αλλά ναι, μέσα του το ήξερε, η Μαίρη ήταν ο έρωτας της ζωής του. Κι όπως συμβαίνει συνήθως με τους έρωτες, έτσι κι αυτός ήταν απόλυτα μονόπλευρος. Όσο και να της την έπεφτε, άλλο τόσο αυτή τον χίωνε. Έτσι απλά και βασανιστικά. Έτσι απλά. Και το χειρότερο δεν ήταν η απόρριψη, όχι, αυτό μπορούσε να το καταπιεί. Όσο την είχε δίπλα του, έστω και σα φίλη, όσο μπορούσε να αγγίζει την ομορφιά της, έστω και μόνο με τα μάτια του, όσο άκουγε την τόσο γλυκιά φωνή της, όσο την είχε, έστω κι έτσι, στη ζωή του, την άντεχε την ερωτική απόρριψη. Αρκούσε που ήταν δίπλα του, αυτό του ήταν αρκετό. Αλλά όχι, δεν ήταν και για κείνη. Εκείνη ήθελε να τον βασανίσει κι άλλο. Εκείνη ήθελε να τον βλέπει να υποφέρει.
Εξάλλου δε γινόταν να μην το είχε καταλάβει, ήταν αδύνατο να μην το βλεπε στα μάτια του, το πόσο την αγαπούσε. Σίγουρα ήξερε. Αλλά δεν την ένοιαζε. Γι’ αυτό και κάθε φορά το κύριο θέμα της κουβέντας της ήταν οι διάφοροι γκόμενοι που την πηδούσαν κάθε τόσο. Κάθε φορά και κάποιος άλλος. Κάθε φορά η ίδια ιστορία με διαφορετικό πρωταγωνιστή. Και ντάξει, οκέι, ως ένα βαθμό το δεχότανε – ελεύθερο πνεύμα, αναρχική στον έρωτα, λίγο χίπισσα, ναι, ήταν ανυπότακτος άνθρωπος η Μαίρη, το καταλάβαινε, αν δεν ήταν εξάλλου έτσι δε θα την αγαπούσε τόσο, εντάξει. Αλλά δεν μπορούσε να το χωνέψει ότι κάθε φορά έπρεπε να του εξηγεί πως ήταν ο γκόμενος, και πόση την είχε, σε τι στάση την πήρε, και πως την έγλειφε, και αν του δωσε κώλο ή όχι κι όλα αυτά, λες κι ήταν ο γκέι φίλος της. Ε όχι ρε πούστη! Ε όχι κι έτσι ρε γαμώτο! Θα μου πεις βέβαια τώρα, γιατί καθότανε ο Μάικ και το περνούσε όλο αυτό το μαρτύριο και δεν ξέκοβε απ’ την τύπισσα μια και καλή να ηρεμήσει; Και θα σου πω κι εγώ ότι, αφενός, άμα έχεις φάει τέτοιο κόλλημα το να ξεκόψεις είναι απλά μια κουβέντα και σε καμία περίπτωση δεν είναι τόσο εύκολο όσο μπορεί ν’ ακούγεται. Και αφετέρου, επειδή ο Μάικ, παρόλο που αυτό δεν ήθελε να το παραδεχτεί ούτε στον εαυτό του, βαθιά μέσα του ήλπιζε πώς κάποτε η Μαίρη θα σοβάρευε, θα καταλάβαινε πως δεν μπορεί να συνεχίσει τη ζωή της έτσι. Ε και πια θα το βλεπε, πως ο μόνος άνθρωπος που πραγματικά την αγαπούσε και που μπορούσε να σταθεί δίπλα της και να τη στηρίξει στα δύσκολα, ήταν αυτός. Ναι, κάποια στιγμή θα το καταλάβαινε.
Η Μαίρη έπιασε το κινητό της κι έστειλε ένα μήνυμα στο Μάικ, του είπε πως θ’ αργούσε λίγο. Είχε γίνει ένα ατύχημα στη Μεσογείων και το λεωφορείο είχε κολλήσει στην κίνηση. Έφτασε στην πλατεία είκοσι λεπτά αργοπορημένη. Παρ’ ότι είχε αρχίσει να βάζει ψύχρα τις τελευταίες νύχτες υπήρχε ακόμα αρκετός κόσμος που άραζε στις εξέδρες και τα παγκάκια. Ο Μάικ την περίμενε στα σκαλάκια, μοναχός του, πίνοντας μια Βεργίνα. Είδε τη Μαίρη να πλησιάζει και της χαμογέλασε αυθόρμητα. Εκείνη έφτασε δίπλα του και τον αγκάλιασε.
«Τι κάνεις;» τον ρώτησε γλυκά.
«Καλά μωρέ, εσύ;»
«Καλά κι εγώ. Περιμένεις ώρα;»
«Εε, όχι τόσο, κανά δεκάλεπτο.»
«Α. Πολύ γρήγορα την ήπιες τη μπύρα τότε.»
«Ε, ναι, ντάξει, ξέρεις, άμα πίνεις μόνος πίνεις πιο γρήγορα… Και τώρα που το πες, θα πάω να πάρω άλλη μια. Θες;»
«Άσε, πάω εγώ, θέλω να πάρω και καπνό. Βεργίνα;»
«Ναι. Κάτσε, μισό.» Έκανε να βγάλει τα ψιλά απ’ την τσέπη του.
«Μου τα δίνεις μετά,» είπε η Μαίρη κι έφυγε για το περίπτερο. Ένιωθε το βλέμμα του Μάικ καρφωμένο στα καστανά και μακριά μαλλιά της όσο περπατούσε. Πήρε τις μπύρες από το ψυγείο και έναν ολντ χόλμπορν άσπρο. Ο περιπτεράς την κόζαρε και χαμογέλασε. Της είπε κάτι – δεν κατάλαβε καλά τι. Την ήξερε. Σχεδόν κάθε βράδι την έβλεπε, και κάθε φορά κάτι της έλεγε, κάποιο αστειάκι, κάτι, μα εκείνη ποτέ δεν καθόταν λίγο παραπάνω να του πιάσει την κουβέντα, εκτός από μερικές φορές που ταν μαζί της ο Μάικ. Επέστρεψε, έδωσε τη μπύρα στο φίλο της, κάθισε δίπλα του, βγάλανε κι οι δυο τους αναπτήρες τους και τις ανοίξανε. Έπειτα του ζήτησε ένα φιλτράκι κι έστριψε ένα τσιγάρο. Ακολούθησε κι ο Μάικ. Τ’ ανάψανε.
«Και για πες,» της έκανε, «τι λέει;»
«Ε, καλά μωρέ, τα κλασσικά, τίποτα καινούριο.»
«Τίποτα;»
«Ε, τίποτα… Εκτός από ένα παιδί, τις προάλλες…»
«Ωχ, καλά, άσε.»
«Ε, εσύ με ρώτησες…»
«Η σχολή πώς πάει;» Η Μαίρη σπούδαζε στο ΦΠΨ, στο Καποδιστριακό.
«Ε, ντάξει, καλά. Λογικά, αν πάει καλά σ’ αυτή την εξεταστική τώρα που έρχεται, το επόμενο εξάμηνο παίρνω πτυχίο.»
«Έκτο έτος είσαι, ε;»
«Έκτο, ναι.»
«Και πόσα χρωστάς;»
«Εννιά.»
«Α, ντάξει, μια χαρά είσαι.»
«Ναι. Και θα δώσω τώρα τα πέντε, και άλλα τέσσερα τον Ιούνιο.»
«Και γιατί δεν τα δίνεις όλα μαζί τώρα;»
«Γιατί δε θα τα περάσω όλα. Τώρα θα συγκεντρωθώ στα πέντε, θα περάσω, κι έπειτα άλλα τέσσερα και τέλος. Άσε που ένα εξάμηνο ακόμα στη σχολή δεν με χαλάει, δε θα ναι κι άσχημα.»
«Χαχα, ε αυτό να μου πεις, και που θα τελειώσεις δηλαδή τι θα καταλάβεις; Σάμπως θα βρεις δουλειά;»
«Σέρβις σε κανά καφέ, στην καλύτερη.»
«Ε, αυτό ακριβώς… Πάντως, να ξέρεις, εγώ σε σένα θα ρχομαι να πίνω τον καφέ μου και θα σου αφήνω και καλά τιπς.»
«Μμμ, σ’ ευχαριστώ πολύ…»
«Έλα, πλακίζω.» Η Μαίρη σκότωσε το τσιγάρο κι έβγαλε καπάκι να στρίψει άλλο ένα. Ο Μάικ της έδωσε δυο μπάρες από τα φιλτράκια του, για να χει.
«Λέω μήπως προς χριστούγεννα πάω καμιά εκδρομούλα, κανά τριήμερο, κανά Παρνασσό ξερώ γω.»
«Παρνασσό; Για σκι;»
«Ε, και για σκι, ναι, γιατί όχι;»
«Κάνεις σκι;»
«Έκανα πιο παλιά, ναι, ξέρω να κάνω. Εσύ;»
«Μπα, δεν έχω δοκιμάσει ποτέ;»
«Ψήνεις να ρθεις μαζί μου;»
«Στον Παρνασσό;»
«Ε ναι, τι λέμε;»
«Με τι λεφτά;»
«Έλα μωρέ Μαίρη τώρα, σιγά τα λεφτά που θέλει για Παρνασσό.»
«Ε δε θέλει για να πας, αλλά που θα μείνεις; Θα κάνεις κάμπινγκ μες στα χιόνια;»
«Ε ντάξει μωρέ, κανά ξενοδοχείο, για δυο νύχτες, σιγά.»
«Πανάκριβα θα ναι!»
«Ε ντάξει ρε Μαίρη, στα βάζω εγώ τα λεφτά, σιγά.»
«Μπα, δε νομίζω, δύσκολο…»
«Καλά, μια ιδέα είπα… Μπορούμε να πάμε και πουθενά αλλού, δε χρειάζεται να πάμε Παρνασσό ντε και καλά, μπορούμε να τσεκάρουμε κανά φθηνότερο μέρος.»
«Καλά ρε συ Μάικ, θα δούμε, κάτσε να ρθουν πρώτα τα χριστούγεννα καταρχάς, και βλέπουμε μετά… Δεν είναι πάντως τώρα καιρός για ταξίδια…»
«Γιατί, τι έχει ο καιρός;»
«Κρύο, αυτό έχει.»
«Καλά, ντάξει, ό,τι θες… Απλά, λέω… Να πιούμε κανά τσιγάρο;»
«Αμέ. Έχεις;»
«Έχω, πώς δεν έχω; Ο Μάικ να μην έχει σταφ;»
«Χαχα, ναι, σωστά, ο Μάικ δεν ξεμένει ποτέ.»
«Εμ, τι;» Έβγαλε τα σύνεργα, κόλλησε μια διφυλλιά, η Μαίρη του φτιαξε μια τζιβάνα, έριξε μέσα λίγο ταμπάκο και λίγο φου, το στριψε, το γλειψε, το κόλλησε, το χτύπησε στην πέτρινη επιφάνεια που καθόντουσαν να το στουμπώσει και το σκασε. Το ήπιαν, το σκότωσαν, ο Μάικ σηκώθηκε να φέρει άλλες δυο μπύρες, γύρισε και συνεχίσαν την κουβέντα τους περί ανέμων και υδάτων. Κάθε φορά πάντως που η Μαίρη πήγαινε να μιλήσει για κάποιο γκόμενο, ο Μάικ την έκοβε γρήγορα γρήγορα – φαινόταν αποφασισμένος αυτή τη φορά. Κι εκείνη λοιπόν μετά από δυο-τρεις προσπάθειες δεν ξανανέφερε τίποτα γκομενικό, φοβούμενη μην του γυρίσει κανένα λαμπάκι και της κάνει καμιά ερωτική εξομολόγηση μες στο βράδι. Έπειτα ήπιανε ένα ακόμη. Η ώρα περνούσε, η Μαίρη θα χε καπνίσει καμιά εικοσαριά τσιγάρα μέσα σε δυο ώρες, ο Μάικ κάπως λιγότερα. Κάποια στιγμή της τελειώσαν και τα χαρτάκια. Πήγε πάλι περίπτερο, πήρε κι άλλες δυο μπύρες.
«Τελευταία για μένα,» είπε του φίλου της καθώς την άνοιγε. «Πρέπει να φύγω όπου να ναι.»
«Που θα πας;»
«Παίζει ένα πάρτι στο Πολυτεχνείο.»
«Πάρτι; Τρανσοφάση;»
«Δεν είμαι σίγουρη, φαντάζομαι ναι. Ψήνεις να ρθεις;»
«Ποιός άλλος θα ναι;»
«Κάτι φίλοι, δε νομίζω ότι τους ξέρεις.»
«Α, φίλοι…»
«Ναι… Α, θα ναι κι ο Πλάτωνας.»
«Ο φιλόσοφος;»
«Χαχα, γελάσαμε κι απόψε.»
«Έλα, ποιος Πλάτωνας; Τον ξέρω;»
«Νομίζω τον είχες γνωρίσει μια φορά, σ’ ένα πάρτι πάλι.»
«Χμμ, ίσως… Τώρα που το λες κάτι μου λέει τ’ όνομα. Αλλά δε θυμάμαι καλά.»
«Ναι, τελοσπάντων. Τι λες, θα ρθεις;»
«Μπα, άσε μωρέ. Είμαι και λίγο κουρασμένος σήμερα, καλύτερα να πάω σπίτι.»
«Καλά, ό,τι θες. Παίζει να βρούμε και μουντού πάντως.»
«Μουντού, ε; Μπα, όχι, δεν ψήνομαι για κραιπάλες απόψε, άσε. Δεν έχω και φράγκα για μουντού κιόλας.»
«Α, για να πας εκδρομή Παρνασσό έχεις φράγκα, για μουντού όχι, ε;»
«Ε δεν έχω τώρα πάνω μου εννοώ ρε Μαίρη.»
«Καλά ντε, μην τσαντίζεσαι.»
«Ε δεν τσαντίζομαι… Απλά, λέω…»
Τελοσπάντων, τελείωσαν τις μπύρες, κάπνισαν και κάμποσα τσιγάρα ακόμα, ο Μάικ έδωσε και δυο μπάρες εξτρά στη Μαίρη, της έδωσε κι ένα παπαδάκι να το στρίψει αργότερα, όταν θέλει, κι αποχαιρετήθηκαν, και τραβήξανε δρόμους αντίθετους.
Η Μαίρη έφτασε στη στάση. Τι περίεργο παιδί κι αυτός ο Μάικ… Ο ορισμός του ανθρώπου που όσο τον φτύνεις τόσο κολλάει. Τι κι αν του μιλούσε για γκόμενους, για γαμήσια, τι κι αν δεν τον έπαιρνε τηλέφωνο, δεν του απαντούσε καν τις μισές φορές στα μηνύματα του, τίποτα. Δεν έπαιρνε χαμπάρι. Και ντάξει, καλό παιδί ήτανε, συμπαθητικός και γλυκούλης πολύ, ωραίος για παρέα, αλλά ερωτικά δε μπορούσε να τον δει, τι να κάνει; Κι εξάλλου αυτός ήθελε σχέση, φαινότανε, φαινότανε πως είχε κολλήσει άσχημα, αλλά η Μαίρη δεν ήταν σε τέτοια φάση, που και να ήτανε, και πάλι δε θα μπορούσε να δει έτσι τον Μάικ. Απλά δε μπορούσε. Γιατί να μην έλεγε να το καταλάβει αυτό, γιατί να μη μπορούσε να ερμηνεύσει τα σημάδια; Εντάξει, ήξερε γιατί. Ήξερε πως καταλάβαινε, απλά δε μπορούσε να ξεκολλήσει, όσο κι αν προσπαθούσε. Αλλά και πάλι. Γιατί να είναι τόσο ερωτευμένος πια μαζί της, τι της έβρισκε τελοσπάντων;.. Κι αυτή τι να κάνει δηλαδή; Δε μπορούσε να του το πει ευθέως, ήταν πολύ δύσκολο. Αλλιώς τι; Να κόψει έτσι ξαφνικά κάθε επαφή μαζί του; Μπλοκ και ντιλίτ; Ούτε καλημέρα άμα τον δει τυχαία στο δρόμο; Όχι, με τίποτα. Θα το παιρνε πολύ βαριά. Δε μπορούσε…
Σήκωσε το χέρι της, το λεωφορείο σταμάτησε και μπήκε μέσα. Δεν είχε πολύ κόσμο, ήταν πολλές οι άδειες θέσεις. Πήγε και κάθισε σε μια πίσω πίσω. Τελοσπάντων. Δεν ήθελε να σκέφτεται άλλο τον Μάικ. Είχε κουραστεί. Θα σκεφτότανε τον Πλάτωνα. Αυτός… Εντάξει… Ήτανε λίγο μαλάκας εδώ που τα λέμε, αλλά ήταν πιο κουλ άτομο. Στον κόσμο του τελείως μεν, ναρκωτικά, γκόμενες, πάρτι, κι ιστορίες τέτοιες, αλλά δούλευε το μυαλό του, στρόφαρε, καταλάβαινε πότε του λέγανε όχι και πότε ναι. Ήταν πιο συνεννοήσιμος άνθρωπος, απ’ τον Μάικ τουλάχιστον, σίγουρα. Εντάξει, με τα ελαττώματα του, οκέι. Αλλά στο βάθος, η Μαίρη το ήξερε, είχε καλή ψυχή.
Έφτασε Πολυτεχνείο – ήταν νωρίς ακόμα, δεν είχε έρθει ακόμα κόσμος. Μετά από δυο τσιγάρα έστειλε του Πλάτωνα ένα μήνυμα. Σιγά μην απαντούσε…
Bάραγε το κινητό ασταμάτητα, κλήσεις, μηνύματα, η Μαίρη, ο ένας, ο άλλος, στ’ αρχίδια του. Να περιμένανε, δε θ’ αργούσε. Στο δρόμο ήτανε, τι να κάνει, να τρέχει; Ηρεμία ρε γαμημένοι. Προπάντων ηρεμία. Τσιλ άουτ. Κάθισε ένα λεπτό σ’ ένα παγκάκι να ξαποστάσει, να στρίψει κι ένα τσιγάρο. Το κεφάλι του είχε αρχίσει να νιώθει λίγο περίεργα, το σώμα του επίσης. Είχε αρχίσει και του τα σκαγε. Ε, ώρα ήταν… Άναψε το τσιγάρο και συνέχισε το μακρύ και δύσκολο ταξίδι του για το Πολυτεχνείο. Είχε επίσης αρχίσει να χάνει λίγο και τον προσανατολισμό του, μα ευτυχώς γρήγορα άκουσε τα υπόκωφα τρανσίδια που βαρούσαν από μακριά, και άφησε τη μουσική να τον οδηγήσει ως τον προορισμό του. Ε και μετά από λίγο ήταν εκεί.
Σήκωσε το γυαλί του ηλίου και προσπάθησε, χορεύοντας παράλληλα, να εντοπίσει κανάν άνθρωπο μες στα σκοτάδια και τις μουσικές – μουσικάρες όμως, ε; Πρώτα βρήκε τον Κοσνί – χαιρετήθηκαν και τα λοιπά. Έπειτα βρήκε το Νοσμά – το ίδιο. Έπειτα την πλάτη της Μαίρης. Την πλησίασε από πίσω και της έκλεισε με τα χέρια του τα μάτια.
«Που σαι Μαιρούλα μου;» Την γύρισε, την αγκάλιασε και της έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο.
«Άντε ρε μαλάκα Πλάτωνα, που είσαι; Σε περιμένω τόση ώρα!»
«Σόρρυ ρε Μαιρούλα, έπεσα σε κίνηση.»
«Ασ’τις μαλακίες ρε Πλάτωνα, τόσα τηλέφωνα σε πήρα!»
«Έχεις δίκιο ρε συ Μαίρη, σόρρυ, μαλακία μου, δίκιο έχεις. Απλά, να, ήμουνα πριν στου Στέλιου και πίναμε κάτι μπαφίδια κι είχαμε γίνει ζάντες, ε, και ξεχάστηκα. Ε και τον ξέρεις τώρα το μαλάκα το Στέλιο πως είναι, όλη μέρα σπίτι και φούντες και δεν ξεκουνάει. Μια ώρα τον έπρηζα να ρθει απόψε εδώ και τίποτα. Ε και τι να κάνω, να τον αφήσω μόνο του; Δε μου πάει η καρδιά.»
«Καλά…»
«Έλα ρε αγάπη, συγχώρεσε με.»
«Καλά είπα…»
«Τα παιδιά τα ξέρεις; Για ελάτε εδώ, μάγκες. Μαίρη, ο Νίκος κι ο Μάνος, Νίκο, Μάνο, η Μαίρη.»
«Γεια.»
«Γεια.»
«Τι λέει;»
«Καλά, εσύ;»
«Μια χαρά.»
Είπανε λοιπόν δυο κουβέντες η Μαίρη με τα παιδιά, κι έπειτα τα παιδιά πήγανε λίγο παραπέρα να τα σπάσουν με την ησυχία τους. Η Μαίρη γύρισε στον Πλάτωνα.
«Πλάτωνα;» του φώναξε – ε, μες στο πάρτι έπρεπε να φωνάζεις γενικά για ν’ ακούγεσαι., μ’ όλο αυτό το ντάπα ντούπα δηλαδή.
«Έλα.»
«Βρήκες τελικά τίποτα;»
«Σαν τι να βρω;»
«Ε, ξέρεις, για να πιούμε.»
«Ααα, Μαιρούλα, ώστε έτσι, ε; Πάλι για πιώμα είσαι;»
«Πες ρε.»
«Κάτι βρήκα, κάτι ζειπαί.»
«Μουντού;»
«Μπα, κάτι άλλο.»
«Τι;»
«Μάντεψε.»
«Κο;»
«Όχι, άλλο, άλλο.»
«Ε άντε, πες μου!»
«Για δες λίγο τα μάτια μου,» είπε και κόλλησε πάνω στη φάτσα της.
«Δε βλέπω καλά μες στο σκοτάδι ρε Πλάτωνα, πες μου.»
«Παίζουν κάτι πάκιατρι, Μαιρούλα.»
«Τριπάκια;»
«Αχα, ακριβώς. Κι είναι μπόμπα!»
«Έχεις φάει εσύ;»
«Ε τι σου λέω;»
«LSD;»
«A γεια σου.» Η Μαίρη στάθηκε λίγο σιωπηλή να το καλοσκεφτεί. Ο Πλάτωνας χόρευε σα μανιακός. Σε κάποια φάση γυρνάει και τη ρωτά αν τελικά ψήνεται να φάει ένα χαρτάκι.
«Μπα, όχι, άσε καλύτερα… Δεν είμαι σε φάση για ψυχεδέλεια, όχι απόψε.»
«Τι έγινε Μαιρούλα, κωλώσαμε;»
«Απλά δε θέλω απόψε ρε.»
«Καλά μωράκι μου, μη δαγκώνεις, δε σε πιέζω… Πάντως χάνεις.»
«Δεν πειράζει, ας χάνω.»
Έπειτα αφοσιωθήκαν και οι δυο στο χορό, μπλεγμένοι μαζί μ’ ένα σωρό άλλους τύπους και τύπισσες μέσα στην αποπνικτική εκείνη αίθουσα – ρέηβερς, κάγκουρες, χιπχοπάδες, αναρχοφασέοι, διαφόρων ειδών καμμένοι κλπ, και ντουμάνια, ντουμάνια παντού, ντουμάνια να μη μπορείς να πάρεις ανάσα. Η Μαίρη κάθε τόσο έβγαινε λίγο έξω, έκανε κανά τσιγάρο, καμιά βόλτα στην περιοχή, έπαιρνε και καμιά μπυρίτσα να δροσίζει το στόμα της. Ο Πλάτωνας στ’ αρχίδια του όλα, δεν καταλάβαινε τίποτα, τα σπαγε ανελέητα δίχως σταματημό. Είχε γίνει ένα με το μπιτ και με τα κύματα του ήχου της τρανς που δονούσανε το χώρο και ολόκληρο το σύμπαν. Η συνείδηση του ήταν πλέον μια πανανθρώπινη συνείδηση, και ως τέτοια μεταδιδόταν και μέσω της μόνης πανανθρώπινης γλώσσας – αυτή της μουσικής.
Και τελοσπάντων, η ώρα πέρναγε, ο Πλάτωνας χόρευε, τους άλλους τους είχε χάσει, η Μαίρη είχε φύγει με το πρώτο πρωινό, και στο πάρτι είχαν μείνει πλέον καμιά δεκαριά τύποι, πιο καμμένοι κι απ’ τον ίδιο τον Πλάτωνα. Η επήρεια του τριπ είχε αρχίσει να περνά, είχε ακόμα ενέργεια μεν, αλλά το νιώθε πως του βγαινε σιγά σιγά η κούραση, τα πόδια του αρχίζαν κάπως και βαραίναν. Και ντάξει, τα σπαγε όλο το βράδι, χτυπιόταν σα σουπιά, λογικό κι επόμενο ήτανε. Χόρεψε λίγο ακόμα, κι έπειτα βγήκε έξω, στον καθαρό αέρα.
Αμέσως ένιωσε άλλος άνθρωπος. Ένας θεός ξέρει πόσα κυβικά ντουμάνια είχε κατεβάσει στα πνεμόνια του εκεί μέσα όλη τη νύχτα. Πλέον ο ήλιος είχε βγει κι ακούμπαγε απαλά τις αχτίδες του πάνω στην πόλη, κι η πρωινη δροσιά χτυπούσε τον Πλάτωνα στη μούρη και τον αναζωογονούσε. Αυτό ακριβώς χρειαζότανε. Ξαφνικά, ένιωσε το λαιμό του να καίει. Προσπάθησε να καταπιεί το ελάχιστο σάλιο που του χε μείνει, κι ούτε κι αυτό δεν κατέβαινε κάτω. Ήταν ξερός σαν άμμος. Συνειδητοποίησε πως δεν είχε πιεί τίποτα εδώ και ώρες, τίποτα εκτός από μπύρες και τσιγάρα. Δίψαγε. Έψαξε στις τσέπες του και βρήκε ένα δίευρο. Αρκετά για ένα μπουκαλάκι νερό. Έτρεξε ως το κοντινότερο περίπτερο και πήρε ένα, το κατέβασε σχεδόν όλο μονορούφι. Του μέναν αρκετά και για ένα καφεδάκι. Έβγαλε το κινητό του. Τέσσερις αναπάντητες, δυο μηνύματα, κι η ώρα ήταν εφτά και δέκα. Κομπλέ. Προχώρησε προς τον Γρηγόρη για ένα φρέντο.
«ΕΕΕ ΝΙΚΟ!» φώναξε σε κάποια φάση όπως περπάταγε. Ο φίλος του ο Νίκος, που τον είχε χάσει όλο το βράδι, περνούσε όλως τυχαίως από κει. Ο μαλάκας είχε ξεμείνει κι αυτός στο πάρτι – ο Μάνος την είχε κάνει με το πρωινό – και δεν είχε πάρει χαμπάρι ούτε αυτός τον Πλάτωνα, ούτε κι ο Πλάτωνας αυτόν. Ε το μαλάκα, σκέφτηκε. Εντωμεταξύ κι ο Νίκος τρίπιος ήτανε. Στάθηκαν λίγο να βριστούνε που χάσανε ο ένας τον άλλο όλη τη νύχτα, κι έπειτα συμφώνησαν να πάνε μαζί για καφεδάκι.
Ε και τέλοσπαντων, καμιά ώρα αργότερα, όταν η επήρεια του LSD πέρασε τελείως και οι δυο φίλοι είχαν φτάσει στο σημείο που βαρούσαν διάλυση, σκοτώσαν τα τσιγάρα, πετάξαν και τα πλαστικά ποτήρια σ’ έναν κάδο και σπάσανε και την κάναν για τα σπίτια τους. Ο Πλάτωνας ευτυχώς έμενε εκεί κοντά στα Εξάρχεια, οπότε θα ταν στο κρεβάτι του στο τσακ μπαμ. Στο γλυκό του κρεβατάκι…
Κι έφτασε λοιπόν μετά από λίγο στην πολυκατοικία του, πήρε το ασανσέρ, ανέβηκε στον τέταρτο, μπήκε στο διαμέρισμα του και προχώρησε προς την τουαλέτα, να κατουρήσει. Κι όπως κάνει κι ανοίγει την πόρτα ακούγεται από μέσα ένα «ΕΕΕΕΕ!» Ήταν η συγκάτοικος του, η Καίτη. «Σόρρυ,» είπε ο Πλάτωνας και την έκλεισε. Τι σκατά; Τι ώρα ήτανε; Κοίταξε το ρολόι στην κουζίνα. Οχτώμισι. Η καφετιέρα επίσης ήταν γεμάτη μέχρι τη μέση. Γιατί διάολο είχε σηκωθεί τόσο νωρίς σήμερα; Δούλευε; Δεν είχε ρεπό τα σαββατοκύριακα;
H Καίτη που λες ήταν, εκτός από συγκάτοικος, και πολύ καλή φίλη με τον Πλάτωνα. Στο πρώτο έτος είχαν γνωριστεί. Ο Πλάτωνας – επειδή είναι ωραίο γκομενάκι η Καίτη γενικά – είχε πάει να χωθεί κι έφαγε ένα μεγαλοπρεπέστατο Χι, όχι όμως επειδή δεν της άρεσε ή κάτι τέτοιο. Απλά η Καίτη ήταν σκληροπυρηνική λεσβία, τόσο που ούτε έχει πάει, ούτε ενδιαφερόταν να πάει ποτέ με άντρα. Ε κι εντάξει, αφού ξεκαθαρίστηκε αυτό και ο αντρισμός του Πλάτωνα δεν πλήχθηκε, γίνανε φιλαράκια. Κι ευτυχώς δηλαδή, γιατί αν δεν υπήρχε η Καίτη ο Πλάτωνας θα ήταν, λογικά, άστεγος, αφού οι γονείς του τον είχαν διώξει από το σπίτι πριν δυο χρόνια και κανένας φίλος του δε δεχότανε να τον φιλοξενήσει τσάμπα σπίτι του για περισσότερο από μήνα. Και φυσικά δουλειά δεν υπήρχε περίπτωση να βρει – δεν έψαχνε καν. Μόνο που και που, αν καθότανε η φάση, έσπρωχνε κανα ντρόγκι. Καμιά φούντα, κανα μουντού, κανα λουσουδού, καμιά κο, ό,τι έπεφτε στα χέρια του τελοσπάντων. Κι αυτά που έβγαζε βέβαια απ’ αυτή τη μπίζνα ίσα ίσα φτάνανε για να καλύψουν τα έξοδα του – δηλαδή καπνούς, πιοτά, καφέδες και σουβλάκια. Η Καίτη λοιπόν τον είχε σώσει κυριολεκτικά που τον άφηνε να μένει σπίτι της στο τσάμπα.
Φυσικά, τον τελευταίο καιρό δε βλέπονταν σχεδόν ποτέ οι δυο τους, αφού η Καίτη δούλευε μέχρι το βράδι, σερβιτόρα σ’ ένα καφέ στα βόρεια, κι ο Πλάτωνας τα βράδια δεν έμενε ποτέ στο σπίτι. Ε και τα σαββατοκύριακα που είχε ρεπό, και πάλι σπάνια αράζανε μαζί – δεν είχανε και πολλές κοινές παρέες.
Τελοσπάντων, η πόρτα της τουαλέτας άνοιξε κι ο Πλάτωνας πήγε προς τα κει. Τα μάτια του ήταν κατακόκκινα και γεμάτα μαύρους κύκλους και κούραση. Η Καίτη τα κοίταξε με μια μικρή δόση απέχθειας, τόσο μικρή όμως που κανείς δε θα μπορούσε να την αναγνωρίσει.
«Επ,» έκανε ο συγκάτοικος της προτού συρθεί μέχρι τη χέστρα. «Πώς και τόσο νωρίς;»
«Δουλεύω,» απάντησε κοφτά η Καίτη, προχωρώντας προς την κουζίνα και την καφετιέρα της.
«Σαββατιάτικα;»
«Παρασκευή είναι.»
«Α ναι. Ε άντε, καληνύχτα.»
«Καλημέρα…»
«Ναι, ναι…» Κι έκλεισε την πόρτα πίσω του κι άφησε το κάτουρο να κυλήσει στην παλιά λεκάνη.
Η Καίτη γέμισε μια κούπα με καφέ, έριξε μια κουταλιά ζάχαρη, ανακάτεψε, ήπιε μια γουλιά, έβγαλε κι άναψε ένα τσιγάρο. Μισάνοιξε το παράθυρο και κάθισε στο τραπεζάκι. Νύσταζε ακόμα – χθες έβλεπε σειρές στο πισί της μέχρι αργά και με το ζόρι θα χε κοιμηθεί κανά τετράωρο. Κοίταξε το ρολόι. Εννιά παρά τέταρτο. Είχε ακόμα πάνω κάτω ένα μισάωρο. Ήπιε την πρώτη κούπα τσάκα τσάκα και γέμισε τη δεύτερη. Το μυαλό της άρχιζε να παίρνει μπρος. Θεέ μου πως βαριότανε σήμερα. Καμία όρεξη δεν είχε να τρέχει στου διαόλου τη μάνα να σερβίρει καφέδες και μπύρες σε ποιος ξέρει τι μαλάκες μέχρι το βράδι. Αλλά η δουλειά είναι δουλειά, και μέσα της το ξερε πως έπρεπε να είναι και ευγνώμων που την είχε βρει. Εξάλλου και η πληρωμή καλή ήτανε, και τα ωράρια παλέψιμα, και το αφεντικό της σχετικά κομπλέ άνθρωπος. Εντάξει, καλά ήταν. Δεν είχε λόγο να παραπονιέται. Άναψε ένα ακόμα τσιγάρο. Γέμισε και μια τρίτη κούπα. Δέκα λεπτά ακόμα. Κοίταξε την Αθήνα που απλωνόταν έξω απ’ το παράθυρό της. Ήταν πιο γκρίζα απ’ ότι συνήθως, γιατί ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος. Ίσως και να βρεχε πιο μετά. Ίσως και να χε αρχίσει να ψιχαλίζει ήδη. Δε μπορούσε να πει με σιγουριά μέσα απ’ το γυαλί. Ένα τελευταίο τσιγάρο παρέα στις τελευταίες γουλιές καφέ. Έπειτα σηκώθηκε, φόρεσε το παλτό και τα παπούτσια της, άνοιξε την πόρτα κι έφυγε.
Το λεωφορείο ήταν εκεί στην ώρα του, κι η Καίτη επίσης. Έφτασε στην καφετέρια λίγο πριν τις δέκα κι έπιασε ένα βετέξ να καθαρίσει τα τραπέζια. Έπειτα σκούπισε και σφουγγάρισε το πάτωμα. Κανά μισάωρο αργότερο, κι ενώ είχαν καθίσει και οι πρώτοι πελάτες, έσκασε το αφεντικό. Πήγε χαμογελαστός να της πιάσει την κουβέντα, μα η Καίτη δεν είχε όρεξη. Απάντησε μονολεκτικά στις ερωτήσεις του και τον άφησε για να κάνει μια βόλτα στα δυο τραπέζια που χαν κόσμο, να ρωτήσει αν θέλουν τίποτε άλλο. Ήταν σαφές πως το αφεντικό της της την έπεφτε, παρόλο που το γνώριζε ότι ήτανε λεσβία. Μα εντάξει, τουλάχιστον ήταν ευγενικός…
Ανθρώποι έρχονταν, πίναν τους καφέδες τους και έφευγαν. Με κανέναν δεν έπιανε κουβέντα, κανέναν δε γνώριζε, κανέναν δε θα μάθαινε ποτέ της. Εξάλλου και όσοι είχανε όρεξη και κάνανε να της μιλήσουν το κάνανε μόνο και μόνο επειδή τους άρεσε σα γκομενάκι. Δεν προσπαθούσαν να το κρύψουνε. Γι’ αυτό και απλά σέρβιρε και δε μιλούσε σε κανέναν.
Το απογεματάκι, κατά τις πέντε, έσκασε κι ο Μάικ, μαζί μ’ ένα φίλο του. Καθίσαν σ’ ένα τραπεζάκι κοντά στην έξοδο και βγάλανε να στρίψουν δυο τσιγάρα. Η Καίτη τους πλησίασε και τους ρώτησε τι θέλουν να πάρουν.
«Έναν ελληνικό, διπλό, σκέτο για μένα,» είπε ο Μάικ.
«Κι έναν φρέντο εσπρέσσο μέτριο,» είπε ο φίλος του.
Η Καίτη πήγε στη μπάρα κι έβαλε τους καφέδες, ο Μάικ, επηρεασμένος απ’ το άνιμε που χε αρχίσει να βλέπει το προηγούμενο βράδι, βάλθηκε να εξηγήσει στο φίλο του γιατί οι Γιαπωνέζοι πολεμίστες ήταν ανώτεροι από τους Κινέζους.
«Δεν είναι μόνο η κάστα των Σαμουράι φίλε, είναι ότι γενικότερα οι Γιαπωνέζοι είναι πιο πειθαρχημένοι σα λαός κι έχουν πολεμική παιδεία. Δηλαδή ας πούμε οι καμικάζι στον Β’ παγκόσμιο – αυτοί οι τύποι θυσίαζαν κυριολεκτικά τη ζωή τους για την Ιαπωνία και τον Αυτοκράτορα τους.»
«Και τι, καλό είναι αυτό;»
«Όχι, δε λέω αυτό, λέω ότι είναι λαός πειθαρχημένος και μαθημένος στον πόλεμο. Σαν τους Σπαρτιάτες που γνωρίζοντας ότι θα σκοτωθούν όλοι στις Θερμοπύλες μείνανε και πολεμήσανε. Το ίδιο είναι. Κι αυτό, το γεγονός ότι είναι διατεθειμένοι να χάσουν τη ζωή τους ανά πάσα στιγμή αν τους ζητηθεί, σημαίνει ότι είναι καλοί πολεμιστές. Αυτό λέω. Ενώ οι Κινέζοι δεν το έχουν αυτό στην κουλτούρα τους.»
Ο φίλος του φαινόταν να χει χάσει το ενδιαφέρον του για το αντικείμενο της κουβέντας, κι αυτή διακόπηκε μια και καλή όταν ήρθε η σερβιτόρα και τους άφησε τους καφέδες. Έπειτα από κάμποσα λεπτά σιωπής, ο φίλος γύρισε και ρώτησε τον Μάικ για το νταραβέρι που χε κανονίσει.
«Ε σου πα ρε μαλάκα, στις εφτά μου είπε. Πίνουμε τους καφέδες και φεύγουμε.”
«Εξάρχεια, ε;»
«Ναι.»
«Και πως τον είπες τον τύπο;»
«Την άκρη;»
«Ναι.»
«Δεν ξέρω ρε, δε θυμάμαι. Σου πα δεν έχω ξαναπάρει απ’ αυτόν. Αλλά μου τον πρότεινε ένας φίλος και μου πε ότι είναι έμπιστος και φέρνει καλό σταφ. Χέηζ. Θα γίνουμε, άραξε.»
«Και δε θυμάσαι το όνομα του ρε μαλάκα;»
«Δεν το ξέρω καν ρε, δε μου το πε ο φίλος μου. Μου πε απλά ότι είναι ένας μαλλιάς με μούσια.»
«Α οκέι ρε, στα Εξάρχεια θα ναι ο μόνος μαλλιάς με μούσια, θα τον βρούμε εύκολα.»
«Σιγά ρε φίλε, λες κι αν ξέραμε το όνομα του θα βγαίναμε και θα το φωνάζαμε με τη ντουντούκα μες στην πλατεία να μας ακούσει.»
«Καλά, τελοσπάντων…»
Και τελοσπάντων η ώρα πέρασε, οι καφέδες τέλειωσαν, το τασάκι γέμισε με γόπες, και κόντευε εξίμιση. Ο Μάικ έκανε νόημα, η Καίτη ήρθε, της δώσαν τα γκαφρά – σε ψιλά και ακριβώς – τους ευχαρίστησε, χαμογέλασαν και σηκώθηκαν να πάρουν το μετρό να πάνε κέντρο.
Φτάσανε Εξάρχεια, ο Μάικ εντόπισε εύκολα τον τύπο – καθόταν μοναχός του σε μια άκρη στο πεζούλι και φορούσε γυαλιά ηλίου μες στο βράδι – και έκανε στο φίλο του να του δώσει το χρήμα και να τον περιμένει. Προχώρησε προς τον τύπο. Ο Πλάτωνας σηκώθηκε και χαμογέλασε.
«Γεια χαρά,» του πε ο Μάικ.
«Που σαι μαν;» απάντησε ο Πλάτωνας και του δωσε το χέρι του. Η χειραψία βέβαια αυτή ήταν απλά καμουφλαρισμένο ντιλ, αφού ουσιαστικά την έκανε για να του δώσει το σακούλι με τα δυο τζι. Ο Μάικ το κοίταξε λίγο στα κλεφτά και το χωσε στην τσέπη του.
«Είναι πολύ σωστό χεηζάκι μαν μου, θα το δεις, αξίζει.»
«Κομπλέ, σε πιστεύω. Τριάντα ε;»
«Τριάντα, ναι.»
Έβγαλε τα λεφτά από την άλλη τσέπη και του τα δωσε. Ο Πλάτωνας τα μέτρησε στα γρήγορα και τα χωσε στη μπανάνα του. Χαιρετήθηκαν κι ο Μάικ την έκανε.
Έπειτα ο Πλάτωνας έβγαλε το κινητό του και πήρε ένα τηλέφωνο.
«Που είσαι ρε μαλάκα;»
«Έρχομαι ρε,» ακούστηκε η φωνή απ’ το ακουστικό, «σε πέντε λεπτά είμαι εκεί.»
«Ε άντε.»
Κι όντως, σύντομα έσκασε μύτη ο Χρήστος, κρατώντας δυο βεργίνες στο χέρι. Άραξε δίπλα στον Πλάτωνα και του δωσε τη μία. Εκείνος την άνοιξε με τον αναπτήρα του. Τσουγκρίσανε και κατεβάσανε από δυο γουλιές.
«Και τι λέει ρε μαν; Καιρό έχω να σε δω,» έκανε τότε ο Πλάτωνας.
«Ναι, όντως… Ε τι να λέει ρε; Τα ίδια.»
«Σαπίλα;»
«Σαπίλα μόνο.»
«Γιατί έτσι ρε Χρηστάκο;»
«Ε ντάξει ρε, τι να σου πω; Τα κλασσικά. Γιατί δεν παίζει δουλειά, δεν παίζουν φράγκα, γενικά δεν παίζουν και πολλά.»
«Κανά γκομενάκι;»
«Ε αυτό ίσως…»
«Ωπ! Ε άντε πες ρε μαλάκα.»
«Τίποτα ρε, απλά κανόνισα με μια τύπισσα να πάμε για καμιά μπύρα πιο μετά. Θα δούμε, δεν ξέρω.»
«Για κάτσε ρε, τι έννοεις πιο μετά;»
«Ε σε κανά δίωρο.»
«Τι; Τι λες ρε μαλάκα; Έχουμε ν’ αράξουμε τόσο καιρό κι απόψε που βρισκόμαστε μου λες ότι θα φύγεις σε δυο ώρες να βγεις με γκόμενα;»
«Εντάξει ρε μαλάκα, μην κάνεις έτσι, σιγά, τι να κάνω; Αφού σήμερα μπορούσε.»
«Καλά ρε Χρηστάκο, δεν ξηγίεσαι σωστά αλλά χαλάλι σου. Για πες, καλό;»
«Καλό είναι, ναι.»
«Ποιά είναι ρε; Την ξέρω;»
«Μπα, δεν παίζει. Μια κοπέλα από την περιοχή μου κοντά, βόρεια. Τη γνώρισα τελοσπάντων πριν μερικές μέρες σ’ ένα στέκι εκεί, ε κι είπαμε να βγούμε.»
«Ε άντε, άντε να χωθείς κι εσύ σε κανά μουνάκι μπας και ξεμιζεριάσεις λίγο.»
«Ναι, άντε να δούμε.»
«Κανά καπνό έχεις;»
«Έχω ρε, να, στρίψε.»
Ε και με τα πολλά, τρεις μπύρες και κάμποσες τράκες αργότερα, ήρθε και η ώρα του του Χρήστου. Αποχαιρέτησε τον Πλάτωνα, αφού πρώτα δώσανε ραντεβού για την επόμενη βδομάδα στο ίδιο μέρος, κι έφυγε για το μπαρ που θα συναντιόταν με την κοπελιά.
Έφτασε και δεν την εντόπισε πουθενά στο μαγαζί. Είχανε πει στις δέκα, κι ήταν ήδη δέκα και εφτά. Εντάξει, θα περίμενε λίγο, θα πινε καμιά μπύρα, κι αν δεν ερχόταν σε κανά τέταρτο θα της τηλεφωνούσε. Πήρε μια μικρή, φτηνή ντράφτ, πλήρωσε επί τόπου κι άραξε σ’ ένα γωνιακό τραπεζάκι. Μην τα πολυλογώ, μετά από λίγο έσκασε και η Μαίρη στο μπαρ. Κι ήταν τόσο απλή κι υπέροχη. Φορούσε ένα στενό τζιν κι ένα μαύρο ζιβάγκο κάτω απ’ το παλτό της, και το λεπτό της σώμα σχηματιζότανε πανέμορφο μέσα από τα ρούχα, και τα καστανά της μακριά μαλλιά πέφτανε ατημέλητα στις πλάτες της και τα καφετιά της μάτια παίρναν μια απόχρωση μελί, σχεδόν πράσινη, κάτω από τα φώτα. Προχώρησε και κάθισε στο τραπέζι, απέναντι στο Χρήστο.
«Γεια, συγγνώμη που άργησα, περιμένεις ώρα;»
«Όχι μωρέ, πριν λίγο ήρθα.»
«Α…»
«Τι κάνεις;»
«Καλά, εσύ;»
«Καλά κι εγώ.»
«Κάτσε να πάω να πάρω μια μπύρα. Θες;»
«Άσε, πάω εγώ, να πάρω μια και για μένα.»
«Οκέι.»
Ο Χρήστος σηκώθηκε και πήγε στη μπάρα. Ένιωθε, και φαινόταν, αγχωμένος. Είχε τόσο καιρό να βγει με γυναίκα που δε θυμότανε τι έπρεπε να πει, πως να φερθεί, τι να κάνει. Παρήγγειλε τις μπύρες. Ηρεμία. Δεν υπήρχε λόγος να το πολυσκέφτεται και να το περιπλέκει το θέμα. Απλό ήταν. Θα του βγαινε φυσικά. Γκόου γουίθ δε φλόου. Πήρε τις μπύρες, πλήρωσε και γύρισε στο τραπέζι χαμογελαστός. Έπειτα έβγαλε κι έστριψε ένα τσιγάρο, η Μαίρη έκανε το ίδιο. Για κάμποση ώρα το μόνο που ακουγόταν ήταν η μουσική και η βαβούρα απ’ τους άλλους θαμώνες που φωνάζαν και γελούσανε. Έπειτα η Μαίρη κάτι είπε, μα ο Χρήστος δεν άκουσε τι. Έσκυψε κοντά της. Και πάλι δεν κατάλαβε τι του πε. Χαμογέλασε αμήχανα. Γιατί ρε γαμώτο είχανε έρθει σε τέτοιο μέρος, με τόση βαβούρα, που δε μπορούσε να ακούσει ούτε τη σκέψη του; Χάθηκαν οι πλατείες, οι πεζόδρομοι, τα καφέ, τα σινεμά – ειδικά τα σινεμά, που δε χρειαζόταν καν να μιλήσουνε καθόλου. Θα μου πεις, είχε λεφτά για σινεμά; Όχι. Είχε όμως για μπύρες και μπαρς; Ούτε, αλλά και πάλι εκεί ήταν και ξόδευε τα τελευταία του.
Η Μαίρη σκέφτηκε πως έπεσε σε μαλάκα, κι έβγαλε καπάκι να στρίψει ένα τσιγάρο. Έπειτα έβγαλε και το κινητό της και χάζεψε.
«Και για πες.» ρώτησε, όσο πιο δυνατά μπορούσε, σε κάποια φάση ο Χρήστος.
«Τι να πω;» έκανε η Μαίρη.
«Ε, ξέρεις… Σπουδάζεις;»
«Σπουδάζω, ναι. Στο ΦΠΨ.»
«Τι;»
«ΣΠΟΥΔΑΖΩ ΛΕΩ!» Κουφός ήταν ο άνθρωπος, δεν παίζει κάτι άλλο.
«Α! Που;»
Και τελοσπάντων, η συζήτηση συνεχίστηκε έτσι, αμήχανη και άβολη και με πολλές επαναλήψεις, για κάμποση ώρα. Μέχρι που ο Χρήστος σηκώθηκε να πάει να κατουρήσει. Όταν γύρισε, η Μαίρη δεν ήταν εκεί. Στο τραπέζι βρίσκονταν τρία ευρώ σε ψιλά. Έχεις βρεθεί ποτέ σε τέτοια θέση, φίλε; Μπορείς να καταλάβεις πώς ένιωσε ο Χρήστος, φίλε; Σαν ένα κομμάτι σκατά ένιωσε. Σαν κουράδα σκύλου στο πεζοδρόμιο. Αλλά, η αλήθεια είναι, η Μαίρη δεν είχε φύγει επειδή είχε ξενερώσει τόσο πολύ μαζί του. Ήταν άλλος ο λόγος. Πιο τίμιος.
Περπάτησε βιαστικά και σε μερικά λεπτά ήτανε στον Ευαγγελισμό. Στο νοσοκομείο εννοώ, όχι στο σταθμό του μετρό. Μπήκε μέσα κι έτρεξε στα επείγοντα. Βρήκε τους γονείς της καθισμένους σε μια γωνία. Η μάνα της έκλαιγε, ο πατέρας της κοιτούσε το πάτωμα ανέκφραστος. Προχώρησε ταραγμένη προς το μέρος τους. Η μάνα της την είδε και σηκώθηκε να την αγκαλιάσει όσο πιο σφιχτά μπορούσε.
«Τι έγινε; Πώς είναι;» ρώτησε η Μαίρη. Για λίγο το μόνο που ακούστηκε ήταν οι λυγμοί της μάνας. Έπειτα ο πατέρας της.
«Μαίρη, τον χάσαμε…» Σιωπή.
«Τι;» Τα μάτια της αρχίσαν να βουρκώνουν.
«Ο Πέτρος πέθανε.»
Έτρεξε στην κοντινότερη αίθουσα κι έσπρωξε την πόρτα. Δεν ήταν εκεί. Έπειτα πήγε στην παραδίπλα. Ούτε εκεί.
«Που είναι; Που τον έχουν;» φώναξε.
«Τον πήρανε,» είπε ο πατέρας, κομπιάζοντας. «Πριν λίγο… Τελείωσε, Μαίρη. Πέθανε…» Η Μαίρη έπεσε δίπλα στη μητέρα της και την αγκάλιασε, πιο σφιχτά τώρα. Βάλανε τα κλάματα κι οι δυο. Έπειτα κι ο πατέρας το ίδιο, δεν άντεξε.
Υπερβολική δόση. Όχι, ψέμματα. Απλά κακό στάφ. Νοθευμένο. Η δόση ήταν η ίδια. Απλά η πρέζα είχε κοπεί με χίλιες δυο μαλακίες μέσα. Ποιος ξέρει τι. Δεν είχε σημασία. Το μόνο που χε σημασία ήταν ο Πέτρος. Ο Πέτρος που ταν πια νεκρός. Ο Πέτρος που δε θα πινε ποτέ ξανά ηρωίνη, που δε θα βλεπε ποτέ ξανά τη μάνα του, τον πατέρα του, την αδερφή του, τους φίλους του. Ο Πέτρος που δε θα τον ξανάβλεπε ποτέ κανείς. Ο Πέτρος που σε λίγες μέρες θα θαβότανε κάτω από το χώμα. Τόσο απλά. Κι όλα τελείωσαν εκεί.
Για τον Πέτρο. Τον Πέτρο που η παρέα του τον φώναζε “Χάλια,” γιατί αυτό ήτανε. Ο Πέτρος ο Χάλιας. Και γι’ αυτόν τελείωσαν όλα. Γι’ αυτόν και μόνο.
Σε λίγο θα ξημέρωνε Σάββατο. Η ζωή στην Αθήνα συνεχίστηκε κανονικά. Σα να μην άλλαξε τίποτα. Και όντως. Δεν άλλαξε και τίποτα…

Το Νησί των Προβάτων

Όταν μπήκε εκείνο το καλοκαίρι είχα ήδη αποφασίσει πως θα έφευγα μερικές μέρες για ένα ταξιδάκι. Δεν ήταν ότι ένιωθα σκασμένος ή ότι έπρεπε οπωσδήποτε να ξεφύγω απ’ τη φρίκη της πόλης ή κάτι παρόμοιο. Εξάλλου, είχα μόλις ένα μήνα που χα επιστρέψει στην Αθήνα, μετά από περίπου έξι μήνες σπουδών στην ξενιτιά. Βέβαια εντάξει, κι αυτός ο ένας μήνας ήταν αρκετός για να παίζουν και αυτά που προανέφερα, μα η αλήθεια είναι ότι αυτό το σκάσιμο κι αυτή η τάση να ξεφύγω είναι ούτως ή άλλως η συνηθισμένη μου κατάσταση, οπότε όχι, δε μπορώ να πω πως έπαιξαν κάποιον ιδιαίτερο ρόλο στην απόφασή μου. Απλά, μιας και είχα την οικονομική άνεση (ευχαριστώ, πατέρα) και δεν είχα κάτι καλύτερο να κάνω, τότε γιατί όχι; Εξάλλου πάντα μου αρέσαν τα ταξίδια – όπως φαντάζομαι και στον περισσότερο κόσμο – κι όποτε μου δινόταν η ευκαιρία μάζευα το σάκο μου και την έκανα απ’ την πίσω πόρτα.
Ήθελα να διαλέξω κάποιον σχετικά άγνωστο και, όσο γινόταν, εξωτικό προορισμό. Όσο λιγότεροι τουρίστες τόσο το καλύτερο. Κι αυτό όχι μόνο λόγω της αγοραφοβίας μου και της απέχθειας που τρέφω γι’ αυτό το ανθρώπινο υποείδος των τουριστών, μα επίσης και γιατί ήθελα να το παίζω ψαγμένος και αλτέρνατιβ στα γκομενάκια. Το να πεις ότι πήγες στο Παρίσι σίγουρα θα σηκώσει κάποια βλέμματα και θα εγείρει κάποιες ερωτήσεις του τύπου “πώς ήτανε;” ή “πώς πέρασες;” ή ακόμα και “τι έκανες εκεί;”, μα το να πεις ότι πήγες πχ στο Ελ Σαλβαδόρ σημαίνει αυτόματα τουλάχιστον τις διπλάσιες ερωτήσεις. “Που είναι αυτό;” “Πώς πήγες εκεί;” “Και τι συμβαίνει σ’ αυτή τη χώρα;” “Γιατί διάλεξες να πας εκεί;” “Ισχύει ότι μέχρι πρόσφατα είχανε εμφύλιο;” κλπ. Οπότε, εκτός από τα τετριμμένα, σου δίνεται και η ευκαιρία να αναπτύξεις τις ιστορικές/ γεωγραφικές/ πολιτικές σου γνώσεις.
Τελοσπάντων, δεν πήγα στο Ελ Σαλβαδόρ, μου έπεφτε κομμάτι μακριά. Έψαξα στο χάρτη και βρήκα ένα νησάκι στον Ατλαντικό, λίγο έξω απ’ την Πορτογαλία, με το παράξενο όνομα “Isle des ovejas” (Νησί των Προβάτων). Το γκούγκλαρα και βρήκα πως επρόκειτο περί ενός μικρού νησιού με πληθυσμό γύρω στις 30 χιλιάδες νοματαίους, που τυπικά άνηκε στην Ισπανία, μα το διεκδικούσε κι η Πορτογαλία, και ουσιαστικά ήταν αυτοδιοίκητο, με δικιά του κυβέρνηση. Επίσης, το όνομα του το είχε πάρει, προφανώς, απ’ τον τεράστιο πληθυσμό προβάτων που υπήρχε στο νησί – τα πρόβατα ήταν περίπου εφταπλάσια απ’ τους ανθρώπους. Ωραία ως εδώ.
Κατέβηκα λίγο πιο κάτω και διάβασα για το πυρηνικό ατύχημα του 1979. Θα μου πεις, πυρηνικά σ’ ένα τόσο μικρό νησάκι; Και όμως, η Ισπανία λέει είχε εγκαταστήσει εκεί το πρώτο της εργοστάσιο πυρηνικής ενέργειας το 1965. Οι λόγοι δεν ήταν μόνο η απομακρυσμένη θέση του νησιού και ο μικρός πληθυσμός του, μα και το γεγονός ότι ήθελε να εδραιώσει πως το νησί της ανήκει για να αποφύγει τυχόν επεισόδια με την Πορτογαλία, και να δημιουργήσει και το αίσθημα της Ισπανικής εθνικής ταυτότητας στους κατοίκους δίνοντας τους θέσεις εργασίας. Πριν απ’ αυτό, οι μόνες δουλείες που υπήρχαν ήταν αυτή του βοσκού κι αυτή του ψαρά και τίποτε άλλο – αφού ακόμα κι ο τουρισμός ήταν τελείως υποανάπτυκτος, ούτε καν οι ίδιοι οι Ισπανοί δεν πήγαιναν εκεί.
Το 1979 λοιπόν, κατά τη διάρκεια μιας δοκιμής, έγινε μια έκρηξη σ’ έναν απ’ τους αντιδραστήρες. Η καταστροφή, για κάποιο επιστημονικό λόγο που δεν πολυκατάλαβα, ήταν πολύ μικρότερη από άλλες αντίστοιχες όπως αυτή του Τσέρνομπιλ, και οι νεκροί ήταν πολύ λίγοι σε σχέση με όσους θα περίμενε κανείς – περίπου το ένα τρίτο του προσωπικού και μερικές κατοστάρες πρόβατα που βόσκανε στην περιοχή. Μετά τα κλασσικά, η περιοχή εκκενώθηκε, οι περισσότεροι κάτοικοι του νησιού φύγανε, και διάφορες ομάδες Ισπανών επιστημόνων κατέφθασαν για να κάνουν μια αποτίμησή του μεγέθους και των αιτιών του ατυχήματος. Παραδόξως, ανακοίνωσαν πως το νησί ήταν ασφαλές – η ραδιενέργεια που εκκρίθηκε στην ατμόσφαιρα ήταν ελάχιστη, οι άνθρωποι και τα ζώα δεν διατρέχανε κανένα κίνδυνο υγείας, και ακόμα και οι εκτάσεις μπορούσαν να καλλιεργηθούν (ή καλύτερα, να βοσκηθούν). Οι περισσότεροι κάτοικοι λοιπόν γύρισαν πίσω μέσα σε δυο μήνες.
Οι επιστήμονες όμως είχαν κάνει λάθος. Λίγο καιρό αργότερα αναπτύχθηκαν τα πρώτα συμπτώματα μιας πυρηνικής μετάλλαξης που θα έπληττε ένα πολύ μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού. Αρχικά, μερικοί απ’ τους εργάτες, άντρες και γυναίκες, που είχαν σωθεί άρχισαν να εμφανίζουν τριχοφυΐα σε περίεργα μέρη του σώματος, όπως στην πλάτη, στην κοιλιά, στα μπούτια κλπ. Με τον καιρό, όλο τους το κορμί άλλαζε. Έβγαζαν ουρά, οι πατούσες κι οι παλάμες τους γίνονταν σαν οπλές μηρυκαστικού ζώου, οι τρίχες όλο και αυξάνονταν και ασπρίζανε και γινόντουσαν μπούκλες. Μόνο το κεφάλι τους και καμιά φορά κάποιο άλλο άκρο, κάποιο χέρι ή κάποιο πόδι, παρέμενε ανθρώπινο. Το μυαλό τους δούλευε κανονικά, μιλούσανε και είχανε συνείδηση και όλα, μα που και που, χωρίς κανέναν λόγο, έβγαζαν κάτι μουγκρητά σα να βελάζουνε. Είχαν μετατραπεί σε προβατάνθρωπους. Σε λίγα χρόνια, γύρω στους δυο χιλιάδες ανθρώπους είχαν προσβληθεί απ’ αυτήν την περίεργη μετάλλαξη – όχι μόνο οι εργάτες.
Η κυβέρνηση της Ισπανίας πρότεινε μερικές ακραίες λύσεις, όπως πχ η ευθανασία ή ο εγκλεισμός σε ψυχιατρικά και ιατρικά κέντρα για μελέτη, μα τα όντα αυτά που είχαν ακόμα ανθρώπινη συνείδηση προφανώς δεν το δέχτηκαν. Και ούτε οι υπόλοιποι κάτοικοι του νησιού το δέχτηκαν, γιατί παρ’όλο που είχαν φρίξει με το θέαμα αυτών των πλασμάτων, αναγνώριζαν ότι επρόκειτο για τους ίδιους ανθρώπους που γνωρίζαν τόσα χρόνια, τους συγγενείς τους, τους φίλους τους. Η Ισπανία υποχώρησε. Σύντομα ανακαλύψανε πως το πρόβλημα ήταν ακόμη μεγαλύτερο, διότι αυτά τα πλάσματα μπορούσαν και να αναπαραχθούν – μεταξύ τους βέβαια μόνο. Η στείρωση που προτάθηκε έφερε και πάλι ακραίες αντιδράσεις, κι έτσι αποφασίστηκε να γίνεται μόνο με συναίνεση του μεταλλαγμένου. Οι μισοί περίπου το δέχτηκαν και στειρώθηκαν, μα το πρόβλημα παρέμενε. Παιδιά γεννιόντουσαν μισά πρόβατα-μισά άνθρωποι, κι έπειτα δεν είχαν τίποτα να κάνουν εκτός απ’ το να ζητιανεύουν για να ζήσουν, αφού παραγωγικά ήταν εντελώς άχρηστα και δε μπορούσαν σε καμία περίπτωση να δουλέψουν. Ο μέσος όρος ζωής αυτών των ανθρώπων ήταν γύρω στα είκοσι χρόνια, μα και πάλι απ’ τη στιγμή που συνεχίζανε να αναπαράγονται ο πληθυσμός τους δεν μειωνόταν. Αντιθέτως, κατά περιόδους αυξανόταν, φτάνοντας στο ζενίθ στις αρχές του 2002, όταν ο πληθυσμός τους έφτασε σχεδόν τις τέσσερις χιλιάδες. Εκείνο το καλοκαίρι που πήγα εγώ υπολογίζονταν στις τρισίμησι χιλιάδες.
Ε, σκέφτηκα αφού τα χα διαβάσει όλα αυτά, αν αυτό δεν είναι ένα μέρος που αξίζει να επισκεφτώ, τότε ποιο είναι; Έκλεισα τα φτηνότερα εισιτήρια – γενικά όλα ήταν φτηνά μιας και δεν πήγαινε παρά ελάχιστον κόσμος στο νησί – ετοίμασα το σακίδιο μου και μετά από μια βδομάδα ξεκίνησα κατά κει. Αθήνα-Μαδρίτη, Μαδρίτη-Βίλα Τράνκα (η πρωτεύουσα του νησιού). Κατέβηκα απ’ το μικρό αεροπλάνο και βγήκα έξω απ’ το αεροδρόμιο, πήρα μια τζούρα καθαρό αέρα κι έστριψα τσιγάρο.
Πανέμορφο τοπίο. Μπροστά μου απλώνονταν μερικοί καταπράσινοι λόφοι γεμάτοι ζωή (και πρόβατα), δεξιά μου αχνοφαινότανε μια καταπράσινη σα σμαράγδι θάλασσα και γύρω της, πάνω σε χρυσαφένια άμμο, ένα σωρό φοίνικες, κι αριστερά μου μια μικρή γλυκούλα πόλη, σα χωριουδάκι, ανισόπεδη και με μικρά, πολύχρωμα σπιτάκια. Από κεινη την κατεύθυνση με πλησίασε και το πρώτο προβατόμορφο πλάσμα, και πίσω του καμιά δεκαριά άλλα τέτοια να πηγαίνουν σε όποιον απ’ τους λιγοστούς τουρίστες βλέπανε. Είχα δει κάτι φωτογραφίες, μα το να το βλέπεις από κοντά είναι τελείως άλλη εμπειρία. Φρικτό και σιχαμένο, μες στη βρώμα, περπάταγε στα τέσσερα παρ’ όλο που το δεξί του χέρι ήταν ανθρώπινο. Η φάτσα του ήταν γλοιώδης και παράξενη, ανθρώπινη μεν μα τόσο άσχημη που δε μπορούσα καν να την κοιτάω. Φαινόταν πρόωρα γερασμένη, μα και πάλι μπορούσα να καταλάβω ότι δεν ήταν πάνω από 15 χρονών. Τα δόντια του ήταν κατακίτρινα ή και μαύρα, η μύτη του πλακουτσωτή σα σπασμένη, τα χείλη του μικρά και ξερά. Άπλωσε το χέρι του, βέλασε και είπε κάτι σε μια διάλεκτο ισπανοπορτογαλική. Δεν είμαι βέβαιος τι ακριβώς ήταν αυτό που ψέλλισε, μα σίγουρα κάτι σε στυλ “μπεεε, δώσε κανά ευρώ να φάω.” Κούνησα το χέρι για να του δείξω ότι δεν είχα, και κατευθύνθηκα προς το μοναδικό ταξί που περίμενε.
Μπήκα μέσα και είπα στον ταρίφα το όνομα της παραλίας που θα κατασκήνωνα, τουλάχιστον γι’ απόψε. Χαμογέλασε και ξεκίνησε.
«Πρώτη φορά στο νησί μας;» με ρώτησε. Μιλούσε κάτι κουτσοαγγλικά – και κάτι κουτσογαλλικά όποτε χρειαζόταν – και μπορούσαμε να συνεννοηθούμε.
«Ναι, πρώτη.»
«Α, ωραία! Θα το λατρέψεις! Είναι υπέροχο, με τα βουνά, τη θάλασσα, τις παραλίες! Το πιο όμορφο νησί στον κόσμο… Από που είσαι;»
«Απ’ την Ελλάδα.»
«Α, Ελλάδα! Δεν έχω πάει ποτέ. Πρέπει να χετε και κει ωραία νησιά όμως, ε;»
«Ε, έχουμε, σίγουρα.»
«Πώς είναι τα πράματα στην Ελλάδα; Εννοώ, ξέρεις, με την οικονομία κι όλ’ αυτά.»
«Ε… πώς να ναι; Κάθε φέτος και χειρότερα.»
«Έτσι ε; Πφφ, τι να πεις; Αυτή η Γερμανία σας έχει διαλύσει.»
«Ναι, ντάξει…»
«Και όχι μόνο εσάς. Όλη την Ευρώπη. Ακόμα κι εμείς κρίση έχουμε. Τα τελευταία χρόνια είναι πολύ χειρότερα απ’ ότι παλιότερα. Αλλά εντάξει, τι να κάνεις; Θα περάσει και αυτό. Εμείς εδώ εξάλλου δε θέλουμε πολλά, ζούμε και με τα λίγα. Είμαστε απλοί άνθρωποι.»
«Ναι, το φαντάζομαι…»
Περίμενα να πει κάτι και για τους προβατανθρώπους, κάποιο σχόλιο, κάτι, αλλά δεν έγινε ποτέ, κι εγώ ντρεπόμουνα να τον ρωτήσω. Δε φαινόταν όμως να το κρύβει, να μη θέλει να το πει για να μη δυσφημίσει το νησί του. Απλά δεν του περνούσε καν απ’ το μυαλό ως κάτι αξιοσημείωτο. Γι’ αυτούς η κατάσταση ήταν έτσι εδώ και τόσα χρόνια και δεν τους φαινόταν πια και τόσο περίεργο.
Ο ταξιτζής μου πρότεινε εντωμεταξύ και κάποια μέρη να επισκεφτώ – χωρίς βέβαια να τον έχω ρωτήσει. Κάτι φαγάδικα, κάτι μνημεία, κάτι μπαρς και τέτοια. Κι επίσης ένα ξενοδοχείο, μα του είπα ότι θα κάνω κάμπινγκ και τότε μου πρότεινε ένα οργανωμένο. Τελοσπάντων, φτάσαμε στην παραλία, τον πλήρωσα, κατέβηκα και έφυγε. Στην παραλία είχε λίγους λουόμενους, μα, ευτυχώς, ούτε έναν προβατάνθρωπο. Έστησα τη σκηνή κάπου λίγο απόμερα και την άραξα.

Είχανε περάσει δυο μέρες, χωρίς τίποτα το αξιόλογο πέρα από κάτι βόλτες στην πρωτεύουσα κι ένα χωριουδάκι (συνοδευόμενο από καμιά δεκαριά προβατανθρώπους που χαν συρθεί πάνω μου να μου πουν την ιστορία τους και τελικά να με παρακαλέσουν για ψιλά, χωρίς αποτέλεσμα) κι είχε έρθει επιτέλους η ώρα για ένα σωστό ξενύχτι στη Βίλα Τράνκα. Το βραδάκι λοιπόν φόρεσα τα καλά μου και ξεκίνησα για πόλη. Ήταν περίπου ένα σαραντάλεπτο με τα πόδια, αλλά ντάξει, δεν υπήρχε λόγος να χρυσοπληρώσω όλους τους ταρίφες του νησιού (τρεις-τέσσερις δηλαδή, έστω).
Έφαγα ένα παραδοσιακό φαστφούντ, – ένα πράμα που έμοιαζε με τάκος ψαριού, καλό ήταν – έκανα μια βόλτα στην πόλη μέχρι να μπει για τα καλά η νύχτα, κι έπειτα τράβηξα για το πρώτο τυχαίο μπαρ που βρήκα. Δεν ξέρω αν το χετε κάνει ποτέ, αλλά κατά κανόνα το να πηγαίνεις μόνος σου σε άγνωστο μπαρ, αν είσαι άντρας ειδικά και μάλιστα αντικοινώνας σαν εμένα, είναι απ’ τα πιο καταθλιπτικά πράματα που μπορείς να κάνεις. Κάθεσαι, στη μπάρα αν έχει θέση, παραγγέλνεις, πίνεις, κοζάρεις τους θαμώνες κι ελπίζεις ότι θα έρθει κανας μεθυσμένος να σου μιλήσει ή ότι θα σκάσει κάποια γκόμενα μόνη της να πας να την κεράσεις κανά σφηνάκι. Συνήθως δε συμβαίνει τίποτα απ’ τα δυο. Στην καλύτερη μπορεί να σου πιάσει την κουβέντα ο μπάρμαν, κι αυτό περισσότερο γιατί σε λυπάται που σαι έτσι μόνος παρά γιατί του φάνηκες τυπάκι ενδιαφέρον ή γιατί είναι μεθυσμένος κι έχει όρεξη να γνωρίσει κόσμο. Όχι, ο μπαρμάν μπορεί να πίνει, μα σχεδόν ποτέ δε μεθάει. Γι’ αυτό και η κουβέντα μαζί του μπορεί να είναι εξίσου θλιβερή με τη μοναξιά σου, και συνήθως δεν κρατάει πάνω από δυο λεπτά. Στην περίπτωση μου τουλάχιστον κράτησε λίγο παραπάνω, κι αυτό γιατί πάντα βρίσκεις κάτι να πεις με κάποιον ξένο. Τον ρωτάς από που είναι, πώς είναι η χώρα του, πώς βρέθηκε εδώ κλπ.
Στο τέταρτο μπαρ που πήγα μπήκα αποφασισμένος να πιω μια τελευταία μπύρα και να φύγω για την καβάτζα μου στην παραλία. Έτσι κι αλλιώς, δεν υπήρχαν και πολλά ακόμα μπαρς στην περιοχή, νομίζω μόνο άλλα δυο κι ένα κλαμπ – και σε κλαμπς εγώ δεν πάω. Μα όπως λέει και το κλισέ, η μοίρα παίζει παράξενα παιχνίδια.
Κάθισα στη μπάρα και παρήγγειλα, ο μπάρμαν γέμισε το ποτήρι απ’ το βαρέλι και μου το δωσε. Ήπια μια γουλιά. Γύρισα το κεφάλι μου. Λίγο παραδίπλα στεκόταν μια μικρή παρέα με δυο τύπους και μια κοπελίτσα. Θα ταν πάνω κάτω στην ηλικία μου και οι τρεις τους. Η κοπελίτσα ήταν μια πετίτ, αιθέρια ύπαρξη με υπέροχα κατάμαυρα μαλλιά, αφέλειες, και κάτι μεγάλα, καστανά μάτια. Το δέρμα της ήταν ολόασπρο, μα και πάλι ακτινοβολούσε με μια μεσογειακή τσαχπινιά. Δε μπορώ να περιγράψω ακριβώς τα χαρακτηριστικά των Ισπανίδων, μα σίγουρα θα αναγνώριζα την εθνικότητα της ακόμα κι αν την έβλεπα να περπατάει στην Αθήνα. Φορούσε ένα στενό αμάνικο που σχημάτιζε υπέροχα το στήθος της, κι ένα φαρδύ, γκρι παντελόνι, χιπχοπάδικο στυλ. Την χάζευα αρκετή ώρα, και κάποια στιγμή με πρόσεξε και τα βλέμματα μας συναντήθηκαν και μου σκασε ένα πλατύ χαμόγελο. Πήγα να ανταποδώσω, μα κατάφερα μόνο έναν αμήχανο μορφασμό που δε νομίζω ότι έμοιαζε και τόσο με χαμόγελο, και γύρισα απότομα και ντροπαλά το κεφάλι μου απ’ την άλλη.
Έπινα τη μπύρα αργά, που και που κοιτούσα πάλι προς το μέρος της και την έπιανα καμιά φορά να με κοιτάει κι αυτή, μα δεν τόλμησα να κάνω κίνηση. Η μπύρα σχεδόν τελείωνε κι είχα ήδη βγάλει και μετρούσα τα ψιλά μου να πληρώσω. Ο μπάρμαν ήρθε προς τα μένα χαμογελώντας, αλλά αυτή τη φορά δεν ήταν αυτό το κακό χαμόγελο της λύπησης. Όχι, φαινότανε αυθεντικό. Μου πιασε κουβέντα, με ρώτησε από που ήμουνα.
«Απ’ την Ελλάδα;! Τι λες ρε φίλε; Πρώτη φορά βλέπω Έλληνα στο νησί. Έλα, πάρε άλλη μια μπύρα, κερασμένη από εμένα. ΕΕΕ, ΠΑΙΔΙΑ,» φώναξε στα ισπανικά, «ΑΥΤΟΣ ΕΔΩ Ο ΤΥΠΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΠ’ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ!»
Αμέσως τότε κάμποσοι μεθυσμένοι τρεκλίσανε και ήρθαν προς το μέρος μου, φωνάζοντας και κάνοντας μου ερωτήσεις τη μια μετά την άλλη – μισές στα ισπανικά, μισές στ’ αγγλικά. Προσπαθούσα ν’ απαντάω σ’ όσες μπορούσα, μα τις περισσότερες δεν τις καταλάβαινα καν. Σύντομα πλησίασε και η κοπελίτσα, μαζί με τον έναν τύπο απ’ την παρέα της. Έστρεψα κατευθείαν την προσοχή μου πάνω της και της χαμογέλασα – αυτή τη φορά κανονικά. Δε μου μίλησε αμέσως, ούτε αυτή ούτε ο φίλος της, περίμεναν λίγο να σπάσει ο κλοιός των μεθυσμένων. “ΕΕΕ, ΗΡΕΜΙΑ,” φώναξε ο μπάρμαν, “ΘΑ ΤΟΝ ΠΝΙΞΕΤΕ!” Σύντομα οι περισσότεροι με βαρέθηκαν και γυρίσαν στα τραπέζια τους. Η κοπελίτσα, ο φίλος της και άλλοι δυο άκυροι έμειναν δίπλα μου. Της έδωσα το χέρι μου.
«Αλέξανδρος.»
«Κάρμεν. Κι από δω ο φίλος μου, ο τάδε.»
«Χάρηκα. Κάρμεν, ε; Πολύ πρωτότυπο ισπανικό όνομα.» Χαζογέλασε.
Ο φίλος της μου είπε κάτι που δεν κατάλαβα, κι απάντησα “ναι.”
«Από ποιο μέρος της Ελλάδας είσαι;» με ρώτησε η Κάρμεν.
«Απ’ την Αθήνα. Αλλά η καταγωγή μου είναι από ένα νησί του Αιγαίου. Είμαι κι εγώ νησιώτης, δηλαδή.»
«Αλήθεια; Ποιο;»
«Κάρδαμος λέγεται, στα νότια, κοντά στην Αφρική. Είναι πανέμορφη.»
«Αχ, το πιστεύω! Θα θέλα τόσο πολύ να έρθω στην Ελλάδα!»
«Θα την λάτρευες, είναι υπέροχη χώρα. Ντάξει, η Αθήνα είναι λίγο σκατούπολη εδώ που τα λέμε, αλλά υπάρχουν τόσα άλλα όμορφα μέρη. Όπως η Κάρδαμος. Ντάξει, τραβάει και τα ζόρια της όπως θα χεις ακούσει τελευταία η όλη χώρα, αλλά και πάλι. Είναι πολύ όμορφη… Εσύ, από δω είσαι;»
«Ναι, απ’ τη Βίλα Τράνκα.»
«Και με τι ασχολείσαι, τι κάνεις;»
«Διακοπές!” Χαζογελάσαμε κι οι δυο. “Τελείωσα πριν λίγο καιρό τις σπουδές μου στη Μαδρίτη και επέστρεψα.»
«Τι σπούδαζες;»
«Κοινωνιολογία… Ναι, και τώρα δεν ξέρω. Θέλω να φύγω, να ταξιδέψω, να γνωρίσω τον κόσμο, να γυρίσω όλες τις χώρες.»
«Ουφ, άρα σιγά σιγά πρέπει να ετοιμάζεις βαλίτσες αν θες να προλάβεις…»
Ούτε που κατάλαβα πόση ώρα συζητούσαμε έτσι περί ανέμων και υδάτων, γενικά κι αόριστα, για όνειρα και μέρη και φιλοσοφίες κι όλα τα ωραία. Εντωμεταξύ είχε σκάσει και ο δεύτερος τύπος της παρέας της, μα καθόταν λίγο πιο δίπλα με τον άλλον και τα λέγανε, και που και που σκουντούσανε την Κάρμεν και της λέγανε κάτι στα ισπανικά κι αυτή απαντούσε και γύριζε πάλι προς το μέρος μου. Ήθελα να τη ρωτήσω αν έπαιζε κάτι με κάποιον απ’ τους δυο (ή και τους δυο), αλλά ντρεπόμουν, και στην τελική δεν είχε και καμία σημασία, ήταν σαφές πως μόνο εγώ είχα την προσοχή της.
«Με τα παιδιά θα πάμε σε λίγο στο κλαμπ,» μου είπε σε κάποια φάση. «Θες να ρθεις;» Σφίχτηκα λίγο, μα πώς μπορούσα ν’ αρνηθώ;
«Εντάξει, όποτε θέλετε πάμε.»
Και πήγαμε στο κλαμπ. Μαγκώθηκα όσο να ναι με τα φώτα και τις κακές, δυνατές μουσικές και με τον κόσμο (που ντάξει, εδώ που τα λέμε δεν ήταν και τόσος πολύς). Η Κάρμεν ήθελε να χορέψει, και της έκανα για λίγο το χατήρι και χόρεψα αμήχανα ως συνήθως, μα κάποια στιγμή την πήρα και πήγαμε στο μπαρ. Την κέρασα κάτι σφηνάκια τεκίλα, και μετά με κέρασε κι αυτή. Εντωμεταξύ οι τύποι που τανε μαζί της είχαν σπάσει και μας είχαν αφήσει επιτέλους μόνους. Πιάσαμε λίγο πάλι την κουβέντα, μα με τόση φασαρία εκεί μέσα δε μπορούσα να συγκεντρωθώ, με το ζόρι άκουγα τι μου λεγε. Πήγαμε ξανά να χορέψουμε. Πριν καν το καταλάβω μ’ είχε πιάσει από το χέρι και βγαίναμε έξω από κεινη τη βαβούρα, έξω στους ήσυχους δρόμους της πόλης. Λογικά πηγαίναμε σπίτι της.
Δεν άντεξα, την τράβηξα πάνω μου και κόλλησα τα χείλη μου στα δικά της σαν αφηνιασμένος. Ήθελα να τη ρουφήξω ολόκληρη. Γέλασε, μ’ έσπρωξε λίγο πίσω κι έτρεξε παιχνιδιάρικα μπροστά.
«Περίμενε,» μου είπε, μα δε μπορούσα να περιμένω. Την ήθελα εδώ και τώρα. Περπάτησα γρήγορα πίσω της και την ξανατράβηξα, μα κείνη την ώρα πετάχτηκε ένας προβατάνθρωπος από ένα στενό και μπουσούλησε προς το μέρος μας να ζητιανέψει. Ξαφνιάστηκα και πήρα τα χέρια μου από πάνω της, κι εκείνη έβγαλε και του δωσε ένα ευρώ.
«Εντάξει,» είπα μόλις έφυγε το άσχημο πλάσμα, «θα περιμένω.»
Φτάσαμε στο σπίτι της, άνοιξε την πόρτα και με το που μπήκαμε την άρπαξα και την κόλλησα στον τοίχο.
«Σςςς,» έκανε, «κοιμούνται οι γονείς μου.»
Πήγαμε στο δωμάτιο της, και τώρα δε μπορούσε να μου ξεφύγει. Την έπιασα, τη φίλησα, με τράβηξε και πέσαμε στο κρεβάτι. Φιλιόμασταν για ώρα, χάιδευα το κορμί της απαλά και προσεχτικά έκανα να ξεκουμπώσω το παντελόνι της.
«Κάτσε;» έκανε και με απώθησε ελαφρά. Το βλέμμα της σοβάρεψε.
«Τι τώρα;»
«Πρέπει να σου πω κάτι.» Την κοίταξα απορημένος. Μετά άρχισα να καταλαβαίνω.
«Κάτι παίζει με κάποιον από κείνους τους τύπους, έτσι;»
«Όχι, όχι, δεν είναι αυτό, τα παιδιά είναι απλά φίλοι μου.»
«Αλλά;»
«Αλλά… να…»
«Πές το!»
«Είμαι αλτερνάτε.»
«Τι είσαι;»
«Να… μεταλλαγμένη.»
Ένιωσα λες και μου έπεσε μια μπάλα του μπόουλινγκ στο κεφάλι.
«Θες να πεις ότι είσαι…»
«Ναι.»
«Είσαι δηλαδή…»
«Αχά.»
«Προβατάνθρωπος;»
«Μη με λες έτσι!»
«Όχι, συγγνώμη, δεν το ήθελα. Μα… Μα πώς; Αφού φαίνεσαι…» έψαξα να βρω τη σωστή λέξη. Δεν τη βρήκα. «Φαίνεσαι κανονική.»
«Είμαι κανονική!»
«Σε παρακαλώ, κατάλαβες τι θέλω να πω.»
«Δε σου φαίνομαι για κανονική;»
«Μα μου φαίνεσαι, γι’ αυτό είμαι μπερδεμένος.»
«Να, έχω μια ουρίτσα.»
«Ουρίτσα;»
«Ναι.»
«Να δω;»
Γύρισε, κατέβασε λίγο το παντελόνι της και μου έδειξε. Ήταν μια μικρή, άσπρη, φουντωτή ουρά. Πώς σκατά δεν την είχα προσέξει όλο το βράδι; Όσο φαρδύ κι αν είναι ένα παντελόνι, πώς διάολο μπορεί κάποιος να κρύψει μια ουρά; Πάντως, θα μπορούσες να την πεις και γλυκούλα, μα εκείνη τη στιγμή δεν το σκέφτηκα έτσι.
«Κι επίσης,» συνέχισε, «η μια μου πατούσα είναι σαν οπλή.»
Έβγαλε τη μπότα της και τα μπαμπάκια και τους πάτους που τη στηρίζανε στο πόδι, έβγαλε και την κάλτσα και μου έδειξε την οπλή της. Πρέπει να τανε πολύ άβολο να κυκλοφορεί έτσι, μ’ ένα παπούτσι σε μια τέτοια πατούσα-οπλή. Το κοίταγα για κάμποση ώρα, σκαλωμένος. Δεν ήξερα τι να πω.
«Άμα θες μπορείς να φύγεις,» είπε τελικά η Κάρμεν.
Να φύγω; Ήθελα να φύγω; Τι σκατά ήθελα, δεν ξέρω. Κι αν έμενα; Θέλω να πω… Ήμουν αρκετά μεθυσμένος (και αρκετά αγάμητος) ώστε να μη με νοιάζει και τόσο. Όχι, ντάξει, με ένοιαζε. Το μυαλό μου είχε κολλήσει στην οπλή και την ουρά της και δε μπορούσα να αρθρώσω λέξη. Θεέ μου, πώς ήταν δυνατόν; Η Κάρμεν είχε σχεδόν αρχίσει να βουρκώνει. Λογικό, την κοιτούσα λες και έβλεπα κάποιο τέρας.
«Εντάξει,» είπε, «φύγε, άντε!»
Και τότε την άρπαξα και πάλι και την ξαναφίλησα.
«Δε γαμιέται, είσαι πανέμορφη όπως και να χει.»
Άρχισα να τη χαϊδεύω πάλι, μα ασυναίσθητα το χέρι μου έπεσε πάνω στην ουρά της. Πετάχτηκα, χωρίς να το θέλω, πίσω.
«Απλά, να…» είπα προσπαθώντας να καλύψω την αμηχανία μου. «Εεε, έχεις ξαναπάει με… με…»
«Με ‘κανονικό’;»
«Ναι.»
«Ναι, έχω ξαναπάει.»
«Και…»
«Μη φοβάσαι, δε θα πάθεις τίποτα.» Ξεροκατάπια. Θυμήθηκα πως δεν είχα μαζί μου καπότες.
«Δεν έχω προφυλακτικό.»
«Δεν έχεις;»
«Όχι… και ξέρεις, να…»
«Εντάξει, κατάλαβα.»
«Όχι, άκουσε με, προσπάθησε λίγο να καταλάβεις τη θέση μου, πως νιώθω εγώ τώρα, τόσο μπερδεμένος.»
«Καταλαβαίνω σου λέω.»
«Πάω ν’ αγοράσω.»
«Δεν υπάρχει τίποτα ανοιχτό τέτοια ώρα.»
«Τίποτα;»
«Τίποτα.»
Τι επιλογές είχα; Τι να έκανα; Χωρίς προφυλακτικό; Όχι, αγάμητος μεν, αλλά δε μπορούσα να διανοηθώ καν να πάρω τέτοιο ρίσκο. Δεν υπήρχε περίπτωση.
«Άκου,» είπα τελικά. «Χρειάζομαι λίγο χρόνο. Δε μπορώ να το κάνω χωρίς προφυλακτικό.»
«Εντάξει, καταλαβαίνω. Εξάλλου, έχεις δίκιο.»
«Αύριο.»
«Αύριο;»
«Ναι, αύριο. Αύριο το βράδι θα συναντηθούμε πάλι εδώ, στην πόλη. Θα πάμε για μερικές μπύρες, χαλαρά, και μετά θα ρθουμε πάλι σπίτι σου. Πες μου το κινητό σου.»
Το γραψα και της έκανα αναπάντητη.
«Θα φύγω τώρα.»
«Εντάξει.»
«Αύριο θα σε πάρω.»
«Καλά.»
«Αλήθεια λέω.»
«Εντάξει. Αύριο;»
«Ναι, αύριο βραδάκι.»
«Εντάξει.»
«Γειά.»
«Γειά.»
Έφυγα και κίνησα για την παραλία μου. Περπατούσα και σκεφτόμουνα όλα αυτά που είχα ακούσει, όλα αυτά που είχα δει. Τι παράξενη κι ετούτη η βραδιά. Ένιωθα απορημένος, μπερδεμένος, κουρασμένος, μεθυσμένος. Ένα ψυχολογικό και σωματικό ράκος. Θεέ μου, κι ήταν τόσο όμορφη! Τόσο όμορφη ρε πούστη μου.
Κατάφερα κι έφτασα αλώβητος μέσα απ’ τα σκοτάδια στην παραλία και τη σκηνή μου. Μπήκα μέσα και ξάπλωσα, και ξαφνικά, ενώ οι ίδιες σκέψεις περνούσαν και ξαναπερνούσαν από το μυαλό μου, συνειδητοποίησα ότι έλειπε ο σάκος μου. Πετάχτηκα όρθιος κι έριξα λίγο φως με το φακό του κινητού μου. Ω ναι, ο σάκος έλλειπε, και μαζί του και όλα τα ρούχα που χα φέρει, τα τετράδια μου, τα βιβλία μου και κάμποσα χρήματα. Τουλάχιστον είχα προνοήσει και είχα καβατζώσει αρκετά στην τσέπη του παντελονιού μου, αρκετά για να βγάλω το φαγητό μου και μερικά πιοτά ακόμα, και δεν τα χα χάσει όλα – κι επίσης είχα μαζί μου και το διαβατήριο. Όλα τ’ άλλα μου τα πήρανε. Δε μπορούσα να το σκέφτομαι κι αυτό, δεν είχα τις αντοχές. Ξάπλωσα πάλι μέσα στον υπνόσακο, έκλεισα τα μάτια και κάποια στιγμή κοιμήθηκα.
Το πρωί όταν ξύπνησα, χαλέος ακόμα από το χθεσινό μεθύσι, βρήκα πάνω στον πάτο της σκηνής κάτι σγουρές άσπρες τρίχες. Τι σκατά θα τα κάναν τόσα ρούχα αυτοί οι προβατόμορφοι μπάσταρδοι;

Δυο μέρες αργότερα γυρνούσα Αθήνα. Δεν περίμενα ότι θα το πω – όχι τόσο σύντομα τουλάχιστον – μα μου χε λείψει. Απλά ήθελα να γυρίσω σπίτι και να τα ξεχάσω όλα. Αυτό το νησί ήταν μια σκέτη φρίκη και δεν ήταν τυχαίο που δεν πατούσε άνθρωπος. Τουλάχιστον γάμησα…

Πορτοκάλι

Για την ταινία αυτήν κακοποιήθηκε, δυστυχώς, ένα πορτοκάλι, και παρενοχλήθηκαν μια μπανάνα κι ένα μήλο. Παρόλ’ αυτά τα φρούτα ήταν σίγουρα, τουλάχιστον ελαφρώς, μεταλλαγμένα, κι αν αυτό δε μπορεί να δικαιολογήσει τις θυσίες τους στο όνομα της τέχνης, τότε δεν ξέρω τι μπορεί. Το πορτοκάλι υπάρχει, προς το παρών, μα σύντομα θα πεταχτεί στα σκουπίδια, δίχως να φαγωθεί ποτέ του.

Νομίζω τουλάχιστον ότι πέρασε όμορφα στην παραλία. Είχε συννεφιά πολλή βέβαια εκείνη τη μέρα, και ανά στιγμές έριχνε και λίγο ψιλοβρόχι, μα είχε γενικά ζέστη και δεν ήταν άσχημα. Ναι, κι η θάλασσα πρέπει να του άρεσε.

Στην παραλία δεν υπήρχε πολύς κόσμος. Και οι δρόμοι κατά κανόνα ήταν άδειοι, πέρα από κάποιους σποραδικούς και συνήθως βιαστικούς περαστικούς και κανα-δυο ζευγαράκια στα καβατζωμένα κάτω από κάποιο υπόστεγο παγκάκια.

Στο βίντεο αυτό ο κύριος σκοπός μου ήταν να παρατηρήσω την κίνηση ενός άψυχου αντικειμένου, όσο άψυχο δηλαδή μπορεί να ναι ένα πορτοκάλι. Κατά μια έννοια ήμουν σκληρός απάνω του, αφού όχι απλώς το έσπρωχνα και το κλώτσαγα, μα κι όλα αυτά έγιναν με σκοπό να καθορίσω την κίνηση και την κατεύθυνση του. Το πορτοκάλι αντέδρασε αρκετές φορές, παρεκκλίνοντας της σχεδιασμένης του πορείας, μα αυτό πολλές φορές ενήργησε και θετικά, αφού το πλάνο έγινε, κατά μια περίεργη (γεωμετρική) έννοια, πιο περίπλοκο, μπερδεύοντας το θεατή με την ασυμμετρότητα του.

Το θεωρώ πετυχημένο το πείραμα, αφού στην υπόθεση μου υπήρχε εξαρχής πως το πορτοκάλι θα αντιδρούσε στη βιαιότητα μου και θα συμπεριφερόταν διαφορετικά απ’ ότι είχε σχεδιαστεί να συμπεριφερθεί. Κράτησα ωστόσο τις πιο ενδιαφέρουσες σκηνές, πιστεύω, χωρίς να κρίνω ποια ήταν σχεδιασμένη και ποια αυθόρμητη. Για παράδειγμα, η σκηνή όπου το πορτοκάλι πάει να βγει απ’ την πόρτα του σπιτιού είναι με κάθε λεπτομέρεια σχεδιασμένη, μα η σκηνή όπου το αμάξι πάει να το πατήσει και το πορτοκάλι αλλάζει μάλιστα και κατεύθυνση και τσουλάει προς το πεζοδρόμιο είναι εκατό τοις εκατό τυχαία και αυθόρμητη.

Τώρα, όσον αφορά το ερώτημα του γιατί διάλεξα το πορτοκάλι, και όχι για παράδειγμα ένα μήλο, ή ένα αχλάδι ή μια ντομάτα τελοσπάντων, η απάντηση είναι πολύ απλή. Το πορτοκάλι έχει το πιο σφαιρικό σχήμα, και άρα τσουλάει στο έδαφος καλύτερα, κι επίσης και την πιο σκληρή επιφάνεια. Γιατί και η ντομάτα έχει σφαιρικό σχήμα, και μπορείς μάλιστα να βρεις στο σούπερ μάρκετ και κάποιες ντομάτες ολοστρόγγυλες (μεταλλαγμένες), αλλά πιθανότατα αν έτρωγε τόσες κλωτσιές όσες έφαγε το πορτοκάλι μου θα είχε γίνει γρήγορα πολτός.

Η μουσική ανήκει στον Miles Davis, και συγκεκριμένα είναι το ομώνυμο κομμάτι απ’ το Someday my Prince will come. Η τζαζ ήταν η μουσική προτίμηση του πορτοκαλιού. Και το λέω διότι, την πρώτη μέρα, στις πρώτες σκηνές, αρχικά έβαλα κάτι χιπχοπάκια να παίζουν από πίσω, και το πορτοκάλι αντιδρούσε κάπως μαγκωμένα. Δυσκολευόταν να τσουλήσει, έπεφτε πιο εύκολα σε αντικείμενα και ρωγμές, γενικά δεν πήγαινε. Έπειτα δοκίμασα λίγη κλασσική ροκ, 60ς και τέτοια. Στη ροκ αντέδρασε αρκετά πιο θετικά, κυλούσε καλύτερα στο μάρμαρο και το ξύλο, μα, για κάποιο περίεργο και ανεξήγητο λόγο, οι κινήσεις του μου φαίνονταν κάπως πλαστικές. Είχαν μια σταθερότητα που δεν περίμενα. Αυτό το ανακάλυψα στη σκηνή στην κουζίνα, όπου το πορτοκάλι τσουλούσε πάντα με εκπληκτική ακρίβεια ευθεία, και το μόνο που άλλαζε ήταν η ταχύτητα και η δύναμη του. Κάποιες φορές έπεφτε τόσο σκληρά πάνω στο μήλο και τη μπανάνα που τους έριχνε κάτω και τους δυο. Με το που μπήκε η τζαζ όμως άρχισε να τρέχει τόσο γλυκά και απαλά και όμορφα στο πάτωμα, με μια ευλυγισία στις κινήσεις του, μια καμπύλη στη ροή, στο διάδρομο, στην πόρτα, στα σκαλιά.

Αυτό φυσικά αφορά μόνο τις εσωτερικές σκηνές. Στις εξωτερικές δεν είχαμε μουσική.

Τέλος, αναφορικά με το τσιγάρο που του έδωσα να πιει στο μπαλκόνι λίγο πριν τη δύση του ηλίου, πραγματικά δεν ξέρω γιατί το έκανα. Το πορτοκάλι δεν ήταν συνηθισμένο και δεν έδειξε καμία ουσιαστική αντίδραση στην ουσία, πέραν μιας νύστας η οποία όμως ήταν ούτως ή άλλως αναμενόμενη δεδομένου και της κουραστικής κι επίπονης βόλτας που είχε προηγηθεί, μα και επειδή γενικότερα τα πορτοκάλια έχουν πολύ μεγαλύτερες ανάγκες για ύπνο απ’ ότι τα περισσότερα έμψυχα όντα. Καταλήγω δηλαδή στο ότι το τσιγάρο εκείνο ήταν εντελώς αχρείαστο και περιττό, μιας και ούτε προσθέτει τίποτα καινούριο στην προσωπικότητα του πορτοκαλιού, ούτε προσφέρει κάποιο νέο στοιχείο στο πείραμα που αφορά την κίνηση άψυχων αντικειμένων. Μετά από σκέψη και μελέτη λοιπόν καταλήγω πως ο μόνος λόγος που το στριψα και του το γύρισα ήταν ότι ήθελα εγώ να πιω. Δηλαδή αυθαίρετα προέβαλλα πτυχές της δικής μου της προσωπικότητας πάνω στο πορτοκάλι, κάτι που δεν εξυπηρετεί κάποιο σκοπό στο βίντεο, ούτε και συνάδει με το πνεύμα του πειράματος. Ας με συγχωρέσει όμως ο θεατής, το θεώρησα απλά ως ένα πιο ανάλαφρο κλείσιμο, κι ας ξέφυγε λίγο απ’ τη λογική του όλου εγχειρήματος.

Παρδαλογραφίες

I
Ωχ τι ταραχή, τι ταραχή,
τι ταραχή και κατουριέμαι!
Φιλόλογοι του γυμνασίου που δηλώνουν φροϋδιστές,
απαγγέλουνε με θέρμη
την Ιλιάδα του Ομήρου – ω!
ω μα τους θεούς του Ολύμπου!
Ας πέσουν κεραυνοί – ω Ζεύς! – και ας μας κάψουν όλους!
Έχετε διαβάσει ποτέ Ονορέ Ντε Μπαλζάκ;
Ναι, βεβαίως, αλλά δε με πολυβόλευε,
γιατί είχα ένα μεγάλο τόμο, δερματόδετο,
και με δυσκόλευε να τον κρατώ καθώς καθόμουνα στη χέστρα.
Σας αρέσει να υποθέσω ο Τσαϊκόφσκι;
Ναι, ντάξει, δε λέω, καλός ειν και του λόγου του,
αλλά πιο πολύ προτιμώ το Σαϊκόφσκι
να δίνει πόνο στα 180 μπι-πι-εμς.
Μη με ρωτήσετε για τον αγαπημένο σας το Σίγκμουντ,
σας παρακαλώ,
δε θα μπορέσω να τ’ αντέξω,
τουλάχιστον όχι μ’ άδειο στομάχι,
και πριν να πιω το δεύτερο φραπέ της μέρας.
Καλύτερα να συζητήσουμε για κάτι πιο σημαντικό,
κάτι λίγο πιο ενδιαφέρον,
όπως πχ τη χρήση παρασίτων ψυχεδελικών,
συλλεγμένα με φροντίδα και με προσοχή
από το Ράριο Πεδίον,
και σερβιρισμένα σε κύπελλο ειδικό
για να τα πιούνε με καμάρι οι πιστοί
σ’ ένα ναό στην Ελευσίνα –
πολλούς αιώνες πριν χτιστούν τα διυλιστήρια κι οι τσιμεντοβιομηχανίες.
Και κείνοι την ακούγανε για τα καλά,
γουρλώνανε τα μάτια
και βλέπανε την Περσεφόνη και τη Δήμητρα
να τους προσφέρουν θεία γνώση.
Τι, όχι; Δε σας αρέσει αυτό το θέμα;
Καλώς, εντάξει, γεια σας.

II
Έχετε δει ποτέ παλαιστή του σούμο
να παίζει κιθάρα ή πιάνο;
Ω μα είναι εξαίσιο, σας λέω!
Ο Γαλάζιος Δούναβης του Στράους κι η Μεγάλη Λειτουργία του Μπαχ
αποκτούνε νέο βάρος
καθώς τα πλήκτρα σπάνε από το πάχος των δακτύλων,
κι οι ισπανικές μπαλάντες και τ’ αργεντίνικα τανγκό
μοιάζουν με επένδυση ταινίας τρόμου
καθώς σκίζονται και τινάζονται εδώ κι εκεί οι χορδές του οργάνου.
Είναι ένα έργο βαθιά ντανταϊστικό,
μια μελωδία επαναστατική,
ένας ριζοσπαστικός ρυθμός,
μια μουσική πολέμου!
Στ’ αλήθεια casus belli!
Απ’ την άλλη δεν υπάρχει τίποτα πιο γκροτέσκο κι αποκρουστικό
από τζόκεϊ που προσπαθεί να παίξει άρπα.
Ω, είναι φρικτό, φρικτό, φρικτό!
Γυρνά τα δαχτυλάκια του τα μικροσκοπικά
πέρα δώθε πάνω στις χορδές τις επιβλητικές
κι αυτά μοιάζουν μ’ αλογόμυγες που πεταρίζουνε
πάνω απ’ την ουρά του αλόγου,
και ίσα ίσα που ακούγεται ένα βουητό,
βουητό ταπεινό και κακομοίρικο σαν και τον δημιουργό του,
που ίσα που ξύνει λίγο τα αυτιά,
μα σε καμία περίπτωση δεν καταφέρνει να τα κάνει να ματώσουν.
Ναι, σωστά παρατηρείτε,
όντως της μουσικής είμαι μεγάλος λάτρης!
Τι λέτε;
Μα όχι κύριε, σας είπα πως δεν παίρνω εγώ ναρκωτικά,
γιατί επιμένετε να αγοράσω;
Τι είπατε; Δεν είναι ναρκωτικά, είναι καραμελίτσες;
Α εντάξει τότε, για φέρτε μου να δω.
Χμμ, ναι, ναι,
νιώθω τη ζάχαρη στα δόντια και στα ούλα,
ναι, ναι,
τελικά είχατε δίκιο.

III
(για τους αθώους που κριθήκαν ένοχοι)
Βεβαίως και πρέπει να αποδείξετε ότι είστε αθώος, κύριε,
τι μήπως νομίζετε, ότι θα σας αφήσουμε χωρίς να μας δείξετε στοιχεία;
Τι; Πώς; Τι εννοείτε πως εμείς πρέπει να αποδείξουμε το ενάντιο,
που ακούστηκε ο κατηγορούμενος να ζητά να αποδειχθεί η ενοχή του;
Όχι κύριε, δεν πάει έτσι το σύστημα,
δε γίνεται έτσι η δουλειά,
εμείς σας φέραμε εδώ προληπτικά,
χωρίς καν να έχουμε υποψία ή να μας έχετε δώσει αφορμή,
κι είναι δικό σας θέμα να μας πείσετε ότι έχει γίνει λάθος.
Ναι βέβαια, γιατί όπως εσείς λέτε ότι είστε αθώος,
έτσι κι εμείς λέμε ότι είστε ένοχος –
αν είναι δηλαδή να παίξουμε έτσι το παιχνίδι.
Και γιατί να σας πιστέψουμε στην τελική, κύριε;
Εμείς σας κατηγορήσαμε αυθαίρετα
κι εσείς εξίσου αυθαίρετα μας λέτε πως δεν έχουμε δίκιο –
μα δε θα προχωρήσουμε έτσι.
Σας παρακαλώ, κύριε, μη σηκώνετε τον τόνο της φωνής σας,
ξέρετε πως φωνάζουν μόνο αυτοί που έχουν άδικο,
κι όσο περνά η ώρα η θέση σας χειροτερεύει.
Πώς είπατε; Ελέφαντας;
Και που ξέρουμε κύριε ότι δεν είστε;
Η δικαιοσύνη εξάλλου όπως λένε είναι τυφλή,
πώς να γνωρίζει αν έχετε μύτη ή προβοσκίδα;
Όχι απλά πρέπει να μας αποδείξετε ότι δεν είστε ελέφαντας,
αλλά επίσης πως δεν είστε κάποιο έτερο θηλαστικό,
κάποιο πτηνό, κάποιο ερπετό, κάποιο αμφίβιο ή έντομο,
κάποιο φυτό, κάποιο μαλάκιο ή και ψάρι.
Κι αφού μας τ’ αποδείξετε όλα αυτά
θα πρέπει να μας πείσετε και πως δεν ψωνίσατε το όπλο
που δε βρήκαμε στο σπίτι σας,
πως δεν πλαστογραφήσετε τόσο καλά το διαβατήριο
που πραγματικά δε μπορούμε να το ξεχωρίσουμε από τ’ αληθινά,
πως δε γνωρίσατε τα άτομα που ίσως να μη γνωρίσατε,
που μπορεί και να εμπλέκονται σε κύκλους τρομοκρατίας
ή βέβαια μπορεί και όχι,
και φυσικά πως δε βρεθήκανε δαχτυλικά αποτυπώματα,
που οι ειδικοί μας δε γνωρίζουνε με σιγουριά αν είναι τα δικά σας,
στον τόπο που μάλλον έγινε το έγκλημα,
αν υποθέσουμε σαφώς πως έγκλημα υπήρξε.
Τι; Πώς; Δε μπορείτε να τα αποδείξετε;
Καλώς κύριε, μην ανησυχείτε,
το δικαστήριο σας κρίνει για να ναι σίγουρο ένοχο
και σας διαολοστέλνει.

IV
Κυρίες και κύριοι,
καλωσήρθατε,
στο μαγευτικό μας τσίρκο!
Εδώ, στην καρδιά της μαυρισμένης απ’ τον ήλιο και τη ζέστη Αθήνας,
σας παρουσιάζουμε
για μια και μοναδική παράσταση,
τον εξαίσιο θίασο μας!
Ελάτε, κυρίες μου και κύριοι,
ελάτε, δείτε και θαυμάστε,
θαυμάστε
τον άνθρωπο με το μουνί στο μέτωπο,
τον άντρα που δε μπήκε ποτέ σε λεωφορείο του ΟΑΣΑ δίχως να χτυπήσει εισιτήριο,
το κτήνος που του αφαιρέσαν την καρδιά χειρουργικά,
τον ακέφαλο χειρούργο που το εγχείρησε,
το σκιάχτρο που κάποτε ζούσε και γαμούσε πότε τα κοράκια και πότε τα σπαρτά
και που πλέον σαπίζει δίπλα στο κουφάρι του αγρότη-κατασκευαστή του,
τη γυναίκα που γεννήθηκε με κάτι σαν αρχίδι,
το σαλτιμπάγκο που βουτά δίχως να παθαίνει γρατζουνιά
μες στο κενό απ’ το ψηλότερο μπαλκόνι της ασχημότερης της πόλης πολυκατοικίας,
το αγόρι με τα εικοσιδύο μάτια,
εκ των οποίων τα μισά βλέπουν κανονικά και τ’ άλλα μισά κοιτούν το κενό το μαύρο της αβύσσου,
τον αποστεωμένο εξωγήινο που βρίσκεται εδώ σε μυστική αποστολή
(περισσότερα δε μπορώ ν’ αποκαλύψω),
τον κουλό τυμπανιστή που αντί για χέρια έχει πιστόλια
(προσοχή!)
και βέβαια,
κυρίες και κύριοι,
τον έναν και μοναδικό οικοδεσπότη σας,
το δημιουργό της ξεραμένης τούτης λίμνης σπέρματος,
το Μέγα Αυνανιστή –
Εμένα!